ΝΥΜΦΟΔΩΡΑ ΜΟΝΑΧΗ. «Τότε παρέδωσε τήν ψυχή της στό Θεό. Ἤρεμη, γαλήνια καί τό κελί της μύρισε εὐωδία! Ὁ Φύλακας στόν Πανάγιο Τάφο ἐκείνη τήν ὥρα μύρισε νεκρολίβανο καί εἶπε: «Κάποιος πέθανε!».

Από το Μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Βηθανίας αντιγράφουμε ακριβώς ότι μιας απέστειλαν:

«Η Αδελφή Νυμφοδώρα έφθασε στη Βηθανία μαζί με τη Γερόντισσά της, Μοναχή Πελαγία, αλλά τελικά πήγαν στον Άγιο Αβραάμ (δίπλα στο Ναό της Αναστάσεως), όπου εργάστηκαν αρκετά χρόνια, ράβοντας ιερατικά άμφια και βοηθώντας στο πλύσιμο των ρούχων και σε άλλες εργασίες των Ναϊτών Πατέρων. Η Αδελφή Νυμφοδώρα ήταν όμορφη και σε μικρή ηλικία και η Γερόντισσά της την πρόσεχε πολύ, αλλά δυστυχώς, είχε ξεπεράσει το μέτρο! Παράδειγμα, της μουτζούρωνε το πρόσωπο με κάρβουνο όταν ήταν να πάει για δουλειά έξω, τη χτυπούσε, την έκλεινε στο κελί της. Το αποτέλεσμα ήταν, η Νυμφοδώρα να χάσει το λογικό της. Γυρνούσε στα Νεκροταφεία της περιοχής, ώσπου μια ημερα βρέθηκε έξω από την πόρτα του Μοναστηριού της Βηθανίας.

Ο Γέροντας είπε ότι ο Θεός την έφερε τη λυπήθηκε και την έβαλε μέσα, με δυο όρους που έβαλε η ίδια! Να μην πηγαίνει ούτε στην εκκλησία, ούτε στην τράπεζα! Έτσι καί έγινε. Continue reading

Τό βράδυ ἦλθε στό σπίτι ὁ ἴδιος ὁ Ταξιάρχης! ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ. ΝΥΜΦΟΔΩΡΑ ΜΟΝΑΧΗ.

Μετά από αυτές τις απαραίτητες σημειώσεις, ας επιστρέφουμε σε μερικές ακόμη πληροφορίες σχετικές με τη Μοναχή Νυμφοδώρα.

Η κ. Πιπίνα Καπανάκη-Χατζημιχαήλ, κόρη της ανιψιάς τής Νυμφοδώρας, που κατοικεί στον Ασώματο, μας διασώζει τα εξής:

«Από το Μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας της Καλλονής, η Νυμφοδώρα ερχόταν κάποιες φορές για να επισκεφθεί την οικογένειά της. Δεν κοιμόταν όμως στο σπίτι της. Πήγαινε στην εκκλησία τον χωριού, στον Ταξιάρχη, και εκεί έχοντας μία καντήλα μπροστά στο εικόνισμα τον Αρχαγγέλου, προσευχόταν αδιάκοπα και πολύ αργά,.Ίσως τα ξημερώματα, άφηνε να την πάρει λίγο ο ύπνος.

Κάποια φορά που ήλθε στο χωριό, κοπέλα ακόμη, δεν πήγε να ξαγρυπνήσει στο Ναό, επειδή αισθάνθηκε πως είναι αδιάθετη (λόγω της γυναικείας φύσης της) και παρέμεινε στο πατρικό της σπίτι. Το βράδυ ήλθε στο σπίτι ο ίδιος ο Ταξιάρχης! Continue reading

Σᾶς εἶχα πεῖ παλαιότερα γιά μία ψυχούλα πού εἶχε λογισμούς καί ἔκανε συγκαταθέσεις. Μιά μέρα καθώς πήγαινε στό στάβλο, εἶδε δαιμόνια ἐκεῖ, πού τήν φώναζαν μέ τό ὄνομά της. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

 Ιανουάριος 1991

Ο δαίμονας φοβάται το όνομα του Γέροντος καί της Γερόντισσας. Σας είχα πει παλαιότερα γιά μία ψυχούλα πού είχε λογισμούς καί έκανε συγκαταθέσεις. Μιά μέρα καθώς πήγαινε στο στάβλο, είδε δαιμόνια εκεί, πού την φώναζαν μέ το όνομά της. Τότε φοβήθηκε καί άρχισε νά φωνάζη: «Γερόντισσα, Γερόντισσα!». Τά δαιμόνια αμέσως σκόρπισαν, λέγοντας: «Ξέρεις τί θά σέ κάνουμε τό βράδυ;». Όταν έπεσε νά κοιμηθή τό βράδυ, είδε τον δαίμονα ολοζώντανο νά της λέη: «Ξέρεις τί θά κάναμε; Θά σέ σηκώναμε στον αέρα’ άλλά τί νά σέ κάνω; Φώναξες τό όνομα της Γερόντισσας!». Ήταν πολύ φοβερό!

Ο Γέροντας, η Γερόντισσα έχουν την Χάρι του Θεού. Όταν δέν πούμε τον λογισμό μας σ’ αυτούς, θά μας πολεμήση πολύ ο δαίμονας, θά μάς βγάλη από τήν θύρα της Παναγίας (της Μονής) καί τελειώνει η υπόθεσις. Γιατί νά μή λέμε τόν λογισμό μας; Νά τον λέμε καθαρά. «Γερόντισσα, μέ πολεμάει αυτός ο πειρασμός- βοήθησέ με, ενίσχυσέ με». Continue reading

«Ἀδελφέ μου, δέν ἔπρεπε νά τό μαλώσεις τό ζωντανό. Δέν εἶδες; Πάνω στό βοσκό, κάθονταν στό σβέρκο του, δύο δαίμονες, ἐπειδή βλαστημάει. Ὁ γάιδαρος τούς εἶδε καί γι’ αὐτό τρόμαξε, ἐσύ δέν τούς εἶδες;»».ΝΥΜΦΟΔΩΡΑ ΜΟΝΑΧΗ.

Μετά από αυτές τις απαραίτητες σημειώσεις, ας επιστρέφουμε σε μερικές ακόμη πληροφορίες σχετικές με τη Μοναχή Νυμφοδώρα.

Η κ. Πιπίνα Καπανάκη-Χατζημιχαήλ, κόρη της ανιψιάς της Νυμφοδώρας, που κατοικεί στον Ασώματο, μας διασώζει τα έξης:

Κάποια άλλη φορά, φεύγοντας από το χωριό και καθώς επέστρεφε στο Μοναστήρι της Μυρσινιώτισσας, τη συνόδευε ο αδελφός της Παναγιώτης. Πήγε μέχρι τους Λάμπου Μυλους, ένα χωριό πάνω στο δρόμο, με γαϊδουράκι. Από εκεί θα περνούσε το λεωφορείο για Καλλονή.Κάποια στιγμή, λίγο έξω από το χωριό, ενώ περνούσαν δίπλα από ένα βοσκό, ο γάιδαρος τρόμαξε, πράγμα που έκανε τον αδελφό της να τον μαλώσει. Continue reading

«Τί κάνεις, Γερόντισσα, ἐδῶ;». «Νά, τραβῶ κομποσχοινάκι, καί σκέπτομαι τί “μέλλει γενέσθαι”, πῶς θά σωθοῦμε, τί θά γίνουμε;ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Είδατε εκείνος ο μοναχός πού ήταν πολύ άρρωστος; Ηταν κάποτε ένας δεσπότης και ένας μοναχός καί πήγαν νά ζήσουν στήν έρημο σάν ασκητάδες. Κάποια μέρα λέει ο δεσπότης: «Θά πάω γιά εξυπηρέτησι στήν τάδε πόλι καί εσύ μείνε εδώ πέρα, κάνε τήν προσευχή σου καί θά επιστρέψω». Στο διάστημα αυτό προσέβαλε μιά σοβαρή αρρώστια τον υποτακτικό καί κινδύνευσε νά πεθάνη. Ο δεσπότης όπου πήγαινε καί όπου στεκόταν είχε τό κομποσχοινάκι του καί άκουγε, «Γέροντα, πρόφθασον, ο υποτακτικός σου είναι πολύ άρρωστος, τελειώνει, είναι πολύ βαρειά άρρωστος». «Μπά, λέει, τί φωνή είναι αυτή; Θά επιστρέψω». Φθάνοντας βλέπει τον υποτακτικό του καί του λέει: «Πώς μέ ειδοποιούσες;» «Νά, μεταχειρίστηκα τό κομποσχοινάκι μου σάν τηλέφωνο καί έλεγα, Γέροντα, πρόφθασον. Ακουγα τη φωνούλα σου. Τώρα εγώ θά φύγω». Μετά τον έκανε μοναχό, τον χειροτόνησε καί κοιμήθηκε. Είδατε πώς πληροφορεί ο Θεός;

Continue reading

Μιά φορά, θυμᾶμαι, ἀνέβαινα ἕναν ἀνήφορο καί εἶχα τριάντα κιλά στήν πλάτη μου. Ἤμασταν στίς Σταγιάτες τότε. Λοιπόν, εἶχα βάρος στόν ὧμο, εἶχα καί στά χέρια. …… ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Μιά φορά, θυμάμαι, ανέβαινα έναν ανήφορο καί είχα τριάντα κιλά στήν πλάτη μου. Ήμασταν στίς Σταγιάτες τότε. Λοιπόν, είχα βάρος στόν ώμο, είχα καί στά χέρια. Ήταν καταμεσήμερο, ζέστη, καί νά ανεβαίνης τον άνήφορο. Αλλά έλεγα με τό νου μου ότι τώρα ο Χριστός ανεβαίνει με τον Σταυρό. Πώς ανέβηκε ο Χριστός τον Γολγοθά; ’Έτσι καί ’γώ θά ανέβω. Καί ’κείνη τήν ώρα πού ανέβαινα μέ κόπο καί μόχθο καί δέν μπορούσα καί είχε γίνει τό πρόσωπό μου σάν τό μαύρο πανί, αισθάνθηκα δυο χέρια νά μου σηκώνουν τό βάρος από τό πίσω μέρος. Πώς μέ σπρώχνετε καμμιά φορά στόν ανήφορο γιά νά ανέβω; Έτσι ανέβηκα, τόσο εύκολα, ούτε νά ιδρώσω ούτε τίποτε, καί μετά αισθάνθηκα τόσο ελαφρωμένη! Μετά άφησα τό βάρος αυτό καί πήγα κι έκανα τετρακόσιες μετάνοιες. Πλημμύρισα από χαρά. Τί ήταν αυτό;
Ήταν μιά ξεκούρασι καί μιά πληρωμή από τον Θεό τό αισθάνθηκα στήν καρδιά μου. Δέν μπορώ νά τό ξεχάσω, αυτό μου έμεινε μέσα στήν ψυχή μου. Continue reading

«Τρελογιάννης: ἕνας ἅγιος κοσμοκαλόγερος τῆς Ἀθήνας»

Αποτέλεσμα εικόνας για ΦΩΤΟ ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗ
ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΑΓΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ 
  Η διά Χριστόν σαλότητα, αποτελούσε ως γνωστό πάντοτε ένα από τα πιο όμορφα κεφάλαια στο πολυάριθμο Συναξάρι των Αγίων μας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ένα λίαν διδακτικό κεφάλαιο σωτηρίας, που έδειχνε στην ουσία πως η δικαιοσύνη και η κρίση του Θεού διαφέρει κατά πολύ απ’ αυτήν των ανθρώπων. Ένα λιθαράκι επιπλέον σ’ αυτό το κεφάλαιο αποτελεί και η ιστορία που μας αφηγήθηκε ένας ταπεινός λευϊτης του ευαγγελίου, ένας στενός φίλος του Κυρίου μας, της Παναγίας μας, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, του Αγίου Αναστασίου του Γόρδιου. Ένας λευϊτης που ζει στα ευλογημένα βουνά των Αγράφων. Πρόκειται για ένα πραγματικό άνθος ευωδίας που ολοένα και περισσότερο ανακαλύπτεται από τις καταπονημένες από τη ζωή ψυχές, που σαν μέλισσες ταξιδεύουν κοντά του για να γευτούν ως δώρο την πολύτιμη γύρη που εκπέμπει η παρουσία του και ο λόγος του. Η αφήγηση του αφορούσε έναν σύγχρονο κατά Χριστό σαλό, που έζησε σε μία από τις απρόσωπες, απρόσιτες και αποξενωμένες γειτονιές της Αθήνας. Ο τρελό –Γιάννης αυτόν αφορά η αφήγηση του ζούσε σε μία φτωχική γκαρσονιέρα που κληρονόμησε από τη μητέρα του σε μία πολυκατοικία 20 συνολικά διαμερισμάτων.Εργαζόταν στο φούρνο της γειτονιάς του και έπιανε δουλειά ξημερώματα. Continue reading

Φοβερό ὅραμα τῆς γερόντισσας Μακρίνας

Προσέξτε, αυτό πού μάς δωρίζει ο Θεός, μέ πολλή ταπείνωσι νά τό δεχώμαστε, νά τό κρύβουμε, νά τό φυλάττουμε, ώστε νά μή τό χάσουμε. Τό χάσαμε; Είμαστε απαρηγόρητοι. Γι’ αύτό πρέπει να προσέχουμε, νά προβάλλουμε όλο τήν ταπείνωσι, νά πηγαίνουμε τήν ψυχή μας από τό σκοτάδι στο πυρ, από τό πυρ στον τριγμό τών οδόντων. Νά σκεφτώμαστε πώς θά ανέβουμε τή σκάλα, πώς θά την ανέβουμε, πού δίπλα στέκουν οί δαίμονες νά μάς άρπάξουν καί νά μάς ρίξουν στην αφάνεια, όπως χάριτι Θεού τό είδα. Ό Θεός αυτά τά δείχνει, όχι γιατί είναι άξιος ό Προεστώς, αλλά λόγω τού φορτίου πού σηκώνει, προς γνώσι καί συμμόρφωσι καί τού εαυτού του καί τών πνευματικών του παιδιών. Είδα ότι βρέθηκα σέ ένα Μοναστήρι μέ μία πόρτα σιδερένια, όπως η δική μας, καί εκεί ήταν μία εικονούλα. Καί βρίσκω τρία χρυσά νομίσματα σάν λίρες καί τά πήρα καί λέω, τί ωραία, καί τά έπαιζα στο χέρι. Καί μου ήρθε μία σκέψη, ότι αυτά είναι τά τάλαντα. Continue reading

Ἡ Σοφία, μία πνευματική μου ἀδελφή ἀπό τόν κόσμο.Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου

Θα σάς πω καί γιά την Σοφία, μία πνευματική μου αδελφή στον κόσμο. Οί δικοί της ήταν πρόσφυγες από τήν Καππαδοκία καί εξασκούσαν πολύ τήν αυτοσχέδια προσευχή, τό «τατλί». Στο σπίτι τους είχαν πιάτα πήλινα, ξύλινα κουτάλια, έτρωγαν μέ πολλή απλότητα. Εστρωναν τό τραπεζομάντηλο κάτω καί κάθονταν γύρω-γύρω’ τό φαγητό τους ήταν πολύ λιτό, ταχίνι, λίγες ελιές και ψωμί.

Τά πρόσωπά τους λάμπανε. Η γιαγιά της πολλές φορές την ώρα πού έκανε προσευχή, δεν πατούσε στην γη, τά χέρια της ακουμπούσαν στο ταβάνι. Πολλά θαύματα έκανε αυτή. Όταν κοιμήθηκε, το λείψανό της ευωδίαζε. Όταν την πήραν νά την θάψουνε, λέγανε, πρώτη φορά είδαμε τέτοιο λείψανο νά ευωδιάζη. Καί τό δωμάτιο πού έμενε ευωδίαζε γιά σαράντα μέρες μετά την κοίμησί της. Όταν έγινε η εκταφή, τα οστά της ήταν όπως είναι τά σφουγγαράκια εκείνα τά ωραία, τά κίτρινα. Όλα τα οστά της ζύγιζαν πενήντα δράμια, τόσο βάρος είχαν και έκανε η Σοφία μιά ωραία λειψανοθηκούλα και τά είχε στο σπίτι της, και έλεγε:

«τά άγια λείψανα της γιαγιάς μου». Είχανε ένα κρεββάτι και δένονταν καί βάζανε μία τριχιά, την δένανε στήν μέση τους, γιά νά μή νυστάζουν, νά μή τούς πάρη ύπνος καί δεν αισθανόντουσαν την κούρασι από την προσευχή τους- καί από ’κεί άρχιζαν τό «τατλί». Κάτω τσιμέντο, δυο σανίδια στο κρεββάτι, κουρελού πάνω- κάτω, δεν είχαν ούτε σκεπάσματα ούτε τίποτε. Μόνο κουρελού είχαν.  Continue reading

Ὅταν ὁ πατήρ Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης συνάντησε τήν γερόντισσα Μακρίνα τῆς Πορταριᾶς Βόλου

Μάς έστειλε ό Γέροντας Ιωσήφ, ό παππούς, νά βρούμε τον π. Ιερώνυμο. Που νά τον βρούμε τώρα εμείς τον π. Ιερώνυμο; Ξεκινήσαμε και πάμε- μπήκαμε μέσα στο πλοίο και ρωτήσαμε μία γυναίκα εκεί πέρα: «Μήπως ξέρετε τον π. Ιερώνυμο πού έχει μία Γερόντισσα, πού τήν λένε Ευπραξία;». Μάς είπε: «Τον δεύτερο άγιο Νεκτάριο ζητάτε; Δεν φιλοξενεί αυτός, νά πάτε στο Μοναστήρι στον άγιο Νεκτάριο, εκεί νά κοιμηθήτε και τό πρωί νά ερωτήσετε τίς μοναχές, νά σάς οδηγήσουν από πού θά πάτε». Εμείς ξεκινήσαμε, όπως μάς είπε η γυναίκα, πήραμε τό αυτοκίνητο καί πήγαμε στον άγιο Νεκτάριο. Καθήσαμε τό βράδυ εκεί. Τό πρωί σηκωθήκαμε καί ρωτήσαμε μία μοναχούλα: «Μήπως ξέρετε τό Μοναστηράκι του π. Ιερωνύμου πού είναι;».
«Είναι πολύ μακριά, θά κοπιάσετε πολύ, δέν θά μπορέσετε νά τό βρήτε», μάς είπε.
Ό Γέροντας Ιερώνυμος είπε τό πρωί εκείνο στήν Γερόντισσα Ευπραξία:
-Σήμερα θά πάς στο Μοναστήρι, στον άγιο Νεκτάριο, νά ανάψης τά καντήλια.
-Καλέ Γέροντα (είχε βγάλει ανεμοπύρωμα στο πρόσωπο της) πού θά πάω, δέν μπορώ, μέ πονάει τό πρόσωπό μου, πού νά πάω;
-Κάμνε υπακοή, κάμνε υπακοή καί πήγαινε στόν άγιο Νεκτάριο, νά ανάψης τά καντήλια.

Continue reading