Ιούλιος

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

25 Ιουλίου Συναξαριστής. Κοίμηση της Αγίας Άννας, των 165 Πατέρων της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου, Ολυμπιάδας Διακόνισσας, Ευπραξίας Οσίας, των Αγίων Σάκτου, Ματούρου, Αττάλου και Βλανδίνας, Μακαρίου Θαυματουργού, Ηλία Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Ἡ Κοίμηση τῆς Ἁγίας Ἄννας Μητέρας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

Ἡ Ἁγία Ἄννα, ἡ μητέρα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καταγόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Λευί.

Ὁ πατέρας της, ποὺ ἦταν ἱερέας, ὀνομαζόταν Ματθᾶν καὶ ἡ μητέρα της
Μαρία. Ἡ Ἄννα εἶχε καὶ δυὸ ἀδελφές, τὴν ὁμώνυμη μὲ τὴ μητέρα της Μαρία
καὶ τὴ Σοβήν. Καὶ ἡ μὲν Μαρία εἶχε κόρη τὴ Σαλώμη, ἡ δὲ Σοβῆ τὴν
Ἐλισάβετ.

Καὶ ἡ Ἄννα τὴν Παρθένο Μαρία.Ἡ Ἁγία  Ἄννα ἀξιώθηκε νὰ ἔχει τὴ μεγάλη τιμὴ καὶ εὐτυχία νὰ ἀποκτήσει
μοναδικὴ κόρη, τὴν μητέρα τοῦ Σωτῆρος τοῦ κόσμου.

Ἀφοῦ ἡ Ἁγία Ἄννα
ἀπογαλάκτισε τὴν Θεοτόκο καὶ τὴν ἀφιέρωσε στὸ Θεό, αὐτὴ πέρασε τὴν
ὑπόλοιπη ζωή της μὲ νηστεῖες, προσευχὲς καὶ ἐλεημοσύνες πρὸς τοὺς
φτωχούς.

Τέλος, εἰρηνικὰ παρέδωσε στὸ Θεὸ τὴ δίκαια ψυχή της, κληρονομώντας τὰ
αἰώνια ἀγαθά. Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος διαβεβαίωσε ὅτι «οἱ δίκαιοι εἰς
ζωὴν αἰώνιο ἀπελεύσονται». Οἱ δίκαιοι, δηλαδή, θὰ μεταβοῦν γιὰ νὰ
ἀπολαύσουν ζωὴ αἰώνια.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε

Ζωὴν τὴν κυήσασαν, ἐκυοφόρησας, Ἁγνὴν Θεομήτορα, θεόφρον Ἄννα· διὸ πρὸς
λῆξιν οὐράνιον, ἔνθα εὐφραινομένων, κατοικία ἐν δόξῃ, χαίρουσα νῦν
μετέστης, τοῖς τιμῶσί σε πόθῳ, πταισμάτων αἰτουμένη ἱλασμόν,
ἀειμακάριστε.

Κοντάκιον  Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Προγόνων Χριστοῦ, τὴν μνήμην ἑορτάζομεν, τὴν τούτων πιστῶς, αἰτούμενοι
βοήθειαν, τοῦ ῥυσθῆναι ἅπαντας, ἀπὸ πάσης θλίψεως τοὺς κράζοντας· ὁ Θεὸς
γενοῦ μεθ’ ἡμῶν, ὁ τούτους δοξάσας ὡς ηὐδόκησας.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τοῦ Σωτῆρος εὐκλεέστατοι Προπάτορες

Ἐπουρανίων δωρεῶν ἄμφω ἐτύχετε

Ἰωακείμ τε καὶ Ἄννα οἱ θεοφόροι.

Ἀλλ’ ἐκ πάσης ἐπηρείας ἐκλυτρώσασθε

Τοὺς αἰτοῦντας τὴν θερμὴν ὑμῶν ἀντίληψιν

Καὶ κραυγάζοντας, χαίροις ζεῦγος θεόκλητον.

Μεγαλυνάριον.

Χαίρουσα μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, Ἄννα ὥσπερ μήτηρ, τῆς τεκούσης τὸν
Ποιητήν. Ὅθεν τοὺς τιμῶντας, τὴν θείαν κοίμησίν σου, χαρᾶς τῆς ἀθανάτου,
μετόχους ποίησον.

Μνήμη Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Σήμερα ἑορτάζουμε τὴν μνήμη τῶν ἁγίων 165 Πατέρων, ποὺ ἀποτέλεσαν τὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ Α’ τοῦ Μεγάλου, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ὁ Ἄνθιμος ὁ Α’, ὁ ὁποῖος ἦταν αἱρετικὸς καὶ
συγκεκριμένα μονοφυσίτης. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, ἐκθρονίστηκε ἀπὸ τοὺς
ὀρθοδόξους καὶ ἀπὸ τὸν τότε πάπα τῆς Ρώμης Ἀγαπητὸ καὶ στὴ θέση του
χειροτονήθηκε ὁ ἁγιότατος Μηνᾶς.

Μὲ ἀφορμὴ ὅμως τὸ γεγονὸς τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχη
Ἀνθίμου ξεσηκώθηκαν ὁ Σέβηρος καὶ ὁ Πέτρος, οἱ ὁποῖοι βρίσκονταν κάτω
ἀπὸ αἱρετικὴ κυριαρχία καὶ συνιστοῦσαν μάλιστα καὶ τὰ βλάσφημα δόγματα
τοῦ Ὠριγένη.

Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ὁ Ἰουστινιανός, συγκάλεσε τὸ 553μ.Χ. στὴν
Κωνσταντινούπολη, τὴν Ε’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία πῆραν μέρος 165
Ἅγιοι Πατέρες, μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη Μηνᾶ.

Ἡ σύνοδος αὐτὴ ἀναθεμάτισε τοὺς μονοφυσίτες Σέβηρο καὶ Πέτρο καὶ τὶς κακοδοξίες τοῦ Ὠριγένη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείου Πνεύματος, τῇ ἐπιπνοίᾳ, θεῖος ὅμιλος, σεπτῶν Πατέρων, ἐν τῇ Πέμπτῃ
Συνόδῳ καθείλετε, αἱρετικῶν τὰ ὀθνεῖα διδάγματα, καὶ Ὀρθοδόξοις τὸ
κράτος δεδώκατε· ἀλλ’ αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν Ὑπερούσιον, δωρήσασθε ἡμῖν
τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τοὺς ἐν τῇ πόλει τῇ λαμπρᾷ Κωνσταντίνου, τὴν Πέμπτην Σύνοδον ἐν Πνεύματι
θείῳ, θεοειδεῖς Πατέρας συγκροτήσαντας, ὕμνοις εὐφημήσωμεν, Ὀρθοδόξων
οἱ δῆμοι, πρὸς αὐτοὺς κραυγάζοντες· ἀπὸ πάσης ἀνάγκης, τὴν Ἐκκλησίαν
ῥύσασθε Χριστοῦ, ὑμῶν πρεσβείαις, Πατέρες θεόληπτοι.

Μεγαλυνάριον.

Χαίρετε Πατέρες θεοειδεῖς, τῆς Πέμπτης Συνόδου, οἱ φωστῆρες καὶ
συνεργοί· χαίρετε προστάται, Χριστοῦ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῶν
αἱρετιζόντων, ἧττα καὶ ὄλεθρος.

Ἡ Ὁσία Ὀλυμπιάδα ἡ Διακόνισσα

Ἡ Ὀλυμπιάδα ὑπῆρξε στὰ χρόνια τῶν Πατριαρχῶν Νεκταρίου καὶ Ἁγίου Ἰωάννου
τοῦ Χρυσοστόμου (395 μ.Χ.). Ὁ πατέρας της Ἀκοῦνδος εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ
κόμητος. Κατ’ ἄλλους ὅμως ὀνομαζόταν Σέλευκος.

Ἡ Ὀλυμπιάδα εἶχε μεγάλη σωματικὴ ὡραιότητα, εὐφυΐα, παιδεία, καὶ πολλὰ
πλούτη. Παντρεύτηκε τὸν ἔπαρχο Κωνσταντινούπολης Νευρίδιο, ἀλλὰ αὐτὸς
μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο πέθανε καὶ ἔτσι ἡ Ὀλυμπιάδα ἔμεινε χήρα σὲ πολὺ
μικρὴ ἡλικία. Ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος προσπάθησε νὰ τὴν πείσει νὰ πάρει
δεύτερο ἄνδρα, κάποιο ἀξιωματοῦχο Ἐλπίδιο. Αὐτὴ ὅμως, τιμώντας τὴν μνήμη
τοῦ ἄντρα της καὶ φλεγόμενη ἀπὸ τὸν πόθο νὰ ὑπηρετήσει τὴν Ἐκκλησία μὲ
τὰ πλούτη της, ἀπέρριψε τὸν δεύτερο γάμο.

Ἀφοσιώθηκε λοιπὸν στὸν μέγα ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινούπολης Ἰωάννη τὸν
Χρυσόστομο καὶ γεμάτη ἐνθουσιασμὸ ἔδωσε στὴν ἀρχιεπισκοπὴ του χιλιάδες
χρυσὰ νομίσματα καὶ κτήματα. Μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶχε τὸν τίτλο τῆς
Διακόνισσας. Ἵδρυσε μάλιστα καὶ μοναστήρι, κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας
Εἰρήνης.

Ἀργότερα, ὅταν ὁ Χρυσόστομος ἐξορίστηκε, ἡ Ὀλυμπιάδα ἔπεσε σὲ βαθὺ
πένθος. Γιὰ νὰ τὴν παρηγορήσει ὁ μέγας ἱεράρχης, τῆς ἔστειλε ἀρκετὲς
ἐπιστολὲς (σώζονται 17).

Πέθανε ἐξορισμένη στὴ Νικομήδεια, μόλις 50 ἐτῶν, λίγο μετὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τὸν πλοῦτον σκορπίσασα, τὸν σὸν τελίῳ νοΐ, Χριστῷ ἠκολούθησας δι’
ἐναρέτου ζωῆς, Ὁσία πανεύφημε· σὺ γὰρ ἐφεπομένη, τῷ σοφῷ Χρυσοστόμῳ,
χρύσεον ὤφθης σκεῦος, τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας· διό σε Ὀλυμπιάς, ὁ Κύριος
ἐδόξασε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Εὐσεβείᾳ λάμψασα καὶ ἐγκρατείᾳ, τὸν Θεὸν ἐδόξασας, ἔργοις καὶ τρόποις
ἱεροῖς, Ὀλυμπιὰς ἀεισέβαστε· διὸ τῆς δόξης τῆς ἄνω ἠξίωσαι.

Μεγαλυνάρια.

Χαίροις ἡ Ὁσία Ὀλυμπιάς, ἐναρέτων ἔργων, ὑποτύπωσις ἀληθής· χαίροις ἡ
τῶν ἄθλων, καὶ τῆς ἁγίας δόξης, τῷ θείῳ Χρυσοστόμῳ συγκοινωνήσασα.

Ἡ Ὁσία Εὐπραξία

Ἡ Ἁγία αὐτὴ ἦταν κόρη τοῦ συγκλητικοῦ Ἀντίγονου καὶ τῆς Εὐπραξίας (ἡ
Ἅγια εἶχε τὸ ἴδιο ὄνομα μὲ τὴ μητέρα της), ποὺ ἦταν συγγενὴς τοῦ
Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379 – 395).

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀντιγόνου, ἡ μητέρα της τὴν παρέδωσε στὸν βασιλιὰ
Θεοδόσιο γιὰ νὰ τὴν ἀποκαταστήσει. Αὐτὸς τὴν ἀρραβώνιασε πολὺ μικρὴ μὲ
κάποιον συγκλητικό. Ἄλλα κατὰ τὴ διάρκεια κάποιας περιήγησής της στὴν
Αἴγυπτο, μὲ τὴ συνοδεία τῆς μητέρας της, ἡ Εὐπραξία ἐπισκέφθηκε κάποια
γυναικεία Μονὴ στὴ Θήβα τῆς Ἄνω Αἰγύπτου (ὅπου ἡγουμένη ἦταν μία ἁγία
γυναίκα, ποὺ λεγόταν Μαρίνα) καὶ τόσο τῆς ἄρεσε ἡ ζωὴ τῶν ἐκεῖ
ἀσκουμένων, ὥστε ἀποφάσισε νὰ περάσει τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της μαζὶ μ’
αὐτές. Ἡ δὲ μητέρα της δὲν ἔφερε ἀντίρρηση, ἐπέστρεψε στὴν Ἀνατολή,
πούλησε τὴν κτηματική της περιουσία καὶ ἐπανῆλθε στὴ Μονή. Ἐκεῖ ἀφοῦ
κατέθεσε ὅλα τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν πώληση τῆς περιουσίας της, ἀπεβίωσε
εἰρηνικά.

Ἡ δὲ κόρη της Εὐπραξία, μοίρασε τὰ χρήματα αὐτὰ στὶς ἐκκλησίες καὶ στοὺς
φτωχοὺς καὶ ἐπιδόθηκε σὲ αὐστηρότατη ἄσκηση γιὰ 45 ὁλόκληρα χρόνια.

Ἔτσι ἀσκητικὰ καὶ ἅγια ἀφοῦ ἔζησε, παρέδωσε εἰρηνικὰ τὸ πνεῦμα της στὸν Θεό, ἐπιτελώντας πολλὰ θαύματα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ἐκ νεότητος Μῆτερ τὸν Χριστὸν ἀγαπήσασα, κόσμου τὰ τερπνὰ ὑπερεῖδες, καὶ
μνηστῆρα τὸν πρόσκαιρον, καὶ ἤσκησας ἰσάγγελον ζωήν, Ὁσία Εὐπραξία ἐπὶ
γῆς· διὰ τοῦτο ἐδοξάσθης παρὰ Χριστοῦ, καὶ ᾔσχυνας τὸν δράκοντα· δόξα τῷ
δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διὰ
σοῦ ἡμῶν τὰ αἰτήματα.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὴν τῶν παρθένων καλλονὴν καὶ ὑποτύπωσιν

Καὶ τῶν ὁσίων στηλογράφημα καὶ σέμνωμα

Τὴν Ὁσίαν εὐφημήσωμεν Εὐπραξίαν·

Ἀρετῶν γὰρ εὐπραγίαις διαλάμπουσα

Νύμφη ὤφθη τοῦ Σωτῆρος θεοδόξαστος.

ᾟ βοήσωμεν· χαίροις Μῆτερ ἰσάγγελε.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Εὐπραξία νύμφη Χριστοῦ· χαίροις παρθενίας, καὶ ἀσκήσεως
λαμπηδών· χαίροις ἡ τῆς δόξης, τρυφῶσα τοῦ Κυρίου· ᾧ πρέσβευε σωθῆναι,
τοὺς σὲ γεραίροντας.

Οἱ Ἅγιοι Σάκτος (ἢ Σάγκτος), Ματοῦρος, Ἄτταλος καὶ Βλανδίνα οἱ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν στὰ χρόνια του βασιλιὰ τῶν Ρωμαίων Μάρκου Ἀντωνίνου.

Ὁ Σάκτος καὶ ὁ Ματοῦρος ἦταν ἀπὸ τὴ Βιέννα, οἱ δὲ Ἄτταλος καὶ Βλανδίνα ἀπὸ τὴν Πέργαμο.

Συνελήφθησαν διότι ἦταν χριστιανοὶ καὶ τοὺς βασάνισαν φρικτὰ μὲ διάφορα
βασανιστήρια, ὅπως μὲ κοφτερὰ μαχαίρια, πυρακτωμένα σίδερα, ἄγρια θηρία,
μαστιγώσεις καὶ ἄλλα.

Τελικά τοὺς ἀπαγχόνισαν στὴ φυλακὴ καὶ τὰ σώματά τους τὰ ἔριξαν στὴ
φωτιὰ καὶ κατόπιν στὸν Ροδανὸ ποταμό, ἀφοῦ τὰ τρύπησαν μὲ ἀκόντια.

Ὁ Ὅσιος Μακάριος Ζελτοβόδας ὁ Θαυματουργός (Ρῶσος)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Ἠλίας Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ε’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἔπαιξε
πρωτεύοντα ρόλο στὶς ἐνέργειες γιὰ τὴ σύγκληση αὐτῆς τῆς Συνόδου.

  synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

24 Ιουλίου Συναξαριστής. Χριστίνας Μεγαλομάρτυρος, Καπίτων, Υμεναίου, Ερμογένους, Σαλομπτίνου, Θεοφίλου Νεομάρτυρα, Αθανασίου εκ Κίου, των Αγίων Μαρτύρων Μπορίσου,  Γλιέβου, Συμεών Οσίου, Αθηναγόρα Αθηναίου, Όσιος Ιλαρίων.

Ἡ Ἁγία Χριστίνα ἡ Μεγαλομάρτυς

Ἡ Ἁγία μεγαλομάρτυς Χριστῖνα, καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Συρίας.

Ἦταν κόρη στρατηγοῦ. Ὁ πατέρας της, τῆς ἔχτισε ἕναν πύργο καὶ τὴν ἔβαλε
μέσα σ’ αὐτόν.

Μάλιστα κατασκεύασε ἀγάλματα τῶν εἰδώλων καὶ τὴν διέταξε
νὰ θυσιάσει σ’ αὐτά. Ἐκείνη ὅμως τὰ ἔκανε ὅλα κομμάτια. Γιὰ αὐτές της
τὶς πράξεις, ἡ Ἁγία ὑποβλήθηκε σὲ βασανιστήρια ἀπὸ τὸν ἴδιο της τὸν
πατέρα καὶ μετὰ φυλακίστηκε.

Στὴν φυλακὴ τὴν ἄφησαν νηστικὴ γιὰ νὰ
πεθάνει ἀπὸ τὴν πείνα. Ὅμως, ἄγγελος Κυρίου τῆς πήγαινε τροφὴ καὶ τῆς
θεραπεύτηκαν ὅλες οἱ πληγές της.

Μετὰ τὴν ἔριξαν στὴν θάλασσα, ὅπου ἔλαβε τὸ Ἅγιο Βάπτισμα ἀπὸ τὸν ἴδιο
τὸν Χριστὸ καὶ ἄγγελος Κυρίου τὴν ἔβγαλε στὴν στεριά. Μόλις ἔγινε
γνωστὸ ὅτι εἶχε διασωθεῖ, ὁ πατέρας της πρόσταξε καὶ τὴν ἔκλεισαν πάλι
στὴν φυλακή. Τὴν νύχτα ποὺ ἀκολούθησε ὁ πατέρας της πέθανε καὶ τὴν θέση
του στὸ ἀξίωμα τοῦ στρατηγοῦ, πῆρε κάποιος ὀνόματι Δίων.

Αὐτὸς ὁδήγησε τὴν μάρτυρα στὸ δικαστήριο. Καὶ ἐκεῖ ἡ Ἁγία ὁμολόγησε τὴν
πίστη της. Ἀμέσως ὁ Δίων ὀργίστηκε καὶ διέταξε νὰ ἀρχίσουν τὰ
βασανιστήρια. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν βασανιστηρίων πολλοὶ πίστευσαν στὸν
Χριστό.

Μετὰ τὸ Δίωνα ἀνέλαβε κάποιος Ἰουλιανός. Αὐτὸς ἔριξε τὴν Χριστῖνα μέσα
σὲ πυρακτωμένη κάμινο, σὲ ἕνα κλουβὶ μὲ φίδια δηλητηριώδη, τὰ ὁποία
ἀντὶ νὰ τὴν δαγκώσουν τῆς ἔγλυφαν τὰ πόδια μὲ εὐσπλαχνία. Μετὰ τῆς
ἔκοψαν τοὺς μαστοὺς ἀπὸ ὅπου χύθηκε γάλα ἀντὶ γιὰ αἷμα καὶ τῆς ἔκοψαν
καὶ τὴν γλώσσα.

Ὅλα αὐτὰ τὰ μαρτύρια τὰ ὑπέμεινε μὲ καρτερία καὶ στὸ τέλος μὲ κοντάρια
ποὺ τὴν χτύπησαν παρέδωσε τὸ πνεῦμα, λαμβάνοντας τὸν στέφανο τοῦ
μαρτυρίου, καὶ περνώντας στὴν αἰώνια ζωή.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τοῦ πατρός σου τὴν πλάνην λιποῦσα πάνσεμνε, τῆς εὐσεβείας ἐδέξω τὴν
θείαν ἔλλαμψιν, καὶ νενύμφευσαι Χριστῷ ὡς καλλιπάρθενος· ὅθεν ἠγώνισαι
στερρῶς, καὶ καθεῖλες τὸν ἐχθρόν, Χριστῖνα Μεγαλομάρτυς. Καὶ νῦν
ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον  Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς.

Φωτοειδὴς περιστερὰ άνεδείχθης, πτέρυγας ἔχουσα χρυσᾶς, καὶ εἰς ὕψος,
τῶν οὐρανῶν κατέπαυσας Χριστῖνα σεμνή· ὅθεν σου τὴν ἔνδοξον, ἑορτὴν
ἐκτελοῦμεν, πόθῳ προσκυνοῦντές σου, τῶν λειψάνων τὴν θήκην, ἐξ ἧς
πηγάζει πᾶσιν ἀληθῶς, ἴαμα θεῖον, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

Μεγαλυνάριον.

Κάλλει διαπρέπουσα τῆς σαρκός, τῆς ψυχῆς τὸ κάλλος, καθιέρωσας τῷ
Χριστῷ· σὺ γὰρ ὦ Χριστῖνα, τὴν πλάνην ἐβδελύξω, καὶ ὑπὲρ φύσιν ἄθλων,
ἤγειρας τρόπαια.
Ὁ Ἅγιος Καπίτων ὁ Μάρτυρας 

Μαρτύρησε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.
Ὁ Ἅγιος Ὑμεναῖος ὁ Μάρτυρας

Μαρτύρησε διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Ἐρμογένης ὁ Μάρτυρας

Μαρτύρησε, ἀφοῦ τοῦ ξερίζωσαν ὅλα τὰ δόντια καὶ πέθανε ἀπὸ μόλυνση καὶ ἀκατάσχετη αἱμορραγία.

Ὁ Ἅγιος Σαλομπτίνος

Τὸν ἄγνωστο αὐτὸν Ἅγιο, ἀναφέρει τὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο σελ. 100.
Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Μάρτυρας ἀπὸ τὴν Κίο

Ἦταν πλούσιος καὶ εὐσεβῆς δημογέροντας στὴν Κίο τῆς Βιθυνίας. Ὁ
Ἀθανάσιος, ἐπειδὴ ὑπεράσπιζε τοὺς συμπολίτες του ἀπὸ τὴ βαρειὰ
φορολογία τῶν Τούρκων, συκοφαντήθηκε ὅτι δῆθεν εἶπε, ὅτι θὰ γίνει
μουσουλμάνος.

Προσκλήθηκε ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς βασιλεύουσας καὶ πιέστηκε πολὺ νὰ
προδώσει τὴ χριστιανική του πίστη, προκειμένου νὰ σωθεῖ. Ὁ Ἀθανάσιος
ὅμως δὲν ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ καὶ μετὰ ἀπὸ σκληρὰ βασανιστήρια
φυλακίστηκε. Ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ πάλι ἔμενε ἀμετακίνητος στὴν πίστη του,
τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 24 Ἰουλίου 1670 στὴν Κωνσταντινούπολη.

Βίο τοῦ Ἁγίου, συνέγραψε ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης.

Οἱ Ἅγιοι Μπορίσος καὶ Γλιέβος οἱ Μάρτυρες (Ρῶσοι)


Ἅγιος Μπορίσος ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἁγίου Βλαδιμήρου († 15
Ιουλίου), καὶ βαπτίσθηκε μετονομαζόμενος σὲ Ρωμανὸς. Μετὰ ἀπό τὸν θάνατο
τοῦ πατέρα τους ὁ μεγαλύτερος υἱὸς Σβιατοπόλκ προγραμμάτισε νὰ σκοτώσει
τοὺς αδελφούς του Μπορίσο, Γλιέβο και Γιαροσλὰβ προκειμένου νὰ παρθεῖ
διὰ τῆς βίας ἡ ἐξουσία. Ἔστειλε ἕνα μήνυμα στον Μπορίσο, ποὺ
προσποιεῖται ὅτι ἐπεθύμησε νὰ ζήσουν εἰρηνικά, ἔτσι ὥστε να πάρει τὰ
ἐδάφη του Μπορίσου ποὺ κληρονομήθηκαν από τον πατέρα τους.

Μερικοί ἀπό τοὺς συμβούλους τοῦ Βλαδιμήρου εἶπαν στὸν Μπορίσο ότι πρέπει
να πάρει στρατό και να ορίσει τον ἑαυτό του ὡς κυβερνήτη τοῦ Κιέβου. Ὁ
Ἅγιος Μπορίσος, ἐντοῦτοις εἶπε ὅτι δὲν θὰ μποροῦσε ποτέ νὰ ἀνυψώσει τὸ
χέρι του ἐνάντια στὸν αδελφό του. Δυστυχώς ὁ Σβιατοπόλκ δὲν ἦταντὸ ἴδιο
εὐσυνείδητος. Ἦρθε στὴν πόλη Βίσγκοροντ νὰ ρωτήσει τοὺς ἡγέτες του ἐάν
ἦταν πιστοί σὲ αὐτόν. Τὸν βεβαίωσαν ὅτι ὴταν ἔτοιμοι νὰ πεθάνουν γι’
αὐτόν.

Ὁ Σβιάτοπλοκ ἔστειλε δολοφόνους στὴν Ἄλτα για να θανατώσει τον Μπορίσο.
Ὅταν ἔφθασαν τὸν ἄκουσαν να ψέλνει καὶ να προσεύχεται μπροστά σε μία
εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Ζήτησε ἀπό τον Κύριο να του δώσει δύναμη να μὴν
λυγίσει στα βασανιστήρια καθώς και να συγχωρέσει τον αδελφό του
Σβιατοπόλκ.

Κατόπιν οἱ δολοφόνοι τὸν διαπέρασαν μὲ τὶς λόγχες τους, καὶ τὸν σκότωσαν
μαζὶ μὰ κάποιους ὑπηκόους του, ποὺ ἦταν παρόντες. Τύλιξαν τὸν Μπορίσο
σὲ ἕνα ὕφασμα και τὸν ἔριξαν πάνω σὲ ἕνα βαγόνι ἐμπορευμάτων.

Ὅμως ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε πεθάνει καὶ ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Σβιατοπόλκ, ἔστειλε
μερικοὺς ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες του γιὰ νὰ τὸν ἀποτελειώσουν μὲ τὰ ξίφη
τους.

Ἔτσι ὁ Ἅγιος Μπορίσος ἔλαβε τὸ στέφανο τοῦ Μαρτυρίου τὸ 1015 μ.Χ.

Ὁ Ἅγιος Γλιέβος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Μπορίσου, και βαπτιζόμενος μετονομάσθηκε Δαβίδ.

Ὅταν ὁ Σβιατοπόλκ σκότωσε τὸν Μπορίσο, ἄρχισε να ψάχνει τρόπους νὰ
σκοτώσει και τὸν ἄλλον ἀδελφό του, τὸν Γλιέβο. Τοῦ ἔστειλε ἕνα μήνυμα
ὅτι ὁ πατέρας τους ἦταν πολὺ ἄρρωστος καὶ ὅτι ζήτησε νὰ τὸν δεῖ. Ὅμως ὅ
ἕτερος ἀδελφός τους Γιαροσλάβος τοῦ μήνυσε ἐνῷ ἦταν στὸν δρόμο γιὰ τὸ
σπίτι τοῦ πατέρα του, ὅτι ὁ πατέρας τους εἶχε ἤδη πεθάνει καὶ ὅτι ὁ
Σβιατοπόλκ εἶχε δολοφονήσει τὸν ἀδελφό τους Μπορίσο.

Ὁ Ἅγιος Γλιέβος ἔκλαψε γιὰ τὸν πατέρα καὶ τὸν ἀδελφό του, καὶ τὴν ὥρα
ποὺ θρηνοῦσε ἔφθασαν οἱ δολοφόνοι. Κατέλαβαν τὴ βάρκα του καὶ τὸν
σκότωσαν μὲ μαχαίρι.

Τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρα ρίχτηκε ἐπάνω στὴν ἀκτή μεταξὺ δύο δέντρων. Θάφτηκε
δίπλα στὸν ἀδελφό του Ἅγιο Μπορίσο στὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Βασιλείου.

Ἡ μνήμη τῶν Ἁγίων, τιμοῦνται ἐπίσης καὶ τὴν 2α Μαΐου.
Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νεοφανής

Γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 1042 στὰ χρόνια της αὐτοκράτειρας Ζωῆς.

Χειροτονήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἀναχώρησε στὴ Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου, ὅπου ἔζησε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ἕως τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Ὁ Ἅγιος Ἀθηναγόρας ὁ Ἀθηναῖος, ὁ Ἀπολογητής 

Χριστιανὸς φιλόσοφος καὶ ἀπολογητὴς τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα. Καταγόταν
πιθανότατα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ὅπου σπούδασε τὸν μέσο Πλατωνισμὸ καὶ τὴ
Στωϊκὴ φιλοσοφία. Ἄκμασε στὰ χρόνια τῶν Ρωμαίων αὐτοκρατόρων Μάρκου
Αὐρηλίου (161 – 180) καὶ Κομμόδου (180 – 192). Βασικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸ
πρόσωπο, τὴ μόρφωση καὶ τὸ ἔργο του ἀντλοῦμε ἀπὸ τὰ δυὸ ἔργα του, ποὺ
διασώθηκαν σὲ κώδικα τοῦ 914, ὁ ὁποῖος ἐκπονήθηκε στὸ βιβλιογραφικὸ
ἐργαστήριο τοῦ Ἀρέθα: «Πρεσβεία περὶ Χριστιανῶν καὶ Περὶ ἀναστάσεως
νεκρῶν».

Ὁ Ἀθηναγόρας ξεχωρίζει ἀπὸ τοὺς σύγχρονούς του ἀπολογητὲς γιὰ τὴ
φιλολογικὴ ἀρτιότητα καὶ τὸ προσεγμένο ὕφος, ἐνῶ στὸν χῶρο τῆς
θεολογίας προβάλλει τὴν ὀρθόδοξη τριαδολογικὴ διδασκαλία, τὴ
θεοπνευστία τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ τὴν αὐστηρὴ ἀσκητικὴ στάση στὸν ἠθικὸ
βίο τῶν χριστιανῶν, γι’ αὐτὸ καὶ τὸ συγγραφικό του ἔργο κατέχει
ἀξιόλογη θέση στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία τῶν πρώτων αἰώνων.

Ο Άγιος Θεόφιλος ο Νεομάρτυρας.

Ο Άγιος αυτός καταγόταν από τη Ζάκυνθο και ήταν ωραίος και ρωμαλέος στο
σώμα. Εργαζόμενος σαν ναυτικός δεν θέλησε να υπηρετήσει σε τούρκικο
πλοίο. Εναντιούμενος στη θέληση του Τούρκου πλοιάρχου, συκοφαντήθηκε
απ’ αυτόν, ότι δήθεν είχε φορέσει τούρκικο κάλυμμα στο κεφάλι του.
Οδηγήθηκε βίαια στον κριτή, όπου με κολακείες και φοβερισμούς
προσπαθούσαν να τον εξισλαμίσουν.

Ομολογώντας με θάρρος τον Χριστό ο
Θεόφιλος, περιτμήθηκε με τη βία από τους Τούρκους, που θέλησαν να τον
στείλουν δώρο στο παλάτι του Σουλτάνου. Ο Θεόφιλος όμως, όταν ακόμα
ήταν στη Χίο, απόδρασε και πήγε στη Σάμο, όπου παρέμεινε για αρκετό
χρονικό διάστημα.

Όταν επανήλθε στη Χίο, οι Τούρκοι τον αναγνώρισαν και
αφού τον συνέλαβαν τον οδήγησαν στον κριτή.

Ο κριτής, βλέποντας τον
Θεόφιλο να εμμένει στην πίστη του τον καταδίκασε σε θάνατο δια πυρός.
Απτόητος ο γενναίος αυτός μάρτυρας της πίστης μας, έκανε το σημείο του
σταυρού και είπε «στα χέρια σου Χριστέ μου παραδίδω την ψυχή μου».

Και
μπήκε μόνος του στη φωτιά, όπου παρέδωσε στον αγωνοθέτη Θεό την αγία
ψυχή του στις 23 Ιουλίου 1635. Τα εναπομείναντα από τη φωτιά λείψανα
του, αγοράστηκαν από χριστιανούς και εναποτέθηκαν με τιμές στον ναό του
Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου στη Χίο. Μαρτύριο του Αγίου αυτού, συνέγραψε
πρώτα ο Γεώργιος Κορέσιος ο Χίος.
Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων τοῦ Τβάλι

Ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων τοῦ Τβάλι (Τουλασβίλι) μόναζε στὴ Μονὴ Κακούλι στὴ νοτιοδυτικὴ Γεωργία τὸν 11ο αἰώνα μ.Χ.

Στὸ βιβλίο του ὁ μοναχὸς Γεώργιος ο Νεότερος, γράφει ὅτι ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ζοῦσε ἀσκητικά καὶ εἶχε πολὲς ἀρετές.


Ὅσιος Ἰλαρίων ἦταν πνευματικὸς υἱὸς τοῦ Γεωργίου τοῦ Νέου ὁ ὁποῖος τὸν
νουθέτησε νὰ γίνει λαμπρὸς συγγραφέας, μεταφραστὴς καὶ Θεολόγος.


Ὅσιος Ἰλαρίων ἔφυγε ἀπὸ τὴ Μονὴ Κακούλι καὶ πῆγε στὴ Μονὴ Τβάλι, κοντὰ
στὴν Ἀντιόχεια ὅπου παρέμεινε γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του.

Σύμφωνα μὲ τὸν ἱστορικό – εἰκονογράφο Michael Sabinin, ὁ Ὅσιος Ἰλαρίων ἀναπάυθηκε εἰρηνικά τὸ ἔτος 1041.
synaxarion.gr

anavaseis.blogspot.gr

23 Ιουλίου Συναξαριστής. Φωκά του Νέου, Ιεζεκιήλ Προφήτου, Απολλιναρίου, Βιταλίου, Απολλωνίου Ιερομάρτυρα, των Αγίων Μαρτύρων που θανατώθηκαν από Βουλγάρους, των Αγίων Επτά Μαρτύρων εν Καρθαγένη, Σύναξις Ιωάννου Βαπτιστού, Εγκαίνια Ναού Αρχιστράτηγου Μιχαήλ, Άννας Οσίας, Συμεών της Εμέσσας, Πελαγίας Οσίας, Θύρσου, Θεοφίλου του Νεομάρτυρα.
Ὁ Ἅγιος Φωκᾶς ὁ Μάρτυρας

Ὁ Ἅγιος Φωκᾶς ἔζησε καὶ μαρτύρησε κατὰ τὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Τραϊανοῦ.

Ἐπειδὴ ἦταν χριστιανός, συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν Ἀφρικανό, τὸν ἔπαρχο. Ἐκεῖ μετὰ ἀπὸ ἐρώτηση, τοῦ ὁμολόγησε ὅτι πιστεύει στὸν ἕναν καὶ μόνον ἀληθινὸ Θεό.

Ὕστερα ἀπὸ αὐτήν του τὴν ὁμολογία, ὁ Ἀφρικανὸς ἄρχισε νὰ βρίζει τὸν Χριστὸ καὶ προσπάθησε νὰ χτυπήσει τὸν Ἅγιο. Τότε ἔγινε ἕνας τρομερὸς σεισμός, ὁ ἔπαρχος ἔπεσε κάτω καὶ κείτονταν νεκρὸς μαζὶ μὲ τοὺς στρατιῶτες του. Τότε ὁ Ἅγιος μετὰ ἀπὸ παράκληση τῆς γυναίκας του, τὸν ἀνάστησε.

Κατόπιν ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ὁδήγησαν στὸν αὐτοκράτορα. Ἀλλὰ καὶ μπροστὰ σ’ αὐτὸν ὁ Ἅγιος ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Θεό. Ἀμέσως ὁ αὐτοκράτορας διέταξε νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια.

Πρῶτα τὸν κρέμασαν ἀπὸ ἕνα ξύλο καὶ τοῦ ἔσκισαν τὸ σῶμα μὲ σιδερένια νύχια καὶ μετὰ τὸν ἔριξαν μέσα σὲ ἕνα λάκκο μὲ ἀσβέστη. Στὸ τέλος τὸν ἔβαλαν σὲ ἕνα λουτρό, ὅπου εἶχαν ζεστάνει τὸ νερὸ πάρα πολύ.

Ἐκεῖ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχή, ὁ Ἅγιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Φῶς ἐκλάμπουσα, τῶν ἰαμάτων, κόσμῳ δέδεικται, τῶν σῶν λειψάνων, Ἱερομάρτυς ἡ θήκη ἡ ἔνθεος· ἧς τὴν σεπτὴν κομιδὴν ἑορτάζοντες, ἁγιασμὸν ἀληθῆ κομιζόμεθα. Φωκᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.

Ὡς θησαυρὸν ἀνέκλειπτον, τῆς δωρεᾶς τοῦ Πνεύματος, τῶν ἱερῶν σου λειψάνων τὴν λάρνακα, περικυκλοῦντες ἔνδοξε, ψυχικῶν νοσημάτων, καὶ παντοίων παθῶν ἰάσεις λαμβάνομεν, Φωκᾶ ἀνευφημοῦντες, τὰ θεῖά σου κατορθώματα.

Μεγαλυνάριον.

Βρύει τοῖς ἐν κόσμῳ ποταμηδόν, ἐκ πηγῶν ἀΰλων, σβτηρίους ἐπιρροάς, ἡ σεπτή σου θήκη, Φωκᾶ Ἱερομάρτυς, ἐξ ὧν ἀεὶ ἀντλοῦντες, σὲ μεγαλύνομεν.

Ὁ Προφήτης Ἰεζεκιήλ

Ἔζησε στὰ χρόνια του Ναβουχοδονόσορα, κατὰ τὸν ἕκτο αἰώνα π.Χ. (κατ’ ἄλλους τὸ 477 π.Χ.). Ὁ πατέρας του ἦταν Ἱερέας καὶ ὀνομαζόταν Βουζί.

Ἡ ἀνατροφὴ τοῦ Ἰεζεκιὴλ ὑπῆρξε πολὺ ἐπιμελημένη, μέσα στὰ πλαίσια τῶν αὐστηρῶν ἠθῶν τῆς πατροπαράδοτης θρησκείας.

Ἦταν ἀμείλικτος ἐχθρὸς κάθε κακίας καὶ ἁμαρτίας καὶ ἤλεγχε μὲ θάρρος τοὺς ὑπερόπτες καὶ ἀλαζονικοὺς ἄρχοντες. Ὁ Ἰεζεκιὴλ ἦταν πολὺ ἀγαπητὸς στὸ λαὸ καὶ πολλοὶ προσέρχονταν σ’ αὐτόν, ἀκόμα καὶ πρεσβύτεροι Ἰουδαῖοι, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς συμβουλές του.

Οἱ προφητεῖες του ἀναφέρονται κυρίως στὴν καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ μετά. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἰεζεκιὴλ φονεύθηκε ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Γάδ, ἐπειδὴ ἤλεγχε τὶς εἰδωλολατρικές τους ροπές.

Τάφηκε στὴ σημερινὴ Βαγδάτη τοῦ Ἰράκ.

Ἂς ἀναφέρουμε, ὅμως, μερικὰ λόγια τοῦ προφήτη, ποὺ δίνουν ἀθάνατα μηνύματα ζωῆς αἰωνίου: «Καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρὸς μὲ λέγων… ὅτι πᾶσαι αἱ ψυχαὶ ἐμαὶ εἰσὶν … ἡ ψυχὴ ἡ ἁμαρτάνουσα, αὐτὴ ἀποθανεῖται. Ὁ δὲ ἄνθρωπος ὃς ἔσται δίκαιος, ὁ ποιῶν κρίμα καὶ δικαιοσύνην … ζωὴ ζήσεται, λέγει Κύριος».

Δηλαδή, ὁ Κύριος μίλησε σὲ μένα καὶ εἶπε: «κάθε ζωὴ ἀνθρώπου εἶναι δική μου. Αὐτὸς ποὺ ἁμαρτάνει, αὐτὸς καὶ θὰ τιμωρηθεῖ μὲ θάνατο. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, ποὺ εἶναι δίκαιος, αὐτὸς ποὺ τηρεῖ τὶς ἐντολές μου καὶ φέρεται μὲ δικαιοσύνη, αὐτὸς θὰ ζήσει αἰώνια, λέγει ὁ Κύριος».

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως

Θείου Πνεύματος, τῇ ἐπιπνοίᾳ, προκατήγγειλας, Θεοῦ Προφῆτα, ἐσομένων μυστηρίων τὴν ἔκβασιν· τὴν τοῦ Σωτῆρος ἀπόρρητον κένωσιν, καὶ αἰωνίων νεκρῶν τὴν ἀνάστασιν· Ἰεζεκιὴλ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Καταυγασθεὶς τῇ θεϊκῇ ἐπιλάμψει, τῆς προφητείας, ὑπεδέξω τὴν χάριν, προζωγραφῶν τὰ μέλλοντα τῷ κόσμῳ τυπικῶς, πύλην ἀδιόδευτον, προϊδὼν τὴν Παρθένον, ἐξ ἧς ὁ Λόγος ἔλαμψεν, ὡς ποιμὴν ἐν τῷ κόσμῳ, Ἰεζεκιὴλ Προφῆτα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς κατάρας ἡμᾶς ἐλυτρώσατο.

Μεγαλυνάριον.

Ἔσοπτρον ἐδείχθης εἰλικρινές, Τρισηλίου δόξης, ὦ Προφῆτα Ἰεζεκιήλ, καὶ τῶν ἐσομένων, ἐδέξω τὰς ἐμφάσεις, Χριστοῦ προαγορεύσας, τὴν ἐνανθρώπησιν.

Ὁ Ἅγιος Ἀπολλινάριος Ἐπίσκοπος Ραβέννας

Ὑπῆρξε μαθητὴς καὶ ἀκόλουθος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια στὴ Ρώμη. Ἔπειτα ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τὸν χειροτόνησε ἐπίσκοπο Ραβέννας.

Ἐκεῖ ὁ Ἀπολλινάριος ἐργάστηκε μὲ πολὺ ζῆλο γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ κατόρθωσε τὸν φωτισμὸ πολλῶν εἰδωλολατρῶν, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν κακοποιήσουν. Ἀργότερα ὁ Ἀπολλινάριος θεράπευσε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸν Βονιφάτιο, διακεκριμένο μέλος τῆς κοινωνίας τῆς Ραβέννας, ποὺ ἦταν κωφάλαλος καὶ τὴν κόρη του, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ δαιμόνιο. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ἔφερε πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν πίστη τοῦ Χρίστου καὶ οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων ἀφοῦ τὸν συνέλαβαν τὸν βασάνισαν σκληρά.

Ἔπειτα ὁ Ἀπολλινάριος ἀναχώρησε στὴν Αἰμυλία, ὅπου ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ πατρικίου Ρουφίνου, ποὺ ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά του προσῆλθε στὸν Χριστό. Τότε ὁ ἔπαρχος τῆς πόλης, ἀφοῦ τὸν βασάνισε τὸν ἔβαλε σ’ ἕνα πλοῖο γιὰ νὰ τὸν ἐξορίσει. Τὸ πλοῖο ὅμως ναυάγησε, ὁ Ἀπολλινάριος σώθηκε, βγῆκε στὴ Μοισία τῆς Θράκης καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπέστρεψε στὴ Ραβέννα.

Μόλις ἔφτασε τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακὴ μὲ τὴν εὐθύνη κάποιου ἑκατόνταρχου. Ὁ ἑκατόνταρχος ὅμως ἦταν χριστιανὸς καὶ τὸν ἄφησε νὰ φύγει. Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ οἱ Ἱερεῖς τῶν εἰδώλων, ἔστειλαν ἀνθρώπους τους, οἱ ὁποῖοι τὸν πρόλαβαν στὸ δρόμο καὶ τὸν χτύπησαν τόσο ἄγρια, ὥστε τὸ σῶμά του παραμορφώθηκε πνιγμένο στὰ αἵματα. Τὸν νόμισαν πεθαμένο καὶ τὸν ἄφησαν, ἀλλὰ χριστιανοὶ τὸν παρέλαβαν καὶ τὸν περιποιήθηκαν.

Μετὰ ἑπτὰ ἡμέρες ὅμως, ἀφοῦ εὐλόγησε τὰ πνευματικά του παιδιά, παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν στεφανοδότη Θεό.

Ὁ Ἅγιος Βιτάλιος ὁ Μάρτυρας

Μαρτύρησε τὸ ἔτος 62 μ.Χ. Ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ὁπλοποιοῦ καὶ ἀνῆκε στοὺς ἔνθερμους Χριστιανοὺς τῶν χρόνων ἐκείνων.

Ὅταν κάποτε στὴ Ραβέννα ἦταν παρὼν στὰ βασανιστήρια κάποιου γιατροῦ, Οὐρσικίνου ὀνομαζόμενου, ταράχτηκε καὶ μὲ δυνατὴ φωνὴ ἐνθάρρυνε τὸν γιατρὸ