«Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης» Ἄφιξη στό Ἅγιο Ὄρος 1 2ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:«Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης» Ἄφιξη στό Ἅγιο Ὄρος 1

2ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης,

Ὁμιλία στίς 07-02-2015

Συνεχίζουμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν μελέτη καί τόν σχολιασμό τοῦ βιβλίου «Ὁ Ἅγιος Σιλουανός», πού ἔχει γράψει ὁ μακαριστός Γέροντας Σωφρόνιος, ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου στό Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας.

«Ἄφιξη στό Ἅγιο Ὄρος».

«Ὁ Συμεών», αὐτό ἦταν τό κοσμικό ὄνομα τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ, «ἔφτασε στό Ἅγιο Ὄρος τό φθινόπωρο τοῦ 1892 καί εἰσῆλθε στήν Μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος», τήν γνωστή ρωσική Μονή. «Ἄρχισε ἡ νέα ζωή τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Κατά τήν Ἀθωνική συνήθεια ὁ ἀρχάριος δόκιμος ἀδελφός Συμεών ὄφειλε νά περάσει μερικές μέρες σέ ἀπόλυτη ἡσυχία γιά νά θυμηθεῖ τά ἁμαρτήματα ὅλης τῆς ζωῆς του καί νά τά καταγράψει, γιά νά ἐξομολογηθεῖ στόν Πνευματικό». Ἐδῶ βλέπουμε κάτι σημαντικό, ὅτι χρειάζεται ἡσυχία καί ἀργία, θά λέγαμε, ἀπό ἄλλες ἀσχολίες, γιά νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος κατ’ ἀρχήν νά προσευχηθεῖ, ὥστε νά τόν φωτίσει ὁ Θεός καί μέ τό φῶς τοῦ Θεοῦ νά δεῖ τίς ἁμαρτίες του. Μιά ἀνάλογη προετοιμασία χρειάζεται, ὅταν κάποιος ἑτοιμάζεται νά ἐξομολογηθεῖ. Ὑπάρχει ἕνα βιβλιαράκι, πού μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ γράψαμε καί λέει σχετικά μέ τήν προετοιμασία γιά τήν ἐξομολόγηση. Ὁ Συμεών βεβαίως ἀκολουθώντας τήν ἁγιορείτικη παράδοση κάνει αὐτό τό πράγμα. Γιά κάποιες μέρες μένει σέ ἀπόλυτη ἡσυχία καί θυμᾶται τίς ἁμαρτίες του, προσευχόμενος βεβαίως, γιατί ἄν κανείς δέν ἔχει τό φῶς τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά δεῖ τόν ἑαυτό του. Οἱ ἄνθρωποι πού εἶναι μακριά ἀπό τόν Θεό λένε πολλές φορές: – Τί νά πάω νά ἐξομολογηθῶ; Δέν ἔχω τίποτε. Γιατί λένε ἔτσι; Γιατί δέν βλέπουν τίποτε. Δέν μπορεῖ νά δεῖ ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του, ἐάν δέν προσευχηθεῖ, ἐάν δέν παρακαλέσει τόν Θεό νά τοῦ δώσει φῶς. Καί μ’ αὐτό τό φῶς τοῦ Θεοῦ ν’ ἀνιχνεύσει ὅλα αὐτά πού ἔχει μέσα στήν ψυχή του.

«Τό μαρτύριο τῆς κολάσεως, πού δοκίμαζε, γέννησε μέσα του ἀκράτητη φλογερή μεταμέλεια. Στό μυστήριο τῆς μετανοίας ἤθελε νά ἐλευθερώσει τήν ψυχή του ἀπό κάθε τι πού τόν ἐβάρυνε καί γι’ αὐτό μέ προθυμία καί μεγάλο φόβο ἐξομολογήθηκε ὅλα τά ἔργα τῆς ζωῆς του χωρίς νά βρίσκει δικαιολογίες γιά τόν ἑαυτό του σέ τίποτε». Κι ἐδῶ βλέπουμε κάτι σημαντικό, ὅτι ὁ φόβος τῆς κολάσεως εἶναι ἁγνός. Ὅπως λέει καί ἡ Ἁγία Γραφή «ὁ φόβος Κυρίου ἁγνός» (Ψαλμ. 18,10). Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή πού φοβᾶται τήν κόλαση, ἐξαγνίζεται, καθαρίζεται, ὄχι μόνο δηλαδή διότι φοβᾶται, ἀλλά ὁ φόβος γίνεται ἡ αἰτία, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά ἐξαγνιστεῖ. Ὅταν καταλάβει καί πιστέψει ὅτι ὑπάρχει κόλαση, αἰώνια μάλιστα κόλαση, τότε ὁ ἄνθρωπος μπαίνει στή διαδικασία νά καθαριστεῖ, ὥστε νά μήν πάει στήν κόλαση. Νά γιατί, λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, μᾶς ὠφελεῖ πάρα πολύ ἡ κόλαση. Μᾶς ὠφελεῖ καί ἡ μνήμη της, μᾶς ὠφελεῖ καί ἡ διδασκαλία περί κολάσεως. Γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει γιά τήν κόλαση. Λένε μερικοί: – Ποῦ εἶδες ὅτι ὑπάρχει κόλαση; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς εἶπε πώς ὑπάρχει καί μᾶς εἶπε μάλιστα ὅτι εἶναι αἰώνιος. Ὅταν λοιπόν ὁ ἄνθρωπος τό πιστέψει αὐτό, μετά μπαίνει στήν διαδικασία τῆς μετάνοιας, στήν διαδικασία νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀκριβῶς νά μετανοήσει, νά ἀποβάλλει τό κακό, νά πολεμήσει τά πάθη του, ὅπως λέει τό Ἅγιο Πνεῦμα διά τοῦ Δαυίδ: «ἔκκλινον ἀπό κακοῦ καί ποίησον ἀγαθόν» (Ψαλμ. 33,15). Αὐτή εἶναι μέ δυό λόγια, μέ μιά φράση, ὅλη ἡ διαδικασία τῆς μετάνοιας. Αὐτό πού ἔκανε ὁ ἄσωτος. Νά ξεφύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό κακό, νά ἐκκλίνει, νά φύγει, καί νά ποιήσει τό ἀγαθό.

Ἔχει μεγάλη σημασία ἐπίσης, αὐτό πού λέει ὅτι δέν δικαιολογήθηκε γιά τίποτε. Ὁ ἄνθρωπος που μετανοεῖ, δέν δικαιολογεῖται. Ἡ δικαιολογία μᾶς ἔβγαλε ἀπό τόν Παράδεισο. Ὁ Ἀδάμ δικαιολογήθηκε στόν Θεό ὅτι ἔφταιγε ἡ Εὔα καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός, γιατί εἶπε «ἡ γυναίκα πού μοῦ ἔδωσες». Ἄρα, δέν φταίω ἐγώ, Ἐσύ φταῖς καί ἡ γυναίκα πού μοῦ ἔδωσες. Ἡ Εὔα ἐπίσης δικαιολογήθηκε ὅτι δέν ἔφταιγε αὐτή ἀλλά ἔφταιγε ὁ ὄφις. Ὁ ἄνθρωπος πού μετανοεῖ, ἀποβάλλει αὐτή τήν ἀρρώστια, ἡ ὁποία δυστυχῶς εἶναι προπατορική, εἶναι ἀπό τούς προπάτορές μας δηλαδή καί βλέπουμε πόσο ἔκδηλη εἶναι καί στά μικρά παιδιά ἀκόμα. Ὅταν κανείς πάει νά τά βοηθήσει, τούς κάνει μιά παρατήρηση, ἀμέσως δικαιολογοῦνται. Ναί, ἀλλά… δέν φταίω ἐγώ, φταίει ἐκεῖνος, φταίει ὁ ἄλλος κ.λ.π. Αὐτό βέβαια φανερώνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἀληθινή μετάνοια. Καί πολλές φορές δυστυχῶς καί στόν Πνευματικό πηγαίνουν οἱ ἄνθρωποι καί λένε δικαιολογίες, ὅτι «ναί, ὡς ἄνθρωπος κι ἐγώ… ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι… ἔκανα αὐτό». Αὐτό εἶναι δικαιολογία. Ἀντί νά πεῖ ὅτι ἐγώ τά ἔκανα καί δέν ἔχω κανένα ἐλαφρυντικό. Διότι δέν ἔχουμε κανένα ἐλαφρυντικό ἤ δέν πρέπει νά ψάχνουμε γιά ἐλαφρυντικά, ἀλλά νά καταδικάζουμε τόν ἑαυτό μας ἔτσι, ὥστε νά προχωρήσουμε σέ μία ἀληθινή καί πλήρη καί τέλεια μετάνοια. Ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος «Κύριε δός μου μετάνοια ὁλόκληρον καί καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν σου».

«Ὁ πνευματικός τοῦ εἶπε (τοῦ μετέπειτα Ἁγίου Σιλουανοῦ, τοῦ Συμεών τώρα): «Ἐξομολογήθηκες τά ἁμαρτήματά σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί γνώριζε πώς σοῦ συγχωρέθηκαν ὅλα. Τώρα ἄς βάλουμε ἀρχή γιά μιά νέα ζωή. Πορεύου ἐν εἰρήνη καί χαίρε, πού σέ ὁδήγησε ὁ Κύριος σ’ αὐτό τό λιμάνι τῆς σωτηρίας». Βεβαιώνει ὁ Πνευματικός ὅτι πράγματι συγχωρέθηκαν ὅλες οἱ ἁμαρτίες. Αὐτό βεβαίως εἶναι κάτι πολύ σημαντικό, πού πρέπει ὅλοι νά τό πιστεύουμε καί νά μήν ἐμπλεκόμαστε σέ λογισμούς τοῦ τύπου «ἄραγε ἐγώ τώρα συγχωρέθηκα;». Βεβαίως συγχωρεθήκαμε, ἐφόσον εἴπαμε μέ εἰλικρίνεια τίς ἁμαρτίες μας, δέν κρύψαμε τίποτε καί δέν πήγαμε μέ πονηρία στόν Θεό. Γιατί, ὅταν κανείς κρύβει κάποιες ἁμαρτίες ἤ λέει ψέματα στόν Πνευματικό, δέν εἶναι εὐάρεστο στόν Θεό. Εἶναι γνωστό καί τό ὅραμα ἐκεῖνο πού εἶδε ἕνας χαρισματοῦχος παρακολουθώντας τήν ἐξομολόγηση κάποιου καί εἶδε νά βγαίνουν διάφορα φίδια κάθε φορά πού ἐξομολογιόταν ἕνα ἁμάρτημα. Ἕνα μεγάλο φίδι ὅμως πού δέν ἔβγαινε, καί τελικά δέν βγῆκε γιατί δέν τό εἶπε, ἔγινε αἰτία νά μποῦνε καί ὅλα τά ἄλλα πού εἴχανε βγεῖ πάλι μέσα του. Τό ὁποῖο σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος πού δέν εἶναι εἰλικρινής στήν ἐξομολόγησή του, δέν ἔχει εἰλικρινή μετάνοια. Ὁ μακαριστός, ἅγιος οὐσιαστικά, Γέροντας Αὐγουστίνος ὁ Καντιώτης ἔλεγε: δέν ἐξομολογῶ γυναῖκες γιατί λένε ψέματα στήν ἐξομολόγηση. Εἶναι φοβερός αὐτός ὁ λόγος…. Ἀλλοίμονο, ἄν στήν ἐξομολόγηση λέμε ψέματα!

Στή συνέχεια τοῦ εἶπε καί κάτι ἄλλο. Νά βάλουμε ἀρχή γιά μιά νέα ζωή, τό ὁποῖο κι αὐτό εἶναι σωστό. Πρέπει ἡ κάθε ἐξομολόγηση νά εἶναι μιά νέα ἀρχή. Θά πεῖς: Κάθε φορά, πολλές φορές, λέμε τά ἴδια πράγματα…. Ὁ Θεός δέν κουράζεται! Ἀλλά κι ἐμεῖς θά πρέπει νά προσπαθοῦμε νά ξαναρχίζουμε. Νά μήν ἀπελπιζόμαστε. Μετά τοῦ λέει: «Πορεύου ἐν εἰρήνη καί χαῖρε, πού σέ ὁδήγησε ὁ Κύριος σ’ αὐτό τό λιμάνι τῆς σωτηρίας». Ἐννοεῖ βεβαίως τό Ἅγιο Ὄρος καί τό Μοναστήρι.

«Ἡ ἁπλή καί πιστή ψυχή τοῦ Συμεών, ὅταν ἄκουσε ἀπό τόν γέροντα-πνευματικό πώς τοῦ συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες, παραδόθηκε σέ χαρά κατά πώς τοῦ εἶπε μέ τά λόγια: «Πορεύου ἐν εἰρήνη καί χαῖρε».

«Ἄπειρος καί ἀφελής ὅπως ἦταν δέν ἐγνώριζε ἀκόμη πώς στόν ἀσκητή ἐπιβάλλεται ἡ ἐγκράτεια καί στή χαρά» καί ὄχι μόνο στόν ἀσκητή καί στόν κάθε χριστιανό. Πρέπει νά ὑπάρχει ἐγκράτεια καί στή χαρά καί στή λύπη καί γενικά σέ ὅλα τά συναισθήματα καί φυσικά καί στίς ἐπιθυμίες καί σέ ὅλα. Καί στίς αἰσθήσεις πρέπει νά ὑπάρχει ἐγκράτεια. Αὐτός εἶναι ἕνας βασικός κανόνας. Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέν χαίρεται ὑπερβολικά καί ἀκράτητα οὔτε λυπᾶται ἐπίσης. Οὔτε στενοχωριέται ποτέ ἀλλά καί ὅταν θλίβεται δέν πρέπει νά ἀφήνει αὐτή ἡ θλίψη νά τόν πλακώνει, νά γίνεται ὑπερβολική. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ δέχεται ὅλα ὅπως τοῦ τά δίνει ὁ Θεός καί δοξάζει τόν Θεό γιά ὅλα εἴτε εἶναι κάτι «καλό» εἴτε εἶναι κάτι «κακό». Βάζουμε εἰσαγωγικά, γιατί ὅλα εἶναι καλά, ὅ,τι μᾶς δίνει ὁ Θεός. Ἐκεῖνο πού δέν εἶναι καλό εἶναι οἱ ἁμαρτίες οἱ δικές μας, πού πάλι ἀφήνει ὁ Θεός νά τίς κάνουμε, γιατί σέβεται τό αὐτεξούσιό μας.

Αὐτός λοιπόν ὁ Συμεών, ὁ μετέπειτα Ἅγιος Σιλουανός, ἦταν ἁπλός καί ἀφέθηκε, θά λέγαμε, σέ μιά ἀκράτητη χαρά καί βέβαια αὐτό μετά τοῦ κόστισε. «Ἔχασε γρήγορα τήν πνευματική ἔνταση στήν ὁποία βρισκόταν ἡ ψυχή του μετά τήν ἐπίσκεψή του στήν Κρονστάνδη. Ἐπακολούθησε ἐξασθένηση καί ὁ Συμεών ἔγινε στόχος σαρκικῆς ἐπιθυμίας καί ὁ νοῦς του στάθηκε στίς δελεαστικές εἰκόνες πού τοῦ παρουσίαζε το πάθος. Ὁ λογισμός τοῦ ἔλεγε: «Πήγαινε στόν κόσμο καί παντρέψου». Βλέπουμε ἐδῶ κάτι πού ἔπαθε, γιατί ἀκριβῶς ἄφησε τήν ἐγρήγορση. Δηλαδή, θά πρέπει νά προσέχει ὁ ἄνθρωπος καί μετά τήν ἐξομολόγηση, νά μή χαλαρώνει τόν πνευματικό του ἀγῶνα, νά μήν ἀφήνεται σέ μία ραθυμία, μία ἡσυχία ἄπρακτη, σέ μία ἀπραξία πνευματική, γιατί ὁ ἐχθρός καραδοκεῖ. Αὐτό ἔπαθε ὁ μετέπειτα ἅγιος Σιλουανός καί βρῆκε εὐκαιρία ὁ πονηρός καί τοῦ ἔσπειρε πονηρούς, κακούς λογισμούς καί εἰκόνες, τίς ὁποῖες, ἀπ’ ὅτι φαίνεται, τίς ἐπεξεργάστηκε, στάθηκε ὁ νοῦς του σ’ αὐτές , ὅπως λέει, καί ἔχασε τήν πνευματική του θέρμη.

«Τί ὑπέμεινε στήν μοναξιά του ὁ νεαρός δόκιμος, δέν τό ξέρουμε. Ὅταν πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ, ὁ πνευματικός τοῦ εἶπε: «Μή συγκατατίθεσαι ποτέ στούς λογισμούς καί μόλις ἔρχονται, διῶχνε τους ἀμέσως». Αὐτή εἶναι ἡ πάγια θέση καί ἀντιμετώπιση τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν. Θά πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά μή συγκατατίθεται καί ἀμέσως νά τούς διώχνει, νά ἀλλάζει ἀμέσως σκέψη. Ἀπαιτεῖται, δηλαδή, ἡ φυγή καί ὄχι ἡ κατά μέτωπο ἀντιμετώπιση καί ὁ κατά μέτωπο πόλεμος. Στά σαρκικά πάθη ἡ ἀντιμετώπιση εἶναι ἡ φυγή, νά γυρνᾶς τήν πλάτη στόν πονηρό καί νά κατευθύνεις τόν νοῦ σου στόν Θεό.

«Ἀπό τήν ἀπροσδόκητη ‘πτώση’, πού συνέβη στόν ἀδελφό Συμεών, ἡ ψυχή του ἔπεσε σέ μεγάλο τρόμο. Ἔχοντας τώρα συνείδηση τῆς φοβερῆς δυνάμεως τῆς ἁμαρτίας αἰσθάνθηκε ξανά τόν ἑαυτό του στίς φλόγες τοῦ ἅδη καί ἀποφάσισε νά προσεύχεται ἀδιαλείπτως, μέχρις ὅτου τόν ἐλεήσει ὁ Θεός». Βλέπουμε τήν μεγάλη συντριβή πού νιώθει μέ τήν πτώση του, πού εἶναι πολύ καλό καί θετικό στοιχεῖο καί ὅλοι πρέπει νά τό ἐπιδιώκουμε. Διότι, ἄν κανείς δέν λυπηθεῖ, δέν μετανοήσει καί δέν συντριφτεῖ ἡ καρδιά του κατ’ ἀναλογία τῆς πτώσης, εἶναι πολύ πιθανό ὁ ἄνθρωπος νά ἐπαναλάβει τήν πτώση.

«Μετά τό βίωμα τῶν μυστηρίων τῆς κολάσεως, μετά ἀπό ἐκείνη τή χαρά πού ἔνιωσε στό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, τό παραπάτημα στόν λογισμό καί ἡ συνείδηση πώς ἐλύπησε ξανά τήν Θεομήτορα», τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία θυμάστε τοῦ εἶχε πεῖ «δέν μοῦ ἀρέσει ἡ ζωή σου», ὅταν ζοῦσε ἀκόμα κοσμικά, «ἦταν γι’ αὐτόν γεγονός, πού συγκλόνισε ὀδυνηρά τήν ψυχή του». Σκέφτηκε, δηλαδή, ὅτι τώρα γιά δεύτερη φορά λύπησα πάλι τήν Θεοτόκο. «Ἐνόμισε πώς ἔφτασε σέ λιμάνι σωτηρίας καί ξαφνικά ἔμαθε πώς καί ἐδῶ μποροῦσε νά ναυαγήσει». Πράγματι μπορεῖ κανείς καί μέσα στό λιμάνι νά ναυαγήσει, ἄν δέν προσέξει. Γι’ αὐτό δέν πρέπει κανείς πουθενά νά χαλαρώνει τόν πνευματικό του ἀγῶνα, σέ ὅποιο περιβάλλον κι ἄν βρίσκεται.

«Ἡ «πτώση» στόν λογισμό σωφρόνισε τόν ἀδελφό Συμεών γιά ὅλη του τήν ζωή. Σέ ποιό βαθμό συγκλονίστηκε μποροῦμε νά τό κρίνουμε ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀπό τήν ἡμέρα πού τοῦ εἶπε ὁ πνευματικός «μή συγκατατίθεσαι ποτέ στούς λογισμούς», στά σαραντα ἕξι χρόνια τῆς μοναχικῆς του ζωῆς, ποτέ πιά δέν ἀπεδέχθηκε οὔτε ἕναν σαρκικό λογισμό». Αὐτό εἶναι πάρα πολύ θαυμαστό! Βλέπουμε ἐδῶ τήν ἀποφασιστικότητα τοῦ Ἁγίου. Ὅταν κατάλαβε τί σημαίνει ἁμαρτία, τί σήμαίνει πτώση, μετά δέν τό ξανάπαθε. Κι αὐτό εἶναι ἀληθινή μετάνοια. Μετάνοια σημαίνει σταματῶ τήν ἁμαρτία.

Ὑπάρχει ἡ προσβολή σ’ ἕναν λογισμό, ἡ ὁποία εἶναι ἀνένοχη. Προσβάλλει ὁ πονηρός μέ μία μνήμη τοῦ παρελθόντος ἤ μέ κάποιο ὁρατό ἀντικείμενο τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἤ καί μέ ἕνα φανταστικό ἀντικείμενο, μέ μιά φαντασία πού τοῦ δείχνει. Αὐτό εἶναι ἀνένοχο καί ὁ ἄνθρωπος δέν ἁμαρτάνει ἄν ἀμέσως τό διώξει, δέν συγκατατεθεῖ σ’ αὐτό. Ἄν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀρχίσει νά συζητάει κατά κάποιο τρόπο μ’ αὐτή τήν προσβολή, μ’ αὐτόν τόν πειρασμό, ὅπως ἡ Εὔα πού ἄρχισε νά βλέπει πρός τόν καρπό καί ὅπως λέει ἡ Γραφή, εἶδε πώς ἦταν ὡραῖος στήν ὄψη κ.λ.π., αὐτό τό λέμε πάλη. Ἡ συζήτηση καί ἡ πάλη εἶναι καί δέν εἶναι ἔνοχο. Ἄν ὁ ἄνθρωπος ἀντισταθεῖ καί μπορέσει καί ξεφύγει, μᾶλλον δέν ἁμάρτησε. Ὅμως πολύ πιθανό εἶναι νά ἔχει ἁμαρτήσει ἔστω λίγο. Καί ἄν δέν ξεφύγει καί συγκατατεθεῖ, μετά βεβαίως κάνει ὁλοκληρωμένη ἁμαρτία μέσα στόν νοῦ του. Καί αὐτό εἶναι τό στάδιο πού λέμε συγκατάθεση στόν λογισμό. Ὁ Ἅγιος Σιλουανός, λοιπόν, δέν ἔφτασε ποτέ σέ συγκατάθεση ἀπό αὐτό τό σημεῖο καί μετά πού κατάλαβε τί σημαίνει ἁμαρτία.

«Αὐτό πού ἄλλοι δέν καταφέρνουν νά τό μάθουν στό διάβα πολλῶν ἐτῶν, αὐτός τό ἔμαθε ἀπό τό πρῶτο μάθημα δείχνοντας τήν ἀληθινή πνευματική καλλιέργεια καί σοφία του, κατά τό ἀρχαῖο ἑλληνικό ρητό: «Τό δίς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἀνδρός σοφοῦ».

«Ἡ μεγάλη πικρία τῆς μεταμελείας τοῦ ἔγινε ἀφορμή γιά νέο ἀγῶνα. Ὁ λογισμός τοῦ ὑπέβαλλε» – κοιτάξτε τί πάλη μέσω λογισμῶν τοῦ ἔκανε ὁ πονηρός – «πήγαινε στήν ἔρημο, ντύσου σάκκο καί σώζου ἐκεῖ». Νά φύγεις δηλαδή ἀπό τό μοναστήρι, νά πᾶς μόνος στήν ἔρημο, νά φορέσεις σάκκο. Πού σημαίνει νά ἐκφράσεις τήν μετάνοιά σου ὅπως οἱ ἄνδρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού γιά νά ἐκφράσουν τήν μετάνοιά τους φοροῦσαν ἕναν σάκκο καί ἔβαζαν στάχτη στό κεφάλι τους. Ὁ διάβολος δηλαδή μᾶς ὑποσκελίζει, μᾶς ρίχνει καί ἀπό τά δεξιά, βάζοντάς μας καλούς λογισμούς, φαινομενικά καλούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως, δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, δέν εἶναι γιά τήν συγκεκριμένη χρονική στιγμή κατάλληλοι καί σωστοί.

«Καλά, ἀπαντᾶ ο Συμεών, θά πάω στόν ἡγούμενο καί θά ζητήσω εὐλογία γι’ αὐτό». Βλέπετε; Ὁ ἀσφαλής δρόμος εἶναι ἡ ἐρώτηση στόν Πνευματικό. Πῶς κανείς ἀντιμετωπίζει τούς καλούς λογισμούς. Ὄχι μόνο τούς κακούς. Οἱ κακοί εἶναι πιό εὔκολο γιατί καταλαβαίνεις καί τούς διώχνεις. Οἱ καλοί λογισμοί, ὅμως, εἶναι πιό ὕπουλοι καί θά πρέπει κανείς νά ἔχει διάκριση. Καί ἐπειδή δέν ἔχουμε διάκριση, γι’ αὐτό πᾶμε καί ρωτᾶμε. Ἐδῶ λοιπόν κάνει πολύ καλά καί ἀπαντάει ὅτι θά πάω νά ζητήσω εὐλογία. Δέν μπορῶ νά φύγω ἔτσι στήν ἔρημο.

«Μήν πηγαίνεις, τοῦ λέει ὁ λογισμός, ὁ ἡγούμενος δέν θά δώσει εὐλογία. Πρῶτα –ἀπαντάει ὁ Συμεών– παρ’ ὀλίγον νά μέ στείλεις ἔξω ἀπό τήν Μονή, στόν κόσμο», γιατί ὁ πρῶτος λογισμός τοῦ ἔλεγε νά πάει νά παντρευτεῖ. «Καί τώρα μέ σπρώχνεις πρός τήν ἔρημο… Ἐάν ὁ ἡγούμενος δέν δίνει εὐλογία, ἄρα δέν μέ σπρώχνεις πρός τό καλό. Καί μέ ἀπόφαση βγαλμένη ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς του εἶπε: «Θά πεθάνω ἐδῶ γιά τίς ἁμαρτίες μου». Βλέπετε πῶς μέ ἁπλή λογική κατάλαβε τήν πλεκτάνη τοῦ πονηροῦ. Ἄν ὁ Πνευματικός μου πατέρας δέν δίνει εὐλογία, σημαίνει ὅτι ἐσύ δέν μέ συμβουλεύεις τά σωστά.

«Ὁ ἀδελφός Συμεών ὁδηγήθηκε στήν πνευματική ἄσκηση μέσα ἀπό τήν αἰωνόβια παράδοση τῆς ἀθωνικῆς μοναστικῆς ζωῆς πού διαποτίζεται ἀπό τήν ἄπαύστη μνήμη τοῦ Θεοῦ: προσευχή κατά μόνας στό κελλί, μακρές ἀκολουθίες στόν ναό, νηστεῖες καί ἀγρυπνίες, συνεχής ἐξομολόγηση καί κοινωνία, μελέτη, κόπος, ὑπακοή». Ὅλα αὐτά πού συνοψίζουν τήν μοναστική ζωή σέ ἕναν βαθμό κατά ἕναν ἀνάλογο τρόπο, θά ἔπρεπε καί θά πρέπει νά εἶναι καί στοιχεῖα τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦνε μέσα στόν κόσμο. Ἐάν καί οἱ ἄνθρωποι πού ζοῦνε μέσα στόν κόσμο ἐφάρμοζαν αὐτά στό μέτρο πού μποροῦνε, δέν θά πέφτανε θύματα τῆς κακῆς συμβουλῆς πού προέρχεται ἀπό τόν ἀρχέκακο ὄφη, ἀπό τόν διάβολο. Ἄν, ἄς ποῦμε, ρωτούσαμε τόν Πνευματικό ταπεινά, δέν θά πλανώμαστε ἀπό τούς δεξιούς λογισμούς. Ὅπως καί ὅταν εἶπε τό φίδι στήν Εὔα ‘πάρε ἀπό αὐτό τόν καρπό καί φάε καί μήν ἀκοῦς τί λέει ὁ Θεός, γιά ὑπακοή καί τέτοια πράγματα.. ὁ Θεός εἶναι πονηρός… σᾶς τά εἶπε αὐτά γιά νά μήν Τοῦ πάρετε τήν ἐξουσία, γιατί ἄν φᾶς ἀπό αὐτό, θά γίνεις θεός..’, ἡ Εὔα ἔλεγε, «στάσου, νά ρωτήσω τόν Θεό ἤ ἐπιτέλους νά ρωτήσω τόν Ἀδάμ πού ὁ Θεός μέ ἔβαλε δίπλα του», δέν θά τήν πάθαινε. Ἀλλά ἔσπευσε νά πιστέψει στή συμβουλή τοῦ ὄφεως.

Ἔτσι λοιπόν, πρέπει νά ζοῦμε, νά ὑποτασσόμαστε στόν Πνευματικό μας καί νά ἐξομολογούμαστε συχνά. Τό πόσο συχνά μᾶς τό λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στίς διδαχές του πού δέν εἶναι πρός μοναχούς ἀλλά πρός λαϊκούς χριστιανούς. Λέει: ἄν μπορεῖς χριστιανέ μου νά ἐξομολογεῖσαι κάθε μέρα, αὐτό εἶναι τό ἄριστο. Κι, ἄν δέν μπορεῖς κάθε μέρα, τουλάχιστον μιά φορά τήν ἑβδομάδα ἤ ἔστω, τό ἐλαχιστότατο, μιά φορά τόν μῆνα. Καί τό πλέον πλέον ἐλάχιστο καί ἀνεκτό, στά ὅρια θά λέγαμε, τέσσερις φορές τόν χρόνο στίς τέσσερις μεγάλες νηστεῖες πού ἔχει ἡ Ἐκκλησία. Καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος μᾶς λέγει ὅτι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἐκεῖνο πού χρειάζεται περισσότερο ἀπό ὅλα εἶναι ἡ ἐξομολόγηση.

«Ἁπλός καί ἄγευστος ἀπό τό πλῆθος τῶν προβλημάτων πού ἀπασχολοῦν τούς διανοουμένους, ὁ Συμεών, ὅπως καί οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἄλλους μοναχούς, ἐξοικειώθηκε μέ τήν νέα ζωή μᾶλλον μέ τήν ὀργανική ἔνταξή του στό περιβάλλον παρά μέ προφορικά μαθήματα». Δηλαδή, δέν ἔμαθε ἀκούγοντας μαθήματα ἀλλά προσαρμόζοντας τήν ζωή του στήν ὅλη μοναστική ζωή τοῦ περιβάλλοντός του. Καί στό Ἅγιο Ὄρος, τό γνωρίζετε οἱ ἄνδρες, δέν γίνονται κηρύγματα. Οὔτε μέσα στίς λειτουργίες ἀκούγονται κηρύγματα. Ἀλλά ἡ ὅλη ζωή εἶναι ἕνα κήρυγμα, ἡ ὅλη ζωή τῶν μοναχῶν, τό ὅλο ἡμερήσιο πρόγραμμα καί τό νυχτερινό, τό ὁποῖο ἀκολουθοῦν οἱ μοναχοί καί στό ὁποῖο μπαίνουν καί οἱ ἐπισκέπτες, ἄν θέλουν βεβαίως καί ὅσο μποροῦνε… Αὐτό διδάσκει τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι καί ὁ Συμεών διδάχθηκε ἀπό τήν ἔνταξή του σ’ αὐτή τή νέα ζωή.

«Οἱ προφορικές διδαχές τοῦ ἡγουμένου, τῶν πνευματικῶν καί τῶν γερόντων εἶναι κατά τό πλεῖστον σύντομες καί συνήθως ἔχουν τήν μορφή πρακτικῶν ὑποδείξεων, τί καί πῶς πρέπει νά κάνεις» τό καθετί. «Ἕνα ἀπό αὐτά τά μαθήματα γιά τόν ἀρχάριο ὑποτακτικό εἶναι ἡ ὁδηγία γιά τήν κατά μόνας προσευχή στό κελλί πού πρέπει νά γίνεται μέ κομποσχοίνι, μέ τήν «εὐχή τοῦ Ἰησοῦ», Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με. «Ἡ συνεχής ἐπίκληση τοῦ θείου Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ γλύκαινε τήν ψυχή τοῦ ἀδελφοῦ Συμεών. Χαιρόταν, ὅταν ἄκουγε πώς μ’ αὐτή τήν προσευχή μποροῦμε νά προσευχόμαστε παντοῦ καί πάντοτε, σέ κάθε δουλειά καί περίσταση· εἶναι καλό νά τήν συνεχίζεις καί κατά τήν ὥρα τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν καί ὅταν ἐργασία ἤ ἀρρώστια δέν ἐπιτρέπουν τήν μετάβαση στήν Ἐκκλησία, ἡ προσευχή αὐτή ἀντικαθιστᾶ τίς ἀκολουθίες». Ὑπάρχουν διακονήματα καί μέσα στό μοναστήρι, ὅπως λ.χ. τοῦ μαγείρου, πού δέν ἐπιτρέπουν νά εἶναι ὁ διακονητής σέ ὅλες τίς ἀκολουθίες. Ἀπό κάποιες ἀκολουθίες ἀπουσιάζει, γιατί πρέπει νά ἑτοιμάσει φαγητό ἤ ὁ τραπεζάρης νά στρώσει τήν τράπεζα. Αὐτό δέν εἶναι μειονέκτημα. Δέν στερεῖται, δηλαδή, αὐτός ὁ μοναχός, ἐφόσον κάνει νοερά προσευχή ἐκείνη τήν ὥρα. Ὁ νοῦς του εἶναι στόν Θεό, ἄρα εἶναι παρών στήν ἀκολουθία πού γίνεται στήν Ἐκκλησία.

«Προσευχόταν πολύ καί μέ φλόγα, γιατί ἡ ψυχή του βρισκόταν σέ θλίψη καί ζητοῦσε ἐπίμονα Αὐτόν πού μποροῦσε νά τόν σώσει». Βλέπουμε μιά γνήσια καί ἀληθινή ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι πολύ σημαντικό γιά ὅλους μας. Γιατί μπορεῖ νά κάνουμε πολλά πράγματα φαινομενικά γιά τόν Θεό, ἀλλά ἄν ψάξουμε μέσα μας ἄραγε πόσο Τόν ἀναζητοῦμε τόν Θεό; Τόν ἀναζητοῦμε γνήσια καί ἀληθινά; Ὄχι νά μένουμε σέ κάποια θρησκευτικά καθήκοντα. Γιατί πολλοί ἄνθρωποι δυστυχῶς ἐμπλέκονται σ’ αὐτή τήν πλάνη, νά κάνουν κάποια θρησκευτικά καθήκοντα ἔτσι ὥστε, κατά κάποιο τρόπο, νά ἐξευμενίσουν τόν ὀργισμένο Θεό, κάτι σάν μαγεία δηλαδή. Καί σοῦ λέει πρέπει νά κάνεις τόσες προσευχές, τόσα κομποσχοίνια, τόσα εὐχέλαια κ.λ.π. καί νομίζουν ὅτι, ὅταν τά κάνουν αὐτά, εἶναι ἐντάξει. Εἶναι ἐντάξει μέ τόν λογισμό τους, ἀλλά μέ τόν Θεό δέν εἶναι ἐντάξει. Ὁ Θεός θά τούς πεῖ: «δέν σᾶς ξέρω». Γιατί ὁ Θεός θέλει μία ἄμεση καί προσωπική σχέση μέ τόν Ἴδιο καί ὄχι φαρισαϊκό τῷ τρόπῳ νά κάνουμε κάποια πράγματα, πού μπορεῖ νά εἶναι καί μεγάλες θυσίες. Θά ἀκούσουμε «ἔλαιον θέλω καί οὐ θυσίαν» (Ματθ. 9,13). Δέν θέλω ἐξωτερικές θυσίες πού πηγάζουν ἀπό μιά καρδιά πού δέν Μέ ἀγαπάει, ἀλλά θέλω σπλαχνική καί καθαρή καρδιά πού ν’ ἀγαπάει τόν Θεό, Ἐμένα, καί μετά καί ὅλα τά παιδιά μου, ὅλους τούς ἀνθρώπους.

Αὐτό ἔκανε λοιπόν ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ἀναζητοῦσε γνήσια τόν Θεό καί δέν ἔκανε κάποια πράγματα, νά τηρεῖ κάποιες ἐντολές ἤ κάποιες τυπικές διατάξεις. Ἀναζητοῦσε Αὐτόν πού μποροῦσε νά τόν σώσει καί μάλιστα ἐπίμονα. «Πέρασε ἔτσι λίγος καιρός, τρεῖς περίπου ἑβδομάδες, καί ἕνα βράδυ, καθώς προσευχόταν μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, ἡ προσευχή μπῆκε στήν καρδιά του καί ἄρχισε νά τελεῖται ἐκεῖ μόνη της μέρα καί νύχτα. Τότε ὅμως δέν κατάλαβε ἀκόμη τό μεγαλεῖο καί τήν σπανιότητα τῆς δωρεᾶς, πού δέχθηκε ἀπό τήν Θεομήτορα». Πῆρε δηλαδή τό χάρισμα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς. Πού εἶναι πράγματι χάρισμα, δέν εἶναι κάτι πού τό πετυχαίνει ὁ ἄνθρωπος ἀπό μόνος του. Εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα τῆς Θεοτόκου. Ἕνα ἀνάλογο περιστατικό ἔχουμε στόν βίο τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη, ὁ ὁποῖος προσευχότανε ἔντονα καί μέ δάκρυα μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου σέ μία Ἐκκλησία στήν Κωνσταντινούπολη καί πῆρε τό ἴδιο χάρισμα πού πῆρε ἐδῶ ὁ Ἅγιος Σιλουανός, δηλαδή νά λέγεται ἡ προσευχή ἀπό μόνη της μέσα στήν καρδιά του. Δέν κατάλαβε, ὅμως, πόσο μεγάλο δῶρο τοῦ δόθηκε.

«Ὁ ἀδελφός Συμεών ἦταν ὑπομονητικός, ἄκακος καί ὑπάκουος. Στή Μονή τόν ἀγαποῦσαν καί τόν ἐπαινοῦσαν γιά τήν ἐπιμέλεια στήν ἐργασία του καί τόν καλό χαρακτήρα του καί αὐτό τοῦ ἄρεσε. Τότε ἄρχισαν νά τοῦ ἔρχονται λογισμοί: «Ζεῖς σάν ἅγιος, μετανόησες, σοῦ συγχωρέθηκαν οἱ ἁμαρτίες, προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως, ἐκπληρώνεις σωστά τήν ὑπακοή». Τώρα εἶναι ὁ δαίμονας τῆς κενοδοξίας, πού ἐπαινεῖ τόν ἄνθρωπο προσπαθώντας νά τόν ρίξει στήν ἁμαρτία αὐτή τῆς ἀνθρωπαρέσκειας, τῆς κενοδοξίας, τῆς αὐταρέσκειας καί στήν ἑπόμενη ἁμαρτία πού εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια καί εἶναι ἡ χειρότερη ἀπό ὅλες.

«Ἀπό τήν πολλή καί θερμή προσευχή ἠ ψυχή του ἀποκτοῦσε κατά καιρούς γαλήνη. Τότε οἱ λογισμοί τοῦ ἔλεγαν: «Ἐσύ προσεύχεσαι καί ἴσως θά σωθεῖς. Ἀλλά ἄν δέν βρεῖς στόν παράδεισο τόν πατέρα σου, τήν μητέρα σου καί αὐτούς πού ἀγαπᾶς, τότε καί ἐκεῖ δέν θά ἔχεις χαρά». Διαβολικός λογισμός κι αὐτός, γιατί δέν ἰσχύει αὐτό τό πράγμα πού λέει στόν Ἅγιο Σιλουανό. Δηλαδή στόν Παράδεισο δέν θά ἔχουμε μνήμη τῆς προηγούμενης ζωῆς μας ἐδῶ στήν γῆ οὔτε μνήμη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι θά κολαστοῦν, ἀκόμα κι ἄν εἶναι πολύ δικοί μας ἄνθρωποι. Γιατί καταλαβαίνουμε πολύ καλά, ἄν ὑπάρχει τέτοια μνήμη, ὁ Παράδεισος δέν θά εἶναι Παράδεισος! Τοῦ λέει, λοιπόν, ὁ διάβολος ἕνα ψέμα. Τοῦ λέει ὅτι, ἄν πᾶς στόν Παράδεισο καί δέν εἶναι ἐκεῖ ὁ πατέρας σου καί ἡ μάνα σου δέν θά ἔχεις χαρά. «Ὁ νοῦς τοῦ δόκιμου ταλαντευόταν ἀπό αὐτές τίς σκέψεις καί ἡ ἀγωνία του διείσδυε στήν καρδιά του. Ἄλλά ὅπως ἦταν ἄπειρος, δέν καταλάβαινε τί ἀκριβῶς τοῦ συνέβαινε». Δέν εἶχε πείρα πνευματικῆς ζωῆς. Παρόλο, βλέπετε, πού εἶχε τέτοιο χάρισμα, τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ὑστεροῦσε ὅμως στήν ἐμπειρία τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα καί ὁ διάβολος τόν μπέρδευε.

«Μιά νύχτα τό κελλί του γέμισε ἀπό ἕνα ἀσυνήθιστο φῶς, πού διαπέρασε ἀκόμα καί τό σῶμα του ἔτσι, πού εἶδε τί ἦταν μέσα ἀπό τόν θώρακά του. Ὁ λογισμός τοῦ λέει: «Δέξου το, εἶναι ἡ χάρη». Εἶναι ὁ Θεός δηλαδή αὐτό τό φῶς. «Ἡ ψυχή ὄμως τοῦ δόκιμου ταράχθηκε καί ἔπεσε σέ μεγάλη ἀπορία. Ἡ προσευχή συνέχισε νά ἐνεργεῖται μέσα του καί μετά ἀπ’ αὐτό, ἀλλά τό πνεῦμα τῆς συντριβῆς ἀπομακρύνθηκε τόσο, πού σέ ὥρα προσευχῆς τοῦ ἦλθε γέλιο. Χτύπησε δυνατά τό μέτωπό του μέ τήν γροθιά του. Τό γέλιο ἔπαψε, ἀλλά τό πνεῦμα τῆς μετανοίας δέν ἐπανῆλθε καί ἡ προσευχή του συνεχίστηκε χωρίς κατάνυξη. Τότε κατάλαβε πώς ἔπαθε κάτι ἀνάρμοστο». Ἀπό τό ἀποτέλεσμα δηλαδή κατάλαβε ὅτι αὐτό τό φῶς πού εἶχε δεχτεῖ ὡς φῶς τοῦ Θεοῦ, δέν ἦταν φῶς τοῦ Θεοῦ. Γιατί, ἄν ἦταν πράγματι ἀπό τόν Θεό, δέν θά ἔχανε τήν κατάνυξη καί τήν καρδιακή συντριβή πού εἶχε προηγουμένως. Καί ἐδῶ βλέπουμε τό ἑξῆς σημαντικό, ὅτι μία ἐμπειρία καταλαβαίνουμε, ἄν εἶναι ἀπό τόν Θεό ἤ ὄχι, ἀπό τά ἀποτελέσματα πού ἔχει στήν ψυχή μας. Ἄν τό ἀποτέλεσμα δηλαδή εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὁ καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δηλαδή ἀγάπη γιά τόν Θεό καί γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, χαρά ἁγία καί εἰρηνική, εἰρήνη λογισμῶν, χρηστότητα, πραότητα, πίστη, ἐγκράτεια, τότε πράγματι αὐτή ἡ ἐμπειρία εἶναι ἀπ’ τόν Θεό. Ἄν, ἀντίθετα, τό ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπειρίας εἶναι μίσος, εἶναι ταραχή, εἶναι λύπη, εἶναι ἀκρασία – ἔλλειψη ἐγκρατείας κ.λ.π., ὅλα τά ἀνάποδα δηλαδή, τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἐμπειρία ἦταν ἀπό τόν πονηρό. Βλέπουμε ἐδῶ λοιπόν πῶς ὁ διάβολος τόν ἔριξε στήν ὑπερηφάνεια καί μάλιστα στό σημεῖο νά τοῦ ἔρθουνε γέλια καί στήν ὥρα τῆς προσευχῆς.

«Μετά ἀπό τήν ὅραση τοῦ παραδόξου φωτός ἄρχισαν νά τοῦ φανερώνονται δαίμονες, καί αὐτός, στήν ἀφελειά του, ἄρχισε νά μιλάει μαζί τους «ὡς μετά ἀνθρώπων». Εἶναι φοβερό πράγμα αὐτό καί τό ἔπαθε, γιατί δέν εἶχε γνώση πνευματική. Ξέρουμε ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὅτι ὁ διάβολος μετασχηματίζεται ὄχι μόνο σέ ἄνθρωπο ἀλλά καί σέ ἄγγελο φωτός. Ἄρχισε λοιπόν νά συνομιλεῖ σάν νά ἦταν ἄνθρωποι. «Οἱ ἐπιθέσεις τους συνεχῶς δυνάμωναν σταδιακά· ἄλλοτε τοῦ ἔλεγαν: «Τώρα εἶσαι ἅγιος» καί ἄλλοτε: «Δέν θά σωθεῖς». Βλέπετε μία διπλή κατάσταση, θά ἔλεγε ἕνας ψυχίατρος διπολική κατάσταση, διχασμένη προσωπικότητα, μιά ὑπερβολική αἰσιοδοξία, σίγουρα θά σωθεῖς καί μία ἀπέραντη ἀπελπισία, θά πᾶς στήν κόλαση. «Μιά φορά ρώτησε ἕναν δαίμονα: «Γιατί μοῦ λέτε ἀντίθετα πράγματα; Ἄλλοτε πώς εἶμαι ἅγιος καί ἄλλοτε πώς δέν θά σωθῶ;». Καί ὁ δαίμονας τοῦ ἀπαντάει εἰρωνικά: «Ἐμεῖς ποτέ δέν λέμε τήν ἀλήθεια». Ἐδῶ τοῦ εἶπε τήν ἀλήθεια!

«Ἡ ἀλλαγή τῶν δαιμονικῶν ὑποβολῶν, πού ἄλλοτε τόν ἀνέβαζαν μέ τήν ὑπερηφάνεια στούς «οὐρανούς» καί ἄλλοτε τόν καταγκρέμιζαν στήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας ἀπώλειας, ἐβασάνιζε τήν ψυχή τοῦ δοκίμου ρίχνοντάς τον στήν ἀπόγνωση καί αὐτός προσευχότανε μέ ὅλη τή δυνατή ἔνταση. Κοιμόταν λίγο καί κατά διαστήματα. Ἰσχυρά φύση, ἀληθινός γίγας, δέν ξάπλωνε σέ κρεβάτι, ἀλλά περνοῦσε ὅλη τήν νύκτα μέ προσευχή, ὄρθιος ἤ καθισμένος σ’ ἕνα σκαμνί. Ὅταν ἡ κούραση τόν εἶχε πλέον ἐξαντλήσει τελείως, κοιμόταν καθισμένος 15’-20’ λεπτά καί μετά σηκωνόταν πάλι γιά τήν προσευχή. Καί ἔτσι γίνοταν πολλές φορές. Κοιμόταν συνολικά δύο περίπου ὧρες τό εἰκοσιτετράωρο». Βλέπετε τί φοβερούς ἀγῶνες ἔκανε… πού δείχνουνε τήν μεγάλη του ἀναζήτηση καί τήν θέρμη πού εἶχε γιά τόν Θεό.

«Τό πρῶτο διακόνημά του ἦταν στόν Μύλο. Ἐκείνη τήν ἐποχή τῆς ἀκμῆς τοῦ μοναχισμοῦ στόν Ἄθω, ἡ Μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος ἐμεγάλωσε καί ἔγινε σάν πόλη στήν ἔρημο. Ὁ ἀριθμός τῶν ἀδελφῶν ἔφθασε σχεδόν τίς δύο χιλιάδες», γι’ αὐτό καί βλέπουμε αὐτά τά τεράστια κτίρια, ὅσοι ἔχετε πάει στό Ἅγιο Ὄρος ἤ ἔχετε δεῖ καί φωτογραφίες. Ἐκεῖ στήν Μονή ὑπάρχουν πενταώροφα – ἑξαώροφα κτίρια. Γιά νά ζήσουν βέβαια τόσες χιλιάδες μοναχοί, χρειαζόντουσαν καί τέτοια μεγάλα κτίρια. «Καί οἱ προσκυνητές ἐπίσης, οἱ ἐπισκέπτες, ἐρχόντουσαν κατά ἑκατοντάδες ἀπό τήν Ρωσία καί συχνά παρέμεναν γιά πολύ καιρό στούς μεγάλους ξενῶνες τοῦ Μοναστηριοῦ». Εἴμαστε στά χρόνια λίγο πρίν τήν Ὀκτωβριανή Ἐπανάσταση, τό 1917. «Ἔτσι ἡ ἐργασία στόν Μύλο ἦταν πολλή». Ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἔπρεπε νά φᾶνε ψωμί. «Καί ὁ ἀδελφός Συμεών παρά τόν ἐλάχιστο ὕπνο, παρά τήν ἄκρα ἐγκράτεια στήν τροφή, παρά τήν ἀδιάλειπτη ζέουσα προσευχή, παρά τό βαθύ πένθος πού μερικές φορές ἦταν ἀπελπιστικό, ἐκτελοῦσε μέ ἀκρίβεια τήν βαρειά καί κοπιαστική ἐργασία, μεταφέροντας κατά τήν διάρκεια τῆς ἡμέρας πολλά μεγάλα σακιά ἀλεύρι». Θυμᾶστε πού ἦταν πάρα πολύ δυνατός σωματικά ὁ Ἅγιος.

«Οἱ μῆνες περνοῦσαν καί τό μαρτύριο τῶν δαιμονικῶν προσβολῶν γινόταν ὁλοένα πιό καταθλιπτικό». Φαίνεται ἐδῶ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός παιδαγωγεῖ τόν ἄνθρωπο διαμέσου τοῦ διαβόλου. Θά μποροῦσε ὁ Θεός ἐν ριπή ὀφθαλμοῦ νά καταργήσει τόν διάβολο, νά τόν ρίξει στήν κόλαση, ἀλλά τοῦ ἐπιτρέπει ἀκόμα νά ζεῖ, νά κυκλοφορεῖ καί νά μᾶς πειράζει, διότι διαμέσου τοῦ διαβόλου καταρτιζόμαστε, ἀποκτοῦμε ἐμπειρία πνευματικοῦ πολέμου καί στεφανωνόμαστε κάθε φορά πού τόν νικᾶμε. Καί ὁ ἴδιος βέβαια καταισχύνεται. Ἔτσι βλέπουμε ὁ Ἅγιος ἐδῶ, παρόλη τήν τόσο μεγάλη ἀγάπη πού ἔδειχνε στόν Θεό, τήν τόσο μεγάλη ζέση πού εἶχε, ἀντιμετωπίζει δαιμονικούς πειρασμούς καί θά λέγαμε καί μαρτύρια δαιμονικά πού τοῦ κάνουν οἱ δαίμονες. Κι αὐτό βέβαια δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ Θεοῦ, ἐν ἀγνοία τοῦ Θεοῦ. Τό γνωρίζει πολύ καλά ὁ Θεός καί τό παραχωρεῖ, γιατί ξέρει ὁ Θεός πόσο μεγάλη ὠφέλεια προκύπτει ἀπό αὐτούς τούς πειρασμούς καί τούς δαιμονικούς πολέμους. Σᾶς ἔλεγα καί γιά ἕναν ἄλλο σύγχρονο χαρισματοῦχο πού ἔλεγε, ὅτι παρόλο πού γνώρισα τόν γέροντα Πορφύριο, τόν γέροντα Παΐσιο… ὅλους αὐτούς τούς χαρισματούχους, αὐτοί μέ βοήθησαν κατά ἕνα 10% στήν πνευματική μου πορεία. Καί χαρισματοῦχος σημαίνει ἅγιος, σημαίνει ὅτι ἔχει καθαριστεῖ, ἔχει φωτιστεῖ καί ἔχει πάρει δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οἱ ὁποῖες διακονοῦν τήν Ἐκκλησία, μέ τίς ὁποῖες ὁ χαρισματοῦχος διακονεῖ καί τά ἄλλα μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν λοιπόν τόν ρώτησαν κατά 90% ποιός σέ βοήθησε; Εἶπε: ὁ διάβολος! Ὁ διάβολος μέ τούς πειρασμούς πού μοῦ ἔκανε μέ ἔμαθε νά πολεμάω, νά ἀντιμετωπίζω τούς πειρασμούς, νά εἶμαι σέ ἐγρήγορση, νά προσεύχομαι καί νά ἀνεβαίνω πνευματικά.

«Οἱ ψυχικές δυνάμεις τοῦ νεαροῦ ὑποτακτικοῦ ἄρχισαν νά κάμπτονται, τό θάρρος του ἀφανιζόταν». Ὁ Θεός θέλει ὁ ἄνθρωπος νά ταπεινωθεῖ ἀληθινά καί γνήσια καί τότε δέχεται τήν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει καί τήν ἐλάχιστη ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, στήν δύναμή του καί στήν πνευματική ἐργασία πού κάνει, στήν ἄσκησή του, δέν μπορεῖ νά ἔρθει ὁ Θεός, ἐμποδίζεται. Γιατί , ὅπου ὑπάρχει ἐγωισμός, ὑπερηφάνεια καί ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας, ἐκεῖ δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει ὁ Θεός. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ταπεινωθεῖ γνήσια καί πεῖ δέν μπορῶ πλέον, εἶμαι στά ὅριά μου, παραιτοῦμαι, δέν μπορῶ νά κάνω τίποτα, δέν μπορῶ νά τηρήσω τίς ἐντολές, δέν μπορῶ νά πάω στόν Θεό, ὅταν ἀπελπιστεῖ τελείως ἀπό τόν ἑαυτό του, τότε ἀνοίγεται ὁ δρόμος γιά τόν Θεό, τότε ἀνοίγεται ἡ πόρτα ἀπό τήν ὁποία θά μπεῖ ὁ Θεός. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει καί τήν ἐλάχιστη ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του, στήν ἄσκησή του καί τήν ἐλάχιστη ἐκτίμηση στίς δυνάμεις του καί τήν ἐργασία του, στά ἔργα του, δέν μπορεῖ νά ἔρθει ὁ Θεός, ἐμποδίζει τόν Θεό νά τόν βοηθήσει. Γι’ αὐτό, ἀληθινή πνευματική πρόοδος εἶναι ἡ ἀληθινή ταπείνωση, ἡ ὁποία ἐκφράζεται στόν ἄνθρωπο ὡς ὑπακοή, ὡς παραίτηση δηλαδή ἀπό τό ἴδιον θέλημα. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἔχει δικό του θέλημα, τό ὁποῖο τό στήνει μπροστά στόν Θεό καί λέει «ἐγώ θέλω αὐτό», φανερώνει ἀκριβῶς ὅτι ἔχει αὐτοπεποίθηση, ὅτι ἔχει ἰδέα ὅτι ξέρει, ὅτι μπορεῖ, καί αὐτό βέβαια εἶναι ἐμπόδιο στό νά ἔρθει ὁ Θεός, νά κοινωνήσει καί νά ἑνωθεῖ μ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό θεμέλιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπακοή. Θεμέλιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπακοή. Ἀλλά ἐπειδή ἡ μοναχική ζωή εἶναι ἡ γνήσια πνευματική ζωή, γι’ αὐτό εἶναι θεμέλιο ἡ ὑπακοή. Δηλαδή, ἕνας πού θέλει νά κάνει πνευματική ζωή, πρέπει νά ζήσει μοναχικά κατ’ αὐτή τήν ἔννοια, δηλαδή νά κόψει τό θέλημά του πλήρως καί τελείως μπροστά στόν Θεό.

Προηγουμένως, ρώτησα τά μικρά παιδιά στό κατηχητικό: ὅταν ἀρρωστήσουμε τί πρέπει νά ποῦμε στόν Θεό; Καί μοῦ ἔλεγαν διάφορα… νά ζητήσουμε νά μᾶς κάνει καλά, νά εὐχαριστήσουμε κ.λ.π. Τό καλύτερο ἀπό ὅλα, τελικά τό βρήκανε, εἶναι νά δοξολογήσουμε τόν Θεό γιά αὐτό πού ἔχουμε καί νά μή ζητήσουμε οὔτε νά μᾶς κάνει καλά οὔτε τίποτε. Νά ποῦμε νά γίνει τό θέλημά Σου Κύριε καί Σέ εὐχαριστῶ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέχεται τά πάντα μέ εὐχαριστία, μέ εὐγνωμοσύνη, τότε ἀνοίγει τόν δρόμο στόν Θεό καί τότε πράγματικά ἔχει αὐτά ὅλα πού ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἔχει ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά στενοχωρεθεῖ. Ὄχι δέν πρέπει νά στενοχωριόμαστε, δέν μποροῦμε νά στενοχωρεθοῦμε, ὅταν κόβουμε τό θέλημά μας κάθε στιγμή. Γιατί; Γιατί, ὅταν δέν ἔχεις δικό σου θέλημα καί δεχτεῖς ὅ,τι γίνεται ὡς θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὅλα εἶναι εἴτε κατ’ εὐδοκία εἴτε κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ καί ταυτίζεις τό θέλημά σου μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε δέν μπορεῖς νά στενοχωρηθεῖς. Γιατί ὅ,τι γίνεται τό θέλεις! Ὅλα σοῦ γίνονται , ὅπως τά θέλεις! Ἡ πηγή τῆς στενοχώριας μας εἶναι ἀκριβῶς αὐτή, ὅτι τά πράγματα μᾶς γίνονται , ὅπως δέν θέλουμε. Καί σ’ αὐτό βέβαια φταῖμε ἐμεῖς, γιατί δέν ἔχουμε μάθει τό στοιχειῶδες ὅτι δέν πρέπει νά θέλουμε! Τό λέμε στό Πάτερ ἡμῶν «γεννηθήτω τό θέλημά Σου» ἀλλά στήν πράξη λέμε τό ἀνάποδο, νά γίνει τό θέλημά μας.

Ἔτσι λοιπόν οἱ δαίμονες μέ τόν πόλεμο πού μᾶς κάνουν μᾶς μαθαίνουν νά μήν ἔχουμε θέλημα, νά τά δεχόμαστε ὅλα μέ χαρά καί νά κάνουμε ὑπακοή στόν Θεό. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος δέν τό κάνει αὐτό, δέν μπορεῖ νά κοινωνήσει μέ τόν Θεό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπελπιστεῖ τελείως ἀπό τόν ἑαυτό του, τότε ἀνοίγει τόν δρόμο στόν Θεό.

Αὐτό συνέβη καί μέ τόν Ἅγιο Σιλουανό. Κοιτάξτε τί ὡραῖα τό περιγράφει ἐδῶ. «Ὁ φόβος τῆς ἀπώλειας καί ἡ φρίκη τῆς ἀπελπισίας κυρίευε σιγά-σιγά ὅλη του τήν ψυχή». Ἔβλεπε δηλαδή ὅτι, ἐνῶ πάλευε τόσο πολύ, δέν κοιμόταν σχεδόν καθόλου, ὅλη μέρα ἐργαζότανε, κουβάλαγε σακιά ἀλεύρι, πού σημαίνει 50-60-70 κιλά στήν πλάτη – ὅσοι ἄνδρες ἐργάζεστε χειρωνακτικά ξέρετε τί σημαίνει αὐτό καί ὅλη νύχτα νά μήν κοιμᾶσαι… – παρόλα αὐτά οἱ δαίμονες τοῦ ἔκαναν πόλεμο ἀδυσώπητο, φοβερό, δέν ὑποχωροῦσαν καθόλου. Λέει, τί γίνεται τώρα; Ποῦ εἶναι ὁ Θεός; Ἐγώ ὅλη μέρα καί ὅλη νύχτα παλεύω καί οἱ δαίμονες δέν ὑποχωροῦν καθόλου… λοιπόν τί γίνεται; Δέν ὑπάρχει ἐλπίδα γιά μένα. Αὐτό θέλει ὁ Θεός νά φτάσουμε στό σημεῖο νά ἀπελπιστοῦμε τελείως ἀπό τόν ἑαυτό μας καί ἀπό τίς δικές μας δυνάμεις. Φαίνεται εἶχε ἀκόμα λίγη ἐμπιστοσύνη στά ἔργα του, γι’ αὐτό ὁ Θεός δέν τόν ἐλευθέρωνε. Εἶχε ἀκόμη λίγη ἐμπιστοσύνη στήν ἄσκηση… σοῦ λέει μέ τήν ἄσκηση, μέ τήν νηστεία, μέ τήν ἐγκράτεια, μέ τήν ἀγρυπνία, θά βρῶ τόν Θεό. Ὄχι, δέν τόν βρίσκεις μ’ αὐτά τόν Θεό. Αὐτό τοῦ ἔλεγε τώρα ὁ Θεός. Κι ὄχι δέν βρίσκεις τόν Θεό, δέν μπορεῖς οὔτε τούς δαίμονες νά διώξεις μ’ αὐτά πού κάνεις.

Ζοῦσε λοιπόν τήν φρίκη τῆς ἀπελπισίας καί τόν φόβο τῆς ἀπώλειας. «Ὅποιος ἔζησε κάτι παρόμοιο, αὐτός ξέρει πώς καμιά ἀνθρώπινη ἀνδρεία, καμιά ἀνθρώπινη δύναμη δέν μπορεῖ νά ἀντέξει τέτοιον πνευματικό ἀγῶνα. Κάμφθηκε καί ὁ ἀδελφός Συμεών». Αὐτό θέλει ὁ Θεός νά καμφθοῦμε, νά ταπεινωθοῦμε δηλαδή. «Ἔφθασε ὡς τήν ἔσχατη ἀπόγνωση· καί μιά μέρα, πρίν ἀπό τόν ἑσπερινό, καθισμένος στό κελλί του σκέφθηκε: «Ὁ Θεός εἶναι ἀδυσώπητος!». Φοβερή σκέψη! Θά ἔλεγε κανείς βλάσφημη. Δέν εἶναι βλάσφημη, εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, ἔφτασε στά ὅριά του ὁ Συμεών καί λέει τέρμα, δέν γίνεται τίποτα. Ὁ Θεός δέν μέ ἀκούει, δέν μέ βλέπει, δέν μέ θέλει, δέν, δέν, δέν…

«Μ’ αὐτόν τόν λογισμό ἔνιωσε τέλεια ἐγκατάλειψη καί ἡ ψυχή του γιά μιά περίπου ὥρα βυθίσθηκε στό σκοτάδι μιᾶς ἀπερίγραπτης ἀγωνίας. Ὅταν πῆγε γιά τόν ἑσπερινό στόν ναό τοῦ Ἁγίου Προφήτη Ἠλία, πού εἶναι κοντά στόν Μύλο, εἶδε στά δεξιά τῆς Ὡραίας Πύλης, στόν τόπο τῆς εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος τόν ζῶντα Χριστό». Δέν εἶδε εἰκόνα. Εἶδε ζωντανό τόν Χριστό! Βλέπετε; Πότε τοῦ φανερώνεται ὁ Χριστος; Ὅταν εἶπε αὐτό τό πράγμα… Δέν τό εἶπε βέβαια γιά νά δεῖ τόν Χριστό.. Τό εἶπε ἀκριβῶς ἐκφράζοντας αὐτή τήν τελεία ἀπελπισία ὡς πρός τόν ἑαυτό του.

«Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε μέ ἀκατάληπτο τρόπο στόν νεαρό δόκιμο καί ὅλη του ἡ ὕπαρξη ἀκόμα καί τό σῶμα του γέμισαν ἀπό τήν φωτιά τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπό ἐκείνη τήν φωτιά πού κατέβασε ὁ Κύριος μέ τόν ἐρχομό Του στήν γῆ». Εἶναι αὐτό πού λέει ὁ Κύριος «Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπί τήν γῆν» (Λουκ. 12,49). Στή γῆ ἦρθα γιά νά βάλω φωτιά, αὐτή ἀκριβῶς τήν φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν φωτιά πού ὡς πύρινες γλῶσσες φανερώθηκε στήν Πεντηκοστή καί γέμισε τούς Ἁγίους Ἀποστόλους.

«Ἀπό τό ὅραμα ἔπεσε σέ ἐξάντληση ὁ Συμεών καί ὁ Κύριος ἔγινε ἄφαντος ἀπ’ αὐτόν. Εἶναι ἀδύνατο νά περιγράψουμε τήν κατάσταση, στήν ὁποία βρισκόταν αὐτός ἐκείνη τήν ὥρα. Ξέρουμε ἀπό τό στόμα καί τά γραφόμενα τοῦ Γέροντα πώς τότε τόν περιέλαμψε τό μέγα Θεϊκό Φῶς». Ἔγινε Θεοφάνεια, εἶδε τό ἄκτιστο Θεϊκό Φῶς δηλαδή! Πότε; Ὅταν ἀπελπίστηκε τελείως ἀπό τόν ἑαυτό του. Εἶναι αὐτό πού λέει καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὅτι τό πρῶτο ὅπλο τοῦ χριστιανοῦ ἀπό τά τέσσερα πού πρέπει νά ἔχει καί συνεχῶς νά χρησιμοποιεῖ εἶναι ἡ τελεία ἀπελπισία ἀπό τόν ἑαυτό μας. Νά μήν ἔχεις καθόλου πεποίθηση στόν ἑαυτό σου, στίς δυνάμεις σου, στίς ἀρετές σου, στήν ἄσκησή σου. Τό δεύτερο ὅπλο εἶναι νά ἔχουμε τελεία ἐλπίδα στόν Θεό. Διότι, ἄν μείνεις μόνο μέ τήν τελεία ἀπελπισία στόν ἑαυτό σου, δέν σοῦ μένει τίποτα, αὐτό εἶναι αὐτοκτονία. Θά πρέπει νά συνοδεύεται μέ τήν τέλεια ἐλπίδα στόν Θεό. Τό τρίτο ὅπλο εἶναι ὁ συνεχής πνευματικός ἀγώνας καί τό τέταρτο ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή. Τό πέμπτο καί πιό σημαντικό ἀπ΄ ὅλα εἶναι ἡ συχνή Θεία Κοινωνία μέ τήν εὐλογία τοῦ Πνευματικοῦ.

Ὁ Γέροντας λοιπόν εἶδε τό ἄκτιστο Φῶς ὅταν ἀπελπίστηκε τελείως ἀπό τόν ἑαυτό του, «πώς ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο τοῦτο καί ἀνέβηκε μέ τό πνεῦμα στόν οὐρανό, ὅπου ἄκουσε ἄρρητα ρήματα· πώς ἐκείνη τήν στιγμή ἐγεννήθηκε ἄνωθεν. Τό γαλήνιο βλέμμα τοῦ Χριστοῦ πού συγχωρεῖ τά πάντα, πού ἀγαπᾶ ἀπείρως, πού εἶναι γεμάτο ἀπό ἀνείπωτη χαρά προσέλκυσε ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο· καί ὅταν ἔγινε ἄφαντος, ἡ ψυχή του ἀπό τή γλυκύτητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἀνηρπάγη στήν θεωρία τῆς Θεότητας, ἔξω πλέον ἀπό τά σχήματα τοῦ κόσμου». Εἶχε πλέον ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀνέκφραστη. Αὐτό πού λέει καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι «ἀνέβηκα ἕως τρίτου οὐρανοῦ καί ἄκουσα ἄρρητα ρήματα» (Β’ Κορ. 12,4), δέν μπορῶ νά σᾶς τά πῶ, δέν μπορῶ νά τά περιγράψω, γιατί, ὅπως λέγαμε κι ὅταν κάναμε τά μαθήματα ἀπό τόν μακαριστό π. Ἰωάννη τόν Ρωμανίδη, δέν ὑπάρχουν λέξεις γιά νά περιγράψεις τόν Θεό.

«Εἶναι πράγματι ἀξιοθαύμαστο πώς κατά τήν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου ὁ δόκιμος Συμεών, ἄνθρωπος ἁπλός καί ἄδολος, ἀνεγνώρισε εὐθύς καί τόν Χριστό πού τοῦ ἐμφανίστηκε καί τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἐνήργησε μέσα του. Ἀσταμάτητα ἐπαναλαμβάνει στά γραπτά του ὅτι ἀνεγνώρισε τόν Κύριο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, πώς εἶδε τόν Θεό ἐν Πνεύματι Ἁγίω. Καί μᾶς διαβεβαίωνε πώς ὅταν ὁ Κύριος ἐμφανίζεται στήν ψυχή, ἐκείνη δέν μπορεῖ νά μήν ἀναγνωρίσει στό πρόσωπό Του τόν Ποιητή καί Θεό της». Γιατί εἴμαστε κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ καί ἡ εἰκόνα ἀναγνωρίζει τό πρωτότυπό της.

«Μποροῦμε νά ποῦμε μέ βεβαιότητα πώς τόσο οἱ φλόγες καί τά βάσανα τοῦ ἅδη πού προηγήθηκαν ἀπό τήν ἐπιφάνεια τοῦ Χριστοῦ στόν δόκιμο Συμεών, ὅσο καί τό Θεῖο Φῶς πού τόν περιέλαμψε εἶναι ἄγνωστα καί ἀκατανόητα πράγματα γιά τούς πολλούς. Ὅ,τι βλέπει, ὅ,τι βιώνει, ὁ πνευματικός ἄνθρωπος, ἡ ὅλη του ἐμπειρία, μπορεῖ νά φανεῖ μωρία, καρπός ψυχοπαθολογικῆς καταστάσεως στόν μή πνευματικό. Στερημένος τῆς πείρας τῆς πραγματικότητος τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, ἀρνεῖται ὅ,τι ἀγνοεῖ». Ἕνας ὀρθολογιστής σύγχρονος ἄνθρωπος, θά πεῖ «Τί εἶναι αὐτά τά πράγματα; Τί φῶτα μᾶς λέει ἐδῶ πέρα ὁ ἅγιος ὅτι εἶδε; Μᾶλλον ψυχοπαθολογική προσωπικότητα εἶναι…», ὅπως ἔλεγε κάποιος καθηγητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς γιά τόν Ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο πού περιγράφει ἀνάλογες ἐμπειρίες τοῦ ἀκτίστου Φωτός.

«Στερημένος τῆς πείρας τῆς πραγματικότητος τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, ἀρνεῖται ὅ,τι ἀγνοεῖ». Ἐνῶ ἡ σωστή διερεύνηση θά ἦταν, νά προσπαθήσει κι αὐτός νά ζήσει κάτι ἀνάλογο. Ὅταν κανείς θέλει νά ἐξετάσει κάτι, ἄν εἶναι ἀληθινό ἤ ὄχι, μπαίνει στήν διαδικασία νά πειραματιστεῖ. Αὐτό γίνεται στίς θετικές ἐπιστῆμες. Πρίν ἀπορρίψει κάτι ἕνας ἐπιστήμονας, τό ἐξετάζει καί κάνει πείραμα νά δεῖ, ἄν ἰσχύουν αὐτά πού λέει ὁ ἄλλος ἐπιστήμονας καί εἴτε τό ἐπαληθεύει εἴτε ὄχι. Τό ἴδιο μπορεῖς νά κάνεις καί στήν πνευματική ζωή, νά μπεῖς στήν διαδικασία δηλαδή νά ζήσεις κατά Θεόν, ὁπότε θά ἔχεις καί τίς ἀνάλογες ἐμπειρίες καί μετά δέν θά λές ὅτι ὅλα αὐτά εἶναι φαντασίες ἤ εἶναι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις ἀλλά ὅτι εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

«Δυνάμει, κάθε ἄνθρωπος ἔχει κληθεῖ στήν πληρότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς». Ὁ κάθε ἄνθρωπος μπορεῖ νά τά ζήσει αὐτά τά πράγματα, δέν εἶναι μόνο γιά κάποιους. Προσέξτε το κι αὐτό. Εἴπαμε τί ζωή ἔκανε προηγουμένως ὁ Ἅγιος Σιλουανός, ὅταν ἦταν στόν κόσμο. Καί εἶναι ἕνα δίδαγμα αὐτό γιά μᾶς, ὅτι ὅλοι, ἄν μετανοήσουμε γνήσια καί ἀληθινά, καί σέ πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, μποροῦμε νά ζήσουμε αὐτά τά πράγματα.

«Ἡ διαρκής στροφή τοῦ θελήματος πρός τόν ὑλικό κόσμο, τίς σαρκικές καί ψυχικές ἀπολαύσεις ὁδηγεῖ στήν ἀπάμβλυνση καί τήν ἀτροφία τῆς πνευματικῆς ἀντιλήψεως». Λέει ἐδῶ τώρα ὁ π. Σωφρόνιος τί μᾶς ἐμποδίζει νά ζήσουμε καί νά ἔχουμε αὐτές τίς ἐμπειρίες. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ διαρκής στροφή τοῦ θελήματος πρός τόν ὑλικό κόσμο, πρός τά ὑλικά πράγματα, πρός τίς ὑλικές ἀπολαύσεις, τίς ἀπολαύσεις τῶν αἰσθήσεων, τίς σαρκικές καί ψυχικές ἀπολαύσεις. Αὐτά ὅλα τί κάνουν; Ναρκώνουν τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου καί δέν ἀναζητάει τόν Θεό καί τίς ἐμπειρίες τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ὁ Θεός θέλει νά μᾶς ξεκολλήσει ἀπό τά γήινα. Γι’ αὐτό μᾶς βάζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία νά κάνουμε ἐγκράτεια στίς τροφές, ἐγκράτεια στήν οἰκογένεια μέ τούς συζύγους, ἐγκράτεια ἀκόμα καί στήν χαρά πού λέγαμε προηγουμένως. Σέ ὅλα μᾶς βάζει ἕνα φρένο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά ἀποδεσμευτεῖ ἀπό ὅλες αὐτές τίς ἀπολαύσεις τίς σαρκικές καί τίς ψυχικές καί νά κινηθεῖ πρός τά οὐράνια, πρός τόν Θεό. Γιατί ἀκόμα καί οἱ ψυχικές λεγόμενες ἀπολαύσεις, ὅπως εἶναι ἄς ποῦμε ἡ τέχνη ἤ ἡ χαρά τῆς μελέτης καί αὐτές εἶναι γήινες ἀπολαύσεις. Ἀρέσει σέ κάποιους νά διαβάζουν, ὅμως κι αὐτό εἶναι γήινο. Καί σ’ αὐτά ὅλα νά ἔχουμε ἐγκράτεια ἔτσι, ὥστε νά ἐλευθερωθεῖ ἡ ψυχή μας καί νά κινηθοῦμε στήν ἀληθινή ἀπόλαυση τοῦ Θεοῦ.

«Μέ ἕνα παράδειγμα ἀπό τήν καθημερινή ζωή μποροῦμε νά τό παρομοιάσουμε μέ κάποιον πού ἔχοντας ραδιόφωνο πιάνει τά κύματα πού γεμίζουν τήν ἀτμόσφαιρα, ἐνῶ ὅποιος δέν ἔχει ραδιόφωνο οὔτε κἄν ὑποπτεύεται τήν παρουσία τους». Δηλαδή, ὑπάρχει ὁ Θεός, ὑπάρχει τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ποιοί τό βλέπουν; Ποιοί τό ἀντιλαμβάνονται; Αὐτοί πού ἔχουνε δέκτη, αὐτοί οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἕνα ραδιόφωνο, πιάνουν τά κύματα τοῦ Θεοῦ. Καί ἔλεγε ὁ μακαριστός ἅγιος Παΐσιος, γιά νά πιάσεις τά κύματα τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά μπεῖς στήν συχνότητα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἕνας ἀσυρματιστής, γιά νά ἐπικοινωνήσει μέ τή βάση, πρέπει νά μπεῖ στήν ἴδια συχνότητα μέ τή βάση.

– Καί ποιά εἶναι ἡ συχνότητα τοῦ Θεοῦ;

Ἡ ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη.

«Εἶναι παράδοξη καί ἀκατάληπτη ἡ πνευματική ζωή τοῦ χριστιανοῦ ἀσκητοῦ. Στό σύμπλεγμα τῶν ἐκπληκτικῶν ἀντιφάσεών της ἀπό τή μιά βλέπουμε δαιμονικές ἐπιθέσεις, ἐγκατάλειψη ἀπό τόν Θεό, σκότος θανάτου καί βασανιστήρια κολάσεως καί ἀπό τήν ἄλλη θεοφάνεια καί τό φῶς τῆς ἀνάρχου Ὑπάρξεως. Καί αὐτό εἶναι ἀδύνατο νά ἐκφρασθεῖ μέ λόγια». Πῶς ὁ Θεός μέσα ἀπό ὅλα αὐτά καταρτίζει καί σώζει τόν ἄνθρωπο!

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Ἐρ. : Γέροντα, στό σημεῖο πού εἴπατε ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ στόν Παράδεισο, δέν ὑπάρχει μνήμη ἀπό αὐτή τή ζωή, αὐτό πῶς σχετίζεται μ’ αὐτό πού λέμε ὅτι ἡ ψυχή ἔχει τήν συνείδηση καί ὅταν βγεῖ ἀπό τό σῶμα;

Ἀπ. : Οἱ Ἅγιοι μᾶς τό λένε αὐτό, ὅτι ἐκεῖ δέν θά ὑπάρχει οὔτε πόνος οὔτε λύπη οὔτε στεναγμός. Ἄν τώρα, παρ’ ἐλπίδα, κάποιο συγγενικό μας πρόσωπο δέν πάει στόν Παράδεισο, ὁ Θεός θά ἀφαιρέσει τήν μνήμη μας ὡς πρός αὐτό τό πρόσωπο, ἀλλιῶς δέν θά εἶναι Παράδεισος, ἔ;! Εἶναι ἡ άγάπη τοῦ Θεοῦ αὐτή. Αὐτό γίνεται. Φυσικά καί θά ἔχει συνείδηση. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή θά εἶναι αὐτός πού εἶναι. Ὅπως εἴμαστε τώρα, ἔτσι θά συνεχίσουμε καί μετά. Ἀλλά εἶναι αὐτή ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ.

Ἐπίσης δέν θά ὑπάρχει ζήλια. Ὅπως ὁ μεγάλος ἀδελφός τοῦ Εὐαγγελίου πού ζηλεύει τόν μικρότερο, ἐπειδή τόν δέχτηκε ὁ πατέρας καί δέν ἤθελε νά μπεῖ στό σπίτι. Δέν θά ὑπάρχει ζήλια, θά ὑπάρχει διαφορά δόξης, ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή «ἀστήρ ἀστέρος διαφέρει ἐν δόξῃ» (Α΄Κορ. 15,4). Ἄλλη δόξα θά εἶναι τῆς Παναγίας, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου καί ἄλλη δόξα θά εἶναι τῶν δικαίων πού θά σωθοῦν. Ἀλλά καί αὐτοί οἱ ἁπλοί πού θά σωθοῦνε καί θά ἀπολαμβάνουν τόν Παράδεισο, θά ἔχουν τέτοια πληρότητα ὑπαρξιακή, πού δέν θά ποθοῦνε κάτι περισσότερο, δέν θά χωρᾶνε κάτι περισσότερο, θά εἶναι τόσο πλήρεις πού θά λένε «μοῦ φτάνει αὐτό». Δέν θά ζηλεύουν, ἄς ποῦμε, τήν Παναγία ἤ τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο πού θά ἔχουν πιό πολύ φῶς ἐνδεχομένως, γιατί θά εἶναι καί οἱ ἴδιοι ἀπόλυτα πλήρεις.

Ἐρ. : Ἤθελα νά ρωτήσω μέ ἀφορμή αὐτό πού εἴπατε ὅτι ὀ Ἅγιος Σιλουανός ἐξομολογήθηκε ὅλα τά ἁμαρτήματά του. Ἐμεῖς ὅταν ἐξομολογούμαστε, ἄν ξεχάσουμε ἄθελά μας κάτι, τί γίνεται σ’ αὐτή τήν περίπτωση;

Ἀπ. : Ἐντάξει, αὐτό δέν τό λογαριάζει ὁ Θεός… νομίζω… Ἄν εἶναι κάτι σημαντικό θά μᾶς τό θυμίσει ὁ Θεός. Ἐνδεχομένως αὐτά πού ξεχνᾶμε εἶναι μέσα στήν γενικότερη ἐξομολόγηση. Μπαίνουν, θά λέγαμε, στό ἴδιο τσουβάλι μέ κάποια παρεμφερή πού εἴπαμε. Καί ἐπιτέλους ὁ Θεός βλέπει τήν κίνηση τῆς ψυχῆς, βλέπει τήν διάθεση τῆς ψυχῆς. Ὁ ληστής τί ἐξομολόγηση ἔκανε πάνω στόν σταυρό; Εἶπε «Μνήσθητί μου Κύριε ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου» (Λουκ. 23,42). Εἶπε μέ λεπτομέρεια ἀκριβῶς κάθε του ἁμάρτημα; Δέν μᾶς λέει ἡ Ἁγία Γραφή ἀκριβῶς. Ἀλλά ἐξέφρασε τήν μετάνοιά του μ’ αὐτό. Κι ἄν, παρ’ ἐλπίδα, ζοῦσε μετά τήν σταύρωση, φυσικά δέν θά συνέχιζε τήν προηγούμενη ζωή του. Αὐτό θέλει ὁ Θεός δηλαδή, νά μήν ὑπάρχει κάτι πού ἑκούσια τό ἀμνηστεύουμε ἤ τό καλύπτουμε, ἐνῶ ξέρουμε ὅτι εἶναι ἁμαρτία. Δηλαδή εἶναι μερικοί ἄνθρωποι πού λένε ἐμεῖς εἴμαστε κοσμικοί, δέν εἴμαστε μοναχοί, ὁπότε δέν θά ζήσουμε σάν μοναχοί. Δικαιολογούμαστε δηλαδή -δέν τό λένε βέβαια… ἀλλά ἐκεῖ πάει τό πράγμα- νά κάνουμε καί λίγες ἁμαρτίες. Αὐτό τό λίγο σέ βγάζει ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί λέει ὁ Κύριος «ἄν τηρήσετε ὅλες τίς ἐντολές καί δέν τηρήσατε μία, εἶναι σάν νά μήν τηρήσατε καμία ἐντολή» (Ἰακ. 2,10). Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέει ὅτι αὐτοί πού ζοῦνε στόν κόσμο πρέπει νά κάνουν περισσότερο ἀγῶνα ἀπό αὐτούς πού ζοῦνε στά μοναστήρια, πιό μεγάλη ἄσκηση, πιό πολύ προσοχή, πιό πολύ ἐγκράτεια, γιατί ἔχουν πιό μεγάλους κινδύνους καί πιό μεγάλους πειρασμούς. Αὐτό γινόταν στά χρόνια πού οἱ ἄνθρωποι εἶχαν πάρει στά σοβαρά τήν σωτηρία τους. Λέει ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος ὅτι μεγαλύτερη ἄσκηση κάνουν στίς πόλεις παρά στά μοναστήρια οἱ ἄνθρωποι. Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ἔζησε τόν 5ο αἰῶνα.

Ἑπομένως, αὐτό θέλει ὁ Θεός νά μήν ἀμνηστεύουμε κάποιες ἁμαρτίες, νά μήν δικαιολογοῦμε κάποιες ἁμαρτίες… Θυμηθεῖτε αὐτά πού λέγαμε γιά τίς δικαιολογίες… ὁπότε δέν μετανοοῦμε. Ὅταν κρύβεις μία ἁμαρτία, τί φανερώνεις; Ὅτι δέν μετανοεῖς γιά αὐτή. Τήν θυμᾶσαι δηλαδή καί δέν τήν λές. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν ἔχεις μετανοήσει πραγματικά. Εἶσαι δοῦλος ἀκόμα στήν ἀνθρωπαρέσκεια. Γιατί κατά κανόνα τήν κρύβουνε; Γιατί ντρέπονται… ντρέπονται τόν Πνευματικό. Τό ὁποῖο τί φανερώνει; Ὅτι ὑπάρχει ἀνθρωπαρέσκεια, ὑπάρχει κενοδοξία, ὑπάρχει διάθεση νά «διασώσω τήν ἀξιοπρέπειά μου». Πού τί εἶναι ἡ ἀξιοπρέπεια; Εἶναι ἕνας καμουφλαρισμένος ἐγωισμός. Αὐτό δέν εἶναι ἡ ἀξιοπρέπεια; Αὐτό εἶναι, ἁπλῶς ἔχουμε βρεῖ κάποια ἄλλη λέξη γιά νά λέμε ὅτι δικαιολογεῖται νά ἔχεις καί λίγο ἐγωισμό (πού τόν λέμε ἀξιοπρέπεια). Ὄχι, δέν πρέπει νά ἔχεις καθόλου ἐγωισμό. Νά ταπεινωθεῖς μπροστά στόν Θεό καί νά τά πεῖς ὅλα χωρίς καμία ἀναστολή, χωρίς καμία ντροπή.

Ἐρ. : Οἱ ψυχές τῶν δικαίων πού βρίσκονται στόν Παράδεισο μήπως βρίσκονται σέ μία κατάσταση ἀπάθειας; Ὅπως ἐδῶ τό προσπαθοῦν πολύ οἱ ἄνθρωποι νά τό πετύχουν… Μήπως ἐκεῖ εἶναι δεδομένο;

Ἀπ. : Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀπάθεια. Ὄχι ὅμως ἀπάθεια μέ τήν κοσμική ἔννοια. Πνευματική ἀπάθεια. Πού σημαίνει ἀπουσία τῶν παθῶν. Δέν ὑπάρχουν πάθη φυσικά. Οὔτε ζήλια ὑπάρχει, οὔτε φθόνος, οὔτε θυμός… Ἀλλοίμονο! Ἄν ζηλεύαν ἤ ἄν θυμώνανε οἱ ἄνθρωποι καί στόν Παράδεισο, θά κάνανε ἄνω κάτω καί τόν Παράδεισο μετά! Οὔτε ἐπιθυμίες θά ὑπάρχουν. Αὐτό πού λέγαμε προηγουμένως τά θελήματα. Ἀπό τί πειράζεται ὁ καθένας λέει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος; «Ὑπό τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας πειράζεται» (Ἰακ. 1,14). Βλέπετε; Ἡ ἐπιθυμία, τό θέλημά μας, εἶναι ὁ πειρασμός μας. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός μας εἶπε νά λέμε στό Πάτερ ἡμῶν «γεννηθήτω τό θέλημά Σου». Μᾶς λέει ἔμμεσα πλήν σαφῶς «μήν ἐπιθυμεῖτε». Μήν ἔχετε καμία ἐπιθυμία, τίποτε. Μά θά πεῖς: Γίνεται νά μήν θέλω τίποτα; Γίνεται, νά θέλεις αὐτά πού θέλει ὁ Θεός. Τί θέλει ὁ Θεός; Ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Ἕνα καί μοναδικό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ: «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμ. 2,4). Αὐτό νά θέλεις κι ἐσύ. Νά θέλεις νά σωθοῦνε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί ἐσύ μαζί μέ αὐτούς. Τότε ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατο νά στενοχωρηθεῖ. Σήμερα οἱ καταθλίψεις καί ὅλα αὐτά θά μποροῦσαν νά ἐκλείψουν μ’ αὐτό τό πολύ ἁπλό πράγμα, νά μάθουν οἱ γιατροί στούς ἀνθρώπους νά μήν ἐπιθυμοῦν, νά μήν θέλουν. Ἀλλά αὐτό δέν γίνεται βέβαια μαγικῶ τῷ τρόπῳ: τό εἴπαμε τό κάναμε. Θά πρέπει νά μπεῖς σ’ ὅλη αὐτή τήν ἀσκητική καί τήν θεραπευτική τῆς ὀρθοδοξίας, στήν ἀδιάλειπτη προσευχή, στήν ἐγκράτεια τῶν τροφῶν, τῶν λογισμῶν κ.λ.π. Νά λουστεῖς μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, νά περάσεις μέσα ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί μετά φυσικά λυτρώνεσαι ἀπό κάθε λύπη καί στεναγμό.. ζεῖς τόν Παράδεισο ἀπό τώρα. Γι’ αὐτό ἦρθε ὁ Χριστός στή γῆ. Ὄχι γιά νά μᾶς δώσει τόν Παράδεισο στήν ἄλλη ζωή. Ἐδῶ καί τώρα! Ὁπότε ὁ θάνατος μετά, δέν εἶναι θάνατος, δέν εἶναι κάτι πού σέ σοκάρει. Ξέρεις ὅτι εἶναι ἕνας μεγάλος ὕπνος καί ξέρεις ὅτι ὅπως εἶσαι ἐδῶ θά συνεχίσεις καί ἀκόμα καλύτερα θά εἶσαι ἐκεῖ.

Ἐρ. : Ἡ πνευματική μελέτη, στήν ὁποία ἀναφερθήκατε, δηλαδή νά μελετοῦμε τήν Ἁγία Γραφή ἤ Πατερικά κείμενα, εἶναι κατώτερη ἀπό τήν νοερά προσευχή;

Ἀπ. : Ὁπωσδήποτε εἶναι λίγο κατώτερη, ἀλλά ὅμως εἶναι πολύ σημαντική. Ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τόν ἄνθρωπο καί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀφοσιώνεται ἐκεῖ, θά ἔλεγα πάρα πολύ ὠφελεῖται, σχεδόν ὅσο καί μέ τήν νοερά προσευχή. Εἶναι λίγο παραπάνω ἐκεῖνο ἀλλά ὁπωσδήποτε παίρνεις πολλή χάρη καί μέ τή μελέτη. Ἰδίως τῆς Ἁγίας Γραφῆς, Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Καθαρίζεται ὁ ἄνθρωπος, γιατί καθαρίζεται τό λογιστικό τοῦ ἀνθρώπου. Πῶς καθαρίζεται τό λογιστικό; Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι στόν Θεό. Καί ἐπειδή μᾶς ἔρχεται πιό εὔκολο νά διαβάζουμε παρά νά προσευχόμαστε, βοηθάει πάρα πολύ ἡ μελέτη ἡ πνευματική. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν θά κάνουμε προσευχή, ἀλλά εἶναι μιά πολύ καλή προετοιμασία γιά τήν προσευχή. Καί δόξα τῷ Θεῷ ὑπάρχουν τόσα ὡραῖα βιβλία! Καί εἶναι πλοῦτος μέγας αὐτό! Πρίν λίγα χρόνια δέν ὑπῆρχε αὐτό. Οὔτε οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὑπῆρχαν. Αὐτή ἡ ἐκδοση τῶν πατερικῶν ἔργων ἄρχισε γύρω στά 1960-70. Βλέπουμε δηλαδή κι ἐδῶ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ἐρ. : Τό πρῶτο πού εἴπατε εἶναι ὅτι πρέπει νά ἔχουμε μνήμη τῆς κολάσεως; Καί αὐτό νά μᾶς βοηθήσει νά πᾶμε στόν Παράδεισο; Τό ἔχω λάθος στό μυαλό μου;.. Μήπως τό σωστό εἶναι ν’ ἀγαπήσουμε τόν Θεό γιά νά πᾶμε στόν Παράδεισο καί ὄχι νά πᾶμε ἀπό φόβο;

Ἀπ. : Ὑπάρχουν δύο εἰδῶν φόβοι. Ὑπάρχει ὁ ἀρχικός φόβος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι καί ὁ φόβος τῆς κολάσεως, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἕνας κοσμικός ἄνθρωπος, πού εἶναι βουτηγμένος στήν ἁμαρτία, δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει τόν Θεό, νά φτάσει στήν τέλεια ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀμέσως. Θά πρέπει πρῶτα νά ἀποβάλλει ὅλο αὐτό τό σκληρό κέλυφος -θά λέγαμε- τῆς ἁμαρτίας. Καί αὐτό γίνεται μέ ἕναν φόβο ἀρχικό πού σάν τήν φωτιά καίει τήν σκουριά. Αὐτός ὁ ἀρχικός φόβος τοῦ Θεοῦ ἔχει μέσα καί λίγο πόνο… Εἶναι πράγματι ἕνας ὀδυνηρός φόβος καί κάνει τόν ἄνθρωπο νά τρέμει μήν πάει στήν κόλαση καί αὐτό εἶναι μία ἀρχική παρακίνηση νά τηρήσει τίς ἐντολές, νά σταματήσει τήν ἁμαρτία καί νά τηρήσει τίς ἐντολές. Γιατί σοῦ λέει δύσκολα τά πράγματα, μᾶς περιμένει αἰώνια κόλαση, αἰώνιο σκοτάδι, ὁ βρυγμός καί ὁ τριγμός τῶν ὀδόντων, ὁ σκώληκας ὁ ἀτελεύτητος, τό πῦρ τό ὁποῖο δέν σβέννυται. Αὐτά μᾶς τά λέει ὁ Κύριος. Εἶναι εἰκόνες βέβαια αὐτά. Ἀλλά γιατί μᾶς τά λέει; Γιά νά μᾶς βάλει σ’ αὐτόν τόν ἀρχικό φόβο, γιά νά μήν πᾶμε στήν κόλαση. Ἄν ἦταν νά μᾶς βάλει ἐκεῖ, δέν θά μᾶς τά ἔλεγε. Θά μᾶς ἄφηνε ν’ ἁμαρτάνουμε γιά νά μᾶς βάλει. Ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι ὁ Θεός. Ἐπειδή μᾶς ἀγαπάει, μᾶς τά λέει γιά νά μήν πᾶμε. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἐγκολπωθεῖ αὐτόν τόν φόβο. Ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι πού δέν τόν ἐγκολπώνονται αὐτό τόν φόβο, δέν τόν παραδέχονται καί λένε: Γιά τί κόλαση καί τί παράδεισο μιλᾶς; Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλαση, ἐδῶ καί ὁ Παράδεισος. Σέ σταματοῦν κατευθείαν… Ὁπότε δέν χωράει ἐκεῖ συζήτηση γιά μετάνοια. Γιά τί μετάνοια νά τοῦ πεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου; Ἀφοῦ δέν φοβᾶται τήν κόλαση καί λέει δέν ὑπάρχουν τέτοια πράγματα… καί αὐτά τά φτιάξανε οἱ παπάδες.. Ὁ ἄλλος ὅμως πού θά τό δεχτεῖ καί θά πιστέψει ὅτι ὑπάρχει κόλαση, ἀρχίζει νά φοβᾶται. Φοβούμενος τηρεῖ τίς ἐντολές. Φεύγει ἀπό τήν ἁμαρτία καί τηρεῖ τίς ἐντολές. Ὅσο τηρεῖ τίς ἐντολές, τόσο μετά τόν ἐπισκιάζει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί τόσο ἀρχίζει νά αἰσθάνεται -προσέξτε- πόσο τόν ἀγαπάει ὁ Θεός! Καί ὅσο τόν ἀγαπάει ὁ Θεός καί αὐτός ἀνταποκρίνεται, αὐξάνεται καί ἡ δική του ἀγάπη πρός τόν Θεό. Ὅσο αὐξάνει ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, τόσο τηρεῖ πληρέστερα τίς ἐντολές, τόσο καθαρίζεται περισσότερο, τόσο αἰσθάνεται περισσότερο τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος εἶναι «ὁ μαθητής ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς» (Ἰω. 21,7). Τί θέλει νά πεῖ μέ αὐτό; Ὅτι ὁ Θεός τόν ἀγαποῦσε περισσότερο; Ὄχι! Ἐπειδή αὐτός ἀγαποῦσε περισσότερο τόν Θεό ἀπ’ τούς ἄλλους, εἶχε προοδεύσει πνευματικά, αἰσθανόταν καί περισσότερο τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Μετά λοιπόν φτάνει ὁ ἄνθρωπος σ’ ἕνα δεύτερο φόβο, ὅταν προοδεύσει πνευματικά καί ἀγαπήσει τόν Θεό, ὅπου πλέον δέν φοβᾶται τήν κόλαση, ἀλλά ἀγαπάει τόν Θεό καί φοβᾶται μήν φύγει καί ἐκπέσει ἀπ΄ αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ δεύτερος φόβος, εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία «ἔξω βάλλει τόν φόβον» (Α΄Ἰω. 4,18). Ποιόν φόβο; Τόν ἀρχικό, τόν φόβο τῆς κόλασης. Ὅταν δηλαδή ὁ ἄνθρωπος φτάσει νά ἀγαπήσει τόν Θεό, λέει αὐτό πού ἔλεγε ὁ Μέγας Ἀντώνιος: «ἐγώ οὐκέτι φοβοῦμαι τόν Θεόν»! Μεγάλη κουβέντα… νά πεῖς δέν φοβᾶμαι τόν Θεό! Ναί, γιατί «ἀγαπῶ τόν Θεό». Ἐννοοῦσε , δηλαδή, ὅτι εἶχε φύγει ἀπό τόν ἀρχικό φόβο καί δέν φοβόταν πλέον τήν κόλαση. Δέν μέ νοιάζει πλέον ἡ κόλαση. Μέ νοιάζει νά μήν ξεπέσω ἀπό ἕναν τέτοιο ἀγαθό Θεό πού τόσο πολύ μ’ ἀγαπάει καί δέν ἀνταποκριθῶ ὅπως πρέπει σ’ αὐτή Του τήν ἀγάπη καί τήν προσφορά.

Θά θυμᾶστε πού λέγαμε σέ μιά ὁμιλία γιά ἕναν μοναχό πού ἔκανε θαύματα καί ἀποροῦσε καί ὁ ἴδιος μέ τόν ἑαυτό του πῶς κάνει θαύματα… Τόν ἀκουμπούσανε καί γινόντουσαν καλά! Εἶναι, ἀκριβῶς , γιατί εἶχε ταυτίσει τελείως τό θέλημά του μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί δέν ἔκανε τίποτε πού νά μήν ἀρέσει στόν Θεό. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔλεγε ὅτι καί στήν κόλαση νά μέ βάλει ὁ Θεός δέν ἔχω πρόβλημα, θά εἶναι καλά, ἀφοῦ ὁ Θεός θά μοῦ ἔχει πεῖ νά πάω… Καί δέν θά στερηθῶ τόν Θεό, γιατί ὁ Θεός καί στήν κόλαση ὑπάρχει. Παντοῦ ὑπάρχει ὁ Θεός. Οἱ κολασμένοι, ὅμως, δέν αἰσθάνονται τόν Θεό γιατί δέν Τόν θέλουν, δέν Τόν ἀγαποῦν.

Ἡ ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβο, τόν ἀρχικό φόβο.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

https://hristospanagia3.blogspot.gr/