27 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Προκοπίου Δεκαπολίτου, Νησῖου Μάρτυρος, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ἀβουνδαντίου, Ἀλεξάνδρου, Ἀντιγόνου, Καλανοῦ, Ἰανουαρίου, Μακαρίου, Σεβηριανοῦ, Τιτιανοῦ, Φορτουνίωνος καὶ τῶν σὺν αὐτῶν, Γελασίου Μάρτυρος, Ἀσκληπιοῦ καὶ Ἰακώβου Ὁσίων, Θαλλελαίου Ὁσίου, Στεφάνου Ὁσίου, Τιμοθέου ἐν Καισαρείᾳ, Λεάνδρου Ἐπισκόπου, Τίτου Ὁσίου, Ἠλία Νεομάρτυρος, Φωτίου Ὁσίου, Ραφαὴλ Ἐπισκόπου

Ὁ Ὅσιος Προκόπιος ὁ Δεκαπολίτης ὁ Ὁμολογητὴς


Ὅσιος Προκόπιος ὁ Δεκαπολίτης ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ εἰκονομάχου
αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (717-741 μ.Χ.) καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν
πνευματικὴ γενναιότητά του ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἂν καὶ ἀπὸ νεαρὴ
ἡλικία ἀκολούθησε τὸ μοναχισμό, δὲν ἔμεινε στὴν ἀπομόνωση τοῦ κελιοῦ
του, ἀλλὰ ἀγωνίσθηκε σθεναρὰ κατὰ τῶν εἰκονομάχων.

Γι’ αὐτὸ ὑπέστη πολλὰ βασανιστήρια, μαστιγώσεις, φυλακὲς καὶ ἐξορίες.
Διακρίθηκε, ἐπίσης, στὸν ἀγῶνα τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τῶν αἱρετικῶν
Μονοφυσιτῶν.

Ὁ Ἅγιος Προκόπιος φαίνεται ὅτι λίγο μετὰ τὴν ἀποφυλάκισή του κοιμήθηκε, ἐνῷ κατ’ ἄλλους ὑπέμεινε μαρτυρικὸ θάνατο.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Φερωνύμως
προκύπτων ἐν ἀσκήσει Προκόπιε, ἤρθης ἐκ δυνάμεως Πάτερ, πρὸς ἀθλήσεως
ἔλλαμψιν Χρίστου γὰρ τὴν Εἰκόνα προσκυνῶν, Μαρτύρων ἀνεδείχθης κοινωνός,
μεθ’ ὧν πρέσβευε παμμάκαρ διαπαντός, ὑπὲρ τῶν ἐκβοώντων σοι, δόξα τῷ
δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνερνούντι διὰ σοῦ,
πασιν ἰάματα.

Ὁ Ἅγιος Νήσιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Νήσιος μαρτύρησε, ἀφοῦ μαστιγώθηκε μὲ μαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιοῦ.
Οἱ
Ἅγιοι Ἀβουδάντιος, Ἀλέξανδρος, Ἀντίγονος, Καλανός, Ἰανουάριος,
Μακάριος, Σεβηριανός, Τιτιανός, Φορτουνίων καὶ οἱ σὺν αὐτῶν
Μαρτυρήσαντες

Οἱ Ἅγιοι Ἀβουδάντιος ἢ Ἀβούνδιος, Ἀλέξανδρος,
Ἀντίγονος, Καλανός, Ἰανουάριος, Μακάριος, Σεβηριανός, Τιτιανός,
Φορτουνίων ἢ Φορτούνιος ἢ Φορτουνάτος, μαρτύρησαν στὴν Θεσσαλονίκη, μαζὶ
μὲ ἄλλους Χριστιανούς, ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.). Ἡ
πληροφορία αὐτὴ καταγράφεται σὲ ἀρχαία Μαρτυρολόγια. Ὁ ἀριθμὸς τῶν
Μαρτύρων καὶ τὰ ὀνόματά τους ποικίλουν ἀπὸ χειρόγραφο σὲ χειρόγραφο. Δὲν
ὑπάρχει ὡστόσο κανένα ἐπιπλέον στοιχεῖο γιὰ τὸ μαρτύριό τους.
Ὁ Ἅγιος Γελάσιος ὁ Μάρτυρας


Ἅγιος Μάρτυς Γελάσιος σημειώνεται στοὺς Συναξαριστὲς ὅτι ἦταν μῖμος καὶ
ὅτι ὅταν διατάχθηκε νὰ ἐμπαίξει τὸ βάπτισμα τῶν Χριστιανῶν, ὡς ὁ ἀπὸ
μίμων Πορφύριος (τιμᾶται 4 Νοεμβρίου), βαπτίσθηκε καὶ τελειώθηκε διὰ
ξίφους.
Οἱ Ὅσιοι Ἀσκληπιὸς καὶ Ἰάκωβος

Τὸ βίο τῶν Ὁσίων Ἀσκληπιοῦ καὶ Ἰακώβου συνέγραψε ὁ Θεοδώρητος Κύρου στὴ Φιλόθεο Ἱστορία του.


Ὅσιος Ἀσκληπιὸς ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Πολυχρονίου (τιμᾶται 23
Φεβρουαρίου), ποὺ διακόνησε τὸν Ὅσιο Ζεβινὰ καὶ μιμήθηκε κατὰ πάντα τὸν
Γέροντα αὐτοῦ στὴν ἄσκηση.

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος, μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια
ἀσκήσεως καὶ ἐρημιτικοὺ βίου, σὲ πολὺ μεγάλη ἡλικία κλείσθηκε σὲ κελὶ
κοντὰ στὴν πόλη Νιμουζᾶν, χωρὶς νὰ βλέπει κανέναν καὶ τίποτα.

Ἔτσι ἀφοῦ ἔζησαν, κοιμήθηκαν ὁσίως μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Θαλλελαῖος


Ὅσιος Θαλλελαῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κιλικία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἐπειδὴ
ἀγάπησε τὸν μοναχικὸ βίο, μετέβη στὴν πόλη τῶν Γαβάλων τῆς Συρίας, σὲ
ὄρος ψηλὸ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε ναὸς τῶν εἰδώλων καὶ ἔστησε τὴν μικρὴ
καλύβα του ἀσκητεύοντας μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Ὅταν εἶδαν οἱ δαίμονες
τὴν ἀρετή του, δοκίμασαν νὰ τὸν ἐκφοβήσουν.

Δὲν μπόρεσαν ὅμως. Μὲ
προσευχὴ τοὺς ἔκανε ἄφαντους. Ἐκεῖνοι τότε ἐξεμάνησαν καὶ ἄρχισαν νὰ
σπᾶνε τὰ δένδρα καὶ ἐπειδὴ οὔτε μὲ αὐτὸ παρακίνησαν τὸ Ὅσιο, τὴ νύχτα μὲ
φωνὲς καὶ θορύβους, ἐπιτίθονταν σὲ αὐτόν. Χωρὶς ὅμως νὰ κατορθώσουν
τίποτα, ὑπεχώρησαν.

Ὁ Ὅσιος ἦταν γεμάτος ταπεινοφροσύνη. Ποτὲ δὲν
ὑπερηφανεύθηκε γιὰ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὰ πνευματικὰ κατορθώματά του καὶ
ὁδηγοῦσε πρὸς τὸν Χριστὸ πλανεμένες ψυχές. Ὅποτε μάλιστα τοῦ ἔκαναν λόγο
ἐπαινετικό, ὁ Ὅσιος δὲν ἤθελε νὰ τὸν δεχθεῖ, διότι θεωροῦσε πνευματικὰ
ὠφέλιμο νὰ προσέχει ποῦ ὑστεροῦσε καὶ ὄχι νὰ ἀκούει γιὰ τὴν προκοπή του.

Ἐπειδὴ
ὅμως ὁ Ὅσιος ἐπιθυμοῦσε νὰ ζήσει πιὸ αὐστηρὸ ἀσκητικὸ βίο, ἐγκατέλειψε
τὴν καλύβα καὶ ἔκτισε κελὶ τόσο στενό, ὥστε εἰσερχόταν σὲ αὐτὸ μὲ
δυσκολία. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς ἐπὶ δέκα χρόνια, κοιμήθηκε μὲ
εἰρήνη. Τὸν βίο του συνέγραψε ὁ Θεοδώρητος Κύρου στὴ Φιλόθεο Ἱστορία
του.
Ὁ Ὅσιος Στέφανος

Ὁ Ὅσιος Στέφανος ἦταν
κοιτωνίτης τοῦ βασιλέως Μαυρικίου. Ἔζησε ἀσκητικὰ καὶ ἵδρυσε τὸ
γηροκομεῖο τοῦ Ἀρματίου, ὅπου ὑπῆρχε καὶ ναὸς τῆς Θεοτόκου καὶ τοῦ
Σάγματος. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος ὁ ἐν Καισαρείᾳ


Ἅγιος Τιμόθεος ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴν Καισάρεια καὶ κοιμήθηκε μὲ
εἰρήνη. Δὲν δύναται νὰ ἐξακριβωθεῖ ἐὰν εἶναι ὁ αὐτὸς μὲ τὸν Ὅσιο καὶ
Ὁμολογητὴ Τιμόθεο, ποὺ ἑορτάζει τὴν 1η Φεβρουαρίου.
Ὁ Ἅγιος Λέανδρος Ἐπίσκοπος Σεβίλλης


Ἅγιος Λέανδρος, Ἐπίσκοπος Σεβίλλης τῆς Ἱσπανίας, διδάσκαλος τῆς
Ἐκκλησίας καὶ φωτιστῆς τῶν Ἰσπανῶν, ἔζησε τὸν 6ο μ.Χ. αἰῶνα καὶ ἦταν
γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογενείας. Ὁ πατέρας του ἦταν δοῦκας καὶ
καταγόταν ἀπὸ βυζαντινὴ γενιά, ἐνῷ ἡ μητέρα του ἦταν πρωτότοκη κόρη τοῦ
Βησιγότθου βασιλέως Λεβιγκίντ, ποὺ βασίλευε στὴν Σεβίλλη, τὴν πρωτεύουσα
τοῦ βασιλείου τῶν Βησιγότθων. Πολὺ νωρὶς ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο
καὶ διακρίθηκε  γιὰ τὴν μόρφωση καὶ τὶς ἀρετές του. Γι’ αὐτοὺς τοὺς
λόγους ἡ Ἐκκλησία τὸν κατέστησε Ἐπίσκοπο τὸ ἔτος 579 μ.Χ. Ἵδρυσε
θεολογικὴ σχολὴ μὲ σκοπὸ τὴ διάδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ καὶ τὴν
καλλιέργεια τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν γενικά, μέσα στὸ λαὸ τοῦ τότε
βάρβαρου ἀκόμα βασιλείου.

Οἱ δυὸ βασιλόπαιδες Χερμενεγκὶλτ  καὶ Ρεκαρέντ, ἀνεψιοί του ἀπὸ τὴν
πλευρὰ τῆς μητέρας του, ἦταν μεταξὺ τῶν μαθητῶν τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου. Ὁ
Χερμενεγκὶλτ ἀνατράφηκε μὲ τὰ νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ πίστη του στὴν
Ἐκκλησία δυναμώθηκε πιὸ πολὺ χάρη στὴν εὐσεβῆ σύζυγό του Ἴνγκαρτ,
θυγατέρα τοῦ βασιλέως τῶν Φράγκων Σιγεβέρτου.

Ὅταν ὁ πατέρας του, μεταφέροντας τὴν πρωτεύουσά του στὸ Τολέδο, τοῦ
ὅρισε γιὰ διαμονή του τὴ Σεβίλλη, ξέσπασε διωγμὸς κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων. Ὁ
αἱρετικὸς Λέβεγκιλτ ᾖλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν Ὀρθόδοξο γιό του
Χερμενεγκίλτ.

Ἦταν τέτοια ἡ ἔνταση τοῦ διωγμοῦ καὶ τῆς μανίας τῶν αἱρετικῶν, ποὺ ὅπως
γράφεται δὲν ἔβλεπε κανεὶς πουθενὰ ἐλεύθερο ἄνθρωπο καὶ ἡ ἴδια ἡ γῆ
ἔχασε τὴν παλαιά της γονιμότητα. Ὁ αἱρετικὸς βασιλέας πολιόρκησε τὴν
Σεβίλλη καὶ ἔκλεισε σὲ σκοτεινὴ φυλακὴ τὸν υἱό του, ὅπου καὶ τὸν
στραγγάλισε τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα τοῦ 586 μ.Χ.

Τὴν ἐποχὴ αὐτή, λίγο
πρὶν ἐξορισθεῖ καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ ἄλλους ὁμολογητὲς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ
Ἅγιος Λέανδρος ἔφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ζητήσει τὴ βοήθεια
τοῦ αὐτοκράτορα. Ἐκεῖ γνώρισε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Μέγα, τὸν Διάλογο,
καὶ συνδέθηκε μαζί του μὲ δυνατὴ φιλία.

Ὅταν ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων ἔφθασε στὰ ἄκρα, ὁ βασιλιὰς Λέβεγκιλτ
προσβλήθηκε ἀπὸ θανατηφόρο ἀσθένεια, ἄλλαξε στάση, προσκάλεσε τὸν Ἅγιο
Λέανδρο στὴν ἐπιθανάτια κλίνη του καί, ἀφοῦ μετανόησε, τὸν παρακάλεσε νὰ
κατευθύνει τὸ διάδοχό του Ρεκαρὲντ πρὸς τὴν ἀληθινὴ Ὀρθόδοξη πίστη.

Ὁ νέος βασιλέας, ὑπάκουος στὸν παλαιὸ διδάσκαλό του, μεταστράφηκε καὶ
ἀνέλαβε ἀμέσως νὰ συγκαλέσει τὴν Τρίτη ἐν Τολέδῳ Σύνοδο, ὅπου ἀνέγνωσε
ἐνώπιον ὅλων τὴν ὁμολογία πίστεως στὶς ἀποφάσεις τῆς Οἰκουμενικῆς
Συνόδου τῆς Νίκαιας καὶ ἀνακοίνωσε ὅτι οἱ λαοὶ τῶν Γότθων καὶ Σουέβων,
ἑνωμένοι, ἐπανέρχονται στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Ἅγιος Λέανδρος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε πρόεδρος αὐτῆς τῆς Συνόδου, ἀφιέρωσε
πλέον  τὴν ὑπόλοιπη ζωή του στὴ διδασκαλία τοῦ ποιμνίου του μὲ τὸ
φωτισμένο του παράδειγμα κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἐμπνευσμένα γραπτά
του.

Προετοίμασε ἀκόμη τὸν ἀδελφό του, Ἅγιο Ἰσίδωρο, νὰ γίνει διάδοχός του
στὸ θρόνο τῆς Σεβίλλης καὶ ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας. Βοήθησε
ἀκόμη τὴν ἀδελφή του, Ἁγία Φλωρεντίνη, νὰ γίνει ἱδρύτρια καὶ ἡγουμένη
σαράντα μονῶν μὲ χιλιάδες μοναχές, γράφοντας γι’ αὐτὴν μοναχικὸ τυπικὸ
ποὺ ἀπὸ τότε καλεῖται «Κανὼν τοῦ Ἁγίου Λεάνδρου». Ὀργάνωσε, ἐπίσης, τὴ
Θεία Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱσπανίας, ποὺ λειτουργικὰ ὀνομάζεται
«μοζαραβικῆ».

Ὁ Ἅγιος Ἐπίσκοπος τῆς Σεβίλλης, ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλὲς
ἀντιξοότητες καὶ δοκιμασίες, παρέδωσε τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο στὶς
13 Μαρτίου τοῦ ἔτους 600 ἢ 601 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Τίτος ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Τίτος γεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἀσκήτευε στὴ Λαύρα τῶν Σπηλαίων τοῦ
Κιέβου. Ἡ ἱερατική του βιοτὴ ἦταν θεοφιλὴς καὶ ἰσάγγελη, ἐνῷ ἡ ἀγάπη
του πρὸς ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς ἀνιδιοτελὴς καὶ ἀνυπόκριτη.

Τότε ζοῦσε
στὴ Λαύρα καὶ ἕνας διάκονος, ποὺ ὀνομαζόταν Εὐάγριος. Ὁ μισόκαλος
διάβολος, ποὺ πάντοτε σπείρει ζιζάνια, ἔσπειρε ἔχθρα ἀνάμεσα στὸν Ὅσιο
Τίτο καὶ τὸ διάκονο Εὐάγριο. Καὶ ἐνῷ πρῶτα ἔτρεφαν ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο
βαθιὰ ἀμοιβαία ἀγάπη, ἔφθασαν τώρα νὰ μὴν θέλουν οὔτε νὰ ἰδωθοῦν. Τόσο
πολὺ μάλιστα τοὺς σκότισε ἡ ὀργὴ καὶ ἡ μνησικακία, ὥστε, ὅταν θυμίαζε ὁ
ἕνας στὸ ναό, ὁ ἄλλος ἔφευγε. Καὶ ἂν δὲν ἔφευγε, ὁ πρῶτος τὸν
προσπερνοῦσε χωρὶς νὰ τὸν θυμιάσει.

Ἔχοντας βυθιστεῖ σὲ τέτοιο
σκοτάδι ἐμπάθειας οἱ δυὸ ἀδελφοί, τολμοῦσαν νὰ λειτουργοῦν καὶ νὰ
προσφέρουν τὰ Τίμια Δῶρα καὶ νὰ κοινωνοῦν, ξεχνώντας τὴν ἐντολὴ τοῦ
Κυρίου ποὺ λέγει: «Ἐὰν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ θυσιαστήριο καὶ ἐκεῖ
ἐνθυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίων σου, ἄφησε ἐκεῖ τὸ δῶρο
σου μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο καὶ πήγαινε, πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν
ἀδελφό σου, καὶ τότε ἀφοῦ ἔλθεις πρόσφερε τὸ δῶρο σου».

Κάποτε ὁ
Ὅσιος Τίτος ἀρρώστησε πολὺ σοβαρά. Εἶχα μάλιστα φθάσει στὰ πρόθυρα τοῦ
θανάτου, ὅταν ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ γιὰ τὴν ἁμαρτία
του. Ἀμέσως παρακάλεσε τοὺς μοναχοὺς νὰ καλέσουν τὸν Εὐάγριο, γιὰ νὰ
συγχωρεθοῦν.

Ἐκεῖνος ὅμως, ὄχι μόνο δὲν δέχθηκε νὰ συγχωρέσει τὸν
ἑτοιμοθάνατο ἀδελφό, ἀλλὰ ἄρχισε νὰ τὸν καταριέται. Τότε τὸν ἅρπαξαν καὶ
τὸν ἔφεραν διὰ τῆς βίας στὸν Ὅσιο, γιὰ νὰ εἰρηνεύσουν. Μόλις τὸν εἶδε ὁ
Ὅσιος Τίτος ἀνασηκώθηκε μὲ δυσκολία καὶ τὸν ἱκέτευσε κλαίγοντας νὰ τὸν
εὐλογήσει.

Ὁ ἀνελέητος Εὐάγριος ἀποστράφηκε ἄσπλαχνα  τὸν Ὅσιο καὶ
δήλωσε μπροστὰ σὲ ὅλους, ὅτι ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί του
οὔτε στὴν παροῦσα ζωὴ οὔτε στὴν ἄλλη. Δὲν πρόλαβε ὅμως νὰ τελειώσει τὸν
λόγο του καὶ ἔπεσε κάτω ξερός!

Οἱ πατέρες ἔτρεξαν νὰ τὸν σηκώσουν, ἀλλὰ
διαπίστωσαν πὼς ἦταν νεκρός. Τὸ σῶμα του ἀμέσως πάγωσε σὰν μάρμαρο. Τὴν
ἴδια στιγμὴ ὁ Ὅσιος Τίτος σηκώθηκε ὄρθιος, ἐντελῶς ὑγιής, σὰν νὰ μὴν
εἶχε ἀρρωστήσει ποτέ. Μὲ φρίκη καὶ δέος ἀντίκρισαν ὅλοι τὸν ἄδοξο θάνατο
τοῦ μνησίκακου Εὐαγρίου καὶ τὴν θαυματουργικὴ ἴαση τοῦ Ἁγίου.


Ὅσιος Τίτος, μετὰ τὴν συγκλονιστικὴ αὐτὴ ἐμπειρία, ἀπομάκρυνε γιὰ πάντα
ἀπὸ τὴ ζωή του, ὄχι μόνο τὴν ἐξωτερικὴ ὀργή, ἀλλὰ καὶ κάθε κακὸ λογισμὸ
γιὰ ὁποιονδήποτε ἀδελφό, μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ κοιμήθηκε εἰρηνικὰ καὶ
παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό. Ἦταν τὸ ἔτος 1190.

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐκ Τραπεζοῦντος


Ἅγιος Νεομάρτυς Ἠλίας καταγόταν ἀπὸ τὸ Κρυονέρι Τραπεζούντας καὶ ἦταν
υἱὸς τοῦ ἱερέως Κωνσταντίνου. Συνελήφθη καὶ βασανίστηκε στὸ Μόλο τῆς
Τραπεζούντας (Μοὺμ Χανέ), τὸ ἔτος 1749 καὶ τελικὰ ἀπαγχονίστηκε. Τὸ ἅγιο
λείψανο αὐτοῦ τὸ παρέλαβαν οἱ Χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὴ μονὴ
Θεοσκεπάστου.
Ὁ Ὅσιος Φώτιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Φώτιος ἀσκήτεψε στὴ μονὴ Γιοῦρεβ τοῦ Νόβγκοροντ καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1838.
Ὁ Ἅγιος Ραφαὴλ Ἐπίσκοπος Μπρούκλυν


Ἅγιος Ραφαὴλ γεννήθηκε στὴ Συρία τὸ ἔτος 1860 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν
Μιχαὴλ Χαβαβίνυ καὶ τὴ Μάριαμ, θυγατέρα τοῦ ἱερέως τῆς Δαμασκοῦ. Τὴν
ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων τοῦ 1861 βαπτίσθηκε καὶ ὀνομάσθηκε
Ραφαήλ.

Σπούδασε στὴ θεολογικὴ σχολὴ τῆς Χάλκης καὶ χειροτονήθηκε
διάκονος στὶς 8 Δεκεμβρίου τοῦ 1885. Στὴ συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα
στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Κιέβου. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη
Ἀντιοχείας Σίλβεστρο, διευθυντῆ τῆς ἀκαδημίας καὶ ἕνα μῆνα ἀργότερα
ἔλαβε τὸ ὀφίκιο τοῦ ἀρχιμανδρίτη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Μόσχας Ἰωαννίκιο.
Ὡς πρεσβύτερος πλέον ἀνέλαβε καθήκοντα ἐξάρχου τοῦ Πατριαρχείου
Ἀντιοχείας στὴ Ρωσία.

Ὁ ἱεραποστολικὸς ζῆλος ὁδήγησε τὰ βήματά του
στὴν Ἀμερική. Ἔφθασε στὴ Νέα Ὑόρκη στὶς 2 Νοεμβρίου 1895 καὶ ἀνέλαβε ὡς
βοηθὸς τοῦ Ἐπισκόπου Νικολάου. Ἀνέλαβε σημαντικὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο καὶ
ἀσχολήθηκε μὲ τὴ συγγραφὴ θεολογικῶν βιβλίων καθὼς καὶ μὲ τὴν ἀνέγερση
νέων ναῶν.

Τὸ ἔτος 1903 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τὸν
ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο Μπρούκλυν καὶ τοῦ ἀνέθεσε τὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο στὴ
Βόρειο Ἀμερική.

Ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1915.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

26 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Πορφυρίου Ἐπισκόπου, Φωτεινῆς Σαμαρείτιδος, τῶν Ἁγίων Φωτούς, Φωτίδος, Παρασκευῆς, Κυριακῆς καὶ Ἀνατολῆς Μαρτύρων, τῶν Ἁγίων Ἰωσὴ καὶ Βίκτωρος Μαρτύρων, Σεβαστιανοῦ δουκός, Θεοκλήτου φαρμακοῦ, Βίκτωρος καὶ Χριστοδούλου Μαρτύρων, Νικολάου Κατοπινοῦ, Σεβαστιανοῦ Ὁσίου, Ἰωάννου Κάλφα, Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κιέβῳ.

Ὁ Ἅγιος Πορφυριος Ἐπίσκοπος Γάζης


Ἅγιος Πορφύριος γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐσεβεῖς
γονεῖς. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε καὶ γονεῖς καὶ πλούτη, στὰ χρόνια τῆς βασιλείας
τοῦ Ἀρκαδίου καὶ Ὀνωρίου, ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο ποὺ ἦταν τότε
μεγάλο μοναστικὸ κέντρο καὶ ἔγινε μοναχὸς σὲ σκήτη.

Μετὰ πενταετῆ
διαμονὴ ᾖλθε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ κήρυσσε στοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἕλληνες
τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ ἀσθένησε σοβαρὰ ἀπὸ κίρρωση τοῦ ἥπατος,
ἀλλὰ παρὰ τὴν ἀσθένειά του δὲν παρέλειπε καθημερινὰ νὰ ἐπισκέπτεται τὸ
Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὰ ἄλλα ἱερὰ προσκυνήματα, προκαλώντας τὸν
θαυμασμὸ τῶν ἄλλων προσκυνητῶν.

Μεταξὺ αὐτῶν ἦταν καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ
μετέπειτα βιογράφος τοῦ Πορφυρίου, ὁ ὁποῖος εἶχε μεταβεῖ, ἐπίσης, γιὰ
προσκύνημα ἀπὸ τὴν Ἀσία στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἀπὸ τότε συνδέθηκαν διὰ βίου.


Μᾶρκος ἀποδείχθηκε πιστὸς καὶ χρήσιμος συνεργάτης του, ἀνέλαβε μάλιστα
νὰ τακτοποιήσει μία σοβαρὴ ἐκκρεμότητα ποὺ εἶχε ἀφήσει στὴ Θεσσαλονίκη ὁ
Πορφύριος, τὸν καταμερισμὸ δηλαδὴ τῆς οἰκογενειακῆς περιουσίας του μὲ
τὰ ἐνήλικα πλέον ἀδέλφια του.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς
ἀπουσίας τοῦ Μάρκου στὴ Θεσσαλονίκη, ἡ ὑγεία τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου
ἀποκαταστάθηκε θαυματουργικά, κατόπιν ὁράματος τῆς σταυρώσεως τοῦ Κυρίου
καὶ τοῦ εὐγνώμονος λῃστοῦ.

Ὁ Μᾶρκος διεκπεραίωσε τὴν ὑπόθεση μὲ τὸν
καλύτερο τρόπο καὶ ἐπέστρεψε μὲ τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας, ὕψους 4.400
νομισμάτων καὶ μὲ πλῆθος ἀργυρῶν σκευῶν καὶ πολύτιμων ἐνδυμάτων, τὰ
ὁποία σύντομα ἐκποίησε καὶ μοίρασε στοὺς πτωχοὺς καὶ στὰ μοναστήρια τῶν
Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Αἰγύπτου, τὰ ὁποία ἦταν πολὺ πτωχά.

Ἐκεῖ
χειροτονήθηκε, τὸ ἔτος 392 μ.Χ., Πρεσβύτερος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη
Ἱεροσολύμων Ἰωάννη Β’ (386-417 μ.Χ.). Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου
Γάζης Αἰνείου, τὸ 395 μ.Χ., ἐξελέγη Ἐπίσκοπος

τῆς Γάζης καὶ χειροτονήθηκε ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Ἰωάννη.

Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα, ὁδήγησε καὶ πολλοὺς εἰδωλολάτρες καὶ αἱρετικοὺς στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία.

Γιὰ
νὰ προστατεύσει ὁ Ἅγιος τὸ ποίμνιό του ἀπὸ τὶς ἀδικίες τῶν Ἐθνικῶν καὶ
τῶν ἀρχόντων, δὲν δίστασε νὰ μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ
ζητήσει τὴν συνδρομὴ τῶν αὐτοκρατόρων Ἀρκαδίου (395-408 μ.Χ.) καὶ
Εὐδοξίας.

Ἐκεῖ συνάντησε καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος
τὸν συνέστησε στὸν Ἀμάντιο τὸν κουβικουλάριο καὶ στοὺς βασιλεῖς καὶ
στήριξε μὲ θέρμη τὸ αἴτημά του νὰ καταστήσει γνωστὴ στοὺς βασιλεῖς τὴν
τυραννία τῶν πολιτικῶν ἀρχόντων ποὺ καταπίεζαν τὸν λαό.

Παρὰ τὶς
ἀρχικές του ἀντιδράσεις ὁ βασιλέας ἐπείσθη καὶ χορήγησε στὸν Ἅγιο
Πορφύριο βασιλικὸ διάταγμα μὲ τὸ ὁποῖο περιόριζε τὴν δράση τῶν
εἰδωλολατρῶν καὶ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν καὶ μὲ βασιλικὴ χορηγία ἀνήγειρε
ἐκκλησίες ἐκεῖ ὅπου προηγουμένως βρίσκονταν εἰδωλολατρικοὶ ναοί.

Κατάφερε
δὲ ὁ Ἅγιος τὰ κατεδαφιστεῖ τὸ Μαρνεῖον, ὁ περίφημος ναὸς τῶν Ἐθνικῶν
Γαζαίων, ποὺ εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἀδριανὸ τὸ ἔτος 129 μ.Χ.
Στὴν θέση του ἀνοικοδομήθηκε περικαλλὴς ναὸς μὲ χορηγία τῆς
αὐτοκράτειρας Εὐδοξίας, ἡ ὁποία ἀπέστειλε γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ στὴν Γάζα
τὸν Ἀντιοχέα ἀρχιτέκτονα Ρουφίνο.

Ὁ ναὸς αὐτός, ποὺ ὀνομάστηκε
Εὐδοξιανός, εἶχε 32 μεγάλους κίονες ἀπὸ καρυστινὸ μάρμαρο καὶ τὰ
ἐγκαίνιά του ἔγιναν τὸ Πάσχα τοῦ 407 μ.Χ.

Κατὰ τὰ μετέπειτα ἔτη ὁ
Ἅγιος Πορφύριος ἐργάστηκε γιὰ τὴν συγκρότηση τῆς Ἐπισκοπῆς του. Μὲ ζωηρὰ
χρώματα διασῴζει ὁ βιογράφος του Μᾶρκος, τὴν φιλανθρωπικὴ καὶ
ἱεραποστολική του δράση. Τὸ ἔτος 415 μ.Χ. ἔλαβε μέρος στὴ Σύνοδο τῆς
Διοσπόλεως, ὑπὸ τὴν προεδρία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἰωάννου Β’. Ἡ
Σύνοδος αὐτὴ ἀσχολήθηκε μὲ τὸν θεολόγο Πελάγιο, ὁ ὁποῖος εἶχε καταφύγει
στὰ Ἱεροσόλυμα κοντὰ στὸν Ἰωάννη, μετὰ

τὴν σύγκρουση ποὺ εἶχε στὴν
Ἀφρικὴ μὲ τὸν ἱερὸ Αὐγουστίνο, Ἐπίσκοπο Ἰππῶνος (τιμᾶται 15 Ἰουνίου) γιὰ
τὰ θέματα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ τῆς θείας χάριτος. Στὴ
Σύνοδο αὐτὴ ὁ Πελάγιος ἀθῳώθηκε, ἀφοῦ ἀποδέχθηκε τὴ βασικὴ διδασκαλία,
ὅτι ἡ θεία Χάρη εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Ἅγιος
ἀναπαύθηκε τὸ ἔτος 420 μ.Χ. μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀσθένεια, σὲ ἡλικία 72
ἐτῶν, «τὸν καλὸν ἀγῶνα τετελεκῶς πρὸς τοὺς εἰδωλομανεῖς ἕως τῆς ἡμέρας
τῆς κοιμήσεως αὐτοῦ».

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῳ.

Πορφυραυγέσιν
ἀρετῶν λαμπηδόσι, καταλαμπρύνας σεαυτὸν Ἱεράρχα, καθάπερ φῶς ἐξέλαμψας
Πορφύριε σοφέ, λόγοις γὰρ καὶ θαύμασιν, ἀληθῶς διαπρέψας, πάσιν
ἐβεβαίωσας, εὐσέβειας τὴν χάριν καὶ νῦν Χριστῷ ἀΰλως λειτουργῶν, ὑπὲρ
τοῦ κόσμου, μὴ παύση δεόμενος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὶς τῶν αἱμάτων σου.

Ἱερωτάτοις
σου τρόποις κοσμούμενος, Ἱερωσύνης στολαὶς κατηγλάισαι, Παμμάκαρ
θεόφρον Πορφύριε, καὶ ἰαμάτων ἐμπρέπεις ὑψώμασι, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ
πάντων ἠμῶν.
Ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἡ Μεγαλομάρτυς ἡ Σαμαρείτιδα (Ἑορτὴ Φωτεινή)


Ἁγία Μεγαλομάρτυς Φωτεινὴ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σαμαρειτικὴ πόλη Σιχάρ. Τὶς
πρῶτες πληροφορίες γιὰ τὴν Ἁγία τὶς βρίσκουμε στὸ Δ’ κεφάλαιο τοῦ κατὰ
Ἰωάννη Εὐαγγελίου.

Κάθε μεσημέρι πήγαινε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, στὸ πηγάδι
τὸ λεγόμενο τοῦ Ἰακώβ, καὶ γέμιζε τὴν στάμνα της. ἐκεῖ, μία ἡμέρα,
συνάντησε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος φανέρωσε σὲ αὐτὴν ὅλη τὴ ζωή της. Ὁ
Κύριος εἶπε στὴν Ἁγία, ὅτι Αὐτὸς εἶναι «τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν», δηλαδὴ ἡ
ἀστείρευτη πηγὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ τὸ «πνευμνατικὸ ὕδωρ» ἔδωσε ὁ
Κύριος στὴ Σαμαρείτιδα, ἡ ὁποία βαπτίσθηκε Χριστιανὴ μεταξὺ τῶν πρώτων
γυναικῶν τῆς Σαμάρειας καὶ ὀνομάσθηκε Φωτεινή.

Ἀπὸ τότε ἀφιέρωσε τὸν
ἑαυτό της στὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Ἀφρικὴ καὶ στὴ Ρώμη. Ἐκεῖ
ἔλαβε καὶ μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Νέρωνα (54-68 μ.Χ.), ὅταν
αὐτὸς ἔμαθε ὅτι ἡ Ἁγία Φωτεινὴ ἔκανε Χριστιανὲς τὴν θυγατέρα του
Δομνίνα καὶ μερικὲς δοῦλες της.

Μαζὶ μὲ τὴν Ἁγία Φωτεινὴ μαρτύρησαν οἱ υἱοί της καὶ οἱ πέντε ἀδελφές της.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τὴν
πηγὴν δεξαμενὴ τῆς σοφίας καὶ χάριτος, ἐκ χειλέων Κυρίου Φωτεινὴ
Ἰσαπόστολε, νομίμως ἠγωνίσω πανοικεῖ, καὶ νέμεις φωτισμὸν παρὰ Θεοῦ,
τοὶς προστρέχουσι τὴ σκέπη σου τὴ σεπτή, καὶ εὐλαβῶς βοώσί σου. Δόξα τῷ
δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διὰ σοῦ,
χάριν ἠμὶν καὶ ἔλεος.

Οἱ Ἁγίες Φωτῶ, Φώτις, Παρασκευή, Κυριακὴ καὶ Ἀνατολὴ οἱ Μάρτυρες, ἀδελφὲς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς

Οἱ
Ἁγίες Φωτῶ, Παρασκευή, Κυριακὴ καὶ Ἀνατολὴ τελειώθησαν διὰ ξίφους καὶ ἡ
Ἁγία Φώτις ἐτέθηκε σὲ δυὸ δένδρα, τὰ ὁποία ἀπολυθέντα τὴν διέσχισαν στὰ
δυό.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Φωτεινὴν
καὶ Φωτίδα καὶ Φωτῶ ἀνυμνήσωμεν, σὺν Ἀνατολὴ Φωτεινὸν τὲ Ἰωσὴν θείοις
ἄσμασιν, ὁμοὺ Κυριακὴν Παρασκευήν, τοὺς Μάρτυρας Χριστοῦ περιφανεῖς·
θείαν χάριν γὰρ αἰτοῦνται καὶ φωτισμόν, τοὶς πίστει ἀνακράζουσι· δόξα τῷ
ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι’ ὑμῶν
πάσιν ἰάματα.
Οἱ Ἅγιοι Ἰωσῆς καὶ Βίκτωρ οἱ Μάρτυρες, υἱοὶ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰωσῆς καὶ Βίκτωρ, ὁ ὁποῖος ἀποκαλεῖται καὶ Φωτεινός, ἀποκεφαλίσθηκαν.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Φωτεινὴν
καὶ Φωτίδα καὶ Φωτῶ ἀνυμνήσωμεν, σὺν Ἀνατολὴ Φωτεινὸν τὲ Ἰωσὴν θείοις
ἄσμασιν, ὁμοὺ Κυριακὴν Παρασκευήν, τοὺς Μάρτυρας Χριστοῦ περιφανεῖς·
θείαν χάριν γὰρ αἰτοῦνται καὶ φωτισμόν, τοὶς πίστει ἀνακράζουσι· δόξα τῷ
ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι’ ὑμῶν
πάσιν ἰάματα.
Ὁ Ἅγιος Σεβαστιανὸς ὁ δοῦκας

 


Ἅγιος Μάρτυς Σεβαστιανὸς ἦταν ἡγεμόνας τῆς πόλεως τῆς Καρθαγένης.
Ἀσπάσθηκε τὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὸν εὐαγγελικὸ λόγο τοῦ υἱοῦ τῆς
Ἁγίας Φωτεινῆς Βίκτωρος ἢ Φωτεινοῦ καὶ μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορα Νέρωνος
(54-68 μ.Χ.).
Ὁ Ἅγιος Θεόκλητος ὁ Μάρτυρας ὁ φαρμακὸς


μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα Θεοκλήτου ἀναφέρεται μόνο στὸν Παρισινὸ Κώδικα
1578. ἴσως νὰ πρόκειται περὶ τοῦ μάγου, ποὺ ἐπέδωσε στὴν Ἁγία Φωτεινὴ τὴ
Σαμαρείτιδα τὸ δηλητήριο καὶ ἀφοῦ πίστεψε στὸν Χριστὸ ἀποκεφαλίσθηκε.
Οἱ Ἅγιοι Βίκτωρ ὁ Στρατηλάτης καὶ Χριστόδουλος οἱ Μάρτυρες

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο καὶ τὸ Μαρτύριο τῶν Ἁγίων.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Κατοπινὸς


μνήμη του ἀναφέρεται μόνο στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Delehaye, χωρὶς καμιὰ
ἄλλη πληροφορία, ἁπλὰ «μνήμη τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἠμῶν Νικολάου τοῦ
Κατοπινοῦ». Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Ὅσιος Σεβαστιανὸς ἐκ Ρωσίας

 

Ὁ Ὅσιος Σεβαστιανὸς τοῦ Ποσεσόνε γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ Ρωσία
κατὰ τὰ τέλη τοῦ 15ου καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνα μ.Χ. Ἐκάρη μοναχὸς σὲ
ἕνα μοναστῆρι στὴν περιοχὴ τοῦ Σοχότ, κοντὰ στὴν πόλη Ρομάνοβο καὶ
κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ μνήμη του τιμᾶται καὶ στὶς 18 Δεκεμβρίου.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κάλφας ὁ Νεομάρτυρας


Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης γεννήθηκε καὶ ἀντράφηκε στὸ Γαλατὰ τῆς
Κωνσταντινουπόλεως. Ἐργαζόμενος ὡς λεπτουργὸς κάλφας στὸ παλάτι τοῦ
σουλτάνου, προσέφερε τὶς ὑπηρεσίες του καὶ σὲ ἄλλους ἐπιφανεῖς Τούρκους.
Ἕνας ἀπὸ τούς μαθητὲς ποὺ εἶχε προσλάβει, ἀνεψιὸς ἐνὸς ἀγὰ ἀπὸ τὴν
Ἀνατολή, τὸν διέβαλε, ὅτι σὲ συζήτηση ποὺ εἶχε μαζί του, ὁ Ἰωάννης
κατηγόρησε τὴν μουσουλμανικὴ θρησκεία καὶ ἐξῇρε τὴν πίστη τῶν
Χριστιανῶν. Ἔτσι ὁ Μάρτυρας συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν κριτὴ
κατηγορούμενος γιὰ ἐξύβριση τῆς ἰσλαμικῆς θρησκείας.

Ὁ Ἅγιος
μαστιγώθηκε ἀνηλεῶς καὶ ρίφθηκε στὴ φυλακή. Παρὰ τὶς ἐπίμονες
προσπάθειες τῶν Τούρκων ὁ Ἰωάννης ὁμολογοῦσε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ
σταθερότητα τὸν Χριστό. Κατὰ διαταγὴ τοῦ βεζίρη ὁδηγήθηκε στὸν ἔπαρχο, ὁ
ὁποῖος τὸν ὁδήγησε στὸ Δημοπρατήριο, ὅπου καὶ ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος
1575, ἡμέρα Κυριακή.
Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κιέβῳ Ρωσίας

 

Ἡ θαυματουργικὴ εἰκόνα τῆς Ὑεραγίας Θεοτόκου τοῦ Μεζχετσκ βρέθηκε στὸ Κίεβο τὸ ἔτος 1492.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

 

25 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Ταρασίου Ἀρχιεπισκόπου, Ἀλεξάνδρου Μάρτυρος, Ἀντωνίου Μάρτυρος, Ρηγίνου Ἱερομάρτυρος, Μαρκέλλου Ἱερομάρτυρος Ὁ Ἅγιος Ταράσιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
Ὁ Ἅγιος Ταράσιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως


Ἅγιος Ταράσιος γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καὶ ἐκπαιδεύθηκε στὴν
Κωνσταντινούπολη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ εὐγενεῖς, τὸν Γεώργιο, κριτὴ
καὶ πατρίκιο καὶ τὴν Εὐκρατία. Λόγω τῆς μεγάλης του μορφώσεως ἀνυψώθηκε
στὸ ἀξίωμα τοῦ πρωτασηκρίτου.

Οἱ ἐκκλησιαστικὲς περιστάσεις τὴν ἐποχὴ
ἐκείνη ἦταν ἀρκετὰ σοβαρές. Ὑπῆρχε ἀκόμα ὁ πόλεμος τῶν εἰκονομάχων, ἡ
δὲ θέση τῶν Ὀρθοδόξων ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσκολη διὰ τοῦ θανάτου τοῦ
Πατριάρχου Παύλου Δ’ τοῦ Κυπρίου (780-781 μ.Χ.).

Ἡ βασίλισσα Εἰρήνη ἡ
Ἀθηναία, ἡ ὁποία ἐπιτρόπευε τὸν ἀνήλικο υἱό της Κωνσταντῖνο ΣΤ’
(780-798 μ.Χ.), κατανόησε, ὅτι χρειαζόταν ἐκκλησιαστικὸς ἡγέτης μὲ
εὐσέβεια, θεολογικὴ κατάρτιση καὶ διοικητικὴ ἱκανότητα, γιὰ νὰ μπορέσει
νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς περιστάσεις καὶ τὰ προβλήματα.

Ἔτσι ἐξελέγη
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς ὁ Ἅγιος Ταράσιος παρὰ τὶς
ἐπίμονες ἀρνήσεις του, ἀφοῦ ἔλαβε ὑπόσχεση ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς, ὅτι θὰ
συγκληθεῖ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσει τὰ διάφορα θεολογικὰ
ζητήματα καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα. Ἡ χειροτονία τοῦ νέου Πατριάρχου
ἔγινε στὶς 25 Δεκεμβρίου 784 μ.Χ.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πατριαρχίας του ὁ Ἅγιος
μερίμνησε γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῶν σχέσεων μὲ τὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία ἐπὶ
Πάπα Ἀδριανοῦ Α’ (771-795 μ.Χ.) καὶ τὴν σύγκλιση τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου, τὸ ἔτος 787 μ.Χ., στὴ Νίκαια, ἡ ὁποία καταδίκασε τοὺς
εἰκονομάχους καὶ ἀκύρωσε τὴν εἰκονομαχικὴ Σύνοδο τοῦ ἔτους 754 μ.Χ.
θέτοντας ὡς βάση τοῦ δογματικοῦ καθορισμοῦ τὰ σχετικὰ συγγράμματα τοῦ
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ (τιμᾶται 4 Δεκμβρίου). Ἡ ὄγδοη συνεδρία τῆς
Συνόδου ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὰ ἀνάκτορα, ὄποι οἱ βασιλεῖς
Εἰρήνη καὶ Κωνσταντῖνος ὑπέγραψαν τοὺς Ὅρους τῆς Συνόδου.Στὴν
εὐσέβεια καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἦθος τοῦ Ἁγίου ὀφείλεται καὶ ἡ μέριμνα ποὺ
ἔλαβε ἡ Ἐκκλησία κατὰ τῆς σιμωνίας, τοῦ χρηματισμοῦ δηλαδὴ γιὰ τὴν
ἀπόκτηση ἐκκλησιαστικῶν ἀξιωμάτων καὶ ἰδιαίτερα τῶν ἐπισκοπικῶν θέσεων.
Παράλληλα ὁ Ἅγιος ἀνέπτυξε πλούσια φιλανθρωπικὴ καὶ κοινωνικὴ δράση καὶ
διακρίθηκε γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη του πρὸς τοὺς πτωχούς.

Ἡ ἀγάπη του πρὸς
τὸν μοναχισμὸ ἐκφράστηκε καὶ μὲ τὴν ἵδρυση Μονῆς στὸ στενὸ τοῦ
Βοσπόρου, στὴν ὁποία καὶ ἐνταφιάσθηκε μετὰ τὴν ὀσιακὴ κοίμησή του τὴν
Τετάρτη τῆς Α’ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, τὸ ἔτος 806 μ.Χ. Ὁ αὐτοκράτορας
Μιχαὴλ Α’ ὁ Ραγκαβὲς (811-813 μ.Χ.) τὸν Μάρτιο τοῦ ἔτους 813 μ.Χ.
ἐνέδυσε τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου μὲ ἄργυρο, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι καὶ αὐτὸς καὶ ἡ
βασίλισσα Προκοπία τὸν σεβασμὸ τοὺς πρὸς τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου.

Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Ταρασίου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Βίου
ὀρθότητι, καλλωπιζόμενος, φωστὴρ ὑπέρλαμπρος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καὶ
τὴν Εἰκόνα τοῦ Χρίστου, Συνόδω ἐν τὴ Ἕβδομη, προσκυνεὶν ἐκήρυξας,
ὀρθοδόξως μακάριε, στῦλος καὶ ἑδραίωμα, Ἐκκλησίας γενόμενος, διὸ τοὺς
σοὺς ἀγῶνας γεραίρει, Πάτερ Ἱεράρχα Ταράσιε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὥσπερ
μέγας ἥλιος, ταὶς τῶν δογμάτων, καὶ θαυμά, τῶν λάμψεσι, φωταγωγεῖς
διαπαντός, τῆς οἰκουμένης τὸ πλήρωμα, οὐρανομύστα, παμμάκαρ Ταράσιε.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ὁ Μάρτυρας ὁ ἐν Δριζιπάρῳ τῆς Θρᾴκης


Ἅγιος Μάρτυς Ἀλέξανδρος καταγόταν ἀπὸ τοὺς Ποτιόλους τῆς Ἰταλίας καὶ
ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.) καὶ τοῦ
ἡγεμόνος Τιβεριανοῦ. Ἀφοῦ συνελήφθηκε ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, καταβλήθηκε
προσπάθεια γιὰ νὰ κάνουν τὸν Ἅγιο νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ὁ Ἅγιος
ὅμως, ἀντὶ νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα, εἶπε πρὸς τὸν ἡγεμόνα: «Καὶ αὐτὰ
εἶναι μάταια καὶ ἐσὺ ποὺ πιστεύεις σὲ αὐτὰ εἶσαι ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος».
Τότε τοῦ ἔδεσαν τὰ χέρια στὴν ἄκρη καὶ τὸν κρέμασαν, ἀφοῦ στὰ πόδια τοῦ
ἔδεσαν βαριὰ πέτρα.

Μετὰ ἀπὸ αὐτό, τὸν ὁδήγησαν στὸν Καρθαγένη,
ὅπου ὑπέστη φρικτοὺς βασανισμούς. Ἀφοῦ δὲ τὸν ἔσυραν πάλι στὴ
Μαρκιανούπολη τῆς Θρᾴκης, τοῦ ἔκαψαν τὸ πρόσωπο μὲ δᾴδες φωτιᾶς, ἀλλὰ ὁ
Μάρτυς ὑπέμενε μὲ γενναῖο τρόπο. Στὸ τέλος τὸν ἀποκεφάλισαν διὰ ξίφους.
Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀπέλαβε στεφάνι ἄφθαρτο καὶ ζωὴ αἰώνια ἀπὸ τὸν
Χριστὸ τὸν Θεό μας.

Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μάρτυρας


Ἅγιος Μάρτυς Ἀντώνιος μαρτύρησε ὅταν τὸν ἔριξαν στὴν φωτιὰ ζωντανό. Δὲν
ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Ρηγίνος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σκοπέλου


Ἅγιος Ρηγίνος γεννήθηκε στὴ Λεβάδεια τῆς Βοιωτίας στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου
αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν βοήθησαν νὰ
λάβει τὴ θύραθεν παιδεία ἀλλὰ καὶ τὴν ὀρθόδοξη ἀγωγή. Ἡ ἀγάπη του γιὰ
τὸν Κύριο καὶ ἡ πνευματική του πρόοδος τὸν μεταμόρφωσαν σὲ σκεῦος
ἐκλογῆς καὶ σὲ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὁ Ἅγιος ἔζησε τὴν ἐποχὴ ποὺ
βασίλευσαν οἱ δυὸ υἱοὶ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ μὲν Κωνστάντιος στὴν
Κωνσταντινούπολη (Ἀνατολή), ὁ δὲ Κώνστας στὴ Ρώμη (Δύση).

Καὶ οἱ δυὸ
διάδοχοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶχαν ἀνατραφεῖ μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς
χριστιανικῆς πίστεως, ἀλλὰ ὁ μὲν Κωνστάντιος εἶχε συνειδητὰ ἀποδεχθεῖ
τὸν Ἀρειανισμό, ὁ δὲ Κώνστας παρέμεινε πιστὸς στὶς δογματικὲς ἀποφάσεις
τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καὶ οἱ δυὸ εἶχαν ὡς κοινὰ χαρακτηριστικὰ
τῆς θρησκευτικῆς τους πολιτικῆς, ἀφ’ ἐνὸς μὲν τὴν καταπολέμηση τῆς
ἐθνικῆς θρησκείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἑνότητος τῆς
Ἐκκλησίας.

Ἡ ἐκκλησιαστική τους πολιτικὴ εἶχε ὡς συνέπεια ὄχι μόνο τὴ
συντήρηση, ἀλλὰ καὶ τὴν διεύρυνση τῆς ἐκκλησιαστικῆς διασπάσεως μεταξὺ
τῶν ὀπαδῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Οἱ συνεχεῖς
παρεμβάσεις, αὐθαίρετες ἢ μή, στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα ὑπῆρξαν πηγὴ
ἐντάσεως στὶς ἀρειανικὲς ἔριδες τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ.

Ἔτσι ὁ Ἅγιος
ἀπεστάλη στὴ νῆσο Σκόπελο ἀπὸ τὸν θεῖο του Ἀχίλλειο (τιμᾶται 15 Μαΐου,
πολιοῦχος τῆς πόλεως Λάρισας), γιὰ νὰ ἐνισχύσει τοὺς ἐξόριστους ποὺ
βρίσκονταν ἐκεῖ καὶ νὰ τοὺς στερεώσει στὴν ὀρθόδοξη πίστη.

Σύμφωνα μὲ
κάποιες πληροφορίες τοῦ Συναξαριστῆ τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλείου, ὁ Ἅγιος
Ρηγίνος παρακολούθησε τὶς ἐργασίες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τὸ ἔτος
325 μ.Χ. μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀχίλλειο.

Ὅμως, μολονότι καταδικάσθηκε
ὁμόφωνα ἀπὸ τοὺς θεοφόρους Πατέρες ἡ αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ, οἱ ὀπαδοὶ
τοῦ Ἀρείου δὲν ἐξέλιπαν καὶ συνέχισαν νὰ διαδίδουν τὶς αἱρετικὲς
δοξασίες τους. Ἐπικράτησε ἐκ νέου μεγάλη ἀναταραχὴ στοὺς κόλπους τῆς
Ἐκκλησίας, κρίση καὶ κατὰ συνέπεια χωρισμὸς σὲ δυὸ παρατάξεις, κάτι ποὺ
ἀνησύχησε ἰδιαίτερα τοὺς δυὸ αὐτοκράτορες Κωνστάντιο καὶ Κώνστα.

Τελικὰ
οἱ δυὸ αὐτοκράτορες συμφώνησαν νὰ συγκληθεῖ στὴ Σαρδικὴ (Σόφια).
Πράγματι, ἡ Σύνοδος συγκλήθηκε στὴ Σαρδική, τὸ ἔτος 343 μ.Χ. Στὴ Σύνοδο
ἔλαβε μέρος καὶ ὁ Ἅγιος Ρηγίνος, ὁ ὁποῖος ἐξόντωσε ὅλες τὶς αἱρέσεις μὲ
τὸ λόγο του καὶ τὴν τόλμη τῆς γνώμης του.

Μετὰ τὴ λήξη τῆς Συνόδου ὁ
Ἅγιος Ρηγίνος ἐπέστρεψε στὴ Σκόπελο. Ἀλλὰ καὶ πάλι ἡ Ἐκκλησία τοῦ
Χριστοῦ κλυδωνίσθηκε καὶ ταράχθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα τῆς
Κωνσταντινουπόλεως Ἰουλιανὸ τὸν Παραβάτη (361-363 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος θέλησε
νὰ ἐπαναφέρει τὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.

Στὴ διάρκεια τῶν
διωγμῶν ποὺ διέταξε ὁ βασιλέας, ἔφθασε στὴ Σκόπελο ὁ ἔπαρχος τῆς Ἑλλάδας
καὶ τῶν Σποράδων. Ἀμέσως κάλεσε τὸν ποιμενάρχη τῆς Σκοπέλου καὶ τοῦ
ὑπέδειξε νὰ ἀλλάξει πίστη καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὴν εἰδωλολατρία.

Ὅμως ὁ
Ἅγιος περιφρόνησε τὴν ὑπόδειξή του καὶ ἐνέμεινε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία
καὶ σταθερότητα στὴν πατρῴα εὐσέβεια. Στὶς 25 Φεβρουαρίου τοῦ 362 μ.Χ.
ὁδηγήθηκε γιὰ τελευταῖα φορὰ ἐνώπιον τοῦ ἐπάρχου. Στὶς προτροπές του νὰ
ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, ὁ Ἅγιος δὲν ἔδωσε καμία ἀπάντηση.

Ἔτσι ὁδηγήθηκε
στὸ στάδιο τῆς νήσου, ὅπου ὑπέστη καὶ ἄλλα φρικτὰ βασανιστήρια καὶ
ἀκολούθως στὴ θέση «Παλαὸ Γεφύρι», ὅπου ἀποκόπηκε ἀπὸ τὸν δήμιο ἡ τίμια
κεφαλή του. Τὴν νύχτα οἱ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ τίμιο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου
καὶ τὸ ἐνταφίασαν μέσα στὸ δάσος τοῦ ὑπερκείμενου λόφου, ὅπου βρίσκεται
μέχρι σήμερα ὁ τάφος του.

Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σόλων τῆς Κύπρου

Ἀπεβίωσε
εἰρηνικά. Ὑπάρχει ὅμως ἀμφιβολία ἂν πράγματι ὑπῆρξε αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος
καὶ αὐτὴ ἡ πόλη στὴν Κύπρο. Ἴσως συγχέεται μ’ αὐτὸν τῆς Ἀπαμείας τῆς
Συρίας (14 Αὐγούστου).

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

24 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, Εὕρεση Τιμίας Κεφαλῆς Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, Ἰωάννου τοῦ Θεριστοῦ, Μποϊζὶλ Ὁσίου, Ἀθελμπέρτου βασιλέως, Ἐράσμου Ὁσίου  
Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου
Η
πρώτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην διδακτική παραβολή του
Τελώνου και του Φαρισαίου, την οποία ο Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου να
διδάξει την αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την έπαρση.Ο ευαγγελιστής Λουκάς, με τρόπο λιτό, αλλά σαφέστατο, διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής:«Εἶπε
δὲ καὶ πρός τινας τοὺς πεποιθότας ἐφ᾿ ἑαυτοῖς ὅτι εἰσὶ δίκαιοι, καὶ
ἐξουθενοῦντας τοὺς λοιπούς, τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν
εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. ὁ
Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι
ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ
καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα
κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς
τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός,
ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν
οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ
ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται». (Λουκ.18,10-14).Η τάξη
των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια
και έπαρση. Τα μέλη της απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή
κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και
της ηθικής για τους Ιουδαίους.Αντίθετα οι τελώνες ήταν η
προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας . Ως φοροεισπράκτορες
των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς,
τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι’ αυτό τους μισούσε
δικαιολογημένα ο λαός.Δύο αντίθετοι τύποι της κοινωνίας, οι οποίοι
εκπροσωπούσαν τις δύο αυτές τάξεις, ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν. Ο
πρώτος ο νομιζόμενος ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς
του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να
απαριθμεί τις αρετές του, οι οποίες ήταν πραγματικές.Τις εξέθετε
προκλητικότατα εις τρόπον ώστε απαιτούσε από το Θεό να τον επιβραβεύσει
γι’ αυτές. Για να εξαναγκάσει το Θεό έκανε και αήθη σύγκρισή του με
άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τον συμπροσευχόμενό του τελώνη.Αντίθετα
ο όντως αμαρτωλός τελώνης συναισθάνεται τη δεινή του κατάσταση και με
συντριβή και ταπείνωση ζητεί το έλεος του Θεού. Αυτή η μετάνοιά του τον
δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με
τον υποκριτή Φαρισαίο, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η προσευχή του,
αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα, εξαιτίας της εγωπάθειάς
του.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι αφιερωμένη η πρώτη
Κυριακή του Τριωδίου στη διδακτική αυτή παραβολή του Κυρίου για να
συνειδητοποιήσουν οι πιστοί πως η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα
του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη
του Θεού και πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής
πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Φαρισαίου
φύγωμεν ὑψηγορίαν, καὶ Τελώνου μάθωμεν, τὸ ταπεινὸν ἐν στεναγμοῖς, πρὸς
τὸν Σωτῆρα κραυγάζοντες· Ἵλαθι μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε.

Εὕρεση Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη

Ὅταν
ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρῴδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια
κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν
οἰκία τοῦ Ἡρῴδη.

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δυὸ
μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ
προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ
τίμια κεφαλή του.

Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν
παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν
ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του.

Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια
κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν
τίμια κάρα σὲ σπήλαιο.

Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364-378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς
Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379-395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ
Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο
ναό.

Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς τοῦ Προδρόμου ὑπάρχουν καὶ
ἄλλες ἀντιφατικὲς παραδόσεις. Κατ’ ἄλλη ἐκδοχὴ ἡ τίμια κάρα εὑρέθηκε
στὴν Ἔμεσα τὸ ἔτος 458 μ.Χ., ἐπὶ βασιλέως Λέοντος Α’ (457-474 μ.Χ.), ἐνῷ
ἄλλοι δέχονται ὅτι αὐτὴ εὑρέθηκε τὸ ἔτος 760 μ.Χ. καὶ μεταφέρθηκε στὸ
ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν Ἔμεσα.Ἀπὸ ἐκεῖ μετακομίσθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐπὶ βασιλείας Μιχαὴλ Γ’ (842-867 μ.Χ.) καὶ πατριαρχίας Ἰγνατίου.

Περὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Τιμίου Προδρόμου βρίσκουμε εἰδήσεις καὶ σὲ
διάφορους χρονογράφους. Ὁ Ζωναρᾶς ἀναφέρει ὅτι τὸ ἔτος 968 μ.Χ. ὁ
Νικηφόρος Φωκᾶς βρῆκε στὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας «βόστρυχον τοῦ
Βαπτιστοῦ Ἰωάννου αἵματι περφυμένον», ποὺ μετακόμισε στὴν
Κωνσταντινούπολη.

Πέντε δὲ χρόνια νωρίτερα, κόμισε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴ Βέροια τῆς
Συρίας, περὶ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 963 μ.Χ., μέρος τοῦ ἱματίου τοῦ
Τιμίου Προδρόμου. Σύμφωνα μὲ ἄλλη μαρτυρία ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς βρῆκε στὴν
Κρήτη «τὸ ἔνδυμα τοῦ Προφήτου ἐκ τριχῶν καμήλου τυγχάνον καὶ περὶ τὸν
τράχηλον ἠμαγμένον».

Ἡ Σύναξη τῆς εὑρέσεως τῆς Τιμίας Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου
ἐτελεῖτο στὸ Προφητεῖο του, ποὺ βρισκόταν στὴν τοποθεσία τὴν
ὀνομαζόμενη Φωρακίου.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἐκ γῆς ἀνατείλασα, ἡ τοῦ Προδρόμου Κεφαλή, ἀκτῖνας ἀφίησι, τῆς ἀφθαρσίας
πιστοὶς τῶν ἰάσεων ἄνωθεν συναθροίζει, τὴν πληθὺν τῶν Ἀγγέλων, κάτωθεν
συγκαλεῖται, τῶν ἀνθρώπων τὰ γένη, ὁμόφωνον ἀναπέμψαι, δόξαν Χριστῷ τῷ
Θεῷ.


Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Προφῆτα Θεοῦ, καὶ Πρόδρομε τῆς χάριτος, τὴν Κάραν τὴν σήν, ὡς ρόδον
Ἱερώτατον, ἐκ τῆς γῆς εὐράμενοι, τᾶς ἰάσεις πάντοτε λαμβάνομεν, καὶ γὰρ
πάλιν ὡς πρότερον, ἐν κόσμῳ κηρύττεις τὴν μετάνοιαν.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Θεριστὴς ὁ ἐν Καλαβρίᾳ

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης γεννήθηκε περὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ 10ου αἰῶνος μ.Χ. στὸ
Πάνορμο τῆς Σικελίας. Ἡ μητέρα του ἦταν αἰχμάλωτη Ὀρθόδοξη Χριστιανὴ στὸ
παλάτι τοῦ τοπικοῦ μουσουλμάνου ἄρχοντος, ποὺ τὴν εἶχε ὡς σύζυγό του
καὶ ὀνομαζόταν Καλλίστη.

Ὁ Ὅσιος μεγάλωνε σύμφωνα μὲ τὰ ἤθη τῶν Σαρακηνῶν. Μόνο ἡ μητέρα του τοῦ
μιλοῦσε μυστικὰ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία γιὰ τὸν Χριστό.

Ὅταν ἔφθασε σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, τοῦ φανέρωσε τὴν ἀληθινή του πατρίδα, τὴν
Καλαβρία καὶ τὸν προέτρεψε νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ βαπτισθεῖ Ὀρθόδοξος.
Στὴ συνέχεια ἡ εὐλαβὴς Καλλίστη ἀσπάσθηκε τὸ παιδί της καὶ τοῦ ἐπέδωσε
τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸν ὁποῖο φύλασσε κρυφὰ καὶ ἦταν ἡ μόνη της παρηγοριὰ
στὶς θλίψεις τῆς ὁμηρίας.

Ὁ Ὅσιος διέφυγε μὲ θαυμαστὸ τρόπο τὴν καταδίωξη τῶν Ἀγαρηνῶν καὶ
ἀποβιβάσθηκε στὴν ἀκτὴ τοῦ Στύλου, ὅπου καὶ βαπτίσθηκε ὑπὸ τοῦ Ὀρθοδόξου
Ἐπισκόπου Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομά του. Στὴ συνέχεια
ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς καὶ
ἁγιότητος.

Ὁ Ἰωάννης πήγαινε τακτικὰ στὴν Ἐκκλησία, προσκυνοῦσε τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ζητοῦσε ἐξηγήσεις γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες ποὺ ἔβλεπε.

Βλέποντας δίπλα στὸν Χριστὸ τὸν Ἅγιο Προφήτη καὶ Βαπτιστὴ Ἰωάννη,
ἐρώτησε: «Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ Ἅγιος ποῦ εἶναι ντυμένος μὲ δέρμα
καμήλας;». Τοῦ ἀπάντησαν: «Εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ὁ προφήτης ποὺ
ἔζησε στὴν ἔρημο καὶ τρεφόταν μὲ ἀκρίδες καὶ ἄγριο μέλι. Εἶναι ἐκεῖνος
ποὺ βάπτισε τὸν Χριστό μας στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη.

Νὰ τὸν μιμηθεῖς, γιατί ἔχεις τὸ ὄνομά του». Ἀκούγοντας τὸν βίο τοῦ
Τιμίου Προδρόμου, ὁ Ἰωάννης γέμισε ὅλος ἀπὸ θεῖο πόθο καὶ παρακάλεσε τὸν
Ἐπίσκοπο νὰ τοῦ δείξει ἕναν ἐρημικὸ τόπο ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ σώσει τὴν
ψυχή του. Ἐκεῖνος τότε τοῦ ὑπέδειξε ἕνα ἀρχαιότατο μοναστῆρι σὲ μία
δασώδη κοιλάδα, ἀνάμεσα στοὺς ποταμοὺς Ἄσση καὶ Στύλαρο.

Αὐτὸς πῆγε ἐκεῖ καὶ βρῆκε δυὸ Ἁγίους μοναχούς, τὸν Ἀμβρόσιο καὶ τὸ
Νικόλαο. Ἐκεῖνοι στὴν ἀρχὴ ἦταν ἀρνητικοὶ καὶ τὸν ἄφησαν ἔξω ἀπὸ τὴν
πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ, μέχρι πού, θαυμάζοντας τὴν σταθερότητά του καὶ
τὴν ἐπιμονή του, τὸν δέχθηκαν κοντά τους, γιὰ νὰ ἀρχίσει τὴν ἀγγελικὴ
ζωὴ καὶ νὰ φθάσει σὲ ὕψη ἁγιότητος.

Κάποτε στὸ Ροβιάνο, ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ Μοναστεράτσε, ἦταν ἕνας εὐεργέτης
ποὺ κάθε χρόνο, μετὰ τὸ θερισμό, ἔδινε λίγο στὸ μοναστῆρι. Τὸν μῆνα
Ἰούνιο ὁ Ἰωάννης πῆγε νὰ τὸν βρεῖ, παίρνοντας μαζί του κι ἕνα μικρὸ
παγοῦρι κρασί.

Καθὼς διάβαινε ἀνάμεσα στὰ χωράφια, οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ τὸν
περιπαίζουν, ἀλλὰ ὁ πρᾶος Ἰωάννης τοὺς πλησίασε καὶ ἔδωσε σὲ ὅλους νὰ
φᾶνε καὶ νὰ πιοῦνε. Ὅλοι ἔτρωγαν τὸ ψωμὶ καὶ ἔπιναν κρασί, ἀλλὰ τὸ ψωμὶ
δὲν τελείωνε, οὔτε ἄδειαζε τὸ παγοῦρι.

Μόλις τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Ὅσιος γονατιστὸς εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ ὅταν ξαφνικὰ
σκοτείνιασε ὁ οὐρανός, ἐνῷ ἦταν μεσημέρι καὶ μία μπόρα ἔπεσε στὸν κάμπο.
Οἱ θεριστὲς ἔτρεξαν νὰ προστατευθοῦν.

Μόνο ὁ Ἰωάννης ἔμεινε ἐκεῖ προσευχόμενος. Μόλις κόπασε ἡ βροχή, γύρισαν
οἱ θεριστὲς γιὰ τὴν δουλειά τους καὶ βρῆκαν θερισμένα ὅλα τὰ στάχυα,
δεμένα στὴν σειρὰ δεμάτια καὶ στεγνά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Θεριστής.

Ὁ Ὅσιος προεῖπε τὴν κοίμησή του, τὸ δὲ τίμιο λείψανο αὐτοῦ κατέστη πηγὴ
θαυμάτων καὶ ἰάσεων παντοδαπῶν, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ Φράγκοι κατακτητές,
ἀνήγειραν μετὰ τοῦ πιστοῦ Ὀρθόδοξου λαοῦ μεγαλοπρεπῆ ναὸ πρὸς τιμήν του.

Ἀπὸ τότε, ὅμως, ἄρχισε ὁ ἐκλατινισμὸς τῆς περιοχῆς καὶ ἔτσι οἱ
τελευταῖοι Λατῖνοι μοναχοὶ ἐγκατέλειψαν τὴ μονὴ καὶ μετέβησαν στὸν Στῦλο
φέρνοντας ἐκεῖ μαζί τους, ὅπου καὶ σῴζονται μέχρι σήμερα, τὰ τίμια
λείψανα τοῦ Ὁσίου καὶ τῶν Ἁγίων Ἀμβροσίου καὶ Νικολάου, τῶν διδασκάλων
αὐτοῦ.

Ἡ ἱστορία δὲν διέσωσε τὴν ἀκριβῆ ἡμερομηνία κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ὅσιος
κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἀναπαύθηκε στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ. Ἡ παράδοση
θέλει τὴν ἑορτὴ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου αὐτὴ τὴν ἡμέρα, μαζὶ μὲ τὴν ἑορτὴ
τῆς εὑρέσεως τῆς Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, γιατί ὁ
Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν ἕνας πρόδρομος τῆς σωτηρίας, ἕνας νέος πρόδρομος τῆς
βασιλείας τῶν οὐρανῶν.

Ὁ Ὅσιος Μποϊζὶλ ἐκ Σκωτίας

Ὁ Ὅσιος Μποϊζὶλ καταγόταν ἀπὸ τὴ Σκωτία καὶ ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς
μοναχικῆς πολιτείας. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Μελρός, ἡ ὁποία ἔκειτο
κοντὰ στὸν ποταμὸ Τουίντ. Ἔφθασε διὰ τῆς θεοφιλοῦς ἀσκήσεώς του στὰ ὕψη
τῶν ἀρετῶν.

Προσευχόταν ἀδιάλειπτα ἐπικαλούμενος τὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Θεὸς
τὸν εὐλόγησε μὲ τὸ προορατικὸ χάρισμα. Προαισθανόμενος τὸ τέλος του,
κάλεσε τοὺς ἀδελφοὺς τῆς μονῆς καὶ τοὺς ἔδωσε τὶς τελευταῖες πνευματικὲς
νουθεσίες: «Νὰ εὐχαριστεῖτε πάντοτε τὸν Θεό, ἰδίως γιὰ τὴν ἁγία σας
κλήση στὸ μοναδικὸ βίο τοῦ μοναχοῦ.

Νὰ ἀποφεύγετε τὴν φιλαυτία καὶ τὴν αὐτοδικαίωση σὰν τοὺς μεγαλύτερους
ἐχθρούς σας. Νὰ προσεύχεσθε ἀδιάλειπτα. Νὰ ἀγωνίζεσθε, γιὰ νὰ ἀποκτήσετε
τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας. Διότι, μόνο ἔτσι μπορεῖτε νὰ φθάσετε στὴν
τελειότητα».

Ὁ Ὅσιος Μποϊζὶλ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 664 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Ἐθελμπέρτος βασιλιὰς τῆς Ἀγγλίας

Ὁ Ἅγιος Ἐθελμπέρτος ἦταν Ἀγγλοσάξονας βασιλεὺς τοῦ Κὲντ μὲ ἕδρα τὸ
Καντέρμπουρυ ἡ σύζυγός του Μπέρθα ἦταν Χριστιανὴ καταγόμενη ἀπὸ τὴ
Γαλλία. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς βασιλείας του ἔφθασαν ἀπὸ τὴ Ρώμη οἱ
Χριστιανοὶ Ἱεραπόστολοι ὑπὸ τὸν μοναχὸ Αὐγουστίνο.

Ὁ βασιλέας τοὺς ὑποδέχθηκε καὶ τοὺς παρέσχε κάθε διευκόλυνση στὴν
ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου τῆς διαδόσεως τοῦ Θείου Λόγου. Τελικὰ καὶ ὁ ἴδιος
βαπτίσθηκε Χριστιανός.

Ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου στὸ Ρότσεστερ, τοῦ Ἀποστόλου
Παύλου στὸ Λονδίνο καὶ τὴν περίφημη μονὴ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ
Παύλου στὸ Καντέρμπουρυ. Ἐπίσης, συνετέλεσε τὰ μέγιστα στὸν
ἐκχριστιανισμὸ τῶν Ἀνατολικῶν Σαξόνων ποὺ εἶχαν βασιλέα τὸν Σέμπερτ.

Ὁ Ἅγιος Ἐθελμπέρτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 616 μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Ἔρασμος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Ἔρασμος γεννήθηκε στὴ Ρωσία ἀπὸ πλούσιους καὶ ἐπιφανεῖς γονεῖς.
Ὅταν, μία μέρα, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, ἄκουσε τὸν
διάκονο νὰ προσεύχεται γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀγαποῦν τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου
τοῦ Κυρίου, διέθεσε ὁλόκληρη τὴν περιουσία του γιὰ τὴν εὐπρέπιση τοῦ
ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῶν Σπηλαίων τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου. Ἔπειτα
ἔγινε καὶ ὁ ἴδιος μοναχὸς ἐκεῖ καὶ ἄρχιζε νὰ στολίζει τὸν ἑαυτό του μὲ
τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὅμως ὁ διάβολος ἔστησε μία ὀλέθρια παγίδα στὸν Ὅσιο. Ὅταν πιὰ ὅλα τὰ
πλούτη του εἶχαν χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Παναγίας, ὁ
μακάριος Ἔρασμος σκέφθηκε ὅτι μάταια τὰ ξόδεψε γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ καὶ
ὅτι ἔπρεπε νὰ τὰ μοιράσει στοὺς πτωχούς. Ὁ Ὅσιος δὲν κατάλαβε πὼς οἱ
λογισμοὶ αὐτοὶ ἦταν πειρασμικοί.

Ἔπεσε σὲ ἀθυμία καὶ ἀπόγνωση. Οὔτε οἱ προσπάθειες τοῦ ἡγουμένου, οὔτε ἡ
συμπαράσταση καὶ οἱ συμβουλὲς τῶν ἀδελφῶν στάθηκαν ἱκανὲς νὰ τὸν
βοηθήσουν καὶ νὰ τὸν παρηγορήσουν. Ἄρχισε νὰ ζεῖ ἀπρόσεκτα γιὰ μοναχό.

Σπαταλοῦσε τὸν χρόνο τοῦ μοναχικοῦ βίου του ἄσκοπα, χωρὶς πνευματικὸ
ἀγῶνα, χωρὶς προσευχή, χωρὶς ὑπακοή, βυθισμένος στὴν ψυχόλεθρη ἀκηδία
καὶ τὴν ἀμέλεια.

Ὅταν εἶδαν οἱ πατέρες ὅτι τὰ λόγια τους ὄχι μόνο δὲν τὸν ὠφελοῦσαν, ἀλλὰ
τὸν ἐρέθιζαν κιόλας, σταμάτησαν πιὰ νὰ τοῦ μιλοῦν καὶ ἄρχισαν νά
προσεύχονται. Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος δὲν ἄφησε νὰ πᾶνε χαμένοι οἱ
προηγούμενοι κόποι καὶ οἱ ἀρετὲς τοῦ δούλου Του.

Παρεχώρησε, λοιπόν, νὰ ἀσθενήσει. Ὁ Ὅσιος ἔφθασε στὰ πρόθυρα τοῦ
θανάτου. Γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες ἦταν ἀναίσθητος, μὴν μπορώντας νὰ πάρει τροφὴ ἢ
νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ κανένα. Τὴν ὄγδοη ἡμέρα ὁ ἡγούμενος κάλεσε ὅλη τὴν
ἀδελφότητα γύρω στὴν κλίνη του.

Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ὅμως, ὁ ἑτοιμοθάνατος Ἔρασμος, συνῆλθε, ἀνασηκώθηκε,
κάθισε στὸ κρεβάτι καὶ εἶπε πρὸς τοὺς πατέρες: «Ἀδελφοί, εἶμαι ἁμαρτωλὸς
καὶ ἔζησα ρᾴθυμα. Ὁ θάνατος μὲ βρῆκε ἀμετανόητο.

Ἐνῷ ὅμως ὁ διάβολος μὲ χαρὰ περίμενε τὸ τέλος μου, παρουσιάσθηκαν οἱ
Ὅσιοι Πατέρες μας Ἀντώνιος καὶ Θεοδόσιος καὶ μοῦ εἶπαν ὅτι προσευχήθηκαν
γιὰ μένα στὸν Κύριο. Καὶ Ἐκεῖνος, σὰν πολυεύσπλαχνος, μοῦ χάρισε καιρὸ
μετανοίας. Μετὰ εἶδα καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο, ἡ ὁποία μοῦ εἶπε ὅτι, ἐπειδὴ
στόλισα τὴν Ἐκκλησία της καὶ τὴν πλούτισα μὲ ὡραῖες εἰκόνες καὶ
πολύτιμα σκεύη, μεσολάβησε γιὰ μένα στὸν Υἱό της καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ
μὲ πάρει κοντά της, ἐπειδὴ ἀγάπησα τὴν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου αὐτῆς».

Ἔτσι, μετὰ τρεῖς ἡμέρες ὁ Ὅσιος Ἔρασμος, τὸ ἔτος 1160, κοιμήθηκε εἰρηνικά.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

 23 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Πολυκάρπου Ἐπισκόπου, τῶν Ἁγίων ἑβδομήκοντα τριῶν Μαρτύρων, Κλήμεντος Μάρτυρος, Θεῆς Μάρτυρος, Γοργονίας, τῶν Ὁσίων Ἰωάννου, Ἀντιόχου, Ἀντωνίνου καὶ Μωυσέως, τῶν Ὁσίων Ζεβινᾶ, Πολυχρονίου, Δαμιανοῦ καὶ Μωυσέως, Δαμιανοῦ τοῦ Ἐσφιγμενίτου, Μωυσέως ἐκ Ρωσίας.

Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σμύρνης (Ἑορτὴ Πολύκαρπος)
Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πολύκαρπος γεννήθηκε περὶ τὸ 80 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ
φιλόθεους γονεῖς, τὸν Παγκράτιο καὶ τὴ Θεοδώρα, ποὺ εἶχαν ἐγκλειστεῖ στὴ
φυλακὴ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς σὲ νεαρὴ
ἡλικία.

Ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο μαθητὴς τοῦ
Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη. Λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο ὁ
Ἅγιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης (τιμᾶται 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε
μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς διάδοχό του, τὸν Ἅγιο Πολύκαρπο καὶ μετὰ
κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος παρακολούθησε μὲ ἀγωνία καὶ προσευχὴ
τὴ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας καὶ τὰ
μαρτύρια αὐτοῦ. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν θεοφόρο Πατέρα μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ
τὴν Ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἔγραψε πρὸς τοὺς Φιλιππησίους. Σὲ αὐτὴ τὴν
ἐπιστολὴ τοὺς συγχαίρει γιὰ τὴν φιλοξενία, τὴν ὁποία παρεῖχαν στὸν Ἅγιο
Ἰγνάτιο, ὅταν αὐτὸς διῆλθε ἀπὸ τὴν πόλη τους. Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ἁγίου
Πολυκάρπου διακρίνεται γιὰ τὸν ἀποστολικό, θεολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ
χαρακτῆρα του.

Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν
γιὰ τὴν σωφροσύνη, τὴ θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴ
διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς μιλοῦσε πάντα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές.
Ἦταν ὁ γνησιότατος ἐκπρόσωπος τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σὲ ὅλες τὶς
Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας.

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ
Ἅγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ Βαλεντίνου καὶ
τοῦ Μαρκίωνος στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διηγεῖται μάλιστα καὶ ἕνα
ἐπεισόδιο ἀναφερόμενο στὴ στάση τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἔναντι τοῦ
Μαρκίωνος.

Ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης αὐτὸς τὸν πλησίασε κάποτε καὶ τοῦ
ἀπηύθυνε τὴν παράκληση: «ἐπεγίνωσκε ἠμᾶς», δηλαδὴ ἀναγνώρισέ μας, ὁ
Ἅγιος ἀπάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σὲ τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».

Ἕνα
ἄλλο ἐπεισόδιο ἀνάγεται στὴ γεροντικὴ ἡλικία τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου. Ὅπως
εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14
τοῦ μηνὸς Νισσᾶν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν τύχαινε αὐτό. Ἀντίθετα οἱ
ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸν
ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴ ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς
περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς
ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγω τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης
τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος
ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει τὸ ζήτημα καὶ ἄλλα
δευτερεύοντα θέματα, μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο.

Μετὰ τὴν
ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὑπέργηρος πλέον, συνέχισε τὴν ἀποστολικὴ
δράση του μὲ τόση ἐπιτυχία, ὥστε προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν.
Αὐτὴ ἡ προδιάθεση ἦταν φυσικὸ νὰ προκαλέσει τὸ μαρτύριό του, ποὺ
ἀκολούθησε τὴν ἑξῆς πορεία. Ὁ Κόιντος, ζηλωτὴς Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ᾖλθε
στὴ Σμύρνη ἀπὸ τὴ Φρυγία, παρακίνησε ὁμάδα Φιλαδελφέων Χριστιανῶν νὰ
προσέλθουν στὸν ἀνθύπατο Στάτιο Κοδράτο, γιὰ νὰ δηλώσουν σὲ αὐτὸν τὴν
ἰδιότητά τους καὶ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φυσικὰ
προοιώνιζε θάνατο.

Τελικὰ μαρτύρησαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κόιντο, ὁ
ὁποῖος δειλιάσας τὴν τελευταία στιγμή, θυσίασε στὰ εἴδωλα. Ὁ ὄχλος, ἂν
καὶ θαύμασε τὴν γενναιότητα τῶν Μαρτύρων, ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ
«ἄθεοι» καὶ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος πιεζόμενος ἀπὸ
τοὺς Χριστιανοὺς εἶχε ἀναχωρήσει σὲ κάποιο ἀγρόκτημα. Τελικὰ ὁ Ἅγιος
συνελήφθη τὸ ἔτος 167 καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀνθυπάτου.


γηραιὸς Ἐπίσκοπος δὲν ταράχθηκε. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γαλήνιο καὶ
λαμπερό. Ὁ ἀστυνόμος Ἡρῴδης καὶ ὁ πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν νὰ
πείσουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ πνευματικὴ
ἀνδρεία ἀπάντησε ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸ ἐπὶ 86 ἔτη χωρὶς καθόλου νὰ Τὸν
ἐγκαταλείψει.

Πῶς μποροῦσε λοιπὸν τώρα νὰ Τὸν βλασφημήσει καὶ νὰ
Τὸν ἀρνηθεῖ; Ὁ ἀνθύπατος τότε διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά. Ὁ Γέρων
Πολύκαρπος ἀποδύθηκε μόνος τὰ ἱμάτιά του καὶ περίμενε προσευχόμενος
λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ
παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὐ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν
εἰλήφαμεν,  ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ
παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἱ ζώσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι
ἠξίωσας μὲ ἧς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν μὲ μέρος  ἐν ἀριθμῷ τῶν
μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου,
ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἲς προσδεχθείην
ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας καὶ
προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀφευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ
περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ

καὶ ἐπουρανίω Ἰησοῦ Χριστό,…».


φωτιὰ σχημάτισε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρὶς νὰ
τὸν ἀγγίζει. Τότε στρατιώτης ἐκτελεστὴς τελείωσε τὸν Ἅγιο Μάρτυρα διὰ
τοῦ ξίφους. Ἔπειτα τὸ Ἱερὸ λείψανο ρίφθηκε στὴν φωτιά, οἱ δὲ πιστοὶ
συνέλεξαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ.

Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τὴν
κλῆσιν τοὶς ἔρνοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἔλαια κατάκαρπος, ὤφθης ἐν
οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε, σὺ γὰρ ὡς Ἱεράρχης, καὶ στερρὸς Ἀθλοφόρος,
τρέφεις τὴν Ἐκκλησίαν, λογικὴ εὐκαρπία, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπὲρ τῶν
ψυχῶν ἠμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.

Καρποὺς
τοὺς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι’ ἐνθέων,
ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε, ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοὶς
λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τὴν ἀξιέπαινον μνήμην, δοξάζοντες Κύριον.
Οἱ Ἅγιοι Ἑβδομήντα Τρεῖς Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι 73 Μάρτυρες μαρτύρησαν στὴν πόλη Σίρμιον, ἐπὶ Διοκλητιανοὺ (284-305 μ.Χ.) τὸ ἔτος 303 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Κλήμης ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Κλήμης μαρτύρησε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.
Ἡ Ἁγία Θεὴ ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Θεὴ τελειώθηκε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τῆς Ἁγίας.
Ἡ Ἁγία Γοργονία, ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου


Ἁγία Γοργονία, ἦταν νεότερη ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ
κόρη τῆς εὐσεβοῦς Νόννας καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Ναζιανζοῦ Γρηγορίου.
Ἀναδείχθηκε δέ, ἰσάξια σὲ ἀρετὴ καὶ ἁγιότητα βίου καὶ μὲ τοὺς ἄλλους
ἀδελφούς της.

Διακρίθηκε
γιὰ τὴν ὀξύνοιά της, τὴν προσήλωσή της στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν
ταπείνωσή της. Νυμφεύθηκε τὸν Ἀλύπιο καὶ ἀπέκτησε πέντε τέκνα, δυὸ
ἀγόρια, τὰ ὁποῖα ἀφιερώθηκαν στὸν Θεό, καὶ τρεῖς θυγατέρες, τὴν
Ἀλυπιανή, τὴν Εὐγενία καὶ τὴ Νόννα.

Ἡ εὐσεβὴς Γοργονία προσβλήθηκε
ἀπὸ σοβαρὴ ἀσθένεια καὶ παρὰ τὶς φροντίδες τῶν θεραπόντων ἰατρῶν ἔφθασε
μέχρι τὸ θάνατο. Ξαφνικά, ὅμως, μὲ θεία ἐπέμβαση, θεραπεύθηκε, μετὰ ἀπὸ
θερμότατη προσευχὴ τῆς ἰδίας στὸ ναό.

Ἡ Ἁγία Γοργονία κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 370 μ.Χ., σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν.

Οἱ Ὅσιοι Ἰωάννης, Ἀντίοχος, Ἀντωνίνος καὶ Μωυσῆς


Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν μαθητὴς τοῦ Ὁσίου Λιμναίου (τιμᾶται 22 Φεβρουαρίου)
καὶ ἀσκήτεψε σὲ βουνὸ κοντὰ στὴν πόλη Τάργαλα. Διέμενε στὴν ὕπαιθρο καὶ
ὑπέμενε τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνα, περιζωσμένος μὲ
σίδερα καὶ τρεφόμενος λιτότατα. Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Τὸν
Ὅσιο Ἰωάννη, μιμήθηκαν στὴν ἄσκηση καὶ τὸν τρόπο ζωῆς καὶ ὁ Ὅσιοι
Ἀντίοχος, Ἀντωνίνος καὶ Μωυσῆς. Διῆλθαν τὸ χρόνο τῆς ζωῆς τους μὲ
αὐστηρὴ ἄσκηση, προσευχὴ καὶ νηστεία, στὴν ὑψηλὴ κορυφὴ τοῦ βουνοῦ τῆς
πόλεως Ραμᾶς καὶ κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.
Οἱ Ὅσιοι Ζεβινᾶς, Πολυχρόνιος, Δαμιανὸς καὶ Μωυσῆς


Ὅσιος Ζεβινᾶς ἔστησε τὸ ἀσκητήριό του σὲ ὄρος καὶ ἐκεῖ ἀσκήτεψε μὲ
προσευχὴ καὶ νηστεία. Κοντά του προσῆλθε καὶ ὁ Ὅσιος Πολυχρόνιος, ὁ
ὁποῖος μιμήθηκε τὸν Ὅσιο διδάσκαλό του στὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ
ἐγκράτεια.

Οἱ Ὅσιοι Δαμιανὸς καὶ Μωυσῆς ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ Ὁσίου
Πολυχρονίου. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Ὅσιος Μωυσῆς κατοίκησε στὸ
κελὶ τοῦ Γέροντός του, ἐνῷ ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς πῆγε στὴν κωμόπολη Νιαρά,
ὅπου κοντὰ στὰ ἁλώνια βρῆκε ἕναν ἔρημο οἰκίσκο καὶ ἔζησε σὰν ἐρημίτης.

Οἱ Ὅσιοι καὶ Θεοφόροι Πατέρες μας, κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Δαμιανὸς ὁ Ἐσφιγμενίτης


Ὅσιος Δαμιανὸς ἔζησε κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Μονὴ
Ἐσφιγμένου Ἁγίου Ὄρους περὶ τὸ ἔτος 1280. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Όσιος Ιωάννης ο Θεριστής

Ο
Όσιος Ιωάννης ο Θεριστής γεννήθηκε σ’ ένα χαρέμι, στο Παλέρμο της
Σικελίας γύρω στο 1000 μ.Χ. από μια σκλάβα Καλαβρέζα. Με προτροπή της
μητέρας του, ο Ιωάννης πήγε και εγκαταστάθηκε στην Καλαβρία, όπου
βαπτίστηκε Χριστιανός και έγινε μοναχός. Μόνασε στη Μονή του Στύλου,
όπου απέκτησε το προσωνύμιο Θεριστής, επειδή ο ηγούμενος, για να του
εμφυσήσει την ταπείνωση, του επέβαλλε να αναλάβει αυτό το διακόνημα.
Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, ο Ιωάννης που είχε προκόψει πολύ στα
πνευματικά, πήρε την προσωνυμία του Θεριστή, όταν, με τρόπο θαυμαστό
μάζεψε τα στάχυα των θεριστών.

Μετά την ίδρυση της μητρόπολης
Ιταλίας, στην Καλαβρία ιδρύθηκε, σε τοποθεσία όπου προϋπήρχε παλιά
βυζαντινή μονή, σύγχρονη Μονή η οποία προς τιμή του ονομάστηκε Ιερά Μονή
Οσίου Ιωάννη του Θεριστή και το φθινόπωρο του 1994 μ.Χ., ομάδα Μοναχών
από το Άγιο Όρος, εγκαταστάθηκε εκεί.
Ὁ Ὅσιος Μωυσῆς ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Μωυσῆς ἔζησε περὶ τὰ τέλη τοῦ 15ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 16ου αἰῶνα μ.Χ.
καὶ ἀσκήτεψε στὴ Μονὴ Ἁγίας Τριάδος τῆς Λευκῆς Λίμνης τῆς Ρωσίας.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

 

22 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Εὕρεση Ἱερῶν Λειψάνων Ἀνδρονίκου καὶ Ἰουνίας Ἀποστόλων, Τελεσφόρου Ἱερομάρτυρα, Ἀνθούσης καὶ οἱ σὺν αὐτὴ δώδεκα Μάρτυρες, Συνετοῦ Μάρτυρος, Ἀρίστωνος Θαυματουργοῦ, τῶν Ἁγίων Ἐννέα Μαρτύρων τῆς Κολᾶ, Βαραδάτου Ὁσίου, Θαλασσίου καὶ Λιμναίου Ὁσίων, Βλασίου, Ἀθανασίου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Θεοκτίστης Νεομάρτυρος, Γερμανοῦ ἐκ Ρωσίας.

Εὕρεση τῶν Ἱερῶν Λειψάνων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἀνδρονίκου καὶ ἸουνίαςΤὰ
ἱερὰ λείψανα εὑρέθηκαν ἐπὶ βασιλείας τοῦ Ἡρακλείου (610-641 μ.Χ.) καὶ
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θωμὰ Α’ (607-610 μ.Χ.) κείμενα στὴ γῆ.
Μετὰ δὲ ἀπὸ ἀρκετὸ χρόνο ἀποκαλύφθηκε μὲ θεία ἐπιφάνεια στὸν κληρικὸ
Νικόλαο, ποὺ ἦταν καλλιγράφος, ὅτι τὰ ἱερὰ λείψανα ἀνῆκαν στοὺς Ἁγίους
Ἀποστόλους Ἀνδρόνικο καὶ Ἰουνία, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
μνημονεύει στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Ὡς ρόδα νοητά, καὶ χαρίτων ταμεῖα, ἐφάνησαν ἐκ γῆς, τὰ σεπτὰ ὑμῶν σκηνή,
πανένδοξοι Μάρτυρες, Ἐκκλησίας ἑδραίωμα, διαπνέοντα, τῶν ἰαμάτων τὴν
χάριν, καὶ παρέχοντα, ὀσμὴν ζωῆς τοὶς ἐκ πόθου, ὑμᾶς μακαρίζουσι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἐκ τῆς γῆς ἐκλάμψαντες, φωστῆρος δίκην, ἀσεβείας ἅπασαν, ἀπεμειώσατε
ἀχλύν, καὶ τοὺς πιστοὺς ἐφωτίσατε, Μάρτυρες θεῖοι, Τριάδος ὑπέρμαχοι.

Ὁ Ἅγιος Τελεσφόρος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Τελεσφόρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ᾖλθε στὴ Ρώμη κατὰ τὶς
ἀρχὲς τοῦ 2ου αἰῶνα μ.Χ. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ρώμης τὸ 125 μ.Χ.,
διαδεχθεῖς  τὸν Ἐπίσκοπο Σίξτο Α’. Ὡς Ἐπίσκοπος Ρώμης καταπολέμησε τὶς
ποικίλες αἱρέσεις τῶν Γνωστικῶν καὶ εἰσήγαγε πολλὲς λειτουργικὲς
διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς στὴ Δύση.

Ὁ Ἅγιος Τελεσφόρος μαρτύρησε τὸ ἔτος 136 μ.Χ.
Ἡ Ἁγία Ἀνθοῦσα μετὰ τῶν δώδεκα οἰκετῶν αὐτῆς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἀνθοῦσα ἢ Ἄνθουσα μετὰ τῶν δώδεκα οἰκετῶν αὐτῆς, ἐτελειώθησαν διὰ ξίφους.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τῆς Ἁγίας.

Ὁ Ἅγιος Συνετὸς ὁ Μάρτυρας


Ἅγιος Μάρτυρας Συνετὸς τελειώθηκε διὰ ξίφους. Ἴσως νὰ πρόκειται περὶ
τοῦ Ἁγίου Συνετοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη τιμᾶται στὶς 12 Δεκεμβρίου.

Ὁ Ἅγιος Ἀρίστων ὁ Θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Ἀρσινόης Κύπρου

Ὁ Ἅγιος Ἀρίστων ἔζησε στὴν Κύπρο κατὰ τὰ τέλη τοῦ 4ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 5ου
αἰῶνα μ.Χ. Κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν ἐπαρχία τῆς Πάφου ὑπῆρχαν δυὸ
Ἐπίσκοποι. Ἕνας στὴν περιοχὴ τῆς Πάφου μὲ ἕδρα τὴ Νέα Πάφο καὶ ὁ ἄλλος
στὴν περιοχὴ τῆς Ἀρσινόης μὲ ἕδρα τὴν Ἀρσινόη, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται σήμερα
ἡ πόλη τῆς Χρυσοχούς. Σύμφωνα μὲ ὅσα ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Νεόφυτος ὁ
Ἔγκλειστος (τιμᾶται 24 Ἰανουαρίου), ὁ Ἅγιος Ἀρίστων εἶναι ὁ δεύτερος
κατὰ σειρὰ Ἐπίσκοπος Ἀρσινόης. Πρῶτος ἀναφέρεται κάποιος Νικόλαος.
Ἀκολουθεῖ αὐτὸς καὶ ὕστερα οἱ Ἅγιοι Νίκων καὶ Ἀρκάδιος.

Καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ Ἅγιοι, Ἀρίστων, Νίκων καὶ Ἀρκάδιος, θεωροῦνται κατὰ
τὸν Ὅσιο Νεόφυτο ἰσάξιοι τῶν τριῶν μεγάλων Πατέρων καὶ Ἱεραρχῶν τῆς
Ἐκκλησίας μας, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ τοῦ
Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Ὁ Ἅγιος Ἀρίστων καταγόταν ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, οἱ ὁποῖοι φρόντισαν γιὰ
τὴν κατὰ Θεὸν παιδεία καὶ ἀνατροφὴ τοῦ υἱοῦ τους. Ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ κατὰ
Χριστὸν πολιτεία ἦταν ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Ἀρίστωνος. Ἡ
ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπαράδοσή του στὸν Κύριο τὸν βοήθησε νὰ ἀποκτήσει τὴν
ἀρετὴ τῆς πραότητας καὶ τὴ βασιλίδα τῶν ἀρετῶν, τὴν ταπείνωση, καὶ ἀπὸ
αὐτὴ τὴν ἁγιότητα.

Μὲ ἔργα καὶ λόγια ἔγινε φλογερὸς διδάσκαλος τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς
ὀρθοδόξου πίστεως, προστάτης τῶν ὀρφανῶν, παρήγορος ἄγγελος τῶν πτωχῶν
καὶ ἀσθενούντων, πατέρας στοργικὸς γιὰ ὅλους. Ὁ λόγος τῆς Παλαιᾶς
Διαθήκης, «ὄσω μέγας εἰ, τοσούτω ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου
εὐρήσεις χάριν», βρῆκε τὴ ἐφαρμογή του στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν ἀξίωσε καὶ τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας. Ἡ γραφίδα
τοῦ Ὁσίου Νεοφύτου γράφει γιὰ τὸν Ἅγιο Ἀρίστωνα ὅτι ἦταν «κατὰ δαιμόνων
ἄριστος ἀριστεύς».

Ὁ Ἅγιος Ἀρίστων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ἀπολυτίκιο Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τῆς
ποίμνης σου ἄριστα ἱεραρχήσας, σοφέ, φωτὶ κατελάμπρυνας ταύτην Χριστοῦ
τοῦ Θεοῦ, Ἀρίστων μακάριε- ὅθεν καὶ τὴν ψυχήν σου, θεῖοι ἄγγελοι ἦραν,
ἶνα τὸ στέφος λαβῆς, ὡς πιστὸς οἰκονόμος, πρεσβεύων ἀκαταπαύστως ὑπὲρ
τῶν τιμώντων σε.

Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες τῆς Κολὰ ἐν Γεωργίᾳ

 

Τὸ μαρτύριο τῶν ἐννέα παιδομαρτύρων ἔγινε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ.στὴ Γεωργία.

Σὲ ἕνα μεγάλο χωριὸ τῆς νοτιοδυτικῆς Γεωργίας, στὴν πεδιάδα Κολά, ὅπου
βρίσκονται οἱ πηγὲς τοῦ ποταμοῦ Κύρου, ζοῦσαν ἐλάχιστοι Χριστιανοί. Οἱ
περισσότεροι κάτοικοι ἦταν ἀκόμη εἰδωλολάτρες. Τὰ παιδιὰ τῶν Χριστιανῶν
ἔπαιζαν μὲ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ μόλις ὁ ἱερεὺς κτυποῦσε τὴν
καμπάνα γιὰ τὸν Ἑσπερινό, ἄφηναν τὸ παιχνίδι καὶ ἔτρεχαν στὴν Ἐκκλησία.

Τὰ ἀκολουθοῦσαν ὅμως πάντοτε ἐννέα ἀπὸ τὰ παιδιὰ τῶν εἰδωλολατρῶν: ὁ
Γουαράμ, ὁ Μπακάρ, ὁ Βάτσε, ὁ Μπατζίμι, ὁ Τάτσι, ὁ Τζουανσέρι, ὁ Ραμάζι
καὶ ὁ Παρσμᾶν. Μὰ σὰν ἔφθασαν στὴν πύλη τοῦ ναοῦ, οἱ Χριστιανοὶ δὲν
ἐπέτρεπαν σὲ αὐτὰ νὰ εἰσέλθουν στὸ ναό. Αὐτὸ ἔγινε ἀρκετὲς φορές. Τὰ
παιδιὰ ἐπέμεναν καὶ ἀποφάσισαν νὰ βαπτισθοῦν Χριστιανοί.

Ὁ ἱερεὺς τοῦ χωριοῦ, ἕνας σεβάσμιος καὶ ἅγιος λευΐτης, τὰ κατήχησε καὶ
τὰ δίδαξε τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές. Δὲν τολμοῦσε ὅμως νὰ τὰ βαπτίσει τὴν
ἡμέρα, διότι φοβόταν τοὺς εἰδωλολάτρες. Μία νύχτα, λοιπόν, τὰ πῆρε μαζί
του καὶ τὰ ὁδήγησε στὸν ποταμό. Πολλοὶ Χριστιανοὶ τὸν ἀκολούθησαν.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὸ ποτάμι ἦταν παγωμένο. Μὰ μόλις τὰ παιδιὰ μπῆκαν
μέσα, γιὰ νὰ βαπτισθοῦν, τὸ νερό, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ζεστό. Τὸ
ἐξαίσιο αὐτὸ θαῦμα τὸ ἀκολούθησε ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ γεγονός: Ἄγγελοι ἀπὸ
τὸν οὐρανὸ κατέβηκαν καὶ νὰ ἔνδυσαν μὲ λευκοὺς χιτῶνες.

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ εἰδωλολάτρες γονεῖς ἀναζήτησαν τὰ παιδιά τους. Τὰ
βρῆκαν στὰ σπίτια τῶν Χριστιανῶν καὶ πληροφορήθηκαν τί εἶχε συμβεῖ.
Ἔγιναν ἔξαλλοι καὶ ὀργίσθηκαν. Ἄρχισαν νὰ τὰ κτυποῦν καὶ νὰ προσπαθοῦν
νὰ τὰ πείσουν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστό. Ἐκεῖνα ὅμως ὁμολογοῦσαν μὲ
ἀθῳότητα καὶ ἀνδρεία τὴν πίστη τους στὸν Κύριο.

Ἔτσι ἀποφάσισαν νὰ τὰ φονεύσουν, πρὸς παραδειγματισμὸ καὶ τῶν ὑπολοίπων
συγχωριανῶν τους. Μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν ἡγεμόνα πῆγαν κοντὰ στὸν ποταμὸ καὶ
ἔσκαψαν ἕνα βαθὺ λάκκο, ὅπου ἔριξαν μέσα τους μικροὺς Ἁγίους. Ἤσαν ὅλοι
ἀπὸ ἑπτὰ μέχρι ἐννέα χρόνων.
Ὁ Ὅσιος Βαραδάτος


Ὅσιος Βαραδάτος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια. Ἐπειδὴ ἀγάπησε τὸν
μοναχικὸ βίο, ἐπέλεξε τὴν ἐρημικὴ ζωὴ γιὰ αὐστηρότερη ἄσκηση. Ἔτσι
ἀνέβηκε στὴ ράχη ἑνὸς βουνοῦ κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἔκτισε ἐκεῖ μικρὸ
κελλί.

Ἦταν δὲ τὸ κελλὶ αὐτὸ τόσο στενό, ὥστε δὲν μποροῦσε νὰ περιλάβει ὅλο τὸ
σῶμα τοῦ Ὁσίου. Μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ Πατριάρχου Ἀντιοχείας Θεοδώρητου
(κοιμήθηκε τὸ 797 μ.Χ.) κατῆλθε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου διακονοῦσε στὸ ἔργο
τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή.

Ὁ Ὅσιος Βαραδάτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Οἱ Ὅσιοι Θαλάσσιος καὶ Λιμναῖος

Οἱ Ὅσιοι ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Θεοδώρητο Κύρου καὶ στὸ Συναξάριον τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ὁ Ὅσιος Θαλάσσιος ἔστησε τὸ ἀσκητήριό του ἐπάνω σὲ κάποιο ὄρος καὶ
διῆλθε τὸ βίο του μὲ σκληραγωγία καὶ ἁπλότητα. Στὸν Ὅσιο προσῆλθε ὁ
Λιμναῖος, ποὺ ἑλκύσθηκε ἀπὸ τὴ φήμη τῆς ὀσιακῆς πολιτείας του καὶ ἔλαβε
ἀπὸ τὸν θεῖο αὐτὸ διδάσκαλο τὸ ὑπόδειγμα τῆς γνήσιας καὶ ἀληθινῆς
μοναχικῆς ζωῆς. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Θαλασσίου κατέφυγε στὸν Ὅσιο
Μάρωνα (τιμᾶται 14 Φεβρουαρίου), τοῦ ὁποίου τὸν βίο μιμήθηκε. Ἀνέβηκε
στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν πόλη Ταργάλα καὶ περιέφραξε μὲ
ξερόλιθους ἕνα τόπο μέσα στὸν ὁποῖο διέμενε ἀσκητικά, ἄστεγος, ἐπὶ
τριάντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια, ἐκτεθειμένος στὸ ψῦχος καὶ στὸν καύσωνα. Ὁ
Ἅγιος Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.

Ὅμως ὁ Ὅσιος δὲν ἔμεινε μόνο στὸ ἔργο τῆς ἀσκήσεως, ἀλλὰ ἐπιδόθηκε καὶ
στὸ ἔργο τῆς φιλανθρωπίας. Περισυνέλεξε ὅλους τοὺς τυφλοὺς τῆς περιοχῆς
καὶ ἔκτισε γιὰ τὸν καθένα κελλί, φροντίζοντας γιὰ τὴν διατροφή τους ἀπὸ
τὴν ἐλεημοσύνη τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπισκέπτονταν γιὰ νὰ πάρουν
τὴν εὐχὴ καὶ εὐλογία του.

Ὁ Ὅσιος Λιμναῖος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Βλάσιος

Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Μερικοὶ τὸν
θεωροῦν Ἐπίσκοπο Ρώμης, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει σχετικὴ ἀναφορὰ στοὺς
ἐπισκοπικοὺς καταλόγους περὶ τῆς ἀρχιερατείας αὐτοῦ στὴ Ρώμη.
Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ ἐν Παυλοπετρίῳ

 


Ὅσιος Ἀθανάσιος, ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ
πλούσιους καὶ εὐλαβεῖς γονεῖς. Σὲ νεαρὴ ἡλικία προσῆλθε στὴ μονὴ
Παυλοπετρίου, ἡ ὁποία βρίσκεται στὸν κόλπο τῆς Νικομήδειας, μεταξὺ τῶν
χωρίων Παντειχίου καὶ Τούζλων καὶ ἐκεῖ ἐκάρη μοναχός.

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος συνδέθηκε διὰ φιλίας μὲ τὸν Θεόδωρο τὸν Στουδίτη καὶ
τὸν Ἰωάννη, ἡγούμενο τῆς μονῆς Καθαρῶν (τιμᾶται 27 Ἀπριλίου) καὶ
ἀγωνίσθηκε σκληρὰ ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας.
Ἐπὶ αὐτοκράτορα Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (813-820 μ.Χ.) καταδιώχθηκε καὶ
αὐτὸς μαζὶ μὲ ἄλλους Ὁμολογητὲς τῆς πίστεως ὑὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων καὶ
ἐξορίσθηκε.

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος ἀναδείχθηκε πηγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ λιμένας τῆς Ἐκκλησίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ἡ Ὁσία Θεοκτίστη ἡ Νεομάρτυς

 

Ἡ Ὁσία Θεοκτίστη (Μιχαήλοβνα) καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρωσία καὶ ἦταν διὰ Χριστὸν σαλή. Μαρτύρησε τὸ ἔτος 1936.

Ὁ Ὅσιος Γερμανὸς ἐκ Ρωσίας

 

Ὁ Ὅσιος Γερμανὸς τοῦ Στολομπὲν γεννήθηκε στὴ Ρωσία. Ἔγινε μοναχὸς καὶ
ἀσκήτεψε στὴν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Νείλου στὴν Στολόμπνα. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη
τὸ ἔτος 1614.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

21 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Τιμοθέου ἐν Συμβόλοις, Εὐσταθίου Πατριάρχου, τῶν Ἁγίων Βερουλίου, Σεκουνδίνου, Σιρικίου, Φελισίου, Σερβούλου, Σατουρνίνου, Φορτουνάτου καὶ τῶν σὺν αὐτοὶς Μαρτυρησάντων, Μαξιμιανοὺ Ἀρχιεπισκόπου, Ἀνδρέου καὶ Ἀνατολίου, Ἰωάννη Πατριάρχου, Ζαχαρίου Πατριάρχου, Γεωργίου Ἐπισκόπου.
Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος ὁ ἐν Συμβόλοις


Ὅσιος Τιμόθεος, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴ σῳζόμενη Ἀκολουθία αὐτοῦ, ἔζησε
κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας καὶ καταδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς
εἰκονομάχους. Ἀκολούθησε τὸ μοναχικὸ βίο καὶ ἐκάρη μοναχὸς σὲ πολὺ νεαρὴ
ἡλικία. Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς καὶ διέπρεψε στὴ σωφροσύνη καὶ παρθενία
γενόμενος δοχεῖο τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διακρίθηκε δὲ στὴν
φιλανθρωπία καὶ ὑπῆρξε τροφὴ τῶν πεινώντων καὶ προστάτης τῶν ὀρφανῶν.

Ἡ ἀναφορὰ τῶν Συναξαριστῶν στὴ διατύπωση «ἐν τοὶς Συμβόλοις» ἴσως φανερώνει τὸν τόπο τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου αὐτοῦ.

Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Φερωνύμως τιμήσας Θεὸν Τιμόθεε, διὰ ζωῆς ἐνάρετου ἀπὸ παιδὸς ὡς σοφός,
ἐτιμήθης παρ’ αὐτοῦ ἀξίως Ὅσιε τῶν γὰρ ἐνθέων δωρεῶν, σκεῦος ὤφθης
ἱερόν, παρέχων ἐνὶ ἐκάστω, πολυτελεῖς χορηγίας, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν
ἠμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὡς ἀστὴρ πολύφωτος ἐκ τῆς Ἐώας, ἀναλάμψας ηὔγασας, ἐν ταὶς καρδίαις τῶν
πιστῶν, τᾶς ἀρετᾶς τῶν θαυμάτων σου, θαυματοφόρε θεόφρον Τιμόθεε.


Ὁ Ἅγιος Εὐστάθιος Πατριάρχης Ἀντιοχείας


Ἅγιος Εὐστάθιος γεννήθηκε στὴν πόλη Σίδη τῆς Παμφυλίας καὶ ὑπῆρξε μία
ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ ἐκκλησιαστικὲς μορφὲς τοῦ 3ου καὶ 4ου αἰῶνα μ.Χ.
Ἄλλοι θεωροῦν ὅτι καταγόταν ἀπὸ τοὺς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Ὁ Μέγας
Ἀθανάσιος χαρακτηρίζει τὸν Ἅγιο Εὐστάθιο «ἄνδρα ὁμολογητήν». Τοῦτο
σημαίνει ἀσφαλῶς ὅτι ὑπέφερε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν διωγμῶν, εἴτε ἐπὶ
Διοκλητιανοὺ εἴτε ἐπί Λικινίου.

Τὸ 320 μ.Χ. ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Βέροιας τῆς Συρίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετατέθηκε
τὸ ἔτος 324 μ.Χ. στὴν Ἀντιόχεια. Παρευρεθεῖς στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ
Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ ἔτος 325 μ.Χ. στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας,
καταδίκασε τὸν αἱρετικὸ Ἄρειο καὶ τοὺς ὀπαδοὺς αὐτοῦ.

Ὁ Ἅγιος ἐξακολουθοῦσε νὰ ἐργάζεται γιὰ τὴν διάδοση, ἀλλὰ καὶ τὴ στερέωση
τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ συνδεόταν διὰ στενῆς φιλίας μὲ τὸν Ἅγιο Ὅσιο,
Ἐπίσκοπο Κορδούης (τιμᾶται 27 Αὐγούστου).

Ὅμως οἱ κορυφαῖοι τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἀρείου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν ὁ
Νικομηδείας Εὐσέβιος, ὁ Νικαίας Θεόγνις καὶ ὁ Καισαρείας Εὐσέβιος,
συνεκάλεσαν Σύνοδο στὴν Ἀντιόχεια τὸ ἔτος 330 μ.Χ. καὶ καθαίρεσαν τὸν
Ἅγιο Εὐστάθιο ὡς αἱρετικό. Γιὰ νὰ ἐνεργήσουν δὲ ἀποτελεσματικότερα
ἔπλασαν καὶ ἄλλα σὲ βάρος του ἐγκλήματα, ὅτι τάχα μιλοῦσε περιφρονητικὰ
γιὰ τὴν μητέρα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου Ἁγία Ἑλένη καὶ ὅτι προσῆλθε σὲ
ἀθέμιτες σχέσεις μὲ κάποια γυναῖκα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέκτησε καὶ τέκνο.
Ἔτσι κατόρθωσαν νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἐξορία τοῦ Ἁγίου, κατὰ μερικοὺς στοὺς
Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, κατὰ ἄλλους δὲ στὴν Τραϊανούπολη τῆς Θρᾴκης,
ὄπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 337 μ.Χ.

Ἡ Ἀντιόχεια ἔμεινε πιστὴ στὸν Ὀρθόδοξο Ἐπίσκοπό της καὶ τὸ ἔτος 482 μ.Χ.
ζήτησε καὶ ἔλαβε τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ ἀπὸ τὴν Τραϊανούπολη.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας ἔμπλεως σοφίας πέλων, ὁμοούσιον Πατρὶ τὸν Λόγον, ἐν τὴ Συνόδω τὴ
Πρώτη ἐκήρυξας καὶ διωγμοὶς ὁμιλήσας καὶ θλίψεσι, δόξης ἀρρήτου μετέσχες
Εὐστάθιε. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα
ἔλεος.
Οἱ Ἅγιοι Βερούλιος, Σεκουνδίνος, Σιρίκιος, Φελίσιος, Σέρβουλος, Σατουρνίνος, Φουρτουνάτος καὶ οἱ σὺν αὐτοὶς Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες μαρτύρησαν στὴν Ἀφρική, χωρὶς νὰ γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τους.
Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανός, Ἀρχιεπίσκοπος Ραβέννης

Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς γεννήθηκε τὸ ἔτος 498 μ.Χ. στὴν περιοχὴ τῆς Ἰστρίας
τῆς Ἰταλίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὶς 14
Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 546 χειροτονήθηκε στὴν Πάτρα, Ἐπίσκοπος Ραβέννας ὑπὸ
τοῦ Ρώμης Βιγιλίου (538-555 μ.Χ.).

Στὴν πόλη τῆς Ραβέννας ἡ προσωπικότητα καὶ ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου τοῦ Ἁγίου
Μαξιμιανοῦ εἶναι ζωντανὴ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ στὰ χριστιανικὰ
μνημεῖα. Σὲ αὐτὸν ὀφείλονται τὰ ἐγκαίνια τῶν περίφημων βασιλικῶν τῆς
Ραβέννας, Ἁγίου Βιταλίου καὶ Ἁγίου Ἀπολλιναρίου, τὶς ὁποῖες κόσμησε μὲ
λαμπρὰ ψηφιδωτά. Στὴ Ραβέννα, μὲ δική του πρωτοβουλία, ἀνεγέρθη ἐπίσης ὁ
ναὸς τοῦ Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, στὴν ὁποία ἐναπέθεσε 21 ἱερὰ λείψανα
Ἁγίων.

Ὁ Ἅγιος Μαξιμιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 556 μ.Χ.

Οἱ Ὅσιοι Ἀνδρέας καὶ Ἀνατόλιος

Οἱ Ὅσιοι Πατέρες Ἀνδρέας καὶ Ἀνατόλιος ἔζησαν καὶ ἀσκήτεψαν στὴν
Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. Ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους
μαθητὲς τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου (τιμᾶται 20 Ἰανουαρίου). Ὁ Ὅσιος
Ἀνδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴν Μυτιλήνη καὶ ὁ Ὅσιος Ἀνατόλιος ἀπὸ τὴ Ραϊθῶ.
Κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ἀπὸ Σχολαστικῶν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Σιρίμιον τῆς Ἀντιόχειας τῆς
Συρίας. Σπούδασε τὴ νομικὴ ἐπιστήμη καὶ ἔγινε δικηγόρος. Ἀργότερα
χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καὶ ἐστάλη στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς ἐπίτροπος
τοῦ Πατριάρχη Ἀντιοχείας.

Στὶς 15 Ἀπριλίου 565 μ.Χ. ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ
διοίκησε θεοφιλῶς τὴν Ἐκκλησία ἐπὶ δώδεκα καὶ πλέον ἔτη. Μὲ τὴν προτροπὴ
τοῦ Ἁγίου ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος Β’ (565-578 μ.Χ.) ἀπέστειλε στὴν
Αἴγυπτο τὸν Ἀββᾶ Φωτεινὸ πρὸς εἰρήνευση τῶν ταραγμένων ἀπὸ τὶς αἱρέσεις
Ἐκκλησιῶν αὐτῆς.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 577 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας Πατριάρχης Ἱεροσολύμων

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας γεννήθηκε κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ.
Ἐξελέγη Πατριάρχης Ἱεροσολύμων τὸ 609 μ.Χ. καὶ κατὰ τὴν κατάληψη τῆς
Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Πέρσες, τὸ ἔτος 614 μ.Χ., αἰχμαλωτίσθηκε καὶ
ὁδηγήθηκε στὴν Περσία. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔγραψε σπουδαία ἐπιστολὴ πρὸς τὴν
Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων μὲ προτροπὲς γιὰ μετάνοια καὶ εὐσπλαχνία.

Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Ἡράκλειος νίκησε, τὸ 628 μ.Χ., τοὺς Πέρσες, ὁ Ἅγιος
Ζαχαρίας ἐπέστρεψε στὴν ἕδρα του μεταφέροντας τὸν Τίμιο Σταυρό.

Ὁ Ἅγιος Ζαχαρίας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 632 μ.Χ. Στὸ
Ἱεροσολυμιτικὸ  Κανοναριὸ ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου ἀναφέρεται στὶς 31
Ἰανουαρίου καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος Ἐπίσκοπος Ἀμάστριδος

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Κρώμνη τῆς Ἀμάστριδος καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν Θεόδωρο καὶ τὴν Μεγεθῶ.

Μετὰ τὶς σπουδές του, ἀπῆλθε στὸ ὄρος τῆς Συρικῆς καὶ ἐκεῖ ἀφοῦ βρῆκε
Γέροντα ἀσκητὴ διδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ ἔλαβε ἀπὸ αὐτὸν
τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Γέροντά του μετέβη στὴν πόλη
Βόνυσα τῆς Ἀκαρνανίας καὶ ἀσκήτευε ἐκεῖ. Ὅταν μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ
Ἐπισκόπου Ἀμάστριδος κενώθηκε ἡ θέση αὐτοῦ, ἡ Ἐκκλησία ἀμείβουσα τὶς
ἀρετὲς καὶ τὰ χαρίσματά του, τὸν ἔταξε ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τῆς
Ἀμάστριδος, τὴν ὁποία ποίμανε θεοφιλῶς καὶ θεαρέστως. Ἡ χειροτονία τοῦ
Ἁγίου σὲ ἀρχιερέα ἔγινε στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ὁ Ἅγιος διακόνησε τὴν Ἐκκλησία, φρόντισε τὸν ἱερὸ κλῆρο καὶ ἐνδιαφέρθηκε
γιὰ τὴν προστασία ὀρφανῶν καὶ χηρῶν, τὴ διατροφὴ καὶ τὴ συντήρηση τῶν
πτωχῶν καὶ τὴν ἀπαλλαγή τους ἀπὸ χρέη. Ὁ Θεός, βλέποντας τὴν ὀσιακή του
πολιτεία, τὸν ἀξίωσε καὶ τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 805 μ.Χ.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κοζελσλὰνκ τῆς Ρωσίας


ἱερὰ εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, μεταφέρθηκε στὴν Ρωσία ἀπὸ τὴν
Ἰταλία κατὰ τοὺς χρόνους τῆς αὐτοκράτειρας Ἐλισάβετ (1741-1761). Ἔχει
ἐπιτελέσει πολλὰ θαύματα καὶ σήμερα φυλάσσεται σὲ μονὴ τοῦ Κιέβου.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

20 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Λέοντος Ἐπισκόπου, Σαδὼκ Ἱερομάρτυρα καὶ τῶν σὺν αὐτῶ ἑκατὸν εἴκοσι ὀκτὼ Μάρτυρες, τῶν Ἁγίων Διδύμου, Νεμεσίου καὶ Ποταμίου ἐκ Κύπρου, Ἀνιανοῦ, Εὐτροπίου, Πλωτίνου Ὁσίου, Βησσαρίωνος Θαυματουργοῦ, Ἀγάθωνος Πάπα Ρώμης, Κινδέου Ἐπισκόπου, Μιλδρέδης Ὁσίας, Ἀγάθωνος Θαυματουργοῦ, Κορνηλίου Ἱερομάρτυρα, Μακαρίου καὶ τῶν σὺν αὐτῶ ἀναιρεθέντων.
Ὁ Ἅγιος Λέων ὁ Θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Κατάνης


Ἅγιος Λέων γεννήθηκε στὴ Ραβέννα τῆς Ἰταλίας ἀπὸ γονεῖς εὐλαβεῖς καὶ
εὐγενεῖς. Ἀφοῦ σπούδασε, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στὴ Ραβέννα καὶ
ἀργότερα ἐξελέγη γιὰ τὴν καθαρότητα καὶ πνευματικότητα τοῦ βίου αὐτοῦ
Ἐπίσκοπος Κατάνης τῆς Σικαλίας.

Ἔγινε προστάτης τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν χηρῶν, δίδασκε καὶ νουθετοῦσε τὸ
ποίμνιό του καὶ ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Λουκίας (τιμᾶται 13
Δεκεμβρίου). Ὁ Ἅγιος διακρίθηκε, ἐπίσης, γιὰ τοὺς ἀγῶνες του κατὰ τῶν
αἱρετικῶν, τοὺς ὁποίους νίκησε καὶ ντρόπιασε ὄχι μόνο μὲ λόγια ἀλλὰ καὶ
μὲ κείμενα.

Ὁ Ἄγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Καὶ τὸν μάγο
Ἠλιόδωρο ποὺ εἶχε πλανέψει πολλοὺς μὲ μαγεῖες, μετὰ ἀπὸ προσευχὴ τὸν
κατέκαψε μὲ τὴ φωτιά, ἐπειδὴ καυχιόταν ὅτι μποροῦσε νὰ κάνει τὰ πάντα
καὶ ὅτι δὲν φοβόταν τὴ φωτιά. Βλέποντας οἱ πιστοὶ τὸ θαῦμα αὐτὸ
καταπλάγηκαν.

Ἀμέσως τὸ περιστατικὸ αὐτὸ διαδόθηκε στὴ Βασιλεύουσα. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ
Ἅγιος προσκλήθηκε ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς Λέοντα Δ’ (775-780 μ.Χ.) καὶ
Κωνσταντῖνο ΣΤ’ (780-798 μ.Χ.) στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἀξιώθηκε
πολλῶν τιμῶν.

Ὁ Ἅγιος Λέων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 785 μ.Χ. καὶ τὸ σεπτὸ λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Λουκίας.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἱερέων ἄκρατης, εὐσέβειας διδάσκαλος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης,
Ἱεράρχα πανόλβιε, ἠθῶν γὰρ οὐρανίων τῷ φωτί, τοῦ Πνεύματος πλουτήσας τὴν
ἰσχύν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας καὶ τᾶς ψυχᾶς, Λέον τῶν προσιόντων
σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ
ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.

Τὸν ἀπὸ βρέφους Κυρίω ἀνατεθέντα, καὶ ἐκ σπαργάνων τὴν χάριν ἀνειληφότα,
πάντες τοὶς ἄσμασι στεφανώσωμεν, Λέοντα τὸν φωστῆρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ
πρόμαχον, αὐτῆς γὰρ ὑπάρχει τὸ στήριγμα.

Ὁ Ἅγιος Σαδὼκ Ἐπίσκοπος Περσίδος καὶ οἱ σὺν αὐτῶ ἑκατὸν εἴκοσι ὀκτὼ τελειωθέντες

Ὁ Ἅγιος Σαδὼκ ἦταν Ἐπίσκοπος στὴν Περσίδα. Διδάσκοντας ὅμως στὸν λαὸ τὴν
πίστη στὸν Χριστὸ καὶ πείθοντας πολλοὺς νὰ προσέλθουν στὸν Ζῶντα καὶ
Ἀληθινὸ Θεό, προκάλεσε θυμὸ καὶ μεγάλη ὀργὴ στοὺς πυρολάτρες Μάγους, οἱ
ὁποῖοι ἔστειλαν στρατιῶτες γιὰ νά τὸν συλλάβουν. Τὴν προηγούμενη ἡμέρα ὁ
Ἅγιος εἶδε στὸν ὕπνο του τὸν προκάτοχό του Ἐπίσκοπο Ἱερομάρτυρα Συμεών,
νὰ κάθεται σὲ μακριὰ σκάλα καὶ νὰ τὸν καλεῖ νὰ ἀνέβει κοντά του,
λέγοντάς του ὅτι τὸν καλεῖ ὁ Βασιλεὺς καὶ Κύριος.

Αὐτὸ ὅμως φανέρωνε τὴν ἀνάβαση διὰ τοῦ μαρτυρίου. Μέχρις νὰ διηγηθεῖ
αὐτὰ ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ἔστειλαν στρατιῶτες οἱ Μάγοι, συνέλαβαν αὐτὸν καὶ
τοὺς Χριστιανοὺς ποὺ βρίσκονταν μαζί του καὶ τοὺς ὁδήγησαν στὸν βασιλέα
Σαπὼρ Β’ (311-380 μ.Χ), ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους
στὸν Χριστό. Ἀμέσως τοὺς ἔριξαν στὴ φυλακή, τοὺς βασάνισαν καὶ τοὺς
ἀποκεφάλισαν τὸ 330 μ.Χ. Ἔτσι, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἔλαβαν τὸ στέφανο τῆς
δικαιοσύνης καὶ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

Οἱ Ἅγιοι Δίδυμος, Νεμέσιος καὶ Ποτάμιος ἐκ Κύπρου

Οἱ Ἅγιοι Δίδυμος, Νεμέσιος καὶ Ποτάμιος μαρτύρησαν στὴν Κύπρο. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τῶν Ἁγίων.

Ὁ Ἅγιος Ἀνιανὸς

Ὁ Ἅγιος Ἀνιανὸς ἀναφέρεται σὲ ἄλλους Συναξαριστὲς ὡς Ἀνίνας. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Εὐτρόπιος

Ὁ Ἅγιος Εὐτρόπιος ἑορτάζει στὶς 3 Μαρτίου ὅπου καὶ ὁ Βίος του. Δὲν γνωρίζουμε γιατί ἐπαναλαμβάνεται ἡ μνήμη του σήμερα.

Ὁ Ὅσιος Πλωτίνος

Ὁ Ὅσιος Πλωτίνος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ὅσιος Βησσαρίων ὁ Θαυματουργὸς

Ὁ Ὅσιος Βησσαρίων γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἔζησε περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου
καὶ ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰῶνα μ.Χ. Διῆλθε τὸ βίο του στὴν ἔρημο τῆς Αἰγύπτου
ὡς ἀσκητής.

Ποτὲ δὲν ἀπέκτησε ἕνα ἔνδυμα. Ἐπὶ σαράντα ἡμέρες καὶ νύχτες στάθηκε
ἀκλόνητος σὲ ἀκανθῶδες θάμνους, σὰν στῦλος, γιὰ νὰ ὑπερνικήσει τὸν ὕπνο,
ἔχοντας τὰ χέρια καὶ τὸ βλέμμα στραμμένα πρὸς τὸν οὐρανό, τὴν δὲ ψυχή
του ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς τὸν τίμησε μὲ τὴν χάρη καὶ εὐλογία του,
ἀφοῦ ἐπιτέλεσε μεγάλα θαύματα.

Τὰ Συναξάρια περιέχουν πολλὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου. Ἔτσι ἀναφέρεται ὅτι
ἔστησε τὸν ἥλιο καὶ ὅτι διερχόταν τοὺς ποταμοὺς χωρὶς νὰ βρέχεται, ὅπως ὁ
Ἐλισσαῖος διέβη τὸν Ἰορδάνη καὶ ὅπως ὁ Προφήτης Ἠλίας κατεβίβασε βροχὴ
καὶ πότισε τὴν διψασμένη καὶ ἄνυδρη γῆ.

Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων, ἀφοῦ ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ
μνήμη του ἀναφέρεται, ἐπίσης στὶς 6 Ἰουνίου καὶ στὶς 29 Νοεμβρίου.

Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων Πάπας Ρώμης

Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων καταγόταν ἀπὸ τὸ Παλέρμο τῆς Ἰταλίας. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς
του δίδαξαν σὲ αὐτὸν κάθε γραφὴ θεόπνευστη καὶ ὠφέλιμη. Μετὰ τὸν θάνατό
τους συγκέντρωσε ὅλο τὸν πλοῦτο του καὶ τὸν μοίρασε στοὺς πτωχούς.

Ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἀναχώρησε καὶ ἡσύχαζε σὲ μοναστῆρι, ἐκάρη μοναχὸς καὶ
ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ προσευχόμενος νύχτα καὶ ἡμέρα ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος
κόσμου. Τόσο πολὺ δὲ ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν ἀρετή, ὥστε ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ
καὶ τὸ χάρισμα νὰ κάνει θαύματα.

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἀρετὴ δὲν διαφεύγει τῆς προσοχῆς, ἔγινε καὶ Πάπας τῆς
Ρώμης τὸ ἔτος 678 μ.Χ. καὶ ἔλαβε ἐνεργὸ μέρος στὴν ΣΤ’ Οἰκουμενικὴ
Σύνοδο, ἀποστέλλοντας τρεῖς ἀντιπροσώπους καὶ τρεῖς Ἐπισκόπους τῆς
Ἰταλίας.

Ἡ Σύνοδος αὐτή, συνῆλθε τὸ ἔτος 680 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ
καταδικάσει τὴν αἵρεση τῶν Μονοφυσιτῶν. Μεταξὺ τῶν καταδικασθέντων ἦταν
καὶ ὁ προκάτοχος τοῦ Ἁγίου Ἀγάθωνος Ἐπίσκοπος Ρώμης Ὀνώριος Α’ (625-638
μ.Χ.)

Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 682 μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Κινδέος Ἐπίσκοπος Πισιδίας

Ὁ Ὅσιος Κινδέος ἢ Κινδαῖος ἦταν Ἐπίσκοπος Πισιδίας καὶ κοιμήθηκε μὲ
εἰρήνη. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ὁσίου.
Ἡ Ὁσία Μιλδρέδη ἐκ Βρετανίας

Ἡ Ὁσία Μιλδρέδη ἦταν θυγατέρα τοῦ βασιλέως Μέρεγουολ καὶ τῆς
Ἐρμενμπούργκας, πριγκίπισσας τοῦ Κέντ. Ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς
πολιτείας καὶ ἐκάρη μοναχὴ στὴ μονὴ τοῦ Μίνστερ, ὅπου διετέλεσε καὶ
ἡγουμένη, ἐγκατασταθεῖσα ὑπὸ τοῦ Θεοδώρου, Ἀρχιεπισκόπου Καντουαρίας,
τοῦ ἐκ Ταρσοῦ τῆς Κιλικίας. Ἡ Ὁσία διακρίθηκε γιὰ τὴν πραότητα τοῦ
χαρακτῆρα της καὶ τὴ φιλανθρωπική της δράση.

Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 700 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ὁ Θαυματουργὸς

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων ἔζησε στὴ Ρωσία κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ
Μονὴ τῆς Μεγάλης Λαύρας τοῦ Κιέβου. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ προφητικοῦ
χαρίσματος καὶ τοῦ ἔδωσε τὴ δύναμη νά θαυματουργεῖ.

Ὁ Ὅσιος Ἀγάθων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κανονικὴ πράξη
τῆς ἀνακηρύξεώς του σὲ Ἅγιο ἔγινε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Πέτρο Μογίλα, Μητροπολίτη
Ρωσίας (κοιμήθηκε 1 Ἰανουαρίου 1647), τὸ ἔτος 1643.

Ὁ Ἅγιος Κορνήλιος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Ρωσίας


Ἅγιος Ἱερομάρτυς Κορνήλιος γεννήθηκε τὸ ἔτος 1501 στὴ Ρωσία ἀπὸ εὔπορη
καὶ εὐγενῆ οἰκογένεια. Ἔλαβε τὴν ἐκπαίδευσή τους κοντὰ σὲ ἕνα γέροντα
μοναχὸ στὴ μονὴ Μιρὸζ τοῦ Πσκώφ, στὴν ὁποία τὸν ἀπέστειλαν οἱ εὐσεβεῖς
γονεῖς του.

Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του ἀποφάσισε νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς
μοναχικῆς πολιτείας καὶ νὰ γίνει μοναχός. Τὴν ἀπόφασή του αὐτὴ
πραγματοποίησε, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπισκέφθηκε τὴν Μονὴ τῶν
Σπηλαίων τοῦ Πσκὼφ καὶ ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ τὴν κατανυκτικότητα τῶν ἱερῶν
Ἀκολουθιῶν καὶ τὸ κάλλος τῆς φύσεως.

Σὲ ἡλικία 28 ἐτῶν ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς καὶ μερίμνησε γιὰ τὴν κατὰ
Θεὸ προκοπὴ καὶ αὔξηση αὐτῆς. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ὁ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν
αὐξήθηκε ἀπὸ δεκαπέντε σὲ διακόσιους.

Παράλληλα ὁ Ὅσιος φρόντισε γιὰ τὴν ἀνακαίνιση τῆς μονῆς καὶ τὴν ἀνέγερση
ναῶν ἐντὸς αὐτῆς καὶ καλλιέργησε τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τῆς μονῆς στοὺς
λαοὺς τῶν Αἰστιῶν καὶ τῶν Σαετίων, ποὺ ζοῦσαν στὴν περιοχή. Διάδωσε τὴν
Ὀρθοδοξία, ἔκτισε ναούς, πανδοχεῖα, ὀρφανοτροφεῖα καὶ οἰκοτροφεῖα γιὰ
τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τοὺς πτωχούς.

Κατὰ τὴν διάρκεια φοβεροῦ λοιμοῦ στὴν περιοχὴ τοῦ Πσκὼφ ὁ Ὅσιος
Κορνήλιος, μιμούμενος τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Ἐλεήμονα, συμπαραστεκόταν
στοὺς ἀσθενεῖς φροντίζοντάς τους, τοὺς Κοινωνοῦσε καὶ ἔψαλλε τὴν Ἐξόδιο
Ἀκολουθία σὲ ἐκείνους ποὺ ἀπέθνῃσκαν.

Κατέγραφε μάλιστα τὰ ὀνόματα τὸν κεκοιμημένων σὲ ἕνα βιβλίο, ποὺ τὸ
ἀποκαλοῦσε «πρυμναία βίβλο» ἀπὸ τὸν συμβολισμὸ τῆς πρύμνης τοῦ πλοίου,
καὶ τὰ μνημόνευε στὶς προσευχές του, ἀφοῦ τὸ βιβλίο αὐτὸ γιὰ τὸν Ὅσιο
σήμαινε τὴ μνήμη τῶν κεκοιμημένων.

Κατὰ τὸν Λιβονικὸ πόλεμο ὁ Ὅσιος κήρυττε τὸν Χριστιανισμὸ στὶς
κατεχόμενες πόλεις, ἀνήγειρε ναοὺς καὶ βοηθοῦσε γενναιόδωρα τοὺς
Αἰστίους καὶ Λιβονούς, οἱ ὁποῖοι χειμάζονταν ἀπὸ τὸν πόλεμο. Μέσα στὴ
μονὴ περιποιόταν μὲ αὐταπάρνηση τοὺς τραυματίες καὶ ἀκρωτηριασμένους,
ἐνταφίαζε τοὺς νεκροὺς στὰ σπήλαια καὶ χάραζε τὰ ὀνόματά τους στὸ
Συνοδικὸ τῆς μονῆς ὑπὲρ τῆς αἰωνίας μνήμης αὐτῶν.

Ἀκόμη καὶ στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις ὁ Ὅσιος δὲν δίστασε νὰ
συμπαρασταθεῖ στοὺς πολεμιστές. Τὸ ἔτος 1570, εὐλόγησε τὰ Ρώσικα
στρατεύματα ποὺ πολιορκοῦσαν τὴν πόλη τοῦ Θελὶν καὶ τὴν ἴδια μέρα οἱ
πολιορκημένοι Γερμανοὶ παρέδωσαν πράγματι οἰκιοθελῶς τὴν πόλη.

Ἐπιπλέον, σὲ καιρὸ εἰρήνης, ὁ Ὅσιος Κορνήλιος ἀσχολήθηκε μὲ τὴν συγγραφὴ καὶ τὴ συλλογὴ βιβλίων γιὰ τὴν βιβλιοθήκη τῆς μονῆς.

Ἡ μονὴ τῶν Σπηλαίων ἀναδείχθηκε φάρος τῆς Ὀρθοδοξίας γιὰ τὸ Ρωσικὸ λαὸ
καὶ προμαχῶνας ἐναντίων τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν τῆς Ρωσίας. Ὅμως ὁ Ὅσιος
ἔπεσε θῦμα τῶν ἐσωτερικῶν ταραχῶν ποὺ ξέσπασαν στὴ χώρα καὶ
ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν τσάρο Ἰβᾶν τὸν Τρομερὸ τὸ ἔτος 1570, σὲ ἡλικία 69
ἐτῶν, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ τὸ Χρονικὸ ποὺ συνέταξε ὁ ἱεροδιάκονος
Πιτιρίμ.

Ὁ τσάρος ἀμέσως ἀναγνώρισε ὅτι ὁ Ὅσιος ἔπεσε θῦμα διαβολῆς καὶ
συκοφαντιῶν καὶ ἀφοῦ μετανόησε μετέφερε ὁ ἴδιος τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ
Ὁσίου Κορνηλίου στὴ μονή. Ὁ δρόμος τὸν ὁποῖο διήνυσε ὁ τσάρος φέροντας
στὰ χέρια του τὸ ματωμένο λείψανο τοῦ Ὁσίου ὀνομάσθηκε «ὁδὸς τοῦ
αἵματος».

Τὸ ἱερὸ σκήνωμα ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων, ὅπου καὶ παρέμεινε
ἄφθορο ἐπὶ 120 χρόνια. Τὸ ἔτος 1690 ἀνεκομίσθη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Πσκὼφ
καὶ Ἰζμπὸρκ Μάρκελλο στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Νέα
ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἔγινε κατὰ τὰ ἔτη 1872 καὶ 1892, ὁπότε καὶ
τὰ ἐναπέθεσαν ἐντὸς νέων θηκῶν.

Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Ὁσιομάρτυρας καὶ ὁ σὺν αὐτῶ ἀναιρεθέντες

Ὁ Ἅγιος Μακάριος ἦταν ἡγούμενος στὴ μονὴ Βάλαμο καὶ ἀνηρέθη μαζὶ μὲ 34
δόκιμους μοναχοὺς τῆς μονῆς ἀπὸ τοὺς Λατίνους τὸ ἔτος 1578.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

19 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Τῶν Ἁγίων Ἀρχίππου, Φιλήμονος καὶ Ἀπφίας Ἀποστόλων, τῶν Ἁγίων Μαξίμου, Θεοδότου, Ἠσυχίου καὶ Ἀσκληπιοδότης Μαρτύρων, Εὐγενίου καὶ Μακαρίου Ὁσίων, Ραβουλᾶ Ὁσίου, Κόνωνος Ὁσίου, Σωφρονίου Ὁσίου, Ἰαροσλάβου τοῦ Σοφοῦ, Νικήτα Ἱερομάρτυρα, Φιλοθέης τῆς Ἀθηναίας, Μαρίας τοῦ Ὅλονετς.
Ἡ Ἁγία Φιλοθέη ἡ Ὁσιομάρτυρας ἡ Ἀθηναία


Ὁσία Φιλοθέη γεννήθηκε τὸ ἔτος 1522 μ.Χ. στὴν τουρκοκρατούμενη τότε
Ἀθῆνα. Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της ὀνομάζονταν Ἄγγελος καὶ Συρίγα Μπενιζέλου.
Ἡ μητέρα της ἦταν στείρα καὶ ἀπέκτησε τὴν Ἁγία μετὰ ἀπὸ θερμὴ καὶ
συνεχῆ προσευχή.

Ὁ Κύριος ποὺ ἱκανοποιεῖ τὸ θέλημα ἐκείνων ποὺ Τὸν σέβονται καὶ Τὸν
ἀγαποῦν, ἄκουσε τὴν δέησή της. Καὶ πράγματι, μία ἡμέρα ἡ Συρίγα μπῆκε
κατὰ τὴν συνήθειά της στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ ἀπὸ
τὸν κόπο τῆς ἔντονης καὶ ἐπίμονης προσευχῆς τὴν πῆρα γιὰ λίγο ὁ ὕπνος.
Τότε ἀκριβῶς εἶδε ἕνα θαυμαστὸ ὅραμα. Ἕνα φῶς ἰσχυρὸ καὶ λαμπρὸ βγῆκε
ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος

καὶ εἰσῆλθε στὴν κοιλιά της. Ἔτσι ξύπνησε ἀμέσως καὶ ἔκρινε ὅτι τὸ ὅραμα
αὐτὸ σήμαινε στὴν ἱκανοποίηση τοῦ αἰτήματός της. Ἔτσι κι ἔγινε. Ὕστερα
ἀπὸ λίγο καιρὸ ἡ Συρίγα ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἔφερε στὸν κόσμο τὴ μονάκριβη
θυγατέρα της.

Μαζὶ μὲ τὴν Χριστιανικὴ ἀνατροφή, ἔδωσαν στὴν μοναχοκόρη τους καὶ κάθε
δυνατή, γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, μόρφωση. Ἔτσι ἡ Ρηγούλα, αὐτὸ ἦταν τὸ
ὄνομά της προτοῦ γίνει μοναχή, ὅσο αὔξανε κατὰ τὴν σωματικὴ ἡλικία, τόσο
προέκοπτε καὶ κατὰ τὴν ψυχή, ὅπως λέει τὸ συναξάρι της.Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν, οἱ γονεῖς της τὴν πάντρεψαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς
ἄρχοντες τῆς Ἀθήνας. Ἀργότερα, ἀφοῦ πέθαναν οἱ γονεῖς καὶ ὁ σύζυγός της,
ᾖρθε ἡ ὥρα νὰ πραγματοποιήσει ἕνα μεγάλο πόθο της. Ἀφιερώνεται ἐξ
ὁλοκλήρου στὸν Χριστό, γίνεται μοναχὴ καὶ παίρνει τὸ ὄνομα Φιλοθέη.

Κατ’ ἀρχήν, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτόκλητου, τὸν
ὁποῖο εἶδε σὲ ὅραμα, οἰκοδόμησε ἕνα γυναικεῖο μοναστῆρι μὲ ἀρκετὰ κελιά,
στὸ ὁποῖο καὶ ἔδωσε τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου γιὰ νὰ τὸν τιμήσει. Στὸ
μοναστῆρι πρόσθεσε καὶ ἄλλα ἀναγκαῖα οἰκοδομήματα καὶ ἐκτάσεις καὶ τὸ
προικοδότησε μὲ μετόχια καὶ ὑποστατικά, ποὺ ὑπερεπαρκοῦσαν γιὰ τὴ
διατροφὴ καὶ συντήρηση τῶν μοναζουσῶν.

Τὸ μοναστῆρι αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα σῳζόταν στὴν Ἀθῆνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ
Θεοῦ, ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας καὶ ἦταν πλουτισμένο, ὄχι
μόνο μὲ ὑποστατικὰ καὶ διάφορα μετόχια, ἀλλὰ καὶ μὲ πολυειδὴ
χρυσοΰφαντα ἱερατικὰ ἄμφια καὶ σκεύη, ἀπαραίτητα γιὰ τὶς ἐτήσιες ἱερὲς
τελετὲς καὶ ἀγρυπνίες.

Προπαντὸς ὅμως τὸ μοναστῆρι σεμνυνόταν καὶ
ἐγκαλλωπιζόταν  μὲ τὸ θησαυρὸ τοῦ τιμίου καὶ ἁγίου λειψάνου τῆς Ἁγίας,
τὸ ὁποῖο ἦταν ἀποθησαυρισμένο καὶ ἀποτεθειμένο στὸ δεξιὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ
Βήματος, ὅπου καὶ τὸ ἀσπάζονταν μὲ εὐλάβεια ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Τὸ
τίμιο λείψανο τῆς Ἁγίας σκορποῦσε εὐωδία, γεγονὸς ποὺ ἀποτελοῦσε ἐμφανῆ
μαρτυρία καὶ ἀπόδειξη τῆς ἁγιότητας αὐτῆς.

Τὸ παράδειγμά της, λοιπόν, νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Χριστό, τὸ ἀκολουθοῦν καὶ ἄλλες νέες. Σὲ

λίγο διάστημα, ἡ μονὴ ἔφθασε νὰ ἔχει διακόσιες ἀδελφές. Ἡ μονὴ τῆς Ὁσίας
Φιλοθέης γίνεται πραγματικὸ λιμάνι. Ἐκεῖ βρίσκουν προστασία ὅλοι οἱ
ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν σκλαβιά. Ἐκεῖ οἱ ἄρρωστοι βρίσκουν θεραπεία, οἱ
πεινασμένοι τροφή, οἱ γέροντες στήριγμα καὶ τὰ ὀρφανὰ στοργή.

Ἡ Ὁσία, παρὰ τὶς ἀντιδράσεις τῶν Τούρκων, οἰκοδομεῖ διάφορα φιλανθρωπικὰ
ἱδρύματα, νοσηλευτήρια, ὀρφανοτροφεῖα, «σχολεῖα διὰ τοὺς παίδας τῶν
Ἀθηναίων, διὰ ν’ ἀνοίξη τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ τὴν
δόξαν τῶν προγόνων των». Πρωτοστατεῖ σὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ἔργα ἡ ἡγουμένη
Φιλοθέη. Διδάσκει μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὴ ζωή της. Στηρίζει τοὺς
πονεμένους σκλάβους μὲ τὴν προσευχή της. Ἰδιαίτερες εἶναι οἱ φροντίδες
της γιὰ νὰ σώσει ἀπὸ τὸν ἐξισλαμισμὸ ἢ τὴν ἁρπαγὴ τῶν Τούρκων τὶς νέες
Ἑλληνίδες.

Ἡ ὅλη ὅμως δράση τῆς Ἁγίας Φιλοθέης ἐξαγρίωσε κάποτε τοὺς Τούρκους.
Κάποια στιγμὴ τὴν συλλαμβάνουν καὶ ἐκείνη μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία
ὁμολογεῖ: «Ἐγὼ διψῶ νὰ ὑπομείνω διάφορα εἴδη βασανιστηρίων γιὰ τὸ ὄνομα
τοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο λατρεύω καὶ προσκυνῶ μὲ ὅλη μου τὴν ψυχὴ καὶ τὴν
καρδιά, ὡς Θεὸ ἀληθινὸ καὶ ἄνθρωπο τέλειο καὶ θὰ σᾶς χρωστάω μεγάλη
εὐγνωμοσύνη ἂν μπορεῖτε μία ὥρα πρωτύτερα νὰ μὲ στείλετε πρὸς Αὐτὸν μὲ
τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου».

Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἡρωικὴ αὐτὴ ἀπάντηση πρὸς τοὺς κατακτητές, ὅλοι πίστευαν
ὅτι ἡ πανευτυχὴς  καὶ φερώνυμη Φιλοθέη ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐτελειοῦτο διὰ
τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Ὅμως, κατὰ θεία βούληση, τὴν τελευταία σχεδὸν
στιγμὴ πρόφθασαν κάποιοι Χριστιανοὶ καὶ καταπράυναν τὸν ἡγεμόνα μὲ
διάφορους τρόπους. Ἔτσι πέτυχαν νὰ ἐλευθερώσουν τὴν Ἁγία.

Ἀφεθεῖσα πλέον ἐλεύθερη, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἐπέστρεψε ἀναίμακτη στὸ
μοναστῆρι της, ὅπως ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὁ μυροβλύτης Νικόλαος καὶ
πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ἅγιος Γρηγόριος ὁ
Παλαμᾶς. Φρόντιζε δέ, ὄχι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς δικῆς της ψυχῆς ἀλλὰ
καὶ τῶν ἄλλων, ἀφοῦ τοὺς μὲν ἐνάρετους τοὺς στερέωνε στὴν ἀρετή, τοὺς δὲ
ἁμαρτωλοὺς τοὺς βελτίωνε ἠθικὰ καὶ τοὺς ὁδηγοῦσε στὴ μετάνοια.

Καὶ
ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτὸ πέρασε στὴ νῆσο Τζια (Κέα), ὅπου πρὸ
πολλοῦ εἶχε οἰκοδομήσει μετόχι, γιὰ νὰ ἀποστέλλει ἐκεῖ τὶς μοναχὲς
ἐκεῖνες ποὺ φοβοῦνταν γιὰ διαφόρους λόγους νὰ διαμένουν στὴν Ἀθῆνα. Στὴν
Τζια ἔμεινε ἀρκετὸ χρόνο καὶ κατήχησε θεαρέστως τὶς ἀσκούμενες ἀδελφὲς
στὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν κανόνων τῆς μοναστικῆς ζωῆς. Μόλις τελείωσε τὸ
ἔργο της ἐκεῖ, ἐπέστρεψε καὶ πάλι στὴν Ἀθῆνα.

Ἔτσι λοιπόν, ἡ Ἁγία Φιλοθέη, ἀφοῦ ἔφθασε στὴν τελειότητα καὶ στὴν πράξη
καὶ στὴν θεωρία, ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιτελεῖ θαύματα, ἀπὸ τὰ ὁποία,
πρὸς ἀπόδειξη τοῦ θαυματουργικοῦ της χαρίσματος, θὰ μνημονεύσουμε ἕνα
μόνο, τὸ ἀκόλουθο: Ζοῦσε στὴν ἐποχή της ἕνας νέος, ποιμένας προβάτων, ὁ
ὁποῖος ἀπὸ πολὺ μικρὸς εἶχε συνηθίσει στὶς κλεψιὲς καὶ στὶς ρᾳδιουργίες.

Ὁ νέος αὐτός, κατὰ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, κυριεύθηκε ἀπὸ τὸν Σατανᾶ.

Ἐξ
αἰτίας τούτου περιφερόταν στὰ βουνὰ καὶ στὶς σπηλιὲς γυμνὸς καὶ
τετραχηλισμένος , θέαμα ὄντως ἐλεεινό. Πολλὲς φορές, ὅταν συνερχόταν ἀπὸ
τὴν τρέλα, στὴν ὁποία τὸν εἶχε ὁδηγήσει ὁ Σατανᾶς, σύχναζε στὰ γύρω
μοναστήρια γιὰ νὰ βρεῖ θεραπεία στὴν ἀσθένειά του. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ
πετύχει τίποτε.

Κάποιοι, ποὺ τὸν εὐσπλαγχνίστηκαν, τὸν ὁδήγησαν στὴν Ἁγία Φιλοθέη ἡ
ὁποία, ὕστερα ἀπὸ πολὺ καὶ ἐκτενῆ προσευχὴ τὸν λύτρωσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ
διαβολικὴ μάστιγα. Ἔπειτα, ἀφοῦ τὸ νουθέτησε ἀρκετά, τὸν εἰσήγαγε καὶ
στὴν τάξη τῶν μοναχῶν. Καὶ ἔτσι ὁ νέος ἐκεῖνος, ἀφοῦ ἐκάρη μοναχός,
πέρασε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του μὲ μετάνοια καὶ ἄσκηση, θαυμαζόμενος ἀπ’
ὅλους.

Μάταια οἱ Τοῦρκοι προσπαθοῦν νὰ ἀνακόψουν τὴν δράση της. Ὥσπου μία
νύχτα, στὶς 2 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1588, πῆγαν στὸ μονύδριο ποὺ εἶχαν
οἰκοδομήσει στὰ Πατήσια (ἔτυχε τότε νὰ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου
ἱερομάρτυρος Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ ἡ Ἁγία μαζὶ μέ τὶς ἄλλες
ἀδελφὲς βρίσκονταν στὸν ἱερὸ ναὸ ἐπιτελώντας ὁλονύκτια ἀγρυπνία) καὶ
πέντε ἀπὸ αὐτοὺς ἀνέβηκαν στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο καὶ πήδησαν μέσα στὴν
αὐλή. Στὴν συνέχεια εἰσέβαλαν στὸ ναό, ὅπου ἅρπαξαν τὴν Ἁγία καὶ τὴν
μαστίγωσαν μὲ μανία καὶ βαναυσότητα. Τὸ ἀσκητικό της σῶμα δὲν ἄντεξε
πολύ. Ἡ Δορκὰς τῶν Ἀθηνῶν ὑπέκυψε.

Εἴκοσι ἡμέρες μετὰ ἀπὸ τὴν κοίμηση τῆς Ἁγίας, ὁ τάφος της εὐωδίαζε.
Ἀκόμη, ὅταν μετὰ ἀπὸ ἕνα ἔτος ἔγινε ἡ ἀνακομιδή, τὸ τίμιο λείψανό της
βρέθηκε σῶο καὶ ἀκέραιο. Ἐπιπλέον ἦταν γεμάτο μὲ εὐωδιαστὸ μύρο, τρανὴ
καὶ λαμπρὴ ἀπόδειξη τῆς θεάρεστης καὶ ἐνάρετης πολιτείας της, πρὸς δόξα
καὶ αἶνο τοῦ Θεοῦ καὶ καύχημα τῆς πίστεώς μας. Τὸ ἱερὸ λείψανό της
βρίσκεται σήμερα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὅσιων τὴν ἔλλαμψιν, εἰσδεδεγμένη σεμνή, τὴν πάλιν ἐφαίδρυνας, τῶν
Ἀθηναίων τὴ σῆ, ἀσκήσει καὶ χάριτι, σὺ γὰρ ἐν εὐποιίαις, διαλάμπουσα
Μῆτερ, ἤθλησας δι’ ἀγάπην, εὐσεβῶς τοῦ πλησίον διὸ σὲ ὢ Φιλοθέη, Χριστὸς
ἐδόξασε.
Οἱ Ἅγιοι Ἄρχιππος, Φιλήμων καὶ Ἀπφίας οἱ Ἀπόστολοι

Καὶ οἱ τρεῖς Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἀπφίας ἢ Ἀπφίων, Ἄρχιππος καὶ Φιλήμων
συναριθμοῦνται μεταξὺ τῶν Ἁγίων Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων, τῶν ὁποίων ἡ
Σύναξη ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία στὶς 4 Ἰανουαρίου.

Περὶ τῆς Ἁγίας Ἀπφίας ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλήμονα
ἐπιστολή: «καὶ Ἀπφία τὴ ἀγαπητή». Συνεμαρτύρησε μετὰ τῶν Ἀποστόλων
Φιλήμονος, Ἀρχίππου καὶ Ὀνισήμου ἐπὶ αὐτοκράτορα Νέρωνος (54-68 μ.Χ.)
καὶ φέρεται ὡς σύζυγος τοῦ Ἀποστόλου Φιλήμονος.

Ὁ Ἀπόστολος Ἄρχιππος, ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς Κολοσσᾶς.

Τελειώθηκε μαρτυρικὰ ἐπὶ Νέρωνος. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν τὸν κατήχησε καὶ
τὸν βάπτισε Χριστιανό. Γρήγορα, ὅμως, λόγω τῆς προθυμίας, τοῦ ζήλου καὶ
τῆς εὐσέβειάς του, ἀποδείχθηκε σὲ συστρατιώτη τοῦ Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος
τὸν ἀναφέρει στὶς πρὸς Φιλήμονα καὶ πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολές του.

Ἀργότερα συλλαμβάνεται μὲ διαταγὴ τοῦ ἐπάρχου Ἀνδροκλέους καὶ πιέζεται
νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ὁ Ἄρχιππος ὅμως ἀρνεῖται καὶ γι’ αὐτὸ
ὑποβάλλεται σὲ βασανιστήρια, τὰ ὁποῖα ἀντὶ νὰ τὸν πτοοῦν, τὸν
ἐνδυναμώνουν. Τέλος ὁ διὰ λιθοβολισμοῦ θάνατος, χάρισε στὸν Ἀπόστολο
Ἄρχιππο τὸ στέφανο τῆς δόξας.

Ὁ Ἀπόστολος Φιλήμων, Ἐπίσκοπος Γάζης, ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου
καὶ τελειώθηκε μαρτυρικὰ στὶς Κολοσσὲς ἐπὶ Νέρωνος. Κατὰ τὸν ψευδὸ –
Δωρόθεο ἦταν ἕνας ἀπό τούς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου καὶ ὁ
παραλήπτης τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς Φιλήμονα. Κατὰ τὶς
Ἀποστολικὲς Διαταγὲς (πV, 46) ὁ μαθητὴς αὐτὸς τοῦ Κυρίου ἔγινε Ἐπίσκοπος
ὄχι Γάζης ἀλλὰ τῶν Κολοσσῶν.

Ὁ ἡγεμόνας Ἀνδροκλὴς ὑπέβαλε σὲ διάφορα φρικτὰ βασανιστήρια τοὺς
Ἀποστόλους Φιλήμονα καὶ Ἀπφία. Ἔτσι καὶ οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Ἀπόστολοι
ἐτελειώθησαν καὶ ἔλαβαν τοὺς στέφανους τοῦ μαρτυρίου.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὃ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ὡς προσπελάσας ὁλικὴ διαθέσει, τῷ τῶν ἀρρήτων μυητῆ καὶ ἐπόπτη, τῶν
Ἀποστόλων σύσκηνος ἐδείχθης σοφέ, ὅθεν τὸν τῆς πίστεως, θεῖον λόγον
κηρύξας, ἔτεμες τοὶς τρόποις σου, τὰ φυτὰ τῆς κακίας, καὶ ἐναθλήσας
Ἄρχιππε στερρῶς, δικαιοσύνης ἐδέξω τὸν στέφανον.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὡς ἀστέρα μέγαν σε, ἡ Ἐκκλησία, κεκτημένη Ἄρχιππε, ταὶς τῶν θαυμάτων σου
βολαίς, φωτιζομένη κραυγάζει σοι, Σῶσον τοὺς πίστει, τιμώντας τὴν
μνήμην σου.
Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος, Θεόδοτος, Ἠσύχιος καὶ Ἀσκληπιοδότη

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ Μάξιμος, Θεόδοτος, Ἠσύχιος καὶ
Ἀσκληπιοδότη περιερχόμενοι σὲ κάθε πόλη καὶ κάθε χώρα, κήρυτταν μὲ
παρρησία τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁμολογοῦσαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς
καὶ Κύριος τοῦ παντὸς καὶ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ἐνῷ τὰ εἴδωλα εἶναι
ἔργα χειρῶν καὶ δημιουργήματα τῶν ἀνθρώπων, κατασκευασμένα μὲ πέτρες καὶ
ξύλα. Γι’ αὐτὸ συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ παραδόθηκαν στὸν
Ἄρχοντα τῆς χώρας καὶ βασανίσθηκαν, γιὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ
προσκυνήσουν τὰ εἴδωλα.

Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πείθονταν, σύρονταν σιδηροδέσμιοι ἀπὸ πόλη σὲ πόλη, καὶ
μάχονταν μὲ τὰ θηρία. Τὰ θηρία ὅμως δὲν τόλμησαν νὰ πλησιάσουν τοὺς
Ἁγίους καὶ ἔτσι αὐτοὶ διαφυλάχθηκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Ἔπειτα μὲ
σιδερένια νύχια τοὺς ἔγδαραν καὶ τέλος ἀφοῦ ἄναψαν μεγάλο καμίνι, τοὺς
ἔριξαν μέσα σὲ αὐτό, ἐνῷ αὐτοὶ ἔψαλλαν χαίροντες. Καὶ εὐχαριστώντας τὸν
Ἅγιο Θεὸ παρέδωσαν τὶς Ἅγιες καὶ μακάριες ψυχές τους στὸν Κύριο καὶ
ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Οἱ Ὅσιοι Εὐγένιος καὶ Μακάριος οἱ Ὁμολογητὲς

Οἱ Ὅσιοι Πατέρες Εὐγένιος καὶ Μακάριος συνελήφθησαν ἐπὶ ἀτοκράτορα
Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361-363 μ.Χ.), ἐνώπιον τοῦ ὁποίου διεκήρυξαν μὲ
πνευματικὴ ἀνδρεία ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ
ἔλεγξαν τὸν εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα γιὰ τὶς δοξασίες του.

Ἀμέσως ὁ Ἰουλιανὸς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς βασανίσουν. Ἀφοῦ τοὺς κρέμασαν,
τοὺς ἔβαλαν πάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα. Ὅμως οἱ Ἅγιοι μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ
διαφυλάχθηκαν σῶοι καὶ ἀβλαβεῖς. Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ ὁ Ἰουλιανὸς τοὺς
ἐξόρισε στὴν Μαυριτανία.

Ἐκεῖ ἔφθασαν σὲ ἕνα τόπο, ὅπου ἀσκήτευαν καὶ ζοῦσαν μὲ προσευχὴ καὶ
νηστεία. Οἱ κάτοικοι ὅμως τῆς περιοχῆς τοὺς συνέστησαν νὰ φύγουν ἀπὸ
ἐκεῖ, διότι στὸν τόπο ἐκεῖνο ὑπῆρχε ἕνας δράκοντας. Οἱ Ὅσιοι δὲν
φοβήθηκαν, ἀλλὰ προσευχήθηκαν μὲ θέρμη στὸν Θεὸ καὶ ἀμέσως τὸ θαῦμα
ἔγινε. Κεραυνὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἔπεσε καὶ κατέκαψε τὸν δράκοντα.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ ἀφοῦ οἱ Ὅσιοι ἔζησαν γιὰ λίγο καιρό,
κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη παραδίδοντες τὶς ἅγιες ψυχές τους στὸν Κύριο.
Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς

Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς γεννήθηκε στὰ Σαμόσατα τῆς Συρίας καὶ ἔζησε ἐπὶ τῶν
αὐτοκρατόρων Ζήνωνος τοῦ Ἰσαύρου (474-475, 476-491 μ.Χ.), Ἀναστασίου Α’
(491-518 μ.Χ.) καὶ Ἰουστινιανοὺ Α’ (527-565 μ.Χ.). Ἐκπαιδεύτηκε ἀπὸ τὸν
διδάσκαλο Βαρυψαβὰ καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἄλλη παιδεία καὶ μόρφωση ὁ Ὅσιος
ἔμαθε καὶ τὴν συριακὴ γλῶσσα.

Στὴ συνέχεια ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀπομονώθηκε στὰ ὄρη καὶ τὰ σπήλαια, γιὰ
νὰ ἐπιδοθεῖ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση καὶ ζοῦσε ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ
Βαπτιστὴς καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας.

Ἀκολούθως ᾖλθε στὴ Φοινίκη, ὅπου ἵδρυσε κοινόβιο καὶ ἀργότερα μὲ τὴν
συνδρομὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ζήνωνος καὶ τοῦ Ἐπισκόπου Βηρυττοῦ Ἰωάννου
ἔκτισε μονή, ἡ ὁποία ἀναδείχθηκε, σὲ ἱεραποστολικὸ κέντρο γιὰ τὴ διάδοση
τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στοὺς εἰδωλολάτρες.

Ὅταν πέθανε ὁ αὐτοκράτορας Ζήνων, διάδοχός του ἔγινε ὁ Ἀναστάσιος ὁ
Δίκορος. Ὁ Ὅσιος Ραβουλᾶς μὲ τὴν βοήθεια τοῦ νέου βασιλέως ἔκτισε στὴν
Κωνσταντινούπολη νέα μονή, ποὺ προσαγορεύεται μονὴ τοῦ Ραβουλᾶ.

Ὅταν ὁ Ὅσιος ὑπερέβη τὰ ὀγδόντα του χρόνια τελείωσε τὸ βίο του μὲ εἰρήνη
ψιθυρίζοντας τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «Δεῦτε πρὸς μὲ πάντες οἱ κοπιῶντες
καὶ πεφορτισμένοι, καγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς».

Ὁ Ὅσιος Κόνων

Ὁ Ὅσιος Κόνων ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α’
(527-565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Κιλικία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Σὲ νεαρὴ
ἡλικία ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Πενθουκλᾶ, ἡ ὁποία βρισκόταν κοντὰ
στὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ὅταν ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Πέτρος (524-552 μ.Χ.)
πληροφορήθηκε τὴν θερμὴ εὐσέβεια καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Ὁσίου Κόνωνος, τοῦ
ἀνέθεσε τὴ διακονία νὰ βαπτίζει στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ὅσους ἔρχονταν νὰ
δεχθοῦν ἐκεῖ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.

Ὁ Ὅσιος Κόνων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.
Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος, σύμφωνα μὲ μερικοὺς Συναξαριστές, ἦταν Ἐπίσκοπος καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος ὁ Σοφὸς

Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος γεννήθηκε τὸ ἔτος 978 μ.Χ. καὶ ἦταν μεγάλος πρίγκιπας
τοῦ Κιέβου. Λαβῶν ὡς ἀφορμὴ τὸ φόνο κάποιου ἐπιφανοῦς Ρώσου ἐμπόρου
στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπέστειλε κατὰ τοῦ Βυζαντίου, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ
1043, τὸν υἱό του Βλαδίμηρο μὲ 400 πλοῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέβαιναν ἑκατὸ
χιλιάδες ἄνδρες Ρώσοι καὶ μισθοφόροι «ἀπὸ τῶν κατοικούντων ἐν ταὶς
προσαρκτίοις τοῦ Ὠκεανοῦ νήσοις ἐθνῶν», ὅπως γράφει ὁ Γεώργιος Κεδρηνός.

Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος Θ’ ὁ Μονομάχος (1042-1054), ἀφοῦ παρέταξε τὸ
Βυζαντινὸ στόλο ἔξω ἀπὸ τὸν λιμένα τοῦ Φάρου (σήμερα καλεῖται Ρούμελη
Καβάκ), ἀπέστειλε πρέσβεις πρὸς τὸν Βλαδίμηρο προτείνοντας συμβιβασμό.
Ἐκεῖνος ὅμως ἀντιπρότεινε τέτοιους ὅρους, ὥστε ἡ συνεννόηση κατέστη
ἀδύνατη.

Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος διέταξε τότε τὸ ναύαρχο Βασίλειο
Θεοδωροκάνο νὰ εἰσέλθει μὲ τρία πλοῖα στὸ λιμένα, γιὰ νὰ προκαλέσει
αὐτούς. Οἱ Ρώσοι τράπηκαν σὲ φυγὴ καὶ τὰ περισσότερα πλοῖα τους
καταποντίσθηκαν. Ὅσοι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κατέφυγαν στὴν ξηρὰ κατόρθωσαν νὰ
γλιτώσουν τὴν σφαγή, προχώρησαν μὲ τὰ πόδια διὰ τῆς Θρᾴκης πρὸς τὴν
πατρίδα τους.

Ἀλλὰ πρὶν φθάσουν στὸν ποταμὸ Δούναβη, τοὺς ἐπιτέθηκε, κοντὰ στὴν
Βάρνα, ὁ στρατηγὸς Κεκαυμένος καὶ τοὺς φόνευσε, πλὴν 800 ποὺ
αἰχμαλωτίσθηκαν καὶ ἀπεστάλησαν δέσμιοι στὴν Κωνσταντινούπολη.

Τρία χρόνια μετὰ τὴν ἐπιδρομὴ ἐκείνη ὁ Ἱεροσλάβος συνομολόγησε εἰρήνη μετὰ τοῦ Βυζαντίου.

Κατὰ τὸ ἔτος 1017 συνέβη τρομακτικῶν διαστάσεως πυρκαγιὰ στὸ Κίεβο, ἡ
ὁποία ἀποτέφρωσε τὸ μέγιστο τμῆμα τῆς πόλεως καὶ πολλοὺς ναούς.

Μεταξὺ τῶν καταστραφέντων ἀπὸ τὴ φωτιὰ ναῶν ὑπῆρξε προφανῶς καὶ ὁ ναὸς
τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀνακατασκευάστηκε ἀπὸ τὸν Ἅγιο
Ἱεροσλάβο ἀμέσως μετὰ τὴν καταστροφή.

Κατὰ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο μεταξὺ τῶν υἱῶν τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου (τιμᾶται 15
Ἰουλίου) γιὰ τὴ διαδοχὴ στὴν ἐξουσία τοῦ μεγάλου ἡγεμόνος τοῦ Κιέβου, ὁ
ἡττηθεῖς Σβιατοπόλκος ζήτησε τὴ βοήθεια τοῦ ἡγεμόνα τῆς Πολωνίας
Βολεσλάβου.

Ὁ Βολεσλάβος νίκησε τὸν Ἅγιο Ἱεροσλάβο καὶ διευκόλυνε τὴν
κατάληψη τοῦ Κιέβου ἀπὸ τὸν Σβιατοπόλκο, ὁ ὁποῖος ὅμως τελικὰ ὑποκίνησε
ἐπανάσταση τῶν Κιεβινῶν γιὰ τὴ δυναμικὴ ἐκδίωξη τῶν Πολωνῶν. Ἡ κατάληψη
τοῦ Κιέβου ἀπὸ τοὺς Πολωνοὺς χρονολογεῖται κατὰ τὸ ἔτος 1018.

Ὁ Ἅγιος θεμελίωσε τὸ ἔτος 1037 σὲ ἄλλο τόπο τὸν καὶ σήμερα σῳζόμενο
μεγαλοπρεπῆ ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, βυζαντινοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος
κατασκευάσθηκε ἀπὸ Βυζαντινοὺς ἔμπειρους μάστορες τῆς τέχνης διὰ τῆς
βυζαντινῆς κατασκευαστικῆς μεθόδου τῆς λιθοδομῆς, ὡς καὶ τὸ ναὸ τοῦ
Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου.

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ θεμελιώνεται ἡ ἀδιάκοπη συνέχεια τῆς Βυζαντινῆς
Ἱεραποστολῆς στὴ Ρωσία καὶ ἡ κανονικὴ ὀργανικὴ ἔνταξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς
Ρωσίας στὸ διοικητικὸ σῶμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Μητροπολίτου Κιέβου Θεοπέμπτου, περὶ τὸ 1048, ἡ
Μητρόπολη Κιέβου χήρεψε γιὰ τρία χρόνια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος
συνεκάλεσε Σύνοδο τῶν Ἀρχιερέων τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία πιθανότατα ἐξέλεξε
Μητροπολίτη Κιέβου τὸ μοναχὸ τοῦ Μπερέστοβο Ἰλαρίωνα. Ὁ Μητροπολίτης
Ἰλαρίων ζήτησε τὴν ἐπικύρωση καὶ εὐλογία ἀπὸ τὸν Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως.

Ὁ Ἅγιος Ἱεροσλάβος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1054 καὶ ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη του καὶ στὶς 28 Φεβρουαρίου.

Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ νέος Ἱερομάρτυρας

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἤπειρο καὶ ἔγινε Ἱερομόναχος στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ
συγκεκριμένα στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας καὶ κατόπιν στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου
Παντελεήμονα (Ρώσικη). Τὸν κατέλαβε ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου καὶ γύριζε τὰ
χωριὰ γύρω ἀπὸ τὶς Σέρρες καὶ τὴ Δρᾶμα, κηρύττοντας τὸν Χριστὸ σὰν
ἀληθινὸ Θεὸ καὶ τὸν Μωάμεθ σὰν πλάνο. Συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ
φυλακίστηκε στὶς Σέρρες.

Κατόπιν ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια, ὅπως ὄσφρηση φωτιᾶς ἀπὸ τὴ
μύτη, ἀκάνθινο στεφάνι στὸ κεφάλι, καλαμένιες ἀκίδες στὰ νύχια του καὶ
κάψιμο στὰ ἀπόκρυφα μέλῃ του. Ὁ Νικήτας ὅμως, μὲ θαυμαστὴ σταθερότητα,
συνεχῶς ὁμολογοῦσε τὴν πίστη του στὸ Χριστό. Τελικά, στὶς 19 Φεβρουαρίου
1806 τὸν κρέμασαν καὶ ἔτσι δέχτηκε τὸ στεφάνι τῆς ἀφθαρσίας.

Ἡ Ὁσία Μαρία τοῦ Ὅλονετς

Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα μ.Χ. στὸ χωριὸ Περεντίνο τῆς
ἐπαρχίας Σταράγια τοῦ Νόβγκοροντ ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ
πατέρας της ὀνομαζόταν Βασίλειος Σωφρόνωφ καὶ ἀξιώθηκε νὰ ἀποκτήσει
ἀκόμη τέσσερα παιδιά, δυὸ υἱοὺς καὶ δυὸ θυγατέρες. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἡ
Μαρία διδάχθηκε τὸ Ὡρολόγιο καὶ τὸ Ψαλτῆρι. Τὰ βράδια τοῦ χειμῶνα
καθόταν καὶ διάβαζε τοὺς Βίους τῶν Ἁγίων, ἐνῷ τὴ νύχτα σηκωνόταν κρυφὰ
καὶ σχεδὸν ἀθόρυβα πήγαινε μπροστὰ στὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ ἔκανε
μετάνοιες.

Τὰ χρόνια περνοῦσαν, ἀλλὰ ἡ Μαρία δὲν ἀποφάσιζε νὰ κάνει τὴ δική της
οἰκογένεια. Ἐπισκεπτόταν τακτικὰ τὰ μοναστήρια καὶ τοὺς ἀσκητὲς ποὺ
ζοῦσαν στὰ δάση πέρα ἀπὸ τὸν ποταμὸ Λόβατ. Κάποιος ἀπὸ τοὺς ἅγιους
ἐκείνους Γέροντες τὴ συμβούλεψε νὰ βαδίσει πρὸς τὸ βορά, στὴ λίμνη Βέιζ,
ὅπου ζοῦσε ὁ ἐρημίτης π. Ἠσαΐας, ὁ θεῖος της. Ἐκεῖνος θὰ τὴν
καθοδηγοῦσε στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἔτσι ἡ Ὁσία Μαρία ξεκίνησε γιὰ τὸ
Ὅλονετς, γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία τοῦ πατρὸς Ἠσαΐου. Ἐκεῖ καὶ ἔμεινε,
γιὰ νὰ σκητέψει, μέσα σὲ μία καλύβα.

Μετὰ τρία χρόνια ἀσκήσεως καὶ προσευχῆς ᾖλθαν νέοι πειρασμοί. Ἡ Ὁσία
ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν καλύβα της καὶ νὰ περιπλανιέται στὰ δάση
καὶ στὴν ἔρημο. Ἔτσι ἔφθασε μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες γιὰ προσκύνημα
στὴ Σταυρούπολη τοῦ Καυκάσου, ἀναζητώντας ἕνα ἡσυχαστικὸ καταφύγιο σὲ
μία χαράδρα.

Μετὰ ἀπὸ πολὺ ἄσκηση καὶ προσευχὴ ἔφθασε ὁ καιρὸς νὰ παραδώσει τὴν ἁγία
της ψυχὴ στὸν Κύριο, ποὺ τόσο ἀγάπησε. Ἡ ψυχή της χωρίσθηκε ἀπὸ τὸ σῶμα
τῆς Ἁγίας τὸ ἔτος 1860.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

18 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Λέοντος πάπα Ρώμης, τῶν Ἅγιων Λέοντος καὶ Παρηγορίου Μαρτύρων, Ἀγαπητοῦ Ὁμολογητοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀγρίππα, Βικτωρίνου, Δωροθέου καὶ Θεοδούλου Μαρτύρων, Πιουλίου Μάρτυρα, τῶν Ἁγίων Λουκῖου, Σιλβανοῦ, Ρουτουλίου, Κλασσικοῦ, Σεκουνδίνου, Φρουκτουλίου καὶ Μαξίμου Μαρτύρων, Κοσμᾶ Ὁσίου, Νικολάου Πατριάρχου.
O Ἅγιος Λέων

Ὁ Ἅγιος Λέων γεννήθηκε στὴ Ρώμη περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. καὶ
ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ καὶ Πουλχερίας (450-457 μ.Χ.).
Διετέλεσε διάκονος τῶν Ἐπισκόπων Ρώμης Καλλίστου καὶ Σίξτου (432-440
μ.Χ.) καὶ ἐξαιτίας τῆς πολλῆς ἀρετῆς, τῆς συνέσεως καὶ τῆς καθαρότητας
τοῦ βίου του χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ρώμης στὶς 29 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους
440 μ.Χ.

Κατὰ τὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴ Χαλκηδόνα,
τὸ ἔτος 451 μ.Χ., προσέφερε μεγάλη ὑπηρεσία στὴν ὀρθόδοξη ἀλήθεια διὰ
τῆς ἐνεργοῦ καὶ φωτισμένης συμβολῆς του.

Ἀπέστειλε σὲ αὐτὴν τέσσερις ἀντιπροσώπους του, ἡ δὲ ἐπιστολὴ τὴν ὁποία
ἀπηύθυνε πρὸς τὴ Σύνοδο καθόριζε μὲ ὅλη τὴν ἀκρίβεια καὶ τὸ φωτισμὸ τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ
Χριστοῦ καὶ τὶς δυὸ φύσεις τοῦ Κυρίου, τὴ θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη.

Ὁ Ἅγιος Λέων κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας στὶς 10 Νοεμβρίου 460 μ.Χ. μὲ εἰρήνη καὶ ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας
πίστεως, ὀρθοδοξία, ὑπεστήριξας, τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς πολύφωνον τοῦ
πνεύματος ὄργανον ἐκ γὰρ Δυσμῶν ἀναλάμψας ὡς ἥλιος, αἱρετικῶν τὴν ἀπάτην
ἐμείωσας, Λέων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα
ἔλεος.

Ἕτερο Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. δ’.

Ὀρθοδοξίας
ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν
ὀρθοδόξων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Λέον σοφέ, ταὶς διδαχαίς σου πάντας
ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος, Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθήναι τᾶς ψυχᾶς
ἤμων.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἐπὶ
θρόνου Ἔνδοξε, ἱερωσύνης καθίσας, καὶ λεόντων στόματα, τῶν λογικῶν
ἀποφράξας, δόγμασιν ἐν θεοπνεύστοις σεπτῆς Τριάδος, ηὔγασας φῶς τὴ σῆ
ποίμνη θεογνωσίας, διὰ τοῦτο ἐδοξάσθης, ὡς θεῖος μύστης Θεοῦ τῆς
χάριτος.


Οἱ Ἅγιοι Λέων καὶ Παρηγόριος οἱ Μάρτυρες οἱ ἐν Πατάροις τῆς Λυκίας Ἀθλήσαντες

Οἱ
Συναξαριστὲς σημειώνουν ὅτι οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Λέων καὶ Παρηγόριος
συνελήφθησαν στὰ Πάταρα τῆς Λυκίας. Πρῶτος συνελήφθη ὁ Ἅγιος Παρηγόριος,
ὁ ὁποῖος μαρτύρησε διὰ πολλῶν καὶ ποικίλων βασάνων. Ὁ Ἅγιος Λέων
προσευχόταν στὸν τόπο, ὅπου ἔριξαν τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Παρηγορίου καὶ
ἔκλαιγε γιὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀγαπημένου του φίλου καὶ Μάρτυρα, ἐπιθυμώντας
νὰ ἀκολουθήσει καὶ αὐτὸς τὴν ὁδὸ τοῦ μαρτυρίου. Καὶ ἡ εὐκαιρία βρέθηκε.

Σὲ
κάποια ἑορτὴ τῶν Ἐθνικῶν ὁ Λέων πλησίασε στὸν εἰδωλολατρικὸ ναὸ καὶ
συνέτριψε τὰ κηροπήγια καὶ τοὺς λύχνους τῶν εἰδώλων, ἐνῷ ἔψαλε ὕμνους
πρὸς τὸν Κύριο. Ἀμέσως συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου,
ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἀμέσως τὰ
βασανιστήρια ἄρχισαν. Τὸν χτύπησαν μὲ βούνευρα καὶ τὸν ἔσυραν σὲ γκρεμό,
ὅπου τὸν ἔριξαν. Ἔτσι ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου ὁ ἀθλητὴς τοῦ
Χριστοῦ Λέων.
Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ὁ Ὁμολογητὴς καὶ Θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Σινάου


Ὅσιος Ἀγαπητὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς
καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ
(284-305 μ.Χ.) καὶ Μαξιμιανοὺ (285-305 μ.Χ.). Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἀναχώρησε
γιὰ μοναστῆρι κοντὰ στὴ Σίναο καὶ ἔγινε μοναχός.

Ἀγαπήθηκε ἀπὸ τὸν
Ἡγούμενο, ἐξαιτίας τῆς ἐνάρετης ζωῆς του καὶ διδάχθηκε τὰ ἱερὰ γράμματα.
Ἔλαβε δὲ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸ χάρισμα τῶν θαυμάτων. Μὲ τὴν προσευχὴ
θανάτωσε δράκοντα μεγάλο, ποὺ φανερώθηκε κοντὰ στὸ μοναστῆρι καὶ ἀφάνιζε
ἀνθρώπους καὶ ζῷα καὶ εὐεργετοῦσε τοὺς προστρέχοντες σὲ αὐτόν.

Ἀργότερα,
ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308-323 μ.Χ.), ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς προσελήφθη
στὸ στράτευμα. Ἐκεῖ εἶδε νὰ βασανίζονται γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστὸ
οἱ καλλίνικοι Μάρτυρες Βικτώριος, Δωρόθεος, Θεόδουλος, Ἀγρίππας καὶ
ἄλλοι πολλοί. Ἀμέσως θέλησε καὶ αὐτὸς νὰ γίνει κοινωνὸς τοῦ μαρτυρίου
τους. Καὶ ἐνῷ ἐκεῖνοι ἐτελειώθησαν ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ ξίφους, αὐτὸς
διαφυλάχθηκε σῶος καὶ ἀβλαβής, ἂν καὶ τὸν κτύπησαν μὲ ἀκόντιο, κατ’
οἰκονομία Θεοῦ, γιὰ νὰ ὁδηγήσει πολλοὺς στὴ σωτηρία.

Μετὰ τὴν
στρατιωτικὴ θητεία καὶ ὅταν πλέον αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος
(324-337 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος Ἀγαπητὸς ἐπιδόθηκε στὴ μελέτη τοῦ ἱεροῦ
Εὐαγγελίου καὶ ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σινάου τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο.
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου του καὶ ὕστερα ἀπὸ κοινὴ γνώμη κλήρου
καὶ λαοῦ, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος.

Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἀφοῦ ἀρχιεράτευσε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Οἱ Ἅγιοι Ἀγρίππας, Βικτωρίνος, Δωρόθεος καὶ Θεόδουλος οἱ Μάρτυρες

Οἱ
Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες, μαρτύρησαν ἐπὶ βασιλείας Λικινίου (308-323 μ.Χ.).
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Ὁ Ἅγιος Πιούλιος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Πιούλιος μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ὁ ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Κοσμᾶς τοῦ Γιαχρὸμ γεννήθηκε στὴ Ρωσία τὸν 15ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀρχικὰ
ἦταν ὑπηρέτης κάποιου εὐγενοῦς, τὸ ὁποῖο φρόντιζε κατὰ τὸν χρόνο τῆς
ἀσθένειάς του καὶ τοῦ διάβαζε βιβλία.

Κάποτε, ὅταν ὁ Ὅσιος ταξίδευε,
ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτὸν στὴ δασώδη περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Γιαχρόμ, ἡ Ὑπεραγία
Θεοτόκος λέγοντάς του νὰ γίνει μοναχὸς καὶ νὰ ἀνεγείρει μονή. Ἔτσι ὁ
Ὅσιος μετέβη στὸ Κίεβο, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων καὶ
κατόπιν ἐπέστρεψε στὸ Γιαχρόμ, γιὰ νὰ κτίσει ναὸ ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση
τῆς Θεοτόκου.

Μὲ τὴν βοήθεια τῶν Χριστιανῶν τῆς περιοχῆς ἔκτισε τὸ ναὸ καὶ ἵδρυσε μονὴ τῆς ὁποίας ἐξελέγη ἡγούμενος.


Ὅσιος Κοσμᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας τὸ ἔτος 1492 καὶ
ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τὴν ὁποία εἶχε ἱδρύσει. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται καὶ
στὶς 18 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῆς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου
τοῦ Γιαχρόμ.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Πατριάρχης Γεωργίας

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἀρχιεράτευσε κατὰ τὰ ἔτη 1584-1591 ὡς Πατριάρχης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Γεωργίας.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

17 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Θεοδώρου Τήρωνος, Μαριάμνης, Αὐξιβίου Ἐπισκόπου, τῶν Ἁγίων Ρωμύλου, Σεκουνδιανοῦ, Δονάτου καὶ τῶν σὺν αὐτοὶς μαρτυρησάντων, Θεοδούλου Μάρτυρος, Θεοστηρίκτου Ὁσίου, Εὕρεση Λειψάνων Ἁγίου Μηνᾷ Καλλικελάδου, Μαρκιανοῦ καὶ Πουλχερίας βασιλέων, Θεοδώρου ἐκ Ρωσίας, Θεοδώρου Βυζαντινοῦ, Μιχαὴλ Νεομάρτυρα, Ρωμανοῦ ἐκ Τυρνόβου, Ἐρμογένους Πατριάρχου, Βαρνάβα Ὁσίου
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων (Ἑορτὴ Θεόδωρος)

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἀμάσεια στὴ Μαύρη
Θάλασσα, ποὺ ὀνομαζόταν Χουμιαλὰ καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῶν
αὐτοκρατόρων Μαξιμιανοῦ (286-305 μ.Χ.), Γαλερίου (305-311 μ.Χ.) καὶ
Μαξιμίνου (305-312 μ.Χ.).

Ὀνομάζεται Τήρων, διότι κατετάγη στὸ στράτευμα τῶν Τηρώνων, δηλαδὴ τῶν νεοσυλλέκτων, διοικούμενο ὑπὸ τοῦ πραιπόσιτου Βρίγκα.

Διαβλήθηκε στὸν πραιπόσιτο ὡς Χριστιανὸς καὶ κλήθηκε σὲ ἐξέταση. Ἐκεῖ
ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ χωρὶς δισταγμό. Ὁ διοικητὴς Βρίγκας
δὲν θέλησε νὰ προχωρήσει στὴν σύλληψη καὶ τιμωρία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου,
ἀλλὰ τὸν ἄφησε νὰ σκεφθεῖ καὶ νὰ τοῦ ἀπαντήσει λίγο ἀργότερα. Πίστευε
ὅτι ὁ Θεόδωρος θὰ ἄλλαζε καὶ θὰ θυσίαζε στὰ εἴδωλα.

Ὁ Μεγαλομάρτυς, ὄχι μόνο παρέμεινε ἀδιάσειστος στὴν πίστη του, ἀλλὰ
ἔκαψε καὶ τὸ ναὸ τῆς μητέρας τῶν θεῶν Ρέας, μετὰ τοῦ εἰδώλου αὐτῆς.
Ἀμέσως τότε συνελήφθη καὶ

ρίχθηκε ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες σὲ πυρακτωμένη κάμινο, ὅπου καὶ τελειώθηκε μαρτυρικά.

Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος ἐτελεῖτο στὸ
ἁγιότατο Μαρτύριό του, τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὴν περιοχὴ τοῦ Φωρακίου ἢ
Σφωρακίου, τὸ Σάββατο τῆς Α’ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, δηλαδὴ τὴν ἡμέρα
ποὺ ὁ Ἅγιος ἔκανε τὸ θαῦμα τῶν κολλύβων σώζοντας τὸν ὀρθόδοξο λαὸ ἀπὸ τὰ
μιασμένα εἰδωλόθυτα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο ἀπὸ ἄγνοια νὰ φάει.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος β’.

Μεγάλα τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα! ἐν τὴ πηγὴ τῆς φλογός, ὡς ἐπὶ ὕδατος
ἀναπαύσεως, ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ἠγάλλετο, πυρὶ γὰρ ὁλοκαυτωθεῖς, ὡς
ἄρτος ἠδύς, τὴ Τριάδι προσήνεκται. Ταὶς αὐτοῦ ἰκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός,
σῶσον τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.

Πίστιν Χριστοῦ ὡσεὶ θώρακα, ἔνδον λαβῶν ἐν καρδίᾳ σου, τᾶς ἐναντίας
δυνάμεις κατεπάτησας, Πολύαθλε, καὶ στέφει οὐρανίω ἐστέφθης, αἰωνίως ὡς
ἀήττητος.
Ἡ Ἁγία Μαριάμνη ἡ Ἰσαπόστολος ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου τοῦ Ἀποστόλου


ἁγία παρθένος Μαριάμνη καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαῖος, τὴν
πατρίδα καὶ τῶν ἀποστόλων Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. Ἀπὸ τοὺς εὐλαβεῖς καὶ
ἐνάρετους γονεῖς της κληρονόμησε τόσο αὐτή, ὅσο καὶ ὁ ἀδελφός της
Φίλιππος τὸν πλοῦτο τῆς εὐσέβειας των. Μετὰ τὴν κλήση μάλιστα τοῦ
ἀδελφοῦ της στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια ἄρχισε νὰ ζεῖ
ἐντονότερα τὸν πόθο τῆς σωτηρίας.

Ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου τὴν ὁποία παρακολουθοῦσε ὅσες φορὲς ἠμποροῦσε,
βοήθησε τὴν εὐλαβῆ κόρη ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς της νὰ προσηλωθεῖ
στοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα κι αὐτὸ νὰ κάμει βίωμα καὶ ζωή της. Ἡ ἰδιαίτερη πρὸς
τὸν Κύριο ἀγάπη της, τὴν ἔσπρωξε μὲ ἐπιμονὴ νὰ ἀρνηθεῖ πολλὲς προτάσεις
γάμου καὶ νὰ προτιμήσει ἐλεύθερη ἀπὸ οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις, νὰ
ἀκολουθήσει τὸν ἀδελφό της στὴν ἱεραποστολική του προσπάθεια καὶ πορεία.

Μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἀδελφὸς τῆς Ἁγίας Φίλιππος,
ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, ξεκίνησε γιὰ νὰ μεταφέρει κι αὐτὸς – ὅπως
λέγουμε σὲ ἄλλο μέρος – τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ
Θεοῦ τὸν εἶχε καλέσει.

Μὲ πίστη καὶ πυρωμένη καρδιὰ ὁ πνευματέμφορος αὐτὸς ἐργάτης τῆς νέας
πίστεως, συνοδευόμενος πάντα ἀπὸ τὸν φίλο του Βαρθολομαῖο καὶ τὴν ἀδελφή
του Μαριάμνη προχώρησε γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σὲ
διάφορες πόλεις καὶ ἐπαρχίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Μὲ ὅπλο της τὸν ἔνθεο
ζῆλο καὶ τὴ φλογερὴ ἀγάπη καὶ αὐταπάρνηση ἀκολουθεῖ κι ἡ ἁγνὴ παρθένος
Μαριάμνη τοὺς δυὸ Ἀποστόλους στὴ μακρινὴ τους πορεία.

Μαζί τους μοιράζεται τὶς χαρὲς καὶ τὶς λῦπες τῆς ἱεραποστολῆς, καθὼς
καὶ τὰ πολλὰ βασανιστήρια ἀπὸ τὴ μανία καὶ τὴν ἀγριότητα τῶν
εἰδωλολατρῶν.

Παρὰ τὶς δυσκολίες, τὶς ἀφάνταστες δυσκολίες ποὺ συναντοῦσαν ὅπου
πήγαιναν, ἡ ἱεραποστολικὴ ὁμάδα κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς νέας ζωῆς σὲ
πολλὲς πόλεις τῆς Λυδίας, Φρυγίας καὶ Παμφυλίας ποὺ εἶναι ἐπαρχίες τῆς
Μικρᾶς Ἀσίας. Μὲ τὰ πολλὰ θαύματα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ
παραχωροῦσε νὰ συνοδεύεται τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, ἡ ἐπιτυχία τῆς
ὁμάδος ὑπῆρξε πολὺ μεγάλη. Ἀλλὰ καὶ τὰ μαρτύρια καὶ βασανιστήρια
ἀφάνταστα. Σ’ αὐτὸ φυσικὰ εἶχε κι ἡ ἁγνὴ κόρη τὸ μερίδιό της. Μερίδιο
ἀνάλογο τῆς προσφορᾶς της καὶ τοῦ ζήλου της.

Πολλοὶ συνηθίζουν νὰ ἀποκαλοῦν ἀσθενὲς τὸ γυναικεῖο φῦλο. Κι εἶναι τοῦτο
μία πραγματικότητα στὶς περιπτώσεις ποὺ ἡ γυναῖκα εἶναι ἀποκομμένη ἀπὸ
τὴν πηγὴ τῆς δυνάμεως, τὸν Χριστό. Ὅταν ὅμως αὐτὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ
τὸν κραταιὰ καὶ παντοδύναμο Δημιουργό, τότε συμβαίνει ὅλως διόλου τὸ
ἀντίθετο. Τότε κι ἡ λεπτὴ καὶ ἀδύνατη κόρη γίνεται μὲ τὴ μυστικὴ δύναμη
ποὺ τῆς χαρίζει Ἐκεῖνος πανίσχυρη. Τότε ἐξαίσια κατορθώματα βλέπουμε νὰ
ἐπιτελοῦνται καὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀσθενεῖς ὀργανισμούς. Κάτι τέτοιο βλέπουμε
νὰ γίνεται στὴ ζωὴ καὶ τοὺς ἀγῶνες χιλιάδων νεαρῶν γυναικῶν τοῦ
μαρτυρολογίου τῆς Ἐκκλησίας μας.

Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς γυναῖκες εὑρίσκει πλήρη τὴν ἐφαρμογή του ὁ λόγος τοῦ
μεγάλου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας μας τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. «Οὐδὲν
ἰσχυρότερον γυναικὸς εὐλαβοῦς καὶ συνετῆς». Κάτι παρόμοιο βλέπουμε νὰ
γίνεται καὶ στὴ ζωὴ τῆς παρθένου Μαριάμνης γιὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμε.

‘Ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἔντονης ἐργασίας ἡ εὐλογημένη ὁμάδα τῶν
ἱεραποστόλων μας ἔφθασε καὶ στὴν Ἱεράπολη τῆς Φρυγίας. Τὸ κήρυγμα τῶν
Ἀποστόλων συγκέντρωνε κάθε φορὰ πολλοὺς ἀκροατές. Κάθε βράδυ πλήθη ἀπὸ
Ἕλληνες ἔτρεχαν νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Οἱ λόγοι τοῦ
Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶχε πεῖ στὸν Φίλιππο καὶ τὸν Ἀνδρέα, ὅταν
αὐτοὶ τὸν πλησίασαν ἐκεῖ ποὺ δίδασκε καὶ τοῦ ἀνέφεραν ὅτι μερικοὶ
Ἕλληνες προσήλυτοι στὸν Ἰουδαϊσμὸ ἤθελαν νὰ Τὸν ἰδοῦν, ἄρχισαν νὰ
πραγματοποιοῦνται. «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἶνα δοξασθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ἄνθρωπου»
(Ἰωάν. ιβ’, 29) εἶχε πεῖ τότε ὁ Κύριος.

Ἔφτασε δηλαδὴ ἡ ὁρισμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ὥρα, γιὰ νὰ δοξαστεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου. Νὰ δοξαστεῖ μὲ τὴ σταύρωση καὶ τὴν ἀνάληψή Του καὶ νὰ
ἀναγνωριστεῖ ὡς Μεσσίας καὶ Λυτρωτὴς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ποὺ τὴ στιγμὴ
ἐκείνη ἀντιπροσώπευαν ὅλο τὸν ἐθνικὸ κόσμο. Εὐλογημένη καὶ μεγάλη ὑπῆρξε
ἡ ἡμέρα ἐκείνη.

Εὐλογημένη καὶ μεγάλη, γιατί ὁ ἐρχομὸς τῶν Ἑλλήνων στὴν πίστη τὴ
χριστιανικὴ σήμαινε καὶ προανήγγελλε τὸν θρίαμβο τῆς νέας θρησκείας.

Τὸ φούντωμα τοῦ χριστιανισμοῦ στὶς διάφορες πόλεις τῆς Ἑλληνικῆς τότε
Μικρᾶς Ἀσίας ἦταν ἑπόμενο νὰ ἐξεγείρει ἐνάντια στοὺς ζηλωτὲς ἐργάτες καὶ
διδασκάλους τῆς νέας πίστεως ἄγριο τὸ μῖσος καὶ τὴ μανία τοῦ πονηροῦ.
Ἕνα βράδυ λοιπόν, ἐκεῖ ποὺ ὁ ἀπόστολος Φίλιππος μιλοῦσε καὶ τὰ πλήθη τῶν
παρευρισκομένων κρεμόντουσαν λὲς ἀπὸ τὰ χείλη του, μερικοὶ φανατικοὶ
εἰδωλολάτρες ἅρπαξαν τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς συνεργάτες του κι ἀφοῦ τοὺς
βασάνισαν σκληρὰ τοὺς ὁδήγησαν στοὺς ἄρχοντες.

Μία ψευτοδίκη ποὺ ἔγινε ἀμέσως κατέληξε στὴν ἀπόφαση ὁ Φίλιππος νὰ
θανατωθεῖ κι οἱ ἄλλοι νὰ βασανισθοῦν. Οἱ δήμιοι ποὺ περίμεναν ἅρπαξαν
τὸν Ἀπόστολο κι ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν ἔδεσαν ἀπὸ τοὺς ἀστραγάλους καὶ
τὸν κρέμασαν σ’ ἕνα δένδρο μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω. Τὸ ἴδιο ἔκαμαν
ἀργότερα καὶ στὸν Βαρθολομαῖο καὶ τὴ Μαριάμνη.

Τὰ πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν μὲ φωνὲς καὶ ὕβρεις παρακολουθοῦν τὸ μαρτύριο
τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Κυρίου ἐνῷ αὐτοὶ καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως των ἐκείνης δὲν
παύουν νὰ προσεύχονται καὶ νὰ ἐκζητοῦν ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεὸ μὲ ὅλη τους
τὴν ψυχὴ νὰ τοὺς συγχωρήσει.

Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, ἀλλὰ καὶ τιμωρός. Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἐχθροὶ τοῦ
Χριστοῦ διασκεδάζουν καὶ χαίρονται μὲ τὸ μαρτύριο τῆς Μαριάμνης καὶ τῶν
Ἀποστόλων, ἔξαφνα ἕνας σεισμὸς συντάραξε τὴ γῆ κι ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς
τῶν παρευρισκομένων καταχώσθηκε στὸ βάραθρο ποὺ ἄνοιξε μπροστά τους. Μὲ
κλάματα καὶ σπαρακτικὲς φωνὲς ὅσοι εἶχαν μείνει ἔξω ἀπὸ τὸ χάσμα
μετανοιωμένοι παρακαλοῦν τοὺς μάρτυρες νὰ τοὺς συγχωρήσουν καὶ νὰ
ζητήσουν ἀπὸ τὸν Θεό τους νὰ τοὺς σπλαγχνισθεῖ.

Ἐπειδὴ ἡ μετάνοια τους ἦταν εἰλικρινὴς ὁ Πανάγαθος τοὺς σπλαγχνίστηκε
καὶ σταμάτησε τὸν σεισμό, τοὺς δὲ καταχωσθέντες ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὸ
βάραθρο. Σ’ αὐτὸ ἔμεινε μόνον ὁ ἀνθύπατος καὶ ἡ γυναῖκα του Ἔχιδνα γιὰ
παραδειγματισμὸ ὅλων. Τὴν ἴδια ὥρα μία θαυμαστὴ ὀπτασία ἔδωκε ἀκόμη μία
ἀπόδειξη τῆς θείας του δυνάμεως. Μία κλίμακα φάνηκε ἐκεῖ νὰ ἑνώνει τὴ γῆ
μὲ τὸν οὐρανό. Αὐτὴ ἦταν ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας γι’ αὐτούς. Τὰ πλήθη
τρομαγμένα ἔτρεξαν καὶ κατέβασαν τὴν Μαριάμνη καὶ τὸν Βαρθολομαῖο ἀπὸ τὸ
μέρος ποὺ ἤσαν κρεμασμένοι. Ὁ Φίλιππος συνέχισε νὰ τοὺς διδάσκει καὶ νὰ
τοὺς προτρέπει νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Πρὶν προλάβουν νὰ τὸν
κατεβάσουν ἡ ἁγία ψυχή του πέταξε στὸν Οὐρανό, στὴ χώρα τῆς αἰωνιότητας.

Ὁ ἀπόστολος Βαρθολομαῖος καὶ ἡ Μαριάμνη μὲ σεβασμὸ πῆραν τὸ λείψανο καὶ
τὸ ἔθαψαν ραίνοντας τὸ μὲ τὰ δάκρυα τῆς στοργῆς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν
βαπτισθέντων καὶ τῆς ἰδικῆς των ἀγάπης. Ὁ Βαρθολομαῖος, ἀφοῦ
τακτοποίησε τὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱεραπόλεως ἐγκατέστησε ἐκεῖ ἐπίσκοπο
κάποιο Στάχυ καὶ συνοδευόμενος ἀπὸ τὴ Μαριάμνη προχώρησε πρὸς τὴ
Λυκαονία κηρύττοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα μετέβη στὶς Ἰνδίες ὅπου
συνέχισε τὸ ἔργο του, καὶ ὅπου εἶχε μαρτυρικὸ τέλος μὲ σταυρικὸ θάνατο.
Ἡ Μαριάμνη μετὰ τὴ Λυκαονία ἐπέστρεψε στὴν Παλαιστίνη στὰ μέρη τοῦ
Ἰορδάνου ὅπου καὶ κοιμήθηκε εἰρηνικά.

Τὰ μαρτύρια κι οἱ ταλαιπωρίες τῆς μακρᾶς περιοδείας τῆς ἱεραποστολικῆς
ὁμάδος, ἀλλὰ καὶ τὰ βάσανα κι οἱ ξυλοδαρμοὶ ποὺ δοκίμασε μὲ τοὺς
Ἀποστόλους κι ἡ πιστὴ Μαριάμνη δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κάμψουν τὸν ζῆλο της,
οὔτε νὰ σταματήσουν τὴν προσπάθειά της ἀπὸ τοῦ νὰ ἰδεῖ τὶς χιλιάδες τῶν
γυναικῶν ἀπὸ ὅπου πέρασε νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Χριστὸ καὶ νὰ βαπτίζονται
καὶ νὰ ἀποφασίζουν νὰ ζήσουν τὴ χριστιανικὴ ζωή. Ἡ γενναιοψυχία τῆς
παρθένου καὶ ἰσαποστόλου κόρης ἀποτελεῖ ὑπέροχο παράδειγμα γιὰ κάθε
γυναῖκα καὶ ἰδιαίτερα γιὰ κάθε κόρη.

Σήμερα ποὺ ἕνα μεγάλο μέρος τῆς νήσου μας στενάζει κάτω ἀπὸ τὴ μπότα
τοῦ πιὸ βάρβαρου κατακτητῆ, σήμερα ποὺ δεκάδες ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες μας
βεβηλώνονται καθημερινὰ ἀπὸ τὸν ἄπιστο εἰσβολέα, σήμερα περισσότερο ἀπὸ
κάθε ἄλλη φορὰ τὸ παράδειγμα τῆς αὐτοθυσίας τῆς παρθένου κόρης καὶ ἡ
ὑπομονὴ κι ὁ ζῆλος της πρέπει νὰ εἶναι πάντα μπροστά μας.

Νὰ μᾶς διδάσκει. Νὰ μᾶς κατευθύνει εἰς νομὰς σωτηρίους καὶ νὰ μᾶς
θυμίζει ὅτι μόνο κοντὰ στὸν Χριστὸ μπορεῖ νὰ ἔχει νόημα ἡ ζωή μας καὶ
μόνο κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὸν Χριστὸ θὰ μπορέσουμε νὰ ἰδοῦμε
καλύτερες μέρες καὶ τὴν Κύπρο μας ξανὰ ἐλεύθερη, εὐτυχισμένη,
εὐλογημένη. Ἁγία τοῦ Θεοῦ Μαριάμνη, πρέσβευε ὑπὲρ ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν.
Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιο Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἄμνω ἠκολούθησας τῆς σωτηρίας Χριστῷ, ἀμνὰς ὥσπερ ἄμωμος σὺν ἀποσταλῶ
κλεινῶ, Φιλίππω ὀμαίμονι, πάνσεπτε Μαριάμνη, ἀλογήσασα πάντων, ὅθεν
πολλοὶς ἐγένου, τῶν ψυχῶν εὐεργέτις, ζωὴν ἀνακηρύττουσα, τὴν ἐπουράνιον.

Ὁ Ἅγιος Αὐξίβιος Ἐπίσκοπος Σόλων Κύπρου 

Τὰ
λόγια τοῦ Κυρίου «ὃς δ’ ἂν ποίηση καὶ διδάξει, οὗτος μέγας κληθήσεται
ἐν τὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» βρίσκουν πέρα γιὰ πέρα τὴν ἐφαρμογὴ τοὺς στὸ
πρόσωπο τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου, ποὺ εἶναι ὁ πρῶτος ἐπίσκοπος τῆς Σολέας τῆς
Κύπρου.

Ὁ ὅσιος αὐτὸς Πατὴρ καὶ «ἐποίησε καὶ ἐδίδαξε».

Δίκαια λοιπόν, θεωρεῖται μέγας.

Ὁ ἱερὸς καὶ φλογερὸς αὐτὸς ἐργάτης τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καταγόταν
ἀπὸ τὴ Ρώμη κι ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων. Οἱ γονεῖς του ἤσαν
πλούσιοι, ἀλλὰ εἰδωλολάτρες. Εἶχαν δυὸ παιδιά, Τὸν Αὐξίβιο κι ἕναν ἄλλο,
τὸν Θεμισταγόρα, ποὺ ἦταν πιὸ μικρός.

Ὁ Αὐξίβιος εἶχε ὡραῖο κι ἐπιβλητικὸ παράστημα ἀγαποῦσε δὲ πολὺ τὰ
γράμματα. Ὅταν μεγάλωσε κι ᾖρθε ὁ καιρὸς νὰ μορφωθεῖ, οἱ γονεῖς του τὸν
παρέδωσαν σὲ σοφοὺς δασκάλους, κοντὰ στοὺς ὁποίους ὁ νέος διδάχτηκε ὅλη
τὴ σοφία καὶ τὴ γνώση τοῦ καιροῦ του. Τὴν ἴδια περίοδο ὁ φιλομαθὴς νέος
εἶχε γνωριστεῖ καὶ μὲ χριστιανούς, κι ἄρχισε κι ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μαθαίνει
τὰ τῆς νέας θρησκείας.

Οἱ γονεῖς ποὺ ἔβλεπαν στὸ μεταξὺ τὸ παιδί τους νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ
φτάνει στὴν κατάλληλη ἡλικία γιὰ ἀποκατάσταση, ἄρχισαν νὰ τοῦ μιλοῦν γιὰ
γάμο καὶ νὰ τὸν ἐκβιάζουν νὰ νυμφευτεῖ. Μὰ ὁ καλὸς καὶ μεγαλεπήβολος
νέος ποὺ διψοῦσε γιὰ ἄλλη ζωή, ζωὴ ἀνώτερη, τοὺς παράτησε κι ἔφυγε κρυφὰ
ἀπὸ τὴ Ρώμη μ’ ἕνα καράβι, ποὺ ταξίδευε στὴν Κύπρο. Κάποιο πρωινὸ τὸ
καράβι ἔφτασε κι ἀγκυροβόλησε στὸν Λιμνίτη, ἕνα λιμάνι ποὺ βρίσκεται στὴ
βόρεια ἀκτὴ τῆς νήσου κι ἀπέχει τέσσερα περίπου μίλια ἀπὸ τὴν πόλη τῶν
Σόλων.

Τὴν πόλη αὐτή, ὅπως εἶναι γνωστό, ἔκτισε ὁ βασιλιὰς τῆς Αἴπειας
Φιλόκυπρος, τὸ πρῶτο τέταρτο τοῦ ἕκτου αἰῶνος π.Χ. πρὸς τιμὴ τοῦ μεγάλου
νομοθέτου τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Σόλωνα, ποὺ ἐπισκέφθηκε τότε τὴν Κύπρο. Στὴν
πόλη αὐτὴ ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ κανόνισε, ὥστε ὁ Αὐξίβιος νὰ συναντηθεῖ μὲ
τὸν ἀπόστολο Μᾶρκο καὶ νὰ γίνει μαθητής του. Ὁ νεαρὸς ἀπόστολος ἦταν
μόνος του, γιατί ὁ σύντροφός του, κι ἀρχηγὸς τῆς ἱεραποστολικῆς ὁμάδας,
Κύπριος ἀπόστολος Βαρνάβας εἶχε ὑποστεῖ στὸ μεταξὺ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο
στὴ Σαλαμίνα.

Τὸν εἶχαν λιθοβολήσει ἕνα βράδυ οἱ Ἰουδαῖοι.

Κοντὰ στὸν εὐαγγελιστὴ Μᾶρκο ὁ νεαρὸς προσήλυτος Αὐξίβιος συμπλήρωσε τὶς
γνώσεις του γιὰ τὴ νέα πίστη, δέχτηκε τὸ βάπτισμα καὶ χειροτονήθηκε
ἐπίσκοπος. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ αὐτὴ στὴν ψυχή του ἕνας πόθος φλογερὸς καὶ
ἱερὸς εἶχε ἀνάψει δυνατά. Ὁ πόθος νὰ μεταδώσει τὸν θησαυρὸ ποὺ βρῆκε καὶ
σὲ ἄλλους. Νὰ βοηθήσει κι ἄλλους νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ
μοιραστοῦν μαζί του τὴν ἀνεκλάλητη χαρά του.

Στὸν πόθο του ὅμως αὐτὸ τὸν ἱερὸ καὶ ἅγιο παρουσιαζόταν ἐμπόδιο τρανὸ κι
ἀνυπέρβλητο μία ὑπόδειξη-ἐντολή, ποὺ τοῦ ἔκαμε ὁ δάσκαλός του, ὁ
ἀπόστολος Μᾶρκος.

– Προσπάθησε τοῦ εἶχε πεῖ, νὰ ἐπιβληθεῖς στοὺς γύρω σου πρῶτα μὲ τὸ
παράδειγμά σου καὶ τὰ ἔργα σου κι ὕστερα μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ διδασκαλία
σου.

Τὴν ὑπόδειξη αὐτὴ ὁ ἅγιος μας τὴν σεβάστηκε καὶ τὴν τήρησε πιστά. Εἶχε
μάθει πὼς ἡ ὑπακοὴ εἶναι μεγάλη ἀρετὴ γιὰ τὸν χριστιανό. Γι’ αὐτὸ καὶ
δὲν θέλησε νὰ τὴν ἀγνοήσει. Ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε τὸν εὐαγγελιστὴ καὶ
πνευματικὸ πατέρα κι ὁδηγό του Μᾶρκο, ποὺ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο, ὁ
νεοφώτιστος μαθητὴς ἔφυγε κι αὐτὸς ἀπὸ τὸν Λιμνίτη, κι ᾖρθε στοὺς
Σόλους.

Ἐκεῖ κοντὰ στὸν μεγάλο καὶ καλλιμάρμαρο ναὸ τῆς πόλης ποὺ ἦταν
ἀφιερωμένος στὸν πατέρα «τῶν θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων», τὸν Δία, συνάντησε ὁ
ἅγιος μας τὸν εἰδωλολάτρη ἱερέα, ποὺ μόλις τὸν εἶδε κι ἀντιλήφθηκε πὼς
ἦταν ξένος, τὸν κάλεσε γιὰ νὰ τὸν φιλοξενήσει.

Στὸ σπίτι τοῦ ἱερέα ὁ μακάριος Αὐξίβιος ἔμεινε ἀρκετὸ καιρὸ χωρὶς νὰ μιλήσει ποτὲ σὲ κανένα γιὰ τὴ χριστιανική του ἰδιότητα.

Κάποια μέρα ποὺ ὁ εἰδωλολάτρης ἱερέας ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸν ναό, ὁ Αὐξίβιος ἀποφάσισε νὰ διακόψει τὴ σιωπή.

– Γιατί λατρεύετε καὶ προσκυνᾶτε σὰν θεοὺς τὶς πέτρες καὶ τὰ μάρμαρα,
τοῦ εἶπε; Ὀφθαλμοὺς ἔχουσι, μὰ δὲν βλέπουσι. Ὦτα ἔχουσι, μὰ δὲν ἀκούουσι
οὔτε κι ἀντιλαμβάνονται τὶς προσευχὲς τὶς ὁποῖες κάμνετε, καὶ τὶς
θυσίες ποὺ τοὺς προσφέρετε. Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ὅπως ἔχω ἀκούσει,
εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὸς ἔχει δημιουργήσει ὅλο τὸν κόσμο μὲ μόνο τὸν
λόγο του. Αὐτὸς δημιούργησε καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ ἕνα ζευγάρι. Ὁ
Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ ‘ναι εὐτυχισμένος.

Γιὰ τὴν εὐτυχία του, τὸν ἔβαλε σ’ ἕνα θαυμάσιο κῆπο, τὸν Παράδεισο μέσα
στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μὲ λίγη δουλειὰ θὰ μποροῦσε νὰ βρίσκει, ὅτι τοῦ
χρειαζόταν γιὰ τὴν εὐτυχία του. Γιὰ νὰ ‘ναι ὄμορφη ἡ ζωή του καὶ νὰ ‘χει
νόημα, τοῦ ἔδωσε καὶ μία ἐντολή, ἕνα νόμο. Τοῦ εἶπε νὰ τρώγει ἀπὸ τοὺς
καρποὺς ὅλων τῶν δένδρων τοῦ Παραδείσου.

Νὰ μὴν τρώγει μόνο ἀπὸ τοὺς καρποὺς ἑνὸς δένδρου, ποὺ τὸ ὀνόμασε
«δένδρον τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κάκου». Μὲ τὴν ὑπακοὴ τους οἱ
πρῶτοι ἄνθρωποι στὴν ἐντολὴ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ, θὰ μποροῦσαν νὰ
τελειοποιηθοῦν στὴν ἀρετὴ καὶ νὰ ὁμοιάσουν μὲ τὸν Δημιουργό τους. Νὰ
γίνουν ἅγιοι, Ὅπως Ἅγιος εἶναι κι Αὐτός. Δυστυχῶς οἱ πρωτόπλαστοι, ἔτσι
λέμε τοὺς πρώτους ἀνθρώπους, δὲν τήρησαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ πολὺ
καιρό.

Τὴν παράβηκαν. Παράκουσαν. Καὶ μὲ τὴν παρακοὴ τους ἔχασαν τὸν Παράδεισο.

Μόνο αὐτό; Κάτι περισσότερο. Μπῆκε καὶ τὸ κακὸ στὸν κόσμο μὲ ἀποτέλεσμα ὁ
βασιλιὰς τῆς δημιουργίας, ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει σὰν τὰ ἄλογα ζῷα. Νὰ
κάμει σκοπό του τὸ φαγητὸ καὶ τὸ ποτὸ καὶ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πόθων καὶ
τῶν ὁρμῶν του. Κι ὅταν δὲν ἔβρισκε τὰ μέσα, τότε δὲν εἶχε παρὰ νὰ
κλέβει, νὰ ἀδικεῖ, νὰ σκοτώνει. Νὰ σκοτώνει κι αὐτοὺς τοὺς δικούς του.
Νὰ σκοτώνει τ’ ἀδέλφια του, τὸν σύντροφό του, τὰ παιδιά του.

Ἀπὸ τὸ κατάντημα αὐτὸ ὁ καλὸς Θεὸς θέλησε νὰ σώσει στὶς ἡμέρες μας τὰ
πλάσματά του. Αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μᾶς μίλησαν οἱ μεγάλοι σοφοί μας,
ᾖρθε. Ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος κι ᾖρθε. Γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος,
μεγάλωσε σὰν κι ἐμᾶς, δίδαξε, πέθανε, ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε στὸν Οὐρανὸ
καὶ θὰ ξανάρθει νὰ μᾶς κρίνει. Νὰ τιμωρήσει τὸ κακὸ καὶ νὰ βραβεύσει τὸ
καλό…

Τὰ ἁπλὰ τοῦτα λόγια τοῦ ἁγίου συγκίνησαν τὸν καλοκάγαθο εἰδωλολάτρη
ἱερέα, ποὺ ὄχι μόνο ἔπαψε σὲ λίγο νὰ θυσιάζει στοὺς ψεύτικους κι
ἀνύπαρκτους θεούς, τὰ εἴδωλα, ἀλλὰ κι ἄρχισε νὰ ζητᾷ νὰ μάθει
περισσότερα γιὰ τὸν Θεὸ τῶν χριστιανῶν. Κι ὁ ἱεραπόστολος συνέχισε νὰ
τὸν διδάσκει. Ἡ κατήχηση κράτησε κάμποσες μέρες. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε
θριαμβευτικό. Ἕνα βράδυ ὁ κατηχούμενος ἀσπάστηκε τὴν καινούργια πίστη
καὶ βαπτίστηκε στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος. Στὸ πρόσωπό του ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία βρῆκε ἀκόμη ἕνα ζηλωτὴ
ἐργάτη, ἕνα ἐργάτη μὲ κῦρος καὶ παλμό.

Λίγες μέρες μετὰ τὸ περιστατικὸ τοῦτο, ὁ ἅγιος μας δέχθηκε στοὺς Σόλους
τὴν ἐπίσκεψη τοῦ ἱεροῦ Ἠρακλειδίου, ἐπισκόπου τῆς Ταμασοῦ. Ἀφορμὴ γιὰ
τὴν ἐπίσκεψη ἔδωκε τοῦτο τὸ γεγονός.

Ὁ ἀπόστολος Μᾶρκος μετὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴν Κύπρο, πῆγε στὴν
Ἀλεξάνδρεια. Ἀπ’ ἐκεῖ, ἀφοῦ ἵδρυσε τὴν πρώτη Ἐκκλησία στὴν πολυάνθρωπο
ἐκείνη πόλη, ἔφυγε γιὰ νὰ βρεῖ τὸν ἀπόστολο Παῦλο. Ἡ εὐγενικὴ ψυχὴ τοῦ
νεαροῦ ἀποστόλου ἔνοιωθε τὴν ἀνάγκη νὰ συναντήσει τὸν πολύπειρο ἀπόστολο
καὶ νὰ συζητήσει μαζί του μερικὰ προβλήματα τοῦ χριστιανικοῦ ἔργου.

Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ συνάντηση πραγματοποιήθηκε γρήγορα. Κι οἱ δυὸ
ἀπόστολοι ἀφοῦ ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸ χριστιανικῆς ἀγάπης, ἄρχισαν μὲ μεγάλο
ἐνδιαφέρον νὰ συνομιλοῦν γιὰ τὴν Κύπρο. Κατὰ τὴ συνομιλία ὁ Μᾶρκος
ἀποκάλυψε στὸ φλογερὸ ἀπόστολο τὸ μαρτυρικὸ τέλος τοῦ φίλου του
ἀποστόλου Βαρνάβα καὶ τοῦ φανέρωσε πὼς στὴν Κύπρο δὲν ἦταν ἄλλος
ἀπόστολος γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τους.

Ὁ θεῖος Παῦλος, σὰν ἄκουσε τὴ δυσκολία, ἔσπευσε ἀμέσως νὰ στείλει στὸ
πολύπαθο νησὶ τοὺς συνεργάτες του Ἐπαφρὰ καὶ Τυχικὸ καὶ μερικοὺς ἄλλους.
Τοὺς ἔστειλε στὸν Ἠρακλείδιο μὲ ἐπιστολὴ στὴν ὁποία τοῦ ἔγραφε, νὰ
ἐγκαταστήσει τὸν μὲν Ἐπαφρὰ ἐπίσκοπο στὴν Πάφο, τὸν Τυχικὸ στὴ Νεάπολη,
δηλαδὴ τὴ Λεμεσὸ καὶ τὸν Αὐξίβιο στοὺς Σόλους χωρὶς ὅμως νὰ τὸν
χειροτονήσει.

Κι ὁ λόγος; Γιατί ὁ Αὐξίβιος ἦταν χειροτονημένος ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Μᾶρκο.

Ὁ ἅγιος Ἠρακλείδιος μόλις πῆρε τὴν ἐπιστολή, φρόντισε νὰ κάμει ὅ,τι τοῦ
ἔγραφε ὁ μακάριος Παῦλος καὶ πῆγε νὰ συναντήσει τὸν Αὐξίβιο. Ἡ συνάντηση
ὑπῆρξε συγκινητική. Οἱ ἱεροὶ ἄνδρες «ἠσπάσθησαν ἀλλήλους φιλήματι ἁγίω»
κι ἄρχισαν μὲ ἀγάπη καὶ κατανόηση νὰ συζητοῦν. Ὁ Ἠρακλείδιος μὲ τὴν
εὐκαιρία αὐτή, ἀφοῦ ἄκουσε τὸν Αὐξίβιο, τὸν συμβούλεψε νὰ φανερώσει πιὰ
τὴν ἰδιότητά του καὶ ν’ ἀρχίσει νὰ ἐργάζεται μὲ ζῆλο γιὰ τὴν πνευματικὴ
ἀναγέννηση τῶν συμπολιτῶν του.

Τὸ κήρυγμα τοῦ Αὐξιβίου προβαλλόμενο ἔντονα κι ἀπ’ τὴν ἅγια ζωή του καὶ
τὰ πολλὰ θαύματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος, ἔφερε καταπληκτικὰ
ἀποτελέσματα. Συνεχῶς τὸ μικρὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ πλήθαινε-πλήθαινε καὶ
γινόταν λαὸς πολύς. Τὰ διάφορα σπίτια στὰ ὁποῖα μαζευόντουσαν ὡς τότε
οἱ χριστιανοί, γιὰ νὰ ἐκτελοῦν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα, μίκραιναν
καὶ δὲν τοὺς χωροῦσαν. Μία ἀνάγκη πρόβαλε ἀπαιτητική: Ἡ δημιουργία ἐνὸς
εἰδικοῦ χώρου γιὰ τὶς συναθροίσεις τῶν πιστῶν. Τὸ κτίσιμο μιᾶς
ἐκκλησίας.

Ἕνα πρωινὸ μετὰ τὴ συνηθισμένη συγκέντρωση ὁ θεῖος Ἠρακλείδιος παράλαβε
τὸν ἅγιο Αὐξίβιο κι ἀφοῦ ἀνέπεμψε μαζί του θερμὴ προσευχή, χάραξε σὲ
κάποιο τόπο τὸν χῶρο ἐκκλησίας, τοῦ ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλὲς καὶ
τὸν ἀποχαιρέτησε.

Ὁ ἱερὸς Ἠρακλείδιος ἀναχώρησε μὲ τὴ συνοδεία του γιὰ τὴν πατρίδα του. Κι
ὁ μακάριος Αὐξίβιος ρίχτηκε μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς του στὸ ἔργο ποὺ
ἔλαβε. Καὶ νά! Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, σὲ λίγο χρόνο, μία ὄμορφη
ἐκκλησία ὑψώθηκε στὴν πόλη τῶν Σόλων. Μέσα σ’ αὕτη μὲ προθυμία κι
ἐνθουσιασμὸ μαζευόντουσαν οἱ πιστοὶ κι οἱ προσήλυτοι τὶς ὁρισμένες μέρες
γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Μία βραδιὰ ἐκεῖ ποὺ ὁ ἅγιος Αὐξίβιος δίδασκε πρόσεξε μέσα στὸ πλῆθος μία
γνωστή του ἀγαπημένη μορφή. Ἦταν ὁ ἀδελφός του Θεμισταγόρας ποὺ εἶχε
ἔλθει ἀπὸ τὴ Ρώμη μὲ τὴ σύζυγό του, τὴν ἐνάρετη Τιμῶ, γιὰ νὰ τὸν βρεῖ. Ἡ
συνάντηση τῶν ἀδελφῶν ὕστερα ἀπὸ τόσο καιρὸ ὑπῆρξε πολύ-πολὺ
συγκινητική. Ὁ Αὐξίβιος κράτησε κοντά του τὸ ἀγαπητὸ ζευγάρι. Τὸ
κατήχησε μὲ ἰδιαίτερη χαρὰ στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ κάποια βραδιὰ
προχώρησε στὴ βάπτισή του. Μετὰ χειροτόνησε τὸν Θεμισταγόρα πρεσβύτερο
τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σόλων καὶ τὴ γυναῖκα του διακόνισσα γιατί ὕστερα ἀπὸ
τὸ βάπτισμα οἱ δυὸ σύζυγοι ἔζησαν πιὰ σὰν ἀδελφοί.

Ἡ συστηματικὴ ἐργασία τοῦ ἁγίου Αὐξιβίου ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ μία πολὺ
προσεκτικὴ κι ἐνάρετη ζωή, μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα ἔγινε ἀφορμή, ἡ
πρώτη ἐκκλησία ποὺ κτίστηκε, νὰ εἶναι σὲ λίγο χρόνο πολὺ μικρὴ γιὰ νὰ
ἐξυπηρετήσει τὰ πλήθη τῶν πιστῶν τῆς ἱστορικῆς πόλεως. Μὲ τὴ βοήθεια
ὅλων τῶν χριστιανῶν μία νέα προσπάθεια ἀναλήφθηκε. Καὶ τὴ μικρὴ ἐκκλησία
πολὺ γοργὰ ἀντικατέστησε μία καινούργια πολὺ πιὸ μεγάλη κι ὡραῖα.

Ἀλήθεια! Τί δὲν κάνει ἡ ὁμόνοια, ὁ ζῆλος τῶν πιστῶν κι ἡ ἁγία ζωή;

Ἀνθρώπους μὲ φλογερὸ ζῆλο κι ἁγία ζωὴ χρειάζεται κι ἡ ἐποχή μας, γιὰ ν’
ἀλλάξει καὶ νὰ ὀρθοποδήσει. Μὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἐνάρετη κι ἁγία ζωὴ
μόνο ἕνας μπορεῖ νὰ τοὺς δημιουργήσει: Ὁ Χριστός.

Κοντὰ στὸν νεοποιὸ Χριστὸ καλεῖται νὰ τρέξει καὶ νὰ σταθεῖ ὁ καθένας ποὺ
θέλει καὶ ποθεῖ ἀληθινὰ νὰ γίνει ὁ καινούργιος καὶ πραγματικὰ
κοινωνικὸς ἄνθρωπος.

Τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας ποὺ συνέστησε ὁ Κύριος καὶ προπαντὸς
τὰ ἁγιαστικὰ Μυστήρια ποὺ λέγονται Μετάνοια κι Ἐξομολόγηση καὶ Θεία
Εὐχαριστία εἶναι δυὸ μέσα μοναδικὰ γιὰ νὰ πραγματώσει ὁ ἄνθρωπος, ὁ κάθε
ἄνθρωπος ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγαν oι πρόγονοι καὶ πατέρες μας: «Ὡς χαρίεν ἐστ’
ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ἥ». Δηλαδὴ τί ὄμορφο πρᾶγμα εἶναι ὁ ἄνθρωπος,
ὅταν εἶναι ἄνθρωπος.

Τότε, αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ τὸ ζωντανότερο κήρυγμα,
κήρυγμα πολὺ πιὸ εὔγλωττο κι ἀπὸ τὰ ὡραιότερα λόγια. Τέτοιο ἦταν τὸ
κήρυγμα τοῦ μεγάλου ἁγίου μας, τοῦ ἱεροῦ Αὐξιβίου. Κέρδισε τὴν
ἐμπιστοσύνη τῶν συμπολιτῶν του μὲ τὴν ἅγια ζωή του. Πενήντα ὁλόκληρα
χρόνια ἔζησε σὰν ἀρχιερέας διδάσκοντας καὶ νουθετώντας τὸ ποίμνιό του.

Πρὶν κλείσει τὰ μάτια ὅρισε σὰν διάδοχο κι ἀντικαταστάτη του στὸν
ἐπισκοπικὸ θρόνο τῶν Σόλων τὸν μαθητὴ καὶ συνεργάτη του Αὐξίβιο.

Αὐτὸς τὸν κατήχησε καὶ τὸν βάπτισε καὶ τοῦ ἔδωκε καὶ τ’ ὄνομά του. Μετὰ
ἀφοῦ ἀποχαιρέτησε μὲ δάκρυα στοργῆς κι ἀγάπης κλῆρο καὶ λαὸ παρέδωκε τὸ
πνεῦμα.

Οἱ χριστιανοὶ πένθησαν τὸν πνευματικό τους πατέρα καὶ τὸν κήδεψαν μὲ πολὺ σεβασμὸ κι ἐπιμέλεια.

Ὁ τάφος τοῦ ἁγίου ἔγινε «ἰατρεῖον νοσημάτων ἄμισθον καὶ θλιβομένων ψυχῶν παραμύθιον».

Χιλιάδες πιστοὶ ἀπὸ ὅλη τὴ νῆσο προσέρχονται κάθε χρόνο μ’ εὐλάβεια στὴ
χάρη του γιὰ νὰ ζητήσουν μὲ δάκρυα τὴ μεσιτεία καὶ τὴ βοήθειά του.
Ἀληθινά! Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοὶς Ἁγίοις αὐτοῦ!.

Ἀπολυτίκιο Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἀποστόλων τὴν χάριν ὡς τοῦ Πνεύματος ὄργανον, διὰ Μάρκου τοῦ θείου,
θησαυρίσας, Αὐξίβιε, ἐδείχθης Ἱεράρχης εὐκλεής, καὶ πρόεδρος τῶν Σόλων
καὶ ποιμὴν διὰ τοῦτό σου τὴν μνήμην τὴν ἱερὰν τιμῶμεν ἀνακράζοντες, δόξα
τῷ δεδωκότι σοὶ ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ
σοῦ, πάσιν ἰάματα.
Οἱ Ἅγιοι Ρωμύλος, Σεκουνδιανός, Δονάτος καὶ οἱ σὺν αὐτοὶς Μαρτυρήσαντες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ρωμύλος, Σεκουνδιανὸς καὶ Δονάτος μαρτύρησαν στὴ
Βενετία τὸ ἔτος 304 μ.Χ. ἐπὶ αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284-305 μ.Χ.)
καὶ Μαξιμιανοὺ (285-305 μ.Χ.).
Ὁ Ἅγιος Θεόδουλος

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Θεόδουλος μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκράτορα Μαξιμίνου (307-313 μ.Χ.), τὸ ἔτος 308 μ.Χ., στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης.
Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος

Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος, ὅπως μαθαίνουμε ἀπὸ κάποιο Ἐξαποστειλάριο, ποὺ
περισώθηκε στὸν Παρισινὸ Κώδικα 259 φ. 97β, ἔζησε ἐπὶ τῶν εἰκονομάχων
καὶ ἄθλησε ὑπὲρ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Μνημονεύεται στὶς 10 Νοεμβρίου καὶ
στὶς 28 Φεβρουαρίου, ὅπου ἀναφέρεται καὶ ὡς ἡγούμενος τῆς μονῆς
Πελεκητῆς στὴν Τριγλία.
Εὕρεση Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Μηνᾷ τοῦ Καλλικέλαδος

Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ (450-457 μ.Χ.) ὁ Ἅγιος Μηνᾷς
ὁ Καλλικέλαδος (κοιμήθηκε 10 Δεκεμβρίου) ἐμφανίσθηκε μία νύχτα σὲ
κάποιον ἄνδρα ποὺ λεγόταν Φιλομμάτης, ὁ ὁποῖος εἶχε καταταγεῖ στὴ
στρατιωτικὴ σχολὴ τῶν Ἰκανάτων καὶ τοῦ ὑπέδειξε τὸν τόπο ὅπου ἔκειτο τὸ
ἅγιο λείψανο αὐτοῦ.

Τὸ γεγονὸς ἔφτασε στὶς βασιλικὲς ἀκοὲς τοῦ Μαρκιανοῦ, ὅτι δηλαδὴ κάτω
στὸν αἰγιαλὸ τῆς Νικομήδειας, κατὰ τὴν ἀκρόπολη, κρύπτονταν κάτω ἀπὸ τὴ
γῆ τὰ τίμια λείψανα τοῦ Ἁγίου.

Πράγματι, στρατιῶτες ἔσκαψαν στὸν τόπο ἐκεῖνο καὶ βρῆκαν σιδερένια
λάρνακα, μέσα στὴν ὁποία ὑπῆρχε τὸ ἱερὸ λείψανο. Στὴ λάρνακα ἦταν
κολλημένη μία πλάκα, στὴν ὁποία ἦταν χαραγμένη ἐπιγραφὴ ποὺ ἔλεγε ὅτι
ἐκεῖ εἶχε ἐναποτεθεῖ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, καθὼς καὶ σὲ ποιὸν τόπο
ἔπρεπε νὰ κατατεθεῖ.
Οἱ Ἅγιοι Μαρκιανὸς καὶ Πουλχερία οἱ βασιλεῖς

Ἡ Ἁγία Πουλχερία ἦταν θυγατέρα τῶν βασιλέων Ἀρκαδίου (395-408 μ.Χ.) καὶ
Εὐδοκίας καὶ ἀδελφὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ (408-450
μ.Χ.). Τὸ ἔτος 414 μ.Χ. ἡ Πουλχερία ἀναγορεύθηκε Αὐγοῦστα καὶ ἀνέλαβε
τὴν ἐξουσία τοῦ κράτους. Ἦταν εὐσεβέστατη, πλήρης σωφροσύνης,
χρηστότητος καὶ σοφίας.

Ὅταν, κατὰ τὸ ἔτος 429 μ.Χ., ὁ Πατριάρχης Νεστόριος (428-431 μ.Χ.)
παρουσίασε τὴ γνωστὴ αἵρεσή του, ἐπικεφαλῆς τῶν ἀντιπάλων του τάχθηκε ὁ
Ἅγιος Κύριλλος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας (τιμᾶται 18 Ἰανουαρίου καὶ 9
Ἰουνίου). Καὶ ὁ μὲν Θεοδόσιος, ἔχοντας ἤδη ἀναλάβει τὴν βασιλικὴ ἀρχή,
ὑποστήριζε τὸν αἱρεσιάρχη Νεστόριο, ὠθούμενος ἀπὸ τὸν Χρυσάφιο, ἡ δὲ
Πουλχερία ἦταν μὲ τὸ μέρος τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου καὶ κατόρθωσε νὰ πείσει
τὸν ἀδελφό της νὰ συγκαλέσει τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴ
Χαλκηδόνα, τὸ ἔτος 431 μ.Χ. καὶ καταδίκασε τοὺς αἱρετικούς.

Ἡ Ἁγία νυμφεύθηκε τὸν Μαρκιανό, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴ Θρᾴκη καὶ στὶς
25 Αὐγούστου τοῦ 450 μ.Χ. διαδέχθηκε στὸν θρόνο τὸν ἀδελφό της Θεοδόσιο
Β’.

Ὡστόσο ἡ πολιτικὴ κατάσταση ἦταν ταραγμένη. Εἶχε ἤδη γίνει στὸ
προηγούμενο ἔτος ἡ λῃστρικὴ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου, ποὺ ἐξόρισε τὸν
Πατριάρχη Ἅγιο Φλαβιανὸ (τιμᾶται 16 Φεβρουαρίου) καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
μαστιζόταν ἀπὸ τὴν αἵρεση τοῦ Εὐτυχοῦς. Οἱ δυὸ εὐσεβεῖς βασιλεῖς
συγκάλεσαν τότε στὴ Χαλκηδόνα, τὸ ἔτος 451 μ.Χ., τὴν Δ’ Οἰκουμενικὴ
Σύνοδο, ἡ ὁποία καταδίκασε τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ Εὐτυχοῦς καὶ τοῦ
Διόσκουρου.

Ἡ Ἁγία Πουλχερία κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 10 Σεπτεμβρίου 453 μ.Χ. καὶ ὁ Ἅγιος Μαρκιανὸς τὸ ἔτος 457 μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Θεόδωρος ἔζησε κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ μόνασε στὴ Μεγάλη
Λαύρα τοῦ Κιέβου. Ἡ μεγάλη ἄσκησή του ἦταν ἡ σιωπή, γι’ αὐτὸ καὶ
ἐπονομάζεται «Σιωπηλός».

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Βυζαντινὸς


Ἅγιος Νεομάρτυς Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώρι τῆς
Κωνσταντινουπόλεως. Γονεῖς του ἤσαν ὁ Χατζὴ – Ἀναστάσιος καὶ ἡ Σμαραγδοὺ
καὶ ἀδελφοί του ὁ Ἀντώνιος καὶ ὁ Γεώργιος, ἀναγνώστης τῆς Μεγάλης
Ἐκκλησίας καὶ μετέπειτα Μητροπολίτης Ἀδριανουπόλεως μὲ τὸ ὄνομα
Γρηγόριος (1830-1840).

Ὁ Θεόδωρος ἦταν ζωγράφος καὶ ἐργαζόταν στὰ ἀνάκτορα. Οἱ Τοῦρκοι
προσπάθησαν νὰ τὸν προσελκύσουν στὴν μουσουλμανικὴ θρησκεία καὶ τὸ
πέτυχαν. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἀνένηψε καὶ μετανόησε γι’ αὐτό. Ἔτσι κατέφυγε στὴ
Χῖο καὶ ἔμεινε κοντὰ σὲ ἕνα Πνευματικὸ Πατέρα, τὸν Ἅγιο Μακάριο τὸ
Νοταρὰ (τιμᾶται 17 Ἀπριλίου). Ἐκεῖ καθημερινὰ μελετοῦσε τὰ μαρτύρια τῶν
Ἁγίων καὶ βιβλία ψυχωφελῆ καὶ κατανυκτικά. Ἀπὸ μέρα σὲ μέρα αὐξανόταν σὲ
αὐτὸν ἡ κατάνυξη καὶ ὁ πόθος τοῦ μαρτυρίου. Ἔτσι ἔφθασε στὴ Μυτιλήνη,
ὅπου ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἀποκήρυξε
τὴν μωαμεθανικὴ θρησκεία. Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος συλλαμβάνεται, φυλακίζεται
καὶ πάσχει τοὺς βασανισμούς, τοὺς δαρμούς, τοὺς λακτισμοὺς καὶ ἄλλα
ἀπάνθρωπα μαρτύρια. Τοῦ ἔδεσαν τὰ πόδια σὲ ξύλο καὶ τοῦ πέρασαν στὸ
λαιμὸ βαριὰ ἁλυσίδα. Τοῦ τύλιξαν τὸ κεφάλι μὲ ἕνα σχοινὶ καὶ τοῦ ἔβαλαν
στοὺς κροτάφους δυὸ κομμάτια ἀπὸ τοῦβλο. Ἔπειτα μὲ ἕνα ξύλο ἔστριβαν τὸ
σχοινὶ καὶ ἕσφιγγαν τὴν κεφαλή του τόσο πολύ, μέχρι ποὺ βγῆκαν οἱ βολβοὶ
τῶν ὀφθαλμῶν του ἔξω ἀπὸ τὸν τόπο τους. Ὁ δὲ τοῦ Χριστοῦ στρατιώτης
ἔλεγε: «Χριστιανός, Χριστιανός, Χριστιανὸς εἶμαι».

Τὸ πρωὶ τοῦ Σαββάτου ὁ Ἅγιος ζήτησε ἀπὸ ἕναν Χριστιανὸ ὑπηρέτη καλαμάρι
καὶ ἔγραψε πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο, γιὰ νὰ τοῦ στείλει τὴ Θεία Κοινωνία. Ἀφοῦ
μετέλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ὁδηγήθηκε στὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως, στὸν
ὁποῖο ἔτρεχε μὲ πολὺ προθυμία. Ἐκεῖ ὑπέστη τὸν διὰ ἀγχόνης θάνατο τὸ
ἔτος 1795.

Μετὰ τρεῖς ἡμέρες οἱ Χριστιανοὶ πῆραν ἄδεια καὶ παρέλαβαν τὸ ἱερὸ
λείψανο αὐτοῦ καὶ τὸ ἐνταφίασαν στὸ νότιο μέρος τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας
τῆς Χρυσομαλλούσας. Τὸ ἔτος 1798 τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρος
ἀνακομίσθηκε καὶ μεταφέρθηκε στὴν κρύπτη τοῦ Μητροπολιτικοῦ ναοῦ τῆς
Μυτιλήνης.
Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐν Ἀδριανούπολει

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη καὶ ἀνῆκε στοὺς
ἐπιφανεῖς καὶ εὔπορους κατοίκους αὐτῆς. Διαβλήθηκε στὸν δικαστὴ τῆς
Ἀδριανουπόλεως ἀπὸ φανατικοὺς Τούρκους, ὅτι περιφρόνησε τὸ ὄνομα τοῦ
θεοῦ αὐτῶν. Ὁ δικαστής, ποὺ γνώριζε τὴν ἐντιμότητα τοῦ Ἁγίου, τὸν
ἀπέλυσε, ἀλλὰ οἱ συκοφάντες τὸν ἀπείλησαν ὅτι θὰ καταγγείλουν αὐτὸν στὸν
Σουλτάνο ὡς ὀλιγωροῦντα τῆς πίστεως αὐτῶν. Ὁ δικαστὴς φοβήθηκε καὶ
ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φυλακίσουν τὸν Ἅγιο. Παράλληλα γνωστοποίησε στὸν
Σουλτάνο τὰ γενόμενα καὶ ἀνέμενε τὶς ἐντολὲς αὐτοῦ. Ἡ διαταγὴ ἦταν
σαφής: ἢ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πατρῴα πίστη του ἢ νὰ καεῖ ζωντανός. Παρὰ τὶς
ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς ὁ Μάρτυρας παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του
στὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1490.

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καλεῖ τὸν Μάρτυρα Μαυρουδὴ καὶ ὁρίζει τὴν
μνήμη του στὶς 10 Μαρτίου, ἐνῷ ὁ Παρισινὸς Κώδικας καλεῖ αὐτὸν
Μαυροειδὴ καὶ σημειώνει τὴ μνήμη του στὶς 17 Φεβρουαρίου. Ὁ Σωφρόνιος
Εὐστρατιάδης θεωρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἄλλος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ ἐξ
Ἀδριανουπόλεως καὶ ἄλλος ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μιχαὴλ ὁ Μαυρουδής, ποὺ
καταγόταν ἀπὸ τὴν Γρανίτσα τῆς Εὐρυτανίας καὶ ἑορτάζει στὶς 21 Μαρτίου,
ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου. Ἡ νεωτέρα ἔρευνα θεωρεῖ
ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ἀλλὰ περὶ δυὸ ξεχωριστῶν
Ἁγίων.

Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς ὁ ἐκ Τυρνόβου

Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς ὁ ἡσυχαστὴς καταγόταν ἀπὸ τὸ Τύρνοβο τῆς Βουλγαρίας καὶ
ἔζησε κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα μ.Χ. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη περὶ τὸ ἔτος 1370.

Ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης ὁ Ἱερομάρτυρας Πατριάρχης Μόσχας


Ἅγιος Ἐρμογένης, κατὰ κόσμο Ἐρμόλαος, γεννήθηκε στὴ Μόσχα τὸ ἔτος 1530
καὶ ἔζησε στὴ μονὴ Μεταμορφώσεως τοῦ Καζᾶν. Τὸ 1579 χειροτονήθηκε
Πρεσβύτερος καὶ διορίσθηκε ἐφημέριος τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καζᾶν. Ἡ
διακονία του ἐκεῖ τὸν συνέδεσε μὲ τὴν ἀνακάλυψη τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς
Ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Καζᾶν. Τὸ ἔτος 1583 χήρευσε καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ
Μονὴ Μεταμορφώσεως, τῆς ὁποία ἀνεδείχθη ἡγούμενος. Ἡ Σύνοδος τοῦ 1589
τὸν ἐξέλεξε Μητροπολίτη Καζᾶν.

Ὡς ποιμενάρχης ὁ Ἅγιος ἀνέπτυξε μεγάλη ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα.
Φρόντισε κυρίως γιὰ τὴν στερέωση τοῦ φρονήματος καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς
ζωῆς τῶν νεοφώτιστων τῆς ἐπαρχίας του. Τὸ ἔτος 1592 πραγματοποίησε τὴ
μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων ἐνὸς ἐκ τῶν προκατόχων του, τοῦ Ἁγίου
Γερμανοῦ (τιμᾶται 6 Νοεμβρίου).

Ὅταν τὴν ἐξουσία ἀνέλαβε ὁ Βασίλειος Ἰβάνοβιτς Σούισκυ (1606-1610), ὁ
Ἅγιος Ἐρμογένης ἐξελέγη Πατριάρχης Μόσχας. Στὴν ταραγμένη ἐποχή του
ἀγωνίστηκε ἰδιαιτέρως κατὰ τῆς ἰησουιτικῆς προπαγάνδας καὶ ἐπεσήμανε
τοὺς σοβαροὺς κινδύνους γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία.

Ἀπὸ τοὺς πρώτους μῆνες τῆς πατριαρχίας του ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης
ὑπεραμύνθηκε τῶν δικαιωμάτων τοῦ αὐτοκράτορα Βασιλείου Σουίσκυ. Μάταια,
ὅμως. Ὁ λαὸς ἀνέτρεψε τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο στὶς 17 Ἰουλίου 1610.
Τότε ὁ Ἐρμογένης ἐπεδίωξε μάταια νὰ ἐκλεγεῖ αὐτοκράτορας ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ
Ρομανώφ, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐξελέγη τὸ 1613 καὶ συμμερίστηκε τὸ σχέδιο
ὁρισμένων εὐγενῶν, τὸ ὁποῖο προέβλεπε τὴν ἀνάδειξη στὸ Ρώσικο θρόνο τοῦ
Βλαδίσλαου, υἱοῦ τοῦ βασιλέως τῆς Πολωνίας Σιγιμούνδου, ὑπὸ τὸν ὄρο ὅτι ὁ
πρίγκιπας θὰ ἀσπαζόταν τὴν ὀρθόδοξη πίστη. Οἱ Πολωνοί, θέλοντας νὰ
παρακάμψουν τὸν ὄρο αὐτό, προσέκρουσαν στὴν ἀκαμψία τοῦ Πατριάρχου. Ὁ
Ἅγιος ὡς μόνος ἀναμφισβήτητος ἐκκλησιαστικὸς ἄνδρας κύρους στὴ Ρωσία
κατ’ ἐκείνη τὴν ὥρα, κατόρθωσε νὰ ἐμποδίσει τὸν ρωμαιοκαθολικὸ
Βλαδίσλαβο, νὰ γίνει ἐπίσημα αὐτοκράτορας τῆς Ρωσίας. Ἡ κατοχὴ τῆς
πρωτεύουσας ὑπὸ τοῦ Πολωνικοῦ στρατοῦ δὲν λύγισε τὸν Πατριάρχη.
Ἀντίθετα, ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης, βλέποντας τὴν κακοπιστία τοῦ βασιλέως τῆς
Πολωνίας, στράφηκε ἀνοικτὰ κατὰ τοῦ ξένου ἐπιδρομέως καὶ ἐπεδίωξε μὲ ὅλα
τὰ μέσα τὴν συγκρότηση τοῦ ἀναγκαίου στρατοῦ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς
πατρίδας του.

Ὁ Ἅγιος συνελήφθη καὶ καθαιρέθηκε ἀπὸ τὴν θέση τοῦ Πατριάρχου. Τὸν
ἔκλεισαν στὸ Μετόχι τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου, ὅπου πέθανε, ἀπὸ πεῖνα ἴσως,
στὶς 17 Ἰανουαρίου 1612 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Βαρνάβας τῆς Γεθσημανῆ

Ὁ Ὅσιος Βαρνάβας, κατὰ κόσμος Βασίλειος Ἴλιτς Μέρκουλωφ, γεννήθηκε στὶς
24 Ἰανουαρίου 1831 στὸ χωριὸ Προυντίσκι τῆς ἐπαρχίας Τούλα τῆς Ρωσίας.
Τὸ ἔτος 1851 εἰσῆλθε στὴ μονὴ τῆς Λαύρας τοῦ Κιέβου καὶ ἐκάρη μοναχός.
Ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴν ἔρημο τῆς Γεθσημανῆ κοντὰ στὸν στάρετς Δανιὴλ καὶ
στὸν ἱερομόναχο Γρηγόριο καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1906.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

16 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Παμφίλου καὶ τῶν σὺν αὐτῶ Μαρτύρων, Μαρουθᾶ σὺν τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἐν Μαρτυροπόλει, Φλαβιανοὺ Ὁσίου, Φλαβιανοῦ Πατριάρχου,  Ρωμανὸς Ὁσιομάρτυρας Ἠλία Ἱερομάρτυρος, Τάνκο Ἐπισκόπου, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κύπρῳ.

Οἱ Ἅγιοι Πάμφιλος, Δανιήλ, Ἠσαΐας, Θεόδουλος, Ἱερεμίας, Ἰουλιανός, Οὐάλης, Παῦλος, Πορφύριος, Σαμουὴλ καὶ Σέλευκος οἱ Μάρτυρες

Οἱ
Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες, μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοὺ (284-305
μ.Χ.). Κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους, τοὺς ἕνωνε ὅμως ἡ ἀγάπη καὶ ἡ
πίστη τοῦ Χριστοῦ.

Ἐργαζόμενοι στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ ἐνώπιον
τοῦ ἔπαρχου Φιρμιλιανοῦ. Ὁ ἄρχοντας κατέβαλε κάθε προσπάθεια νὰ πείσει
τοὺς Ἁγίους νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ἐκεῖνοι ὅμως
παρέμειναν σταθερὰ προσηλωμένοι στὴν πατρῴα εὐσέβεια. Τότε ὁ Φιρμιλιανὸς
ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τοὺς θανατώσουν, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς βασανίσουν.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἠλίας, Πάμφιλος, Οὐάλης, Παῦλος, Σέλευκος, Ἱερεμίας,
Ἠσαΐας, Σαμουὴλ καὶ Δανιὴλ ἀποκεφαλίσθηκαν διὰ ξίφους. Ὁ Πορφύριος,
ὑπηρέτης τοῦ Παμφίλου, συνελήφθη τὴν ὥρα ποὺ ἀναζητοῦσε τὸ λείψανο τοῦ
κυρίου του καὶ κάηκε ζωντανὸς μαζὶ μέ τὸν Μάρτυρα Ἰουλιανό. Τὸν Ἅγιο
Θεόδουλο τὸν σταύρωσαν ἐπὶ ξύλου. Ἔτσι μαρτύρησαν οἱ Ἅγιοι καὶ
προσετέθησαν στὴ χορεία τῶν ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Σύναξη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Τὴν δωδεκάριθμον, Μαρτύρων φάλαγγα, ἀνευφημήσωμεν, ἐνθέοις ἄσμασι,
Πάμφιλον Παῦλον Σαμουήλ, Οὐάλεντα καὶ Ἠλίαν, Ἱερεμίαν, Σέλευκον, Δανιὴλ
καὶ Πορφύριον, Ἰουλιανὸν ὁμοὺ Ἠσαΐαν Θεόδουλον αὐτοὶ γὰρ τὸν Δεσπότην
τῶν ὅλων, πάσιν ἠμὶν ἐξιλεοῦνται.

Κοντάκιον  Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Φιλήσας Χριστοῦ, τὰ θεία θελήματα, ἐδείχθης Πιστῶν, ἀκέστωρ φιλόχριστος,
γενναιόφρον Πάμφιλε, διὰ τοῦτο καὶ μακαρίζομεν, τὴν σεπτήν σου
πανήγυριν. Πρεσβεύων μὴ παύση ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.
Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς ὁ Ἐπίσκοπος καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες ἐν Περσίᾳ


Ὅσιος Μαρουθᾶς ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Α’ τοῦ
Μεγάλου (379-395 μ.Χ.) καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ
αὐτοκράτορας, ἐκτιμώντας τὶς ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου, τὸν ἀπέστειλε πρεσβευτὴ
στὸ βασιλέα τῶν Περσῶν Σαπὼρ Γ’ (383-388 μ.Χ.).

Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος ἀπάλλαξε τὴ θυγατέρα τοῦ βασιλέως ἀπὸ τὸ πονηρὸ δαιμόνιο,
ποὺ τὴν εἶχε κυριεύσει καὶ τὴν βασάνιζε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ ἔδωσε
θάρρος καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν βασιλέα τῆς Περσίας τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν
Μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν στὴν Περσία.

Ἐκεῖνος ἱκανοποίησε ἀμέσως τὸ αἴτημα τοῦ Ὁσίου. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Ὅσιος
ἔκτισε πόλη ἐπ’ ὀνόματί τους, τὴ Μαρτυρόπολη, ποὺ βρισκόταν στὴ Μεγάλη
Ἀρμενία, κοντὰ στὸ Νυμαφαῖο ποταμό, καὶ ἀποθησαύρισε σὲ αὐτὴν τὰ ἱερά
τους λείψανα.

Ὁ Ὅσιος Μαρουθᾶς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὴν ἡμέρα ποὺ ἑορταζόταν ἡ ἐπέτειος τῶν ἐγκαινίων τῆς Μαρτυροπόλεως.

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀκολούθησε τὸν δρόμο τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τῆς ἀσκήσεως.

Λέγεται δὲ ὅτι ἀνέβηκε στὴν κορυφὴ ἐνὸς βουνοῦ καὶ πέρασε μόνος ἑξήντα
καὶ πλέον χρόνια μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε τοῦ
χαρίσματος τῆς θαυματουργίας.

Ὁ Ὅσιος Φλαβιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ἅγιος Φλαβιανός, ἦταν Πρεσβύτερος τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κωνσταντινουπόλεως
καὶ σκευοφύλακας τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας. Γνωστὸς γιὰ τὶς ἀρετὲς καὶ
τὰ πνευματικά του χαρίσματα, διαδέχθηκε τὸν Ἅγιο Πρόκλο (κοιμήθηκε 20
Νοεμβρίου 446) στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ ἔτος
447 μ.Χ.

Ἡ πατριαρχία του συνέπεσε μὲ τὸ σάλο, τὸν ὁποῖο εἶχαν ἐγείρει στὴν
Ἐκκλησία οἱ αἱρέσεις τοῦ Νεστορίου καὶ τοῦ Εὐτυχοῦς. Ὁ Νεστόριος εἶχε
καταδικασθεῖ ἀπὸ τὴν Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο, ἀλλὰ
καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ δὲν εἶχαν λείψει οἱ συνήγοροι τοῦ αἱρεσιάρχου. Τὰ πάθη
μεγάλωσαν, ὅταν στὴν αἵρεση τοῦ Νεστορίου προστέθηκε ἡ αἱρετικὴ
διδασκαλία τοῦ Εὐτυχοῦς, ὁ ὁποῖος δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε παρὰ
μόνο μία φύση, τὴ Θεία, ἡ ὁποία ἀπορρόφησε ἐντελῶς τὴν ἀνθρώπινη. Μία
τέτοια διδασκαλία θεωροῦσε τὴν θεότητα παθητή.

Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς καταδίκασε τὴν πλάνη αὐτὴ διὰ τῆς συγκλίσεως τοπικῆς
Συνόδου τὸ ἔτος 448 μ.Χ. Στὴ Σύνοδο ὁ αἱρετικὸς Εὐτυχὴς ἔδειξε
μετριόφρονα διαγωγή, ἀρνήθηκε ὅμως νὰ ἀναθεματίσει τὰ προηγούμενα
φρονήματά του.

Ἡ σύνοδος ἔπαυσε αὐτὸν ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἡγουμένου μοναστηρῖου, τὸν
καθαίρεσε ἀπὸ Πρεσβύτερο καὶ τὸν ἀφόρισε. Ὁ Εὐτυχὴς μετὰ τὸ τέλος τῆς
Συνόδου ἔκανε ἔκκληση πρὸς τὸν Πάπα Ρώμης Λέοντα Α’ (440-461 μ.Χ.) καὶ
τὸν Ἀλεξανδρείας Διόσκορο, ποὺ ὑποστήριζε τοὺς αἱρετικούς.

Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος Β’ ὁ Μικρὸς (408-450 μ.Χ.), πεισθεῖς ἀπὸ τοὺς
ὑποστηρικτὲς τοῦ αἱρετικοῦ Εὐτυχοῦς, συνεκάλεσε στὴν Ἔφεσο Σύνοδο, τὸ
ἔτος 449 μ.Χ. Πρόεδρος ὁρίσθηκε ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Διόσκορος.

Ὁ Ἅγιος Φλαβιανὸς λόγω τῆς ἐμμονῆς του στὴ διδασκαλία τῆς Γ’
Οἰκουμενικῆς Συνόδου καταδιώχθηκε ἀπὸ τὸν αἱρετικὸ Διόσκορο καὶ τοὺς
ὀπαδούς του. Ὁ Ἅγιος ἀποπειράθηκε νὰ καταφύγει κάτω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα
ὡς σὲ ἄσυλο, χωρὶς ὅμως νὰ τὸ κατορθώσει αὐτό. Τὸν κτύπησαν καὶ τὸν
ἔσυραν ἔξω ἀπὸ τὸ ναό, τὸν καθαίρεσαν καὶ τὸν Ἐξόρισαν στὴν Ἔφεσο, ὅπου
καὶ πέθανε λίγο ἀργότερα. Τὰ ἔκτροπα δὲν ἀναφέρονται ἀπὸ διασῳθέντα
πρακτικὰ τῆς Συνόδου, ἀλλὰ εἶναι γνωστὰ ἀπὸ μαρτυρίες γενόμενες στὴν Δ’
Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου μετακομίσθηκε μετὰ δυὸ χρόνια, τὸ 451 μ.Χ.,
στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν Πουλχερία, ἀδελφὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ
καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
 Ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Ὁσιομάρτυρας


μνήμη τοῦ Ἁγίου Ρωμανοῦ, τιμᾶται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὶς 5 Ἰανουαρίου,
ὅπου καὶ ὁ βίος του. Ἄγνωστο γιατὶ ἐπαναλαμβάνεται σήμερα.
Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἠλίας (Νικολάγιεβιτς) γεννήθηκε σὲ κάποιο χωριὸ τῆς
Μόσχας κατὰ τὸν 19ο αἰῶνα μ.Χ. Σπούδασε στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς
Μόσχας καὶ νυμφεύθηκε τὴν εὐσεβῆ Εὐγενία. Στὴν συνέχεια χειροτονήθηκε
ἱερεὺς καὶ διακόνησε στὸ μικρὸ ναὸ ἑνὸς πτωχοκομείου καὶ στὴν ἐνορία τοῦ
Ἁγίου Νικολάου Τολματσὲφ τῆς Μόσχας, πρὶν ξεσπάσει ἡ Ὀκτωβριανὴ
ἐπανάσταση τοῦ ἔτους 1917 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος ἦταν εὐλαβέστατος ἱερέας. Ὁ ναὸς του ἦταν φάρος πνευματικοῦ
φωτὸς γιὰ πολλοὺς πιστούς. Ἦταν ἔγγαμος, ἀλλὰ ζοῦσε ἀσκητικὴ ζωή. Ἦταν
τὸ 1932 μ.Χ., ὅταν ἡ μυστικὴ Σοβιετικὴ ἀστυνομία τὸν συνέλαβε καὶ τὸν
φυλάκισε.

Τὸν ἐξόρισαν στὴν περιοχὴ τοῦ ποταμοῦ Κράσναγια Βίσερα. Ἡ πρεσβυτέρα
Εὐγενία ὅλη τὴν νύχτα τὴν πέρασε μὲ προσευχὴ καὶ δάκρυα. Κατὰ τὸ πρωὶ
ὅμως ἀποκοιμήθηκε καὶ τότε εἶδε τὴν Θεοτόκο στὸν ὕπνο της ποὺ τῆς εἶπε
νὰ μὴν φοβᾶται.

Μετὰ δυὸ χρόνια, ἡ πρεσβυτέρα τὸν ἐπισκέφθηκε στὸν τόπο τῆς ἐξορίας καὶ
τοῦ ἔφερε ἕνα Εὐαγγέλιο καὶ ἕνα μικρὸ φιαλίδιο μὲ ἁγιασμό. Οἱ φύλακες
ἅρπαξαν ἀμέσως τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅταν τὴν ρώτησαν τί περιεῖχε τὸ φιαλίδιο,
ἐκείνη τοὺς ἀπάντησε ὅτι γι’ αὐτοὺς ἦταν ἁπλὸ νερό, ἀλλὰ γιὰ ἐκείνη καὶ
τὸν σύζυγό της ἦταν κάτι ἱερό. Τὸ φάρμακό τους.

Ὁ Ἅγιος φαινόταν σὰν νὰ τὸν εἶχαν βασανίσει. Δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ
λειτουργεῖ καὶ αὐτὸ τὸν ἔθλιβε ἀφάνταστα.  Ἄρχισε νὰ διηγεῖται στὴν
Εὐγενία τὸ μαρτύριό του. Ὅταν μετέφεραν ἐκεῖνον καὶ πολλοὺς ἄλλους στὸν
τόπο τῆς ἐξορίας, τοὺς ἀνάγκασαν νὰ περπατοῦν ἐπάνω στὸ χιόνι ποὺ εἶχε
λιώσει ἐπιφανειακά.

Τὸ λεπτὸ στρῶμα τοῦ πάγου ἔσπαζε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τους καὶ οἱ
«κατάδικοι» βυθίζονταν μέσα στὸ χιόνι μέχρι τὴ μέση. Βρεγμένοι μέχρι τὸ
κόκαλο, χωρὶς νὰ ἔχουν φάει ἢ πιεῖ τίποτα ὅλη τὴν ἡμέρα, ἀναγκάστηκαν νὰ
περάσουν τὴ νύχτα μέσα σὲ μία καλύβα. Οἱ ἐξουθενωμένοι ἄνδρες ἀμέσως
ἔπεσαν στὸ πάτωμα καὶ ἀποκοιμήθηκαν σὰν πεθαμένοι. Μόνο ὁ Ἅγιος ἔμεινε
ξάγρυπνος. Μέσα στὰ βαθιὰ μεσάνυχτα μία κραυγὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς
καρδιᾶς του: «Κύριε, γιατί μὲ ἐγκατέλειψες; Σὲ ὑπηρέτησα τόσο πιστά.

Ὁλόκληρη τὴν ζωή μου τὴν ἀφιέρωσα σὲ Σένα. Πόσες φορὲς διάβασα τὸν
Ἀκάθιστο Ὕμνο καὶ τοὺς Κανόνες. Μὲ πόση εὐλάβεια ὑπηρετοῦσα στὴν
Ἐκκλησία. Γιατί, Κύριε, μὲ ἐγκατέλειψες καὶ ὑποφέρω τόσο πολύ; Ὑπεραγία
Θεοτόκε, ἅγιε ἱεράρχα Νικόλαε, ἅγιε πάτερ Σεραφείμ, πάντες οἱ Ἅγιοι τοῦ
Θεοῦ! Μετὰ ἀπὸ ὅλες τὶς προσευχές μου σὲ σᾶς, γιατί βασανίζομαι τόσο;».

Ξαφνικὰ μία θεία ἐπίσκεψη, σὰν φλόγα, ἄγγιξε τὴν πονεμένη ψυχή του καὶ
τὴν πλημμύρισε μὲ μία ὑπερκόσμια παρηγοριά. Τὸ φῶς τῆς πίστεως φώτισε
μυστικὰ τὴν καρδιά του καὶ ἄναψε μέσα του μία ἀνέκφραστη καὶ ἀκατανίκητη
ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό, ἡ ὁποία ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «οὐκ ἐξὸν
ἀνθρώπω λαλῆσαι». Ὅταν ξημέρωσε, ἦταν νέος ἄνθρωπος, ἀναγεννημένος σὰν
νὰ εἶχε βαπτισθεῖ στὴν φωτιά.

Καθὼς ἀποχαιρετοῦσε τὴν πρεσβυτέρα Εὐγενία, ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε: «Ξέρεις, ἡ
καρδιά μου φλέγεται γιὰ τὸν Χριστό. Νομίζω ὅτι ᾖλθα ἐδῶ, γιὰ νὰ
καταλάβω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτε καλύτερο, τίποτε πιὸ θαυμαστὸ
ἀπὸ Αὐτόν. Θὰ ἤθελα νὰ πεθάνω γι’ Αὐτόν!».

Ὅταν ἡ πρεσβυτέρα ἔφθασε πίσω στὴ Μόσχα ἔμαθε ὅτι στὸ στρατόπεδο
συγκεντρώσεως ἄναψε μία πυρκαγιὰ καὶ ὁ Ἅγιος ἔγινε παρανάλωμα τοῦ πυρὸς
μαζὶ μὲ ἕνδεκα ἄλλους Χριστιανούς.

Ὁ Ἅγιος Τάνκο Ἐπίσκοπος Βέρντεν

Ὁ Ἅγιος Τάνκο καταγόταν ἀπὸ τὴ Σκωτία καὶ ἐργάσθηκε ἱεραποστολικὰ στὴ
Γερμανία. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Βέρντεν καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 815
μ.Χ.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Κύπρῳ

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῆς Θεοτόκου μας.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

15 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Ὀνησίμου Ἀποστόλου, Μαΐωρος Μάρτυρος, Εὐσεβίου Ὁσίου, Σύναξη Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Ἰωάννου ἐν τοὶς Διακονίσσης, Ἰωάννου Νεομάρτυρος, Ἀνθίμου Χίου, Δαλματίου Ὁσίου, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Βιλένκ, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Δαλματίᾳ, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Βὲνκ.
Ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος ὁ Ἀπόστολος μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου


Ἅγιος Ὀνήσιμος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους, ἦταν δοῦλος στὸ
σπίτι τοῦ Ρωμαίου ἄρχοντα Φιλήμονος, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Φρυγία
καὶ ἔγινε Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Ὁ Ὀνήσιμος ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ
τὸν κύριό του καὶ μετέβη στὴ Ρώμη σὲ ἐπίσκεψη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Ἔτσι ἀφιερώθηκε στὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Παῦλος
τὸν ἀπέστειλε πίσω στὸν Φιλήμονα μὲ ἐπιστολή του, στὴν ὁποία ἀνέφερε γιὰ
τὸν Ἅγιο Ὀνήσιμο τὰ ἀκόλουθα: «Τέτοιος ποὺ εἶμαι, ἐγὼ ὁ Παῦλος ὁ
ἡλικιωμένος, καὶ τώρα φυλακισμένος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὲ παρακαλῶ γιὰ τὸ
παιδί μου, τὸν Ὀνήσιμο, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε σοῦ ἦταν ἄχρηστος, τώρα ὅμως
εἶναι χρήσιμος καὶ σὲ ἐσένα καὶ σὲ ἐμένα. Σοῦ τὸν ἀποστέλλω πάλι καὶ σὺ
δέξου αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ καρδιά μου.

Θὰ ἤθελα νὰ τὸν κρατήσω κοντά μου, γιὰ νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, ἀντί σοῦ, στὴν
φυλακὴ ποὺ εἶμαι χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ κάνω τίποτε
χωρὶς τὴν δική σου συγκατάθεση, γιὰ νὰ μὴν γίνει ἡ ἀγαθή σου πράξη
ἀναγκαστικὰ ἀλλὰ μὲ τὴν θέλησή σου.

Ἴσως γι’ αὐτὸ ἀποχωρίσθηκε προσωρινὰ ἀπὸ ἐσένα, γιὰ νὰ τὸν ἔχεις
παντοτινά, ὄχι πλέον σὰν δοῦλο, ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ δοῦλο, σὰν ἀδελφὸ
ἀγαπητό, ἰδιαίτερα γιὰ μένα, πόσο μᾶλλον γιὰ σένα καὶ σὰν ἄνθρωπο καὶ
σὰν Χριστιανό. Ἐὰν λοιπόν, μὲ θεωρεῖς φίλο, δέξου τον σὰν νὰ ἤμουν ἐγώ».Ὁ Ἀπόστολος Ὀνήσιμος ἐπανέκαμψε στὴ Ρώμη πρὸς τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν
διακονοῦσε. Μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου συνελήφθη ὑπὸ τοῦ
ἐπάρχου Ρώμης Τερτύλου καὶ ἐξορίσθηκε στοὺς Ποτιόλους τῆς Ἰταλίας.

Ὅμως ὁ Ὀνήσιμος συνέχισε μὲ ζῆλο νὰ κηρύττει τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ
ἔπαρχος Τέρτυλος ἐπισκέφθηκε τὸν τόπο ἐξορίας του καὶ πληροφορήθηκε τὴ
χριστιανική του δράση, διέταξε νὰ συλληφθεῖ ὁ Ἅγιος καὶ νὰ βασανισθεῖ.

Τὸν κτύπησαν ἀλύπητα καὶ μὲ ραβδισμοὺς τοῦ ἔσπασαν τὰ σκέλη. Στὸ τέλος,
μετὰ ἀπὸ φρικώδεις βασάνους, ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος μαρτύρησε καὶ ἔλαβε τὸ
στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Τὸ τίμιο λείψανό του παρέλαβε καὶ ἐνταφίασε μία
πλούσια ἀλλὰ εὐσεβὴς Ρωμαία Χριστιανή.

Ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ὀνησίμου εἶχε ἀνεγερθεῖ κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ.

στὴν Κωνσταντινούπολη.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς Ἐρήμου πολίτης.

Ταὶς ἀκτίσι τοῦ Παύλου φωτισθεῖς τὴν διάνοιαν, ὤφθης ὑπηρέτης τοῦ Λόγου
καὶ Ἀπόστολος ἔνθεος καὶ ὄνησιν ἐβράβευσας ζωῆς, Ὀνήσιμε θεράπων τοῦ
Χριστοῦ, διὰ λόγων καὶ θαυμάτων θεοπρεπῶν, τοὶς πίστει ἐκβοώσι σοι, δόξα
τῷ σὲ δοξάσαντι φαιδρῶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι
διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὡς ἀκτὶς ἐξέλαμψας, τὴ οἰκουμένη, ταὶς βολαὶς λαμπόμενος, ἡλίου μάκαρ
παμφαούς, Παύλου τοῦ κόσμον φωτίσαντος, διο σὲ πάντες, τιμῶμεν Ὀνήσιμε.

Ὁ Ἅγιος Μαΐωρ ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μαΐωρ ἔζησε ἐπὶ αὐτοκρατορίας Διοκλητιανοῦ (284-305 μ.Χ.) καὶ
Μαξιμιανοὺ (285-305 μ.Χ.) καὶ ὑπηρετοῦσε ὡς στρατιώτης στὸ τάγμα τῶν
Μαύρων. Ὅταν τὸ 302 μ.Χ. ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ὁ Ἅγιος,
ποὺ βρισκόταν στὴ Γάζα τῆς Παλαιστίνης, καταγγέλθηκε στὸν ἔπαρχο ὅτι
εἶναι Χριστιανὸς καὶ συνελήφθη.

Ἀφοῦ ὁμολόγησε μὲ γενναιότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστό, βασανίσθηκε
σκληρά. Ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες ὑπέστη τὸ φρικτὸ βασανιστήριο τῶν μαστιγώσεων.

Ἔτσι μαρτύρησε ὁ Μάρτυς Μαΐωρ καὶ εἰσῆλθε στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ὅσιος Εὐσέβιος


Ὅσιος Εὐσέβιος ἔζησε κατὰ τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ
ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀρχικὰ πῆγε σὲ κάποιο
μοναστῆρι καὶ ἐκάρη μοναχός. Ἔπειτα ἀποσύρθηκε στὴ ράχη ἑνὸς βουνοῦ
κοντὰ στὴν πόλη Ἀσιχά, ὅπου ἀσκήτεψε. Ἐκεῖ περιέφραξε μὲ πέτρες ἕνα
μέρος χωρὶς σκεπὴ καὶ πέρασε τὸν βίο του μὲ νηστεία καὶ σωματικὲς
ταλαιπωρίες, ὥστε κατέπεσαν οἱ σάρκες του καὶ ἔμειναν μόνο τὰ ὀστά.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ὁδήγησε πολλοὺς ἀνθρώπους στὸν Ὅσιο, οἱ ὁποῖοι
ζητοῦσαν τὴν εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία του. Γιὰ νὰ ἀποφύγει τὸν θόρυβο καὶ νὰ
διατηρήσει τὴν ἡσυχία στὸν πνευματικό του ἀγῶνα, ἔφυγε ἀπὸ τὸν τόπο
αὐτὸ καὶ μετοίκησε σὲ μονὴ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ κοντά.

Καὶ στὸν νέο τόπο τῆς ἀσκήσεώς του ζοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ αὐστηρὴ ἄσκηση.
Ἔτσι ὁ Ὅσιος Εὐσέβιος ἀφοῦ ἔζησε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ
ἡλικία 90 ἐτῶν.
Σύναξη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Ἰωάννου ἐν τοὶς Διακονίσσης

Ὁ ναὸς βρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ θεωρεῖται ὅτι ἐκεῖτο ἐκεῖ
ὅπου σήμερα εἶναι τὸ Καλενδέρ-χανί-τζαμί. Πιθανῶς παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ
νὰ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὸν Θεολόγο ἢ ἡ
Σύναξη ἐτελεῖτο λόγω κάποιου θαύματος ποὺ ἔγινε ἐκεῖ.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωλακία, τὴ σημερινὴ
κωμόπολη τῆς Χαλάστρας. Γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα ἐγκαταβίωσε στὸ
Ἅγιον Ὄρος, χωρὶς νὰ διευκρινίζεται ἐὰν ἔχει λάβει τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἢ
ἦταν λαϊκὸς καὶ εἶχε ὑποτακτικὸ κάποιον Ἀργύρη.

Ὁ Ἰωάννης βρισκόταν στὴ Θεσσαλονίκη, ὅταν κατὰ τὴν διάρκεια ἐνὸς
συμποσίου μὲ Τούρκους, αὐτοὶ ἰσχυρίσθηκαν πὼς δῆθεν τοὺς εἶχε πεῖ ὅτι
θέλει νὰ γίνει καὶ αὐτὸς Μωαμεθανός.

Ὁ Ἰωάννης ἀρνήθηκε κατηγορηματικὰ τὸν ἰσχυρισμό τους, γι’ αὐτὸ καὶ
ὁδηγήθηκε στὸ παζάρι, πιθανὸν στὴν κεντρικὴ ἀγορὰ τῆς πόλεως, ὅπου καὶ
ἐκτελέσθηκε ἄνευ δίκης μὲ ἀπαγχονισμὸ τὸ ἔτος 1776. Μετὰ τὸν ἀπαγχονισμό
του, τὸ λείψανο τοῦ Νεομάρτυρα ρίφθηκε στὴ θάλασσα.

Ὁ Ὅσιος Ἄνθιμος ἀπὸ τὴν Χῖο


Ὅσιος Ἄνθιμος, κατὰ κόσμο Ἀργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε τὴν 1η
Ἰουλίου 1869 στὴν περιοχὴ τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ Λιβαδῖων. Οἱ εὐσεβεῖς καὶ
ἐνάρετοι γονεῖς του, Κωνσταντῖνος καὶ Ἀργυρῶ, φρόντισαν νὰ δώσουν
Χριστιανικὴ ἀγωγὴ στὸ τέκνο τους.

Καὶ ὁ νεαρὸς Ἀργύριος δωρεοδέκτης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ πνεῦμα σοφίας,
ἦταν προορισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἀναδειχθεῖ σκεῦος ἐκλογῆς καὶ νὰ γίνει
μέγας παιδαγωγὸς εἰς Χριστόν.

Ἡ ὅλη παιδιόθεν ἀνάπτυξη καὶ ἀνατροφή του τελοῦσε προφανῶς ὑπὸ τὴν
ἰσχυρὴ καὶ βαθιὰ ἐπίδραση τοῦ χριστιανικοῦ οἰκογενειακοῦ του
περιβάλλοντος.

Γράμματα δὲν ἔμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στὶς ἁπλὲς γνώσεις τοῦ δημοτικοῦ
σχολείου. Ἔτσι χωρὶς τίς θεωρητικὲς γνώσεις τῆς ἐγκοσμίου καταξιώσεως,
ἀλλὰ μὲ εὐφυΐα καὶ διεισδυτικότητα πνεύματος καὶ μὲ ἰδιαιτέρως ἔντονη
τὴν ἐπιθυμία γιὰ βίο πνευματικό, προχωρᾷ ἀταλάντευτος στὴν ἐνάρετη ζωὴ
μὲ τὴν πολύτιμη δωρεὰ τῆς ἀκλόνητης πίστεως.

Ὁ θεῖος ἔρως τὸν ὁδηγεῖ στὴν ἀπάρνηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς βοῆς του καὶ
στὴ μοναχικὴ πολιτεία, ἀπὸ ὅπου ἐξέλαμψαν οἱ ἀρετές του. Ἀφορμὴ γιὰ νὰ
ἀκολουθήσει τὴν μοναχικὴ ὁδὸ ὑπῆρξε ἡ ἐπίσκεψή του στὴ Σκήτη τῶν Ἁγίων
Πατέρων τῆς Χίου γιὰ τὴν ἐπισκευὴ ἰδιόκτητης εἰκόνας τῆς Παναγίας. Μὲ
αὐτὴ τὴν εἰκόνα ἔκτοτε συνέδεσε ἄρρηκτα ὁλόκληρη τὴν ζωή του.

Ἡ Παναγία ἔγινε γιὰ ἐκεῖνον πηγὴ ἀνεξάντλητης δυνάμεως στοὺς μετέπειτα
σκληροὺς ἀγῶνες του, ἀλλὰ καὶ πηγὴ δροσιᾶς καὶ ἀνακουφίσεως. Ὁδηγός του
στὸν ἀσκητικὸ βίο ὑπῆρξε ὁ σεβάσμιος Γέροντας τῆς Σκήτης Παχώμιος, ἀπὸ
τὸν ὁποῖο ἐκάρη μικρόσχημος μοναχὸς καὶ μετονομάσθηκε Ἄνθιμος.

Ὑποτάσσεται στὸν Γέροντα Παχώμιο καὶ μὲ τὶς ἀδιάλειπτες προσευχὲς καὶ
νηστεῖες καὶ μὲ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνες του ἀναδεικνύεται, μὲ τὴν εὐδοκία
τοῦ Θεοῦ, μεγάλος στὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἀρετή. Μὲ τὴν σωματικὴ καὶ
πνευματική του ὅμως αὐτὴ ἄσκηση ἐξαντλήθηκε καὶ ἀσθένησε.

Τότε μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Παχωμίου ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του, ὅπου
ἐγκαθίσταται γιὰ ἀνάρρωση. Ὅμως ὁ Ὅσιος Ἄνθιμος δὲν ἐγκατέλειψε τὴν
ἄσκηση. Μόλις ἀποκαταστάθηκε μερικῶς ἡ ὑγεία του ἀποσύρθηκε σὲ μικρὸ
ἀπομονωμένο κελὶ μέσα στὰ πατρικά του κτήματα, στὰ Λιβάδια τῆς Χίου,
συνεχίζοντας τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες.

Ἐκεῖ μόναζε ἀσκώντας ταυτοχρόνως καὶ τὴν τέχνη τοῦ ὑποδηματοποιοῦ, γιὰ
νὰ βοηθᾷ τοὺς φτωχοὺς γονεῖς του καὶ νὰ ἐλεεῖ τοῦ πάσχοντες.

Στὸ κελί του αὐτὸ μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη τοῦ βίου
μεγάλων ἀσκητῶν λάμβανε δύναμη, προέκοπτε σὲ πνευματικὴ οἰκοδομή, ἀλλὰ
καὶ προκαλοῦσε καὶ τὴ δαιμονιώδη λύσσα τοῦ πονηροῦ. Ὁ Ὅσιος ἀγωνιζόταν
σκληρὰ καὶ ἀποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους ἀλλὰ νικηφόρους ἀγῶνες
κατὰ τοῦ πονηροῦ μὲ τὴν πύρινη προσευχὴ καὶ καθημερινὰ ἀνερχόταν τὴν
εὐλογημένη κλίμακα τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἁγιότητας.

Ἀργότερα, σὲ ἡλικία 40 ἐτῶν, τὸ ἔτος 1909, κείρεται μεγαλόσχημος μοναχὸς ἀπὸ τὸν διάδοχο τοῦ Παχωμίου, Ἱερομόναχο Ἀνδρόνικο.

Ὁ ἐνάρετος ὅμως ἀσκητὴς Ἄνθιμος ἦταν σκεῦος ἐκλογῆς καὶ ἕτοιμος γιὰ τὸ
ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης. Καλεῖται λοιπὸν στὸ Ἀδραμύττιο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας
ἀπὸ τὸν ἀνάδοχό του Στέφανο Διοματάρη τὸ 1910 γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό.

Ἡ χειροτονία τοῦ Ἁγίου δὲν ἦταν κάτι τὸ συνηθισμένο. Στὴν περίπτωσή του
εἴχαμε θεία συγκατάθεση ποὺ ἀπεκάλυψαν οἱ θεοσημίες εὐδοκίας κατὰ τὸ
τέλος τῆς χειροτονίας. Σεισμός, ἀστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχὴ
συμβαίνουν τὴν ἱερὴ ἐκείνη ὥρα. Τὰ κανδήλια τοῦ ναοῦ κινοῦνται, ἐνῷ ἕνα
ἀπὸ αὐτὰ καταπίπτει. Μετὰ δὲ τὴ χειροτονία ἐπικρατεῖ γαλήνη, ἠρεμία,
χαρὰ Θεοῦ.

Τὰ φυσικὰ αὐτὰ φαινόμενα ἀποκαλύπτουν καὶ μαρτυροῦν τὴν εὐαρέσκεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θεία συγκατάνευση.

Ὅσο καιρὸ παρέμενε στὸ Ἀδραμύττιο, ἀκτινοβολοῦσε ἐκθαμβωτικὰ μὲ τὴν
ἀρετὴ καὶ τὴν ἁγιότητά του, ἡ ὁποία ἴσχυσε νὰ θεραπεύσει δαιμονιζόμενο
τῆς περιοχῆς, κάτι ποὺ δὲν κατόρθωσαν οἱ συλλειτουργοί του.

Αὐτὴ λοιπὸν ἡ πνευματική του ἀκτινοβολία προκάλεσε τὸ πάθος τῆς
ἀντιζηλίας τῶν συλλειτουργῶν του. Ἐκεῖνος θέλοντας νὰ τοὺς ἐλευθερώσει
ἀπὸ τὸ πάθος αὐτό, ἐγκατέλειψε τὸ Ἀδραμύττιο τὸ 1911 καὶ μετέβη στὸ
Ἅγιον Ὄρος, ὅπου οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοὶ τοῦ ἐπιδαψίλευσαν πολλὲς τιμές.

Ἐπιστρέψας στὴ Χῖο τοποθετήθηκε ὡς ἐφημέριος στὸ Λεπροκομεῖο.

Ἐκεῖ ἄνοιξε τὸ νέο στάδιο τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἀγαθοεργοῦ δράσεώς του. Ἡ
εἰκόνα τῆς Παναγίας Ὑπαπαντῆς ἐπικεντρώνει τὴν ὅλη του εὐεργετικὴ δράση.
Ἡ Κυρία Θεοτόκος διὰ τῆς μεσιτείας καὶ τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου
ἐπιτελεῖ ἀναρίθμητα θαύματα θεραπείας ἀσθενῶν ἐπωνύμων καὶ ἀνώνυμων
πιστῶν.

Τὸ ἵδρυμα αὐτὸ μὲ τοὺς δυστυχεῖς λεπροὺς καθίσταται πνευματικὸ κέντρο
σωματικῆς καὶ πνευματικῆς ὑγείας. Ἡ ὅλη διακονία του στὸ Λεπροκομεῖο
καταδεικνύει τὴ βαθύτατη πίστη του καὶ τὴν πολύτιμη προσφορά του.

Ἐδῶ φαίνεται καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἁγίου. Ὁ Ἅγιος Ἄνθιμος ὡς ἐφημέριος τοῦ
ναοῦ συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε καὶ συνομιλοῦσε μὲ τοὺς λεπρούς, τοὺς
κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ μετὰ τὴ Θεία Λειτουργία κατέλυε!

Τότε μέσα σὲ ἐκείνη τὴν ἁγιάζουσα ἀτμόσφαιρα ὁραματίζεται τὴν ἵδρυση
Μονῆς, γιὰ νὰ στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες ἀπὸ τὴν Μικρὰ
Ἀσία. Καὶ προχωρεῖ στὴν πραγμάτωση τῶν ὁραματισμῶν του.

Ὑψώνει τὸν μεγαλοπρεπῆ Ἱερὸ Παρθενῶνα τῆς Παναγίας Βοηθείας Χίου. Ἀπὸ
τότε ἐγκαταστάθηκε στὴ Μονὴ μὲ πλήρη ἀφοσίωση στὴν Παναγία καὶ ἐκεῖ
κατηύγαζε  μὲ τὴν ἀσκητική του βιοτὴ τὸ πλῆθος τῶν ἀρετῶν καὶ τὴν
ἁγιότητά του καὶ τὴ μεσιτεία καὶ βοήθεια τῆς Θεοτόκου καὶ ποίμαινε μὲ
πλεονάζουσα στοργὴ καὶ ἀγάπη τὸ ποίμνιό του, ἐνίσχυε καὶ παρηγοροῦσε μὲ
τὸν γλυκὺ καὶ ἁπλό του λόγο καὶ θεράπευε ἀσθενεῖς καὶ πάσχοντες ποὺ
κατέφευγαν κοντά του.

Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ διὰ βίου διακονία, ὥριμος πλέον, πλήρης ἡμερῶν, σὲ
ἡλικία 90 ἐτῶν, μὲ ὁσιότητα ποὺ θύμιζε τοὺς μεγάλους ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου,
τέλεσε τὴν τελευταῖα Θεία Λειτουργία τὴν 27η Ἰανουαρίου 1960 καὶ λίγες
ἡμέρες μετὰ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ὅσιος Δαλμάτιος ὁ ἐκ Σιβηρίας

Ὁ Ἅγιος Δαλμάτιος, κατὰ κόσμο Δημήτριος Ἰβάνοβιτς Μοκρίνσκιϋ, γεννήθηκε
στὴν πόλη Τομπὸλκ τῆς Ρωσίας κατὰ τὸν 17ο αἰῶνα μ.Χ. Ἀσκήτεψε στὴ μονὴ
Νεβγιὰνκ τῆς Σιβηρίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1724.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Βιλὲνκ


εἰκόνα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Βιλένκ, θεωρεῖτε εἰκόνα ἀχειροποίητος
καὶ εἰκονίζει τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος
της. Στὸ κεφάλι φοράει κορῶνα καὶ τὸ φωτοστέφανο εἶναι σχεδιασμένο μὲ
ἀστέρια.

Δυστυχῶς δὲν ἔχουμε περισσότερες πληροφορίες γιὰ τὴν εἰκόνα αὐτή.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Δαλματίᾳ

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν Βὲνκ

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

14 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ,

 

Ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος ὁ ἐν τῷ Ὄρει


Ὅσιος Αὐξέντιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Συρία. Ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη
ἐπὶ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ (408-450 μ.Χ.) καὶ κατεῖχε τὸ
ἀξίωμα τοῦ σχολαρίου τοῦ στρατηλάτου.

Ἡ φιλήσυχη καὶ φιλομόναχη διάθεσή του καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν ἀσκητικὸ
βίο, τὸν ὁδήγησε στὸ νὰ γίνει μοναχός. Ἐγκατέλειψε λοιπὸν τὶς τιμὲς καὶ
τὰ ἀξιώματά του καὶ ἀποσύρθηκε σὲ ὄρος πετρῶδες τῆς Χαλκηδόνος, τὴν
Ὀξεῖα Πέτρα, ὅπου καὶ ἀσκήτευε, ἐνῷ παράλληλα ἀσχολήθηκε μὲ τὴν μελέτη
καὶ σπουδὴ τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τόση δὲ ἦταν ἡ φήμη του γιὰ τὶς σπάνιες
ἀρετὲς καὶ τὴν βαθιὰ θεολογικὴ μόρφωσή του, ὥστε προσκλήθηκε στὴν Δ’
Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνεκλήθη τὸ ἔτος 451 στὴν Χαλκηδόνα γιὰ νὰ
καταδικάσει τὶς κακοδοξίες τοῦ Εὐτυχοῦς.

Στὸ ἀσκητήριό του καθημερινὰ προσέρχονταν πολλοί, γιὰ νὰ λάβουν τὴν
εὐλογία του, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ πολλοὶ πλούσιοι ποὺ τοῦ ἔφερναν
τροφὲς καὶ δῶρα.

Ἀλλὰ ἐκεῖνος χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του λίγο ψωμὶ γιὰ τὴ συντήρησή
του καὶ κερὶ γιὰ τὸ παρεκκλῆσι του. Τὰ ὑπόλοιπα τὰ διαμοίραζε στοὺς
πτωχούς. Ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν Ὅσιο ἔγινε αἰτία νὰ ἱδρυθεῖ στοὺς πρόποδες
τοῦ βουνοῦ γυναικεία μονή.

Ὁ Ἅγιος Θεὸς ἀξίωσε τὸν Ἅγιο Αὐξέντιο τοῦ χαρίσματος τῆς θαυματουργίας
καὶ ἔτσι ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα. Ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη μεταξὺ τῶν
ἐτῶν 470-472 μ.Χ. Στὸ Συναξάριο τῆς Κωνσταντινούπολης ἀναφέρεται ὅτι τὸ
τίμιο λείψανο τοῦ Ἁγίου κατατέθηκε στὸν εὐκτήριο οἶκο τῆς γυναικείας
μονῆς ποὺ ἵδρυσε καὶ ἡ ὁποία ὀνομαζότανΤριχιναρία. Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὴ μονὴ τοῦ Καλλιστράτου ἐντὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

‘Ὥσπερ φοῖνιξ ηὐξήνθης Πάτερ ὑψίκομος, δικαιοσύνης ἐκφέρων τοὺς
ψυχοτρόφους καρπούς, σὺ γὰρ βίον ἱερὸν πολιτευσάμενος, τῆς Ἐκκλησίας
στηριγμός, καὶ θαυμάτων αὐτουργός, Αὐξέντιε ἀνεδείχθης, διὰ παντὸς
ἱκετεύων, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.

Κατατρυφήσας θεόφρον τῆς ἐγκρατείας, καὶ τᾶς ὀρέξεις τῆς σαρκὸς
χαλινώσας, ὤφθης τὴ πίστει σου αὐξανόμενος, καὶ ὡς φυτὸν ἐν μέσω τοῦ
Παραδείσου ἐξήνθησας, Αὐξέντιε Πάτερ ἱερώτατε.
Ὁ Ἅγιος Οὐαλεντίνος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Οὐαλεντίνος ἦταν Πρεσβύτερος καὶ μαρτύρησε στὴ Ρώμη ἐπὶ αὐτοκράτορα Κλαυδίου (41-54 μ.Χ.).

Οἱ Ἅγιοι Πρόκλος, Ἀπολλώνιος καὶ Ἐφήβιος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες συνελήφθησαν ὅταν πῆγαν νὰ ἐνταφιάσουν τὸ ἱερὸ λείψανο
τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρα Οὐαλεντίνου καὶ μαρτύρησαν στὴ Ρώμη.

Ὁ Ἅγιος Οὐαλεντίνος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Τέρνι

Ὁ Ἅγιος Οὐαλεντίνος ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τέρνι καὶ μαρτύρησε στὴ Ρώμη.
Οἱ Ἅγιοι Βάσσιος, Ἀντώνιος καὶ Πρωτόλικος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Βάσσιος, Ἀντώνιος καὶ Πρωτόλικος μαρτύρησαν στὴν Ἀλεξάνδρεια βληθέντες στὴ θάλασσα.

Ὁ Ἅγιος Ἀγάθωνας ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἀγάθων ἦταν Πρεσβύτερος καὶ μαρτύρησε μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς στὴν Ἀλεξάνδρεια.

Ὁ Ὅσιος Μάρων


Ὅσιος Μάρων ἔζησε πρὶν τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἐπειδὴ ἀγαποῦσε τὸν
μοναχικὸ βίο καὶ τὴν ἡσυχία εἶχε στήσει τὸ ἀσκητήριό του σὲ κορυφὴ
βουνοῦ τῆς πόλεως Κύρρου τῆς Συρίας. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἐρειπωμένος
εἰδωλολατρικὸς ναός, τὸν ὁποῖο ὁ Ὅσιος τὸν μετέτρεψε σὲ τόπο λατρείας
τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου του καὶ τὸ χάρισμα τῆς
θαυματουργίας ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁδήγησαν καὶ προσείλκυσαν κοντά του
πολλοὺς μοναχούς, χάριν τῶν ὁποίων ὁ Ὅσιος ἔκτισε μονὲς καὶ ἀσκητήρια
στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῆς Κύρρου.

Ὁ Ὅσιος Μάρων, μετὰ ἀπὸ ἀσθένεια, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Ἀβραάμης


Ὅσιος Ἀβραάμης ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ
Μεγάλου (395-408 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κύρρο τῆς Συρίας καὶ
ἀνατράφηκε μὲ παιδεία καὶ νουθεσία Κυρίου. Ὅταν ἔμαθε ὅτι σὲ κάποιο
χωριὸ τοῦ Λιβάνου οἱ κάτοικοι ἦταν ὅλοι εἰδωλολάτρες, μετέβη ἐκεῖ καὶ μὲ
τὴ διδασκαλία, τὴν ἁγία βιοτή του καὶ τὴ φιλανθρωπική του δράση, ἀφοῦ
πλήρωσε ὁ ἴδιος τοὺς φόρους στοὺς εἰσπράκτορες ποὺ πίεζαν τὸν λαό,
προσείλκυσε στὴ χριστιανικὴ πίστη πολλοὺς ἐθνικούς. Οἱ Χριστιανοὶ
ἔκτισαν ναὸ στὸ χωριό τους καὶ εἶχαν τὸν Ἅγιο ὡς ἱερέα τους.

Ὁ Ὅσιος Ἀβραάμης, μετὰ ἀπὸ τριετῆ δράση, ἐπέστρεψε στὸ κελί του καὶ ἀπὸ
ἐκεῖ μετέβη στὴν πόλη τῶν Καρρῶν τῆς Παλαιστίνης, στὴν ὁποία ἔγινε
Ἐπίσκοπος ἀγωνιζόμενος νὰ ὁδηγήσει στὴν ἀληθινὴ πίστη τοὺς εἰδωλολάτρες
κατοίκους αὐτῆς.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἀποστολικῆς δράσεως αὐτοῦ ἔφθασε μέχρι τὴν
Κωνσταντινούπολη, ὁ δὲ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος, ποὺ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν δεῖ
προσωπικά, τὸν κάλεσε στὴν Βασιλεύουσα. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος κοιμήθηκε
εἰρηνικά. Τὸ τίμιο λείψανό του, κατὰ βασιλικὴ προσταγή, τὸ προέπεμψαν μὲ
μεγάλες τιμὲς στὴν πόλη τῶν Καρρῶν, ὅπου καὶ ἐνταφιάσθηκε.

Ὁ Ἅγιος Φιλήμων ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Φιλήμων μαρτύρησε τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος ὁ ἐν Καρτιλίῳ ἀσκήσας

Ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος γεννήθηκε στὴν Ἄνδρο στὶς ἀρχὲς τοῦ 18ου αἰῶνα μ.Χ.
Διακόνησε στὴν ἀρχὴ ὡς νεωκόρος τοῦ ναοῦ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στὸ Γαλατὰ
τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ κατόπιν χειροτονήθηκε διάκονος. Ὡς διάκονος
ἐγκαθίσταται στὴν παραθαλάσσια κωμόπολη Κατιρλὶ τῆς Νικομήδειας καὶ
ἀσκητεύει στὸ Κατίρλιον ὄρος τῆς Προποντίδος. Ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου καὶ τὸ
χάρισμα τῆς θαυματουργίας ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Κύριος, ἔκαναν πολλοὺς νὰ
προσέρχονται σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του καὶ τὴν ἴαση. Ὁ
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε’ (1748-1751, 1752-1757) τὸν
εἶχε πνευματικὸ πατέρα.

Ὅταν ὁ Πατριάρχης Κύριλλος Ε’ διὰ συνοδικῆς ἀποφάσεως καθιέρωσε τὸν
ἀναβαπτισμὸ τῶν προσερχόμενων Ρωμαιοκαθολικῶν, Διαμαρτυρομένων καὶ
Ἀρμενίων στὴν ὀρθόδοξη πίστη, ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος τὸν ὑποστήριξε μὲ τὰ
κηρύγματά του. Ἔγινε δὲ ὁ ἡγέτης τῆς μερίδας ποὺ ὑποστήριζε τὴν βάπτιση
τῶν ἑτεροδόξων. Ὅταν ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο ὁ Πατριάρχης Κύριλλος Ε’,
οἱ ἐπικρατήσαντες καταδίωξαν καὶ τὸν Ὅσιος Αὐξέντιο. Μάταια ὅμως. Ὁ
ἀποσταλεῖς στὸ Κατίρλιον ρήτορας Κριτίας ἐκδιώχθηκε ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς
τῆς κωμοπόλεως.

Τὸ Συναξάρι του ἀναφέρει ὅτι ὁ Ὅσιος ἔριχνε στὴ θάλασσα τὸ τριβώνιο ποὺ
φοροῦσε καὶ τὸ χρησιμοποιοῦσε ὡς βάρκα, γιὰ νὰ διαπλέει τὸ πέλαγος. Ἔτσι
ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ κατέπαυσε τὴν τρικυμία τῆς θάλασσας
ποιώντας τὸ σχῆμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἐπὶ τῆς θάλασσας.

Ὁ Ὅσιος Αὐξέντιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἡ μνήμη του ἑορτάζεται μὲ
λαμπρότητα στὸν Σταυρὸ Χαλκιδικής, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἱερισσοῦ, Ἁγίου
Ὄρους καὶ Ἀρδαμερίου. Ἐκεῖ φυλάσσεται καὶ τμῆμα τοῦ ἱεροῦ λειψάνου του,
τὸ ὁποῖο μετακομίσθηκε ἐκεῖ ἀπὸ τοὺς ἐκριζωθέντες πρόσφυγες τῆς Μικρᾶς
Ἀσίας τὸ ἔτος 1922.
Ὁ Ὅσιος Ἰσαάκιος ὁ Ἔγκλειστος ὁ ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Ἰσαάκιος (Τοροπτσάνιν) γεννήθηκε στὴ Ρωσία ἀπὸ πλούσιους καὶ
ἐπιφανεῖς γονεῖς. Ἡ κύρια ἐνασχόλησή του ἦταν τὸ ἐμπόριο. Κάποτε ὅμως ἡ
ἀγαθὴ διάνοιά του σκέφθηκε ὅτι ὅλα τὰ ἀνθρώπινα εἶναι μάταια. Μοίρασε
τότε ὅλη τὴν περιουσία του στοὺς πτωχοὺς καὶ ᾖλθε στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου
Ἀντωνίου (τιμᾶται 10 Ἰουλίου), στὴ Λαύρα τοῦ Κιέβου, ποθώντας νὰ
ἀφιερωθεῖ στὸν Κύριο. Ἐκεῖ ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἄρχισε τὸν σκληρό του
πνευματικὸ ἀγῶνα. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου κλείσθηκε στὸ βάθος
τῶν Σπηλαίων, στὸ πιὸ σκοτεινὸ κελί.

Ὁ Ὅσιος προσευχόταν ἀδιάλειπτα στὸν Κύριο μὲ δάκρυα, χωρὶς νὰ γνωρίζει
πότε ἦταν νύκτα καὶ πότε ἡμέρα. Δὲν εἶχε στρῶμα καὶ ποτὲ δὲν ξάπλωνε γιὰ
ὕπνο. Κοιμόταν ἐλάχιστα καθισμένος σὲ ἕνα κούτσουρο. Ἔτρωγε μόνο λίγο
πρόσφορο καὶ ἔπινε λίγο νερὸ ποὺ τοῦ ἔφερνε ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος.

Ὁ Ὅσιος Ἰσαάκιος δοκιμάσθηκε σκληρὰ ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τὴν κενοδοξίας.
Ὅμως τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τῶν Πατέρων τὸν διαφύλαξαν σῶο καὶ
ἀβλαβῆ. Ἀφοῦ ἔζησε μὲ σκληρὴ ἄσκηση καὶ νηστεία καὶ πρόκοψε στὴν ὑπακοὴ
καὶ τὴν ἁπλότητα, κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη. Ὁ ἡγούμενος Ἰωάννης καὶ οἱ
ἀδελφοὶ κήδευσαν μὲ μεγάλη τιμὴ τὸ ἱερὸ λείψανό του στὸν ὑπόγειο τόπο,
ὅπου ἀναπαύονταν τὰ σεπτὰ λείψανα καὶ τῶν ἄλλων Ἁγίων Ἀσκητῶν τῆς
Λαύρας.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐξ Ἰχθύος τῆς Κορινθίας

Ὁ Νεομάρτυς Νικόλαος καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ψάρι τῆς Κορινθίας. Οἱ
γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἰωάννης καὶ Καλὴ καὶ ἦταν εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι. Ὁ
Ἅγιος, σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν, ἔμεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα. Ἔτσι ἔφυγε στὴ
Σηλυβρία, ὅπου ἀργότερα νυμφεύθηκε καὶ ἀπέκτησε παιδιά. Ἀπὸ ἐκεῖ μετέβη
στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πλανόδιου παντοπώλη.
Κατηγορήθηκε ἀπὸ Ἀγαρηνοὺς συναδέλφους του ὅτι ἐξύβρισε τὴ θρησκεία τοῦ
Μωάμεθ. Γι’ αὐτὸ συνελήφθη, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ σουλτάνου Σουλεϊμᾶν Α’
(1520-1566) καὶ ὁδηγήθηκε στὸν κριτή. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁμολόγησε τὴν
πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἔλεγξε τὴ θρησκεία τῶν Τούρκων ὡς ψευδῆ. Δὲν
ὑπέκυψε στὰ βασανιστήρια καὶ τὶς κολακεῖες. Ἔτσι τὸν ἔριξαν πρῶτα στὴν
πυρὰ καὶ ὕστερα τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν τὸ ἔτος 1554. Ἀκολουθία τοῦ
μάρτυρος συνέγραψε ὁ Ἱερομόναχος Δαμασκηνός, ὁ μετέπειτα Ἐπίσκοπος Λιτῆς
καὶ Ρενδίνης, τὴν ὁποία ἀργότερα ἐξέδωσε καὶ ὁ Μητροπολίτης
Θεσσαλιώτιδος καὶ Φαναριοφερσάλων Ἰεζεκιήλ.

Ὁ Ἅγιος Δαμιανὸς ὁ Ὁσιομάρτυρας


Ἅγιος Δαμιανὸς γεννήθηκε στὸ χωριὸ Μυρίχοβο Ἀγράφων (σήμερα Ἁγία
Τριάδα) περὶ τὸ 1510 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἀκόμη
ἡλικία ἀγάπησε τὸν μοναχικὸ βίο καὶ θέλησε νὰ ἐνδυθεῖ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα
τοῦ μοναχοῦ. Ἔτσι ἄφησε τὴ γενέτειρά του καὶ μετέβη στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴ
μονὴ Φιλοθέου, ὅπου ἐκάρη μοναχός.

Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἀφήνει τὴ μονὴ καὶ ἀναχωρεῖ, γιὰ νὰ μονάσει σὲ
ἀσκητήριο καὶ νὰ ἀφιερωθεῖ περισσότερο στὴν προσευχή. Πῆγε, λοιπόν,
κοντὰ σὲ κάποιον ἀσκητὴ ποὺ τὸν ἔλεγαν Δομέτιο. Ἔμεινε πλησίον του
σχεδὸν τρία χρόνια καὶ ὁ μοναχὸς Δαμιανὸς πρόκοψε σὲ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ
τὰ πνευματικὰ ἀγαθά. Μάλιστα δέ, ἀξιώθηκε κάποτε νὰ ἀκούσει τὴ φωνὴ τοῦ
Κυρίου ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Δαμιανέ, δὲν πρέπει νὰ ζητᾷς μόνο τὸ δικό σου
πνευματικὸ συμφέρον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων».

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὁ Μοναχὸς Δαμιανὸς ἐγκαταλείπει τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ πηγαίνει
στὴν περιοχὴ τοῦ Ὀλύμπου. Ἐκεῖ κήρυττε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, παρακινοῦσε
τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μετανοήσουν, νὰ ἀποφεύγουν τὶς ἀδικίες καὶ τὶς
κακίες καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ ἐφαρμόζουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος του
ὅμως ἐνόχλησε κάποιους, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγόρησαν ὅτι εἶναι λαοπλάνος
καὶ ψεύτης. Ὁ Ὅσιος δὲν ἔδωσε σημασία στὶς κατηγορίες αὐτὲς καὶ ἀναχωρεῖ
γιὰ τὴν περιοχὴ τῆς Λάρισας καὶ τοῦ Κισσάβου. Μετὰ ἀπὸ ἐκεῖ φθάνει στὰ
Ἄγραφα. Ἐκεῖ, στὴν Καρύτσα Δοπόλων, ἱδρύει τὴ μονὴ τῆς Παναγίας
Πελεκητῆς, ποὺ ἦταν τὸ ἱεραποστολικὸ ὁρμητήριό του. Οὐσιαστικὰ
ἀνακαίνισε τὴ μονὴ ποὺ εἶχε ὑποστεῖ μεγάλες καταστροφὲς καὶ ἔτσι πέρασε
στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ὡς κτήτορας αὐτῆς. Δυστυχῶς, καὶ ἐκεῖ,
ἄνθρωποι δυσσεβεῖς τὸν κατηγόρησαν ὡς λαοπλάνο καὶ ψευδοκαλόγερο. Ἔτσι
φεύγει καὶ πηγαίνει στὸν Κίσσαβο καὶ δίπλα στὸ χωριὸ Ἀνατολή, κτίζει ἕνα
νέο μοναστῆρι πρὸς τιμὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Πλῆθος πιστῶν
τὸν ἐπισκέπτεται, γιὰ νὰ ἀκούσει τὸ κήρυγμά του καὶ τὶς πνευματικές του
νουθεσίες.

Κάποια στιγμὴ ὁ Δαμιανὸς πηγαίνει γιὰ δουλειὲς τῆς μονῆς στὸ γειτονικὸ
χωριὸ Βουλγαρινή. Ἐκεῖ συλλαμβάνεται ἀπὸ τὸν Τοῦρκο διοικητὴ τῆς
Λάρισας, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι παρεμποδίζει τὴν ἀγοραπωλησία
ἐμπορευμάτων κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ παρακινεῖ τοὺς Ἕλληνες νὰ μένουν
σταθεροὶ στὴν πίστη τους.

Τὸν ὁδηγοῦν στὴν φυλακὴ καὶ τὸν βασανίζουν. Τοῦ δένουν τὰ πόδια καὶ τὸν
τράχηλο μὲ βαριὲς ἁλυσίδες καὶ τὸν ἀπειλοῦν γιὰ τὴ ζωή του. Μάταια ὅμως.
Ὁ Ἅγιος ὁμολογεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ὁ Τοῦρκος διοικητὴς
προστάζει νὰ θανατωθεῖ καὶ μετὰ νὰ ριχθεῖ στὴ φωτιά. Οἱ στρατιῶτες τὸν
πῆραν καὶ τὸν κτύπησαν δυνατὰ στὸ κεφάλι μὲ τὸν πέλεκυ. Ὁ Ἅγιος,
ἡμιθανὴς ὅπως ἦταν, ἔπεσε στὸ ἔδαφος. Τότε ἐβλήθη στὴν κάμινο τοῦ πυρὸς
καὶ ὅτι ἀπέμεινε ἀπὸ τὸ ἱερὸ λείψανό του τὸ ἔριξαν στὸν Πηνειὸ ποταμό.

Ὁ Ὁσιομάρτυς Δαμιανὸς ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου τὸ ἔτος 1568 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Μυτιλήνης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος, ὁ ἐπικαλούμενος Παϊζάνος, κατὰ τὴν κρατοῦσα
παράδοση γεννήθηκε στὸ χωριὸ Πλαγιὰ τῆς περιφέρειας Πλωμαρίου τῆς νήσου
Λέσβου. Ἦταν ράφτης στὸ ἐπάγγελμα καὶ μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη,
τὸ ἔτος 1693, ἐπειδὴ ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ ἀρνήθηκε νὰ
ἀλλαξοπιστήσει.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ ἱερομάρτυρας ἐκ Τραπεζούντας


Ἅγιος Ἱερομάρτυς Νικόλαος καταγόταν ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα καὶ ἔζησε στὴν
πόλη Κατίγογι τοῦ Πόντου τῆς ἐπαρχίας Ἀμασείας καὶ Ἀμισού. Ἀπὸ μικρὴ
ἡλικία ποθοῦσε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεό, ἀλλὰ οἱ ἀδελφοί του δὲν τὸν
ἄφηναν. Μετὰ ἀπὸ πιέσεις, γιὰ νὰ μὴν γίνει μοναχός, νυμφεύθηκε ἀλλὰ
γρήγορα ἡ γυναῖκα του πέθανε μαζὶ μὲ τὸ ἕνα παιδί του, ἐνῷ τὸ ἄλλο τὸ
πῆρε ὑπὸ τὴν προστασία του κάποιος συγγενής. Ὁ Ἅγιος τότε ἀφιερώθηκε στὴ
μελέτη καὶ στὴν προσευχή.

Ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἔμαθε τὴν ἰατρικὴ τέχνη καὶ θεράπευσε
πολλοὺς ἀσθενεῖς. Λίγο ἀργότερα ἐκάρη μοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε
Ἐπίσκοπος στὴν περιοχὴ τῆς Ἀμισοῦ. Ὁ Ἅγιος Θεός, ποὺ ἔβλεπε τὸν
πνευματικὸ ἀγῶνα τοῦ Ἁγίου, τὸν ἀξίωσε καὶ τοῦ προορατικοῦ χαρίσματος.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὰ μαρτύρια παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Θεὸ τὸ ἔτος 1920.
Άγιος Δαμιανός Ο Μοναχός (1568)

Eυαγγελίου καρπόν είληφας μάκαρ,

Ω Δαμιανέ αγχόνη λαβείν τέλος.
Βιογραφία

Ο
Άγιος Δαμιανός γεννήθηκε στο χωριό Μυρίχοβο Αγράφων (σήμερα Αγία
Τριάδα) περί το 1510 μ.Χ. από ευσεβείς γονείς. Από την παιδική ακόμη
ηλικία αγάπησε τον μοναχικό βίο και θέλησε να ενδυθεί το αγγελικό σχήμα
του μοναχού. Έτσι άφησε τη γενέτειρά του και μετέβη στο Άγιον Όρος, στη
μονή Φιλοθέου, όπου εκάρη μοναχός.
Μετά από λίγο καιρό αφήνει τη μονή και αναχωρεί, για να μονάσει σε
ασκητήριο και να αφιερωθεί περισσότερο στην προσευχή. Πήγε, λοιπόν,
κοντά σε κάποιον ασκητή που τον έλεγαν Δομέτιο. Έμεινε πλησίον του
σχεδόν τρία χρόνια και ο μοναχός Δαμιανός πρόκοψε σε όλες τις αρετές και
τα πνευματικά αγαθά. Μάλιστα δε, αξιώθηκε κάποτε να ακούσει τη φωνή του
Κυρίου που του έλεγε: «Δαμιανέ, δεν πρέπει να ζητάς μόνο το δικό σου
πνευματικό συμφέρον, αλλά και των άλλων».
Μετά από αυτό ο Μοναχός Δαμιανός εγκαταλείπει το Άγιον Όρος και πηγαίνει
στην περιοχή του Ολύμπου. Εκεί κήρυττε τον λόγο του Θεού, παρακινούσε
τους Χριστιανούς να μετανοήσουν, να αποφεύγουν τις αδικίες και τις
κακίες και τους προέτρεπε να εφαρμόζουν το θέλημα του Θεού. Ο λόγος του
όμως ενόχλησε κάποιους, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι είναι λαοπλάνος
και ψεύτης. Ο Όσιος δεν έδωσε σημασία στις κατηγορίες αυτές και αναχωρεί
για την περιοχή της Λάρισας και του Κισσάβου. Μετά από εκεί φθάνει στα
Άγραφα. Εκεί, στην Καρύτσα Δοπόλων, ιδρύει τη μονή της Παναγίας
Πελεκητής, που ήταν το ιεραποστολικό ορμητήριό του. Ουσιαστικά
ανακαίνισε τη μονή που είχε υποστεί μεγάλες καταστροφές και έτσι πέρασε
στη συνείδηση του λαού του Θεού ως κτήτορας αυτής. Δυστυχώς, και εκεί,
άνθρωποι δυσσεβείς τον κατηγόρησαν ως λαοπλάνο και ψευδοκαλόγερο. Έτσι
φεύγει και πηγαίνει στον Κίσσαβο και δίπλα στο χωριό Ανατολή, κτίζει ένα
νέο μοναστήρι προς τιμή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Πλήθος πιστών
τον επισκέπτεται, για να ακούσει το κήρυγμά του και τις πνευματικές του
νουθεσίες.
Κάποια στιγμή ο Δαμιανός πηγαίνει για δουλειές της μονής στο γειτονικό
χωριό Βουλγαρινή. Εκεί συλλαμβάνεται από τον Τούρκο διοικητή της
Λάρισας, με την κατηγορία ότι παρεμποδίζει την αγοραπωλησία εμπορευμάτων
κατά τις Κυριακές και παρακινεί τους Έλληνες να μένουν σταθεροί στην
πίστη τους.
Τον οδηγούν στην φυλακή και τον βασανίζουν. Του δένουν τα πόδια και τον
τράχηλο με βαριές αλυσίδες και τον απειλούν για τη ζωή του. Μάταια όμως.
Ο Άγιος ομολογεί την πίστη του στον Χριστό και ο Τούρκος διοικητής
προστάζει να θανατωθεί και μετά να ριχθεί στη φωτιά. Οι στρατιώτες τον
πήραν και τον κτύπησαν δυνατά στο κεφάλι με τον πέλεκυ. Ο Άγιος,
ημιθανής όπως ήταν, έπεσε στο έδαφος. Τότε εβλήθη στην κάμινο του πυρός
και ότι απέμεινε από το ιερό λείψανό του το έριξαν στον Πηνειό ποταμό.
Ο Οσιομάρτυς Δαμιανός έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου το έτος 1568 μX

Ανάλυση ονόματος*

ΔΑΜΙΑΝΟΣ: (από το δαμάω = δαμάζω) = ο δαμαστής.

Οσίος Ιλαρίων ο Ιβηρίτης  

Βιογραφία

Δεν έχουμε λεπτομέρειες για τον βίο του Οσίου.

Ανάλυση ονόματος

ΙΛΑΡΙΩΝ: (από την λέξη ιλαρός = φαιδρός, εύθυμος) = ο φαιδρός, ο αισιόδοξος.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

13 Φεβρουαρίου Συναξαριστής.    Μαρτινιανοὺ Ὁσίου, Ἀκύλα καὶ Πρισκίλλης Ἀποστόλων καὶ Μαρτύρων, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, Εὐλογίου Ἀρχιεπισκόπου, Συμεὼν Μυροβλήτου, Γεωργίου Ἀρχιεπισκόπου, Σεραφείμας Ὁσίας, Ἐγκαίνια Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ τῆς Ἁγίας Θέκλας ἐν τῷ ὄρει Ποσαλέως.
Ὁ Ἅγιος Μαρτινιανός


Ἅγιος Μαρτινιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης καὶ ἔζησε
στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.). Ἀπὸ
μικρὸς ποθοῦσε τὸν βίο τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἡσυχίας. Σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν
ἀποσύρθηκε στὸ ὄρος τοῦ Κιβωτοῦ καὶ ζοῦσε ἐκεῖ ἀσκούμενος στὴν προσευχὴ
καὶ τὴν νηστεία.

Κάποια γυναίκα ἁμαρτωλὴ ἐμφανίστηκε μὲ δολιότητα στὴ θύρα τοῦ κελιοῦ τοῦ
Ἁγίου καὶ παρακαλοῦσε νὰ τὴν δεχθεῖ γιὰ διανυκτέρευση μέσα στὸ κελί,
διότι ἔχασε, ὅπως ἔλεγε, τὸ δρόμο καὶ κινδύνευε νὰ κατασπαραχθεῖ ἀπὸ τὰ
θηρία κατὰ τὴν διάρκεια τῆς νύχτας.

Ὁ Ἅγιος ἐνεργώντας μὲ φιλανθρωπία τὴν φιλοξένησε στὸ ἐξωτερικὸ μέρος τοῦ
ἐρημητηρίου του. Ἡ γυναίκα αὐτὴ ὅμως ἀπέβαλε τὸ προσωπεῖο καὶ
ποικιλοτρόπως προκαλοῦσε τὸν Ἅγιο. Ὁ γενναῖος τοῦ Χριστοῦ ἀθλητὴς πρὸς
κατανίκηση τῆς ἐμπαθοῦς ἐπιθυμίας, ἄναψε φωτιὰ καὶ ἔριξε τὸν ἑαυτό του
ἐντὸς αὐτῆς.

Μόλις ἡ γυναίκα εἶδε αὐτό, τὰ μάτια τοῦ πνεύματός της ποὺ ἔβλεπαν μόνο
τὴν διαφθορά, ἀνέβλεψαν γιὰ πρώτη φορά. Ἡ ἁμαρτωλὴ γυναίκα μετανόησε καὶ
ἀφοῦ ἔφυγε ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Παύλα καὶ σώθηκε ζώντας ὁσιακὰ στὴ
Βηθλεέμ.

Ὁ Ἅγιος Μαρτινιανὸς ἀναχώρησε ἀπὸ τὸν τόπο ἐκεῖνο καὶ μετέβη σὲ ὕφαλο,
μέσα στὴν θάλασσα, ἀσκούμενος ἐκεῖ ἐπὶ δέκα ὁλόκληρα χρόνια. Ἐπειδὴ
ἔφθασε στὸν ὕφαλο μία γυναίκα ναυαγός, ὁ Ὅσιος ἀπέφυγε τὸν πειρασμὸ καὶ
ἀσκούμενος περιπλανιόταν σὲ διαφόρους τόπους.

Ἔτσι ἔφθασε στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη σὲ βαθιὰ
γεράματα περὶ τὰ τέλη τοῦ 5ου ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ.
Ἐνταφιάσθηκε μὲ τιμὴ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς πόλεως καὶ τὸ λαό.

Ἡ Σύναξη τοῦ Ὁσίου ἐτελεῖτο στὸ Ἀποστολεῖο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Μεγάλη Ἐκκλησία.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.

Τὴν φλόγα τῶν πειρασμῶν, δακρύων τοῖς ὀχετοῖς, ἐναπέσβεσας μακάριε, καὶ
τῆς θαλάσσης τὰ κύματα, καὶ τῶν θηρῶν τὰ ὁρμήματα, χαλινώσας,
ἐκραύγαζες· Δεδοξασμένος εἶ Παντοδύναμε, πυρὸς καὶ ζάλης ὁ σώσας με

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Ὡς ἀσκητήν, τῆς εὐσεβείας δόκιμον, καὶ ἀθλητήν, τῇ προαιρέσει τίμιον,
καὶ ἐρήμου καρτερόψυχον, πολίτην ἅμα καὶ συνίστορα, ἐν ὕμνοις ἐπαξίως
εὐφημήσωμεν, Μαρτινιανὸν τὸν ἀεισέβαστον· αὐτὸς γὰρ τὸν ὄφιν κατεπάτησε.

Μεγαλυνάριον.

Ὁ διὰ γυναίου ἐπιβαλών, πάλαι τῷ Γενάρχῃ, καὶ συλήσας αὐτὸν οἰκτρῶς,
οὕτω καὶ σοὶ Πάτερ, ὑπούλως ἐπετέθη, ἀλλ’ ἥττηται εἰς τέλος, τῇ καρτερίᾳ
σου.
Οἱ Ἅγιοι Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα οἱ Ἀπόστολοι

Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα ἦσαν Ἰουδαῖοι οἱ ὁποῖοι
ἐκδιώχθηκαν  ἐπὶ αὐτοκράτορος Κλαυδίου (41 – 54 μ.Χ.) καὶ κατέφυγαν στὴν
Κόρινθο. Κατάγονταν ἀπὸ τὸν Πόντο, ὁ δὲ Ἀκύλας ἐξασκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα
τοῦ σκηνοποιοῦ.

Ἦσαν δὲ ἄνθρωποι ἐνάρετοι καὶ εὐσεβεῖς. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
ἐπισκέφθηκε τὴν Κόρινθο γιὰ νὰ διδάξει τὴν ὀρθόδοξη πίστη, τὸ ζεῦγος τοῦ
προσέφερε θερμὴ φιλοξενία καθὼς εἶχε ἐντυπωσιαστεῖ μὲ τὸ κήρυγμά του.

Τόσο τοὺς ἄγγιξε ὁ φλογερὸς καὶ σωτήριος λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὥστε ἀφοῦ
κατηχήθηκαν καὶ ἐβαπτίσθηκαν ἀπὸ αὐτόν, ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν
στὶς περιοδεῖες του ὡς βοηθοί του. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τοὺς ἀγάπησε τόσο
πολὺ γιὰ τὴν ἀρετή τους καὶ γιὰ τὴ θερμουργὸ πίστη τους στὸ Χριστό, ὥστε
τοὺς μνημονεύει καὶ στὶς ἐπιστολές του.

Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦλθε στὴ Νικόπολη τῆς Ἠπείρου, ἀπέστειλε ἀπὸ
ἐκεῖ στὸ νησὶ τῆς Λευκάδος τὸ συνεργάτη του Ἀπόστολο Ἀκύλα. Ὁ νέος
κήρυκας τῆς πίστεως ἀποβιβάσθηκε στὸ τότε ρωμαϊκὸ λιμάνι, ποὺ
ἐξυπηρετοῦσε τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Ἀμβρακικό, στὴ σημερινὴ παραλία τοῦ
Ἅη – Γιάννη.

Σὲ ἕνα σπήλαιο τῆς παραλίας, λόγῳ τοῦ χειμῶνος, ὁ Ἅγιος Ἀκύλας
συγκέντρωσε τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἐποθοῦσαν νὰ διδαχθοῦν τὴ νέα
διδασκαλία. Σύντομα ὁ Ἅγιος Ἀκύλας ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴ Λευκάδα γιὰ τὴν
Ἔφεσο καὶ τὸν διαδέχθηκε ὁ Ἀπόστολος Ἡρωδίων.

Ἔτσι λοιπόν, οἱ Ἅγιοι Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα ἐργάσθηκαν γιὰ τὴν διάδοση
τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὴ μεγάλη τους πίστη στὸν Χριστὸ ἐπιτέλεσαν
πολλὰ θαύματα.
Κατὰ τὴν παράδοση ἔλαβαν καὶ αὐτοὶ μαρτυρικὸ τέλος, καταδικασθέντες στὸν
διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο. Ἄλλοι Συναξαριστὲς θεωροῦν, ὅτι ἐτελείωσαν τὸ
βίο τους μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Ἀκύλας τιμᾶται ἰδιαίτερα στὴ νῆσο τῆς Λευκάδος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Χριστὸν ἀγαπήσαντες καὶ φωτισθέντες τὸν νοῦν, τῇ πίστει ἐνούμενοι καὶ
συζυγίᾳ σεμνῇ, Ἀκύλας καὶ Πρισκίλλα ἦσαν μὲν προεστῶτες ἐκκλησίας κατ’
οἶκον, Παύλου δὲ τοῦ φωστῆρος συνεργοὶ καὶ προστᾶται. Διὸ αὐτοὺς
τιμήσωμεν καὶ μιμησώμεθα.
Οἱ Ἅγιοι Πατὴρ καὶ Υἱὸς οἱ Μάρτυρες

Οἱ δύο αὐτοὶ Μάρτυρες ἐτελειώθησαν ἐπὶ σταυροῦ.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Μαρτύρων.

Ὁ Ὅσιος Εὐλόγιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξάνδρειας


Ὅσιος Εὐλόγιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τῶν αὐτοκρατόρων
Τιβερίου Α’ τοῦ Θρακὸς (578 – 582 μ.Χ.), Μαυρικίου (582 – 602 μ.Χ.) καὶ
Φωκᾶ (602 – 610 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὴν Συρία καὶ διακόνησε ὡς
Πρεσβύτερος στὴν Ἀντιόχεια. Διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας (579 –
607 μ.Χ.) λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Ἐλεήμονα (609 – 620 μ.Χ.)
καὶ διῆλθε τὴν ἀρχιερατική του διακονία μὲ εὐσέβεια καὶ φόβο Θεοῦ.

Ἐργάσθηκε μὲ θέρμη ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ κατὰ τῶν αἱρετικῶν ποὺ
ταλάνιζαν τὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι ἔγραψε κατ’ αὐτῶν. Τὸ δὲ 588 μ.Χ.
συγκρότησε τοπικὴ Σύνοδο κατὰ τῶν αἱρετικῶν Σαμαρειτῶν.

Ἦταν στενὸς φίλος τοῦ Πάπα Ρώμης Γρηγορίου Α’ (590 – 604 μ.Χ.) καὶ
συνέπραξε μὲ αὐτὸν σὲ πολλὲς ἐνέργειες, οἱ ὁποῖες ἀπέβλεπαν στὴν
καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ Νεστορίου καὶ τοῦ Εὐτυχοῦς, κατὰ
τῶν ὁποίων ἀποφάσισαν, ἡ Γ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο
τὸ 431 μ.Χ. καὶ ἡ Δ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ποὺ συνῆλθε στὴ Χαλκηδόνα τὸ
451.

Σύμφωνα μὲ τὸ Συναξάρι, ὅταν ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος διάβασε τὴν περίφημη
ἐπιστολή, μὲ τὴν ὁποία ὁ Πάπας Λέων Α’, τὸ ἔτος 449 μ.Χ., διατύπωσε
ὀρθοδόξως τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὶς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, τὴ
θεία καὶ τὴν ἀνθρώπινη καὶ τὴν ὁποία εἶχε ἀποστείλει πρὸς τὸν Πατριάρχη
Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανὸ (446 – 449 μ.Χ.), ὄχι μόνο τὴν ἐπαίνεσε καὶ
τὴν ἀποδέχθηκε, ἀλλὰ καὶ διακήρυξε τὸ περιεχόμενό της πρὸς ὅλους.

Ὁ Θεός, λοιπόν, θέλοντας νὰ τιμήσει καὶ τοὺς δύο αὐτοὺς θεράποντες, τὸν
Λέοντα καὶ τὸν Εὐλόγιο, ἔστειλε ἕναν ἄγγελό του στὸν Εὐλόγιο, μὲ τὴν
μορφὴ τοῦ ἀρχιδιακόνου τοῦ Λέοντος, ὁ ὁποῖος εὐχαριστοῦσε τὸν Ἅγιο
Εὐλόγιο ποὺ ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ καὶ τήρηση τῆς δογματικῆς
διδασκαλίας τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Λέοντος.

Ὁ Ἅγιος Εὐλόγιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 607 μ.Χ. Σῴζονται ἑπτὰ
κεφάλαια ἀπὸ τὸ δογματικὸ ἔργο αὐτοῦ «Περὶ τῶν δύο φύσεων τοῦ Κυρίου καὶ
Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», ἀποσπάσματα ἀπὸ λόγο «Περὶ
τριάδος καὶ τῆς Θείας Οἰκονομίας». Σῴζεται, ἐπίσης, λόγος «Εἰς τὰ Βαΐα
καὶ εἰς τὸν πῶλον», ἀμφιβόλου ὅμως γνησιότητας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῶν χαρίτων τὴν αἴγλην οὐρανόθεν δεξάμενος, τῆς Ἀλεξανδρείας προέστης,
Ἱεράρχα Εὐλόγιε, θυσίας ἀναιμάκτους τῷ Θεῷ, προσάγων αἰς ἀνάπλασιν
ψυχῶν, καὶ οἰκείωσιν θεόφρον τῷ Λυτρωτῇ, τῶν πίστει προσιόντων σοι· δόξα
τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ σταφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ
σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Ποιμάνας καλῶς, λαὸν τὸν περιόσιον, ὡς μύστης Χριστοῦ, καὶ μιμητὴς
πανάριστος, οὐρανίου λήξεως, κληρονόμος ἐδείχθης Εὐλόγιε, λειτουργῶν τῇ
Τριάδι ἀεί, ἐν ἀδύτῳ φωτί.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Ἐκκλησίας θεῖος φωστήρ, καὶ Ἀλεξανδρείας, ὁ σοφώτατος ὁδηγός·
χαίροις μυροθήκη, τῶν θείων χαρισμάτων, Εὐλόγιε παμμάκαρ, Πατέρων
καύχημα.

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Μυροβλήτης Κτήτορας τῆς Μονῆς Χιλανδαρίου Ἁγίου Ὄρους

Ὁ Ἅγιος Συμεών, κατὰ κόσμο Στέφανος Α’ Νεμάνια (στὶς Βυζαντινὲς πηγὲς Νεεμᾶν), ἦταν ἡγεμόνας τῆς Σερβίας.

Ἡ ἵδρυση καὶ ἡ ὀργάνωση τοῦ πρώτου Σερβικοῦ κράτους ἀπὸ τὸν Στέφανο
(1167 – 1169) εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ συνένωση ὅλων σχεδὸν τῶν Σέρβων σὲ
ἑνιαῖο καὶ ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὴ Βυζαντινὴ κυριαρχία κράτος μὲ ἐπίκεντρο τὴ
Ρασκία.

Ὁ αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Ἰσαάκιος Β’ Ἄγγελος (1185 – 1195) σύνηψε,
τὸ ἔτος 1190, εἰρήνη μὲ τὸν ζουπάνο τῶν Σέρβων. Ἡ ἵδρυση τοῦ κράτους
ἀνέδειξε τὴν ἀνάγκη ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σερβίας, ἡ
ὁποία ὑπέφερε ἀπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτη δράση τῶν αἱρετικῶν Βογομίλων.

Ὁ υἱὸς τοῦ ζουπάνου τῶν Σέρβων Στέφανου ἀποσύρθηκε σὲ ἡλικία μόλις δέκα
ἕξι ἐτῶν στὸ Ἅγιο Ὄρος. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Βατοπαιδίου καὶ ἔλαβε τὸ
ὄνομα Σάββας. Ἀργότερα, περὶ τὸ 1195, ἵδρυσε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του
Στέφανο, ποὺ ἔγινε μοναχὸς καὶ ὀνομάσθηκε Συμεών, τὴ Μονὴ τοῦ
Χιλανδαρίου μὲ χρυσόβουλλο τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλεξίου Γ’ τοῦ Ἀγγέλου (1195 –
1203).

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1200 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ νότια πλευρὰ τοῦ καθολικοῦ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου.

Κατὰ τὸ ἔτος 1208, ὁ Ὅσιος Σάββας ἀποφασίζει νὰ προβεῖ στὴν ἀνακομιδὴ
τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ πατέρα του καὶ τὴ μετακομιδὴ αὐτῶν στὴν πατρίδα
του. Τὴν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς ἐκχύθηκε ἀπὸ τὰ ἱερὰ λείψανα ἄφθονο καὶ
εὐῶδες μύρο, συνέχισε δὲ νὰ ρέει καὶ γιὰ λίγες ἀκόμη ἡμέρες μετὰ τὴν
ἀνακομιδή, ἀπὸ τὸν κενὸ πλέον τάφο.

Ἦταν καὶ αὐτὸ τρανὸ δεῖγμα τῆς ἁγιότητας τοῦ Ὁσίου Συμεών, ὁ ὁποῖος
ἔκτοτε ἐπονομάζεται «Μυροβλήτης». Ὁ Ἅγιος Σάββας ἐναπέθεσε τὰ ἱερὰ
λείψανα στὴ μονὴ τῆς μετανοίας τοῦ πατρός του, τὴ μονὴ Στουντένιτσα,
ὅπου καὶ φυλάσσονται μέχρι σήμερα.

Ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου Συμεὼν τοῦ Μυροβλήτου, φέρει σήμερα ἀργυρὸ ἐπικάλυμμα
μὲ ἀνάγλυφες παραστάσεις. Ἀπὸ τὸν τάφο, μετὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν
λειψάνων, φύτρωσε μόνο του μὲ θαυματουργικὸ τρόπο, ἄνευ σπορᾶς, ἕνα
κλῆμα γιὰ παρηγοριὰ τῶν Πατέρων τῆς Μονῆς. Τὰ σταφύλια τοῦ κλήματος
αὐτοῦ θεραπεύουν θαυματουργικὰ τὴν στείρωση τῶν ἀτέκνων γυναικῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείαν ἄσκησιν, ἐπιποθήσας, τὴν βασίλειον, ἔλιπες δόξαν, Συμεὼν καὶ
ἰσαγγέλως ἐβίωσας, τῶν ἐν τῷ Ἄθῳ Ὁσίων ὡράϊσμα, καὶ τῆς Σερβίας κλεινὸν
σεμνολόγημα. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ
μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Βασιλείαν πρόσκαιρον, λιπὼν ἐμφρόνως, Συμεὼν ὡς ἄγγελος, ἐπολιτεύσω ἐπὶ
γῆς·  διὸ καὶ βλύζειν ἠξίωσαι, ἀπὸ τοῦ τάφου σου μύρα πανεύοσμα.

Μεγαλυνάριον.

Μυροβλύτα Ὅσιε Συμεών, σκέπε τὴν Μονήν σου, ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς, καὶ
τοῖς ἐν Σερβίᾳ, Χριστιανοῖς βοήθει, παρέχων αὐτοῖς Πάτερ, τὴν εὐλογίαν
σου.
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος Ἀρχιεπίσκοπος Λευκορωσίας

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος, κατὰ κόσμο Γρηγόριος Ἰωσήφοβιτς Κονίσκϊυ, καταγόταν
ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια καὶ γεννήθηκε στὶς 20 Νοεμβρίου 1717 στὴν πόλη
Νεζίν. Σπούδασε στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Κιέβου καὶ ἔγινε μοναχὸς στὴ
Μεγάλη Λαύρα τοῦ Κιέβου. Ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Λευκορωσίας καὶ
κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1795.

Ἡ Ὁσία Σεραφείμα ἐκ Ρωσίας

Ἡ Ὁσία Σεραφείμα, κατὰ κόσμο Εὐθυμία Ἐφίμοβα Μοργκατσέβα, γεννήθηκε στὶς
14 Σεπτεμβρίου 1806 στὸ χωριὸ Νίνζε – Λομὼφ τῆς ἐπαρχίας Ριαζὰν καὶ
ἀσκήτεψε σὲ μονὴ τοῦ Σεζένοβο τῆς Ρωσίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος
1877.

Ἐγκαίνια Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Θεοτόκου καὶ τῆς Ἁγίας Θέκλας ἐν τῷ ὄρει Ποσαλέως 

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

 

12 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Μελετίου Ἀρχιεπισκόπου, Μαρίας Ὁσίας, Εὐγενίου Ὁσίου, τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Πρίμας, Ἀμπλία, Δατίβου, Πλωτίνου, Σατορνίνου, Φαβίου, Φήλικος καὶ τῶν σὺν αὐτῶ, Ἰουλιανοῦ καὶ Μοδεστοὺ Μαρτύρων, Σισινίου Ἐπισκόπου Θεοῦ, Ἀντωνίου Ἀρχιεπισκόπου, Ἐγκαίνια Ναοῦ Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἰς Πούσγην, Προχόρου Ὁσίου, Ἰωάννου Σιναΐτου, Ἀλεξίου Θαυματουργοῦ, Βασιανοῦ τοῦ Οὔγκλιχ, Χρήστου τοῦ Κηπουροῦ, Μελετίου Ἐπισκόπου, Ἀλεξίου Ἐπισκόπου, Μητροφάνους Ἱερομάρτυρος, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἰβηριτίσσης.

Ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας τῆς Μεγάλης


Ἅγιος Μελέτιος γεννήθηκε περὶ τὸ 310 μ.Χ. στὴ Μελιτηνὴ τῆς Μικρᾶς
Ἀρμενίας. Ἡ μαρτυρία περὶ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς του στὸ προσκήνιο τῆς
ἱστορίας, λίγο μετὰ τὸ ἔτος 357 μ.Χ., τὸν καταδεικνύει ὡς ἀντίπαλο τῶν
αἱρετικῶν Ὁμοιουσιανῶν καὶ ὀπαδὸ τοῦ Ἐπισκόπου Καισαρείας τῆς
Παλαιστίνης Ἀκακίου, ὁ ὁποῖος διὰ Συνόδου, τὸ ἔτος 358 μ.Χ., ἐκλέγει τὸν
Ἅγιο Μελέτιο ὡς Ἐπίσκοπο Σεβαστείας.

Λόγω ὅμως τῆς σφοδρῆς ἀντιδράσεως τῶν ὀπαδῶν τοῦ προηγούμενου Ἐπισκόπου
Σεβαστείας Εὐσταθίου, παραιτεῖται καὶ μεταβαίνει στὴ Βέροια τῆς Συρίας.
Τὸ ἔτος 360 μ.Χ. ἐκλέγεται Πατριάρχης Ἀντιοχείας, μετατεθέντος τοῦ
Πατριάρχου Εὐδοξίου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Ὅταν ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὴν Ἀντιόχεια, ὅλοι οἱ πιστοὶ βγῆκαν στοὺς δρόμους,
γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του. Στὴ νέα ὅμως ἕδρα ὁ
Ἅγιος Μελέτιος παρέμεινε ἕνα μόνο μῆνα, ἀφοῦ οἱ αἱρετικοὶ Ἀρειανοὶ
ἔπεισαν τὸν αὐτοκράτορα Κωνστάντιο (337-361 μ.Χ.) νὰ τὸν ἐξορίσει στὴν
Ἀρμενία καὶ νὰ ἐκλέξει στὴν θέση του τὸν παλαιὸ συνεργάτη τοῦ Ἀρείου,
Εὐζώιο. Τὰ ὀρθόδοξα φρονήματα τοῦ Ἁγίου, ὡς καὶ ἡ ἐξορία του καὶ ἡ
ἀντικατάστασή του, συνετέλεσαν στὴ δημιουργία μεγάλης παρατάξεως ὀπαδῶν
του, ποὺ ὀνομάσθηκαν «Μελετιανοί».

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑξαιρεῖ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιδράσεως τοῦ
Ἁγίου Μελετίου στοὺς πιστοὺς τῆς Ἀντιόχειας σὲ τόσο λίγο χρονικὸ
διάστημα. Καὶ ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὅτι ὁ Ἅγιος Μελέτιος θεμελίωσε
τόσο καὶ ἐνέβαλε τέτοιο ζῆλο γιὰ τὴν πίστη στοὺς Χριστιανούς, ὥστε, παρὰ
τὶς αἱρετικὲς δοξασίες καὶ τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπισαν ἀργότερα, ἡ
διδασκαλία του παρέμεινε ἄσειστη. Ἐπίσης, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος διηγεῖται
τὸ ἀκόλουθο ἐπεισόδιο, τὸ ὁποῖο συνέβη κατὰ τὴν ἀπομάκρυνση  τοῦ Ἁγίου
ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια:Ὁ διοικητὴς τῆς πόλεως ὁδηγοῦσε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια μὲ ἅμαξα τὸν Ἅγιο, γιὰ νὰ τὸν

θέσει στὸ δρόμο τῆς ἐξορίας. Τὰ πλήθη τῶν Ὀρθοδόξων τὸ πληροφορήθηκαν καὶ ἀμέσως ἔτρεξαν, γιὰ νὰ ζητήσουν τὴν εὐχή του.

Στὴ θέα ὅμως τοῦ διοικητοῦ τόσο πολὺ ἀγανάκτησαν γιὰ τὴν ἄδικη ἐξορία
τοῦ Ἁγίου, ὥστε ἄρχισαν νὰ λιθοβολοῦν τὸν ἀντιπρόσωπο τοῦ αὐτοκράτορα.
Καὶ τότε ὁ Ἅγιος Μελέτιος, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἐμποδίσει μὲ λόγια τὴν
παραφορὰ τοῦ λαοῦ, σηκώθηκε καὶ προστάτευσε μὲ τὸ σῶμα του τὸν διώκτη
του.

Ἡ ἐξορία τοῦ Ἁγίου τερματίσθηκε στὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους 362 μ.Χ. διὰ τοῦ
διατάγματος τοῦ νέου αὐτοκράτορα Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (361-363 μ.Χ)
περὶ θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὅλων τῶν ὑπηκόων.

Ὁ Ἅγιος ἐξορίστηκε καὶ πάλι τὴν ἄνοιξη τοῦ 365 μ.Χ. καὶ τὸ 371 μ.Χ. ἀπὸ
τὸν αὐτοκράτορα Οὐάλη (364-378 μ.Χ.) στὴν περιοχὴ Γήτασα τῆς Ἀρμενίας,
κοντὰ στὰ σύνορα τῆς Καππαδοκίας καὶ εἶχε συχνὴ ἐπαφὴ καὶ ἐπικοινωνία μὲ
τὸν Μέγα Βασίλειο. Ἐπανῆλθε στὴν Ἀντιόχεια τὸ ἔτος 379 μ.Χ. Ἀμέσως
συνεκάλεσε Σύνοδο, ἡ ὁποία ὁμολογοῦσε τὴν πίστη στὶς ἀποφάσεις τῆς Α’
Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ καταδίκασε ὅλες τὶς αἱρέσεις.

Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379-395 μ.Χ.), συνεκάλεσε στὴν
Κωνσταντινούπολη, τὸ ἔτος 381 μ.Χ., τὴ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὁ Ἅγιος
Μελέτιος κλήθηκε νὰ λάβει μέρος στὴ Σύνοδο καὶ μάλιστα ὡς πρόεδρος
αὐτῆς. Δυστυχῶς ὁ Ἅγιος κοιμήθηκε, λόγω ἀσθένειας, πρὶν ὁλοκληρωθοῦν οἱ
ἐργασίες τῆς Συνόδου.

Στὴν κηδεία του συμμετεῖχε καὶ ὁ αὐτοκράτορας, τὸν δὲ ἐπικήδειο
ἐξεφώνησε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης (τιμᾶται 10 Ἰανουαρίου), ὁ ὁποῖος
μίλησε γιὰ τὸν ἀπορφανισμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας, τῆς Συνόδου καὶ
ὁλόκληρης τῆς Ἀνατολῆς, γιὰ τὴ γλυκύτητα καὶ τὴν ὑπομονὴ τοῦ Ἁγίου
Μελετίου, ὡς καὶ γιὰ τοὺς διωγμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπέστη.

Τὸ ἱερὸ λείψανό του μεταφέρθηκε ἀργότερα μὲ μεγάλη πομπὴ στὴν Ἀντιόχεια
καὶ ἐναπετέθη στὸν τάφο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Βαβύλα, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας
(τιμᾶται 4 Σεπτεμβρίου), στὸν ὁμώνυμο ναό.


Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.

Νόμον ἔνθεον, ἐμμελετήσας, τὴν οὐράνιον, γνῶσιν ἐκλάμπεις, τὴ Ἐκκλησία
Ἱεράρχα Μελέτιε, τὴν γὰρ Τριάδα κηρύττων ὁμότιμον, αἱρετικῶν διαλύεις
τᾶς φάλαγγας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ
μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον  Ἦχος β’. Τοὶς τῶν αἱμάτων σου ρείθροις.

Ὀρθοδοξίας τοὶς τρόποις κοσμούμενος, τῆς Ἐκκλησίας προστάτης καὶ
πρόβολος, ἐδείχθης παμμάκαρ Μελέτιε, καταπυρσεύων τὰ πέρατα δόγμασι,
λαμπτὴρ Ἐκκλησίας φαεινότατε.

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ μετονομασθεῖς Μαρίνος

Ἡ Ὁσία Μαρία ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἴσως τὸ πιὸ διαδεδομένο παράδειγμα τοῦ
«ἱεροῦ θρύλου» τῆς γυναίκας ποὺ ἀφιερώνεται στὴ μοναστικὴ ἄσκηση κάτω
ἀπὸ μία ἀνδρικὴ μεταμφίεση καὶ ποὺ μνημονεύεται στὸ Συναξάρι τῆς
Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ θεωροῦν ὅτι ἔζησε τὸν 5ο αἰῶνα μ.Χ., μὲ βάση
οὐσιαστικὰ τὴ Μαρωνιτικὴ παράδοση ποὺ τοποθετεῖ τὸν τόπο ἀσκήσεώς της
στὴ σπηλιὰ Qanubin, στὴν πεδιάδα τῆς Qadisa στὸ βόρειο Λίβανο, καὶ ἄλλοι
τὸν 7ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ σὲ Αἰγυπτιακὴ περιοχή.

Οἱ Συναξαριστὲς διηγοῦνται ὅτι ἡ Ὁσία, ἐπιθυμώντας τὴν μοναστικὴ ζωή,
μεταμφιέσθηκε σὲ ἄνδρα καὶ κατέφυγε μετὰ τοῦ πατρός της Εὐγενίου, ποὺ
εἶχε μείνει χῆρος, σὲ μοναστῆρι. Ὅταν κάποτε ἡ Ἁγία κατέλυσε, μὲ ἄλλους
μοναχούς, σὲ πανδοχεῖο, τὴν κατηγόρησαν ὅτι διέφθειρε τὴν κόρη τοῦ
ξενοδόχου, ἡ ὁποία ὅμως εἶχε διαφθαρεῖ ἀπὸ ἕναν στρατιώτη.

Ἡ Ἁγία ὄχι μόνο ὑπέμεινε τὸ ὄνειδος, τὶς προσβολὲς καὶ τὶς διώξεις μὲ
σιωπὴ καὶ ὑπομονή, ἀλλὰ καὶ τὸ παιδὶ ποὺ γεννήθηκε τὸ δέχθηκε ὡς δικό
της καὶ τὸ διέτρεφε ἔξω ἀπὸ τὴ μονὴ ἐπὶ τριετία, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ τὴν
ἔβγαλαν ἔξω τῆς μονῆς ὡς ἁμαρτωλή.

Ὅταν, μετὰ τὴν ὀσιακὴ κοίμησή της, φανερώθηκε ὅτι ἦταν γυναῖκα, οἱ
μοναχοὶ ποὺ πρὶν λίγο τὴν ἀποκαλοῦσαν ἀθλία, τὴν μακάρισαν γιὰ τὴν ἀρετὴ
καὶ τὴν πνευματική της ἀνδρεία καὶ τὴν θεώρησαν Ὁσία.

Στὸ μηναῖο ἀναφέρεται χαρακτηριστικά:

Στολὴ Μαρίνον μαρτυρεῖ τὴν Μαρίαν,

Ταφὴ Μαρίαν δεικνύει τὸν Μαρίνον.

Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος

Ὁ Ὅσιος Εὐγένιος ἦταν πατέρας τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς μετονομασθείσης Μαρίνος.

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίου τοῦ Ὁσίου.

Οἱ Ἅγιοι Πρίμα, Ἀμπλίας, Δάτιβος, Πλωτίνος, Σατορνίνος, Φάβιος, Φήλιξ οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ σὺν αὐτοὶς μαρτυρήσαντες

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Πρίμα καὶ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀμπλίας, Δατίβος, Πλωτίνος,
Σατορνίνος, Φάβιος καὶ Φήλιξ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς στὴν
Καρχηδόνα καὶ τελειώθηκαν διὰ ξίφους. Οἱ Ἅγιοι ποὺ συνολικὰ θυσίασαν τὴ
ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἦταν 48.

Οἱ Ἅγιοι Ἰουλιανὸς καὶ Μόδεστος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἰουλιανὸς καὶ Μόδεστος μαρτύρησαν στὴν Καρθαγένη.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Σισίννιος Ἐπίσκοπος τοῦ Θεοῦ

Ὁ Ἅγιος Σισίννιος δὲν ἔχει ἀφήσει ἴχνη στὴν Ἑλληνικὴ Ἁγιογραφία οὔτε
στὴν ἐπίσημη λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Στὴν Βενετία πράγματι
χρειάστηκε νὰ προχωρήσουν στὴν συγγραφὴ τοῦ βίου αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου μὲ βάση
δυὸ κώδικες τοῦ 15ου αἰῶνα μ.Χ., Βενετσιάνικης προελεύσεως καὶ τὸν
κώδικα Coventi soppr. G.V. 1212, τῆς Ἐθνικῆς Κεντρικῆς Βιβλιοθήκης τῆς
Φλωρεντίας.

Ὁ Ἅγιος, ἡ ἀρχιερατεῖα τοῦ ὁποίου τοποθετεῖται τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα
Ρωμανοῦ Α’ Λεκαπηνοῦ (919-944 μ.Χ.), εἶναι στενότατα συνδεδεμένος μὲ τὴ
μορφὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. Οἱ γονεῖς του, Εὐτύχιος καὶ
Εὐτυχία, ποὺ δὲν εἶχαν μέχρι τότε παιδιά, ἔφεραν στὸν κόσμο, μὲ τὴ Χάρη
τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἅγιο, μετὰ ἀπὸ τὸ προσκύνημά τους στὴν Ἔφεσο, στὸν τάφο
τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοὺ Ἰωάννου.

Ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου Θεόδωρος θὰ τὸν χειροτονήσει σὲ πολὺ μικρὴ ἡλικία
Ἐπίσκοπο Θεοῦ, περιοχὴ ποὺ ἀνῆκε στὴν κανονικὴ δικαιοδοσία τῆς Ἐκκλησίας
τῆς Ἐφέσου. Ἡ ἀρχιερατεῖα του διαρκεῖ τριάντα τέσσερα ἔτη. Ὁ Ἅγιος
Σισίννιος κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη καὶ τὸ τίμιο λείψανό του φυλάσσεται
στὴ Βενετία.

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος γεννήθηκε πρὸ τοῦ 830 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη. Σὲ
μικρὴ ἡλικία ἔγινε μοναχὸς καὶ ἀναδείχθηκε «ἀνὴρ ὅσιος, ἐστεμμένος μὲ
ἀρετὲς καὶ ναὸς οἴκτου». Χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος καὶ μὴ θέλοντας νὰ
ἐγκαταλείψει τὸν μοναχικὸ βίο ἵδρυσε τὴ μονὴ τοῦ Καλλίου ἢ Καλλέως.

Ὁ Ὅσιος ἐργάσθηκε πολὺ γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν κατασίγαση
τῶν παθῶν μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τῶν Πατριαρχῶν Ἰγνατίου καὶ Φωτίου καὶ ἔγινε
περιλάλητος γιὰ τὴν φιλανθρωπία καὶ τὴν ἐλεημοσύνη του. Τὸ ἔτος 893
μ.Χ. ἐξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐξακολούθησε νὰ αὐξάνει
στὴν πνευματικὴ προκοπή, τὴν εὐσέβεια καὶ τὴ φιλαδελφία.

Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 901 μ.Χ. Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὴ μονή, στὴν ὁποία ἀνῆκε ὡς μοναχός.

Ἀνάμνηση Ἐγκαινίων Ναοῦ Ὑπεραγίας Θεοτόκου εἰς Πούσγην

Τὸ γεγονὸς τῶν ἐγκαινίων ἀναφέρεται στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1590 καὶ στὸν Κώδικα 787 τῆς Μαρκιανῆς Βιβλιοθήκης.

Τὰ ἐγκαίνια ἔγιναν τὸ ἔτος 1002 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Πρόχορος ἐκ Γεωργίας

Ὁ Ὅσιος Πρόχορος ἔζησε κατὰ τὸν 11ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε στὴ Λαύρα
τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν
ὁποία ὑπῆρχαν πολλοὶ Γεωργιανοί, ἐνῷ διετέλεσε καὶ ἡγούμενος αὐτῆς.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1066.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης ὁ Ὁσιομάρτυρας

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης μαρτύρησε τὸ ἔτος 1091.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ὁ Θαυματουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Μόσχας


Ὅσιος Ἀλέξιος, κατὰ κόσμο Ἐλευθέριος, γεννήθηκε στὴ Ρωσία τὸ ἔτος 1300
καὶ ἀνῆκε στὴν πλούσια, εὐγενῆ καὶ εὐσεβῆ οἰκογένεια τῶν Πλετσέγιεφ. Οἱ
γονεῖς του, Θεόδωρος Βιάκοντ καὶ Μαρία, κατάγονταν ἀπὸ τὸ Τσέρνιγκωφ.

Ὅταν ἡ πόλη καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Τατάρους, τὸ ζεῦγος κατέφυγε στὴ
Μόσχα, ὅπου βρῆκε τὴ φιλοξενία τοῦ Ἁγίου Δανιὴλ Ἀλεξάνδροβιτς τοῦ
πρίγκιπα, ὁ ὁποῖος πέθανε τὸ ἔτος 1303 καὶ τιμᾶται ὡς Ἅγιος τῆς Ρωσικῆς
Ἐκκλησίας.

Ὁ Θεόδωρος κατέλαβε μία σημαντικὴ θέση στὴ διοίκηση τοῦ πριγκιπάτου καὶ
ἐκτιμήθηκε δεόντως ἀπὸ τὸν μεγάλο πρίγκιπα καὶ τοὺς ἄρχοντες.

Ὁ Ἐλευθέριος εἶχε ὡς πνευματικὸ πατέρα τὸ δευτερότοκο υἱὸ τοῦ πρίγκιπα
Δανιὴλ καὶ μέλλοντα μοσχοβίτη πρίγκιπα Ἰωάννη Ντανίλοβιτς Καλίτα
(1328-1340). Ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια ἀνέπτυξε ἕνα χαρακτῆρα
συγκρατημένο καὶ σεμνό. Σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν, κατὰ τὴ διάρκεια ἐνὸς
κυνηγιοῦ στὰ λιβάδια, ἀποκοιμήθηκε καὶ στὸν ὕπνο του ἄκουσε μία φωνὴ νὰ
τὸν προστάζει: «Ἀλέξιε, γιατί κουράζεσαι μάταια;

Ἐσὺ πρέπει νὰ γίνεις ἁλιεὺς ἀνθρώπων!». Ἡ φωνὴ αὐτὴ ἄσκησε ἀποφασιστικὴ
ἐπιρροὴ στὴν ζωὴ τοῦ νεαροῦ Ἐλευθερίου. Ἀπαρνήθηκε τὰ παιδικὰ παιχνίδια
καὶ ἀφιερώθηκε μὲ μεγάλο ζῆλο στὴν ἄσκηση τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νηστείας
καὶ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Σὲ ἡλικία 20 ἐτῶν ἐγκαταβίωσε στὴ μονὴ τῶν Θεοφανίων τῆς Μόσχας, στὴν
ὁποία ἡγούμενος ἦταν ὁ Στέφανος, μεγαλύτερος ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Σεργίου
τοῦ Ραντονέζ. Κείρεται μοναχὸς καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἀλέξιος.
Πνευματικὸς καθοδηγητής του γίνεται ὁ στάρετς Γερόντιος.

Μὲ μεγάλο ζῆλο περατώνει τὰ μοναχικὰ καθήκοντά του, καλλιεργώντας μὲ
ξεχωριστὸ πάθος τὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Γιὰ νὰ μελετήσει τὴν Καινὴ
Διαθήκη στὴν πρωτότυπη γλῶσσα μελετάει τὰ ἑλληνικά. Χάρη σὲ αὐτό, ἦταν
στὴν συνέχεια σὲ θέση νὰ ἀντιπαραβάλλει τὸ σλαβικὸ μὲ τὸ ἑλληνικὸ
κείμενο καὶ νὰ διορθώσει τὶς ἀνακρίβειες τῶν διαφόρων μεταφραστῶν καὶ
ἀντιγραφέων.

Ἡ νέα σλαβικὴ ἔκδοση τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθείας ἀπὸ τὰ ἑλληνικά, ποὺ ἔγινε
πράξη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἀλέξιο, εἶναι ἕνα ἀνεκτίμητο κείμενο τῆς
Ρωσικῆς ἐθνικῆς λογοτεχνίας.

Τὰ μεγάλα πνευματικὰ χαρίσματα καὶ οἱ θεολογικὲς ἀρετὲς τοῦ Ἀλεξίου
τράβηξαν τὴν προσοχὴ τοῦ Μητροπολίτου Θεογνώστου, ποὺ τὸν ἐκτίμησε καὶ
τὸν ὀνόμασε ἀντιπρόσωπό του γιὰ τὶς ὑποθέσεις τῆς Μητροπόλεως καί,
κυρίως, γιὰ τὶς περιπτώσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου.

Γιὰ μία χρονικὴ περίοδο 12 ἐτῶν, ὁ Ἀλέξιος ἔφερε εἰς πέρας αὐτὸ τὸ
διακόνημα ἀποκτώντας σπουδαία ἐμπειρία καὶ μία εὐρεῖα γνώση τῶν
ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, εἰδικότερα στὸ διοικητικὸ καὶ δικαστικὸ τομέα.

Προικισμένος μὲ ἀρετὲς ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ἔγινε γρήγορα
τοποτηρητὴς τοῦ Μητροπολίτου Θεογνώστου, κάθε φορὰ ποὺ ὁ Μητροπολίτης
μετέβαινε στὴν Κωνσταντινούπολη ἢ στὸ στρατόπεδο τοῦ Χάνου τῶν Τατάρων,
ποὺ κυριαρχοῦσαν τότε στὴ Ρωσία, ἢ ἐπισκεπτόταν ἀπομακρυσμένες ἐπαρχίες.
Λίγο ἀργότερα ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τοῦ Βλαδιμήρ.

Ὅταν ἐνέσκηψε, κατὰ τὸ ἔτος 1344, ὁ τρομερὸς ἐκεῖνος λοιμός, ποὺ
ὀνομάσθηκε μέγας θάνατος, προσβλήθηκε ἀπὸ τὴν ἀσθένεια καὶ ὁ
Μητροπολίτης Θεόγνωστος.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος προσκλήθηκε τότε ἀπὸ τὸν λαὸ καὶ τὴν αὐλὴ τοῦ μεγάλου
ἡγεμόνα τῆς Μόσχας νὰ ἀναλάβει τὴ θέση τοῦ Μητροπολίτου Θεογνώστου, ὁ
ὁποῖος ψυχορραγῶντας ἔγραψε πρὸς τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ὑπὲρ
τοῦ Ὁσίου Ἀλεξίου. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ μέγας ἡγεμόνας Συμεὼν πρὸς τὸν
αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνὸ (1347-1354).

Ὅμως ὁ Πατριάρχης Φιλόθεος (1354-1355, 1364-1376) χειροτόνησε, στὴν
Κωνσταντινούπολη, ἀντὶ ἐνὸς, δύο Μητροπολῖτες, τὸν Ἅγιο Ἀλέξιο καὶ τὸν
Ρωμανό, ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἀποσταλέντα ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Λιθουανίας
Ὀλγκὲρτ (1341-1380).

Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Πατριάρχου προκάλεσε ἐκκλησιαστικὸ σκάνδαλο. Ἔτσι, ὁ
Πατριάρχης Φιλόθεος, γιὰ νὰ ἐπαναφέρει τὴν γαλήνη, ἀναγόρευσε τὸν Ἅγιο
Ἀλέξιο Μητροπολίτη Κιέβου, τὸν δὲ Ρωμανὸ Μητροπολίτη Λιθουανίας καὶ
Βολυνίας.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος, τοῦ ὁποίου ἡ φήμη τῶν ἀρετῶν εἶχε ἐκταθεῖ σὲ ὅλη τὴ
Ρωσία καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν Τατάρων, ὠφέλησε τὰ μέγιστα τὴ χώρα. Ἡ
σύζυγος τοῦ Χάνου Ταϊδούλα, πάσχουσα ἀπὸ βαριὰ ἀσθένεια, ἐπικαλέσθηκε
τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου.

Ὁ ἀρχηγὸς τῶν Τατάρων ἔγραψε πρὸς τὸν ἡγεμόνα Συμεών: «Ἀκούσαμε ὅτι ὁ
οὐρανὸς τίποτε δὲν ἀρνεῖται στὶς παρακλήσεις τοῦ παπᾶ σας. Ἂς ζητήσει,
λοιπόν, τὴν ὑγεία τῆς συζύγου μου». Πράγματι ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε στὸν
Θεό. Ἡ ἡγεμονὶς Ταϊδούλα ἀνέκτησε τὴν ὑγεία της καὶ θέλησε νὰ ἐκδηλώσει
τὴν εὐγνωμοσύνη της πρὸς τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἅγιος τότε παρακάλεσε νὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ Ρώσοι ἀπὸ τοὺς βαρύτατους
φόρους ποὺ πλήρωναν στὸν Χάνῃ τῶν Τατάρων. Ἔτσι ᾖλθαν καλύτερες ἡμέρες,
ἡμέρες εἰρήνης, γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ. Σὰν σημάδι εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴ
θεραπεία, ὁ Χάνῃς δώρισε στὸν Ὅσιο ἕνα τεμάχιο γῆς ποὺ βρισκόταν στὸ
Κρεμλίνο, ὅπου ἀργότερα κτίσθηκε ἡ μονὴ τῶν Θαυμάτων, σὲ ἀνάμνηση τοῦ
θαύματος ποὺ ἔκανε ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ στὶς Κολοσσὲς (ἢ Χώνια) τῆς
Μικρᾶς Ἀσίας.

Ἐπίσης, ὁ Χάνῃς δώρισε στὸν Ὅσιο Ἀλέξιο ἕνα πολύτιμο δακτυλίδι, ποὺ
φυλάσσεται μέχρι σήμερα στὸ σκευοφυλάκιο τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ τῆς
Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Κρεμλίνο.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος ἐργάσθηκε σκληρὰ στὸ Κίεβο γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς
ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ τῆς εὐημερίας τοῦ λαοῦ καὶ μάλιστα σὲ καιροὺς
δύσκολους γιὰ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς Ρωσίας. Ἡ ἐξουσία τοῦ μεγάλου δοῦκα
τῆς Μόσχας Ἰωάννου τοῦ Ἐρυθροῦ ἐξασθενοῦσε.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἡγεμόνα, μέγας δοῦκας ἀναγορεύθηκε ὄχι ὁ νόμιμος διάδοχος Δημήτριος, ἀλλὰ ὁ δοῦκας τοῦ Σούζνταλ.

Παρὰ τὴν ἀντίδραση τοῦ νέου ἡγεμόνα κατὰ τοῦ Πατριάρχου, ὁ Ἅγιος δὲν
ἐγκατέλειψε τὴ Μόσχα καὶ προσπάθησε μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις νὰ
ἀποκαταστήσει στὸν θρόνο τὸ νεαρὸ Δημήτριο. Ὑπῆρξε σύμβουλος τοῦ
Δημητρίου καὶ ἀνέλαβε ἔργο εἰρηνοποιοῦ μεταξὺ τῶν φιλόδοξων Ρώσων
ἡγεμόνων. Ἡ ἁγιότητα τοῦ Ὁσίου εἶχε τέτοια ἐπίδραση καὶ στοὺς Μογγόλους,
ὥστε οἱ υἱοὶ τοῦ Χάνου Κούλπα ἔγιναν Χριστιανοὶ καὶ ἔλαβαν τὰ ὀνόματα
Ἰωάννης καὶ Μιχαήλ.

Ὁ Ἅγιος βοήθησε, ἐπίσης, στὴν κατάργηση τῶν κληρουχικῶν ἡγεμονιῶν, τὴ
συνδιαλλαγή τους καὶ τὴν ἀναγνώριση τοῦ μεγάλου ἡγεμόνα τῆς Μόσχας ὡς
ἐθνικοῦ ἀρχηγοῦ.

Ἀκούραστη ὑπῆρξε ἐπίσης, ἡ δραστηριότητα τοῦ Ἁγίου στὸν ἐκκλησιαστικὸ
χῶρο. Συνέβαλλε στὴν ἀνέγερση πολλῶν ναῶν καὶ μοναστηριῶν, ποὺ ἦταν
ἑστίες τῆς ρωσικῆς κουλτούρας, ἐπάνδρωσε μὲ ποιμένες τὶς ἐπαρχίες,
ἐπισκέφθηκε τὶς ἐνορίες καὶ τὶς Ἐπισκοπὲς κηρύττοντας ἀκούραστα τὸν λόγο
τοῦ Θεοῦ καὶ ἔστειλε ποιμαντικὲς ἐπιστολὲς πρὸς τὸ ποίμνιό του.

Στὴν πρωτεύουσα ἵδρυσε τὴ μονὴ Σπάζο-Ἀνδρόνικωφ, τὴ μονὴ τῶν Θαυμάτων
καὶ τὴ γυναικεία μονὴ Ἀλεξέεφσκι, στὴν ὁποία τοποθετήθηκε ἡγουμένη ἡ
ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου, Ἰουλιάνα. Μοναστήρια ἀνυψώθηκαν ἀκόμα καὶ στὶς ὄχθες
τοῦ ποταμοῦ Μόσχαβα, ὅπως ἡ μονὴ Σιμονώφ, στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κλιάζμα
καὶ ἀλλοῦ.

Ὁ Ἅγιος εἰσήγαγε ἕνα νέο καθεστὼς γιὰ τὰ γυναικεία μοναστήρια, ποὺ μέχρι
τότε ἐξαρτῶντο ἀπὸ τὰ ἀνδρικὰ μοναστήρια. Τὸ κανονικό τους καθεστὼς
ἐγκρίθηκε, κατὰ τρόπο ὁριστικό, ἀπὸ τὴ Σύνοδο τῶν «Ἑκατὸ Κεφαλαίων», τὸ
ἔτος 1551 καὶ ἔγινε ὑποχρεωτικὸ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας.

Στὰ χρόνια ἐκεῖνα στὴ Μόσχα ἄρχισαν νὰ κατασκευάζονται κτίρια ἀπὸ πέτρα.
Μὲ προτροπὴ τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου, τὸ Κρεμλίνο περιστοιχήθηκε ἀπὸ τείχη,
πύργους καὶ θύρες διαμορφωμένες μὲ πέτρινα ἐμπόδια.

Ὁ Ἅγιος φάνηκε γενναιόδωρος ἀπέναντι στὶς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, ποὺ
ἀπευθύνονταν στὴ Μόσχα, γιὰ νὰ ζητήσουν βοήθεια. Ἔστειλε πίσω μὲ
πλούσια δῶρα τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ τοὺς
μοναχοὺς τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ, ποὺ ἦταν ἐπιφορτισμένοι νὰ καταβάλλουν
χρηματικὲς εἰσφορὲς στοὺς Μουσουλμάνους.

Ὁ γεμάτος ζῆλο ποιμένας ἀπευθυνόταν συχνὰ πρὸς τοὺς πιστοὺς μὲ ἐπιστολὲς καὶ τοὺς προέτρεπε νὰ ἀκολουθήσουν τὸ χριστιανικὸ βίο.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1378. Ὁ ἐνταφιασμὸς τοῦ
ἱεροῦ λειψάνου αὐτοῦ ἔγινε στὴ μονὴ τῶν Θαυμάτων, ποὺ εἶναι ἀφιερωμένη
στὸν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ.

Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τίμησε ἐξαιρετικὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν ποιμαντικὴ
δράση τοῦ Ἁγίου, ἀποκαλώντας τὸν «φωστῆρα τῆς Ρωσίας, τιμὴ τῆς Μόσχας,
στῦλο καὶ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας».

Τὸ 1431 ἡ ξύλινη ἐκκλησία, στὴν ὁποία φυλάσσονταν τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου,
καταστράφηκε καὶ στὴ θέση της ὁ μεγάλος πρίγκιπας διέταξε νὰ ἀνεγερθεῖ
πέτρινος ναός. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐργασιῶν βρέθηκε ἄφθαρτο τὸ λείψανο
τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Μητροπολίτης Μόσχας Φώτιος, περιστοιχισμένος ἀπὸ τὸν κλῆρο, τέλεσε
ἀκολουθία εὐχαριστίας στὸν Θεὸ καὶ τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου
τοποθετήθηκαν μὲ ἐπισημότητα στὸ παρεκκλῆσι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς
Θεοτόκου. Ἔκτοτε δὲν ἔπαψε ποτὲ ἡ τιμὴ πρὸς τὸν Ἅγιο, στὸν ὁποῖο
ἀποδίδονται πολλὰ θαύματα καὶ πνευματικὲς εὐεργεσίες.

Ἡ Ρωσικὴ Σύνοδος, τὸ ἔτος 1448, προεδρεύοντος τοῦ Πατριάρχου Ἰωνὰ
(1448-1461), καθιέρωσε τὸν ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου τὴν 12η
Φεβρουαρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, καὶ τὴν 20η Μαΐου, ἡμέρα τῆς
εὑρέσεως τῶν ἱερῶν λειψάνων του.

Τὸ ἔτος 1485, στὴ μονὴ τῶν Θαυμάτων, ἀνεγέρθη ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου
Ἀλεξίου καὶ ἐκεῖ μεταφέρθηκαν τὰ λείψανά του. Ἐπὶ Πατριαρχείας Ἰωακεὶμ
(1674-1690), τὸ ἔτος 1686, ἔλαβε χώρα μία δεύτερη ἐπίσημη μετακομιδὴ τῶν
λειψάνων στὸ καινούργιο ναό, ποὺ ἦταν ἀφιερωμένος στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς
Θεοτόκου καὶ τὸν Ἅγιο Ἀλέξιο. Μὲ εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξίου, τὸ ἔτος
1947, τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου μετεκομίσθησαν στὸν καθεδρικὸ πατριαρχικὸ
ναὸ τῶν Θεοφανείων στὴ Μόσχα, ὅπου βρίσκονται ἀκόμα σήμερα, μπροστὰ ἀπὸ
τὸ τέμπλο τοῦ ναοῦ, στὴ δεξιὰ πλευρά.

Ὁ Ἅγιος Βασιανὸς τοῦ Οὔγκλιχ

Ὁ Ἅγιος Βασιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ροζαλὼφ τῆς Ρωσίας τῆς περιοχῆς
τοῦ Κέσοβ. Σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν ἐγκαταβίωσε σὲ μοναστῆρι καὶ ἀκολούθησε τὴν
ἀσκητικὴ ὁδό. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1509.

Ὁ Ἅγιος Χρῆστος ὁ Κηπουρὸς ὁ Νεομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Χρῆστος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλβανία καὶ ᾖλθε στὴν
Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργαζόταν ὡς κηπουρός. Κάποια μέρα λογομάχησε μὲ
κάποιο Τοῦρκο, ὁ ὁποῖος τὸν κατάγγειλε στὶς ἀρχὲς μὲ τὴν συκοφαντία ὅτι
ἐξύβρισε τὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία. Οἱ Τοῦρκοι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν
ἔριξαν στὴ φυλακή. Τὰ βασανιστήρια δὲν ἄλλαξαν τὴν σταθερὴ πίστη τοῦ
Ἁγίου στὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ
αὐτοῦ, τὸ ἔτος 1748. τὸ μαρτύριό του παρακολούθησε καὶ ὁ λόγιος
Καισάριος Δαπόντε, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὴν ἴδια φυλακὴ καὶ ἀργότερα
συνέγραψε τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου.
Ὁ ὅσιος Μελέτιος Ἐπίσκοπος Χαρκὼβ

Ὁ Ὅσιος Μελέτιος, κατὰ κόσμο Μιχαὴλ Ἰβάνοβιτς Λεοντόβιτς, γεννήθηκε στὶς
6 Νοεμβρίου 1784 στὴ Ρωσία. Σπούδασε στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας
Πετρουπόλεως καὶ ἔγινε μοναχὸς τὸ ἔτος 1820 στὴ μονὴ Μπρατσκ τοῦ Κιέβου.
Στὶς 19 Ὀκτωβρίου 1826 ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Τσιγκίρινκ τοῦ Κιέβου καὶ
διακρίθηκε γιὰ τὸν ἀσκητικὸ βίο καὶ τὴν φιλανθρωπία του.

Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς Παναγίας τοῦ Χαρκώβ.
Τὸ ἔτος 1948 τὸ ἱερὸ λείψανο αὐτοῦ μετακομίσθηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῶν
Θεοφανείων τοῦ Χαρκώβ.

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη του καὶ στὶς 28 Φεβρουαρίου.
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Βορονὲζ

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυρας Ἀλέξιος, Ἐπίσκοπος Βορονὲζ τῆς Ρωσίας, μαρτήρησε τὸ ἔτος 1930.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Μητροφάνης ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Μητροφάνης ἦταν πρωτοπρεσβύτερος καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 1931.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἰβηριτίσσης


ἐπωνυμία τῆς ἱερᾶς εἰκόνας τῆς Παναγίας, Ἰβηρίτισσα, ὀφείλεται στὴν
Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου ἡ ἱερὴ εἰκόνα ἔφθασε κατὰ τρόπο
θαυματουργικὸ τὸ ἔτος 999 μ.Χ., ἀφοῦ ἐπέπλεε ἐπάνω στὰ κύματα τῆς
θάλασσας.

Τὸ ἔτος 1648, μετὰ ἀπὸ ἐπιθυμία τοῦ Πατριάρχου τῆς Ρωσίας Νίκωνος, ἔφεραν στὴ Μόσχα πανομοιότυπο ἀντίγραφο τῆς ἱερᾶς εἰκόνος.

Ἡ εἰκόνα τιμᾶται, ἐπίσης, στὶς 12 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἔφθασε στὴ Μόσχα καὶ τὴν Τρίτη τῆς Διακαινησίμου.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

11 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Βλασίου Ἱερομάρτυρος, τῶν Ἁγίων δυὸ παίδων καὶ τῶν ἑπτὰ γυναικῶν, εὕρεση λειψάνων Ἁγίου Ζαχαρίου, Θεοδώρας Βασιλίσσης, Βλασίου ἐξ Ἀκαρνανίας, Γαβριὴλ Βασιλέως, Δημητρίου Ὁσίου, Γεωργίου Νεομάρτυρος, Κασσιανοῦ Ὁσίου.
Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Σεβαστείας


Ἅγιος Βλάσιος ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Λικινίου (308-323 μ.Χ.).
Σπούδασε ἰατρική, ἀλλὰ προσέφερε χωρὶς χρήματα τὶς ὑπηρεσίες του, ὡς
φιλανθρωπία, στοὺς πάσχοντες καὶ ἀσθενεῖς. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ βοήθεια
χορηγοῦσε δωρεὰν στοὺς ἀσθενεῖς τὰ φάρμακα καὶ τοὺς ἔδινε τὰ ἔξοδα τῆς
νοσηλείας τους.

Ἡ φιλανθρωπική του δραστηριότητα καλλιεργεῖτο στὴν ψυχή
του ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ἡ
Ἐκκλησία τὸν δέχθηκε στὶς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου καὶ τὸν ἐξέλεξε
Ἐπίσκοπο Σεβαστείας.

Ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Λικινίου, ὁ ἔπαρχος
Ἀγρικόλας τὸν συνέβαλε καὶ τὸν ὑπέβαλε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια. Οἱ
στρατιῶτες, ἀφοῦ τὸν μαστίγωσαν ἀνηλεῶς μὲ ραβδιά, τὸν κρέμασαν ἀπὸ ξύλο
καὶ στὴν συνέχεια τὸν ὁδήγησαν δεμένο στὴν φυλακή. Ἔπειτα τὸν ἔριξαν
στὸν βυθὸ μιᾶς λίμνης. Ὅμως ὁ Ἅγιος, μὲ τὴ θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ
Θεοῦ, διασώθηκε. Ἐξοργισθέντες τότε οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως τὸν
ἀποκεφάλισαν. Ἔτσι, ὁ Ἱερομάρτυς Βλάσιος ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο τῆς δόξας
τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριό του, τὸ ὁποῖο βρισκόταν κοντὰ στὸ Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Φιλίππου.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Φερωνύμως
βλαστήσας ὡς δένδρον εὔκαρπον, Ἱεράρχα Κυρίου Βλάσιε ἔνδοξε, μαρτυρίου
τοὺς καρποὺς κόσμω προήγαγες, καὶ θαυμάτων δωρεᾶς, ἀναβλύζεις δαψιλῶς,
ὡς θεῖος Ἱερομάρτυς, τοὶς καταφεύγουσι Πάτερ, τὴ ἀντιλήψει τῆς πρεσβείας
σου.

Κοντάκιον  Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Ὁ θεῖος
βλαστός, τὸ ἄνθος τὸ ἀμάραντον, ἀμπέλου Χριστοῦ, τὸ κλῆμα τὸ πολύφορον,
θεοφόρε Βλάσιε, τοὺς ἐν πίστει τελοῦντας τὴν μνήμην σου, εὐφροσύνης
πλήρωσον τῆς σῆς, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.

Οἱ Ἅγιοι Δυὸ παῖδες καὶ Ἑπτὰ γυναῖκες οἱ συναθλητὲς τοῦ Ἁγίου Βλασίου

Κατὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Βλασίου, ἑπτὰ γυναῖκες, οἱ ὁποῖες τὸν ἀκολουθοῦσαν,

αἰσθάνθηκαν
τόση ἀγανάκτηση γιὰ τὴν σκληρὴ ἀδικία καὶ θαυμασμὸ γιὰ τὸν Ἅγιο, ὥστε
ἔλεγξαν τὸν ἔπαρχο Ἀγρικόλα καὶ διεκήρυξαν μὲ παρρησία τὴν πίστη τους
στὸν Χριστό. Γιὰ τὴν ὁμολογία τους αὐτὴ ἀποκεφαλίσθηκαν καί, ἔτσι ἔλαβαν
τοὺς στέφανους τοῦ Μαρτυρίου.

Μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Βλάσιο ἤσαν στὴν
φυλακὴ καὶ δυὸ νέοι, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος κατήχησε καὶ βάπτισε. Καὶ οἱ
δυὸ συνάθλησαν μετὰ τοῦ Ἁγίου καὶ κατέστησαν κοινωνοὶ τοῦ μαρτυρικοῦ
θανάτου αὐτοῦ καὶ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

Εὕρεση Τιμίων Λειψάνων τοῦ Ἁγίου Ζαχαρίου, Πατρὸς Ἰωάννου Προδρόμου

Τὰ
ἱερὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου Ζαχαρίου (τιμᾶται 5 Σεπτεμβρίου) ἀνευρέθησαν,
κατὰ πληροφορία τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Δοσιθέου, τὸ ἔτος 415 μ.Χ.,
στὴν Ἐλευθερούπολη τῆς Παλαιστίνης ἐπὶ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ
(408-450 μ.Χ.) ἀπὸ κάποιον ποὺ ὀνομαζόταν Καλήμερος. Τὰ ἱερὰ λείψανα
μαζὶ μὲ τὸ σκήνωμα τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ υἱοῦ Ἰακώβ, κατατέθηκαν στὴ Μεγάλη
Ἐκκλησία.

Περὶ τῆς μετακομιδῆς δὲ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Προφήτου
Ζαχαρίου στὴ Βενετία τῆς Ἰταλίας γράφει ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων
Νεκτάριος.

Ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἡ Βασίλισσα


Ἁγία Θεοδώρα, ἡ βασίλισσα, γεννήθηκε στὴν Ἔβεσσα τῆς Παφλαγονίας, τὸ
815 μ.Χ., ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς, τὸν δρουγγάριο Μαρίνο καὶ τὴν ἐνάρετη
Θεοκτίστη ποὺ διακρινόταν γιὰ τὴν εὐλάβειά της καὶ τὴν προσήλωσή της
στὴν ὀρθόδοξη πίστη.

Ἡ Ἁγία εἶχε τρεῖς ἄλλες ἀδελφές, τὴ Σοφία, τήν
Μαρία καὶ τὴν Εἰρήνη καὶ δυὸ ἀδελφούς, τὸν Βάρδα καὶ τὸν Πετρωνᾶ. Τὸ
ἔτος 830 μ.Χ. νυμφεύθηκε τὸν αὐτοκράτορα Θεόφιλο (829-842 μ.Χ.), ὁ
ὁποῖος ἦταν εἰκονομάχος. Παρὰ τὸ εἰκονομαχικὸ κλίμα ποὺ ἐπικρατοῦσε, ἡ
Θεοδώρα ἐξακολουθοῦσε νὰ τιμᾷ τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ νὰ τὶς φυλάσσει
κρυφὰ στὰ δώματά της. Ἡ μητέρα της, Θεοκτίστη, ἐγκατέλειψε τὰ ἀνάκτορα
καὶ ἀποσύρθηκε σὲ γυναικεία μονή, τὴν ὁποία ἡ ἴδια εἶχε ἱδρύσει.

Τὸ
842 μ.Χ. ὁ Θεόφιλος πέθανε καὶ ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἀνέλαβε τὴν βασιλεία καὶ
τὴν ἐποπτεία τοῦ ἀνήλικου υἱοῦ της Μιχαήλ, μὲ συνεπιτρόπους τὸν ἀδελφό
της Βάρδα, τὸν ἐκ τοῦ πατέρα της θείου της, ποὺ ἦταν μάγιστρος καὶ τὸν
λογοθέτη Θεόκτιστο. Ἡ πρώτη ἐνέργεια ἦταν ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ εἰκονομάχου
Πατριάρχου Ἰωάννου καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου (τιμᾶται 14 Ἰουνίου).
Ἡ Σύνοδος, ποὺ συνῆλθε στὶς 11 Μαρτίου τοῦ 843 μ.Χ., ἀποφάσισε τὴν
ἀναστήλωση τῶν Ἁγίων εἰκόνων καὶ ἀνόρθωσε τὴν διδασκαλία τῆς Ζ’
Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγαλοπρεπὴς πανήγυρη ἐτελέσθη τὴν Α’ Κυριακὴ
τῶν Νηστειῶν, στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ποὺ ἀπὸ τότε καθιερώθηκε ὡς
Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ζήτημα τῶν εἰκόνων, τὴν
Ἁγία Θεοδώρα ἀπασχόλησαν καὶ ἄλλοι ποικίλοι ἐσωτερικοὶ καὶ ἐξωτερικοὶ
περισπασμοί, ὅπως οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Ἀράβων στὴ Σικελία καὶ Μικρὰ Ἀσία, οἱ
ἐπαναστάσεις τῶν Σλάβων τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν Παυλιανιτῶν τῆς Μικρᾶς
Ἀσίας, οἱ ἐκστρατεῖες κατὰ τῶν Ἀράβων τῆς Κρήτης, τῆς Συρίας καὶ τῆς
Αἰγύπτου, καὶ οἱ περιπλοκὲς μὲ τὸν ἡγεμόνα τῶν Βουλγάρων Βόγορι, τὸν
ὁποῖο ὁδήγησε στὴν Ὀρθοδοξία. Ἔτσι, ἐμπιστεύτηκε τὴν ἀνατροφὴ τοῦ υἱοῦ
της στὸν ἀδελφό της Βάρδα, ὁ ὁποῖος, μὲ σκοπὸ τὸ δικό του συμφέρον,
ἐνθάρρυνε καὶ ἐνίσχυε κάθε ροπὴ τοῦ νεαροῦ βασιλέως πρὸς τὴν ἀκολασία. Ἡ
δολοφονία τοῦ λογοθέτου Νεοκτίστου κατέστησε τὸν ἀδελφὸ τῆς Ἁγίας
πανίσχυρο, ὥστε νὰ περιφρονεῖ καὶ νὰ ἀπειλεῖ καὶ τὴν ἴδια.

Ἀργότερα, ὁ
ἴδιος ὁ υἱὸς τῆς Ἁγίας, Μιχαήλ, καὶ ὁ ἀδελφός της Βάρδας, διέταξαν τὸν
ἐγκλεισμό της, μαζὶ μὲ τὶς θυγατέρες της Ἄννα, Θέκλα, Ἀναστασία, Μαρία
καὶ Πουλχερία, στὴ μονλη Γαστριῶν, στὴν περιοχὴ τῶν Ὑψομαθείων καὶ τὴν
κουρά της ὡς μοναχῆς. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἀφοσιώθηκε στὴν προσευχὴ καὶ
στὴν ἄσκηση. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 867 μ.Χ., τὸ δὲ ἱερὸ
λείψανό της φυλάσσεται μὲ εὐλάβεια στὸ ναὸ τῆς Παναγίας Σπηλαιωτίσσης
στὴν Κέρκυρα.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Δωρεῶν
τῶν ἐνθέων οὖσα ἐπώνυμος, τὴν Ἐκκλησίαν φαιδρύνεις βασιλικαὶς δωρεαίς,
ὡς θεόγλυπτος εἰκὼν θείας φρονήσεως, τῶν γὰρ Εἰκόνων τῶν σεπτῶν, τὴν
τιμὴν ὡς σχετικήν, ἐτράνωσας Θεοδώρα, τῶν Βασιλίδων ἄκρατης, τῶν
Ὀρθοδόξων ἐγκαλλώπισμα.

Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ὁ ἱερομάρτυρας ἐξ Ἀκαρνανίας

Ὁ Ἅγιος
Βλάσιος γεννήθηκε πιθανῶς στὸ χωριὸ Σκλάβαινα τῆς Ἀκαρνανίας περὶ τὰ
τέλη τοῦ 10ου αἰῶνα ἢ τὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνα μ.Χ., ὅπου τὸ ἔτος 1923
βρέθηκε ὁ τάφος του καὶ τὸ τίμιο λείψανό του. Ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν
Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, στὴν παλιὰ Κιάφα – Σκλάβαινα τῆς ἐπαρχίας
Βόνιτσας καὶ Ξηρομέρου, στὴν ὁποία διετέλεσε καὶ ἡγούμενος. Μαρτύρησε τὸ
ἔτος 1006 ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνοὺς πειρατὲς μαζὶ μὲ πέντε συμμοναστές του. Τὸ
μαρτύριό του φανέρωσε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος σὲ πολλοὺς εὐσεβεῖς ἱερεῖς καὶ
Χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς.

Ὁ Ἅγιος Γαβριὴλ ὁ βασιλέας


Ἅγιος Γαβριὴλ (Βσεβολόδος Μστισλάβιτς), υἱὸς τοῦ μεγάλου Ρώσου
ἡγεμόνος, ἐπὶ πολλὰ ἔτη καταπολέμησε, ὡς Πρίγκιπας τοῦ Νόβγκοροντ, τὶς
διαμάχες μεταξὺ τῶν διαφόρων Ρώσων ἡγεμόνων. Μετὰ τὴν κοίμηση αὐτοῦ, τὸ
ἔτος 1138 μ.Χ., ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε Ἅγιο καὶ θαυματουργὸ τὸ
ἔτος 1549.
Ὁ Ὅσιος Δημήτριος ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Δημήτριος τοῦ Πριλοὺκ γεννήθηκε στὴν περιοχὴ Περεγιασλὰβ Ζαλέσκ
τῆς Ρωσίας κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ οἰκογένεια πλούσια καὶ εὐσεβῆ.
Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἵδρυσε μονὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο
Νικόλαο.

Τὸ ἔτος 1354 ὁ Ἅγιος Δημήτριος συναντήθηκε μὰ τὸν Ἅγιο
Σέργιο τοῦ Ραντονέζ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στὸ Περεγιασλὰβ γιὰ νὰ
ἐπισκεφθεῖ τὸν Μητροπολίτη Ἀθανάσιο. Ἀπὸ τότε οἱ δυὸ Ἅγιοι συνδέθηκαν
διὰ φιλίας.

Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἐξαπλώθηκε τόσο πολύ, ὥστε ὁ μέγας
πρίγκιπας Δημήτριος Ἰωάννοβιτς τοῦ ζήτησε νὰ γίνει Πνευματικὸς Πατέρας
τῶν τέκνων του.

Ὅμως ὁ Ἅγιος ἐπιθυμοῦσε τὴ μοναχικὴ ἡσυχία. Ὑπὸ τὴν
ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Σεργίου ἀποσύρεται σὲ ἀπομακρυσμένο τόπο καὶ
ἐγκαθίσταται βόρεια μὲ τὸν μαθητή του Παχώμιο.

Στὰ δάση τῆς περιοχῆς
Βολογκντᾶ, κοντὰ στὸν ποταμὸ Βελίκα, ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ
Κυρίου καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ θέσει τὰ θεμέλια γιὰ τὴν ἀνέγερση μονῆς. Ὅμως
οἱ ντόπιοι, μὲ τὸν φόβο ὅτι τὰ χωράφια τῆς περιοχῆς θὰ γίνονταν
μοναστηριακὴ περιουσία, ἀντέδρασαν καὶ ζήτησαν ἀπὸ τοὺς δυὸ μοναχοὺς νὰ
ἀποχωρήσουν. Ἐκεῖνοι, χωρὶς νὰ θέλουν νὰ ἐπιβαρύνουν κανένα μὲ τὴν
παρουσία τους, μὲ πικρία ἀπεχώρησαν.

Ὁ Ὅσιος Δημήτριος τότε συνέστησε
τὴν πρώτη κοινοβιακὴ μονὴ στὸ ρωσικὸ βορρᾶ. Τὸ ἔτος 1372, μὲ τὴν
πολύτιμη βοήθεια τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἀποπερατώθηκε ὁ ξύλινος
καθεδρικὸς ναὸς τοῦ Σωτῆρος καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου ἄρχισε νὰ
προσελκύει μαθητὲς καὶ μοναχοὺς ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς γενέτειράς
του.

Στὴ  νέα μοναστικὴ κοινότητα ὁ Ὅσιος συνδύαζε τὴν προσευχὴ μὲ
τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ νηστεία, ἀλλὰ καὶ τὴν φιλανθρωπία. Φρόντιζε γιὰ
τὸ συσσίτιο τῶν πεινώντων, φιλοξενοῦσε ἀστέγους, βοηθοῦσε τοὺς πτωχούς,
παρηγοροῦσε τοὺς θλιμμένους καὶ συμβούλευε πνευματικὰ ὅσους προσέτρεχαν
καὶ ζητοῦσαν τὸν Κύριο. Τὶς δωρεὲς τῶν πιστῶν πρὸς τὴ μονή, τὶς δεχόταν
μὲ διάκριση καὶ προσοχὴ καὶ τὰ διαχειριζόταν μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ δὲν
προκαλοῦσε, ἀφοῦ πρόσεχε ἰδιαίτερα νὰ μὴν καλλιεργεῖται στὴν καρδιὰ τῶν
μοναχῶν κοσμικὸ φρόνημα.

Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς
διακρίσεως. Ἀφοῦ ἔζησε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του θεοφιλῶς καὶ θεαρέστως, ὁ
Ὅσιος Δημήτριος κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας τὸ ἔτος 1392.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Σερβίας


Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στὴν πόλη Κράτοβα τῆς Σερβίας ἀπὸ
γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴ Σάρρα. Ἀπὸ πολὺ μικρὴ ἡλικία
ἐπιδόθηκε στὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου καὶ ἀργότερα ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ
χρυσοχόου.

Ἔχασε τὸν πατέρα του σὲ νεαρὴ ἡλικία καὶ φοβούμενος μήπως,
λόγω τῆς ὡραιότητάς του, ἀπαχθεῖ στὴν αὐλὴ τοῦ σουλτάνου Βαγιατζῆ Β’
(1481-1512 μ.Χ.), ᾖλθε στὴν Βουλγαρία καὶ παρέμεινε στὴ Σόφια πλησίον
ἐνὸς ἱερέα ποὺ ὀνομαζόταν Πέτρος. Ὁ ἱερέας ἐκεῖνος τοῦ παρέσχε κάθε μέσο
γιὰ νὰ διδαχθεῖ τὰ ἱερὰ γράμματα.

Καὶ ἔτσι ὁ Ἅγιος ζοῦσε βίο θεοφιλῆ
καὶ ἀσκητικό.

Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ τὸν ἐξισλαμίσουν καὶ γιὰ τὸ
λόγο αὐτὸ μεταχειρίστηκαν ἕναν ἔμπειρο μουσουλμάνο διδάσκαλο, ὁ ὁποῖος
σὰν ἀφορμὴ γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Γεώργιο προσκόμισε σὲ αὐτὸν χρυσὸ γιὰ
κατασκευὴ κοσμήματος. Κατὰ τὶς ἐπαφὲς μαζί του ὁ Γεώργιος ἀπέδειξε ὅτι ἡ
μόνη ἀληθινὴ πίστη εἶναι ἡ Χριστιανικὴ καὶ ἤλεγξε ὡς ψευδῆ τὴν
μουσουλμανικὴ θρησκεία.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁδηγήθηκε στὸν κριτή. Παρὰ
τὶς κολακεῖες, τὶς ὑποσχέσεις καὶ τὶς ἀπειλὲς ὁ Μάρτυρας παρέμεινε
σταθερὸς στὴν πατρῴα εὐσέβεια. Ὁ ἱερεὺς Πέτρος τὸν ἐπισκέφθηκε στὴν
φυλακή, τὸν ἀσπάσθηκε καὶ τοῦ εἶπε: «Χαῖρε, Γεώργιε, ἐσὺ σήμερα δόξασες
τὸν Χριστό, ὅπως κάποτε ὁ Πρωτομάρτυρας Στέφανος, καὶ ὁ νέος Στέφανος
τὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονομαχίας καὶ ἄλλοι πολλοὶ Ἅγιοι, γιατί παρόμοιο ἔργο
καὶ ἐσὺ ἔκανες».

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Ἅγιος ὁδηγήθηκε καὶ πάλι ἐνώπιον
τοῦ κριτοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ τὸν υἱοθετήσει καὶ θὰ τοῦ
χαρίσει ἀμέτρητα πλούτη καὶ δόξα, ἐὰν ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος καὶ
πάλι ἐξεδήλωσε τὴν διάθεσή του νὰ μαρτυρήσει καὶ ὁμολόγησε τὸν Χριστό.

Τότε
ὁ κριτής, ὑποκύπτοντας στὶς πιέσεις τοῦ ὄχλου, παρέδωσε τὸν Μάρτυρας
στὸ μαινόμενο πλῆθος, τὸ ὁποῖο τὸν ἔδεσε καὶ τὸν περιέφερε ἀνὰ τὶς ὁδοὺς
τῆς πόλεως. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀναδείχθηκε Μάρτυρας τῆς Πίστεως καὶ
ὑπέστη τὸν διὰ πυρᾶς θάνατο, τὸ ἔτος 1515 μ.Χ. στὴ Σόφια τῆς
Βουλγαρίας.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείω
Πνεύματι, ἀνακηρύξας, τὴν τοῦ Κτίσαντος, οἰκονομίαν, ἀθλητικῶς ἠγωνίσω
Γεώργιε καὶ τοῦ πυρὸς ἐνεγκῶν τὴν κατάφλεξιν, καταδροσίζεις ἠμᾶς θείαις
χάρισι. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα
ἔλεος.


Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Κασσιανὸς τοῦ Μποσόι ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ μονὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς
Θεοτόκου Βολοκολὰμκ τῆς Ρωσίας, ὅπου ἦταν ἡγούμενος ὁ ὅσιος Ἰωσὴφ
(τιμᾶται 9 Σεπτεμβρίου).

Ὁ Ὅσιος Κασσιανὸς κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1532
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr

10 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Χαραλάμπους Ἱερομάρτυρα, τῶν Ἁγίων Βάπτου, Πορφυρίου καὶ τῶν τριῶν γυναικῶν Μαρτύρων, τῶν Ἁγίων Πρθένων Ἐνναθᾶ, Οὐαλεντίνης καὶ Παύλου Μαρτύρων, Ζήνωνος τοῦ Ταχυδρόμου, Ἀναστασίου Πατριάρχου, μνήμη Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοὶς Ἀρεοβίνδου, Ἄννης Πριγκίπισσας, Προχόρου Ὁσίου, Βασιλείου Ἀρχιεπισκόπου, Ἰωάννου τοῦ Φιλοσόφου, Λογγίνου τοῦ Ἐρημίτου, Ἁγίων Πάντως Ἱεραρχῶν Νόβγκοροντ Ρωσίας, Ἀνάμνηση θαύματος Ζακύνθου, διήγηση περὶ ὑπακοῆς στοὺς γονεῖς.
Ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος ὁ Ἱερομάρτυρας


Ἅγιος Χαράλαμπος ἦταν ἱερεὺς στὴ Μαγνησία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἔζησε
ἐπὶ αὐτοκρατορίας τοῦ Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.). Ὅταν τὸ ἔτος 198
μ.Χ. ὁ Σέβηρος ἐξαπέλυσε ἀπηνῆ διωγμὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος
τῆς Μαγνησίας Λουκιανός, συνέλαβε τὸν Ἅγιο καὶ τοῦ ζήτησε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν
πίστη του.

Ὅμως ὁ Ἅγιος ὄχι μόνο δὲν τὸ ἔκανε αὐτό, ἀλλὰ ἀντίθετα
ὁμολόγησε στὸν ἔπαρχο τὴν προσήλωσή του στὸν Χριστὸ καὶ δήλωσε μὲ
παρρησία ὅτι σὲ ὁποιοδήποτε βασανιστήριο καὶ νὰ ὑποβληθεῖ δὲν πρόκειται
νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Τότε ἡ σκοτισμένη καὶ σαρκικὴ ψυχὴ
τοῦ Λουκιανοῦ ἐπέτεινε τὴν ὀργή της καὶ διέταξε νὰ ἀρχίσουν τὰ φρικώδη
βασανιστήρια στὸ γέροντα ἱερέα.

Πρῶτα τὸν γύμνωσαν καὶ ὁ ἴδιος ὁ
Λουκιανός, παίρνοντας τὸ ξίφος του προσπάθησε νὰ πληγώσει τὸ σῶμα τοῦ
Ἁγίου. Ὅμως ἀποκόπηκαν τὰ χέρια του καὶ ἔμειναν κρεμασμένα στὸ σῶμα τοῦ
Ἱερομάρτυρα καὶ μόνο ὕστερα ἀπὸ προσευχὴ τοῦ Ἁγίου συγκολλήθηκαν αὐτὰ
πάλι στὸ σῶμα καὶ ὁ ἡγεμόνας κατέστη ὑγιής. Βλέποντας αὐτὸ τὸ θαῦμα τοῦ
Ἁγίου πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δημίους πίστεψαν στὸν ἀληθινὸ Θεό.

Μὲ τὸ ζόφο στὸ νοῦ καὶ μὲ τὴ θηριωδία στὴν
καρδιά, ὁ ἔπαρχος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ διαπομπεύσουν τὸν Ἅγιο καὶ νὰ τὸν
σύρουν διὰ μέσου τῆς πόλεως μὲ χαλινάρι. Τέλος, διέταξε τὸν ἀποκεφαλισμὸ
τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ μαρτύριό του ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς
δόξας.Τμήματα τῆς τιμίας κάρας αὐτοῦ φυλάσσονται στὴ ἱερὰ μονὴ Ἁγίου
Στεφάνου Μετεώρων καὶ στὸν ὁμώνυμο προσκυνηματικὸ ναὸ τῆς κωμοπόλεως
Θεσπιῶν τῆς Βοιωτίας.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς
στῦλος ἀκλόνητος, τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, καὶ λύχνος ἀείφωτος, τῆς
οἰκουμένης σοφέ, ἐδείχθης Χαράλαμπε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ τοῦ
μαρτυρίου, ἔλυσας καὶ εἰδώλων τὴν σκοτόμαιναν μάκαρ, διὸ ἐν παρρησίᾳ
Χριστῷ, πρέσβευε σωθήναι ἠμᾶς.

Κοντάκιον  Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Θησαυρὸν
πολύτιμον ἡ Ἐκκλησία, τὴν σὴν κάραν κέκτηται, Ἱερομάρτυς Ἀθλητά,
τροπαιοφόρε Χαράλαμπε, διὸ καὶ χαίρει τὸν Κτίστην δοξάζουσα.

Οἱ Ἅγιοι Βάπτος, Πορφύριος καὶ οἱ τρεῖς πιστεύσαντες γυναῖκες οἱ Μάρτυρες

Οἱ
Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες πίστεψαν στὸν Χριστὸ κατὰ τὸ φρικτὸ μαρτύριο τοῦ
Ἁγίου Χαραλάμπους. Μόλις εἶδαν τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου ποὺ ἐπιτελέσθηκε στὸν
ἔπαρχο Λουκιανό, οἱ δήμιοι Πορφύριος καὶ Βάπτος ἢ Δαῦκτος, ἀρνήθηκαν τὰ
εἴδωλα καὶ ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Τὸ ἴδιο ἔπραξαν καὶ τρεῖς ἀπὸ τὶς
παρευρισκόμενες ἐκεῖ γυναῖκες. Ὅλους αὐτοὺς τοὺς συνέλαβε ὁ Λουκιανὸς
καί, ἀφοῦ πρῶτα τοὺς ὑπέβαλλε σὲ φοβερὰ βασανιστήρια, ἀπέκοψε τὶς τίμιες
κεφαλὲς αὐτῶν.

Οἱ Ἅγιοι Ἐνναθά, Οὐαλεντίνα καὶ Παῦλος οἱ Παρθενομάρτυρες


Ἁγία Μάρτυς Ἐνναθὰ καταγόταν ἀπὸ τὴ Γάζα, ἡ δὲ Ἁγία Μάρτυς Οὐαλεντίνα
καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης. Μόλις ξέσπασε διωγμὸς
ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν, οἱ Ἅγιες συνελήφθησαν καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν
ἡγεμόνα Φιρμιλιανό, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν
Χριστό. Τότε ἐκεῖνος διέταξε νὰ μαστιγώσουν τὴν Μάρτυρα Ἐνναθὰ ἀνηλεῶς.

Στὴ συνέχεια, τὴν κράμασαν σὲ ξύλο καὶ τῆς ἔσκισαν τὰ πλευρά.


Ἁγία Οὐαλεντίνα, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ βλέπει τὴν ἀπανθρωπιὰ καὶ τὴ
θηριωδία τοῦ ἡγεμόνος, φανερώθηκε καὶ αὐτὴ ὡς Χριστιανή. Βιαζόμενη νὰ
προσφέρει θυσία στὰ εἴδωλα, ἀνέτρεψε τὸν βωμὸ τῶν εἰδώλων καὶ τὸν
κατέστρεψε. Ὁ τύραννος, μόλις εἶδε τὴν ἐνέργεια αὐτὴ τῆς Ἁγίας
Οὐαλεντίνης, τὴν παρέδωσε σὲ φρικώδη βασανιστήρια.

Ἀλλὰ τὸ συνεχιζόμενο μαρτύριο τῶν δυὸ Ἁγίων παρθένων γυναικῶν, προκάλεσε τὴν ἐμφάνιση κι ἄλλου ἀθλητῆ τῆς πίστεως.

Ἦταν
ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος θεώρησε καθῆκον του νὰ στηλιτεύσει τὴν ἀχόρταγη
θηριωδία τοῦ ἔπαρχου Φιρμιλιανοῦ. Τότε ὁ ἔπαρχος κορύφωσε τὴν κακουργία
του. Κατὰ διαταγή του οἱ δυὸ Ἁγίες ὁδηγήθηκαν σὲ θάνατο διὰ πυρὸς καὶ ὁ
Ἅγιος Παῦλος ἀποκεφαλίσθηκε. Ὁ πόθος τους ἐκπληρώθηκε καὶ οἱ Ἅγιοι
Μάρτυρες ἀνέβησαν στὰ ἀθάνατα καὶ μακάρια σκηνώματα τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Ὅσιος Ζήνων ὁ Ταχυδρόμος


Ὅσιος Ζήνων καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ ἦταν υἱὸς
πλουσίων ἀλλὰ καὶ ἐνάρετων γονέων. Ἐπὶ βασιλείας Οὐάλεντος (364-374
μ.Χ.), ἦταν διακομιστῆς τῆς ἀλληλογραφίας του. Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης
ὑποστήριζε τοὺς αἱρετικοὺς Ἀρειανούς, καὶ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος
προσπάθησε νὰ πιέσει διὰ τοῦ ἔπαρχου Μοδεστοῦ τὸν Μέγα Βασίλειο,
ἀναγκάστηκε ὅμως νὰ ὑποχωρήσει ἀπὸ τὴ σθεναρὴ στάση τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου. Ὁ
Ἅγιος Ζήνων, μολονότι ζοῦσε σὲ τέτοια ἀτμόσφαιρα, διατήρησε ἀκέραιο τὸ
Ὀρθόδοξο φρόνημά του.

Ὅταν πέθανε ὁ αὐτοκράτορας, ὁ Ὅσιος ἐγκατέλειψε
τὸ κοσμικὸ κυκεῶνα καὶ ἀκολούθησε τὸν μοναχικὸ βίο. Ἐγκαταστάθηκε σὲ
καλύβα στὸ ὄρος τοῦ Ἀντιόχου, κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἀσκήτευαν
πολλοὶ Ἅγιοι μοναχοί. Κοντὰ σὲ αὐτοὺς βρῆκε ἀνάπαυση ἡ καρδιὰ τοῦ Ἁγίου.


ζωή του ἦταν σκληρή, αὐστηρὴ καὶ τραχεία. Ἔτσι ἔλαβε χάρη ἀπὸ τὸν Θεὸ
καὶ ὁδήγησε πολλοὺς στὸ δρόμο τῆς εὐσέβειας, ἐνῷ στήριζε τοὺς νεότερους
μοναχοὺς στὴ μίμηση τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας. Ἦταν ὁ ἐπιδέξιος ἀδελφός, ὁ
εὔγλωττος χρωματιστῆς τῆς εὐτέλειας τῆς κοσμικῆς ματαιότητας καὶ τῆς
ὑπεροχῆς τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης καὶ ἡσυχίας.

Ὁ ὅσιος Ζήνων κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας.

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων


Ἅγιος Ἀναστάσιος διετέλεσε Πατριάρχης Ἱεροσολύμων κατὰ τὸ ἔτος 706 μ.Χ.
καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴ φιλόθεη πολιτεία του καὶ τὴν εὐσέβειά του. Ἔχασε
δὲ τὸν θρόνο του ὑποστηρίζοντας τὶς Ἀποφάσεις καὶ τοὺς Ὅρους τῆς Δ’
Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451 μ.Χ.), ὅταν ὑπέγραψε τὰ Πρακτικὰ τῆς ἐν
Τρούλλῳ Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (691 μ.Χ.). Εἶναι ἐσφαλμένη ἡ
ἀναγραφὴ σὲ πολλοὺς Συναξαριστὲς τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου ὡς Πατριάρχου
Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ διαδέχθηκε τὸν Ἅγιο Πατριάρχη Γερμανὸ (τιμᾶται
12 Μαΐου), διότι ὁ Πατριάρχης Ἀναστάσιος ποὺ διαδέχθηκε τὸν Ἅγιο Γερμανὸ
ἦταν εἰκονομάχος καὶ μισητὸς στὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοὶς Ἀρεοβίνδου


ναὸς αὐτὸς ὑπῆρχε ἀπέναντι τῆς βασιλικῆς πύλης (Μπαλατᾶ), στὸ σημερινὸ
Χάσκιοϊ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ κτίσθηκε τὸ ἔτος 598 μ.Χ. ἀπὸ τὸν
ἀδελφὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαυρικίου (582-602 μ.Χ.), Πέτρο. Τὸ ὄνομα
Ἀρεόβινδος εἶχαν ἐπιφανεῖς στρατιωτικοὶ τῆς Ἀνατολῆς.
Ἡ Ὁσία Ἄννα ἡ Πριγκίπισσα


Ὁσία Ἄννα γεννήθηκε στὴ Ρωσία καὶ ἦταν σύζυγος τοῦ ἡγεμόνα Γιαροσλάβου.
Ἐργάσθηκε ἀποστολικὰ γιὰ τὴν στερέωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ
ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, γιὰ νὰ ζήσει σὲ μοναστῆρι μὲ ἡσυχία καὶ προσευχή.
Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1056. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη της
καὶ στὶς 17 Ὀκτωβρίου.

Ὁ Ὅσιος Πρόχορος ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Πρόχορος καταγόταν ἀπὸ τὸ Σμολὲνκ τῆς Ρωσίας καὶ ἀκολούθησε τὸν
μοναχικὸ βίο γενόμενος μοναχὸς στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου ἀπὸ τὸν
ἡγούμενο Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἔνιωσε τὸν ἔνθεο ζῆλο τοῦ Προχόρου. Ὁ Ὅσιος
ἀγωνιζόταν μὲ μεγάλη αὐστηρότητα καὶ ἀκρίβεια στὶς ἀρχὲς τῆς μοναχικῆς
πολιτείας.

Ἐκεῖνο ποὺ τὸν διέκρινε ἦταν ἡ νηστεία. Ποτὲ δὲν γευόταν
ἄλλη τροφὴ ἐκτὸς ἀπὸ νερὸ καὶ ψωμὶ ποὺ ἦταν φτιαγμένο ἀπὸ λοποτιὰ ἢ
ἀρνόγλωσσο, ἕνα πικρὸ φυτό(στὰ ρώσικα λέγεται «λέμπεντα»). Γι’ αὐτὸ καὶ
ἐπικαλεῖται «Λεμπεντιώτης». Καὶ ὁ Ἅγιος Θεός, ποὺ ἔβλεπε τὴν ἄσκηση καὶ
τὴν ἀγάπη τοῦ Ὁσίου, μετέβαλε τὴν πίκρα αὐτοῦ τοῦ χόρτου σὲ γλυκύτητα.

Τὰ
χρόνια ποὺ ζοῦσε ὁ Ὅσιος ἦταν δύσκολα γιὰ τὴν Ρωσία καὶ τὸν λαό της. Οἱ
πολεμικὲς ἀναταραχὲς ἔφεραν πεῖνα. Ὁ θάνατος ἀπειλοῦσε τοὺς κατοίκους
τοῦ Κιέβου. Ὁ Ὅσιος, ἀκούραστα, μάζευε τὸ πικρὸ αὐτὸ χόρτο καὶ
καθημερινὰ ἑτοίμαζε ψωμιὰ καὶ τὰ μοίραζε στοὺς πεινασμένους ἀδελφούς
του.

Μερικοὶ θέλησαν νὰ μιμηθοῦν τὸν Ὅσιο καὶ νὰ φτιάξουν μόνοι τους
ψωμὶ ἀπὸ τὸ πικρὸ αὐτὸ χόρτο. Ἦταν ὅμως ἀδύνατο νὰ τὸ φάνε, γιατί ἦταν
πολὺ πικρό. Τότε κατάλαβαν ὅτι κάτι θαυμαστὸ συνέβαινε μὲ τὸν Ἅγιο
ἀσκητή, ὁ ὁποῖος ἐπιτελοῦσε τὸ ἔργο αὐτὸ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Στὸν
καιρὸ τοῦ Ὁσίου συνέβη καὶ ὁ ἐμφύλιος πόλεμος ἀνάμεσα στὸν ἡγεμόνα
Μιχαὴλ Σβιατοπὸλκ καὶ στοὺς πρίγκιπες τῶν πόλεων Βλαντιμὶρ καὶ
Περεμίσλσκ. Τὰ τρόφιμα ἔφθαναν δύσκολα στὸ Κίεβο καὶ τὸ πρόβλημα
μεγάλωσε ὅταν ἔπαψε νὰ ὑπάρχει ἁλάτι. Τότε ὁ Ὅσιος μάζεψε ἀπὸ τὰ κελιὰ
τῶν μοναχῶν ὅλη τὴν στάχτη καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Ἡ στάχτη ἔγινε
ἁλάτι, τὸ ὁποῖο ὁ Ὅσιος μοίραζε καὶ δὲν τελείωνε ποτέ.

Οἱ ἔμποροι
παραπονέθηκαν τότε στὸν σκληρὸ ἡγεμόνα Μιχαὴλ Σβιατοπόλκ, ὁ ὁποῖος ἔδωσε
ἐντολὴ νὰ μεταφέρουν τὸ ἁλάτι στὴν αὐλή, γιὰ νὰ τὸ πωλεῖ αὐτός. Τότε τὸ
ἁλάτι ἔγινε πάλι στάχτη καὶ ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύφθηκε, γιὰ νὰ δοξασθεῖ τὸ
Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡγεμόνας, συντετριμμένος, πῆγε στὴ μονὴ τῶν Σπηλαίων
καὶ προσέπεσε μὲ ταπείνωση στὸν Ὅσιο, ὁ ὁποῖος προφήτεψε τὴ νίκη τοῦ
ἡγεμόνος κατὰ τῶν Πολόφτσων.

Ὁ Ὅσιος Πρόχορος κοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ
ἔτος 1107. Ὁ ἡγεμόνας Μιχαὴλ Σβιατοπὸλκ δακρυσμένος ἐνταφίασε τὸ σκήνωμα
τοῦ Ὁσίου κοντὰ στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου τῶν Σπηλαίων.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος Ἀρχιεπίσκοπος Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας


Ἅγιος Βασίλειος ἐξελέγη Μητροπολίτης  τοῦ Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας τὸ 1329
καὶ χειροτονήθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ. Συνέγραψε τὸ
προσφιλὲς ἀνάγνωσμα «Ὁ παράδεισος ἐπὶ τῆς γῆς». Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ
ἔτος 1352.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Φιλόσοφος


Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ ἐπιλεγόμενος Φιλόσοφος λόγω τῶν ἐξαιρετικῶν σπουδῶν
του στὴ θεολογία καὶ φιλοσοφία, ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 11ου καὶ ἀρχὲς
τοῦ 12ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ Γεωργία. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ὅσιος Λογγίνος ὁ Ἐρημίτης


Ὅσιος Λογγίνος τοῦ Κορυάζχεμκ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρωσία. Ἀσκήτεψε ἀρχικὰ
στὴ μονὴ Ἁγίου Παύλου τῆς Ὀμπνόρα καὶ στὴ συνέχεια στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων
Βορίδος καὶ Γκλὲμπ τοῦ Σολβυτσέγκοντ καὶ στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Κορνηλίου
τῆς περιοχῆς Κομέλ. Ἀπὸ ἐκεῖ, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν μοναχὸ Συμεών, ᾖλθε
σὲ ἐρημητήριο ποὺ ἦταν στὶς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ Κορυαζχέμα. Ἐκεῖ ἀνήγειρε
κελιὰ καὶ ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Νικόλαο.

Ὁ Ὅσιος Λογγίνος
κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1540. Μετὰ 16 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμηση αὐτοῦ,
τὸ τίμιο λείψανό του μεταφέρθηκε μέσα στὸ ναό.
Οἱ Ἅγιοι πάντες Ἱεράρχες ἐν Νόβγκοροντ τῆς Ρωσίας


ἑορτὴ αὐτὴ καθιερώθηκε μετὰ τὴ φανέρωση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου,
Ἀρχιεπισκόπου Νόβγκοροντ (κοιμήθηκε 7 Σεπτεμβρίου 1186) στὸν Ἅγιο
Εὐθύμιο, Ἀρχιεπίσκοπο Νόβγκοροντ (κοιμήθηκε 11 Μαρτίου 1458), ὁ ὁποῖος
τοῦ εἶπε νὰ ἑορτάζει μὲ ἀγρυπνία στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας
τοὺς μακαρίους Ἱεράρχες τῆς τοπικῆς αὐτῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εὐαρέστησαν μὲ
τὸ βίο καὶ τοὺς ἀγῶνες τους τὸν Θεό. Ἐπίσης, ἡ ἑορτὴ αὐτὴ ἐπιτελεῖται
στὶς 4 Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου Ἰεροθέου, Ἐπισκόπου Ἀθηνῶν,
σύμφωνα μὲ ὅσα εἶπε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, καὶ τὴν Τρίτη Κυριακὴ μετὰ τὴν
Πεντηκοστή.

Οἱ Ἅγιοι Ἱεράρχες εἶναι :

Ἰωακεὶμ (κοιμήθηκε 1030),
Λουκᾶς (κοιμήθηκε 1060), Γερμανὸς (κοιμήθηκε 1096), Ἀρκάδιος (κοιμήθηκε
1162), Γρηγόριος (κοιμήθηκε 1193), Μαρτύριος (κοιμήθηκε 1199), Ἀντώνιος
(κοιμήθηκε 1231), Βασίλειος (κοιμήθηκε 1352), Συμεὼν (κοιμήθηκε 1421),
Γεννάδιος (κοιμήθηκε 1505), Ποιμὴν (κοιμήθηκε 1571), Ἀφθόνιος (κοιμήθηκε
1652).

Ἀνάμνηση Θαύματος ἀπαλλαγῆς νήσου Ζακύνθου ἐκ τῆς πανώλης

Ὅταν
τὸ ἔτος 1728 ἐνέσκυψε στὴ νῆσο τῆς Ζακύνθου πανοῦκλα, οἱ Χριστιανοὶ
ἐστράφησαν στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο καὶ ζήτησαν τὴν μεσιτεία του. Ἀποφάσισαν
μάλιστα νὰ οἰκοδομήσουν ναὸ πρὸς τιμή του ὡς ἱκεσία καὶ ὑπὲρ τῆς
ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ τὴν συμφορά.
Διήγηση περὶ ὑπακοῆς στοὺς γονεῖς καὶ σεβασμοῦ τῆς ἱερῆς Λειτουργίας

Περιληπτικὰ ἡ διήγηση ἔχει ὡς ἕξης:

Στὶς
ἥμερες τοῦ βασιλιὰ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379-395), ἦταν στὴν
Κωνσταντινούπολη κάποιος ἄνθρωπος ἐνάρετος καὶ πλούσιος, ποὺ ὀνομαζόταν
Ἰουλιανός. Αὐτὸς εἶχε καὶ ἕνα γιό, ποὺ τὸν ἔλεγαν Θεόφιλο. Ὅταν γέρασε,
ἔπεσε σὲ μεγάλη φτώχεια καὶ τότε κάλεσε τὸν γιό του γιὰ νὰ τοῦ πεῖ κάτι
σημαντικό.

Τοῦ ζήτησε λοιπὸν νὰ τὸν πουλήσει σὰν δοῦλο του, γιὰ νὰ
ἀνταπεξέλθει στὶς ἀνάγκες τῶν τελευταίων χρόνων τῆς ζωῆς του. Ἀλλὰ μὲ
τὴν ὑπόσχεση ὅτι θὰ ἔκανε πλήρη ὑπακοὴ στὸν ἀφέντη του καὶ ὅταν εἶχε
θεία Λειτουργία, πρῶτα θὰ πήγαινε σ’ αὐτὴ καὶ ἔπειτα θὰ συνέχιζε πρόθυμα
τὴν ὑπηρεσία του.

Ἔτσι θὰ εἶχε θαυματουργικὲς εὐεργεσίες ἀπὸ τὸν
Θεό. Ὁ ὑπάκουος γιὸς δέχτηκε τὸ αἴτημα τοῦ πατέρα του, ποὺ τὴν ἑπόμενη
μέρα τὸν πούλησε σ’ ἕναν πατρίκιο τοῦ παλατιοῦ, τὸν Κωνσταντῖνο. Αὐτὸς
ἀγάπησε πολὺ τὸν Θεόφιλο γιὰ τὴν προθυμία καὶ τὴν ἐργατικότητά του.

Κάποτε
ὅμως ὁ πατρίκιος ξέχασε τὸν χαρτοφύλακα στὸ δωμάτιό του καὶ ἔστειλε τὸν
Θεόφιλο νὰ τοῦ τὸν φέρει. Ὁ Θεόφιλος μπῆκε στὸ δωμάτιο τὴν ὥρα ποὺ ἡ
κυρία του μοιχευόταν μὲ ἕνα δοῦλο της. Ἀλλὰ ὁ Θεόφιλος ἐπάνω στὴ βιασύνη
του δὲν τοὺς πρόσεξε καὶ ἀφοῦ πῆρε τὸν χαρτοφύλακα βγῆκε ἀπὸ τὸ
δωμάτιο. Ἡ πονηρὴ ὅμως γυναῖκα τοῦ πατρικίου, συκοφάντησε τὸν Θεόφιλο
στὸν ἄντρα της ὅτι δῆθεν τὴ βίασε.

Τότε ὁ πατρίκιος θυμωμένος,
συνεννοήθηκε μὲ τὸν ἔπαρχο νὰ τοῦ στείλει τὸν Θεόφιλο γιὰ νὰ τὸν
ἀποκεφαλίσει. Στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔπαρχο, ὁ Θεόφιλος συνάντησε ναὸ ποὺ
εἶχε Θεία Λειτουργία καὶ μπῆκε μέσα γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ. Ἐπειδὴ ἀργοῦσε,
ὁ πονηρὸς δοῦλος εἶπε στὸν πατρίκιο νὰ πάει αὐτὸς νὰ φέρει τὸ κεφάλι
τοῦ Θεόφιλου, ποὺ θὰ ἦταν ἤδη κομμένο.

Ὅταν ἔφτασε στὸν ἔπαρχο ὁ
πονηρὸς δοῦλος, ὁ δήμιος ποὺ καραδοκοῦσε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα, νόμισε ὅτι
αὐτὸς εἶναι ὃ Θεόφιλος. Καὶ ἔτσι τοῦ ἔκοψε τὸ κεφάλι. Ἀμέσως μετὰ ἔφτασε
καὶ ὁ Θεόφιλος. Καὶ ἀφοῦ πῆρε τὸ σακὶ μὲ τὸ κεφάλι τὸ μετέφερε στὸν
πατρίκιο, χωρὶς νὰ γνωρίζει τίποτα.

Ὁ πατρίκιος καὶ ἰδιαίτερα ἡ
γυναῖκα του, ὅταν εἶδαν ζωντανὸ τὸν Θεόφιλο καὶ τὸ κεφάλι τοῦ πονηροῦ
δούλου μέσα στὸ σακί, ἔμειναν ἄφωνοι. Ἡ γυναῖκα τοῦ πατρικίου τότε,
ἔντρομη γιὰ τὴ θεία δίκη, ἐξομολογήθηκε τὴν ἀλήθεια στὸν ἄντρα της καὶ
ζήτησε δημόσια συγχώρηση. Ἔτσι ὁ πατρίκιος, ἀγάπησε ἀκόμα περισσότερο
τὸν Θεόφιλο καὶ τὸν ἔκανε κληρονόμο σ’ ὅλη του τὴν περιουσία.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

9 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Νικηφόρου Μάρτυρα, Μαρκέλλου καὶ Παγκρατίου, Φιλαγρίου Ἐπισκόπου, Ἄμμωνος καὶ Ἀλεξάνδρου ἐκ Κύπρου, Ρωμανοῦ τοῦ Κίλικος, Πέτρου Δαμασκηνοῦ, Νικηφόρου καὶ Γενναδίου Ὁσίων, Ἀνακομιδὴ Λειψάνων Ἰννοκεντίου ἐκ Ρωσίας.

Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Μάρτυρας


Ἅγιος Νικηφόρος ἔζησε στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Βαλεριανοῦ (253-259
μ.Χ.) καὶ Γαληίνου (259-268 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια.

Δυστυχῶς, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας, ποὺ
ὀνομαζόταν Σαπρίκιος, ἔθρεψε στὴν ψυχή του ἀνεξήγητο μῖσος κατὰ τοῦ
Ἁγίου, ὁ ὁποῖος ὅμως ἐνέμενε στὴν ταπεινοφροσύνη. Ἡ ἀποστροφὴ τοῦ ἱερέως
Σαπρικίου τὸν λυποῦσε χωρὶς νὰ τὸν παροργίζει. Καὶ προσευχόταν μὲ ὅλη
του τὴν καρδιὰ πρὸς τὸν Θεό, γιὰ νὰ μαλακώσει ἡ σκληρότητα τοῦ ἀδελφοῦ
του.

Ὅταν τὸ ἔτος 257 μ.Χ. ξέσπασε μεγάλος διωγμὸς κατὰ τῶν Χριστιανῶν,
συνελήφθησαν πολλοὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Σαπρίκιος. Μόλις ὁ Ἅγιος
πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, ἔτρεξε κοντά του καὶ παρακάλεσε τὸν Σαπρίκιο
νὰ τοῦ δώσει τὸν ἀσπασμὸ καὶ τὴν εὐλογία του. Ὁ Σαπρίκιος τὸν κοίταξε
περιφρονητικὰ καὶ ἀρνήθηκε, λησμονώντας ὅτι ἡ πίστη χωρὶς τὴν ἀγάπη δὲν
ὠφελεῖ. Καὶ ὅμως ὁ Ἅγιος Νικηφόρος δὲν ἀπελπίσθηκε.

Καὶ ὅταν εἶδε τὸν Σαπρίκιο νὰ ὑποφέρει μὲ καρτερία τοὺς βασανισμούς,
ζήτησε ἀκόμη περισσότερο τὴν συνδιαλλαγὴ μὲ αὐτόν, ποὺ ἔφερε στὸ σῶμα
του τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ. Τὸν πλησιάζει καὶ πάλι, ἀσπάζεται τὶς
πληγές του καὶ τὸν ἱκετεύει νὰ τὸν συγχωρήσει.

 Ὁ Σαπρίκιος καὶ κατ’ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ὥρα τοῦ μαρτυρίου ἀπέκρουε ἀπὸ τὴν
καρδιά του τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταπείνωση. Ἡ ἀγάπη εἶχε φονευθεῖ ἐντός
του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ τὸν ἐγκατέλειψε. Λίγο πρὶν τὴν ὥρα τοῦ
ἀποκεφαλισμοῦ δειλιάζει καὶ προχωρεῖ στὰ ἔσχατα τῆς ἀπώλειας. Ἀρνεῖται
τὸν Χριστὸ καὶ ζητᾷ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἡ ψυχὴ τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου πλημμύρισε ἀπὸ θλίψη καὶ ἀμέσως ἄρχισε νὰ
παρακαλεῖ τὸν Σαπρίκιο νὰ ἀναλάβει τὴν γενναιότητά του. Ἡ παράκληση τοῦ
Ἁγίου Νικηφόρου χαρακτηρίσθηκε ἀπὸ τὸν εἰδωλολάτρη ἔπαρχο ὡς ὁμολογία
Χριστοῦ.

Ἔτσι διέταξε νὰ ἀποκόψουν τὴν τίμια κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου, ὁ ὁποῖος
μετέβη στὰ οὐράνια σκηνώματα, συγκοινωνὸς καὶ κληρονόμος τῆς Βασιλείας
τοῦ Θεοῦ.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἀγάπη τοῦ Κτίσαντος, καταυγασθεῖς τὴν ψυχήν, τοῦ νόμου τῆς χάριτος,
ἐκπληρωτῆς ἀκριβής, ἐμφρόνως γεγένησαι, ὅθεν καὶ τὸν πλησίον, ὡς σαυτὸν
ἀγαπήσας, ἤθλησας Νικηφόρε, καὶ τὸν ὄφιν καθεῖλες, ἐντεῦθεν ἐν ὁμονοίᾳ,
ἠμᾶς διατήρησαν.

Κοντάκιον  Ἦχος γ’. Ἡ παρθένος σήμερον.

Πτερωθεῖς Ἀοίδιμε, τὴ τοῦ Κυρίου ἀγάπη, καὶ τὸν τούτου ἔνδοξε, Σταυρὸν
ἐπ’ ὤμων βαστάσας, ἤσχυνας τοῦ διαβόλου τᾶς μεθοδείας, ἤθλησας μέχρι
θανάτου καὶ ἀληθείας, διὰ τοῦτο ἀνεδείχθης, ὁπλίτης μύστης, Θεοῦ τῆς
Χάριτος.
Οἱ Ἅγιοι Μάρκελλος Ἐπίσκοπος Σικελίας καὶ Παγκράτιος Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ταυρομενίου

Οἱ
Ἅγιοι Μάρτυρες Μάρκελλος καὶ Παγκράτιος ἔζησαν κατὰ τὸν 1ο αἰῶνα μ.Χ.,
κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια καὶ ὑπῆρξαν μαθητὲς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων
Πέτρου καὶ Παύλου. Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος ἦταν προηγουμένως ὀπαδὸς τοῦ
Σίμωνος τοῦ Μάγου, ᾖλθε ὅμως στὴν ἀληθινὴ πίστη διὰ τῆς διδασκαλίας καὶ
τῶν θαυμάτων τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, τὸν ὁποῖο ἀπὸ τότε ἀκολούθησε στὶς
ἱεραποστολικές του περιοδεῖες.

Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως τῶν Συρακουσῶν
Σικελίας καί, ἀφοῦ ὁδήγησε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ πολλοὺς εἰδωλολάτρες,
κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Παγκράτιος ἐπισκέφθηκε μὲ τὸν πατέρα του, Ἅγιο Μάρκελλο, τὰ
Ἱεροσόλυμα καὶ βαπτίσθηκε ἐκεῖ σὲ νεαρὴ ἡλικία. Ἀκολούθησε καὶ αὐτὸς τὸν
Ἀπόστολο Πέτρο στὴν Ἀντιόχεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Κιλικία, ὅπου συνάντησε
τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ χειροτονήθηκε ἀπὸ αὐτὸν Ἐπίσκοπος Ταυρομενίου
τῆς Σικελίας.

Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος κήρυττε μὲ ἐνθουσιασμὸ στὰ πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν τὸ
Εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁδήγησε στὸν Χριστὸ τὸν ἡγεμόνα τοῦ τόπου
Βονιφάτιο. Ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ ἐθνικοὶ τῆς Σικελίας τὸν συνέλαβαν,
τὸν κρέμασαν καὶ τὸν ἔκαψαν ζωντανό. Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Παγκράτιος ἔλαβε τὸ
στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ τὴν μνήμη του καὶ
στὶς 9 Ἰουλίου.
Ὁ Ἅγιος Φιλάγριος Ἐπίσκοπος Κύπρου

Ὁ Ἅγιος Φιλάγριος ἔζησε κατὰ τὸν 1ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ
Ἀποστόλου Πέτρου. Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος καὶ ἀρχιεράτευσε στὴν Κύπρο.
Ἐκεῖ, ἀφοῦ δίδαξε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁδήγησε πολλοὺς ἐθνικοὺς στὴν
πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ ὑπέμεινε πολλὲς διώξεις ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς πίστεως.

Στὸν κώδικα τῆς Πετρουπόλεως ἀναγράφεται: «Φιλαγρίου ἐπισκόπου Κύπρου
τοῦ εἰς Κούριν». Ἴσως νὰ ἦταν Ἐπίσκοπος Κουρέων τῆς Κύπρου. Ὡς Ἐπίσκοπο
Κύπρου τιμᾷ τὸν Ἅγιο καὶ ἡ Μητρόπολη Λεμεσού. Ὅμως κατὰ τὸν Ἀρχιμανδρίτη
Κυπριανὸ ὁ Ἅγιος Φιλάγριος ὑπῆρξε Ἐπίσκοπος Σόλων. Ὁ Λεόντιος Μαχαιρᾶς
στὸ Χρονικόν του (15ος αἰῶνας μ.Χ.) τὸν θεωρεῖ Ἐπίσκοπο Πάφου.

Ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ὑπέμεινε πολλοὺς πειρασμοὺς ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ ἀπὸ τοὺς
πονηροὺς καὶ ἄπιστους ἀνθρώπους ποὺ δὲν σέβονταν τὸν Κύριο,
εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ μέχρι τὴν τελευταία του ἀναπνοή, κοιμήθηκε ὁσίως
μὲ εἰρήνη στὴν Σολέα τῆς Κύπρου.
Οἱ Ἅγιοι Ἄμμων καὶ Ἀλέξανδρος ἐκ Κύπρου

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ἄμμων καὶ Ἀλέξανδρος κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ ἦταν
μαθητὲς τοῦ Ὠριγένους. Μαρτύρησαν στὸν Σόλεα τῆς Κύπρου γιὰ τὴν πίστη
τοῦ Χριστοῦ, ἴσως κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου
(248-251 μ.Χ.).

Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς τοῦ Κίλικος

Ὁ Ὅσιος Ρωμανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Ρωσὸ τῆς Κιλικίας, ἀλλὰ διῆλθε
τὸν βίο τῶν εὐσεβῶν ἀγώνων του στὴν Ἀντιόχεια. Ἐκεῖ, στοὺς πρόποδες ἑνὸς
βουνοῦ, ἔκτισε μικρὸ κελί, στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε. Γιὰ τὴν ὁσιότητα τοῦ
βίου του, ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε πλούσια τὴν Χάρη του καὶ τὸν τίμησε μὲ τὴν
δύναμη τῆς θαυματουργίας.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητάς του ἔφερε πρὸς αὐτὸν πλήθη πιστῶν, ποὺ ζητοῦσαν τὴν
εὐχὴ καὶ τὴν εὐλογία του. Ἔτσι πολλὲς φορὲς ὁ Ὅσιος θεράπευε πολλοὺς
ποὺ ἔπασχαν ἀπὸ βαριὲς ἀσθένειες καὶ μὲ τὴν προσευχή του ἀπέκτησαν
παιδιὰ πολλὲς στεῖρες γυναῖκες.

Τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, μὲ τὸ ὁποῖο τὸν προίκισε ὁ Θεός, δὲν τὸν
ὁδήγησε ποτὲ στὴν ὑπερηφάνεια. Ἀντίθετα μάλιστα. Συχνὰ ὁ Ἅγιος
ἐπαναλάμβανε τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἀναφέρει ὅτι ἐκεῖνος ποὺ
νομίζει ὅτι στέκεται, ὀφείλει νὰ προσέχει νὰ μὴν πέσει.

Καὶ ἔλεγε, ἐπίσης, ὅτι τὸ σπουδαῖο δὲν εἶναι νά κάνεις θαύματα, ἀλλὰ νὰ
ἐργάζεσαι τὴν δικαιοσύνη καὶ νὰ φυλάττεις τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.

Ἔτσι, ἀφοῦ ἔζησε ὁ Ὅσιος Ρωμανός, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνὸς ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ὅσιος Πέτρος ἦταν ἱερεὺς καὶ θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Ἅγιο Νικόδημο ὡς
συγγραφεὺς τῆς Νιπτικῆς Βίβλου, ποὺ περιέχεται στὴ Φιλοκαλία. Τελειώθηκε
διὰ ξίφους τὸ ἔτος 775 μ.Χ.
Οἱ Ὅσιοι Νικηφόρος καὶ Γεννάδιος

Οἱ Ὅσιοι Νικηφόρος καὶ Γεννάδιος ἔγινα μοναχοὶ καὶ ἀσκήτεψαν στὴν ἔρημο
τῆς μονῆς Σβίρ, στὴν περιοχὴ Ὅλονετς τῆς Ρωσίας, κατὰ τὸν 16ο αἰῶνα μ.Χ.
Κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.

Εὕρεση Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἰννοκεντίου ἐκ Ρωσίας

Δεν έχουμε λεπτομέρειες για το γεγονός.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του Αγίου Ιννοκεντίου Επισκόπου Ιρκούτσκ της Ρωσίας, στις 26 Νοεμβρίου
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

8 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Θεοδώρου Στρατηλάτου, Ζαχαρίου Προφήτου, Μάρθας καὶ Μαρίας αὐταδέλφων, Λυκαρίωνος Ὁσιομάρτυρα, Νικηφόρου καὶ Στεφάνου Μαρτύρων, Περγέτου Μάρτυρος, Ἀγαθαγγέλου, Φιλαδέλφου καὶ Πολυκάρπου, Σάββα Ἀρχιεπισκόπου, Μακαρίου Ἐπισκόπου.
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στρατηλάτης ὁ Μεγαλομάρτυρας


Ἅγιος Θεόδωρος καταγόταν ἀπὸ τὰ Εὐχάιτα καὶ ἔζησε στὴν Ἡράκλεια τοῦ
Πόντου, στὴν ἀρχαία χώρα τῆς Βιθυνίας, ἐπὶ Λικινίου (307-323 μ.Χ.).
Κατεῖχε ἀνώτερο βαθμὸ στὸ στρατὸ τῆς Ἀνατολῆς. Στὸ Συναξάρι ἀναφέρεται,
ὅτι ἦταν «στρατιωτικὸς ἔνδοξος, ὡραῖος τὴν παράστασιν, εἴλκυεν εἰς
φιλίαν τοὺς πάντας καὶ διὰ τῆς λαμπρότητος τοῦ λόγου σαγήνευε τοὺς
ἀκούοντας».

Ὅταν ὁ Λικίνιος διέτριβε στὴ Νικομήδεια, ἄκουσε περὶ τοῦ
Θεοδώρου ὅτι εἶναι Χριστιανὸς καὶ βδελύσσεται τὰ εἴδωλα. Ἀμέσως
ἀπέστειλε στὴν Ἡράκλεια ἀνώτερους ἀξιωματούχους, γιὰ νὰ τὸν συνοδεύσουν
μὲ τιμὴ στὴ Νικομήδεια.

Ἀλλὰ ὁ Θεόδωρος διεμήνυσε διὰ τῶν ἰδίων
ἀπεσταλμένων στὸν Λικίνιο, ὅτι γιὰ πολλοὺς λόγους ἡ παρουσία του στὴν
Ἡράκλεια ἦταν συμφέρουσα καὶ τὸν προέτρεπε νὰ μεταβεῖ ἐκεῖ.

Ἀποδεχθεῖς τὴν πρόταση ὁ Λικίνιος μετέβη στὴν Ἡράκλεια, ὅπου τὸν
προϋπάντησε μὲ λαμπρότητα ὁ Θεόδωρος, πρὸς τὸν ὁποῖο ὁ Λικίνιος ἅπλωσε
τὸ χέρι, ἐλπίζοντας ὅτι διὰ τοῦ Θεοδώρου θὰ προσείλκυε τοὺς Χριστιανοὺς
στὴ θρησκεία τῶν εἰδώλων.

Κάποια ἡμέρα, ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὁ Λικίνιος
προέτρεψε τὸν Θεόδωρο νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Θεόδωρος ἀρνήθηκε καὶ
ζήτησε νὰ τοῦ δοθοῦν τὰ χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ ἀγαλματίδια τῶν θεῶν, γιὰ νὰ
προσφέρει αὐτὰ θυσία στὸν οἶκο του ἰδιωτικὰ καὶ μετὰ νὰ προσφέρει
δημόσια τὶς θυσίες. Πράγματι, ὁ Θεόδωρος ἔλαβε τὰ ἀγαλματίδια τὰ ὁποία
κομμάτιασε καὶ μοίρασε τὰ χρυσὰ καὶ ἀργυρὰ αὐτῶν στοὺς πτωχούς. Ὁ
ἑκατόνταρχος Μαξέντιος εἶδε τὴν κεφαλὴ τῆς θεᾶς Ἀφροδίτης στὰ χέρια ἐνὸς
πτωχοῦ καὶ κατέδωσε τὸ γεγονὸς στὸν Λικίνιο, ὁ ὁποῖος θεώρησε τὸν
Θεόδωρο ὡς ἐμπαίκτη καὶ καταφρονητὴ τῶν εἰδώλων. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν
συνέλαβαν καὶ ἀμέσως ἄρχισαν νὰ τὸν ὑποβάλλουν σὲ πολυειδεῖς τιμωρίες.

Τὸν κτυποῦσαν, ἔκαιγαν καὶ ἔγδερναν τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος.

Στὴν συνέχεια οἱ δήμιοι τὸν σταύρωσαν καὶ διαπέρασαν τὰ πόδια, τὰ χέρια
καὶ τὰ κρυφὰ μέλῃ του διὰ περόνης, τόξευσαν τὸ πρόσωπό του μὲ τέτοιο
τρόπο ὥστε νὰ ἐκχυθοῦν τὰ μάτια του καὶ τὸν ἄφησαν ἐπάνω στὸν σταυρό.

Ὁ Λικίνιος, φοβούμενος τὴν ὀργὴ τοῦ ὄχλου, διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν.
Ἔτσι ὁ φόβος παρεχώρησε τὴν θέση του στὴ χαρὰ καὶ ἡ λύπη καὶ ὁ κόπος
στὴν ἀνάπαυση.

Τὸ σεπτὸ σκήνωμά του μετετέθη, στὶς 8 Ἰουνίου, ἀπὸ τὴν
Ἡρακλεία στὸ προγονικὸ κτῆμα τοῦ Ἁγίου, στὰ Εὐχάιτα, κατὰ τὴν ἐπιθυμία
τοῦ Ἁγίου τὴν ὁποία ἐξέφρασε πρὸ τῆς ἐκτομῆς αὐτοῦ στὸν γραμματέα του
Οὔαρο. Ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει στὶς 8 Ἰουνίου τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων
του.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Στρατολογία
ἀληθεῖ Ἀθλοφόρε, τοῦ οὐρανίου στρατηγὸς βασιλέως, περικαλλὴς γεγένησαι
Θεόδωρε, ὄπλοις γὰρ τῆς πίστεως, παρετάξω ἐμφρόνως, καὶ κατεξωλόθρευσας,
τῶν δαιμόνων τὰ στίφη, καὶ νικηφόρος ὤφθης Ἀθλητής, ὅθεν σὲ πίστει, ἀεὶ
μακαρίζαμεν.

Κοντάκιον  Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Ἀνδρεία
ψυχῆς, τὴν πίστιν ὀπλισάμενος, καὶ ρῆμα Θεοῦ, ὡς λόγχην χειρισάμενος,
τὸν ἐχθρὸν κατέτρωσας τῶν Μαρτύρων κλέος Θεόδωρε, σὺν αὐτοὶς Χριστῷ τῷ
Θεῷ, πρεσβεύων μὴ παύση ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.
Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας


Προφήτης Ζαχαρίας εἶναι ὁ ἑνδέκατος  ἀπὸ τοὺς ὀνομαζόμενους Μικροὺς
Προφῆτες. Καταγόταν ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τὴ φυλὴ τοῦ Λευΐ.
Γεννήθηκε στὴν πόλη Γαλαὰδ τῆς Παλαιστίνης κατὰ τὴν περίοδο τῆς
βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας καὶ τὸ ὄνομά του σημαίνει, στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα,
μνήμη Θεοῦ, ἐκεῖνον δηλαδὴ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἐνθυμεῖται. Ἦταν υἱὸς τοῦ
Βαραχίου.

Ὁ παπποὺς τοῦ Ἀδδῶ ἦταν πιθανῶς ἀρχηγὸς ἱερατικῆς οἰκογένειας.

Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας ἄρχισε νὰ προφητεύει κατὰ τὸ δεύτερο ἔτος τοῦ Δαρείου τοῦ Ὑστάσπους, κατὰ μῆνα Νοέμβριο τοῦ ἔτους 520 π.Χ.

Γιὰ
νὰ ἐνθαρρύνει τοὺς Ἰουδαίους στὸ ἔργο τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ ναοῦ τοὺς
προσφέρει τὶς προφητεῖες του, μὲ τὶς ὁποῖες προτρέπει καὶ παρηγορεῖ,
δείχνοντας τὸ λαμπρὸ μέλλον, τὸ ὁποῖο ἐπιφυλάσσεται στὸν Ἰσραήλ,
συνδυάζοντας αὐτὸ μὲ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεσσία.

Στὸ βιβλίο του
ἀναφέρονται, ἐπίσης, οἱ προφητεῖες περὶ τῆς ἀργίας τῶν Προφητῶν, τῶν
ἱερέων καὶ τῶν Σαββάτων, περὶ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ἐθνῶν, περὶ τῆς
καταστροφῆς τοῦ ναοῦ, περὶ τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ τοῦ θριάμβου τῆς
Βασιλείας τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου.

Ὁ Προφήτης Ζαχαρίας
κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας καὶ ἐνταφιάσθηκε κοντὰ στὸν τάφο τοῦ Προφήτη
Ἀγγαίου. Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379-395 μ.Χ.) ἔκτισε ναὸ
ἀφιερωμένο στὸν Προφήτη Ζαχαρία στὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Δομνίκης
Κωνσταντινουπόλεως. Ναός, ἐπίσης, τοῦ Προφήτου ὑπῆρχε στὸ βουνὸ τοῦ
Αὐξεντίου, σὲ τόπο ὅπου καλεῖτο «Θέατρο».

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τὴν
κλῆσιν κατάλληλον, δείξας τοὶς ἔργοις σοφέ, ταμεῖον ἐπάξιον, τῆς
ἐπιπνοίας Θεοῦ, Ζαχαρία γεγένησαι, ἔχων γὰρ ἐν τῷ βίῳ, συλλαλούντας
Ἀγγέλους, ὤφθης τῶν ἐσομένων, θεηγόρος Προφήτης. Καὶ νῦν ἠμῶν τᾶς
αἰτήσεις, ἄνωθεν πλήρωσαν.
Οἱ Ἅγιοι Μάρθα, Μαρία οἱ αὐτάδελφες καὶ Λυκαρίων Ὁσιομάρτυρας

Οἱ
Ἁγίες Μάρθα καὶ Μαρία ἦταν ἀδελφές, οἱ ὁποῖες ἔζησαν κατὰ τὴν περίοδο
τῶν ἀνελέητων διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν ἀπὸ τοὺς ἄθεους καὶ ἀσεβεῖς
εἰδωλολάτρες. Συνέβη λοιπόν, νὰ βρεθοῦν οἱ δυὸ ἀδελφὲς ἐνώπιον τοῦ
εἰδωλολάτρη ἐπάρχου τῆς πόλεως.

Μὲ τόλμη φανέρωσαν ὅτι εἶναι Χριστιανές.

Ὁ ἔπαρχος ἀγωνίσθηκε νὰ
νικήσει τὴν πίστη τῶν δυὸ γυναικῶν λέγοντας, ὅτι θὰ ἦταν θλιβερὸ γι’
αὐτὲς νὰ χάσουν τὴν ζωή τους σὲ τόσο νεαρὴ ἡλικία. Ἐκεῖνες ἀπάντησαν ὅτι
ἡ παροῦσα ζωὴ εἶναι νύκτα καὶ ὅτι τὸ ἀνέσπερο φῶς εἶναι πέρα ἀπὸ τὸ
σκοτάδι τοῦ τάφου.

Τὴν ἴδια μαρτυρία ὁμολόγησε καὶ ὁ Μάρτυς Λυκαρίων ποὺ ἦταν μοναχός. Ὁ ἔπαρχος διέταξε νὰ ἀποθάνουν μὲ σταυρικὸ θάνατο.

Οἱ στρατιῶτες καθήλωσαν τοὺς Μάρτυρες ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Οἱ παρόντες
εἰδωλολάτρες θαύμαζαν τὴν νεανικὴ ἐκείνη γενναιότητα καὶ ἀνδρεία.

Τότε
ὁ ἔπαρχος διέταξε τοὺς δήμιους νὰ ἀποκόψουν τὶς κεφαλὲς αὐτῶν. Ἔτσι, οἱ
δυὸ ἀδελφές, Μάρθα καὶ Μαρία καὶ ὁ ὅσιος Λυκαρίων, ἀπὸ ἀγάπη στὸν Θεό,
παρέδωσαν τὶς Ἅγιες ψυχές τους στὰ χέρια τοῦ Κυρίου τους καὶ ἔλαβαν ἀπὸ
Αὐτὸν τὸ στέφανο τῆς δόξας.
Οἱ Ἅγιοι Νικηφόρος καὶ Στέφανος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Νικηφόρος καὶ Στέφανος μαρτύρησαν, ἀφοῦ τοὺς καταξέσκισαν τὶς σάρκες.

Ὁ Ἅγιος Περγέτος ὁ Μάρτυρας

Εἶναι ἄγνωστος ὁ τόπος καὶ ὁ χρόνος τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Περγέτου.
Ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ


Ἅγιος Ἀγαθάγγελος ἔζησε τὸν 3ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἦταν Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου.
Οἱ Ὅσιοι Φιλάδελφος καὶ Πολύκαρπος

Οἱ ὅσιοι Πατέρες Φιλάδελφος καὶ Πολύκαρπος ἦταν μοναχοὶ ἀσκητὲς καὶ κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Σάββας Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας

Ὁ Ἅγιος Σάββας Β’, Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1271.
Ὁ Ὅσιος Μακάριος Ἐπίσκοπος Πάφου

Ὁ Ὅσιος Μακάριος ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Πάφου τῆς Κύπρου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1688.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

 

7 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Παρθενίου Ἐπισκόπου, Ἁγίων 1003 Μαρτύρων, Ἀγαθαγγέλου Μάρτυρος, τῶν Ἁγίων Ἕξι Μαρτύρων, Θεοπέμπτου Μάρτυρος, Αὐδάττου Μάρτυρος, Πέτρου ἀγωνισαμένου, Λουκᾶ τοῦ ἐν Στειρίῳ, Ἀπρίωνος Ἐπισκόπου, Σαραπίωνος Ὁσίου, Γεωργίου τοῦ Κρητικοῦ.
Ὁ Ὅσιος Παρθένιος Ἐπίσκοπος Λαμψάκου (Ἑορτὴ Παρθένιος)


Ὅσιος Παρθένιος καταγόταν ἀπὸ κάποια κωμόπολη τῆς Βιθυνίας καὶ ἔζησε
κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.). Ἦταν υἱὸς τοῦ
διακόνου τῆς Ἐκκλησίας Μελιτοπόλεως Χριστοφόρου, ἀπὸ τὸν ὁποῖο
διδάχθηκε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη.

Ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία προέκοπτε στὴν ἀρετὴ καὶ τὴν
εὐσέβεια. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἁλίευσε τοὺς Ἀποστόλους, ποὺ
ἦταν ψαράδες, τὸν ἔκανε νὰ ἀγαπήσει τὴν ἁλιεία.

Καὶ ὅταν ἔριχνε τὰ δίχτυα στὴν Ἀπολλωνιάδα λίμνη ἢ τὰ ἀνέσυρε γεμάτα
ψάρια, αἰσθανόταν ὅτι ἐργαζόταν σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ πλοιάρια τοῦ Ἀποστόλου
Πέτρου ἢ τοῦ Ἰωάννου.

Τὰ χρήματα ποὺ εἰσέπραττε ἀπὸ τὴν πώληση τῶν ψαριῶν δὲν τὰ κρατοῦσε γιὰ
τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ τὰ μοίραζε στοῦ πτωχοὺς ἀπὸ ἀγάπη πρὸς αὐτούς. Γι’
αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν εὐχαριστοῦσαν ἐκεῖνος ἔλεγε: «Διατὶ μὲ εὐχαριστεῖτε;
Δὲν ἔχω καμία τέτοια ἀξίωση. Μήπως εἴμαστε ξένοι; Ἐμεῖς εἴμαστε ἀδελφοί.
Τί δὲ ἁπλούστερο καὶ φυσικότερο ἀπὸ τὸ νὰ βοηθᾷ ἀδελφὸς τοὺς
ἀδελφούς;».

Γιὰ τὴν ἐνάρετη αὐτοῦ παρουσία ὁ Ἐπίσκοπος Μελιτοπόλεως Φίλιππος (ἡ
Φιλητός) τὸν χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Ἀργότερα ὁ Ἐπίσκοπος Κυζίκου
Ἀχίλλιος (ἢ Ἀσχόλιος) τὸν χειροτόνησε Ἐπίσκοπο Λαμψάκου.Ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ εὐσέβεια ποὺ ἔκρυβε στὴν ψυχή του ἦταν τόσο πολὺ μεγάλη,
ὥστε ὁ Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας, γιὰ νὰ μπορεῖ
νὰ ἐκδιώκει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ θεραπεύει κάθε
εἴδους ἀσθένεια. Γι’ αὐτὸ προσφεύγουν σὲ αὐτὸν ἰδιαίτερα οἱ πάσχοντες
ἀπὸ τὴν ἐπάρατη νόσο τοῦ καρκίνου. Ὁ Ἅγιος ἦταν ὁ πρᾶος, ὁ ὑπομονετικός,
ὁ φιλόξενος, ὁ μακρόθυμος, ὁ ἄγγελος τῆς ὁμόνοιας, ὁ ἐνθαρρύνων τοὺς
μετανοοῦντες, ὁ πρόθυμος γιὰ τὸ ποίμνιό του.

Ὁ Ὅσιος Παρθένιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Τμῆμα τῆς τιμίας κάρας αὐτοῦ
φυλάσσεται στὴν ἱερὰ μονὴ Μακρυμάλλη, τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Χαλκίδος.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τῷ μύρῳ τοῦ Πνεύματος, ποιμὴν Λαμψάκου ὀφθεῖς, τὴν θεῖον ἐνέργειαν, παρὰ
Θεοῦ δαψιλῶς, θαυμάτων ἐπλούτησας, δαίμονας ἀπελαύνειν, ἀσθενοῦντας
ἰάσθαι, νόσους ἀποδιώχειν, καὶ πληροῦν τᾶς αἰτήσεις, Παρθένιε Ἱεράρχα,
τῶν προσιόντων σοι.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τῶν θαυμάτων εἴληφας, τὴν θείαν χάριν θεόφρον, Ἱερὲ Παρθένιε,
θαυματουργὲ θεοφόρε, ἅπαντα τὰ τῶν πιστῶν πάθη ἀποκαθαίρων, πνεύματα τῆς
πονηρῖας Πάτερ ἐλαύνων, διὰ τοῦτο σὲ ὑμνοῦμεν, ὡς μέγαν μύστην Θεοῦ τῆς
χάριτος.
Οἱ Ἅγιοι Χίλιοι Μάρτυρες, τρεῖς Οἰκέτες, τέσσερις Προτικτόροι οἱ ἐν Νικομήδειᾳ Μαρτυρήσαντες

Ἡ στρατιὰ αὐτὴ τῶν χιλίων τριῶν Ἁγίων Μαρτύρων ἔλαβε τοὺς στεφάνους τῆς
δόξας τοῦ Θεοῦ κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284-305
μ.Χ.). Ἤσαν οἰκογένειες,

ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, ποὺ θυσίασαν τὴ ζωὴ τους ὑπὲρ τοῦ
Εὐαγγελίου.

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες ἀνῆκαν στὴν ὑπηρεσία τῶν τεσσάρων
ἐκείνων προτικτόρων καὶ Ρωμαίων ἀξιωματούχων, οἱ ὁποῖοι, ὕστερα ἀπὸ
ἐντολὴ τοῦ αὐτοκράτορα, συνέλαβαν τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Πέτρο,
Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας καὶ ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ (τιμᾶται
24 Νοεμβρίου).

Ὅταν οἱ κύριοι αὐτῶν, μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἱερομάρτυρα Πέτρου,
ἔγιναν Χριστιανοὶ καὶ μαρτύρησαν (14 Δεκεμβρίου), τότε καὶ αὐτοὶ
μετανόησαν καὶ πίστεψαν στὸν Χριστὸ μαζὶ μὲ τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν
τους.

Ἔτσι, προσῆλθαν στὸν αὐτοκράτορα Διοκλητιανό, ποὺ βρισκόταν στὴ
Νικομήδεια καὶ ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Ὁ αὐτοκράτορας ἔδωσε τὴν ἐντολὴ
στοὺς στρατιῶτες νὰ τοὺς ἐκτελέσουν διὰ ξίφους. Μέχρι τὸν θάνατό τους οἱ
Μάρτυρες παρέμειναν ἄφοβοι καὶ χαρούμενοι καὶ ἔτσι κέρδισαν μὲ τὸ αἷμα
τους, τοὺς ἁμαράντινους στεφάνους τῆς αἰώνιας ζωῆς.
Ὁ Ἅγιος Ἀγαθάγγελος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Ἀγαθάγγελος μαρτύρησε τὸν 3ο αἰῶνα μ.Χ. στὴ Δαμασκὸ τῆς Συρίας.
Οἱ Ἅγιοι ἕξι Μάρτυρες ἐκ Φρυγίας

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἕξι Μάρτυρες ἐτελειώθησαν διὰ πυρός.
Ὁ Ἅγιος Θεόπεμπτος ὁ Μάρτυρας καὶ ἡ συνοδεία αὐτοῦ

Ἀγνοεῖται ὁ χρόνος καὶ ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου τοῦ Ἁγίου Θεοπέμπτου καὶ τῆς συνοδείας αὐτοῦ.
Ὁ Ἅγιος Αὔδατος ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Αὔδατος μαρτύρησε στὴ Φρυγία τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ ἐν Μονοβάτοις ἀγωνισαμένου

Ὁ Ὅσιος Πέτρος ἦταν μοναχὸς καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ὁ ἐν Στειρίῳ τῆς Ἑλλάδος

Οἱ
πρόγονοι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ὁ παπποὺς καὶ ἡ γιαγιὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του,
εἶχαν γεννηθεῖ στὴν Αἴγινα, τὴν ὁποία ὅμως, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι
κάτοικοι τοῦ νησιοῦ, ἀναγκάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν, ἐξαιτίας τῶν
πειρατικῶν ἐπιδρομῶν τῶν Σαρακηνῶν, γύρω στὰ ἔτη 865-870 μ.Χ. Ἔτσι, ἀπὸ
τὴν Αἴγινα κατέφυγαν στὴν ἐπαρχία τοῦ Χρυσοῦ (ἢ Χρισοῦ, δηλαδὴ τῆς
ἀρχαίας Κρίσσας) τῆς Φωκίδος καὶ ἐγκαταστάθηκαν ἀρχικὰ στὸ παράλιο ὄρος
τοῦ Ἰωάννου ἢ τοῦ Ἰωαννίτζη ἐπιλεγόμενο.

Ἀλλά, ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖ δὲν βρῆκαν ἀσφάλεια, ἀφοῦ καὶ τὶς παραθαλάσσιες
ἐκεῖνες περιοχὲς λυμαίνονταν καὶ λεηλατοῦσαν οἱ Σαρακηνοὶ πειρατὲς μὲ
τὶς συχνὲς ἐπιδρομές τους, ἀναγκάσθηκαν πάλι οἱ πρόγονοι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ
νὰ ἐγκαταλείψουν καὶ τὸ ὄρος τοῦ Ἰωαννίτζη.

Στὴ συνέχεια μετακινήθηκαν καὶ κατέφυγαν κοντὰ σὲ ἕνα λιμάνι, στὴν
σημερινὴ Ἰτέα, ποὺ ὀνομαζόταν Βαθύς. Ἐκεῖ γέννησαν τὸν πατέρα τοῦ Ὁσίου,
τὸν ὁποῖο ὀνόμασαν Στέφανο.

Καὶ πάλι ὅμως οἱ προπάτορες τοῦ Ὁσίου, σὰν κάποιο θεϊκὸ νεῦμα νὰ τοὺς
καλοῦσε, μετοίκησαν ἀπὸ τὸν τόπο αὐτὸ καὶ διάλεξαν τελικὰ ὡς τόπο
διαμονῆς τοὺς τὸ Καστόριον τῆς Φωκίδος, τὸ νεότερο Καστρί, κοντὰ στοὺς
ἀρχαίους Δελφούς. Ἐκεῖ ὁ υἱὸς Στέφανος, ὅταν ἐνηλικιώθηκε, νυμφεύθηκε
τὴν Εὐφροσύνη, μητέρα τοῦ Ὁσίου, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ ἴδιο νησί, τὴν
Αἴγινα καὶ ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια.

Ὁ Στέφανος καὶ ἡ Εὐφροσύνη, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀπέκτησαν ἀπὸ τὸν
γάμο τους αὐτό, ἑπτὰ παιδιά: τὸν Θεόδωρο πρῶτο, τὴ Μαρία δεύτερη, τὸν
Λουκᾶ τρίτο, τὴν Καλὴ τέταρτη ποὺ ἐνδύθηκε καὶ αὐτὴ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα,
τὸν Ἐπιφάνιο πέμπτο ποὺ κι αὐτὸς ὡς μοναχὸς ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ καὶ δυὸ
ἀκόμη ἄλλα παιδιὰ ποὺ πέθαναν σὲ νηπιακὴ ἡλικία. Στὸ Καστόριον λοιπὸν
τῆς Φωκίδος γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ 896 ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 897 μ.Χ. ὁ Ὅσιος
Λουκᾶς.

Ὁ Λουκᾶς, ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, ἔδειχνε τὴν τάση καὶ τὴν θεϊκὴ κλίση καὶ κλήση του πρὸς τὸν θρησκευτικὸ καὶ μοναχικὸ βίο.

Διακρινόταν γιὰ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη του πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τὴν
παροιμιώδη φιλανθρωπία του, ποὺ ἔφθανε μέχρι τοῦ σημείου νὰ μοιράζει τὰ
ροῦχα του σὲ κάθε ἐνδεῆ τὸν ὁποῖο συναντοῦσε στὸν δρόμο του καὶ νὰ
ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του σχεδὸν γυμνός, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει γιὰ τίποτε
τὶς ἐπιπλήξεις καὶ παρατηρήσεις τῶν γονέων του. Μὲ κάθε τρόπο ἐκδήλωνε
τὴν ἀφοσίωση καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό.

Ἔτσι, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς νύχτας τὸ ἀφιέρωνε στὴν προσευχὴ καὶ πολὺ
λίγο στὸν ὕπνο. Δὲν παρέλειπε ὅμως καθόλου καὶ τὰ καθήκοντά του πρὸς
τοὺς φυσικούς του γονεῖς, τοὺς ὁποίους σεβόταν, ἀγαποῦσε, τιμοῦσε καὶ
ἐξυπηρετοῦσε μὲ κάθε προθυμία, βοηθώντας τους στὶς ποιμενικὲς καὶ
γεωργικές τους ἐργασίες. Μόλις στὴν τρυφερὴ ἡλικία τῶν 12-13 ἐτῶν, κατὰ
τὸ ἔτος 908-909 μ.Χ., ἔχασε τὸν πατέρα του καὶ ἔμεινε ὀρφανός.

Ὅταν κάποια φορὰ φιλοξενήθηκαν στὸ σπίτι του ἀπὸ τὴν μητέρα του δυὸ
μοναχοί, ποὺ κατευθύνονταν ἀπὸ τὴν Ρώμη πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Λουκᾶς
θεώρησε τὸ γεγονὸς αὐτὸ εὐκαιρία, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸ ζωηρὸ καὶ
ἐνδόμυχο πόθο του νὰ ἀσπασθεῖ καὶ αὐτὸς τὸ μοναχικὸ βίο.

Ἔτσι, κρυφὰ ἀπὸ τὴν μητέρα του, ἀκολούθησε τοὺς δυὸ μοναχούς. Αὐτοί,
ὅταν ἔφθασαν στὴν Ἀθῆνα, τὸν ἄφησαν ἐκεῖ, στὸ μοναστῆρι ὅπου κατέλυσαν
πιθανότατα, στὴ μονὴ τῆς Παντάνασσας στὸ Μοναστηράκι, ἐνῷ οἱ ἴδιοι
συνέχισαν τὴν πορεία τους.

Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος, σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, στὰ τέλη τοῦ
910 ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 911 μ.Χ., κείρεται μοναχὸς καὶ περιβάλλεται μὲ τὸ
σχῆμα τῶν μοναχῶν.

Ὁ ἡγούμενος ὅμως τῆς μονῆς ἀναγκάζεται καὶ τὸν στέλνει πίσω στὴν μητέρα
του, καθώς, κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο, τὴν βλέπει στὸ ὄνειρό του νὰ
θρηνεῖ ἀπελπισμένη καὶ νὰ τοῦ καταλογίζει βαρύτατες εὐθύνες, γιατί τῆς
στέρησε καὶ κατακρατεῖ τὸ μονάκριβο παιδί της, τὴν μόνη παρηγοριὰ τῆς
χηρείας καὶ τῆς δυστυχίας της. Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπιστρέφει στὴν μητέρα του,
στὸ πλευρὸ τῆς ὁποίας συμπαραστέκεται μὲ μεγάλη προθυμία καὶ στοργή,
βοηθώντας καὶ ἐξυπηρετώντας τὴν σὲ κάθε της ἀνάγκη.

Μετὰ ἀπὸ τέσσερις μῆνες, μὲ τὴν συγκατάθεση πιὰ καὶ τὴν εὐχὴ τῆς μητέρας
του, ἐγκαταλείπει ὁριστικὰ τὰ ἐγκόσμια, ἀκολουθεῖ τὸ θεῖο νεῦμα καὶ
ἀποσύρεται ὡς μοναχὸς στὸ ὄρος τοῦ Ἰωαννιτζῆ, στὰ νότια τῆς Δεσφίνας τῆς
Φωκίδος, στὸν Κορινθιακὸ κόλπο. Ἐκεῖ κοντὰ στὴ θάλασσα, ὅπου ὑπῆρχε καὶ
ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, ἔστησε τὸ ἀναχωρητήριό του καὶ παρέμεινε
γιὰ μία ἑπταετία (911-918).

Στὴν ἐρημικὴ τοποθεσία τοῦ Ἰωαννιτζῆ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προσήλωσή του στὸν
Θεὸ μὲ τὶς ἀτέλειωτες προσευχές, νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες καὶ τὴν σθεναρὴ
καὶ σταθερὴ ἀντίστασή του στοὺς παντοδαποὺς πειρασμούς, ἀνέπτυξε καὶ
σπουδαία κοινωνικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δράση. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ
ἀπόλαυσαν τὴν ζεστασιὰ τῆς φιλοξενίας του, τὴ θέρμη τῶν παραμυθητικῶν
του λόγων.

Πολλοὶ εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὶς θαυματουργικές του ἐνέργειες καὶ τὴν
προορατική του δύναμη, ἐνδυναμώθηκαν καὶ στερεώθηκαν στὴν χριστιανική
τους πίστη μὲ τὸ θαυμαστὸ καὶ πειστικὸ παραινετικό του λόγο,
καθοδηγήθηκαν καὶ ἀκολούθησαν τὸ δρόμο τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἐνῷ βρισκόταν ἐκεῖ, προεῖπε καὶ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Βουλγάρων τοῦ Συμεὼν
στὴν κυρίως Ἑλλάδα, ποὺ ἔγινε στὶς ἀρχὲς ἢ τὰ μέσα τοῦ 918 μ.Χ. καὶ τὸν
ἐξανάγκασε, καθὼς καὶ τοὺς συμμοναστὲς καὶ τοὺς ἄλλους γνωστούς του, νὰ
ἐγκαταλείψει τὸ ἐρημητήριό του στοῦ Ἰωαννιτζῆ τὸ ὄρος καὶ νὰ φθάσει στὴν
ἀπέναντι Πελοποννησιακὴ ἀκτή, κοντὰ στὴν Κόρινθο, γιὰ λόγους ἀσφαλείας.
Ὁ νεαρός, τότε, Λουκᾶς ἦταν 21 περίπου χρόνων.

Στὴν Πελοπόννησο παρέμεινε μία ὁλόκληρη δεκαετία (918-928 μ.Χ.), στὸ
χωριὸ Ζεμενὸ τῆς Κορινθίας καὶ στὸ εὐκτήριο τοῦ Μάρτυρος Προκοπίου. Κατὰ
τὴν ἐκεῖ παραμονή του προσέφερε μὲ πολὺ μεγάλη προθυμία κάθε εἴδους
ὑπηρεσία καὶ ἐξυπηρέτηση στὸν γέροντα στυλίτη ἐρημίτη ποὺ μόναζε ἐκεῖ, ἡ
αὐστηρὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ ὁποίου τὸν παραδειγμάτισε στὴν κατὰ Θεὸν
ζωὴ καὶ τὸν δίδαξε πολλά.

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ τσάρου τῶν Βουλγάρων Συμεὼν (17 Μαΐου 927 μ.Χ.) καὶ
τὴν σύναψη συνθήκης εἰρήνης (Ὀκτώβριος 927 μ.Χ.) τοῦ υἱοῦ καὶ διαδόχου
τοῦ Πέτρου μὲ τοὺς Βυζαντινούς, ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε πάλι στὶς ἀπέναντι
ἀκτὲς τῆς Φωκίδος, στὸ γνώριμο σ’ αὐτὸν ὄρος τοῦ Ἰωαννιτζῆ. Ἐκεῖ ἔμεινε
μία δωδεκαετία (928-939/940 μ.Χ.), ὀργάνωσε δραστήρια μοναστικὴ
κοινότητα καὶ ἐπιδόθηκε σὲ νέους ἄθλους καὶ ἄλλα ἀσκητικὰ σκάμματα καὶ
παλαίσματα. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεύτερης, μακρόχρονης, παραμονῆς του ἡ
γύρω περιοχὴ γνώριζε ξανὰ τὴν εὐεργετικὴ δράση τῆς ἄκρας φιλανθρωπίας
του, τῶν παραινέσεων καὶ θαυμάτων του.

Ἐπειδὴ ὅμως τὸ πλῆθος τῶν καθημερινῶν ἐπισκεπτῶν καὶ περαστικῶν εἶχε
ἀρκετὰ κουράσει τὸν μεγάλο ἀναχωρητή, διότι τοῦ κατέστρεφε τὴν ἡσυχία
καὶ γαλήνη τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ὁ Ὅσιος ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει,
ὁριστικὰ αὐτὴν τὴν φορά, τὸ ὄρος τοῦ Ἰωαννιτζῆ καὶ νὰ ἀναζητήσει
καταφύγιο σὲ ἐρημικότερους καὶ ἠσυχότερους τόπους. Ἔτσι διάλεξε τὸ
λιμάνι Καλάμιον, ἀνατολικὰ τῆς Ἀντίκυρας τῆς Φωκίδος, ὅπου ἔμεινε τρία
χρόνια (939/940-943 μ.Χ.).

Ἐκεῖ, γύρω στὸ 941 μ.Χ., προεῖπε τὴν κατάλυση τῆς Ἀραβοκρατίας καὶ τὴν
ἐπανάκτηση τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς, πρᾶγμα ποὺ ἔγινε εἴκοσι
χρόνια ἀργότερα, στὶς 7 Μαρτίου τοῦ ἔτους 961 μ.Χ., στὰ χρόνια τοῦ
αὐτοκράτορα Ρωμανοῦ Β’.

Περὶ τὸ ἔτος 943 μ.Χ., ἐξαιτίας νέων ἐπιδρομῶν. Οὔγγρων στὴν προκειμένη
περίπτωση, ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἐγκατέλειψε τὸ Καλάμιον καὶ μετεγκαταστάθηκε
στὸ γειτονικὸ ξερὸ καὶ ἄνυδρο νησάκι Ἀμπελών, ὅπου παρέμεινε ἄλλα τρία
χρόνια (943-946 μ.Χ.). Ἐκεῖ τὸν ἐπισκεπτόταν συχνὰ καὶ ἡ ἀδελφή του
μοναχὴ Καλή.

Οἱ φίλοι καὶ γνωστοί του, ποὺ εἶχαν μὲ ποικίλους τρόπους εὐεργετηθεῖ ἀπὸ
αὐτὸν καὶ δὲν ἤθελαν νὰ τὸν βλέπουν νὰ ὑποφέρει στὸ ξερονῆσι Ἀμπελὼν
καὶ νὰ ἐνοχλεῖται ἐπιπλέον καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν περαστικῶν, ναυτικῶν
κυρίως, τὸν ἔπεισαν νὰ ἀφήσει τὸ νησὶ καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ, ὁριστικὰ πιά,
στὸ Στείρι τῆς Φωκίδος, Βοιωτίας σήμερα. Βρισκόταν σὲ τόπο ἠσυχότερο,
μακριὰ ἀπὸ τὴν βοὴ καὶ τὴν τύρβη τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ προικισμένο μὲ
φυσικὲς καλλονὲς καὶ ἀρετές, κατάλληλο γιὰ πνευματικὴ ἄσκηση καὶ
προσευχή. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἔζησε τὰ τελευταῖα ἑπτὰ χρόνια τῆς
ἐπίγειας ζωῆς του (946-953 μ.Χ.).

Στὴν ἀρχὴ διάλεξε ἕνα ἀπόμερο καὶ ἐρημικὸ χωριό, ἀνάμεσα σὲ θάμνους καὶ
ἔκτισε ἐκεῖ τὸ ταπεινὸ κελί του, γιὰ νὰ μὴν τὸν βρίσκουν εὔκολα οἱ
περαστικοί. Αὐτὸν λοιπόν, τὸν ἥσυχο καὶ γαλήνιο τόπο, μὲ τὴν παρθένα
ἄγρια ὀμορφιά του καὶ τὴν κατανυκτικὴ καὶ βαθύτατα στοχαστικὴ σιωπή του,
πέρα ἀπὸ τὸν τάραχο τῶν ἐγκοσμίων, διάλεξε ὁ ἐρημοπολίτης Ὅσιος γιὰ νὰ
στήσει τὴν ἀσκητική του καλύβα καί, μὲ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες καὶ
μόχθους, τὶς ἀδιάλειπτες προσευχὲς καὶ ἀνύστακτες ἀγρυπνίες, νὰ πετύχει
τὴν ἄνοδό του στὰ οὐράνια δώματα καὶ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ θεῖο.

Σύντομα ὅμως καὶ ἐδῶ, στὸν τόπο τῆς τελικῆς ἐγκαταβιώσεώς του ὀργάνωσε
νέο μοναστικὸ κοινόβιο, μὲ πλῆθος μαθητῶν καὶ συμμοναστῶν του.

Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ὀνομαστοὶ ὑπῆρξαν γιὰ τὴν ὀσιακὴ τοὺς βιωτὴ καὶ τὴν
ἀφοσίωση στὸν γέροντά τους ὁ Πρεσβύτερος Γρηγόριος, ὁ Παγκράτιος καὶ ὁ
θεόδωρος.

Παρόλο ποὺ ὁ Ὅσιος ἦταν ἐραστὴς τοῦ ἠσύχιου καὶ γαλήνιου βίου, μακριὰ
ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη, καθόλου δὲν ἀπέφευγε τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ φήμη τῶν
ἀγαθοεργιῶν του, τῆς θερμῆς φιλοξενίας, τῆς φιλανθρωπίας καὶ κυρίως τῶν
θαυματουργικῶν καὶ προφητικῶν θείων χαρισμάτων του συγκέντρωνε στὸ
ἀπόμακρο Στείρι πλήθη πιστῶν καὶ ἐνδεῶν ἀνθρώπων.

Ὅλοι ζητοῦσαν τὴν συμβουλὴ καὶ τὴν παραμυθία του, τοὺς ἐνθαρρυντικούς
του λόγους, τὴν βοήθειά του γιὰ τὴν λύση κάθε λογὴς προβλημάτων καὶ γιὰ
τὴν ἱκανοποίηση πιεστικῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν, προπάντων ὅμως τὴ λυτρωτικὴ
τῶν παραπτωμάτων τους καὶ θαυματουργική του ἐπέμβαση. Σὲ κανέναν ἀπὸ
αὐτοὺς δὲν ἀρνιόταν τίποτε. Σὲ ὅλους ἔδειχνε χαρούμενος, εὐπροσήγορος,
αὐθόρμητος, πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγάπη καὶ συμπάθεια, πρόθυμος γιὰ κάθε
εἴδους προσφορὰ καὶ βοήθεια, ἐκπληρώνοντας καὶ βιώνοντας σὲ ὅλο του τὸ
πλάτος καὶ τὸ βάθος τὸ θεϊκὸ λόγιο: «Ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».

Δὲν ἦταν ὅμως μόνο οἱ ἁπλοὶ καὶ ἀνώνυμοι, οἱ ταπεινοὶ καὶ πονεμένοι
ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ ποὺ προσέφευγαν σὲ αὐτόν. Τὸν ἐπισκέπτονταν καὶ
ἐπιφανέστατοι ἀξιωματοῦχοι καὶ δημόσιοι ἄνδρες τῆς ἐπίσημης Βυζαντινῆς
κρατικῆς ἱεραρχίας, πρᾶγμα ποὺ μαρτυρεῖ τὴν ἀγαθὴ φήμη καὶ τὸ ὑψηλὸ
κῦρος καὶ ἀκτινοβολία ποὺ διέθετε ὁ Στειριώτης ἀναχωρητής.

Τὸν ἐπισκέφθηκε ἔτσι ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους τοὺς συγχρόνους του Πόθος,
στρατηγὸς τοῦ Θέματος τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖο εἶχε τότε ὡς ἕδρα τὴν πόλη
τῶν Θηβῶν. Ὁ Ὅσιος τοῦ ἔσωσε, κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο, τὸν ἑτοιμοθάνατο
στὴν Κωνσταντινούπολη υἱό του.

Στενότατες ἐπίσης ὑπῆρξαν οἱ σχέσεις τοῦ Ὁσίου μὲ τὸν ἄλλο στρατηγὸ τοῦ
Θέματος τῆς Ἑλλάδος, «τὸν ἐπιφανῆ καὶ περίβλεπτον Κρηνίτη», πιθανότατα
ἄμεσο διάδοχο τοῦ Πόθου στὸ ἀξίωμα αὐτό. Ἡ γνωριμία τῶν δυὸ ἀνδρῶν, τοῦ
ταπεινοῦ ἐρημίτου καὶ ἁπλοῦ στρατιώτου τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ
τοῦ ὑψηλοῦ κοσμικοῦ ἄρχοντος καὶ στρατιωτικοῦ ἀξιωματούχου ἀπὸ τὸ ἄλλο
μέρος, πολὺ γρήγορα ἐξελίχθηκε σὲ θερμὴ φιλία καὶ ἀγάπη.

Ἔτσι ὁ Κρηνίτης, σὲ ὅλο τὸ διάστημα ποὺ παρέμεινε ὡς στρατηγὸς στὴν
Θήβα, προσέφερε στὸν Ὅσιο κάθε λογὴς ὑπηρεσία καὶ ἐξυπηρέτηση μὲ μεγάλη
προθυμία, χωρὶς καθόλου νὰ ὑπολογίζει οὔτε κόπους οὔτε χρηματικὲς
δαπάνες.

Ἀνάμεσα καὶ σὲ ἄλλες προσφορές, μεγάλη ὑπῆρξε ἡ προσωπικὴ καὶ ἡ
οἰκονομικὴ συμβολή του στὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας.

Δὲν πρόκειται γιὰ τὴν κρύπτη ποὺ τιμᾶται σήμερα στὴ μνήμη τῆς
Μεγαλομάρτυρος καὶ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς, ἀλλὰ γιὰ
τὸν παράπλευρα στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς ναὸ τῆς Παναγίας, ὁ ὁποῖος
ἀνεγέρθηκε ἐνόσω ζοῦσε ἀκόμη ὁ Ὅσιος, ἀνάμεσα στὰ χρόνια 947 καὶ 952
μ.Χ.

Ὅταν προαισθάνθηκε τὸ ἐρχόμενο τέλος του, χωρὶς νὰ ἀνακοινώσει σὲ
κανέναν τίποτε σχετικό, βγῆκε ἀπὸ τὸ κελί του καὶ ἀποχαιρέτισε μὲ
συγκίνηση καὶ ἀσπασμοὺς ὅλους τοὺς περιοίκους, φίλους καὶ γνωστούς του.
Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μῆνες ἀσθένησε. Τὴν ὄγδοη ἡμέρα τῆς ἀσθένειάς του ἔγινε
φανερὸ ὅτι ὁ Ὅσιος βάδιζε πρὸς τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο γιὰ
νὰ καταλήξει ἐκεῖ «ἔνθα οὐκ ἔστι λύπη, οὐ πόνος, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ
ἀτελεύτητος».

Οἱ γύρω κάτοικοι ποὺ τὸ ἔμαθαν, παρὰ τὴν σφοδρὴ βαρυχειμωνιὰ καὶ τὰ
χιόνια, ἔτρεξαν στὸ κελὶ τοῦ ἑτοιμοθάνατου Ὁσίου, γιὰ νὰ δοῦν γιὰ
τελευταία φορά, μὲ τὴ σωματική του παρουσία, τὸν μεγάλο εὐεργέτη, τὸν
προστάτη τους καὶ ἰσχυρὸ μεσίτη πρὸς τὸν Θεό. Μὲ συγκινητικὲς ἐκδηλώσεις
ἀγάπης καὶ δάκρυα τοῦ συμπαραστάθηκαν στὶς τελευταῖες του στιγμές.

Τὸ βράδυ τῆς 7ης Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 953 μ.Χ. ὁ Ὅσιος, σὲ ἡλικία 56
ἐτῶν. Ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ καὶ παρέδωσε μὲ ἠρεμία καὶ γαλήνη τὸ
πνεῦμα του στὸν Θεό, γιὰ νὰ ἀπολαύσει ἐκεῖ τοὺς καρποὺς τῶν ἄθλων καὶ
καμάτων του ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας, 8ης Φεβρουαρίου, ὁ
πρεσβύτερος Γρηγόριος μὲ τοὺς λοιποὺς μοναχούς, ἀφοῦ προσκάλεσε καὶ
τοὺς γύρω χωρικούς, ἐνταφίασε τὸ σεπτὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου στὸ δάπεδο τοῦ
κελιοῦ του, στὸν εἰδικὰ διαμορφωμένο χῶρο, ὅπου ἀκριβῶς τοῦ εἶχε
ὑποδείξει ὁ ἴδιος λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του, προφητεύοντας μάλιστα
ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος ἔμελλε νὰ δοξαστεῖ.

Περὶ τὸν Ἰούλιο τοῦ ἔτους 953 μ.Χ., ἕξι μῆνες μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ
Ὁσίου, ὁ μοναχὸς Κοσμᾶς ἀπὸ τὴν Παφλαγονία, ποὺ ταξίδευε πρὸς τὴν
Ἰταλία, σταμάτησε μετὰ ἀπὸ Θεϊκὸ ὄνειρο στὸ Στείρι, στὴ μονὴ ὅπου μὲ
ἰδιαίτερη φροντίδα καὶ ἀγάπη ἐπιμελήθηκε καὶ καλλώπισε τὸ νωπὸ τάφο τοῦ
Ὁσίου. Τὸν ἀνύψωσε λοιπὸν μὲ ἐπιχωμάτωση, τὸν ἕντυσε μὲ ἐγχώριες πλάκες
καὶ τὸν περιέβαλε μὲ κιγκλίδες.

Δυὸ χρόνια ἀργότερα, γύρω στὰ μέσα τοῦ ἔτους 955 μ.Χ., μαθητὲς καὶ
συμμοναστὲς τοῦ Ὁσίου, σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν
πνευματικό τους πατέρα, συμπλήρωσαν καὶ διακόσμησαν τὸ ναὸ τῆς Ἁγίας
Βαρβάρας, ποὺ εἶχε ἀκόμη ὁρισμένες ἀτέλειες. Ἔκτισαν ἐπιπλέον κελιὰ γιὰ
τοὺς μοναχούς, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶχε αὐξηθεῖ, καθὼς καὶ ξενῶνες γιὰ
τὴν ὑποδοχὴ καὶ ἐξυπηρέτηση τῶν προσκυνητῶν καὶ ἐπισκεπτῶν. Τέλος, τὸ
κελὶ τοῦ Ὁσίου, ὅπου βρισκόταν καὶ ὁ τάφος του, τὸ μετέτρεψαν σὲ
ὡραιότατη Ἐκκλησία σταυρικοῦ σχήματος.

Ὁ τάφος μὲ τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου ἔγινε πόλος ἕλξεως πλήθους πιστῶν καὶ πηγὴ ἀκένωτη θαυματουργικῶν ἰάσεων.

Ὁ μικρὸς σταυρόσχημος ναὸς μὲ τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου δὲν ἐπαρκοῦσε ὅμως γιὰ
νὰ καλύψει τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες καὶ νὰ ἐξυπηρετήσει τὰ συνεχῶς
αὐξανόμενα πλήθη τῶν πιστῶν ποὺ συνέρρεαν ἐκεῖ, γιὰ νὰ καταθέσουν θερμὸ
τὸ δάκρυ τοῦ πόνου τους καὶ νὰ ζητήσουν τὴν προστασία καὶ ἀντίληψη τοῦ
μεγάλου ἀσκητοῦ καὶ τὴν λυτρωτική του ἐπέμβαση γιὰ κάθε λογὴς σωματικά
τους πάθη καὶ τὶς ψυχικὲς ἀλγηδόνες.

Γι’ αὐτὸ στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνα μ.Χ., μὲ πρωτοβουλία τοῦ καθηγουμένου
τῆς μονῆς, τοῦ εὐσεβέστατου ἱερομονάχου Φιλοθέου, κατεδαφίστηκε τὸ
σταυρόσχημο εὐκτήριο καὶ στὴν ἴδια θέση, ἀλλὰ σὲ μεγαλύτερο χῶρο ὡς πρὸς
τὴν ἔκταση, ἀνεγέρθηκε τὸ σημερινὸ ἐπιβλητικὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, μὲ
τὴν περίλαμπρη γλυπτικὴ ζωγραφικὴ καὶ ψηφιδωτή του διακόσμηση, στὸ ὁποῖο
φυλάσσεται τὸ ἱερὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Ἑλλάδος τὸ κλέος, καὶ Ὁσίων τὸ καύχημα, καὶ τὸν τοῦ Στειρείου
φωστῆρα, καὶ οἰκήτορα ὅσιον, τιμήσωμεν ᾀσμάτων ἐν ὠδαίς, Λουκᾶν τὸν
θεοφόρον εὐσεθῶς, τῷ Χριστῷ γὰρ οἰκειούται διαπαντός, τοὺς πίστει
ἀνακράζοντας, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα
τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’  Τὴ Ὑπερμάχω.

Ὁ ἐκλεξάμενος Θεὸς πρὸ τοῦ πλασθήναι σε, εἰς εὐαρέστησιν αὐτοῦ, οἲς οἶδε
κρίμασι, προσλαβόμενος ἐκ μήτρας καθαγιάζει, καὶ οἰκεῖον ἐαυτοῦ δοῦλον
δεικνύει σέ, κατευθύνων σου Λουκᾶ τὰ διαβήματα, ὁ φιλάνθρωπος, ὢ νῦν
χαίρων παρίστασαι.
Ὁ Ἅγιος Ἀπρίων Ἐπίσκοπος Κύπρου

Ὁ Ὅσιος Ἀπρίων (ἢ Εὐπρίων), Ἐπίσκοπος Κύπρου, ποὺ ἀναφέρεται στὸ Συναξάρι τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κοιμήθηκε εἰρηνικά.
Ὁ Ὅσιος Σαραπίων

Ὁ Ἅγιος Σαραπίων καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύπρο καὶ εἶναι ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Ἡ μνήμη του ἀπαντᾷ στὸν Πατμιακὸ κώδικα 266.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐξ Ἁλικιανοὺ τῆς Κυδωνῖας Κρήτης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Γεώργιος καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἁλικιανὸ τῆς ἐπαρχίας
Κυδωνῖας τῆς Κρήτης. Ὁ πατέρας του ἦταν ἱερεὺς καὶ ὀνομαζόταν Νικόλαος
Δεβόλης. Ἡ μητέρα του ὀνομαζόταν Αἰκατερίνη.

Κατὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ
ἔτους 1866 στὴν Κρήτη, ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Τούρκους μαζὶ μὲ
ἄλλους ἐπαναστάτες καὶ πιεζόταν μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀλλαξοπιστήσει, γιὰ νὰ
σώσει τὴν ζωή του. Παρ’ ὅλες τὶς ἀπειλὲς καὶ τὰ βασανιστήρια ὁ Μάρτυρας
ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸν Χριστό. Ἔτσι, δέχθηκε τὸ στεφάνι τοῦ
μαρτυρίου, ἀφοῦ ἀπέκοψαν τὴν τιμία αὐτοῦ κεφαλή, τὸ ἔτος 1867 μ.Χ.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

 

6 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Βουκόλου Ἐπισκόπου, Ἰουλιανοῦ Μάρτυρος, τῶν Ἁγίων Φαύστης, Εὐιλασίου καὶ Μαξίμου Μαρτύρων, τῶν Ἁγίων Θεοφίλου, Σατουρνίνου καὶ Ρεβοκάτσου Μαρτύρων, τῶν Ἁγίων Φαύστου, Βασιλείου καὶ Λουκιανοῦ Μαρτύρων, Δωροθέας καὶ Θεοφίλου Μαρτύρων, Ἰωάννου τοῦ ἐν Λυκῷ, Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου Ὁσίων, Ἀμάνδου, Φωτίου Ἰσαποστόλου, Ἀρσενίου ἐκ Γεωργίας, Δαμασκηνοῦ Σιναΐτου, Ἀρτεμίου Σιναΐτου.
Ὁ Ἅγιος Φώτιος ὁ Ἰσαπόστολος καὶ Ὁμολογητὴς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


Μέγας Φώτιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους ποὺ βασίλευσαν οἱ αὐτοκράτορες
Μιχαὴλ (842-867 μ.Χ.), υἱὸς τοῦ Θεοφίλου, Βασίλειος Α’ ὁ Μακεδὼν
(867-886 μ.Χ.) καὶ ὁ Λέων ΣΤ’ ὁ Σοφὸς (886-912 μ.Χ.), υἱὸς τοῦ
Βασιλείου. Γεννήθηκε περὶ τὸ 810 μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ εὐσεβῆ
καὶ ἐπιφανῆ οἰκογένεια, ποὺ ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν τιμὴ καὶ προσκύνηση τῶν
ἱερῶν εἰκόνων.

Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Σέργιος καὶ Εἰρήνη καὶ καταδιώχθηκαν ἐπὶ τοῦ
εἰκονομάχου αὐτοκράτορα Θεοφίλου (829-842 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Σέργιος, τοῦ
ὁποίου τὴ μνήμη τιμᾷ ἡ Ἐκκλησία στὶς 13 Μαΐου, ἦταν ἀδελφὸς τοῦ
Πατριάρχου Ταρασίου (784-806 μ.Χ.) καὶ περιπομπεύθηκε δέσμιος ἀπὸ τὸ
λαιμὸ ἀνὰ τὶς ὁδοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, στερήθηκε τὴν περιουσία του
καὶ ἐξορίσθηκε μετὰ τῆς συζύγου του καὶ τῶν παιδιῶν του σὲ τόπο ἄνυδρο,
ὅπου ἀπὸ τὶς ταλαιπωρίες πέθανε ὡς Ὁμολογητής.

Ὁ ἱερὸς Φώτιος διέπρεψε πρῶτα στὰ ἀνώτατα πολιτικὰ ἀξιώματα. Ὅταν μὲ
ἐντολὴ τοῦ αὐτοκράτορα ἀπομακρύνθηκε βιαίως ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ
Πατριάρχης Ἰγνάτιος, ἀνῆλθε σὲ αὐτόν, τὸ ἔτος 858 μ.Χ., ὁ ἱερὸς Φώτιος, ὁ
ὁποῖος διακρινόταν γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου του καὶ τὴν τεράστια
μόρφωσή του.

Ἡ χειροτονία του εἰς Ἐπίσκοπο ἔγινε τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων τοῦ
ἔτους 858 μ.Χ. ὑπὸ τῶν Ἐπισκόπων Συρακουσῶν Γρηγορίου τοῦ Ἀσβεστά,
Γορτύνης Βασιλείου καὶ Ἀπαμείας Εὐλαμπίου. Προηγουμένως βέβαια ἐκάρη
μοναχὸς καὶ ἀκολούθως ἔλαβε κατὰ τάξη τοὺς βαθμοὺς τῆς ἱεροσύνης.Ὁ ἱερὸς Φώτιος μὲ συνοδικὰ γράμματα ἀνακοίνωσε, κατὰ τὰ καθιερωμένα, τὰ
τῆς ἐκλογῆς του στοὺς Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τόνισε τὴν
ἀποκατάσταση τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης. Ἀλλὰ πρὶν
ἀκόμα προλάβει νὰ τὴν παγιώσει ἐπῆλθε ρήξη μεταξὺ τῶν ἀκραίων πολιτικῶν
καὶ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Πατριάρχη Ἰγνατίου, τῶν «Ἰγνατιανῶν». Οἱ «Ἰγνατιανοί»
συγκεντρώθηκαν στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, ἀφόρισαν τὸν ἱερὸ Φώτιο καὶ
ἀνακήρυξαν Πατριάρχη τὸν Ἰγνάτιο. Ὁ Ἅγιος Φώτιος συγκάλεσε Σύνοδο στὸ
ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ ἀνακύψαντος ζητήματος.

Ἡ Σύνοδος καταδίκασε ὡς ἀντικανονικὲς τὶς ἐνέργειες τῶν «Ἰγνατιανῶν» καὶ
τόνισε ὅτι ὁ Ἰγνάτιος, ἀφοῦ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο, δὲν ἦταν πλέον
Πατριάρχης καὶ ὅτι ἐὰν διεκδικοῦσε καὶ πάλι τὴν ἐπιστροφή του στὸν
πατριαρχικὸ θρόνο, τότε αὐτόματα θὰ ὑφίστατο τὴν ποινὴ τῆς καθαιρέσεως
καὶ τοῦ ἀφορισμοῦ.

Ὁ μεγάλος αὐτὸς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας ἱερούργησε, ὡς ἄλλος Ἀπόστολος
Παῦλος, τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀγωνίσθηκε γιὰ τὴν ἀναζωπύρωση τῆς ἱεραποστολικῆς
συνειδήσεως, ποὺ περιφρουρεῖ τὴν πνευματικὴ ἀνεξαρτησία καὶ αὐτονομία
τῶν ὀρθοδόξων λαῶν ἀπὸ εἰσαγωγὲς ἐθίμων ξένων πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασία
τους, μὲ σκοπὸ τὴν ἀλλοίωση τῆς ταυτότητος καὶ τῆς πνευματικῆς τους
ζωῆς. Διότι γνώριζε ὅτι ὁ μέγιστος ἐχθρὸς ἐνὸς λαοῦ εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς
αὐτοσυνειδησίας του, ἡ φθορὰ τῆς πολιτισμικῆς του ἰδιοπροσωπίας καὶ ἡ
ἀλλοίωση τοῦ ἤθους του.

Ὁ ἱερὸς Φώτιος γνώριζε τὴν ἱεραποστολικὴ δραστηριότητα τοῦ ἱεροῦ
Χρυσοστόμου, ἀφοῦ ἀναφέρεται πολλὲς φορὲς στὸ ἔργο αὐτὸ καὶ μάλιστα
ἐπηρεάστηκε ἀπὸ αὐτὴ στὸ θέμα τῆς χρήσεως τῶν ἐπιτόπιων γλωσσῶν καὶ τῶν
μοναχῶν ὡς

ἱεραποστόλων. Ἐπὶ ἡμερῶν του ἐκχριστιανίσθηκε τὸ ἔθνος τῶν Βουλγάρων, τὸ
ὁποῖο μυσταγώγησε πρὸς τὴν ἀμώμητη πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἀναγέννησε
μὲ τὸ λουτρὸ τοῦ θείου Βαπτίσματος.

Ὁ ἱερὸς Φώτιος διεξήγαγε μεγάλους καὶ ἐπιτυχεῖς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς
Ὀρθοδόξου πίστεως ἐναντίων τῶν Μανιχαίων, τῶν Εἰκονομάχων καὶ ἄλλων
αἱρετικῶν καὶ ἐπανέφερε στοὺς κόλπους τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ
Χριστοῦ Ἐκκλησίας πολλοὺς ἀπὸ αὐτούς.

«Ἅπαντα μὲν τὰ ἀνθρώπινα συγκαταρρεῖ τῷ χρόνῳ καὶ ἀφανίζεται. Ἀρετὴ δέ…
καὶ χρόνου καὶ παθῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου περιγίνεται. Εἰ δὲ
ἀκριβέστερον ἴδοις, τῷ χρόνῳ καὶ τῷ θανάτῳ μᾶλλον ἀναζὴ καὶ θάλλει καὶ
τὸ οἰκεῖον κλέος καὶ τὴν εὐπρέπειαν, ἐναποσβεσθέντος αὐτοὶς τοῦ φθόνου,
λαμπρότερον τὲ καὶ θαυμασιώτερον ἀναδείκνυται».

Ὁ λόγος αὐτός, ἀπόσταγμα τῆς βαθιᾶς πίστεως καὶ τῆς κατὰ Θεὸν σοφίας τοῦ
Ἰσαποστόλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ,
«μυρίαις ἀρεταὶς ἐξανθήσαντος καὶ πάση γνώσει διαλάμψαντος», πληρέστατα
ἐφαρμόζεται σὲ αὐτὸν τὸν εἰπόντα, τὸν ὁποῖο ἡ ἀδιάφθορη συνείδηση τῆς
Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους, ὁμολόγησαν αὐτὸν Ἅγιο καὶ Ἰσαπόστολο «τοὶς
οὐρανίοις ἀδύτοις ἀγκατοικιζόμενον», ὡς «ἀοίδιμον μὲν τοὶς διωγμοίς,
δεδοξασμένον δὲ τοὶς θανάτοις».

Τὸ θεολογικό του ἔργο δικαίωνε τοὺς ἀγῶνες τῆς Ἐκκλησίας, βεβαίωνε τὴν
Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐνέπνεε τὴν Ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση γιὰ τὴν συνεχῆ
ἐγρήγορση  τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος.

Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση διέκρινε στὸ πρόσωπό του
τὸν ὑπέρμαχο τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τὸν ἐκφραστὴ τοῦ αὐθεντικοῦ
φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας.

Σὲ οἱονδήποτε στάδιο τοῦ βίου καὶ ἂν παρακολουθήσουμε τὸν ἱερὸ Φώτιο,
εἴτε στὴν βιβλιοθήκη, ἐπιδιδόμενο σὲ μελέτες, εἴτε ὡς καθηγητὴ τῆς
φιλοσοφίας στὸ πρῶτο Πανεπιστήμιο τῆς Μεσαιωνικῆς Εὐρώπης τῆς Μαγναύρας
σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἡ Δύση ἦταν ἀκόμη βυθισμένη στὸ τέλμα τῶν σκοτεινῶν
αἰώνων, εἴτε ὑπουργούντα σὲ ἀξιώματα μεγάλα καὶ περιφανῆ τῆς Πολιτείας,
εἴτε κοσμοῦντα τὸν ἁγιότατο Πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Κωνσταντινουπολίτιδος
Ἐκκλησίας, εἴτε ἐξασκούμενο στὴν ἐλεημοσύνη καὶ τὴ φιλανθρωπία, εἴτε
ὑφιστάμενο τὴν παραγνώριση τῶν ἀνθρώπων καὶ τὶς σκληρὲς στερήσεις δυὸ
ἐξοριῶν, παντοῦ ἀναγνωρίζουμε τὸν μαχόμενο ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς Ὀρθοδόξου
πίστεως, τῆς «ἀποστολικῆς τὲ καὶ πατρικῆς παραδόσεως» καὶ «τῆς
προγονικῆς εὐσεβείας», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς πατερικῆς
διδασκαλίας αὐτοῦ.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Βασίλειος καταθέτοντας τὴ
συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας περὶ τῆς πρώιμης ἁγιοποιήσεως τοῦ μεγάλου
Ἱεράρχου, γράφει:

«Φώτιος γὰρ ἣν ὁ μακάριος, ὁ φωτὸς ἀκτίσι φερωνύμος τοῦ ὀνόματος πλήθει
διδασκαλιῶν καταλάμψας τὰ πέρατα, ὁ ἐξ αὐτῶν σπαργάνων ἀφιερωθεῖς τῷ
Χριστῷ, ὡς ὑπὲρ τῆς αὐτοῦ εἰκόνος δημεύσει καὶ ἐξορία, τούτοις δὴ τοὶς
ἀθλητικοὶς ἐκ προοιμίου ἀγώσι συγκοινωνήσας τῷ γεννήτορι, οὐ καὶ ἡ ζωὴ
θαυμαστὴ καὶ τὸ τέλος ἐπέραστον, ὑπὸ Θεοῦ τοὶς θαύμασι μαρτυρουμένη».

Ἡ ζωντανὴ Ὀρθόδοξη πίστη, κατὰ τὸν ἱερὸ Πατέρα, ἡ πίστη τῆς ἀληθείας,
εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Χριστιανικῆς μαςυποστάσεως καὶ ἐπιβάλλει τὴν συνεχῆ
προσπάθεια γιὰ τὸ «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοὶς
οὐρανοὶς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς», γιὰ τὴν πραγμάτωση τῆς «καινῆς κτίσεως»,
ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴ δυναμικὴ γεφύρωση, σύνδεση καὶ ἀλληλοπεριχώρηση
τοῦ θείου καὶ ἀνθρώπινου στοιχείου.

Ὁ Χριστὸς ἑνώνει στὸ πρόσωπό Του τὴ θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτὸ
σημαίνει ὅτι ἡ θεότητα καὶ ἡ ἀνθρωπότητα ἔχουν ἐν Χριστῷ ἕνα κοινὸ τρόπο
ὑπάρξεως καὶ αὐτὸς ὁ τρόπος εἶναι ἡ ἑνότητα, ἡ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν
προσώπων, ἡ κοινωνία τῆς ἀγάπης. Ἡ ἕνωση τῆς θείας μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση
στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη ἀρχή. Φανερώνεται σὲ
ἐμᾶς, ὅπως φανερώνεται πάντοτε ἡ φύση: μόνο ὡς τρόπος ὑπάρξεως, δηλαδὴ
ὡς δυνατότητα ζωῆς.

Εἶναι ἡ δυνατότητα νὰ ζήσουμε, νὰ πληρωθεῖ ἡ ἀπύθμενη δίψα γιὰ ζωὴ ποὺ
βασανίζει τὴν ὕπαρξή μας, νὰ ζήσουμε ὅλες τὶς δυνατότητες τῆς ζωῆς
νικώντας τὴν ἀναπηρία καὶ τὸν θάνατο τῆς τεμαχισμένης ὑπάρξεως. Ἀρκεῖ νὰ
ἀποδεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν ἁμαρτία καὶ ἀποτυχία του καὶ νὰ ζήσει τὴν
κένωση τοῦ Χριστοῦ, τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἀληθινὴ Χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ἡ γέφυρα ποὺ συνδέει τὸν οὐρανὸ μὲ τὴν
γῆ, ἡ συνεχὴς πηδαλιούχηση τοῦ πορθμείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖο, ὅπως λέγει ὁ
ἱερὸς Φώτιος, ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ «διαπορθμεύει ἠμὶν τὴν ἐκεῖθεν
ἀγαθοειδὴ καὶ θείαν εὐμένειαν» καὶ Χάρη. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἀληθινὸ
ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας: ἡ ἀναγέννηση, ἕνωση, μετοχὴ καὶ κοινωνία μὲ τὸν
Χριστὸ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τὸ Ὀρθόδοξο, λοιπόν, ἦθος, ποὺ εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ προσώπου μὲ τὸν Θεὸ
Πατέρα ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὁ ἁγιασμὸς τοῦ ὅλου
ἀνθρώπου στὴν ὁδὸ τῆς θεώσεως ἀρχίζει νὰ ὑπάρχει μόνο ὅταν ἔχουμε ὡς
προϋπόθεση τὴν ὀρθὴ πίστη, τὴν ὀρθοδοξία. Γι’ αὐτὸ οὐδέποτε ὁ Ἅγιος
ἀνέχθηκε ὁποιαδήποτε παρασιώπηση ἢ παραφθορὰ τῆς ἀλήθειας.

Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Φώτιος πρὸς τὸν Πάπα Νικόλαο: « τὰ
οἰκουμενικαὶς καὶ κοιναὶς τυπωθέντα ψήφοις πάσι προσήκει φυλάττεσθαι».

Διότι, διὰ τῆς ἐπιμελοῦς φυλάξεως τῆς διδασκαλίας τῶν Οἰκουμενικῶν
Συνόδων, «πᾶσα καινοτομία καὶ αἵρεσις ἀπελαύνεται, τὸ δὲ τῆς Ὀρθοδοξίας
ἀκήρατον καὶ ἀρχαιοπαράδοτον φρόνημα ταὶς εὐσεβούντων ψυχαὶς εἰς
ἀδίστακτον σεβασμιότητα καθιδρύνεται». Ἔτσι ἡ μία γενεά, μετὰ φόβου
Θεοῦ, παραδίδει στὴν ἐπερχόμενη τὰ τῆς πίστεως πολύτιμα κεφάλαια ποὺ
ἔλαβε, μὲ πλήρη συναίσθηση ὅτι καὶ ἡ ἐπερχόμενη θὰ διατηρήσει ἀλώβητη
τὴν πίστη. Σὲ μία ὁμιλία του ὁ Ἅγιος ἐξαίρει τὴ σπουδαιότητα τῆς
συνεχιζόμενης ἀνελλειπῶς διαδοχῆς:

«Πρὸ τῆς ἑβδόμης Συνόδου, ἔσχε πρὸ ταύτης ἡ Πρώτη πολλῶν ἐν μέρει τᾶς
πράξεις μιμήσασθαι. Ἡ Δευτέρα τὴν Πρώτην ὑπογραμμὸν καὶ τύπον ἐδέξατο,
τῆς δὲ Τρίτης αὐτὴ μετὰ τὴν πρώτην ὑπῆρξε παράδειγμα, ναὶ δὴ καὶ
Τετάρτην ταυταὶς ἐπλούτει μιμήσασθαι καὶ ταὶς ἐφεξῆς ὑπῆρχον αἳ
προλαβούσαι διδάσκαλοι».

Ἡ ἀπαρίθμηση ἐδῶ τῶν Συνόδων δὲν εἶναι συμπτωματική. Γιὰ τὸν Ἅγιο, τὸν
τῆς ἀπλανοῦς γνώσεως κανόνα, τὸ παρελθόν, ἡ παράδοση, τὰ γενόμενα στὸ
ἅγιο Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀποτελοῦν ἁπλὰ ἱστορικὰ
γεγονότα. Μᾶλλον ἀποτελοῦν ὑπόδειγμα, τύπο γιὰ τὸ μέλλον τοῦ Κυριακοῦ
Σώματος.

Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιμένει μόνο στὴν ἱστορικὴ παράδοση ἢ μετάδοση, οὔτε
μόνο γιὰ τὸν κληρονομικὸ χαρακτῆρα τῆς διδασκαλίας, ἀλλὰ πρὸ παντὸς γιὰ
τὴν πληρότητα τῆς ἀλήθειας, γιὰ τὴν ταυτότητα καὶ τὴν συνέχεια τῆς
καθολικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴ ζωή της μέσα στὴ χάρη, γιὰ τὸ
παρὸν μέσα στὸ ὁποῖο κατοικεῖ ἤδη τὸ μέλλον, γιὰ τὸ μυστήριο τῆς
πίστεως.

Ἡ ἑνότητα, ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας συμπληρώνονται
καὶ καταξιώνονται μὲ τὴν ἀποστολικότητά της. Στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ
τοῦ Ἰησοῦ ὁ ἁγιασμὸς καὶ ἡ καθολικὴ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας συνδέονται
ἄμεσα μὲ τὴν ἀποστολικότητα: «Ἶνα ὁ κόσμος πιστεύση, ὅτι Σὺ μὲ
ἀπέστειλας».

Ἔτσι ἡ ἀποστολικότητα γίνεται ὀντολογικὸ γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ
ἐκφράζει καὶ τὰ ἄλλα γνωρίσματά της. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, γιατί
συνεχίζει τὴν ἀποστολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων Του μέσα στὸν
κόσμο. Ὁ ἱστορικὸς σύνδεσμός της μὲ τοὺς Ἀποστόλους καὶ ἡ βεβαίωση τοῦ
συνδέσμου αὐτοῦ μὲ τὴν ἀναγωγὴ τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν καὶ τῶν
Ἐπισκόπων στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους ἀποτελοῦν τὰ ἐξωτερικὰ τεκμήρια τῆς
ἀποστολικῆς ἰδιότητας καὶ διαδοχῆς.

Τὸ ἠθικὸ δὲ αἴτημα τῆς ἀποστολικότητας τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ὑποχρέωση
γιὰ πιστότητα στὴν ἀποστολικὴ παράδοσή της, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τὴν
ταυτότητα καὶ ἑνότητα τοῦ ζῶντος Σώματος. «Τοῦτο γὰρ τῶν Ἀποστόλων τὸ
κήρυγμα, τοῦτο τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τὸ φρόνημα».

Ἀγωνιζόμενος ὁ Ἅγιος Φώτιος ὑπὲρ «τῆς πίστεως ἠμῶν τῶν Χριστιανῶν…, τῆς
ἀχράντου καὶ εἰλικρινοῦς λατρείας, καὶ τῶν περὶ αὐτὴν μυστηρίων», στὴν
ἐγκύκλιο ἐπιστολή του, τὸ 867 μ.Χ., ποῦ ἀπευθυνόταν πρὸς τοὺς κατὰ
Ἀνατολᾶς Ἐπισκόπους καὶ Πατριάρχες, στρέφεται στὴν καταπολέμηση τῆς
αἱρέσεως, «κατὰ πάσης αἱρέσεως», ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἑνότητα καὶ τὴν
ἀκεραιότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ συγχρόνως καλεῖ ὅλους νὰ εἶναι ἄγρυπνοι
ἐναντίων κάθε δυσέβειας. Ὁ Μέγας Φώτιος, γνωρίζοντας ὅτι κάθε ἐκτροπὴ
ἀπὸ τὴν ἀληθῆ πίστη ἔχει ὡς συνέπεια τὴν ἔκπτωση ἀπὸ τὴν πνευματικότητα,
κατακρίνει «τὸ τῆς γνώμης ἠρρωστηκὸς καὶ ἀστήρικτον» καὶ καταδικάζει,
ὡς «ἁμαρτίαν πρὸς θάνατον», κάθε ἐκτροπὴ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν «τῶν
παραδοθέντων ἀθέτησιν» ἢ «καταφρόνησιν» ἀπὸ ἐκείνους ποῦ «κατὰ τῶν ἰδίων
ποιμένων ὑπερήφανον ἀναλαμβάνουν φρόνημα,  ἐκεῖθεν δὲ κατὰ τοῦ κοινοῦ
Ποιμένος καὶ Δεσπότου παρατείνουν τὴν ἀπόνοιαν».

Ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς ἀντέκρουσε ὄχι μόνο τοὺς εἰκονομάχους ἀλλὰ καὶ τὶς
παπικὲς ἀξιώσεις καὶ τὸ γερμανοφραγκικὸ δόγμα τοῦ filioque, τὸ ὁποῖο
διασαλεύει τὴν κοινωνία τῶν ἁγιοπνευματικῶν προϋποθέσεων καὶ ἐνεργειῶν
καὶ δὲν ἔχει θέση μέσα στὴν κοινωνία τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς
κοινότητος τῶν ἀδελφῶν.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Σύνοδος, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸν Ἰούλιο ἢ Αὔγουστο τοῦ 867
μ.Χ. στὴν Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσε τὸν Πάπα Νικόλαο γιὰ τὶς
ἀντικανονικές του ἐνέργειες, ἐνῷ ἀποδοκίμασε τὴ διδασκαλία τοῦ filioque
καὶ τὰ ρωμαϊκὰ ἔθιμα. Μάλιστα ἡ ἐγκύκλιος ἐπιστολὴ τοῦ ἱεροῦ Φωτίου γιὰ
τὰ θέματα αὐτά, μετὰ τὴ συνοδικὴ κατοχύρωση τοῦ περιεχομένου της,
κατέστη ἕνα σταθερὸ πλέον κριτήριο γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῶν σχέσεων
Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως.

Ἡ δολοφονία τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τοῦ Γ’, στὶς 24 Σεπτεμβρίου 867 μ.Χ.,
ἀπὸ τὸν Βασίλειο Α’ τὸν Μακεδόνα, συνοδεύτηκε καὶ μὲ κρίση στὴν
Ἐκκλησία.

Ὁ νέος αὐτοκράτορας τάχθηκε ὑπὲρ τῆς προσεγγίσεως Κωνσταντινουπόλεως
καὶ Ρώμης καὶ ἀναζήτησε ἐρείσματα στούς «Ἰγνατιανούς». Ὁ ἱερὸς Φώτιος
ὑπῆρξε τὸ θῦμα αὐτῆς τῆς νέας πολιτικῆς σκοπιμότητας τοῦ αὐτοκράτορα, ὁ
ὁποῖος ἐκθρόνισε τὸν Ἅγιο Φώτιο καὶ ἀποκατέστησε στὸν θρόνο τὸν
Πατριάρχη Ἰγνάτιο, στὶς 23 Νοεμβρίου 867 μ.Χ. Ἡ Σύνοδος τοῦ ἔτους 869
μ.Χ., ποῦ συνῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Σοφίας,
ἀναθεμάτισε τὸν Ἅγιο Φώτιο, ὅσοι δὲ Ἐπίσκοποι χειροτονήθηκαν ἀπὸ αὐτὸν ἢ
παρέμεναν πιστοὶ σὲ αὐτὸν καθαιρέθηκαν καὶ ὅσοι ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς ἢ
λαϊκοὺς παρέμειναν ὀπαδοί του ἀφορίσθηκαν.

Ὁ ἱερὸς Φώτιος καθ’ ὅλη τὴν διαδικασία καὶ παρὰ τὴν προκλητικὴ στάση
τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Πάπα τήρησε σιγή, τοὺς ὑπέδειξε νὰ μετανοήσουν καὶ
ἀρνήθηκε νὰ δεχθεῖ τὴν ἀντικανονικὴ ποινή. Στὴ συνέχεια ἐξορίστηκε καὶ
ὑποβλήθηκε σὲ ποικίλες καὶ πολλαπλὲς στερήσεις καὶ κακουχίες.
Ἐπακολούθησε βέβαια ἡ συμφιλίωση τῶν δυὸ Πατριαρχῶν, Φωτίου καὶ
Ἰγνατίου,  ἀλλὰ ὁ θάνατος τοῦ Ἰγνατίου, στὶς 23 Ὀκτωβρίου τοῦ 877 μ.Χ.,
ἐπέτρεψε τὴν ἀποκατάσταση τοῦ ἱεροῦ Φωτίου στὸν πατριαρχικὸ θρόνο μέχρι
τὸ ἔτος 886 μ.Χ. κατὰ τὸν ὁποῖο ἐξαναγκάστηκε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὸ
διαδεχθέντα τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο δευτερότοκο υἱὸ τοῦ Λέοντα ΣΤ’ τὸν
Σοφό.

Ὁ Ἅγιος Φώτιος κοιμήθηκε ὁσίως τὸ ἔτος 891 μ.Χ. ὄντας ἐξόριστος στὴν
ἱερὰ μονὴ τῶν Ἀρμενιανῶν, ὅπως ἄλλοτε ὁ θεῖος καὶ ἱερὸς Χρυσόστομος στὰ
Κόμανα τοῦ Πόντου. Τὸ ἱερὸ καὶ πάντιμο σκήνωμα τοῦ Ἁγίου καὶ Μεγάλου
Φωτίου ἐναποτέθηκε στὴν λεγόμενη μονὴ τῆς Ἐρημίας ἢ Ἠρεμίας, ποὺ ἦταν
κοντὰ στὴν Χαλκηδόνα. Παλιότερα ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ Προφητεῖο,
δηλαδὴ στὸ ναὸ τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, ποὺ βρισκόταν
στὴ μονὴ τῆς Ἐρημίας, ἐνῷ τώρα τελεῖται στὴν ἱερὰ πατριαρχικὴ μονὴ τῆς
Ἁγίας Τριάδος στὴ νῆσο Χάλκη, ὅπου ἱδρύθηκε καὶ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς
Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῆς σοφίας ἐκφάντωρ λαμπρὸς γενόμενος, Ὀρθοδοξίας ἐδείχθης θεοπαγῆς
προμαχών, τῶν Πατέρων καλλονὴ Φώτιε μέγιστε, οὐ γὰρ αἱρέσεων δεινῶν,
στηλιτεύεις τὴν ὀφρύν, Ἐώας τὸ θεῖον σέλας, τῆς Ἐκκλησίας λαμπρότης, ἣν
διατηρεῖ Πάτερ ἄσειστον.
Ὁ Ὅσιος Βουκόλος Ἐπίσκοπος Σμύρνης


Ὅσιος Βουκόλος ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
καὶ μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ὁ ὁποῖος τὸν χειροτόνησε
Ἐπίσκοπο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης.

Ὁ Ἅγιος διακόνησε τὴν Ἐκκλησία μὲ ὅλη τὴν εὐσυνειδησία, τὴν θερμότητα
καὶ τὴν αὐταπάρνηση τῶν μαρτυρικῶν ἐκείνων χρόνων. Ὑπῆρξε πατέρας καὶ
ποιμένας γιὰ τοὺς Χριστιανούς του στὴ διδασκαλία καὶ τὴν ὑπεράσπιση,
ὅταν κινδύνευαν ἀπὸ τοὺς διῶκτες τοῦ Εὐαγγελίου.

Πρὸς δὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ πλήθη συμπεριφερόταν μὲ σύνεση καὶ διάκριση,
προσέχοντας νὰ μὴν τὰ ἐρεθίσει ἀλλὰ καὶ προσπαθώντας μὲ θεία τέχνη καὶ
φωτισμὸ νὰ ἑλκύει πολλοὺς ἀπὸ αὐτὰ στὴν Χριστιανικὴ πίστη.

Λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο, ὁ Ὅσιος χειροτόνησε ὡς
διάδοχό του τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Πολύκαρπο (τιμᾶται 23 Φεβρουαρίου) καὶ
μετὰ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Στὸ Συναξάρι του ἀναφέρεται ὅτι μόλις τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου Βουκόλου
ἐνταφιάσθηκε, μὲ θαυματουργικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ φύτρωσε στὸν τόπο τῆς
ταφῆς του ἕνα δένδρο τὸ ὁποῖο παρεῖχε ἰάσεις στοὺς πιστούς.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ὡς διαλάμπων ἀρετῶν ταὶς ἀκτίσι, τοῦ ἐν τῷ στηθεῖ τοῦ Δεσπότου πεσόντος,
ἐκ πόθου προσεπέλασας τῷ θείῳ φωτί, ὅθεν ὡς θεόπνευστος, Ἱεράρχης
ἐμπρέψας, ἴθυνας τὴν ποίμνην σου, πρὸς νομὰς ἀληθείας. Καὶ νῦν δυσώπει
πάντοτε Χριστόν, Πάτερ Βουκόλε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.
Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς ὁ Μάρτυρας ὁ ἐν Ἐμέσῃ

Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰουλιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔμεσα, πόλη τῆς Κοίλης Συρίας
καὶ ἔζησε κατὰ τὰ τέλη τοῦ 3ου αἰῶνα μ.Χ. Διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβειά
του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀδελφούς του. Ἀσκοῦσε
τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ καὶ φρόντιζε γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς σωματικῆς
καὶ ψυχικῆς ὑγείας τῶν συνανθρώπων του, εἴτε Χριστιανῶν εἴτε
εἰδωλολατρῶν.

Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Νουμεριανοῦ, τὸ ἔτος 284 μ.Χ., συνελήφθησαν

ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμέσης Σιλουανός, ὁ διάκονος Λουκᾶς
καὶ ὁ ἀναγνώστης Μώκιος, οἱ ὁποῖοι ὁμολόγησαν μὲ θάρρος καὶ ἀνδρεία τὴν
πίστη τους στὸν Χριστό. Τότε ὁ ἡγεμόνας διέταξε νὰ κατασπαραχθοῦν οἱ
Ἅγιοι ἀπὸ τὰ ἄγρια θηρία.

Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς δὲν εἶχε παρασταθεῖ στὴν καταδίκη τους, ἀλλὰ ἄκουσε ὅμως

περὶ αὐτῆς. Ἔτρεξε, λοιπόν, μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις, γιὰ νὰ τοὺς
προφθάσει, ἀλλὰ ὅταν ᾖλθε στὸ κριτήριο, πληροφορήθηκε ὅτι τοὺς μετέφεραν
ἤδη στὸ ἀμφιθέατρο, γιὰ νὰ βροῦν τὸν θάνατο ἐκεῖ. Στὴ θέα τῶν Ἁγίων τὰ
μάτια του δάκρυσαν ἀλλὰ ἡ ψυχή του φλογίσθηκε.

Οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι Ἅγιοι Μάρτυρες ἦταν ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ, καυχήματα τῆς
Ἐκκλησίας, στηρίγματα τῶν ψυχῶν. Καὶ ἀμέσως ἔτρεξε κοντά τους, χωρὶς νὰ
προλάβουν νὰ τὸν ἐμποδίσουν οἱ στρατιῶτες καὶ τοὺς ἀσπάσθηκε ἀδελφικά. Ἡ
πράξη του αὐτὴ θεωρήθηκε ἔγκλημα καὶ κρίθηκε ὅτι οἱ ἀσπασμοὶ ἐκεῖνοι
ἔπρεπε νὰ ἐπισύρουν τὸν θάνατο.

Ὁ Ἅγιος Ἰουλιανὸς δὲν φοβήθηκε ἀπὸ τὴν κρίση τῶν διωκτῶν.

Ἔμεινε ἕως τέλους ἀπτόητος καὶ ἄσειστος. Οἱ δήμιοι τοῦ διαπέρασαν
καρφιὰ στὸ κεφάλι, στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, κατόπιν δὲ καὶ στὴν κεφαλή.
Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἰουλιανὸς ἀκολούθησε τοὺς ἄλλους Ἁγίους Μάρτυρες
καὶ ἔλαβε τὸ ἔνδοξο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Οἱ Ἅγιοι Φαύστα, Εὐϊλάσιος καὶ Μάξιμος

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Φαύστα καταγόταν ἀπὸ τὴν Κύζικο τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἦταν
θυγατέρα πλούσιων καὶ εὐσεβῶν γονέων. Ἔμεινε ὀρφανὴ σὲ μικρὴ ἡλικία,
ἔχοντας κληρονομήσει τὴν τεράστια περιουσία τῶν γονέων της.

Ὅμως οὔτε τὸ
νεαρὸ τῆς ἡλικίας της, οὔτε ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου της κυρίευσαν τὸ νοῦ
καὶ τὴν καρδιά της. Ἡ Χριστιανικὴ ἀνατροφὴ ποὺ εἶχε ἀπὸ τοὺς μακαριστοὺς
γονεῖς της ἦταν βαθιὰ χαραγμένη στὴν ψυχή της.

Ἔμεινε λοιπὸν στὴν
εὐσέβεια τῶν γονέων της καὶ ἐξακολουθοῦσε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ μὲ τὴν
ἴδια καὶ μεγαλύτερη μάλιστα ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση, τὴν στιγμὴ ποὺ εἶχε
χάσει τοὺς φιλόστοργους προστάτες της.

Κατὰ τὸ ἔτος 299 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Μαξιμιανοὺ (285-305 μ.Χ.), ἡ Ἁγία
Φαύστα προσκλήθηκε ἀπὸ τὸν ἐπιφανῆ Συγκλητικὸ Εὐϊλάσιο, ἐκπρόσωπο τοῦ
ἡγεμόνα, νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της στὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στοὺς
θεοὺς τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἡ Ἁγία ὅμως ἀρνήθηκε.

Ὁ Εὐϊλάσιος, ποὺ ἦταν
γέροντας στὴν ἡλικία, προσπάθησε νὰ πείσει τὴν Ἁγία ὅτι πίστευε σὲ
ἀνόητη πίστη ἀλλὰ ἐκείνη, ἔχουσα καλὰ καὶ ἀσφαλῆ διδάγματα, φωτιζόμενη
δὲ καὶ ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα, ἀνέλυσε τὰ δόγματα τῆς πίστεώς μας καὶ τοῦ
ἔδωσε θαυμαστὲς ἀπαντήσεις.

Ὅταν ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια, ἡ Ἁγία τὰ ὑπέμεινε μὲ τόση καρτερία, ὥστε ὁ
Εὐϊλάσιος, στὴν ψυχὴ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχαν εὐγενῆ σπέρματα, θαύμασε τὴν
Μάρτυρα καὶ αἰσθάνθηκε μεγάλη ἐντύπωση ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῆς Χριστιανικῆς
πίστεως, ἡ ὁποία χάριζε στὴν Ἁγία τόση ἀλύγιστη σταθερότητα ἑνωμένη μὲ
τὰ πλέον φιλάδελφα αἰσθήματα ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς διῶκτες της.

Ἡ δὲ κατάπληξή του κορυφώθηκε ὅταν ἡ Ἁγία, ποὺ τὴν ἔριξαν στὴ φωτιά,
ἔμεινε ἄθικτη καὶ ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Πρὸ τοῦ θαύματος αὐτοῦ ὁ
Εὐϊλάσιος αἰσθάνθηκε νὰ γκρεμίζεται μέσα του ὁ εἰδωλολάτρης.

Διέταξε, λοιπόν, νὰ ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του τὴν Ἁγία, τὴν προσέβλεψε μὲ
σεβασμὸ καὶ εὐλάβεια καὶ τὴν ρώτησε, μὲ ἀνοικτὴ καρδιὰ καὶ πνεῦμα
πρόθυμο γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῆς ἀλήθειας, περὶ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. Τὰ
λόγια τῆς Ἁγίας ἄγγιξαν τὴν καρδιὰ τοῦ γέροντος συγκλητικοῦ, ὁ ὁποῖος
αἰσθάνθηκε βαθιὰ κατάνυξη καὶ ἀπέλυσε ἐλεύθερη τὴν Ἁγία.

Ἡ εἴδηση αὐτὴ ἐξόργισε τὸν ἔπαρχο Μάξιμο.

Ἀμέσως κάλεσε τὸν Εὐϊλάσιο καὶ τὸν ἐπέπληξε ἔντονα γιὰ τὴν στάση του καὶ
τὴν ἀφέλειά του. Ὁ Εὐϊλάσιος, ἀτάραχος πρὸς τὶς ὕβρεις, τοῦ διηγήθηκε
τὴν ἱστορία τῶν βασάνων τῆς Μάρτυρος καὶ τὸ θαῦμα τῆς διασώσεώς της καὶ
τοῦ ἐξέφρασε τοὺς λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους ἔκρινε ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ
Χριστός.

Τότε ὁ ἔπαρχος ὑπέβαλε τὸν Εὐϊλάσιο καὶ τὴν Ἁγία Φαύστα σὲ
φρικώδη βασανιστήρια, τὰ ὁποία οἱ δυὸ Μάρτυρες ὑπέμειναν μὲ πνευματικὴ
ἀνδρεία. Καὶ ὁ Θεὸς ἔκανε πάλι τὸ θαῦμα του.

Ὁ ἔπαρχος Μάξιμος, μπροστὰ στὰ γενόμενα, ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ καὶ μὲ
συντριβὴ καρδιᾶς καὶ ταπείνωση γονάτισε μπροστὰ στὴν Ἁγία ζητώντας
συγχώρεση.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀντήχησε σὲ ὅλη τὴν Κύζικο. Ἡ εἴδηση δὲν
ἄργησε νὰ φτάσει καὶ στὸν αὐτοκράτορα Διοκλητιανὸ (284-305 μ.Χ.). Κατὰ
προσταγή του θανατώθηκαν καὶ οἱ τρεῖς Ἅγιοι, ποὺ δέχθηκαν μὲ χαρὰ τὸ
στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ.

Οἱ Ἅγιοι Θεόφιλος, Σατουρνίνος καὶ Ρεβοκάτος οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Θεόφιλος, Σατουρνίνος καὶ Ρεβοκάτος μαρτύρησαν στὴν Ἱσπανία ἐπὶ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.).

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τῶν Ἁγίων.

Οἱ Ἅγιοι Φαῦστος, Βασίλειος καὶ Λουκιανὸς οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Φαῦστος, Βασίλειος καὶ Λουκιανὸς μαρτύρησαν διὰ ξίφους «ἐν τοὶς
τοῦ Δαρείου». Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου ἀντὶ τοῦ Λουκιανοῦ
ἀναγράφεται «Σιλουανὸς ὁ ἐν Ἐμέσῃ», ἐνῷ σὲ ἄλλους Συναξαριστὲς ἡ μνήμη
τους ἁπαντὰ καὶ στὶς 25 Ὀκτωβρίου.
Οἱ Ἅγιοι Δωροθέα καὶ Θεόφιλος οἱ Μάρτυρες ἐν Καισαρείᾳ

Οἱ Ἅγιοι Δωροθέα καὶ Θεόφιλος μαρτύρησαν στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας ἐπὶ ἡγεμόνα Σαπρικίου μεταξὺ τῶν ἐτῶν 284-304 μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ ἐν Λυκῷ

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔζησε κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Κατοικοῦσε στὴν περιοχὴ τῆς
Θηβαΐδος κοντὰ στὴν πόλη τῶν Λύκων ἢ Λυκόπολη. Ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα
πνευματικῆς τελειώσεως καὶ θεωρίας καὶ ἀντιμετώπισε, μὲ θεία βοήθεια,
τὶς μεγάλες παγίδες τοῦ πειρασμοῦ. Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν ἀξίωσε καὶ τοῦ
χαρίσματος τῆς Θαυματουργίας. Ἔτσι κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.
Οἱ Ὅσιοι Βαρσανούφιος καὶ Ἰωάννης ὁ ἐπικαλούμενος Προφήτης

Οἱ
Ὅσιοι Βαρσανούφιος καὶ Ἰωάννης ἔζησαν κατὰ τὸν 4ο αἰῶνα μ.Χ. Ἦταν καὶ
οἱ δυὸ μοναχοὶ καὶ φημισμένοι γιὰ τὸν ἀσκητικὸ βίο καὶ τὴν ἁγιότητά τους
καὶ γνώριζαν ἄριστα τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Γι’ αὐτὸ συνέγραψαν
καὶ βιβλίο στὸ ὁποῖο διατυπώνονται διάφορες ἐρωτήσεις καὶ ἀπορίες καὶ
δίδονται ἀπαντήσει μὲ σκοπὸ τὸ φωτισμὸ τῶν πιστῶν. Τὸ βιβλίο αὐτὸ
ἐκτυπώθηκε, κατὰ τὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, στὴ Βενετία.

Ὁ Ὅσιος Βαρσανούφιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη πρὶν τὸν Ὅσιο Ἰωάννη, στὸν
ὁποῖο ὁ Θεὸς χάρισε τὸ προφητικὸ καὶ θαυματουργικὸ χάρισμα. Περὶ αὐτοῦ
ἄκουσε καὶ ὁ αὐτοκράτορας Μέγας Θεοδόσιος (379-395 μ.Χ.) καὶ τὸν εἶχε σὲ
πολὺ σεβασμὸ καὶ τιμή.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἀσκήτευε στὰ μέρη τῆς Θηβαΐδος, σὲ τόπο ψηλὸ καὶ
ἀπομακρυσμένο, ἀλλὰ ἡ φήμη του ἐξαπλώθηκε γρήγορα καὶ πλῆθος πιστῶν
προσέτρεχε κοντά του, γιὰ νὰ ζητήσει τὶς πνευματικὲς συμβουλές του καὶ
τὴν γιατρειὰ ἀπὸ τὶς ἀσθένειες. Τὸν ἐπισκέπτονταν καὶ ἄλλοι Πατέρες καὶ
Ἀσκητές, ποὺ εἶχαν τὸν πόθο νὰ ἀκούσουν τὶς συμβουλές του καὶ νὰ δεχθοῦν
τὴν εὐλογία του.

Ἐκεῖνος τοὺς ὑποδεχόταν μὲ πολλὴ ταπεινοφροσύνη, λέγοντας ὅτι δὲν ἦταν
τίποτε, ὥστε νὰ ἀξίζει νὰ ὑποβάλλονται σὲ τέτοιο κόπο πρὸς συνάντησή
του. Οὔτε ἔλειπαν ἀπὸ τὸ ἐρημητήριό του οἱ ἀναχωρητές. Μελετοῦσαν μαζί,
συνέψαλλαν καὶ συζητοῦσαν πνευματικὰ θέματα, πρὸς δὲ τοὺς νεότερους
ἔδινε πατρικὰ τὶς σοφὲς νουθεσίες του. «Σεῖς βέβαια», τοὺς ἔλεγε, «θὰ
νομίζετε πὼς κατορθώσατε κανένα μεγάλο πρᾶγμα μὲ τὸ νὰ ἐγκαταλείψετε τὸν
κόσμο. Ἀφήσατε οἰκίες ἴσως, καὶ χρήματα καὶ κτήματα καὶ περιουσία.

Ἀλλὰ ἀφήσατε καὶ τὸν πόθο τῆς ἁμαρτίας; Ἐδῶ εἶναι τὸ σπουδαῖο, διότι
αὐτὴ εἶναι ὁ κόσμος. Ἤλθαμε στὴν ἡσυχία. Ἀλλὰ εἶναι πράγματι κτῆμα μας ἡ
ἡσυχία μας αὐτή; Μήπως ἀνάβουν μέσα μας ἀκόμη ἐπιθυμίες τῆς σάρκας;
Μήπως μὰ τυραννοῦν κοσμικὲς ἀνησυχίες  ἢ ἐγωισμοὶ ἢ ζήλιες, φθόνοι καὶ
ἐνθυμήσεις φλογερὲς τῶν θέλγητρων τῆς κοσμικῆς ζωῆς; Μήπως τὸ σῶμα μας
μένει στὴν ἔρημο, ἀλλὰ ὁ κόσμος εἶναι ὁλόκληρος μέσα στὴν ψυχή μας; Καὶ
πρὸ πάντων, ἀδελφοί μου, ἂς φυλαττώμεθα ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια.

Ξέρετε ἐσεῖς κάτι περισσότερο ἀνόητο ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια; Ἐγὼ δὲν ξέρω.
Τί εἶναι ἀρετή; Τὸ γνωρίζετε. Εἶναι Αὐτὸς ὁ Θεός. Ἡ ὑπερηφάνεια,
ἀδελφοί, ὄχι μόνο δὲν μᾶς φέρνει ψηλότερα, ἀλλὰ καὶ μᾶς γκρεμίζει
ὁλότελα.

Διότι μᾶς τυφλώνει καὶ μᾶς σπρώχνει ὥστε νὰ μᾶς καταστρέψει. Ἡ
ὑπερηφάνεια φίλοι μου, τί ἄλλο εἶναι παρὰ μία κυριαρχία τοῦ Σατανᾶ στὴν
ψυχή μας. Ταπείνωση, λοιπόν, ἀδελφοί μου! Ταπείνωση, ὅσο περισσότερο
μποροῦμε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσφάλειά μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ὕψωσή μας καὶ αὐτὴ μᾶς
ἀποδίδει στὴ φιλία τοῦ Θεοῦ».

Τέτοιες συμβουλὲς ἐξέρχονταν ἀπὸ τὸ γλυκὺ στόμα τοῦ μεγάλου Ἀσκητοῦ καὶ
εἰσέρχονταν στὶς ψυχὲς ὡς καθαρὰ ὕδατα, τὰ ὁποία καθαρίζουν, δροσίζουν
καὶ γονιμοποιοῦν.

Καὶ ἔφτασε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης σὲ βαθύτατο γῆρας. Προεῖδε δὲ τὸ θάνατό του
τρεῖς ἡμέρες πρὶν αὐτὸς συμβεῖ. Ὁ Μέγας Ἀσκητὴς κοιμήθηκε ὁσίως μὲ
εἰρήνη ἀναπαυόμενος στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός.
Ὁ Ἅγιος Ἄμανδος φωτιστῆς τῆς Βελγικῆς


Ὁ Ἅγιος Ἄμανδος γεννήθηκε κοντὰ στὴν Ἀκυϊτανία περὶ τὰ τέλη τοῦ 6ου
αἰῶνα μ.Χ. καὶ σπούδασε θεολογία στὴ Ρώμη. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία μόνασε σὲ
μοναστῆρι τῆς νήσου Γιέ. Ἐπειδὴ ὁ πατέρας του δὲν ἤθελε νὰ γίνει ὁ υἱός
του μοναχὸς καὶ τοῦ ἔφερνε ἐμπόδια, ὁ Ἅγιος κατέφυγε στὴν πόλη Τούρ,
ὅπου ἦταν ἐπὶ δεκαπέντε ὁλόκληρα χρόνια ἔγκλειστος σὲ ἕνα κελὶ στὰ τείχη
τῆς πόλεως.

Σὲ ἕνα προσκύνημά του στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ
Παύλου, στὴ Ρώμη, εἶδε σὲ ὅραμα τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος τοῦ
φανέρωσε ὅτι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νὰ κηρύξει ὁ Ἅγιος τὸ Εὐαγγέλιο
στοὺς λαοὺς τῆς Βελγικῆς. Γι’ αὐτὸ ἐπέστρεψε στὴν πόλη Μπούρζ, ὅπου
χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος καὶ ἄρχισε τὴν ἱεραποστολική του δράση στοὺς
λαοὺς τῆς Γάνδης, τῆς Φλάνδρας, τῶν Πυρηναίων καὶ τῆς Γασκώνης.

Μετὰ ἀπὸ τὸ δεύτερο προσκύνημά του στὴ Ρώμη, στοὺς τάφους τῶν Ἁγίων
Ἀποστόλων, ἐξελέγη τὸ ἔτος 647 μ.Χ. Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Μάαστριχτ.

Ἐκεῖ
ἐργάσθηκε γιὰ τὴν ἐξημέρωση τῶν ἠθῶν καὶ τῶν ἐθίμων τῶν ἐθνικῶν λαῶν
καὶ πολλὲς φορὲς ἔσωσε, μὲ τὴν προσευχή του, τὸ ποίμνιό του ἀπὸ φυσικὲς
καταστροφές. Μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου, Πάπα Ρώμης (τιμᾶται 16
Σεπτεμβρίου), συνεκάλεσε τοπικὲς Συνόδους κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ
Μονοθελητισμοῦ.

Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως καὶ διακονίας, ὁ Ἅγιος
Ἄμανδος, ἀφοῦ ἐνθρόνισε ὡς διάδοχό του τὸν Ἅγιο Ρεμάκ, παραιτήθηκε ἀπὸ
τὸν Ἐπισκοπικὸ θρόνο. Συνέχισε ὅμως τὸ κηρυκτικὸ ἔργο του, τὸ ὁποῖο
τελείωσε στὴ Γασκώνη καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη στὴ μονὴ τοῦ Ἐλνόν,
τὸ ἔτος 680 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ ἐκ Γεωργίας


Ὅσιος Ἀρσένιος τοῦ Ἰκαλτοέλι ἔζησε μεταξὺ τοῦ 11ου καὶ 12ου αἰῶνα μ.Χ.
στὴ Γεωργία. Σπούδασε στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Ἰκάλτο καὶ γνώρισε τὴ
βυζαντινὴ παράδοση ἀπὸ τὴν παραμονή του στὴν Κωνσταντινούπολη.

Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1127 στὴ Γεωργία.
Ὁ Ἅγιος Δαμασκηνὸς ὁ Ἱερομάρτυρας ὁ Σιναΐτης

Ὁ Ἅγιος Δαμασκηνὸς (Τζαγκάρης) ἦταν ἀδελφὸς στὴ μονὴ Σινὰ καὶ μαρτύρησε ἀπὸ τοὺς Μεζένιδες τὸ 1623 ἔξω ἀπὸ τὴ μάνδρα τῆς μονῆς.

Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ὁ Ἱερομάρτυρας ὁ Σιναΐτης
Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ἦταν ἀδελφὸς τῆς μονῆς Σινᾶ καὶ διακονοῦσε στὸ μετόχι
τῆς μονῆς στὴν Ἁγία Τριάδα Ἡρακλείου τῆς Κρήτης. Ὁ Ἅγιος ἦταν μέλος τῆς
συνοδείας τοῦ ἱερομάρτυρα Νεοφύτου τοῦ Σιναΐτου (τιμᾶται 20 Δεκεμβρίου)
καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 1822.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

 

5 Φεβρουαρίου Συναξαριστής.
Ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἡ Μάρτυς (Ἑορτὴ Ἀγάθη)


Ἁγία Μάρτυς Ἀγάθη καταγόταν ἀπὸ τὴν Κατάνη τῆς Σικελίας. Τὸ λατινικὸ
Μαρτύριον, ποὺ εἶναι ἀρχαιότερο, ὅπως καὶ τὸ Ἐγκώμιον, ποὺ συνέταξε ὁ
Πατριάρχης Μεθόδιος, δὲν ἀναφέρουν τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα της. Ἀντίθετα ὁ
Ἅγιος Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς σημειώνει ὅτι τόπος καταγωγῆς τῆς Ἁγίας ἦταν
τὸ Παλέρμο.

Τὴν πληροφορία αὐτὴ υἱοθέτησαν ἀβασάνιστα καὶ οἱ
ὑπόλοιποι Συναξαριστές, ἐπώνυμοι καὶ ἀνώνυμοι. Τὴν καταγωγὴ τῆς Ἁγίας
Ἀγάθης ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Κατάνης ἐνισχύει καὶ ὁ Ἅγιος Πέτρος, Ἐπίσκοπος
Ἄργους, στὸ Ἐγκώμιον ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν σικελικῆς καταγωγῆς, ἀπὸ τὴν
πόλη τῆς Κατάνης, Ἐπίσκοπο Μεθώνης Ἀθανάσιο. Ὁ Ἅγιος Πέτρος ἀναφέρει
μάλιστα ὅτι στὴν πόλη αὐτὴ ἡ Ἁγία γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καὶ μαρτύρησε.


Ἁγία Ἀγάθη προερχόταν ἀπὸ εὐγενικὴ καὶ εὔπορη οἰκογένεια. Οἱ γονεῖς της
ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἔχασε σὲ μικρὴ ἡλικία. Ὅμως ἡ Ἁγία
ἀπὸ παιδὶ ἔβαλε στὴν καρδιά της τὸν Χριστὸ καὶ ἀφιερώθηκε στὴν
Ἐκκλησία.

Ἡ Ἁγία Ἀγάθη μαρτύρησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.).

Τὸ
μαρτύριο τῆς Ἁγίας ἄρχισε ὅταν ὁμολόγησε τὴν πίστη της στὸν Χριστό.
Πρῶτα ἀσκήθηκε σὲ αὐτὴν ἕνας ψυχικὸς βιασμός, ποὺ εἶχε διάρκεια τριάντα
ἡμέρες, χωρὶς ὅμως νὰ τὴν κάμψει.

Βλέποντας ὁ ἔπαρχος τῆς Σικελίας Κυντιανός,
ἄνθρωπος μὲ ἄγρια ἔνστικτα, τὴν σταθερότητα τῆς Ἁγίας, προσπάθησε νὰ
μεταστρέψει τὸ φρόνημά της ὥστε νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς. Ὕστερα τὴν
παρέδωσε σὲ κάποια ἄπιστη γυναῖκα, ποὺ τὴν ὀνόμαζαν Ἀφροδισία καὶ τὶς
θυγατέρες της, γιὰ νὰ τὴν πείσουν νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της στὸν Κύριο.

Ὅταν
ἄκουσε ὁ Κυντιανὸς ἀπὸ τὴν Ἀφροδισία ὅτι ἡ Ἁγία Ἀγάθη παρέμενε ἄκαμπτη,
πλημμύρισε ἀπὸ ὀργή. Διέταξε νὰ τὴν ὁδηγήσουν μπροστά του καὶ ἄρχισε
πάλι τὶς ἀπειλές.

Στὸν διάλογο ποὺ ἀκολούθησε, ἡ Ἁγία ὑποστήριξε μὲ
πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ παρὰ τὸ νεαρὸ τῆς ἡλικίας της, ὅτι εἶναι δούλη
Χριστοῦ. Κατηγόρησε εὐθέως τὸν ἔπαρχο ὅτι πιστεύει σὲ ξόανα καί,
μάλιστα, ἀναρωτήθηκε, πῶς ἕνας τόσο ἔξυπνος ἄνθρωπος παρουσιάζεται μὲ
τὴν πίστη του τόσο ἀνόητος.

Ὁ ἔπαρχος, μόλις ἄκουσε αὐτό, ράπισε τὴν
Ἁγία καὶ διέταξε νὰ τὴν κρεμάσουν καὶ νὰ τὴν λογχίσουν. Παρὰ τοὺς
φρικτοὺς πόνους, ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἐξακολουθοῦσε νὰ ὁμολογεῖ τὴν πίστη της
στὸν Χριστὸ καὶ νὰ δηλώνει ὅτι τὰ βασανιστήρια τῆς προξενοῦν χαρά, γιατί
εἶναι πρόσκαιρα. Ὁ Κυντιανός, ἔξαλλος ἀπὸ ὀργή, διέταξε νὰ τὸν
ἀποκόψουν τὸν μαστό. Ὕστερα ἀπὸ τὴν φρικώδη αὐτὴ πράξη τὴν ὁδήγησαν στὴ
φυλακή.

Μόλις πλησίασαν τὰ μεσάνυκτα, ἐπισκέφθηκαν τὴν Ἁγία ὁ
Ἀπόστολος Πέτρος, μὲ μορφὴ γέροντα καὶ ἕνας Ἄγγελος, μὲ μορφὴ παιδιοῦ,
ποὺ κρατοῦσε λαμπάδα. Ἄπλετο φῶς πλημμύρισε τὸ ὑγρὸ καὶ σκοτεινὸ κελὶ
τῆς Ἁγίας. Ὁ Ἀπόστολος γιάτρεψε τὶς πληγές της καὶ ἀποκατέστησε τὸν
κομμένο μαστό.

Ἡ πόρτα τῆς φυλακῆς ἄνοιξε καὶ οἱ λοιποὶ κρατούμενοι
ὠθοῦσαν τὴν Ἁγία νὰ ἀποδράσει. Αὐτή, ὅμως, σκεπτόμενη ἀπὸ τὴ μία ὅτι θὰ
τιμωρηθοῦν οἱ δεσμοφύλακες ἂν δραπετεύσει καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅτι ἔπρεπε νὰ
ὑπομείνει τὸ μαρτύριο, δὲν ἔφυγε ἀπὸ τὸ δεσμωτήριο.

Τὴν τέταρτη
ἡμέρα, ὁ Κυντιανὸς τὴν προσάγει στὸ δικαστήριο. Ἐκεῖ τῆς ἐπαναλαμβάνει
ὅτι ἂν δὲν ὑπακούσει στὸ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα καὶ δὲν θυσιάσει στοὺς
θεούς, θὰ θανατωθεῖ. Καμιὰ ὅμως ἀπειλὴ δὲν ἔκαμψε τὴν Ἁγία. Ὁμολόγησε
καὶ πάλι τὴν πίστη της στὸν Χριστὸ καὶ ἐπέδειξε τὶς θεραπευμένες πληγές
της.

Ὁ ἀπάνθρωπος τότε ἔπαρχος διέταξε νὰ ρίξουν γυμνὴ τὴν Ἁγία πάνω
σὲ αἰχμηρὰ κεραμίδια, ποὺ πάνω τους ἔκαιγαν κάρβουνα. Ξαφνικά, μεγάλος
σεισμὸς ἔγινε στὴν πόλη τῆς Κατάνης καὶ προξένησε πολλὲς ζημιές. Ἀνάμεσα
στὰ θύματα ἦταν ὁ σύμβουλος τοῦ ἔπαρχου Σιλουανὸς καὶ ὁ φίλος του
Φαλκόνιος.

Μπροστὰ σὲ αὐτὴν τὴν κατάσταση ὁ Κυντιανὸς διέταξε νὰ
μεταφέρουν τὴν Ἁγία στὴ φυλακή. Μέσα στὸ δεσμωτήριο ἡ Ἁγία προσευχήθηκε
στὸν Κύριο καὶ Τὸν εὐχαρίστησε γιὰ τὴ δύναμη ποὺ τῆς χάρισε. Καὶ μόλις
τελείωσε τὴν προσευχή της, παρέδωσε τὸ πνεῦμα της. Ἦταν τὸ ἔτος 251 μ.Χ.


λαὸς τῆς Κατάνης, ἔντονα θορυβημένος ἀπὸ τὸ γεγονός, διαμαρτυρήθηκε
στὸν ἔπαρχο. Στὴ συνέχεια, μετέφεραν τὸ τίμιο λείψανό της σὲ ἀσφαλὲς
μέρος. Τότε παρουσιάσθηκε ἕνας λευκοντυμένος νεαρός, ἄγνωστος στοὺς
αὐτόχθονες, ὁ ὁποῖος κατευθύνθηκε πρὸς τὸν τάφο τῆς Ἁγίας Ἀγάθης καὶ
πάνω σὲ μαρμάρινη πλάκα ἔγραψε τὰ ἑξῆς: «Νοῦς ὅσιος, αὐτοπροαίρετος τιμὴ
ἐκ Θεοῦ, καὶ πατρίδος λύτρωσις».

Οἱ παριστάμενοι εἶπαν ὅτι ὁ νεαρὸς ἐκεῖνος ἦταν ὁ Ἄγγελος τῆς Ἁγίας.


λαὸς τῆς Κατάνης τιμοῦσε καὶ σεβόταν τὴν Ἁγία. Ὡς ἀνταπόκριση στὴν τιμὴ
αὐτή, ἡ Ἁγία Ἀγάθη ἔσωσε τὴν πόλη της ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἔκρηξη τοῦ
ἡφαιστείου τῆς Αἴτνας. Οἱ κάτοικοι τῆς Κατάνης ἔτρεξαν στὸν τάφο της καὶ
ἀφοῦ πῆραν τὴ λάρνακα μὲ τὸ ἅγιο λείψανό της, τὴν ἔστρεψαν πρὸς τὴν
λάβα, ποὺ ζύγωνε τὴν πόλη καὶ ἔτσι ἀποσοβήθηκε ἡ συμφορά. Τὸ γεγονὸς
αὐτὸ συνέβη στὶς 5 Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 252 μ.Χ., ἀκριβῶς ἕνα χρόνο
μετὰ τὸ μαρτύριο τῆς Ἁγίας.

Ἡ Σύναξη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀγάθης
ἐτελεῖτο  στὸ Μαρτύριό της, τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὸ ἕβδομο τοῦ Βυζαντίου.
Τὰ ἱερὰ λείψανά της μεταφέρθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὴν περίοδο
τῶν αὐτοκρατόρων Βασιλείου Β’ (976-1025 μ.Χ.) καὶ Κωνσταντίνου Η’
(1025-1028 μ.Χ.).
Ἀπολυτίκιο. ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Ρόδον
εὔοσμον, τῆς παρθενίας, νύμφη ἄφθορος, τοῦ Ζωοδότου, ἀναδέδειξαι Ἀγάθη
πανεύφημε, τῶν ἀγαθῶν τὴν πηγὴν γὰρ ποθήσασα, μαρτυρικῶς ἐν τῷ κόσμῳ
διέπρεψας. Μάρτυς ἔνδοξε, λιταίς σου θείαις ἀγάθυνον, τοὺς πόθω
μεγαλύνοντας τοὺς ἄθλους σου.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Στολιζέσθω
σήμερον, ἡ Ἐκκλησία, πορφυρίδα ἔνδοξον, καταβαφείσαν ἐξ ἁγνῶν, λύθρων
Ἀγάθης τῆς Μάρτυρος, Χαῖρε, βοώσα, Κατάνης τὸ καύχημα.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ ἐξ Ἀντιοχείας


Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας καὶ ἦταν τέκνο
πλουσίων καὶ ἐπίσημων γονέων.  Τὸν ἐνέπνεε ὅμως εὐσέβεια θερμὴ  καὶ
ἱερὸς πόθος νὰ  ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ  τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Γι’ αὐτὸ
ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κιλικία.

Μόλις βρῆκε στὰ ὄρη τῆς πόλεως Ρώσου κάποιο δασῶδες φαράγγι, κατασκεύασε
ἐκεῖ ἕναν πολὺ μικρὸ οἰκίσκο, ὅπου καὶ ἔστησε τὴν κατοικία του.

Στὸν
τόπο αὐτὸ ὁ Ὅσιος ζοῦσε στὴ μόνωση καὶ διεξήγαγε τοὺς πνευματικοὺς καὶ
ἀσκητικούς του ἀγῶνες μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες. Κάποιες φορὲς μετέβαινε
καὶ στὰ πλησιόχωρα  χωριὰ ἀναζητώντας ψυχὲς πρὸς τὶς ὁποῖες ἔφερνε τὴν
παρηγοριὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδας.

Ὅταν τὰ μέρη ἐκεῖνα κατέλαβαν
οἱ Σαρακηνοί, ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἐπανῆλθε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἔχτισε
μία μικρὴ καλύβα, στὴν ὁποία ζοῦσε μὲ ἄλλους ἀδελφούς.

Τὸ Συναξάρι του ἀναφέρει ὅτι κοιμόταν στὴ γῆ, φοροῦσε ἕνα τρίχινο ἔνδυμα
καὶ ἔφερε στὸ λαιμό του, στὴ μέση καὶ στὰ χέρια του βαριὰ σίδερα. Ὁ
Θεὸς ποὺ ἔβλεπε τόν ἀσκητικό του ἀγῶνα καὶ ἄκουγε τὶς προσευχές του, τοῦ
χάρισε τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας.

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος κοιμήθηκε ὁσίως  μὲ εἰρήνη.
 Ὁ Ὅσιος Πολύευκτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως


Ὅσιος Πολύευκτος γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ σὲ νεαρὴ ἡλικία
ἔγινε Μοναχὸς σὲ μονὴ τῆς νήσου Πρώτης. Ζοῦσε μὲ ἁπλότητα καὶ ἐγκράτεια
καὶ πολλὲς φορὲς τρεφόταν μὲ ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμί, γιὰ νὰ θρέψει τοὺς
φτωχούς.

Ἦταν κάτοχος μεγάλης θεολογικῆς παιδείας καὶ διακρινόταν γιὰ τὴ
σεμνότητά του, τὸ ἦθος του, τὴν ἐγκράτεια καὶ ἀντικειμενικότητα τοῦ
χαρακτῆρα του. Πολλοὶ μάλιστα τόν παρομοίαζαν  μὲ τὸν Ἅγιο  Ἰωάννη τὸν
Χρυσόστομο.

Ὅταν τὸν  Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους  956 μ.Χ.  ἀπεβίωσε ὁ
πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Θεοφύλακτος (931-956 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος
Πολύευκτος χειροτονήθηκε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ 957 μ.Χ.
βάπτισε στὴν Κωνσταντινούπολη τὴν Ρωσίδα ἡγεμονίδα Ὄλγα, ἡ ὁποία, ὅπως
λέγεται ἀπὸ μερικούς, ὀνομάστηκε Ἑλένη.

Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἦταν
κανόνας ἀρετῆς καὶ εὐσέβιας. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν φοβήθηκε νὰ ἐλέγξει τὸν
αὐτοκράτορα Νικηφόρο Φωκὰ (963-969 μ.Χ.), ὅταν αὐτὸς ἀποφάσισε νὰ
νυμφευθεῖ τὴ βασίλισσα Θεοφανῶ,  χήρα τοῦ αὐτοκράτορα Ρωμανοὺ τοῦ Β’
(959-963 μ.Χ.).  Ἐπειδὴ μάλιστα ὁ γάμος εἶχε τελεσθεῖ κρυφὰ ἀπὸ τὸν
Ἅγιο, αὐτὸς ἀρνήθηκε νὰ δεχθεῖ τὸν βασιλιὰ στὴ Θεία Λειτουργία ποὺ ἔγινε
στὴν Ἁγία Σόφια.

Ὅμως, στὴ συνέχεια ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἔδωσε τὴ
συγχώρεση καὶ τὴ συναίνεσή του, γιὰ νὰ οἰκονομήσει τὰ πράγματα καὶ νὰ
μὴν ὁδηγήσει τὸ κράτος σὲ χάος.

Ὁ αὐτοκράτορας Νικηφόρος Φωκᾶς ἔπεσε
θῦμα ἄγριας δολοφονίας. Καὶ ἡ πράξη αὐτὴ φαινόταν ἀκόμη πιὸ στυγερή,
ἕνεκα τοῦ ὅτι συμμετεῖχε καὶ τὴν διευκόλυνε ἡ βασίλισσα Θεοφανῶ. Ὁ Ἅγιος
Πολύευκτος καταταράχθηκε  γιὰ τὴν τρομερὴ καὶ ἀνοσία κακουργία.

Ὅταν,
λοιπόν, μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ μέρες ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεώς του στὸν αὐτοκρατορικὸ
θρόνο, ὁ Ἰωάννης Α’ ὁ Τσιμισκὴς (969-976 μ.Χ.) προσῆλθε στὸν ναὸ τῆς
Ἅγια Σόφιας, γιὰ νὰ στεφθεῖ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, ὁ Ἅγιος δὲν τοῦ ἐπέτρεψε
νὰ εἰσέλθει στὸ ἱερὸ καὶ ἀπαίτησε προηγουμένως νὰ ἐκπληρωθοῦν ὑπὸ τοῦ
βασιλέως τρεῖς ὄροι. Ὁ πρῶτος ἦταν νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα ἡ
Θεοφανῶ.

Ὁ δεύτερος ὅρος ἦταν νὰ ὑποδείξει καὶ νὰ τιμωρήσει τὸν
αὐτουργὸ τοῦ φόνου τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ, καὶ ὁ τρίτος ὅρος, νὰ ἀνακαλέσει
τὰ θεσπίσματα τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων.
Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Πολύευκτος ἐξασφάλισε στὴν ἐκκλησία τὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία
καὶ τῆς ἔδωσε τὸ δικαίωμα τῆς ἐνέργειας κατὰ τῶν ὑπερβάσεων τῶν
πολιτικῶν ἀρχόντων, ὅταν αὐτὲς βλάπτουν τὴν Ἐκκλησία καὶ σφαγιάζουν τὶς
παραδόσεις τοῦ λαοῦ τοῦ θεοῦ.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Ἁγίου πρὸς τὸ μοναχισμὸ
καὶ τὴν νὰ ἀσκητικὴ ζωὴ  ἐκφράστηκε καὶ διὰ τῆς ἱδρύσεως, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν
του, τῶν μονῶν Μέγιστης Λαύρας καὶ Ἰβήρων στὸ Ἅγιο Ὄρος.

Ὁ Ἅγιος Πολύευκτος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος  970 μ.Χ.

 Ὁ Ὅσιος Σάββας ἐκ Σικελίας


Ὅσιος Σάββας γεννήθηκε κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 10ου αἰῶνα μ.Χ. στὴ
Σικελία ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους, τὸν Χριστόφορο καὶ τὴν Καλή.
Ἐκάρη Μοναχὸς  στὴ μόνη τοῦ Ἁγίου Φιλίππου,  ὅπου μόναζαν ὁ πατέρας του,
Χριστόφορος, καὶ ὁ ἀδελφός του, Μακάριος.

Ὅταν ἔγινε ἡ ἐπιδρομὴ τῶν
Σαρακηνῶν στὴ Σικελία ὁ Ἅγιος μὲ τὸν πατέρα του καὶ τὸν ἀδελφό του
κατέφυγε στὴν Καλαβρία καὶ ἐκεῖ ἵδρυσε τὴν  μόνη τῶν Ἀρχαγγέλων, στὴν
ὁποία ἔγινε καὶ ἡγούμενος. Ἀλλὰ καὶ πάλι ἀναγκάστηκε νὰ φύγει ἀπὸ τὴ
μόνη λόγω τῆς ἐπιδρομῆς τῶν Σαρακηνῶν στὴν περιοχὴ τῆς Καλαβρίας.

Ἔτσι,
κατέφυγε σὲ περιοχὴ κοντὰ στὸν ποταμὸ Σίγνιο, ὅπου ἵδρυσε τὴν μόνη τοῦ
Ἁγίου Λαυρεντίου. Μετὰ  τὴν κοίμηση τοῦ πατέρα του, ὁ Ὅσιος ἀνέλαβε τὴ
διοίκηση τῆς μόνης. Ἡ Ἁγιότητα τοῦ βίου του τὸν κατέστησε γνωστὸ σὲ ὅλη
τὴν Ἰταλία, γι’ αὐτὸ καὶ ἐπονομάστηκε Σάββας ὁ νεότερος.

Ὁ Ὅσιος Σάββας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 995 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Θεοδόσιος τοῦ Οὔγκλιχ καταγόταν ἀπὸ τὴ Ρωσία καὶ ὁ πατέρας του
ὀνομαζόταν Νικήτας καὶ ἡ μητέρα του Μαρία. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ὁ
ἅγιος ἔδειξε τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Σπούδασε στὴ
Θεολογικὴ Ἀκαδημία τοῦ Κιέβου καὶ ἔγινε Μοναχὸς στὴν Μεγάλη Λαύρα τῆς
πόλεως αὐτῆς, ἀγωνιζόμενος νὰ μιμηθεῖ τὴ ζωὴ τῶν Ὁσίων Ἀντωνίου (
τιμᾶται 10 Ἰουλίου) καὶ Θεοδοσίου ( τιμᾶται 3 Μαΐου).

Ὁ Ἅγιος
χειροτονήθηκε διάκονος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Κιέβου Διονύσιο καὶ τὸ 1662
ἔγινε ἡγούμενος τῆς μόνης Κορσοῦν τοῦ Κιέβου. Ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου του
τὸν ἀνέδειξε σὲ πνευματικὸ ὁδηγὸ καὶ τῆς ἀρχαίας Μονῆς τοῦ Κιέβου
Βυντουπίτσκυ. Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου συνέβαλε στὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση
τῆς περιοχῆς, ἀφοῦ πολλὰ ἀπὸ τὰ μοναστήρια εἶχαν περιέλθει στὰ χέρια τῶν
Οὐνιτῶν. Πολλὲς φορὲς ἀποσυρόταν στὴν μικρὴ Σκήτη τοῦ Μιχαηλόβσινα,
γιὰ νὰ ζήσει στὴν ἀπομόνωση καὶ τὴν ἡσυχία.

Τὸ 1688 ὁ Ἅγιος
Θεοδόσιος ἔγινε ἡγούμενος στὴ μόνη Ἔλετσυ τοῦ Τσέρνιγκωφ. Ὁ
Ἀρχιεπίσκοπος Λάζαρος, τοῦ ὁποίου ἡ ὑγεία εἶχε κλονιστεῖ, εὐχήθηκε ὁ
Ἅγιος Θεοδόσιος νὰ ἦταν ὁ διάδοχός του. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Ὁ Θεοδόσιος,
στὶς 11 Σεπτεμβρίου 1692, ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Τσέρνιγκωφ.
Ἐργάστηκε σκληρὰ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνύψωση τοῦ λαοῦ του, ἵδρυσε νέες
ἐκκλησιαστικὲς κοινότητες καὶ μοναστήρια.

Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος
κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1696. Τὸ ἱερὸ λείψανό του κατατέθηκε στὴ
μόνη τῶν Ἁγίων Βορίδος καὶ Γκλὲμπ τοῦ Τσέρνιγκωφ καὶ ἀπετέλεσε πηγὴ
ἰαμάτων καὶ θαυμάτων.
 Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ἀθηναῖος


Ἅγιος Νεομάρτυρας Ἀντώνιος γεννήθηκε στὴν Ἀθῆνα ἀπὸ φτωχοὺς καὶ ἀφανεῖς
γονεῖς, τὸν Μῆτρο  καὶ τὴν Καλομοῖρα. Σὲ ἡλικία 12 ἐτῶν ἄρχισε νὰ
ἐργάζεται, γιὰ νὰ βοηθήσει τὴν οἰκογένειά του, σὲ Τούρκους ποὺ εἶχαν
ἔλθει ἀπὸ τὴν Ἀλβανία. Σὲ ἡλικία 16 ἐτῶν ἐπωλήθη ὑπὸ τῶν αὐθεντῶν του σὲ
κάποιος Ἀγαρηνοὺς τῆς Πελοποννήσου, οἱ ὁποῖοι τὸν ἀγόρασαν μὲ σκοπὸ νὰ
τὸν βασανίσουν, γιὰ νὰ τὸν ἐξισλαμίσουν.

Ἐπειδὴ δὲν κατάφεραν νὰ
κάνουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀλλαξοπιστήσει, τὸν πούλησαν σὲ ἄλλους σκληρότερος
Τούρκους.  Μεταπωληθεῖς πέντε φορὲς σὲ σκληρότερους αὐθέντες, σὲ
διάφορους τόπους, παρέμενε πάντοτε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ γενναιότητα
ψυχῆς πιστὸς στὴν πατρῴα εὐσέβεια.

Τελικὰ ἀγοράσθηκε ἀντὶ 400
γροσσίων ἀπὸ ἕναν Ὀρθόδοξο Χριστιανὸ καὶ ἔτσι ἐγκαταστάθηκε στὴν
Κωνσταντινούπολη. Στὸ ἐργαστήριο ποὺ δούλευε ἀναγνωρίσθηκε ἀπὸ κάποιον
Τοῦρκο, ποὺ κάποτε στὸ παρελθὸν τὸν εἶχε ἀγοράσει ὡς δοῦλο, ὁ ὁποῖος τὸν
κατηγόρησε ὅτι ἐνῷ εἶχε προηγουμένως δεχθεῖ, τώρα ἀποκήρυσσε τὸν
Ἰσλαμισμό.

Τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ Μουρὰτ
Μουλᾶν, ὁ ὁποῖος μὲ κολακεῖες καὶ ἀπειλὲς προσπάθησε νὰ τὸν κάνει νὰ
ἀλλαξοπιστήσει. Τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τοῦ ἀπάντησε: «Μὴν νομίζεις ὅτι θὰ
καταφέρεις νὰ μὲ ἀποτρέψεις ἀπὸ τὴν πίστη μου στὸν Χριστὸ μὲ τὰ
φοβερίσματά σου.

Γι’ αὐτὸ βασάνισε, μαστίγωσε καὶ κατατεμάχισε τὸ
σῶμα μου καὶ ἐπινόησε καὶ κανέναν ἄλλον καινούργιο καὶ φοβερότερο
θάνατο, ἐπειδὴ περισσότερο ὑπάρχει περίπτωση ἐσὺ νὰ γίνεις Χριστιανὸς
παρὰ ἐγὼ νὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μὴν ὁμολογῶ Αὐτὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ
ἀληθινὸ Θεό».

Ὁ κριτὴς συγκινημένος ἀπὸ τὴν παρρησία τοῦ Νεομάρτυρα,
προσπάθησε νὰ τὸν ἀθῳώσει. Ἐπειδὴ ὅμως, φοβήθηκε τοὺς ψευδομάρτυρες,
τὸν ἀπέστειλε στὸν βεζίρη Μεχμὲτ Πασσά, ἀφοῦ τοῦ διεμήνυσε τὰ περὶ τῆς
ἀθῳότητας τοῦ Ἁγίου. Ὁ βεζίρης, πεισθεῖς γιὰ τὴν ἀθῳότητα τοῦ Ἁγίου, γιὰ
νὰ ἀποφύγει τὴν ὀργὴ τοῦ πλήθους, ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν φυλακίσουν.

Ὅμως
τὸ μαινόμενο πλῆθος κατηγόρησε τὸν βεζίρη στὸν σουλτάνο Χαμὶτ τὸν Α’
(1774-1789 μ.Χ.) γιὰ δωροδοκία καὶ ἔτσι ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ
ἀποκεφαλίσουν τὸν Ἅγιο. Ὁ Μάρτυρας, ἀφοῦ διετράνωσε καὶ πάλι τὴν πίστη
του στὸν Χριστό, δέχθηκε τὸ ἁμαράντινο στέφανο τῆς δόξας, ἀποκεφαλισθεῖς
τὸ ἔτος 1774 μ.Χ, ἡμέρα Τετάρτη, στὴν περιοχὴ Ἂκ – Σεράι τῆς
Κωνσταντινουπόλεως.
Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς ἀναζητήσεως τῶν ἀπολωλότων, ἐν Ρωσίᾳ


θαυματουργὸς καὶ ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ ὀνομάζεται «Ἡ τῶν
ἀπολωλότων ἀναζήτησις», τιμᾶται ἤδη ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. στὴν
Κωνσταντινούπολη. Ἡ Παναγία, κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα
Ἰουστινιανοῦ, ἔσωσε ἀπὸ τὴν κόλαση τὸν μοναχὸ Θεόφιλο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία
τῶν Ἀδάνων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὁ ὁποῖος μετανόησε. Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας
βρίσκεται σήμερα στὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως τῆς Μόσχας, ποὺ ἐπονομάζεται
Σλοβούσκυ καὶ θαυματουργεῖ.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Σικελιωτίσσης ἐν Ντιβνογκὸρκ τῆς Ρωσίας


ἱερὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Σικελιώτισσας φυλάσσεται στὴ μονὴ
Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Ντιβνογκὸρκ τῆς Ρωσίας.

Τὴν ἐπωνυμία
«Σικελιώτισσα» ἔλαβε ἀπὸ τὸν τόπο προελεύσεώς της, ἐφόσον, κατὰ τὴν
παράδοση, δυὸ εὐσεβεῖς Ἕλληνες μοναχοί, ὁ Ξενοφῶν καὶ ὁ Ἰωάννης, τὴ
μετέφεραν ἀπὸ τὰ θεία ὑψώματα τῆς Σικελίας, πιθανῶς κατὰ τὰ τέλη τοῦ
15ου αἰῶνα μ.Χ. Οἱ δυὸ γέροντες ἵδρυσαν μονὴ κοντὰ στὸν ποταμὸ Δὸν καὶ
ἔζησαν μέχρι τῆς ἀποπερατώσεώς της στὰ σπήλαια τῶν ἀσβεστογενῶν βράχων
τῆς λοφώδους ἐκείνης περιοχῆς.

Ἐπὶ τῆς εἰκόνος ἀναπαριστᾶται ἡ
Θεοτόκος καθήμενη ἐπὶ νεφελῶν νὰ κρατᾷ λευκὸ ἀνθισμένο κρίνο στὸ δεξί
της χέρι καὶ τὸ Θεῖο Βρέφος μὲ τὸ ἀριστερὸ αὐτῆς καθήμενο στὰ γόνατά
της.

Τὸ Βρέφος κρατᾷ μὲ τὴ σειρά του κρίνο στὸ ἀριστερὸ χέρι καὶ
εὐλογεῖ μὲ τὸ δεξιό. Γύρω ἀπὸ τὴν κεφαλὴ τῆς Παναγίας ἀναπαρίστανται
ὀκτῶ ἄγγελοι σὲ στάση ἱκεσίας καὶ γονυκλισίας. Ἄνωθεν τῆς κεφαλῆς τῆς
Θεοτόκου ἱστορεῖται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς.

Ἡ εἰκόνα τῆς
Παναγίας ἔχει ἐπιτελέσει πολλὰ θαύματα καὶ τιμᾶται ἰδιαίτερα ἀπὸ τὸ ἔτος
1831, ὁπότε καὶ κατέπαυσε θαυματουργικὰ τὴν ἐπιδημία χολέρας.
Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἐλεούσης ἐν Τσέρνιγκωφ τῆς Ρωσίας

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὴν εἰκόνα αὐτὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

 

4 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Ἰσιδώρου Ὁσίου, Ἰωάννου Ὁσίου, Εὐαγρίου καὶ Σίου Ὁσίων, Ἀβραμίου Ἱερομάρτυρος, Θεοκτίστου Μάρτυρος, Νικολάου Στουδίτου, Ἰασίμου Θαυματουργοῦ, Νικήτα Ὁσίου, Γεωργίου Πρίγκηπος, Ἀβραὰμ καὶ Κόπριδος Ὁσίων, Κυρίλλου Θαυματουργοῦ, Ἰωσὴφ τοῦ Χαλεπλῆ, Δοσιθέας βασιλίσσης.

Ὁ Ὅσιος Ἰσίδωρος ο Πηλουσιώτης (Ἑορτὴ Ἰσίδωρος, Ἰσιδώρα)
Ὅσιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης ἐγεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο περὶ τὸ 360 μ.Χ.
ἀπὸ γονεῖς θεοφιλεῖς και ἦταν συγγενὴς τῶν Πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας,
Θεοφίλου (385 – 412 μ.Χ.) καὶ Κυρίλλου Α’ (412 – 444 μ.Χ.). Σὲ νεαρὴ
ἡλικία ἔλαβε μεγάλη και θαυμαστὴ θεολογικὴ και φιλοσοφικὴ γνώση. Στὴν
ἀρχὴ ἐργάσθηκε ὡς διδάσκαλος καὶ κατηχητὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς
Ἀλεξάνδρειας.

Ἐπιζητώντας ὅμως τὴν ἡσυχία, γιὰ νὰ δύναται νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ ἔργο τῆς
ζωῆς του, τὴ μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἀποσύρθηκε σὲ κάποιο μοναστήρι στὸ
ὄρος Πηλούσιο, γι’ αὐτὸ καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Πηλουσιώτης. Ἀργότερα
χειροτονεῖται πρεσβύτερος καὶ στὴ συνέχεια ἐκλέγεται ἡγούμενος στὸ
μοναστήρι του.

Τὸ εὐγενὲς και ὑπέροχο ἦθος του, ὁ ὑποδειγματικὸς
ἀσκητικὸς βίος και ἡ τεράστια θεολογικὴ κατάρτισή του συνετέλεσαν, ὥστε
ταχέως νὰ ἀποκτήσει μεγάλο κύρος καὶ φήμη, νὰ ἀναδειχθεῖ κόσμημα τῆς
Ἐκκλησίας τοῦ Πηλουσίου, νὰ καταστεῖ περίβλεπτος καὶ νὰ θεωρεῖται
μοναδικὸς στὶς ἑρμηνεῖες χωρίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Κατὰ τὴν Γ’
Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ συνῆλθε στὴν Ἔφεσο τὸ ἔτος 431 μ.Χ. ἐπὶ
αὐτοκράτορος Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ (408 – 450 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος
ἀναφαίνεται μὲ μεγάλη ὑπόληψη καὶ σπουδαῖο κύρος στὴν Ἐκκλησία.

Ἔλεγχε μὲ παρρησία τοὺς ἁμαρτάνοντες, ἐφώτιζε τοὺς πάντες μὲ τὸ θεῖο του
λόγο, ἐνουθετοῦσε τοὺς ἄρχοντες, ὑπεστήριζε τοὺς κλονιζόμενους καὶ ἦταν
ἡ «μοῦσα τῆς ἡμετέρας αὐλῆς», ὅπως ἀποκαλοῦσε αὐτὸν ὁ ἱερὸς Φώτιος.Συνέγραψε δὲ ἀρκετὲς πραγματεῖες, ὡς καὶ πλῆθος ἐπιστολῶν, ἀπὸ τὶς
ὁποῖες σώζονται πολλές, μὲ τὶς ὁποῖες ἐνουθετοῦσε, συμβούλευε και
συγχρόνως ἐξηγοῦσε τὶς θεῖες καὶ σωτήριες Γραφές.

Ὁ Ὅσιος Ἰσίδωρος ἐκοιμήθηκε εἰρηνικὰ τὸ ἔτος 440 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Σοφίᾳ
κοσμούμενος, παντοδαπεῖ εὐκλεῶς, τοῖς λόγοις ἐκόσμησας, τὴν Ἐκκλησίαν
Χριστοῦ, Ἰσίδωρε Ὅσιε· σὺ γὰρ δι’ ἐγκρατείας, σεαυτὸν ἐκκαθάρας, πράξει
καὶ θεωρίᾳ, διαλάμπεις ἐν

κόσμῳ· δι’ ὧν μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ κρείττονα.

Κοντάκιο. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἐωσφόρον
ἄλλον σε ἡ Ἐκκλησία, εὑραμένη ἔνδοξε, ταῖς τῶν σῶν λόγων ἀστραπαῖς,
λαμπρυνομένη κραυγάζει σοι· χαίροις παμμάκαρ θεόφρον Ἰσίδωρε.

Μεγαλυνάριον.

Ἔρωτι
σοφίας διαπρεπής, ἀποδεδειγμένος, καταλάμπεις πᾶσαν τὴν γῆν, ἐκ τοῦ
Πηλουσίου, τῶν λόγων τᾶς ἀκτπινας, ὥσπερ πυρσὸς ἐκπέμπων, Πάτερ Ἰσίδωρε.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ ἐν Εἰρηνουπόλει


Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν Ἐπίσκοπος Εἰρηνουπόλεως τῆς Κιλικίας καὶ ἕνας ἀπὸ
τοὺς τριακοσίους δεκαοκτώ Ἁγίους Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου,
ποὺ συνῆλθε στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τὸ ἔτος 325 μ.Χ., γιὰ νὰ
καταδικάσει τὶς αἱρετικὲς δοξασίες τοῦ Ἀρείου.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἐκοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Οἱ Ὅσιοι Εὐάγριος καὶ Σίος

Οἱ Ὅσιοι Εὐάγριος καὶ Σίος τοῦ Μγκβιμέλι ἔζησαν στὴν Γεωργία τὸν 6ο αἰώνα μ.Χ.


Ὅσιος Εὐάγριος ἀρχικὰ ἦταν δούκας τοῦ Ζιχαντίνι καὶ ἀρχηγὸς τοῦ
μεγαλύτερου κράτους στὴν αὐλὴ τοῦ βασιλείου τοῦ Κάρτλι (Δυτικὴ Γεωργία).
Στὴν συνέχεια ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους γεωργιανοὺς μαθητὲς τοῦ Ἁγίου
Σίου καὶ μετέπειτα ἡγούμενος τῆς μονῆς ποὺ ἵδρυσε ὁ τελευταῖος.

Ὁ Ὅσιος Εὐάγριος ἀσκόπευε νὰ γίνει μοναχὸς ὅταν, πηγαίνοντας σὲ ἕνα
κυνήγι, ἔγινε θεατὴς ἑνὸς θαύματος: εἶδε ἕνα περιστέρι νὰ φέρνει τροφὴ
στὸν ἐρημίτη Ἅγιο Σίο.

Αὐτὸς ἀρχικὰ ἦταν ἀντίθετος στὴ ἀπόφαση τοῦ Εὐάγριου, ἐπειδὴ ἦταν πολὺ
βιαστική. Ὁ Εὐάγριος ὅμως, ἐπέμενε καὶ τελικὰ ὁ Ἅγιος Σίος τοῦ
παρήγγειλε νὰ ἐπιστρέψει σπίτι, νὰ τακτοποιήσει ὅλες τὶς ὑποθέσεις του,
νὰ ἀποχαιρετήσει τοὺς δικούς του καὶ ἔπειτα νὰ πάει στὶς ὄχθες τοῦ
ποταμοῦ Μτκβάρι καὶ νὰ βάλει μέσα στὸ νερὸ ἕνα μπαστούνι ποὺ ὁ ἴδιος θὰ
τοῦ ἐδώριζε.

Ἐὰν ὁ ποταμὸς ἐστέγνωνε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ Εὐάγριου, αὐτὸ θὰ ἦταν ἕνα
θεϊκὸ σημάδι γιὰ νὰ ξεκινήσει τὸν μοναχικὸ βίο, διαφορετικὰ ὁ φιλόδοξος
μοναχὸς θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν σκοπό του.

Ὁ Εὐάγριος ἔπραξε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καί, κατὰ τὴν θεία βούληση, παρέμεινε μὲ τὸν Ἅγιο Σίο.

Ἔκτοτε
ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσκητῶν γύρω τους ἄρχισε νὰ πολλαπλασιάζεται καὶ κατ’
αὐτὸν τὸν τρόπο ἐγεννήθηκε τὸ μοναστήρι. Ὁ Εὐάγριος μὲ δικά του ἔξοδα
ἀγόρασε γιὰ τὴν ἀδελφότητα τὸ χωριὸ Σαλτέμπα μαζὶ μὲ τὰ προσαρτημένα
ἐδάφη.

Μετὰ ἀπὸ λίγο χρονικὸ διάστημα, ὁ Ἅγιος Σίος, μὲ τὴν εὐλογία
τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, ἀπομονώθηκε σὲ σπήλαιο καὶ ὅρισε τὸν Ὅσιο
Εὐάγριο ἡγούμενο τῆς μοναστικῆς ἀδελφότητος.

Ἡ μνήμη τῶν Ὁσίων τελεῖται καὶ στὶς 4 Ἰανουαρίου.
Ὁ Ἅγιος Ἀβράμιος ὁ Ἱερομάρτυρας, Ἐπίσκοπος Ἀρβὴλ Περσίδος


Ἅγιος Ἀβράμιος ἦταν Ἐπίσκοπος τῆς Περσικῆς πόλεως Ἀρβὴλ ἐπὶ βασιλέως
Σαβωρίου. Κατὰ τὸ πέμπτο ἔτος τοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ὁ ὁποῖος
ἔγινε στὴν Περσία, ὁ Ἅγιος συνελήφθη ἀπὸ τὸν ἀρχιμάγο τοῦ βασιλέως ποὺ
ὀνομαζόταν Ἀδελφωρᾶς.

Ὁ εἰδωλολάτρης ἀρχιμάγος τὸν ἐπίεζε, μὲ ἀπειλὲς καὶ ὑποσχέσεις νὰ
ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Τότε ὁ
Ἅγιος εἶπε πρὸς αὐτόν: «Ἄθλιε καὶ ταλαίπωρε, πῶ ς δὲν φοβᾶσαι
προτρέποντάς με νὰ πράξω κάτι ποὺ δὲν πρέπει; Νομίζεις ὅτι εἶναι φυσικὸ
νὰ ἀρνηθῶ τὸ Δημιουργὸ καὶ νὰ προσκυνήσω τὸ κτίσμα καὶ δημιούργημά
Του;».

Ἡ στάση τοῦ Ἁγίου ἐξόργισε τὸν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ
νὰ τὸν μαστιγώσουν μὲ ράβδους γεμάτες ρόζους. Ὅση ὥρα τὸν ἐκτυποῦσαν ὁ
Ἅγιος προσευχόταν καὶ ἔλεγε: «Κύριε, μὴν τοὺς λογαριάσεις αὐτὴ τὴν
ἁμαρτία· δὲν ξέρουν τί κάνουν».

Καὶ σὲ κάθε βασανιστήριο ἐπεκαλεῖτο τὸν Χριστὸ καὶ ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ
Χριστέ, βοήθα ἐμένα τὸν δοῦλον σου, ἐπειδὴ σὲ ἐσένα πιστεύει ἡ ψυχή
μου». Μόλις εἶδε αὐτὸ ὁ ἀρχιμάγος διέταξε τὸν διὰ ξίφους ἀποκεφαλισμὸ
τοῦ Ἁγίου Ἀβραμίου. Ἔτσι ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Θεό.
Ὁ Ἅγιος Θεόκτιστος ὁ Μάρτυρας

Εἶναι ἄγνωστο πότε καὶ ποῦ ἐμαρτύρησε ὁ Ἅγιος Θεόκτιστος. Οἱ Συναξαριστὲς ἀναφέρουν ὅτι ἐτελειώθη διὰ ξίφους.

Ὁ Ὅσιος Νικόλαος ὁ Ὁμολογητὴς ὁ Στουδίτης


Ὅσιος Νικόλαος ὁ Ὁμολογητὴς ἐγεννήθηκε στὴν Κυδωνία τῆς Κρήτης τὸ 792
μ.Χ. Σὲ νεαρὴ ἡλικία οἱ γονεῖς του τὸν ἔστειλαν στὴν Κωνσταντινούπολη,
στὸν θεῖο του Θεοφάνη, ποὺ ἦταν μοναχὸς στὴν περιώνυμη μονὴ τοῦ
Στουδίου, ὅπου καὶ ἔγινε καὶ αὐτὸς μοναχός. Στὴν ἡσυχία τῆς Μονῆς, ὁ
Νικόλαος εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ λάβει μεγάλη θεολογικὴ καὶ φιλολογικὴ
παιδεία, νὰ διακριθεῖ στοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες καὶ νὰ φθάσει στὰ ὕψη τῆς
ἠθικῆς τελειότητος. Ὁ Ὅσιος ἀναδείχθηκε καὶ στὴν τέχνη τῆς ἀντιγραφῆς
χειρογράφων.

Κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας, ἡ Μονὴ Στουδίου καὶ
οἱ μοναχοί της ὑπέστησαν μεγάλες διώξεις γιὰ τὴν προσήλωσή τους στὸν
ἀγώνα ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων.

Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος (806 – 815 μ.Χ.) ἀντιστάθηκε,
ὁ δὲ αὐτοκράτορας Λέων ὁ Ε’ (813 – 820 μ.Χ.) συνεκάλεσε Σύνοδο ἡ ὁποία
κατεδίκασε τὸν Πατριάρχη καὶ τὸν ἐξόρισε στὴν Προικόννησο. Διάδοχός του
ἐχειροτονήθηκε ὁ Θεόδοτος ὁ Μελισσηνὸς (815 – 821 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος
συγκρότησε Σύνοδο, γιὰ νὰ καταδικάσει τοὺς προμάχους τῆς Ἐκκλησίας. Στὴ
Σύνοδο προσεκάλεσε τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Στουδίου Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος
ἦταν ἐπικεφαλῆς τῆς ἀντιδράσεως ἐναντίον τῶν εἰκονομάχων.

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος δὲν προσῆλθε στὴ Σύνοδο, ὄχι γιατὶ ἐφοβόταν, ἀλλὰ γιατὶ
ἤθελε νὰ στιγματίσει διὰ τῆς ἀποχῆς του τὴν παράνομη συγκρότηση τῆς
Συνόδου. Ὁ Ὅσιος Νικόλαος ἐξορίσθηκε μαζὶ μὲ τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς
Θεόδωρο.

Λίγο μετὰ ἐφυλακίσθηκε γιὰ τρία χρόνια, παλεύοντας μὲ τὴ δίψα καὶ τὴν
πείνα, καὶ στὴ συνέχεια ἐξορίσθηκε στὴ Σμύρνη. Καὶ ἐκεῖ τὸν ἔριξαν στὴ
φυλακή.

Ὁ διάδοχος τοῦ Λέοντος τοῦ Ε’, Μιχαὴλ Β’ ὁ Τραυλός (820 – 829
μ.Χ.), ἐπέτρεψε τὴν ἐπάνοδο σὲ ὄλους τοὺς ἐξορισθέντες ὑπὸ τοῦ Λέοντος
Ε’. Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε στὴν Χαλκηδόνα τὸν
Πατριάρχη καὶ συναγωνιστή του Νικηφόρο. Ἀκολούθως ἔμεινε γιὰ λίγο χρόνο
στὸν Ἀστακηνὸ Κόλπο, καὶ τέλος ἐπανῆλθε στὴ Μονὴ τοῦ Στουδίου.

Ἀλλὰ γιὰ λίγο μόνο, ἀφοῦ ὁ αὐτοκράτορας ἀρνήθηκε νὰ ἀποδώσει στοὺς
Ὀρθοδόξους τὶς ἀφαιρεθεῖσες ἀπὸ αὐτοὺς ἐκκλησίες καὶ νὰ ἐπιτρέψει τὴν
ἀνάρτηση εἰκόνων σὲ αὐτές. Ἀκολουθεῖ τὸν αὐτοεξόριστο Γέροντά του, Ὅσιο
Θεόδωρο, στὴ νῆσο Πρίγκηπο.

Ὁ Ὅσιος Νικόλαος, μὲ τὴν λήξη τῆς εἰκονομαχίας καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ
εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου (829 – 842 μ.Χ.), ἐπέστρεψε στὴ Μονὴ
τοῦ Στουδίου καὶ ἐξελέγη ἡγούμενος αὐτῆς. Λίγο ἀργότερα παραιτεῖται,
προτείνοντας ὡς διάδοχό του τὸν πρεσβύτερο Σωφρόνιο.

Μετὰ ἀπὸ πολλὲς
διώξεις καὶ αὐτοεξορία σὲ μετόχι τῆς Μονῆς τοῦ Στουδίου, στὸ Πραίνετο
τῆς Νικομήδειας, ἱδρύει, τὸ ἔτος 859 μ.Χ., τὸ μοναστήρι τοῦ Κονορωβίου
βοηθούμενος ἀπὸ κάποιον πλούσιο καὶ εὐσεβὴ ποὺ ὀνομαζόταν Σαμουήλ.

Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐδῶ τὸν παρέσυραν οἱ ἐκκλησιαστικὲς ἔριδες μεταξὺ τῶν
ὀπαδῶν τῶν Πατριαρχῶν Ἰγνατίου καὶ Φωτίου. Μετέβη λοιπόν, ἀπὸ ἐδῶ στὴν
Προικόννησο, μετὰ στὴ Μυτιλήνη καὶ στὴ συνέχεια στὸ Ἑξαμίλι τῆς Θρακικῆς
Χερσονήσου, ἀπ’ ὅπου ὁδηγήθηκε μὲ συνοδεία φρουρᾶς, τὸ ἔτος 866 μ.Χ.,
ὡς αἰχμάλωτος κατὰ κάποιο τρόπο, στὴ Μονὴ τοῦ Στουδίου.

Τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος ὁ Α’ (867 – 886 μ.Χ.) καὶ ὁ
Πατριάρχης Ἰγνάτιος, κατὰ τὴ δεύτερη πατριαρχία του (867 – 877 μ.Χ.),
προσέφεραν στὸν πολυπαθὴ Ὅσιο τὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς τοῦ Στουδίου.
Ἐκεῖνος, λυπούμενος γιὰ τὴν ἀκαταστασία τῆς ἐποχῆς, ἀρνήθηκε.

Ὁ Ὅσιος
Νικόλαος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 868 μ.Χ. καὶ τὸ τίμιο λείψανό του
κατατέθηκε κοντὰ στὰ ἱερὰ σκηνώματα τῶν ἐνδόξων Στουδιτῶν Ναυκρατίου
καὶ Θεοδώρου.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖον
βλάστημα, τῆς Κυδωνίας, καὶ ὑπόδειγμα, ὁσίου βίου, ἀνεδείχθης Στουδῖτα
Νικόλαε· καὶ τοῦ Χριστοῦ τὴν Εἰκόνα σεβόμενος, ὀμολογίας ἀγῶσι
διέπρεψας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθε ἡμῖν τὸ μέγα
ἔλεος.

Κοντάκιο. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ἐκ Κυδωνίας ὡς φωστὴρ λαμπρὸς ἀνέτειλας

Καὶ Ἐκκλησίας καταυγάζεις τὰ πληρώματα

Τῇ  στερρᾷ ὁμολογίᾳ σου Θεοφόρε.

Τῆς Εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ γὰρ τὴν προσκύνησιν

Τοῖς ἀγῶσί σου καὶ πόνοις κατετράνωσας.

Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Νικόλε.

Μεγαλυνάριο.

Χαίροις
Κυδωνίας θεῖος βλαστὸς, καὶ Μονῆς Στουδίου, τύπος ἔμπνους πρὸς ἀρετήν·
τῆς ὁμολογίας, τὸ θεῖον χαῖρε στόμα, Νικόλαε παμμάκαρ, Κρητῶν ἀγλάϊσμα.

Ὁ Ὅσιος Ἰάσιμος ὁ Θαυματουργός

Ὁ Ἅγιος Θεὸς τοῦ ἐχάρισε τὸ
χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ πολλοὺς ἐθεράπευσε γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ὁ
Ὅσιος Ἰάσιμος ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ ἐν τοῖς Πυθίοις

Ὁ Ὅσιος Νικήτας εἶναι
ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Μνημονεύεται στὸ Βυζαντινὸ Ἑορτολόγιο τοῦ
Μανουὴλ Γεδεὼν ὡς ἀσκητὴς ὅσιος ἐν τοῖς Πυθίοις (τὸ σημερινὸ Κουρί) πρὸ
τῶν εἰκονομαχιῶν. Ἐκοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Πρίγκηπας


Ἅγιος Γεώργιος (Βσεβολόντοβιτς) ἐγεννήθηκε τὸ ἔτος 1189 στὴ Ρωσία καὶ
ἦταν υἱὸς τοῦ μεγάλου πρίγκηπα Βσέβολοντ.

Διαδέχθηκε τὸν ἐδελφό του
Κωνσταντίνο καὶ ἔγινε μέγας ἡγεμόνας τοῦ Βλαδιμὶρ καὶ τῆς Σουζδαλίας,
λίγο πρὶν τὴν μάχη τοῦ Κάλκα, κατὰ τὴν ὁποία οὁ Μογγόλοι τοῦ Μπατοῦ Χὰν
κατέστρεψαν τὸ Ρωσικὸ στρατό.

Ἡ βασιλεία του διέρρευσε μέσα ἀπὸ
ἐμφύλιους σπαραγμοὺς καὶ ἀγῶνες, καθὼς καὶ πολέμους κατὰ τῶν Μογγόλων,
οἱ ὁποῖοι εἶχαν εἰσβάλει στὴ Ρωσία καὶ ἐλεηλάτησαν τὴ Μόσχα, τὴ
Σουζδαλία καὶ τὸ Βλαδιμίρ. Πράγματι, τὸ ἔτος 1223, τὰ μογγολικὰ
στρατεύματα εἰσέβαλαν στὴ χῶρα τῆς Ρωσίας, ἐνίκησαν τοὺς διαιρεμένους
Ρώσους ἡγεμόνες καὶ ἐπέστρεψαν στὴν Ἀσία.

Ὁ Ἄγιος Γεώργιος ἐφονεύθηκε
στὴ μάχη τὴν ὁποία συνῆψε μὲ τοὺς Μογγόλους στὸν ποταμὸ Σίτα στὶς 4
Μαρτίου 1238. Ὁ Ἐπίσκοπος Κύριλλος ἐνταφίασε τὸ σκήνωμά του στὸν
καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ροστὼβ καὶ δύο χρόνια αργότερα τὸ μετέφερε μὲ εὐλάβεια
καὶ ἐπισημότητα στὸ ναὸ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Βλαδιμίρ.

Οἱ Ὅσιοι Ἀβραὰμ καὶ Κόπρις

Οἱ
Ὅσιοι Πατέρες Ἀβραὰμ καὶ Κόπρις ἀσκήτεψαν περὶ τὸ 1485 στὴ μονὴ
Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος Πετσένγκα – Γκραζοβέσκ. Κοιμήθηκαν μὲ εἰρήνη
καὶ τὰ ἱερὰ λείψανά τους μεταφέρθηκαν στὴν κωμόπολη Βλαντιμίρσκο τῆς
Πετσένγκα, στὴν περιοχὴ Βολογκντὰ τῆς Ρωσίας.
Ὁ Ὅσιος Κύριλλος ὁ Θαυματουργὸς

Ὅσιος Κύριλλος γεννήθηκε στὴν περιοχὴ Γκαλὶτς τῆς Κοστρομᾶ ἀπὸ εὐσεβεῖς
καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι εἶχε τὴ θεία κλήση ἐκ
κοιλίας μητρός. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση καὶ τὴν
προσευχὴ καὶ δέχθηκε τὴν κλήση ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ θείου ὁράματος. Ἔτσι
ἐγκατέλειψε τὴν πατρική του οἰκία, γιὰ νὰ ἐγκαταβιώσει στὴ μονὴ τῶν
Σπηλαίων τοῦ Πσκόφ.

Ἀργότερα, ὅταν οἱ γονεῖς τοῦ Ὁσίου Κυρίλλου πληροφορήθηκαν τὴν ἀπόφαση
τοῦ υἱοῦ τους, ἀκολούθησαν καὶ αὐτοὶ τὴν μοναχικὴ ὁδὸ καὶ ἔγιναν
μοναχοί, πρῶτα ἡ μητέρα του μὲ τὸ ὄνομα Ἑλένη καὶ στὴ συνέχεια ὁ πατέρας
του μὲ τὸ ὄνομα Βαρσανούφιος, τοῦ ὁποίου μάλιστα ἡ πνευματικὴ
καθοδήγηση ἀνετέθη ἀπὸ τὸν ἡγούμενο στὸν υἱό του Κύριλλο.

Ὡς μοναχὸς
ἐντυπωσίασε μὲ τὶς ἀρετές, τὴν ὑπακοή, τὴ μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν, τὴν
αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή, τὸν ἡγούμενο Ὅσιο Κορνήλιο (τιμᾶται 20
Φεβρουαρίου) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς μοναχούς.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πατρός του ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου τῆς
μονῆς, γιὰ νὰ ἐξέλθει καὶ νὰ ἀσκητέψει σὲ ἔρημο τόπο. Ἔπειτα ἀπὸ ἐρημικὴ
ζωὴ εἴκοσι περίπου ἐτῶν σὲ διάφορους ἀσκητικοὺς τόπους τῆς Ρωσικῆς γῆς,
ὁ Ὅσιος κατέληξε στὰ προάστια τῆς Μόσχας Νόβγκοροντ καὶ Πσκόφ, ὅπου
ζοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία.

Μετὰ ἀπὸ διαδοχικὰ θεία σημεῖα καὶ
ὁράματα τῆς Θεοτόκου, ἵδρυσε μονὴ καὶ ἀνήγειρε δυὸ ναοὺς στὴ Λευκὴ
Λίμνη, ἐνῷ ἡ ὀσιακὴ πολιτεία του προσείλκυε νέους ἀδελφοὺς γύρω του. Ὁ
Ἅγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς θαυματουργίας καὶ τῆς
διακρίσεως.

Ὁ Ὅσιος Κύριλλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, ἀφοῦ προαισθάνθηκε
τὸ τέλος του, τὸ ἔτος 1532. ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 15
Ἰουνίου καὶ στὶς 7 Νοεμβρίου.
Ὁ Ἅγιος Ἰωσὴφ ὁ Νεομάρτυρας τοῦ Χαλεπλῆ


Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωσὴφ καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Χαλέπιον. Οἱ Τοῦρκοι τὸν
φθόνησαν γιὰ τὴν εὐσέβειά του καὶ τὸν συκοφάντησαν ὅτι ἤθελε νὰ γίνει
Τοῦρκος ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε. Ἔτσι τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὁ
ὁποῖος μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, τὸν καλοῦσε νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πατρῴα
εὐσέβεια.

Ὅμως ὁ Ἰωσὴφ ἔλεγξε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὴ μουσουλμανικὴ
θρησκεία, τὴν ὁποία τὸν καλοῦσαν νὰ ἀσπασθεῖ. Ἀποδεικνυόμενος ἀκλόνητος
καὶ ἀμετάθετος, παρὰ τὶς πιέσεις τῶν Τούρκων νὰ ἐξωμοτήσει, δέχθηκε τὸ
στέφανο τοῦ μαρτυρίου, τελειωθεῖς διὰ ξίφους, τὸ ἔτος 1686 μ.Χ. Ὁ ὑπ’
ἀριθμ. 2142(129) Κώδικας τοῦ XVIII αἰῶνος τῆς μονῆς Ἐσφιγμένου τοῦ Ἁγίου
Ὄρους ἀναφέρει τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου 17 Φεβρουαρίου.
Ἡ Ἁγία Δοσιθέα Βασίλισσα τῆς Ρωσίας

Ἡ Ἁγία Δοσιθέα κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1810.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

anavaseis.blogspot.gr

3 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Συμεὼν Διακίου, Ἄννας Προφήτιδος, Ἀζαρίου Προφήτου, Ἀδριανοῦ καὶ Εὐβούλου Μαρτύρων, Βλασίου τοῦ βουκόλου, Παύλου καὶ Σίμωνος Μαρτύρων, Κελερίνου Μάρτυρος, Κλαυδίου Ὁσίου, Λαυρεντίου Ἀρχιεπισκόπου, Ἀνσερίου Ἀποστόλου, Ρωμανοῦ Πρίγκιπα, Ἰακώβου Ἀρχιεπισκόπου, Συμεὼν ἐκ Ρωσίας, Σάββα Πνευματικοῦ, Σταματίου καὶ Ἰωάννου αὐταδέλφων καὶ Νικολάου Νεομαρτύρων, Παύλου Ὁσίου, Νικολάου Ἰσαποστόλου.
Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Δίκαιος


Συμεὼν ἦταν ἄνθρωπος δίκαιος καὶ εὐλαβής, «προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ
Ἰσραήλ». Ἦταν ἄνθρωπος κατὰ τὴν φύση, ἀλλὰ στὴν ἀρετὴ ἄγγελος, ἄνθρωπος
συναναστρεφόμενος μὲ ἀνθρώπους, ἀλλὰ συμπολιτευόμενος μὲ ἀγγέλους. Τὸ
Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὅτι δὲν θὰ πεθάνει προτοῦ ἀξιωθεῖ νὰ δεῖ
τὸν Χριστὸ καὶ νὰ Τὸν κρατήσει στὴν ἀγκαλιά του.

Ἡ Θεοτόκος κατὰ τὸν
Ἅγιο Ἀθανάσιο, τοῦ εἶπε: «Δέξαι γεραρώτατε ἄνθρωπε, τὸν πρὸς σὲ μᾶλλον ἢ
πρὸς ἐμὲ τὴν τεκοῦσαν νῦν ἐπειγόμενον. Δέξαι τὸν σὲ ποθοῦντα μᾶλλον ἢ
Ἰωσήφ. Δέξαι τὸν δευτέραν τῆς σῆς φιλίας τὴν πρὸς ἐμὲ τὴν μητέραν
στοργήν, ὡς ἔοικε λογιζόμενον. Δέξαι, καί, ὡς βούλει, τοῦ ποθουμένου
καταπόλαυε». Καὶ ἀμέσως μετὰ ἀπέθεσε στὰ χέρια τοῦ Πρεσβύτου Συμεὼν τὸν
Κύριο.

Ὁ Συμεὼν «σκιρτᾷ καὶ ἀγγαλιά, καὶ λαμπρὰ καὶ διαπρυσίω φωνὴ
περὶ αὐτοῦ ἀνακέκραγε λέγων, οὗτος ἐστιν ὁ ὧν καὶ προῶν καὶ ἀεὶ τῷ Πατρὶ
συμπαρῶν, ὁμοούσιος, ὁμόθρονος, ὁμόδοξος, ὁμοδύναμος, ἰσοδύναμος,
παντοδύναμος, ἄναρχος, ἄκτιστος, ἀναλλοίωτος, ἀπερίγραπτος, ἀόρατος,
ἄρρητος, ἀκατάληπτος, ἀψηλάφητος, ἀκατανόητος, ἀτέκμαρτος.

Οὗτός ἐστι τῆς πατρικῆς δόξης τὸ ἀπαύγασμα, οὗτος ἐστιν ὁ χαρακτὴρ τῆς
πάντως συστάσεως, τοῦτο τὸ φῶς τῶν φώτων, ἐκ πατρικῶν ἀνατέλλον κόλπων».«Εἶδε δὲ ὁ Συμεὼν καὶ τὸν Δεσπότην ἐπέγνω καὶ τὴν
ἐαυτοῦ ἀπόλυσιν. Τί λέγων; Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου δέσποτα κατὰ τὸ
ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ἐπειδὴ
προώρισε πρὸ τῶν αἰώνων ὁ νῦν γαλακτοτροφούμενος, ὁ ὑπὸ τῶν χειρῶν μου
βασταζόμενος τοῦ μὴ ἰδεὶν μὲ θάνατον πρὶν ἰδῶ τὸν Χριστὸν Κυρίου».


Συμεὼν προεῖπε στὴ Θεοτόκο ὅσες ἔμελλε νὰ ὑποστεῖ πικρίες καὶ ὅτι ὁ
Κύριος θὰ ἦταν «εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Στὸ σημεῖο αὐτὸ γράφει ὁ
Ἅγιος Ἀμφιλόχιος, Ἐπίσκοπος Ἰκονίου: «Τοῦ Συμεῶνος εἰρηκότος περὶ τοῦ
Κυρίου εἰς ἐξάκουστον τῶν παρθενικῶν ἀκοῶν τό, ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς
πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καί, ἠγανάκτησεν εἰκὸς ἡ μήτηρ
τοῦ Κυρίου κατὰ τοῦ Συμεῶνος λέγουσα πρὸς αὐτόν, Οὐκ οἶδᾳς τί
διαγορεύεις ἄνθρωπε.

Ἐπὶ τὸν Χριστὸν σκυθρωπὰ καταγγέλλεις;

Οὐκ
οἶδᾳς τὴν σύλληψιν τοῦ παιδῖου καὶ ὡς περὶ κοινοῦ τόκου σημεῖον
ἀντιλογίας μηνύεις. Οὐδεμία πτῶσις ἐν αὐτῷ, ὕψωσις δὲ πολλὴ καὶ
συγκατάβασις τοὶς εὐεργετουμένοις.

Τί οὒν οὐκ εὐλογεῖς φάσκων, ἰδοὺ
οὗτος κεῖται οὐκ εἰς πτῶσιν, ἀλλ’ εἰς ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ, διὰ
τί δὲ καὶ λέγεις σημεῖον ἀντιλεγόμενον; Ὁ δὲ Συμεὼν πρὸς τὴν παρθένον,
ἀρκεῖ σοί, παρθένε, τὸ μητέρα σὲ κληθήναι, ἱκανὸν σοὶ τὸ τροφὸν
εὐρεθήναι τοῦ τρέφοντος τὸν κόσμον, μέγα σοὶ τὸ σαρκὶ βαστᾶσαι τὸν τὰ
πάντα βαστάζοντα.

Ὁ ἐν σοῖ νῦν Χριστὸς κατοικήσας καὶ ἐν ἐμοὶ νῦν ὁ
αὐτὸς τὰ περὶ αὐτοῦ λαληθήναι παρεσκεύασεν ὅτι οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν
τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, εἰς ἀνάστασιν δὲ τῶν πιστευόντων ἐθνῶν… σημεῖον
ἀντιλεγόμενον τὸν σταυρὸν προσαγορεύσας».

Ὁ Συμεὼν ὁ Θεοδόχος
κοιμήθηκε εἰρηνικά. Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο, μαζὶ μὲ τῆς Προφήτιδος Ἄννας
στὸ Ἀποστολεῖο Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ποὺ ἦταν παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ τῆς
Θεοτόκου Εὐουρανιωτίσσης.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τὸν
Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ
Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή,
ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς  Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα
Χριστοῦ θείους θεράποντος.

Κοντάκιον. Ἦχος α’.

Ὁ μήτραν
παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς
ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ’ εἰρήνευσον ἐν
πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὓς ἠγάπησας, ὁ μόνος
φιλάνθρωπος.
Ἡ Προφήτιδα Ἄννα


Προφήτιδα Ἄννα ἦταν θυγατέρα τοῦ Φανουήλ, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν
φυλὴ τοῦ Ἀσήρ. Ἀφοῦ ἔζησε μὲ τὸν σύζυγό της μόνο ἑπτὰ χρόνια, γιατί
ἐκεῖνος ἀπεβίωσε, πῆγε καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ ναὸ καὶ πρόσφερε τὶς
ὑπηρεσίες της. Ἔτσι λάτρευε τὸν Θεὸ νύχτα καὶ ἡμέρα, μὲ προσευχὴ καὶ
νηστεία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ καὶ αὐτὴ τὸν Κύριο, τὸν ὁποῖο
προσήγαγε στὸ ναὸ ἡ Παναγία καὶ ὁ δίκαιος Ἰωσήφ.

Ἡ Προφήτιδα Ἄννα
κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ Σύναξή της ἐτελεῖτο, μαζὶ μὲ τοῦ δικαίου Συμεὼν
στὸ Ἀποστολεῖο Ἰακώβου Ἀδελφοθέου, ποὺ ἦταν παρεκκλήσιο τοῦ ναοῦ τῆς
Θεοτόκου Εὐουρανιωτίσσης.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τὸν
Ὕπερθεον Λόγον σάρκα γενόμενον, ἐνηγκαλίσω ὡς βρέφος ἐν τῷ Ναῷ τοῦ
Θεοῦ, Θεοδόχε Συμεὼν Πρεσβῦτα ἔνδοξε, ὅθεν καὶ Ἄννα ἡ σεπτή,
ἀνθομολόγησιν αὐτῶ, προσήγαγεν ὠς  Προφήτις, ὅθεν ὑμᾶς εὐφημοῦμεν, οἴα
Χριστοῦ θείους θεράποντος.
Ὁ Ἅγιος Ἀζαρίας ὁ Προφήτης


Προφήτης Ἀζαρίας ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέως Ἀσὰ (910-870
π.Χ.), υἱοῦ καὶ διαδόχου τοῦ Ἀβιᾶ καὶ ἦταν υἱὸς τοῦ Ἀδὰμ ἢ Ὠδήδ.
Καταγόταν ἀπὸ τὴν γῆ Σεμβαθὰ καὶ κήρυττε στὸν λαὸ τὴν εὐσέβεια.
Στηλίτευε τοὺς ἄπιστους καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς λέγοντας: «Ἀκούσατέ μου Ἀσά,
καὶ ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οἱ Βενιαμίτες. Ὁ Κύριος εἶναι μαζί σας, διότι
καὶ ἐσεῖς εἶστε μαζί του. Ἐὰν συνεχίσετε νὰ λατρεύετε αὐτὸν καὶ αὐτὸς θὰ
εἶναι στὸ μέλλον μαζί σας. Ἐὰν ὅμως ἐγκαταλείψετε αὐτὸν καὶ αὐτὸς θὰ
σᾶς ἐγκαταλείψει».

Ὁ Προφήτης Ἀζαρίας κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸν ἀγρὸ αὐτοῦ.

Οἱ Ἅγιοι Ἀδριανὸς καὶ Εὔβουλος οἱ Μάρτυρες

Οἱ
Ἅγιοι Μάρτυρες Ἀδριανὸς καὶ Εὔβουλος κατάγονταν ἀπὸ τὴ Βανέα. Ἔχοντες
τὸν πόθο νὰ δοῦν τοὺς Ὁμολογητὲς τοῦ Χριστοῦ, πῆγαν στὴν Καισάρεια,
διότι ἐκεῖ καταδιωκόταν περισσότερο τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ
μαρτύριο τῶν Χριστιανῶν ἦταν μεγαλύτερο.

Ἐκεῖ, μὲ τὴν παρρησία ποὺ
τοὺς διέκρινε, ὁμολόγησαν τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ὕστερα ἀπὸ τὴν
ὁμολογία τους αὐτή, οἱ εἰδωλολάτρες τοὺς συνέλαβαν καὶ τοὺς ὁδήγησαν
στὸν ἄρχοντα Φιρμιλιανό, ὁ ὁποῖος καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νά τοὺς ὑποβάλουν σὲ
βασανιστήρια.

Ἀμέσως, λοιπόν, τοὺς μαστίγωσαν καὶ τοὺς προκάλεσαν
μεγάλες πληγὲς στὸ σῶμα. Στὴ συνέχεια τούς ὑπέβαλαν καὶ σὲ ἄλλα
φρικωδέστερα βασανιστήρια. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ὕστερα ἀπὸ τὰ βασανιστήρια
αὐτά, ἔμειναν σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, ὁ
ἄρχοντας τοὺς ἔριξε γιὰ τροφὴ σὲ ἄγρια θηρία.

Τὸ Συναξάρι ἀναφέρει
ὅτι ὁ Ἅγιος Ἀδριανὸς πάλεψε μὲ ἕνα λιοντάρι καί, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ
Χριστοῦ, διαφυλάχθηκε ἀβλαβής. Κατόπιν ὅμως τὸ ἀποκεφάλισαν διὰ ξίφους. Ὁ
Ἅγιος Εὔβουλος, ἀφοῦ ἔπαθε τὰ ἴσα, ἐπισφράγισε τὸ μαρτύριο μὲ τὸν
μαρτυρικό του θάνατο. Ἔτσι, οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ Μάρτυρες εἰσῆλθαν στὴν χαρὰ
τοῦ Κυρίου τους.

Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ὁ βουκόλος


Ἅγιος Μάρτυς Βλάσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ
γεννήθηκε ἀπὸ πλούσιους καὶ φιλάνθρωπους γονεῖς. Οἱ ἐπαγγελματικὲς
ἀνάγκες τῆς οἰκογένειάς του τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἀπομακρυνθεῖ γιὰ λίγο ἀπὸ
τὴν Καισάρεια. Ὅταν ἔγινε διωγμὸς ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν, οἱ
εἰδωλολάτρες τὸν καταζητοῦσαν ὡς Χριστιανό, ἀλλὰ δὲν τὸν εὕρισκαν.


μητέρα του, ποὺ ποθοῦσε τὴ σωτηρία του, τοῦ συνέστησε νὰ ἀκολουθήσει
τὸν δρόμο τῆς φυγῆς. Ἀλλὰ ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε. Τόσοι ἄλλοι μαρτυροῦσαν.
Γιατί, λοιπόν, αὐτὸς νὰ δραπετεύσει; Ἔτσι, προσῆλθε μὲ προθυμία καὶ
παραδόθηκε στοὺς διῶκτες του, τοὺς ὁποίους καὶ φιλοξένησε καὶ
περιποιήθηκε σὰν νὰ ἦταν εὐεργέτες του.

Τὸν συνέλαβαν καὶ ἀφοῦ τὸν
μαστίγωσαν τὸν ἔριξαν μέσα σὲ κοχλαζόμενο λέβητα, ὅπου διέμεινε πέντε
ἡμέρες χωρὶς νὰ πάθει τίποτα. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ διαφύλαξε τὸν Ἅγιο σῶο καὶ
ἀβλαβῆ. Ἔτσι, πολλοὶ στρατιῶτες, ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα, πίστεψαν στὸν
Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο μὲ τὸ νερὸ τοῦ λέβητα.

Μόλις
πληροφορήθηκε ὁ ἡγεμόνας τὸ γεγονὸς αὐτό, ἔστειλε ἐκεῖ ἄλλους στρατιῶτες
νὰ βγάλουν τὸ Ἅγιο Βλάσιο ἀπὸ τὸν λέβητα. Ὅταν ὅμως καὶ αὐτοὶ ἔφθασαν
ἐκεῖ καὶ εἶδαν τὸ θαῦμα, πίστεψαν στὸν Χριστό. Ἔπειτα πῆγε ἐκεῖ καὶ ὁ
ἴδιος ὁ ἡγεμόνας, γιὰ νὰ δεῖ τὸν Ἅγιο μέσα στὸν λέβητα μὲ τὸ βρασμένο
νερό.

Ἐπειδὴ δέ, νόμιζε ὅτι τὸ νερὸ εἶχε κρυώσει, ζήτησε νὰ ἀντλήσουν ἀπὸ
αὐτό, γιὰ νὰ νίψει τὰ μάτια του. Μόλις ὅμως ἔκανε αὐτὴ τὴν ἐνέργεια,
ἀμέσως τυφλώθηκε καὶ συγχρόνως ξεψύχησε.

Ἔτσι, ὁ Ἅγιος ἀφέθηκε
ἐλεύθερος. Ἀμέσως ἐπισκέφθηκε τὴν οἰκογένειά του καὶ στὴ συνέχεια
παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεό. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ κατὰ τύχη παρευρίσκονταν
ἐκεῖ, κατὰ τὴν τελείωσή του, εἶδαν τὴ μακαρία του ψυχή, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ
στόμα του, σὰν περιστερὰ λευκὴ καὶ ἀπαστράπτουσα, καὶ πέταξε στὸν
οὐρανό.
Οἱ Ἅγιοι Παῦλος καὶ Σίμων οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Παῦλος καὶ Σίμων μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.
Ὁ Ἅγιος Κελερίνος ὁ Μάρτυρας


Ἄγος Κελερίνος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀφρική. Κατὰ τὸν διωγμὸ τῶν Χριστιανῶν
ἐπὶ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.) βρισκόταν στὴν Ρώμη, ὅπου
συνελήφθη καὶ ἐρρίφθη σὲ σκοτεινὴ φυλακή, ἀπὸ τὴν ὁποία ὅμως ἀπολύθηκε
καὶ ἐπανῆλθε στὴν Καρχηδόνα. Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς τὸν χειροτόνησε
διάκονο. Ὁ Πάπας Ρώμης Κορνήλιος (251-253 μ.Χ.) καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος
ἐγκωμιάζουν τὸν Ἅγιο Κελερίνο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄγνωστο πότε κοιμήθηκε.
Τιμᾶται ὡς Μάρτυς γιὰ τὶς κακουχίες του στὴ Ρώμη.
Ὁ Ὅσιος Κλαύδιος

Ὁ Ὅσιος Κλαύδιος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ὁσίου.
Ὁ Ἅγιος Λαυρέντιος Ἀρχιεπίσκοπος Καντουαρίας


Ἅγιος Λαυρέντιος ἦταν Ἀγγλοσάξονας καὶ ἔζησε περὶ τὰ μέσα τοῦ 6ου καὶ
τὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰῶνα μ.Χ. Συνόδευσε τὸν Ἅγιος Αὐγουστίνο (τιμᾶται 26
Μαΐου) καὶ ἐργάσθηκε γιὰ τὴν διάδοση τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως στὴ νότια
Ἀγγλία. Ὁ Ἅγιος διαδέχθηκε στὴ θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Καντουαρίας, τὸν
Ἅγιο Αὐγουστίνο καὶ παρέμεινε στὸν θρόνο μέχρι τῆς κοιμήσεώς του, τὸ
ἔτος 619 μ.Χ.
Ὁ Ὅσιος Ἀνσέριος Ἀπόστολος τῆς Δανίας καὶ τῆς Σκανδιναβίας


Ἅγιος Ἀνσέριος γεννήθηκε στὴν Πικαρδία στὶς ἀρχὲς τοῦ 9ου αἰῶνα μ.Χ.
Ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀνατράφηκε στὸ μοναστῆρι τῆς Κορβίας, ὅπου καὶ ἔγινε
μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὴν ἐντολὴ νὰ ἐργασθεῖ ἱεραποστολικὰ στοὺς λαοὺς ποὺ
δὲν εἶχαν γνωρίσει τὸν Χριστό.

Ὁ Ἅγιος κήρυξε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὶς
χῶρες τὶς Βαλτικῆς. Λίγο ἀργότερα ἐκλέγεται Ἀρχιεπίσκοπος τῶν νέων
χωρῶν, στὶς ὁποῖες ἐργάζεται ἱεραποστολικά, μὲ ἕδρα τὸ Ἀμβοῦργο. Τὸ
ἱεραποστολικὸ ἔργο συνεχίζεται μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση, τὴν προσευχή, τὴν
ποιμαντικὴ δράση καὶ τὴ φιλανθρωπία.

Ὅταν, τὸ ἔτος 845 μ.Χ., τὸ
Ἀμβοῦργο καταλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς, ὁ Ἅγιος Ἀνσέριος
ἀναγκάζεται νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἕδρα του προσωρινὰ καὶ νὰ περιοδεύσει
στὶς χῶρες τοῦ Βορρᾶ. Μετὰ δυὸ χρόνια, ἐπέστρεψε στὴν ἕδρα του, ποὺ τώρα
εἶχε συνενωθεῖ μὲ τὴν πόλη τῆς Βρέμης, μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς
Μαγεντίας.

Ὁ Ἅγιος συνεχίζει τὴν ἱεραποστολικὴ δραστηριότητά του καὶ βαπτίζει
Χριστιανὸ τὸν βασιλέα τῆς Δανίας Χόριχ καὶ τὸν διάδοχό του ποὺ ἦταν
εἰδωλολάτρης καὶ εἶχε κινήσει διωγμὸ ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν.

Ὁ Ὅσιος Ἀνσέριος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 865 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Ρωμανὸς ὁ Πρίγκιπας


Ἅγιος Ρωμανὸς τοῦ Οὔγκλιχ ἦταν υἱὸς τοῦ ἡγεμόνα Βλαντιμὴρ
Κωνσταντίνοβιτς καὶ γεννήθηκε τὸ 1235 στὴ Ρωσία. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ
ἔτος 1285 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος Ἀρχιεπίσκοπος Σερβίας

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ἔζησε στὴν Σερβία καὶ ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος αὐτῆς κατὰ τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν ἔζησε τὸν 13ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τβὲρ τῆς Ρωσίας. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1289.
Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Πνευματικὸς

Εἶναι
ἄγνωστος ὁ τόπος καταγωγῆς τοῦ Ὁσίου Σάββα. Ἀσκήτεψε στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ
Τιμίου Προδρόμου τῆς νήσου τῶν Ἰωαννίνων περὶ τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰῶνα
μ.Χ. καὶ ὑπῆρξε πνευματικὸς καθοδηγητὴς τῶν Ὁσίων Νεκταρίου καὶ
Θεοφάνους τῶν Ἀψαράδων (τιμοῦνται 17 Μαΐου).

Ἦταν γόνος ἀρχοντικῆς
οἰκογένειας καὶ ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἀγάπησε τὴν πτωχεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
καὶ ἔζησε μέχρι τὴν τελευταία του πνοὴ ὡς ἕνας ταπεινὸς καὶ πτωχὸς
ἐρημίτης. Ποτὲ δὲν εἶδαν τὸν Ὅσιο νὰ θυμώσει, νὰ κατακρίνει καὶ νὰ
μνησικακεῖ, ἐνῷ ἡ καρδιά του πλημμύριζε ἀπὸ ταπείνωση, γιὰ τὴν ὁποία ὁ
ἴδιος ἔλεγε: «Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ πέτρα ἡ στερεὰ καὶ ἄρρηκτη ἐπὶ
τῆς ὁποίας οἰκοδομεῖται ἡ πνευματικὴ ζωή».

Ὁ ἀσκητικός του βίος ἦταν
πολὺ αὐστηρός. Κάθε βράδυ προσευχόταν μέχρι τὸ πρωί. Ἡ τροφή του ἦταν
ἐλάχιστη καὶ λιτή. Κρέας, ψάρι καὶ τυρὶ δὲν δέχθηκε ποτὲ στὸ τραπέζι
του, ἐνῷ ποτὲ δὲν ἔριξε στὸ φαγητό του σταγόνα ἀπὸ λάδι.

Ὁ Ὅσιος Σάββας κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς  Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1505.

Ὅταν
παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, ἄρρητη εὐωδία ἀνέβλυσε ἀπὸ τὸ τίμιο
σκήνωμά του. Ὁ Ὅσιος ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς
νήσου τῶν Ἰωαννίνων. Στὴ μονὴ Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Ρουσάνου
Μετεώρων φυλάσσεται μὲ εὐλάβεια ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου.
Οἱ Ἅγιοι Σταμάτιος καὶ Ἰωάννης οἱ αὐτάδελφοι καὶ ὁ συνοδίτης αὐτῶν Νικόλαος οἱ Νεομάρτυρες

Οἱ
Ἅγιοι Νεομάρτυρες Σταμάτιος, Ἰωάννης καὶ Νικόλαος κατάγονταν ἀπὸ τὶς
Σπέτσες καὶ μαρτήρησαν ὑπὲρ τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ στὴ Χῖο, τὸ ἔτος
1822 μ.Χ. Ἀπὸ αὐτοὺς οἱ δυὸ πρῶτοι, ὁ Σταμάτιος καὶ ὁ Ἰωάννης, ἤσαν
ἀδελφοί. Ὁ πατέρας τοὺς ὀνομαζόταν Θεόδωρος Γκίνης καὶ ἡ μητέρα τοὺς
Ἀνέζω.

Κατὰ τὸ ἔτος 1822 μ.Χ. οἱ Ἅγιοι ξεκίνησαν τὸ ταξίδι τους γιὰ
τὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ ἄλλους πέντε ναυτικούς, ποὺ ἀσχολοῦνταν μὲ
τὸ ἐμπόριο, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦταν καὶ ὁ συναθλητὴς αὐτῶν Νικόλαος. Ἡ
σφοδρὴ θαλασσοταραχὴ τοὺς ἀνάγκασε νὰ προσαράξουν ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Χῖο,
σὲ παραλία τῆς Μικρασιατικῆς γῆς ποὺ ὀνομαζόταν Τσεσμέ.

Ἀφοῦ ἐξῆλθαν
στὴν ξηρά, φοβούμενοι τοὺς Τούρκους, ἐμπιστεύτηκαν τὴν ζωὴ τους σὲ
κάποιον Χριστιανό, τὸν ὁποῖο παρακάλεσαν νὰ μεριμνήσει, δίδοντάς του
ἀμοιβὴ γιὰ τὴν ἐξεύρεση ὑλικῶν, προκειμένου νὰ ἐπισκευάσουν τὰ χαλασμένο
πλοιάριό τους.

Ὅμως αὐτὸς τοὺς πρόδωσε στὸν ἀγὰ καὶ ὁδήγησε
ἐναντίων τους, τοὺς Τούρκους στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι τοὺς κατεδίωξαν. Ἀπὸ
τοὺς ἑπτὰ οἱ δυὸ φονεύθηκαν, ἄλλοι δὲ δυὸ ἔφυγαν διὰ θαλάσσης. Οἱ
Ὀθωμανοί, ἐξαγριωμένοι, συνέλαβαν τοὺς δυὸ ἀδελφούς, Σταμάτιο καὶ Ἰωάννη
καὶ τὸν γέροντα πλοίαρχο Νικόλαο.

Ὁ πασάς, ἀφοῦ τοὺς ἀνέκρινε,
ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φυλακίσουν τοὺς δυὸ ἀδελφοὺς καὶ νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸ
Νικόλαο στὴν ἐκτὸς τοῦ κάστρου πεδιάδα.

Οἱ Τοῦρκοι προέτρεπαν τὸ
Νικόλαο νὰ ἀλλαξοπιστήσει, γιὰ νὰ γλυτώσει τὸν θάνατο καὶ νὰ κερδίσει
τὴν ζωή, ἐκεῖνος ὅμως ἀπάντησε μὲ θάρρος ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του.
Ἔτσι, ὀμολογώντας τὸν Χριστό, δέχθηκε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ
ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.

Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ
ἐξισλαμίσουν καὶ τοὺς δυὸ ἀδελφούς. Παρὰ τὶς μεθοδικὲς καὶ ἐπίμονες
προσπάθειες αὐτῶν, ἐπὶ ἑπτὰ συνεχεῖς ἡμέρες, δὲν κατάφεραν τίποτε. Οἱ
Μάρτυρες βρῆκαν τὴν εὐκαιρία καὶ ἀπέστειλαν κρυφὰ ἔγγραφη τὴν
ἐξομολόγησή τους πρὸς τὸν Μητροπολίτη Χίου, ὁ ὁποῖος τοὺς ἔδωσε τὴν
εὐλογία του, γιὰ νὰ προχωρήσουν πρὸς τὸν δρόμο τοῦ μαρτυρίου μὲ
πνευματικὴ ἀνδρεία.

Κοινωνήσαντες δὲ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, τῶν
ὁποίων τὴν ἀποστολὴ οἰκονόμησε ὁ Ἐπίσκοπος διὰ γυναικὸς , ἤσαν ἕτοιμοι
γιὰ τὴν μεγάλη θυσία. Προσαχθέντες ἐνώπιον τοῦ πασᾶ, διεκήρυξαν καὶ πάλι
τὴν ἀκλόνητη πίστη τους στὸν Χριστὸ καὶ πορευόμενοι πρὸς τὸ μαρτύριο
φώναξαν πρὸς τὸ πλῆθος: «Χριστιανοὶ εἴμεθα, γιὰ τὸν Χριστὸ πηγαίνουμε
στὸν θάνατο». Ἔτσι δέχθηκαν τοὺς στέφανους τοῦ μαρτυρίου,
ἀποκεφαλισθέντες, ὁ μὲν νεομάρτυρας Σταμάτιος σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν, ὁ δὲ
νεομάρτυρας Ἰωάννης σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν.
Ὁ Ὅσιος Παῦλος ἐκ Ρωσίας


Ὅσιος Παῦλος, μαθητὴς τοῦ Ἁγίου Παϊσίου (Βελιτσκόφσκυ) ἀσκήτεψε στὴ
μονὴ Σιμονὼφ τῆς Ρωσίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1825.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Ἰσαπόστολος


Ἅγιος Νικόλαος, κατὰ κόσμο Ἰωάννης Ντιμιτρέβιτς Κασάτκιν, γεννήθηκε τὴν
1η Αὐγούστου 1836 στὸ χωριὸ Μπεργιοζόβσκυ τοῦ Μπέλκ, κοντὰ στὴν περιοχὴ
τοῦ Σμολένκ. Οἱ γονεῖς του ὀνομάζονταν Δημήτριος καὶ Ξένη καὶ ἤσαν
εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι.

Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀγάπησε τὸν ἐκκλησιαστικὸ βίο
ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία καὶ ἔκανε τὰ πρῶτα του βήματά του μέσα στὴν
Ἐκκλησία μὲ τὴν βοήθεια τοῦ πατέρα του, ὁ ὁποῖος ἦταν ἱερεύς. Ὅταν ὁ
Ἰωάννης μεγάλωσε, πῆγε στὸ τοπικὸ δημοτικὸ σχολεῖο καὶ μετὰ στὸ
ἐκκλησιαστικὸ σεμινάριο τοῦ Μελίνσκι. Ἀφοῦ ἀποφοίτησε μεταξὺ τῶν πρώτων,
συνέχισε τὶς σπουδές του στὴ θεολογικὴ ἀκαδημία τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως,
ἀπὸ τὴν ὁποία τελείωσε τὸ ἔτος 1861.

Στὴν Ἰαπωνία, λίγο μετὰ τὴν
ἄφιξη τῶν Πορτογάλων Ἰησουιτῶν στὸ νότιο ἄκρο τὸν 17ο αἰῶνα, οἱ Ὀλλανδοὶ
ἔμποροι εἶχαν πείσει τὴν κυβέρνηση πὼς πρέπει ἡ χώρα νὰ προφυλαχθεῖ ἀπὸ
τὴν ὀλέθρια ἐπιρροὴ τῶν ξένων.

Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ κλείσουν τὰ
λιμάνια γιὰ ὅλους ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους αὐτούς. Γιὰ διακόσια χρόνια
κράτησε ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀπομονωτισμοῦ, ποὺ ἄρχισε σιγὰ – σιγὰ νὰ
ὑποχωρεῖ. Ἔτσι δόθηκε στὸν Ἅγιο Νικόλαο ἡ εὐκαιρία νὰ κηρύξει τὸ
Εὐαγγέλιο στὴν Ἄπω Ἀνατολή.

Στὸ Χακοντᾶτε, λιμάνι τῆς βόρειας
Ἰαπωνίας, ἐγκαταστάθηκε Ρωσικὴ Πρεσβεία καὶ τὸ προσωπικό της χρειαζόταν
ἐφημέριο. Ὁ Ἰωάννης, ποὺ πρὶν τελειώσει τὴν ἀκαδημία εἶχε καρεῖ μοναχός,
εἶχε μετονομασθεῖ σὲ Νικόλαο καὶ εἶχε χειροτονηθεῖ Πρεσβύτερος τὸ 1860
ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Νόβγκοροντ καὶ Ἁγίας Πετρουπόλεως Γρηγόριο, ἦταν
ἐκεῖνος ποὺ μὲ χαρὰ δέχθηκε νὰ ἐργαστεῖ ἱεραποστολικὰ στὴν Ἰαπωνία. Καὶ
ἔτσι τὸ 1861, σὲ ἡλικία 26 ἐτῶν, ὁ νεαρὸς ἱερομόναχος ξεκίνησε χωρὶς
συνοδεία καὶ ταξίδεψε στὴν Σιβηρία.

Ἔτσι ἔφθασε στὸ Χακοντᾶτε ὡς
ἐφημέριος τοῦ διπλωματικοῦ σώματος. Ἀπὸ ἐκεῖ ἔστειλε γράμμα στὸν
Μητροπολίτη τῆς Ἁγίας Πετρουπόλεως περιγράφοντας τὸν πολιτισμό, τὴν
εὐγένεια καὶ τὸν λεπτὸ χαρακτῆρα τῶν Ἰαπώνων. Τοὺς θαύμαζε γι’ αὐτὰ καὶ
ὅμως συγχρόνως τοὺς λυπόταν, ἐπειδὴ τοὺς ἔλειπε τὸ κυριότερο: ἡ Ὀρθόδοξη
πίστη.

Στὸ Χακοντᾶτε δὲν τὸν εἶχαν ὑποδεχθεῖ θερμὰ οὔτε οἱ Ρώσοι
οὔτε οἱ Ἰάπωνες. Εἰδικὰ οἱ τελευταῖοι, ἐξ’ αἰτίας τοῦ χρόνιου
ἀπομονωτισμοῦ τους, δὲν εἶχαν τὴν διάθεση νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ
Εὐαγγελίου.

Αὐτὸ ἀποθάρρυνε κάπως τὸ Νικόλαο. Στὶς 9 Σεπτεμβρίου τοῦ
1861, ὅμως, δέχθηκε τῆς ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἰννοκεντίου,
ἱεραποστόλου τῆς Ἀμερικῆς. Ἐκεῖνος τὸν ἐπετίμησε γιὰ τὸν φθίνοντα
ἐνθουσιασμό του καὶ τὸν συμβούλεψε νὰ μάθει τὴν ἰαπωνικὴ γλῶσσα. Ἔτσι
καὶ ἔγινε.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἔμαθε τὴν γλῶσσα καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττει.
Κάποια βραδιά, λοιπόν, καθὼς μελετοῦσε στὸ κελί του, βλέπει ἕνα
σαμουράι νὰ ὁρμᾷ στὸ δωμάτιό του μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι. Θὰ τὸν ἔσφαζε,
τοῦ εἶπε, ἐὰν δὲν σταματοῦσε νὰ «διαφθείρει» μὲ τὰ κηρύγματά του τοὺς
ντόπιους. Ταπεινὰ ὁ Ἅγιος Νικόλαος δέχθηκε νὰ πεθάνει, ἂν ὅμως πρῶτα ὁ
ἐπίδοξος δολοφόνος του θὰ μάθαινε τί μελετοῦσε τὴν ὥρα ἐκείνη.


σαμουράι ἄφησε τὸ σπαθί του, γιὰ νὰ ἀκούσει τί εἶχε νὰ τοῦ πεῖ ὁ Ἅγιος.
Καὶ ἔτσι αὐτὸς ἄρχισε νὰ τοῦ ἐξηγεῖ τὴν δημιουργία τοῦ σύμπαντος ἀπὸ τὸν
Θεό, τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας καὶ πῶς ὁ Χριστὸς ᾖλθε στὸν κόσμο
γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν, ὁ παραλίγο δήμιός του νὰ
κατηχηθεῖ καὶ νὰ βαπτισθεῖ.

Λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ σαμουράι Τακούμα
Σαβάμπε ἔγινε ὁ πατὴρ Παῦλος, ὁ πρῶτος Ὀρθόδοξος Ἰάπωνας ἱερέας.
Ἀκολούθησαν χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, μεταφράσεως λειτουργικῶν
βιβλίων καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ ἔντονης κατηχητικῆς διακονίας.

Τὸ
ἔτος 1880, μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια ἱεραποστολικῆς δράσεως, ἐξελέγη καὶ
χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς Ὀρθόδοξης Ἰαπωνικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσικῆς
Διασπορᾶς. Τὸ ἱεραποστολικό του ἔργο ἦταν πολὺ μεγάλο. Κατήχησε καὶ
βάπτισε χιλιάδες ἀνθρώπους.

Φρόντισε γιὰ τὴν ἀνέγερση ναῶν, τὴν
πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ τὴν λειτουργικὴ ἀγωγὴ τοῦ ἐφημεριακοῦ κλήρου.
Ὁ ἴδιος ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ὁ Ὀρθόδοξος ἱεραπόστολος ὀφείλει νὰ ἔχει
ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες τοῦ σπιτιοῦ του, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν μία
προσωπικὴ ἐπικοινωνία καὶ νὰ μεταβαίνει πρόθυμα ὅπου ὑπάρχει δυνατότητα
μεταδόσεως τοῦ Εὐαγγελίου».

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1912.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

 

2 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, Ἀγαθοδώρου Μάρτυρος, Ἰορδάνου Νεομάρτυρος, Γαβριὴλ Ὁσιομάρτυρος, Εὐθυμίου Ὁσίου, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου Ἀπεκοῆς, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου Γουμενίσσης, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου Κακιᾶς Μέλισσας, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου Ὑπαπαντῆς, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου Φλεβαριωτίσσης, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου Φλεβαριωτίσσης Σαλαμῖνος, Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου Χρυσαλινιωτίσσης. 
Ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Τὸ
γεγονὸς τῆς Ὑπαπαντῆς, ποὺ ἐξιστορεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ β’
κεφάλαιο τὸ Εὐαγγελίου του, συνέβη σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν γέννηση τοῦ
Ἰησοῦ. Σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ἂν τὸ πρῶτο παιδὶ τῆς οἰκογένειας
ἦταν ἀγόρι, ἀφιερωνόταν στὸν Θεὸ καὶ συγχρόνως προσφερόταν γιὰ θυσία
ἕνας ἀμνὸς ἢ ἕνα ζευγάρι τρυγόνια ἢ δυὸ μικρὰ περιστέρια.

Τὸ γράμμα
τῶν ἐντολῶν αὐτῶν πληροῦντες ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Παρθένος Μαρία, ἀνῆλθαν τὴν
τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἀπὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στὸ ναὸ τῶν
Ἱεροσολύμων, γιὰ νὰ προσφέρουν τὸν Ἰησοῦ στὸν Θεὸ καὶ νὰ δώσουν τὴν
θυσία περὶ καθαρισμοῦ.

Τὸ ζευγάρι ὑποδέχθηκε στὸ ναὸ ὁ ὑπερήλικας
Προφήτης Συμεών, ὁ ὁποῖος δέχθηκε τὸν Ἰησοῦ στὴν ἀγκαλιά του φωτισμένος
ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔχοντας λάβει ἀποκάλυψη ἀπὸ Αὐτὸ ὅτι δὲν θὰ
ἀπέθνῃσκε πρωτοῦ δεῖ Ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖο ὁ Κύριος καὶ Θεὸς ἔχρισε Βασιλέα
καὶ Σωτῆρα τοῦ κόσμου.

Ἡ ἑορτὴ εἰσήχθηκε πρῶτα στὴν Δύση πρὸς
κατάργηση τῶν τελουμένων εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ
Φεβρουαρίου, πρὸς τιμὴν τοῦ Πανός, ὡς καθαρῶς θεομητορικὴ ἑορτή.
Ἀργότερα καθιερώθηκε καὶ στὴν Ἀνατολή. Κατὰ μὲν τὸν Γεώργιο Κεδρηνὸ ἡ
ἑορτὴ εἰσήχθηκε ἐπὶ τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Α’ (518-527 μ.Χ.),
κατὰ δὲ τὸ Νικηφόρο Κάλλιστο ὁ μέγας Ἰουστινιανὸς (525-565 μ.Χ.)
διέταξε, τὸ 542 μ.Χ., νὰ ἑορτάζεται ἡ Ὑπαπαντὴ τοῦ Σωτῆρος σὲ ὅλη τὴ γῆ.

Ἐπειδὴ ὅμως διασῴζονται σήμερα λόγοι – ὁμιλίες
στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς, ποὺ χρονολογοῦνται πολὺ πρὶν ἀπὸ τὸν 6ο αἰῶνα
μ.Χ., εἰκάζεται ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστίνος εἰσήγαγε τὴν ἑορτὴ στὴν
Κωνσταντινούπολη. Ἡ ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς, στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐτελεῖτο
στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου παρευρίσκονταν καὶ οἱ βασιλεῖς.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’.

Χαῖρε
Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς
δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἠμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ
σὺ Πρεσβῦτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν
ἠμῶν, χαριζόμενον ἠμὶν καὶ τὴν Ἀνάστασιν.

Κοντάκιον. Ἦχος α’.


μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας
ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ’ εἰρήνευσον
ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὖς ἠγάπησας, ὁ μόνος
φιλάνθρωπος.
Ὁ Ἅγιος Ἀγαθόδωρος ὁ Μάρτυρας


Ἅγιος Ἀγαθόδωρος συνελήφθη σὲ νεαρὴ ἡλικία καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἄρχοντα
τῆς πόλης τῶν Τυάνων τῆς Καππαδοκίας, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανός. Ἐνώπιον
τοῦ ἡγεμόνος ὁμολόγησε τὴν ἀγάπη του στὸν Ἅγιο Θεό. Ὁ ἡγεμόνας τότε
ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν.

Πρῶτα τοῦ καταξέσκισαν τὸ σῶμα μὲ σιδερένια νύχια, ἔπειτα τὸν ἔβαλαν
πάνω σὲ πυρακτωμένη σχάρα καὶ τοῦ κατ’ ἔκαψαν τὸ καταπληγωμένο σῶμα,
στὴν συνέχεια τοῦ ἔκοψαν μὲ μαχαῖρι τὴν γλῶσσα, κατόπιν τοῦ ἔσπασαν τὰ
δόντια, ἔπειτα τοῦ συνέτριψαν μὲ ρόπαλα τὶς κνῆμες καὶ τὰ σκέλη καὶ
τελικὰ τοῦ τρύπησαν τὰ μηνίγγια μὲ πυρακτωμένα σουβλιά.

Ἔτσι, ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀγαθόδωρος μαρτύρησε καὶ ἔλαβε τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τῆς δόξας.

Ὁ Ἅγιος Ἰορδάνης ὁ Νεομάρτυρας


Ἅγιος Ἰορδάνης, καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία καὶ μετὰ τὸν γάμο του
ἐγκαταστάθηκε στὸ Γαλατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Σὲ κάποια διασκέδασή
του μὲ Ὀθωμανοὺς συμπατριῶτες του καὶ κατὰ τὴν διάρκεια ἐνὸς παιχνιδιοῦ,
κάποιος συμπαίκτης βλασφήμησε τὸν Ἅγιο Νικόλαο.

Ἀμέσως ὁ Ἰορδάνης
ἀπάντησε τὸ ἴδιο κοροϊδευτικὰ εἰς βάρος τοῦ Μωάμεθ. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα,
καταγγέλθηκε ὡς ὑβριστὴς τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας καὶ ὁδηγήθηκε στὸν
βεζίρη, ὁ ὁποῖος τὸ πίεσε νὰ ἀλλαξοπιστήσει γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴν
τιμωρία.

Παρὰ τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς δελεαστικὲς προτάσεις, ἀκόμη καὶ νὰ ὁμολογήσει
μὲν φανερὰ ὅτι ἀσπάζεται τὸν Μουσουλμανισμὸ καὶ στὴ συνέχεια νὰ ζήσει
χριστιανικὰ ὅπου ἐκεῖνος ἤθελε, ὁ Ἅγιος ἀρνήθηκε θαρραλέα. Ἔτσι ὁ δήμιος
ἀπέκοψε τὴν τίμια κεφαλὴ τοῦ Νεομάρτυρα τὸ ἔτος 1650 μ.Χ.

 

Ὁ Ἅγιος Γαβριὴλ ὁ Ὁσιομάρτυρας


Ἅγιος Ὁσιομάρτυρας Γαβριὴλ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλλώνη τῆς Προικονήσου. Σὲ
νεαρὴ ἡλικία ἔγινε μοναχὸς καὶ διακονοῦσε ὡς «κράκτης» τῆς Μεγάλης
Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Μετὰ ἀπὸ λογομαχία ποὺ εἶχε μὲ κάποιον
Τοῦρκο, κατηγορήθηκε ὡς ὑβριστὴς τῆς Μουσουλμανικῆς θρησκείας,
φυλακίσθηκε καὶ βασανίσθηκε. Παραμένοντας σταθερὸς καὶ ἀκλόνητος στὴν
πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀποκεφαλίσθηκε τὸ ἔτος 1676 μ.Χ. Τὸ τίμιο λείψανό του
οἱ Τοῦρκοι τὸ ἔριξαν στὴ θάλασσα.

 

Ὁ Ὅσιος Εὐθύμιος ἐκ Γεωργίας

 


Ὅσιος Εὐθύμιος (Κερεσελίντζε) καταγόταν ἀπὸ τὴν Γεωργία καὶ ἔζησε
μεταξὺ τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20ου αἰῶνα μ.Χ. Ἔγινε μοναχὸς καὶ ἡ ἁγιότητα τοῦ
βίου του γρήγορα τὸν ἔκανε ξακουστὸ στὴν περιοχὴ τῆς Γεωργίας.

Καθημερινὰ ἐξομολογοῦσε ἑκατοντάδες ἀνθρώπους, ποὺ προσέτρεχαν κοντά του
γιὰ νὰ καταθέσουν τὸν πόνο τῆς ψυχῆς τους καὶ τὴν ἀστοχία τῆς
ἐλευθερίας τους. Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ σοβιετικοῦ καθεστῶτος ὁ Ὅσιος
διέσωσε πολλὰ χειρόγραφα τῶν ἀρχαίων Γεωργιανῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων.
Ἔζησε θεοφιλῶς καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ἀπεκοῆς

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἀπεκοῆς (Ὑπακοῆς) φυλάσσεται στὸ ναὸ τῆς Ὑπαπαντῆς τῆς νήσου Καλύμνου.









Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Γουμενίσσης



Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γουμενίσσης φυλάσσεται στὴν ὁμώνυμη μονὴ τῆς πόλεως τῆς Γουμένισσας.





 

Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Κακιᾶς Μέλισσας




εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Κακιᾶς Μέλισσας φυλάσσεται στὸ χωριὸ Λειβάδι
Κυθήρων. Ἔχει τὴν προσωνυμία αὐτή, γιατί σὲ μία ἐπιδρομὴ πειρατῶν στὸ
νησί, μὲ σκοπὸ νὰ λεηλατήσουν τὴ μονή, παρουσιάσθηκε ξαφνικὰ ἕνα σμῆνος
μελισσῶν ποὺ ἐπιτέθηκε στοὺς πειρατὲς καὶ τοὺς ἀνάγκασε νὰ ὑποχωρήσουν.




Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὑπαπαντῆς

Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὑπαπαντῆς φυλάσσεται στὸν ὁμόνυμο ναὸ τῆς Καλαμάτας.






Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Φλεβαριωτίσσης ἢ Λιβύης




εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Φλεβαριωτίσσης ἢ Λιβύης (καλεῖται ἔτσι ἐπειδὴ
ἔχει χρῶμα σκοῦρο) φυλάσσεται στὴν Μεσαριὰ τῆς νήσου τῆς Ἀστυπάλαιας.





Σύναξη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Φλεβαριωτίσσης




εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Φλεβαριώτισσας φυλάσσεται στὸ ναὸ Ἀμπελακίων
Σαλαμῖνος καὶ ὀνομάζεται ἔτσι, ἐπειδὴ ἑορτάζει τὸν μῆνα Φεβρουάριο ἤ,
κατὰ μία ἄλλη ἐκδοχή, ἐπειδὴ στὸ σημεῖο ἐκεῖνο εἶχε βρεθεῖ φλέβα νεροῦ.





Σύναξη Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Χρυσαλινιωτίσσης



Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Χρυσαλινιώτισσας ἢ Ἀλινιώτισσας φυλάσσεται στὸν ὁμόνυμο ἐνοριακὸ ναὸ τῆς Λευκωσίας Κύπρου.



 Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr) 

anavaseis.blogspot.gr 

1 Φεβρουαρίου Συναξαριστής. Προεόρτια τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Τρύφωνος Μάρτυρος, Πέτρου ἐν Γαλατίᾳ, Βενδιμιανοὺ Ὁσίου, Βασιλείου Ὁμολογητοῦ, Βασιλείου τοῦ Συναξαριστοῦ, Τιμοθέου Ὁσίου, Θεΐων μετὰ δυὸ παίδων, Καρίωνος Μάρτυρος, τῶν Ἁγίων Περπετούας, Σατύρου, Ροβεκάτου, Φιλικητάτης, Σατουρνίνου καὶ Σεκούνδου, Μπριντζίτας Ὁσίας, Ἀντωνίου Ἐρημίτου, Ἠλία Μεγαλομάρτυρα, τῶν Ὁσίων Δαβίδ, Συμεὼν καὶ Γεωργίου τῶν αὐταδέλφων, τῶν Ἁγίων Ἀδριανοῦ, Πολυεύκτου, Πλάτωνος καὶ Γεωργίου ἐν Μεγάροις, Ἀναστασίου τοῦ Ναυπλιέως, Πέτρου Ἱερομάρτυρα, Ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐν Ἀρμουλαδῇ.
Προεόρτια τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Παραμονὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.

Οὐράνιος χορός, οὐρανίων ἁψίδων, προκύψας ἐπὶ γῆς καὶ φερόμενον βλέπων,
ὡς βρέφος ὑπομάζιον, πρὸς ναὸν τὸν πρωτότοκον, πάσης κτίσεως, ὑπὸ Μητρὸς
ἀπειράνδρου, προεόρτιον, νῦν σὺν ἡμῖν μελῳδοῦσι, φρικτῶς ἐξιστάμενοι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἐν ἀγκάλαις δέξασθαι καθάπερ βρέφος, Συμεὼν ἐπείγεται, τὸν νομοδότην καὶ
Θεόν· ᾧ καὶ βοήσει γηθόμενος· ἀπόλυσόν με· σὲ γὰρ εἶδον, Δέσποτα.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροι ὁ πρεσβύτατος Συμεών, ἐγγίζοντα βλέπων, τὸν Δεσπότην ἐν τῷ Ναῷ·
ὅθεν ἐπισπεύδει, αὐτὸν ὑποδεχθῆναι, προεορτίως ᾄδων ὕμνον ἐπάξιον.

Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁ Μάρτυρας (Εορτή Τρύφωνας)

Ὁ Ἅγιος Τρύφων καταγόταν ἀπὸ τὴ Λάμψακο τῆς ἐπαρχίας Φρυγίας καὶ ἔζησε
στὰ χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Γορδιανοῦ Γ’ (238-244 μ.Χ.), Φιλίππου
(244-249 μ.Χ.) καὶ Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Προερχόταν ἀπὸ πτωχὴ
οἰκογένεια καὶ στὴν παιδική του ἡλικία, ἔβοσκε χῆνες γιὰ νὰ ζήσει.
Συγχρόνως ὅμως μελετοῦσε μὲ ζῆλο τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἦταν πολὺ
φιλακόλουθος.

Ἔτσι, σιγὰ – σιγὰ ὁ Ἅγιος, μὲ τὴν εὐσεβῆ φιλομάθειά του, κατόρθωσε ὄχι
μόνο νὰ διδαχθεῖ ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ νὰ διδάσκει τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τῆς
πίστεώς μας. Γρήγορα ἡ εὐσεβὴς ψυχή του δέχθηκε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ θαυματουργεῖ. Ὅμως ὁ Ἅγιος θεράπευε
ὄχι μόνο κάθε ἀσθένεια ἀλλὰ καὶ ἐλευθέρωνε τὶς μολυσμένες ἀπὸ τὰ
δαιμόνια ψυχές.

Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Γορδιανὸς πληροφορήθηκε γιὰ τὶς θαυματουργικὲς
ἱκανότητες τοῦ Τρύφωνος, τὸν ἀναζήτησε γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν ἄρρωστη
θυγατέρα του ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Οἱ στρατιῶτες τὸν βρῆκαν στὴν
κωμόπολη τῆς Σαμψάκου νὰ φροντίζει τὶς χῆνες στὴν παρακείμενη λίμνη καὶ
ἀμέσως τὸν πῆραν μαζί τους.

Τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου ἀναφέρει ὅτι μόλις ὁ Ἅγιος πλησίαζε στὴν Ρώμη τὸ
δαιμόνιο ποὺ εἶχε ἡ θυγατέρα τοῦ Γορδιανοῦ, κραύγαζε ὅτι δὲν μπορεῖ πιὰ
νὰ κατοικεῖ μέσα της.

Οἱ ἔπαρχοι Πομπιανὸς καὶ Πρετεξτάτος τὸν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ
αὐτοκράτορα καὶ ἐκεῖνος παρακάλεσε τὸν Ἅγιο γιὰ τὴ θεραπεία τῆς
θυγατέρας του. Καὶ πράγματι, μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου, ἡ θυγατέρα τοῦ
ἡγεμόνος ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸ δαιμόνιο. Ὁ Ἅγιος μετὰ ἀπὸ ἕξι ἡμέρες προσευχῆς
ἀποκάλυψε τὰ κακὰ ἔργα τοῦ διαβόλου καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ποὺ
ἤσαν παρόντες δόξασαν τὸν Θεὸ καὶ πίστεψαν σὲ Αὐτόν.

Ὁ αὐτοκράτορας προσπάθησε νὰ ἐκφράσει τὴν εὐγνωμοσύνη του, προσφέροντας
στὸν Ἅγιο ἀξιώματα καὶ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ὁ Τρύφων εὐγενικὰ
ἀρνήθηκε.

Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Δέκιος, ἐξαπέλυσε ἄγριο διωγμὸ κατὰ τῶν
Χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος, ἐπειδὴ δὲν λάτρευε τοὺς θεοὺς τῆς εἰδωλολατρικῆς
θρησκείας καὶ ἦταν Χριστιανός, συνελήφθη ἀπὸ κάποιον στρατιωτικὸ ποὺ
ὀνομαζόταν Φρόντων (ἢ Φόρτων) καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τῶν ἐπάρχων τῆς
Ἀνατολῆς, Τιβέριου Γράγχου καὶ Κλαυδίου Ἀκυλίνου στὴ Νίκαια τῆς
Βιθυνίας. Ὁ μάντης Πομπηϊανὸς τὸν παρουσίασε στοὺς ἡγεμόνες.

Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του. Τότε ὑποβλήθηκε σὲ
φρικτὰ βασανιστήρια. Τοῦ κατατρύπησαν μὲ σπαθιὰ ὅλο του τὸ σῶμα, ἔπειτα
τὸν ἔδεσαν ἀπὸ τὰ πόδια σὲ ἄλογα καὶ τὸν ἔσυραν, σὲ ὧρες φοβεροῦ ψύχους,
σὲ δύσβατες καὶ πετρώδεις τοποθεσίες.

Ἐκεῖνος προσευχόταν καὶ ἔλεγε: «Κύριε, μὴν τοὺς καταλογίσεις αὐτὴ τὴν
ἁμαρτία». Μετὰ τὸ φρικτὸ μαρτύριο τὸν ρώτησαν ἂν σωφρονίσθηκε καὶ ἤθελε
νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἀπάντησε τότε στὸν ἔπαρχο
Ἀκυλίνο: «Ἀνόσιε καὶ κακῶν ἀρχηγέ, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶσαι
σωφρονισμένος, ὅταν εἶσαι μεθυσμένος ἀπὸ τὸν διάβολο; Ἐγὼ πάντοτε περνάω
τὸν βίο μου μὲ σωφροσύνη, γιατί ἔχω τὸν Χριστὸ βοηθὸ τῆς ἐλπίδας μου».

Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἔκλεισαν στὸ δεσμωτήριο μὲ σκοπὸ νὰ τοῦ δώσουν
διορία, γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν «ἄνοια» αὐτοῦ καὶ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη
του στὸν Χριστό. Λίγες ἡμέρες μετὰ ὁ ἔπαρχος κάλεσε τὸν Ἅγιο καὶ τὸν
ρώτησε ἐὰν τὸ διάστημα τοῦ χρόνου καὶ τὰ βασανιστήρια τὸν ἔπεισαν νὰ
θυσιάσει στοὺς θεούς.

Ὁ Ἅγιος καὶ πάλι ὁμολόγησε μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Τὸν
ἔσυραν τότε γυμνὸ πάνω σὲ σιδερένια καρφιά, κατόπιν τὸν μαστίγωσαν καὶ
στὴ συνέχεια τοῦ ἔκαψαν μὲ λαμπάδες τὰ πλευρά. Στὸ τέλος, μόλις ὁ
Μάρτυρας παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ λέγοντας τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ,
δέξαι τὸ πνεῦμα μου», ἀπέκοψαν τὴν τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ.

Οἱ Χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Μάρτυρος καὶ ἀφοῦ τὸ
ἔχρισαν μὲ πολύτιμα μύρα καὶ τὸ τύλιξαν σὲ σινδόνα, τὸ κατέθεσαν σὲ
λάρνακα καὶ τὸ ἀπέστειλαν στὴν πόλη τῆς Σαμψάκου κατὰ τὴν ἐπιθυμία του.

Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριό του, τὸ ὁποῖο
βρισκόταν μέσα στὸ σεπτὸ Ἀποστολεῖο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, πλησίον
τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.

Ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγιο Τρύφωνα ἔκτισε ὁ μέγας Ἰουστινιανὸς (527-565
μ.Χ.) στὴν τοποθεσία τοῦ Πελαργοῦ Κωνσταντινουπόλεως. Μονὴ τοῦ Ἁγίου
Τρύφωνος ἀναφέρεται καὶ μετὰ τὰ μέσα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ., παρακείμενη
στὴ Μητρόπολη Χαλκηδόνος, στὴν ὁποία ἐκάρη μοναχὸς ὁ μετέπειτα
Πατριάρχης Νικόλαος ὁ Μυστικὸς (901-907, 912-925 μ.Χ.).

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τρυφὴν τὴν ἀκήρατον, ἰχνηλατῶν ἐκ παιδός, βασάνους ὑπήνεγκας, ὑπὲρ
Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἤθλησας ἄριστα ὅθεν τὴν τῶν θαυμάτων, κομισάμενος
χάριν, λύτρωσαι πάσης βλάβης, καὶ παντοίας ἀνάγκης, Τρύφων Μεγαλομάρτυς,
τοὺς σὲ μακαρίζοντας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Ὁ Μάρτυς σου Κύριε ἐν τὴ ἀθλήσει αὐτοῦ, τὸ στέφος ἐκομίσατο τῆς
ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἠμῶν, ἔχων γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους
καθεῖλεν, ἔθραυσε καὶ δαιμόνων, τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταὶς ἰκεσίαις
Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχᾶς

Τριαδικὴ στερρότητι, πολυθεΐαν ἔλυσας ἐκ τῷ περάτων Ἀοίδιμε, τίμιος ἐν
Κυρίῳ γενόμενος, καὶ νικήσας τυράννους ἐν Χριστῷ, τῷ Σωτήρι τὸ στέφος
εἴληφας τῆς μαρτυρίας σου, καὶ χαρίσματα θείων ἰάσεων, ὡς ἀήττητος.
Ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ ἐν Γαλατίᾳ

Ὁ Ὅσιος Πέτρος καταγόταν ἀπὸ τὴ Γαλατία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ
συγκεκριμένα ἀπὸ περιοχὴ ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὴν Ἄγκυρα. Μαζὶ μὲ τοὺς
γονεῖς του ἔμεινε μόνο τὰ ἑπτὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς του. Ὅλα τὰ ἄλλα
του χρόνια τὰ διῆλθε ὡς ἀσκητής.

Ἀρχικὰ ἀσκήτεψε στὴν περιοχὴ τῆς Γαλατίας. Ἔπειτα πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα,
γιὰ νὰ γνωρίσει τοὺς τρόπους ἀσκήσεως τῶν Ἀσκητῶν καὶ Πατέρων τῆς
περιοχῆς καὶ νὰ διδαχθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀπὸ ἐκεῖ
μετέβη στὴν Ἀντιόχεια.

Στὴν πόλη αὐτὴ βρῆκε ἕνα τάφο μὲ οἰκίσκο πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ
ἐδάφους καὶ κλείσθηκε μέσα. Μπροστὰ στὸν τάφο ὑπῆρχε ἕνας μικρὸς χῶρος
φραγμένος μὲ κάγκελα. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος δεχόταν τοὺς εὐλαβεῖς Χριστιανούς.
Γιὰ τὴ διατροφή του χρησιμοποιοῦσε, κάθε δυὸ ἡμέρες, ἕνα κομματάκι ψωμὶ
καὶ λίγο νερό.

Ὁ Ὅσιος Πέτρος εἶχε προικισθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὸ χάρισμα τῆς
θαυματουργίας καὶ ἔκανε πολλὰ θαύματα. Πρῶτα ἐλευθέρωσε, μὲ τὴν προσευχή
του, ἕναν δαιμονισμένο ἀπὸ τὸ δαιμόνιο ποὺ τὸν βασάνιζε, τὸν ὁποῖο καὶ
ἔκανε συγκάτοικό του.

Μὲ ἄλλο θαῦμα θεράπευσε τὴ μητέρα τοῦ Θεοδωρήτου, Ἐπισκόπου Κύρου,
γυναῖκα εὐλαβῆ καὶ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ὁποία ἔπασχε ἀπὸ ἀνίατη
ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν. Ἐπίσης, τύφλωσε τὸν στρατηγὸ τῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος
ἤθελε νὰ βιάσει κάποια μοναχὴ καὶ ἔτσι τὸν ἐμπόδισε νὰ πραγματοποιήσει
τὴν ἀνόσια ἐπιθυμία του.

Ὁ Ὅσιος Πέτρος, ἀφοῦ ἔζησε ἐπὶ ἐνενήντα δυὸ ἔτη θεοφιλῶς, παρέδωσε μὲ
εἰρήνη τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο καὶ ἔλαβε τὰ ἔπαθλα τῶν πνευματικῶν καὶ
ἀσκητικῶν του μόχθων.
Ὁ Ὅσιος Βενδιμιανὸς

Ὁ Ὅσιος Βενδιμιανὸς καταγόταν ἀπὸ τὴ μεγάλη Μυσία καὶ ὑπῆρξε μαθητὴς τοῦ
Ἁγίου Αὐξεντίου (τιμᾶται 14 Φεβρουαρίου), ὁ ὁποῖος ἔζησε κατὰ τοὺς
χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ τοῦ Μικροῦ (408-450 μ.Χ.). Μετὰ τὴν
κοίμηση τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου, ὁ Βενδιμιανὸς πῆγε σὲ περιοχὴ τῆς δυτικῆς
Μικρᾶς Ἀσίας, κάτω ἀπὸ μία βραχοσχισμή, ὅπου καὶ κατασκεύασε ἕνα πολὺ
μικρὸ οἰκίσκο, στὸν ὁποῖο ἀσκήτευε.

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, κατὰ θεία ὀπτασία, ἀνῆλθε στὸ ὄρος τοῦ Αὐξεντίου
καὶ ἔζησε ὁσίως στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Αὐξεντίου. Ὁ Ὅσιος, ἀφοῦ συμπλήρωσε
σαράντα ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια ἀσκητικῆς ζωῆς, προαισθάνθηκε τὸ τέλος του.
Ἔτσι, λοιπόν, ἔκλινε τὰ γόνατά του καὶ κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη.
Ἐνταφιάσθηκε στὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του.

 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ὁμολογητὴς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ὁμολογητὴς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα. Ἦταν ἀρχικὰ
Ἐπίσκοπος Κρήτης καὶ μετετέθη στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς
Θεσσαλονίκης. Ὅπως μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν Νικήτα Παφλαγόνα ὁ «Βασίλειος
οὗτος ὁ πρότερον μὲν Κρήτης ἐπίσκοπος γενόμενος, διὰ τὴν τῶν Ἀγαρηνῶν
ἔξοδον εἰς Θεσσαλονίκην μετατεθεῖς».

Ἡ χειροτονία τοῦ Ἁγίου Βασιλείου πρέπει νὰ συνέβη κατὰ τὴν πρώτη
πατριαρχία τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ἰγνατίου (846-858 μ.Χ.) καὶ
ἡ μετάθεσή του στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης πολὺ σύντομα. Τὸ πιθανότερο
εἶναι νὰ μὴν πρόλαβε νὰ ἐγκατασταθεῖ καθόλου στὴν Κρήτη καὶ νὰ
μετατέθηκε σχεδὸν ἀμέσως στὴν Θεσσαλονίκη.

Πρὸς τὸν Ἅγιο Βασίλειο Α’, Ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης ἀπευθύνεται ἡ βοῦλα
τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 860 μ.Χ. τοῦ Πάπα Νικολάου Α’ (858-867 μ.Χ.), μὲ
τὴν ὁποία ἐπικυρώνεται ὁ διορισμός του ὡς βικαρίου τῆς Ρώμης στὸ
ἀνατολικὸ Ἰλλυρικό.

Τὸ ἔτος 862 μ.Χ. ὁ Ἅγιος Βασίλειος ἀναντιώθηκε κατὰ τοῦ δυσεβοὺς
αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ’ (842-867 μ.Χ.). Οἱ κακοποιήσεις καὶ οἱ διώξεις ποὺ
ἐπακολούθησαν, τοῦ χάρισαν τὸ στέφανο τοῦ Ὁμολογητοῦ τῆς πίστεως.
Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Συναξαριστὴς Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Τὰ λίγα ἁγιογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχουμε περὶ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου Β’,
Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τὰ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὸ βίο τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου
τοῦ Νέου (τιμᾶται 15 Νοεμβρίου), τὸν ὁποῖο συνέγραψε ὁ Ἅγιος Βασίλειος.

Ὁ Ἅγιος αἰσθανόμενος τὴν κλήση γιὰ τὴν μοναχικὴ πολιτεία ἐγκαταβίωσε στὴ
μονὴ τῶν Περιστερών, τὴν ὁποία ἀνήγειρε κατὰ τὸ ἔτος 871 μ.Χ. ὁ Ὅσιος
Εὐθύμιος.

Ἡ μονὴ βρισκόταν κοντὰ στὴν κωμόπολη Σερβίλια (σήμερα Ὀρμύλια)
Χαλκιδικής. Ἐκεῖ, στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, ὁ Ἅγιος
Βασίλειος ἐκάρη μοναχὸς τὸ 875 μ.Χ. καὶ μόνασε σὲ ἀναχωρητικὸ κελί. Ὁ
Ὅσιος Εὐθύμιος μὲ τὸ προορατικό του χάρισμα τοῦ προεῖπε ὅτι θὰ φύγει ἀπὸ
τὴ μονὴ καὶ θὰ γίνει Ἐπίσκοπος. Οἱ προφητεῖες τοῦ Ὁσίου ἐπαληθεύθηκαν.

Ὁ Βασίλειος ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ἡ ποιμαντορία τοῦ
Βασιλείου Β’ στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ
τοποθετηθεῖ μετὰ τὴν ἀρχιερατεῖα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεσσαλονικέως, ὁ ὁποῖος
μαρτυρεῖται ὡς Ἀρχιεπίσκοπος ἀκόμη ὡς τὸ 904 μ.Χ., τουλάχιστον μέχρι τὰ
μισὰ τοῦ ἔτους, ὁπότε καὶ συνέβη ἡ καταστροφὴ τῆς πόλεως ἀπὸ τοὺς
Σαρακηνοὺς πειρατές. Συνεπῶς ὁ Ἅγιος Βασίλειος πρέπει νὰ τὸν διαδέχθηκε.
Ὁ συντομότερος χρόνος ἐφαρμογῆς τῆς προφητείας τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου εἶναι
τὸ ἔτος 904 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος

Ὁ Ὅσιος Τιμόθεος ἦταν ὁμολογητὴς τῆς πίστεώς μας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Θεΐων μετὰ τῶν δυὸ παίδων

Εἶναι ἄγνωστο ποῦ καὶ πότε μαρτύρησαν ὁ Ἅγιος Θεΐων μὲ τοὺς δυὸ παῖδες, οἱ ὁποῖοι τελειώθηκαν διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Καρίων ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Καρίων μαρτύρησε ἀφοῦ τοῦ ἔκοψαν τὴν γλῶσσα. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν Βίο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα.
Οἱ Ἅγιοι Περπέτουα, Σάτυρος, Ροβεκάτος, Φιλικητάτη, Σατουρνίνος καὶ Σεκοῦνδος οἱ Μάρτυρες

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Βίβια Περπέτουα, νέα 22 ἐτῶν, νυμφευμένη καὶ ἔχουσα τέκνο
σὲ θηλασμό, καταγόταν ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια τῆς Καρχηδόνος. Συνελήφθη
τὸ ἔτος 203 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.), ἀπὸ
τὸν ἀνθύπατο τῆς Ἀφρικῆς Ἰλαριανὸ μαζὶ μὲ ἄλλους κατηχούμενούς της
Ροβεκάτο καὶ Φιλικητάτη, πιθανῶς συζύγους, Σατουρνίνο καὶ Σεκοῦνδο καὶ
ὅλοι τους ὁδηγήθηκαν στὸν χιλίαρχο, στὸν ὁποῖο καὶ ὁμολόγησαν μὲ
παρρησία τὴν πίστη τους στὸν Χριστό.

Ὁ διδάσκαλός τους Σάτυρος, μὴν ἀντέχοντας νὰ βλέπει τοὺς μαθητές του νὰ
ὑποφέρουν ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴ φυλακή, προσῆλθε οἰκειοθελῶς στὴ
φυλακή.

Ὁ πατέρας τῆς Περπέτουας, ἄλλοτε μὲ ἤπιους λόγους καὶ ἄλλοτε μὲ ἀπειλὲς
ἐπιχείρησε μάταια νὰ τὴν μεταπείσει καὶ σὲ μία στιγμὴ ὀργῆς θέλησε νὰ
τῆς ἐξορύξει τοὺς ὀφθαλμούς. Λίγες ἡμέρες μετὰ τὴν σύλληψή τους
βαπτίσθηκαν, ἔπειτα δὲ ρίχτηκαν σὲ σκοτεινὴ φυλακή, ἀλλὰ οἱ διάκονοι τῆς
Ἐκκλησίας, ἀφοῦ δωροδόκησαν τοὺς φύλακες, πέτυχαν τὴν μεταφορά τους σὲ
καλύτερα κελιά, ὅπου ἡ Περπέτουα μποροῦσε νὰ βλέπει τοὺς συγγενεῖς της
καὶ νὰ τρέφει τὸ παιδί της.

Κατὰ παράκληση τοῦ ἀδελφοῦ της ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅραμα, γιὰ νὰ
πληροφορηθεῖ περὶ τῆς τύχης τους. Τῆς δείχθηκε λοιπὸν κλίμακα
ὀρειχάλκινη, ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανό, μὲ ἑκατέρωθεν μπηγμένα ξίφη,
δόρατα, ἄγκιστρα, μαχαίρια, ὀβελίσκους, ὥστε κάθε ἀμελὴς ἀναβάτης νὰ
σκίζεται, ἐνῷ κάτω ἀπὸ αὐτὴν παραμόνευε ὑπερμεγέθης δράκοντας, ποὺ
ἐκφόβιζε αὐτοὺς ποὺ ἐπιχειροῦσαν νὰ ἀνέλθουν.

Ὁ Κατηχητὴς Σάτυρος, ποὺ εἶχε ἤδη ἀνέλθει τὴν σκάλα, στράφηκε πρὸς αὐτὴν
καὶ τὴν παρακάλεσε νὰ περπατήσει, αὐτὴ δὲ μὲ θάρρος πάτησε τὴν κεφαλὴ
τοῦ δράκοντος καὶ ἀνέβηκε. Εὑρεθεῖσα σὲ μεγάλο κῆπο, εἶδε ὑπερμεγέθη
πολιὸ ἄνδρα ποὺ ἄρμεγε πρόβατα καὶ περιστοιχιζόταν ἀπὸ χιλιάδες
λευκοφορούντα πρόσωπα.

Τῆς ἀπηύθυνε τὸν λόγο λέγοντάς της «καλῶς ᾖλθες τέκνον», τῆς ἔδωσε τυρὶ
«ὡς ψωμί», αὐτὴ δὲ συνέπλεξε τὰ χέρια καὶ ἔφαγε, ἐνῷ οἱ παριστάμενοι
εἶπαν «Ἀμήν». Ὁ ἦχος αὐτοῦ τοῦ ἐπιφωνήματος τὴν ξύπνησε, ὁπότε
διηγηθεῖσα  τὸ ὅραμα στὸν ἀδελφό της, ἔδωσε τὴν ἐξήγηση ὅτι θὰ
μαρτυρήσουν.

Ὁ πατέρας της, ποὺ εἶχε ἐξαφανιστεῖ γιὰ λίγο ἐλπίζοντας ὅτι ἡ κόρη του
θὰ μεταστρεφόταν, ἐπανεμφανισθεῖς, πιὸ εὐγενὴς καὶ συγκρατημένος, τῆς
ζητοῦσε νὰ λυπηθεῖ τὰ γηρατειά του καὶ τὴν τιμὴ τῆς οἰκογένειας καὶ τὴν
καταφιλοῦσε, ἀλλὰ αὐτὴ παρὰ τὴν συγκίνησή της παρέμεινε ἀμετάπειστη.

Τέλος οἱ κρατούμενοι ὁδηγήθηκαν στὸν ἀνθυπατεύοντα Ἰλαριανὸ γιὰ
ἀνάκριση. Τὸ μαρτύριο ὁρίσθηκε γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν γενεθλίων τοῦ Καίσαρος
Γέτα, ἐπὶ αὐτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ.Χ.). Οἱ Ἅγιοι τέλεσαν
δεῖπνο ἀγάπης καὶ οἱ παρατηροῦντες Ἐθνικοὶ ἐκπλήττονταν ἀπὸ τοὺς λόγους
τοῦ Σάτυρου.

Οἱ Μάρτυρες εἰσήχθησαν στὸ ἀμφιθέατρο καὶ βάδιζαν χαρούμενοι καὶ
ὑπερήφανοι. Ἀπέλυσαν τὰ θηρία. Ὁ Σατουρνίνος, ὁ Ροβεκάτος, ὁ Σεκοῦνδος
καὶ ὁ Σάτυρος δέχθηκαν τὴν ἐπίθεση τῶν ἄγριων ζῴων. Ἡ Περπέτουα καὶ ἡ
Φιλικητάτη ἀφοῦ δέχθηκαν τοὺς κερατισμοὺς δαμάλεως, κατερρίφθησαν
ματωμένες καὶ στὴ συνέχεια ἀποκεφαλίσθηκαν. Τὸ μαρτύριο συντελέσθηκε τὸ
ἔτος 202 μ.Χ.. Ἔτσι καὶ οἱ ἕξι Ἅγιοι ἔλαβαν τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου καὶ
τῆς δόξας.
Ἡ Ὁσία Μπριντζίτα (Προστάτης τῆς Ἰρλανδίας)


Ἁγία Μπριντζίτα ἤκμασε στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνα μ.Χ. Τὸ ὄνομά της
ἀναφέρεται στὴν ἱστορία τοῦ Ἁγίου Βεδέα καὶ σὲ ὅλα τὰ μαρτυρολόγια τῆς
ἐποχῆς. Ἡ Ἁγία ἀκολούθησε τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας, ἵδρυσε μονὴ
καὶ ἀφιέρωσε τὴν ζωή της στὴ διακονία τῶν πτωχῶν. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ
εἰρήνη τὸ ἔτος 525 μ.Χ.

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Ἐρημίτης

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀσκήτεψε ὡς ἐρημίτης στὴν Γεωργία. Κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας ὁ Μεγαλομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Ἠλίας, μαρτύρησε στὴν Ἠλιούπολη τοῦ Λιβάνου τὸ ἔτος 799 μ.Χ.
Οἱ Ὅσιοι Δαβίδ, Συμεὼν καὶ Γεώργιος οἱ αὐτάδελφοι ἐκ Μυτιλήνης

Οἱ τρεῖς αὐτάδελφοι Ὅσιοι καὶ Ὁμολογητὲς ἔζησαν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς
δευτέρας φάσεως τῆς εἰκονομαχίας. Ὁ πρωτότοκος Ὅσιος Δαβὶδ ἀσκήτεψε καὶ
ἵδρυσε κατόπιν μονὴ στὸ ὄρος Ἴδῃ, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν μόνασε ἀρχικὰ στὴ μονὴ τοῦ ἀδελφοῦ του στὴν Ἴδῃ καὶ
ἐπέστρεψε ὕστερα στὴ Μυτιλήνη ὅπου ἵδρυσε τὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου στὸ Μῶλο
τοῦ νοτίου λιμένος τῆς πόλεως, στὴν ὁποία ἔζησε ὡς στυλίτης ἐπὶ πολλὰ
χρόνια. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχὸς καὶ ἱερεὺς καὶ ὁ ἄλλος ἀδελφός, ὁ Ὅσιος
Γεώργιος.

Κατὰ τὴν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας ὑφίστανται τὰ πάνδεινα. Μετὰ ἀπὸ
πολλὲς περιπέτειες ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἐγκαθίσταται στὰ περίχωρα τῆς
Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀναπτύσσει ἐξαιρετικὴ δράση ὑπὲρ τῶν ἁγίων
εἰκόνων.

Ἐξορίζεται ἀπὸ τὸν εἰκονομάχο αὐτοκράτορα Θεόφιλο, μαζὶ μὲ τοὺς Γραπτοὺς
καὶ ἄλλους Πατέρες, στὴν Ἀφουσία καὶ ἀπελευθερώνεται μετὰ τὸν θάνατο
αὐτοῦ.

Γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ ρόλος του ἦταν πολὺ σημαντικός.
Αὐτός, σὲ συζήτηση ἐνώπιον τῆς χήρας βασιλίσσης Θεοδώρας καὶ τῆς αὐλῆς,
κατατροπώνει τὸν εἰκονομάχο Πατριάρχη Ἰωάννη Ζ’ τὸν Γραμματικὸ (836-842
μ.Χ.) καὶ ὑποδεικνύει ὡς διάδοχό του τὸν Μεθόδιο (842-846 μ.Χ.).

Ὁ ἀδελφός του Ὅσιος Γεώργιος ποὺ εἶχε ἤδη καθ’ ὑπόδειξη τοῦ Ὁσίου
Συμεών, ἔλθει στὴν Κωνσταντινούπολη, ἐκλέγεται καὶ χειροτονεῖται
Ἐπίσκοπος Μυτιλήνης, ἂν καὶ ἦταν 80 ἐτῶν. Καὶ οἱ δυὸ μὲ πολλὲς τιμὲς
ἐπιστρέφουν στὸ νησί, ὅπου μετὰ ἕνα ἔτος, τὸ 844 μ.Χ., ἀναπαύεται μὲ
εἰρήνη ὁ Ὅσιος Συμεὼν καὶ μετὰ ἕνα ἢ δυὸ ἔτη (845 ἢ 846 μ.Χ.) ὁ Ὅσιος
Γεώργιος.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἀνακομίζεται ἀπὸ τὴν Ἴδῃ καὶ τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου
Δαβὶδ καὶ κατατίθεται στὴ μονὴ τῆς Θεοτόκου στὸ Μῶλο τῆς Μυτιλήνης, στὴν
ἴδια μὲ τοὺς ἄλλους Ὁσίους ἀδελφοὺς θαυματόβρυτο λάρνακα, ποὺ
ἀποτελοῦσε ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες τὸ κέντρο τῆς λειτουργικῆς τιμῆς τῶν τριῶν
Ὁσίων αὐταδέλφων.

Ὁ Ἅγιος Μεθόδιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ὁμολογητής, σὲ
ἀνέκδοτο ἔργο του ἀναφέρεται μὲ ἐγκώμια στοὺς τρεῖς στενοὺς συνεργάτες
καὶ ὑποστηρικτές του: τὸν μέγα Ἰωαννίκιο, τὸν κλεινὸ Συμεὼν καὶ τὸν
διαβόητο στὶς θεωρίες Ἰλαρίωνα.

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ἀναφέρεται καὶ σὲ μικρὸ ἀπόσπασμα τοῦ Συνοδικοῦ τῆς
Ὀρθοδοξίας, ποὺ διαβάζεται τὴν Α’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, τῆς Ὀρθοδοξίας:
«Συμεὼν τοῦ ὀσιωτάτου Στυλίτου αἰωνία ἡ μνήμη».

Οἱ Ἅγιοι Ἀδριανός, Πολύευκτος, Πλάτων καὶ Γεώργιος οἱ Μάρτυρες ἐν Μεγάροις

Εἶναι ἄγνωστος ὁ χρόνος καὶ ὁ τρόπος τοῦ μαρτυρίου τῶν Ἁγίων Μαρτύρων
Ἀδριανοῦ, Πολυεύκτου, Πλάτωνος καὶ Γεωργίου, τῶν ὁποίων οἱ τάφοι καὶ τὰ
ἱερὰ αὐτῶν λείψανα ἀνακαλύφθηκαν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ στὰ Μέγαρα.

Τὰ χρόνια ἐκεῖνα τῆς Τουρκοκρατίας, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1600-1670, ἕνας
Μεγαρεὺς ποὺ ὀνομαζόταν Οἰκονόμου θέλησε νὰ ἀναγείρει οἰκοδομή, στὸν
τόπο ὅπου σήμερα βρίσκεται ὁ φερώνυμος ναὸς τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

Ἐνῷ δὲ οἱ ἐργάτες ἔσκαβαν, ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς αἰσθάνθηκε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια
του θερμότητα τόσο αἰσθητή, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐργασθεῖ στὸ μέρος
ἐκεῖνο.

Τὸ εἶπε τότε στὸν Οἰκονόμου, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ κοντά, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ
ἔσκαψε βαθύτερα μὲ τὰ χέρια του, βρῆκε μαρμάρινη πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας
ἦταν χαραγμένα τὰ ὀνόματα τῶν Ἁγίων. Τότε τὴν ἀνέσυραν καὶ βρῆκαν κάτω
ἀπὸ αὐτὴν τὰ σεπτὰ λείψανα τῶν Ἀθλοφόρων.

Ἀλλὰ κάποιοι ἱερόσυλοι, μόλις ἀποκαλύφθηκαν τὰ ἱερὰ λείψανα, τὰ σύλησαν
καὶ ἀναχώρησαν κρυφὰ στὴν Πελοπόννησο. Ἀναζητηθέντες ὅμως δὲν εὑρέθησαν,
λόγω καὶ τῆς ἀδιαφορίας τῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν.

Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Οἰκονόμου μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ ἔλαβε μαζί
του καὶ τὴν πλάκα ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦταν χαραγμένα τὰ ὀνόματα τῶν Μαρτύρων
καὶ ἀνέφερε στὸν τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τὰ γενόμενα στὴν πόλη
τῶν Μεγάρων.

Περὶ τοῦ πῶς βρέθηκαν στὰ Μέγαρα οἱ Ἅγιοι, δυνάμεθα νὰ συμπεράνουμε δυὸ
πράγματα: Ἢ ὅτι αὐτοὶ ὑπέστησαν διώξεις ἀπὸ χριστιανομάχους στὶς Σέρρες
καὶ ἐκδιωχθέντες ἀπὸ ἐκεῖ κατέφυγαν στὰ Μέγαρα, ὅπου τελειώθησαν
μαρτυρικά, ἢ ὅτι μαρτύρησαν στὰ Μέγαρα ὑπηρετοῦντες σὰν στρατιῶτες.

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Νεομάρτυρας ὁ Ναυπλιώτης

Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἀναστάσιος γεννήθηκε στὸ Ναύπλιο καὶ ἦταν Ζωγράφος.
Ἐξισλαμίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἀφοῦ ᾖλθε στὸν ἑαυτό του, ἀποκήρυξε
τὸν Ἰσλαμισμὸ καὶ ὁμολόγησε μὲ παρρησία καὶ γενναιότητα τὴν πίστη του
στὸν Χριστό.

Οἱ Τοῦρκοι προσπάθησαν νὰ τὸν δελεάσουν καὶ τὸν ἀπείλησαν μὲ τὴν ζωή
του. Ἐκεῖνος ὅμως παρέμεινε ἀκλόνητος στὴ χριστιανικὴ ὁμολογία του καὶ
ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο στὸ Ναύπλιο, τὸ ἔτος 1655 μ.Χ., ἀφοῦ
διαμελίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἱερομάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Πέτρος (Σκιπετρώφ) ἦταν Πρεσβύτερος καὶ μαρτύρησε τὸ ἔτος 1918.

Ἐγκαίνια Ναοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ἐν Ἀρμουλαδῇ

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.
Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)
anavaseis.blogspot.gr