ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ (Λουκ. κεφ. ιθ΄, ἐδάφια 1-10) Ὁμιλία ἁγίου Ἰωάννου, ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου, «Εἰς τὸν Ζακχαῖον τὸν τελώνην»

 Όσοι ποθούν έντονα καθετί καλό, καθόλου δε διαφέρουν από όσους αισθάνονται δίψα, αγαπητοί μου. Όσο πιο πολύ δεν βρίσκουν αυτό που η ψυχή τους επιζητεί, τόσο περισσότερο ανάβει η δίψα τους για αυτά που ποθούν· και τη νύχτα ονειρεύονται σαν διψασμένοι τις πηγές των όσων ποθούν να βρουν· και όταν ξημερώσει, περιερχόμενοι από τόπο σε τόπο, με αεικίνητα μάτια κοιτάζοντας ερευνητικά γύρω, αναζητούν αυτά που ποθεί η καρδιά τους· και είναι όπως ακριβώς οι οδοιπόροι που σε ώρα μεσημεριάτικου καύσωνα διασχίζουν την άνυδρη γη, πιεσμένοι από τη δίψα, και που εξετάζουν γύρω τους να βρουν πηγές να δροσιστούν και να ξεδιψάσουν και πολλές φορές θα τους δεις ν’ ανεβαίνουν αυτοί ακόμη και βουνά, για να φτάσουν όπου υπάρχει κάποια πηγή· κι όταν από μακριά τη δουν, χαίρονται και σπεύδουν να συνεχίσουν και να ολοκληρώσουν την πορεία τους προς αυτήν· έπειτα φθάνουν στην πηγή και σβήνουν με το νερό τη δίψα τους· τέτοιοι είναι και οι άνθρωποι που είναι φίλοι του Χριστού. Την ημέρα αναζητούν τον ποθούμενό τους Χριστό με καλά έργα και τη νύχτα συνομιλούν μαζί Του με την προσευχή και όταν κοιμούνται βλέπουν στο όνειρό τους ότι περπατούν μαζί Του· όταν στα οράματά τους Τον ιδούν από μακριά, χαίρονται και αναγαλλιάζουν, όπως ακριβώς οι διψασμένοι, όταν βρουν τις πηγές που ποθούν· κι όταν ξυπνήσουν, θέλουν να ξανακοιμηθούν, για να αντικρύσουν στον ύπνο τους την ίδια πάλι οπτασία.  

Τέτοιος άνθρωπος ήταν και ο Ζακχαίος που διαβάσαμε πριν από λίγο στο Ευαγγέλιο. Δες τον, σε παρακαλώ, που τρέχει και φλέγεται από τον θείο πόθο· σκαρφαλώνει στο δένδρο και ψάχνει γύρω τον Ιησού, για να δει τη ζωοδότρια πηγή. Κι όταν ο Ζακχαίος αντίκρισε τον Κύριο, ανάπαυσε βέβαια την όρασή του, την καρδιά του όμως περισσότερο αναρρίπισε ο πόθος να μείνει για πάντα κοντά Του.

«Αφού λοιπόν μπήκε», λέγει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, « ο Ιησούς στην Ιεριχώ, περιπατούσε στον δρόμο. Και ιδού υπήρχε εκεί ένας άνθρωπος, ονόματι Ζακχαίος· και αυτός ήταν αρχιτελώνης, και αυτός ήταν πλούσιος, και επιθυμούσε να δει τον Ιησού», επειδή επρόκειτο να περάσει από εκεί.

 Πρόσεξε, αγαπητέ μου, τον πόθο της ψυχής του: «κα οκ δύνατο π το χλου, τι τ λικί μικρς ν: και δεν μπορούσε να δει εξαιτίας του μεγάλου πλήθους, διότι αυτός ήταν μικρός κατά το ανάστημα». «κα προδραμν μπροσθεν νέβη π συκομορέαν, να δ ατόν, τι κείνης μελλε διέρχεσθαι : Και αφού έτρεξε εμπρός, ανέβηκε σε μία συκομουριά, χωρίς να λογαριάσει την θέση και την ηλικία του, για να δει τον Ιησού, διότι από τον δρόμο εκείνο στον οποίο βρισκόταν το δέντρο αυτό, επρόκειτο να περάσει.». Ο Ζακχαίος που στο σωματικό του ανάστημα ήταν μικρός, ενώ στη φρόνηση του πνεύματος ήταν μέγας, ζητούσε να δει τον Ιησού, επιθυμούσε να δει τον Θεό ανάμεσα στους ανθρώπους να χαρίζει τα ουράνια· ζητούσε να δει Εκείνον που έπλασε τους αγγέλους και φωτοδότησε το ουράνιο και το υπέργειο φως, να περιπατεί με ανθρώπινα βήματα· ζητούσε να δει πώς ο ήλιος της δικαιοσύνης, καθισμένος στη νεφέλη του σώματος, πλημμύρισε με φως τα ψυχικά μάτια των πιστών. Ζητούσε να δει τον Θεό Ιησού, τον Ωραίο στη μορφή, τον Ποθητό, Αυτόν, που με το γλυκύ όνομά Του Ιησούς, δηλώνει και την πράξη της σωτηρίας· επιθυμούσε να δει το πορφυρόμαλλο πρόβατο, που το αίμα Του εξαγόρασε τις αμαρτίες της οικουμένης και τον Αμνό που η προβιά Του σκέπασε όσους γυμνώθηκαν από την εποχή του Αδάμ ως το τέλος. Επιθυμούσε να δει ο αιχμάλωτος στρατιώτης τον δικό του τον Βασιλέα, το πρόβατο τον Ποιμένα του, ο περιπλανημένος και χαμένος ταξιδιώτης τον Δρόμο του, ο σκοτισμένος το Φως. Επιθυμούσε να δει τον κήρυκα της ευσεβείας, αυτός που δεν είχε γευτεί τη γλυκύτητα της θεογνωσίας· ζητούσε να δει ο άρρωστος την υγεία του, ο πεινασμένος την ουράνια τροφή, ο διψασμένος την ζωοδότρια πηγή· επιθυμούσε να δει τον εμψυχωτή των ιερέων και Εκείνον που ξύπνησε τον Λάζαρο από τον ύπνο του θανάτου. Ω, τι έρωτας θεϊκός, ω τι επιθυμία αγαθή!

Ω, τον έρωτα τον χρυσόφτερο , ή καλύτερα τον έρωτα του Χριστού, που ανεβάζει στους ουρανούς την ψυχή που τον αισθάνεται. Ήδη ο θεϊκός έρωτας, αυτός που τον σήκωσε από τη γη, τον έκαμε κιόλας να ανέβει στο δένδρο. Ήδη δεν τον άφησε να εξακολουθήσει να βλέπει πια τα επίγεια, ούτε και να συναναστρέφεται πια τους ανθρώπους· αλλά στρέφοντας το βλέμμα του προς τη θεία αγάπη, δεχόταν τα ουράνια αγαθά. Από τα γήινα έτρεχε προς τα ουράνια, που προκαλούσαν την προθυμία του να τα αναζητήσει, και αφού σκαρφάλωσε στο δέντρο έψαχνε γύρω αναζητώντας τον Χριστό και με τη διάνοιά του βρισκόταν επάνω στη νεφέλη.

Και όταν είδε ο Ζακχαίος τον Χριστό, τού μίλησε όπως άρμοζε: «Πρός σ ρα τος φθαλμος μου τν κατοικοντα ν τ ορανῷ: Σ’ Εσένα σήκωσα τα μάτια μου που κατοικείς στον ουρανό»( Ψαλμ.122). Είδε ο Ζακχαίος τον Κύριο και ακόμη περισσότερο δυνάμωσε η επιθυμία του· τον άγγιξε στην ψυχή και έγινε ολότελα διαφορετικός άνθρωπος· από τελώνης ζηλωτής, από άπιστος πιστός, από λύκος πρόβατο σφραγισμένο για σφαγή. Ποιος νιώθει τέτοια επιθυμία για τον πατέρα και την μητέρα του, ποιος τόσο πολύ ποτέ αγάπησε τη γυναίκα ή τα παιδιά του, όπως ο Ζακχαίος τον Κύριο, όπως φανερώνουν τα ίδια τα πράγματα; Έδωσε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς για χάρη του Χριστού και τετραπλάσια τα επέστρεψε σ’ όποιους συκοφάντησε. Συμπεριφορά άριστη μαθητού και δασκάλου επιείκεια και δύναμη θεϊκή· από τη θέα Του και μόνο ο Ιησούς οδηγεί στην πράξη την καλοπροαίρετη ψυχή!

Κανένα διδακτικό λόγο δεν είχε πει ο Κύριος στο Ζακχαίο, παρουσιάστηκε μόνο σ’ αυτόν που Τον ποθούσε και από το βάθος της καρδιάς του ανελκυόταν προς τα επάνω η δύναμη της πίστεως. Κάτι παρόμοιο έγινε και στην αιμορροούσα· ήρθε κοντά στον Κύριο και ζητούσε να τη θεραπεύσει, μα δε δεχόταν να Του αγγίξει το χέρι, αλλά αυτή αφού πλησίασε του αγγίζει κρυφά με πίστη την άκρη απ’ τα ρούχα Του· και της θεραπείας τη δύναμη σαν σφουγγάρι με το πιστό άγγιγμά της την τράβηξε. Και ο μεν Ζακχαίος ενεργούσε ασυναίσθητα και κινούμενος από ζήλο θεϊκό και από πνευματικόν έρωτα φλεγόμενος, ανέβαινε στη μουριά· ο Κύριος όμως βλέποντας με τους θεϊκούς οφθαλμούς Του το μυστικό θησαυρό της ψυχής του καλοπροαίρετου Ζακχαίου, του λέει: «Κατέβα»· Γνώρισα την ψυχή σου, γνώρισα τον όσιο έρωτά σου· Κατέβα. Θυμήσου ότι κι ο Αδάμ όταν ένιωσε τη γυμνότητά του, κρύφτηκε πίσω από τη συκιά· και εσύ που θέλεις να σωθείς, μην τρέχεις πάνω στη συκομουριά. Πρέπει να την ξηράνω αυτή τη μουριά και να φυτέψω άλλη, τον σταυρό. Εκείνος είναι το ευλογημένο δέντρο και σ’ αυτό να οδηγείς τα βήματα της ψυχής σου. Από αυτό ακοντίζεσαι αμέσως στον ουρανό· ενώ σε τούτου του δέντρου τα φύλλα και το φίδι περιπλέκεται, και σ’ αυτό κρύβεται και σ’ αυτήν κλώσησε τα μικρά του. Κατέβα γρήγορα, προτού αρχίσει να ψιθυρίζει στην ψυχή σου, όπως και στην Εύα που την έπεισε να δοκιμάσει τη γλυκιά ηδονή. Κατέβα γρήγορα. Όσο στέκομαι εγώ, κατέβα απ’ αυτή· όταν εγώ βλέπω τον όφη, εκείνος φιμώνεται. Κατέβα γρήγορα, δε θέλω να σ’ αφήσω πάνω στη συκομουριά, δε θέλω να χαθείς. Δικό μου πρόβατο είσαι, σ’ εμένα έτρεξες. Κατέβα γρήγορα και περίμενέ με στο σπίτι σου. Πρέπει να εγώ να ξεκουραστώ εκεί. Όπου υπάρχει πίστη, εκεί αναπαύομαι. Όπου υπάρχει αγάπη, εκεί πηγαίνω. Ξέρω τι θα κάμεις σε λίγο· ξέρω ότι θα δώσεις όλα τα υπάρχοντά σου στους φτωχούς και πρώτα ότι θα επιστρέψεις το τετραπλάσιο σ’ όσους συκοφάντησες. Σε τέτοιους ανθρώπους με ευχαρίστηση φιλοξενούμαι.

Και ο Ζακχαίος έσπευσε να κατεβεί και πήγε στο σπίτι του και υποδέχτηκε τον Ιησού. Και γεμάτος χαρά, είπε αφού στάθηκε –ούτε περπατώντας, ούτε καθισμένος, αλλά αφού στάθηκε, για να δείξει την αμετάθετη απόφαση της ψυχής του· και αφού στάθηκε, μίλησε, όταν με θερμή ψυχή κι αμεταμέλητη απόφαση, αποδυόταν στον αγώνα· ήξερε πού σπέρνει και πού επρόκειτο να θερίσει και είπε· «Ιδού δίνω στους φτωχούς τα μισά από τα υπάρχοντά μου και επιστρέφω το τετραπλάσιο σε όσους συκοφάντησα

Ω εξομολόγηση καθαρή, που προέρχεται από καρδιά καθαρή. Εξομολόγηση ανεπαίσχυντη, που παρίσταται μπροστά στην ανεπαίσχυντη δόξα του Θεού, εξομολόγηση που αποπνέει πίστη και ανθοφορεί δικαιοσύνη. Αυτής της δικαιοσύνης ας μας καταξιώσει ο των όλων Θεός, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:

http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Zacchaeum%20publicanum.pdf

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm