Ὁμιλία 61η: Στή ΙΒ’ Κυριακή τοῦ Λουκᾶ γιά τούς δέκα λεπρούς (Ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς)

 Η κάθαρση των λεπρών προβάλλεται ως τύπος της πνευ­ματικής καθάρσεως. Γιατί όλοι εμείς ήμασταν λεπρωμένοι, μέχρι που ο Κύριος παρέλαβε την φύση μας και την ελευθέρωσε από την καταδίκη. Ο ευγνώμων από τους δέκα θεραπευθέντες εκπροσωπεί την επιστροφή των Εθνικών, ενώ οι εννέα αγνώμονες είναι οι Ιουδαίοι. Ο ομιλητής παρουσιάζει τον Θεό ως ειρηνάρχη, και τον εαυτό του ως επιστάτη της ειρήνης. «Ταύτης γαρ ένεκα της ειρήνης και ημείς επέστημεν υμίν τη Εκκλησία Χριστού, διάκονοι της αυτού κληρονομιάς και χάριτος». Κλείνει με προτροπή να μη εκπέσομε από την πατρική ευχή ούτε και να απορρίψομε την κλη­ρονομιά του ουράνιου Πατέρα, για να μη χάσομε και την υιοθεσία και την ευλογία και αποκλεισθούμε από τον πνευματικό νυμφώνα.

ΟΜΙΛΙΑ 61η

(Γρηγορίου Παλαμά έργα, τόμος 11, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)Όλα τα του παλαιού νόμου ήταν συμβολικά και τυπικά και σκιώδη· γι’ αυτό ο νόμος αυτός θεωρούσε και τη λέπρα εφάμαρτη και μιαρή και αποτρόπαια και ονόμαζε ακάθαρτους τους λεπρούς και τους γονορρυείς και εκείνους γενικά που τους άγγιζαν καθώς και εκείνους που άγγιζαν κάθε νεκρό σώμα, υποδεικνύοντας με αινίγματα την ακαθαρσία εκείνων που αμάρταναν στον Θεό και αυτών που συνέπρατταν με αυτούς και συναναστρέφονταν αυτούς.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΜΕ ΘΕΜΑ

 ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΩΝ

 Όπου γίνεται λόγος και για την ειρήνη προς τον Θεό και προς τον εαυτό μας και μεταξύ μας

Και με τους λεπρούς βέβαια υπαινισσόταν τους δολερούς και πανούργους, τους θυμώδεις και μνησίκακους· γιατί όπως η λέπρα καθιστά τραχύ και ποικιλόχρωμο το δέρμα του σώματος, έτσι ο δόλος και η πονηριά και ο θυμός και η οργή καθιστούν ποικίλο και τραχύ το λογιστικό της ψυχής. Συνέχεια

Κυριακή IB’ Λουκᾶ: Ὁμιλία περί εὐχαριστίας (Νικηφόρος Θεοτόκης, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀστραχάν καί Σταυρουπόλεως)

Θεραπεία των δέκα λεπρών
(Λουκά ιζ’ 12-19)


Αληθώς, ο Θεός είναι παντεξούσιος και πανυπερτέλειος, ουδεμίαν ανάγκην έχει από τις ευχαριστίες και τα δώρα τού ανθρώπου. «Ότι των αγαθών μου ου χρεί­αν έχεις»· έτσι έψαλλεν ενώπιον του Θεού ο προφητάναξ Δαυίδ. Οι άνθρωποι δεικνύουν την ευγνωμοσύ­νην τους είτε ευχαριστώντας με λόγια ή προσφέροντας δώρα προς τον ευεργέτην. Ο Θεός ουδεμίαν ανάγκην έχει από την ευχαριστίαν και την δοξολογίαν μας, επειδή είναι αυτοδόξαστος· η θεία φύσις αυτού έχει αφ’ εαυτής άπειρον και ακατάπαυστον την δόξαν και την αίνεσιν. Ουδεμίαν ανάγκην έχει από την έμπρακτον, δηλαδή από την δια θυσιών και δώρων προσφερομένην σ’ αυτόν ευχαριστίαν εφ’ όσον είναι πνεύμα πανυπερτέλειον, δεν μετέχει ούτε απολαμβάνει καθόλου από τα σωματικά και υλικά πράγματα που του προσφέρονται. Συνέχεια