Αύγουστος

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

19 Αυγούστου Συναξαριστής. Ανδρέου Στρατηλάτου, των Αγίων Τιμοθέου, Αγαπίου και Θέκλας, Ευτυχιανού Στρατιώτου και Στρατηγίου, Θεοφάνους Οσίου.
Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Στρατηλάτης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ 2.593 Μάρτυρες

Οἱ στρατιῶτες ἦταν κυριευμένοι ἀπὸ φόβο, λόγω τοῦ ὅτι ὁ ἐχθρὸς ἦταν
πολυάριθμος καὶ εἶχε πολλὲς νῖκες στὸ ἐνεργητικό του. Ἡ ἀρχηγία τοῦ
μικροῦ σώματος στρατιωτῶν εἶχε ἀνατεθεῖ ἀπὸ τὸν ἀρχιστράτηγο Ἀντίοχο σὲ
ἕναν γενναῖο χριστιανὸ ἀξιωματικό, τὸν Ἀνδρέα.

Βεβαίωσε λοιπὸν ὁ Ἀνδρέας τοὺς στρατιῶτες του πὼς ὁ θρίαμβος τῆς νίκης
θὰ εἶναι μὲ τὸ μέρος τους, ἂν ὅλοι μὲ πραγματικὴ πίστη ἐπικαλεσθοῦν τὸν
παντοδύναμο Θεὸ τῶν χριστιανῶν. Διότι ὅλα τὰ κατορθώματα τῶν χριστιανῶν
ἐπιτυγχάνονται «σὺν τῇ δυνάμει τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χρίστου». Μὲ τὴ
δύναμη, δηλαδή, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Πράγματι, τὰ λόγια τοῦ Ἀνδρέα ἀνύψωσαν τὸ ἠθικὸ τῶν στρατιωτῶν, μὲ
ἀποτέλεσμα νὰ συντρίψουν τὸ πολυπληθὲς στράτευμα τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Ἀντίοχος
ἐπαίνεσε δημόσια τὸ κατόρθωμα αὐτό, ἀλλὰ ὅταν ἔμαθε ὅτι οἱ στρατιῶτες
εἰλκύσθηκαν ἀπὸ τὸν Ἀνδρέα στὸ χριστιανισμό, ἔστειλε 1.000 στρατιῶτες νὰ
τοὺς ἀφοπλίσουν καὶ νὰ τοὺς στείλουν στὰ σπίτια τους. Ὁ Ἀνδρέας, ὅμως,
μετὰ ἀπὸ συζήτηση εἵλκυσε καὶ αὐτοὺς στὸν χριστιανισμό.

Ἐξοργισμένος τότε ὁ Ἀντίοχος, ἔστειλε εἰδικὸ σῶμα μὲ ἔμπιστους ἀξιωματικοὺς καὶ σκότωσε ὅλους τους χριστιανοὺς στρατιῶτες.

Ἦταν στὸν ἀριθμὸ 2.593!

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, τῇ δυvαστείᾳ, προσενήνοχας, ὡς στρατηγέτης, τῷ Παντάνακτι
στρατὸν θεοσύλλεκτον· τύπος γὰρ τούτων Ἀνδρέα γενόμενος, μαρτυρικῶς σὺν
αὐτοῖς ἠνδραγάθησας. Μεθ’ ὧν πρέσβευε, Κυρίω τῷ σὲ δοξάσαντι,
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Στρατηλάτης ἄριστος προβεβλημένος, τῷ Χριστῷ προσήγαγες, μαρτυρικὸν
συνασπισμόν, μαθ’ ὧν Ἀνδρέα ἐκραύγαζες· Σὺ τῶν Μαρτύρων Οἰκτιρμὸν ὁ
στέφανος.

Μεγαλυνάριον.

Τῇ στρατολογίᾳ τῇ ἀληθεῖ, ἐστράτευσας Μάρτυς, δῆμον Ἅγιον Ἀθλητῶν, μεθ’
ὧν καὶ ἀθλήσας, Ἀνδρέα Στρατηλάτα, ἀγγελικῆς στρατείας, ὤφθης ὁμόσκηνος.

Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος, Ἀγάπιος καὶ Θέκλα οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι Τιμόθεος, Ἀγάπιος καὶ Θέκλα, μαρτύρησαν στὴν Γάζα. Στὴν πόλη
αὐτή, ἀπὸ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ χριστιανισμοῦ εἶχε ἱδρυθεῖ ἐκκλησία, τὴν
ὁποία συνεχῶς πολεμοῦσαν οἱ εἰδωλολάτρες. Ἀλλὰ ὅσο τὴν πολεμοῦσαν, τόσο
αὐτὴ μεγάλωνε καὶ ὅλο καὶ πιὸ πολλοὶ γινόντουσαν χριστιανοί.

Κατὰ καιροὺς γινόντουσαν μεγάλοι διωγμοὶ ἐναντίον τους. Σὲ μία τέτοια
ἐξέγερση, μὲ ἐντολὴ τοῦ ἐπάρχου Οὐρβανοῦ, συνελήφθη ὁ Τιμόθεος. Ἀφοῦ
ὑπεβλήθη σὲ πολλὰ σκληρὰ καὶ ἀπάνθρωπα βασανιστήρια ρίχτηκε στὴν φωτιὰ
ὅπου καὶ μαρτύρησε.

Βλέποντας ὁ Ἀγάπιος καὶ ἡ Θέκλα τὸ μαρτύριο τοῦ Τιμοθέου, εἶπαν ὅτι
θέλουν νὰ μαρτυρήσουν καὶ αὐτοὶ γιὰ τὸν Χριστό τους καὶ οἱ εἰδωλολάτρες
τοὺς ἔριξαν στὰ ἄγρια θηρία.

Οἱ Ἅγιοι Εὐτυχιανὸς καὶ Στρατήγιος οἱ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ πυρός.

Ὁ Ὅσιος Θεοφάνης ὁ Νέος

Τὸ 1740, ἐπὶ Σουλτάνου Ἀχμὲτ καὶ Ἰμπραὴμ Πασά, γενικοῦ Διοικητῆ Μ.
Ἀσίας, διατάχθηκε διάταγμα συγκέντρωσης ὅλων τῶν ἀγοριῶν τῶν χριστιανῶν.
Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ παιδιὰ βρέθηκε καὶ ὁ ὀρφανὸς Θεοχάρης.

Κάποια μέρα ὅμως, ὁ διοικητὴς τῆς Νεαπόλεως Καππαδοκίας, εἶδε τὸν
Θεοχάρη, τοῦ ἄρεσε καὶ τὸν πῆρε στὸ σπίτι του νὰ περιποιεῖται τὰ ζῷα. Ἡ
εὐσέβεια καὶ ἡ ὀμορφιὰ τοῦ Θεοχάρη τὸν ἔκαναν νὰ τοῦ προτείνει νὰ τὸν
κάνει γαμπρό του, ἀφοῦ πρῶτα γίνει μουσουλμάνος.

Ὁ Θεοχάρης ἀπάντησε,
ὅτι γεννήθηκε Χριστιανὸς καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του. Ὁ
δικαστὴς προσβλήθηκε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπάντηση καὶ τὸν ἀπείλησε μὲ
βασανιστήρια.

Τότε ὁ Θεοχάρης ἔφυγε, γιὰ νὰ πάει νὰ μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
Ὅταν γύρισε ὁ δικαστὴς τοῦ ἔκανε καὶ πάλι τὴν πρόταση, αὐτὸς ἀρνήθηκε
καὶ ἄρχισαν τὰ βασανιστήρια.

Στὴν ἀρχὴ τὸν λιθοβόλησαν καὶ στὴν συνέχεια τὸν ἀποκεφάλισαν τὸ μεσημέρι τῆς 20ης Αὐγούστου τοῦ 1740.

Τὸ 1923 τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκαν στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίας Αἰκατερίνης Θεσσαλονίκης, ὅπου καὶ φυλάσσονται ἕως σήμερα.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Βλαστὸς Ἰωαννίνων ἀνεδείχθης περίδοξος, καὶ θεῖος πολιοῦχος τῆς Ναούσης
Θεόφανες· ὡς ἄγγελος γὰρ ζήσας ἐπὶ γῆς, θαυμάτων ἐκομίσω δωρεάν, καὶ
παρέχεις τὰς ἰάσεις τοῖς εὐλαβῶς, προστρέχουσι τῇ σκέπῃ σου. Δόξα τῷ σὲ
δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ,
πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς μυστικῆς θεοφανείας θεῖον ὄργανον

Τῇ ἰσαγγέλῳ πολιτείᾳ ἐχρημάτισας

Καὶ θαυμάτων ἐδοξάσθης τῇ χορηγίᾳ.

Ἀλλ’ ὡς μέγας τοῦ Θεοῦ θεράπων Ἅγιε

Καθικέτευε λυτροῦσθαι πάσης θλίψεως

Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ Θεόφανες.

Μεγαλυνάριον.

Τῶν Ἰωαννίνων θεῖος βλαστός, καὶ Ναούσης μέγας, πολιοῦχος καὶ ἀρωγός,
καὶ πηγὴ θαυμάτων, Θεοφάνες ἐδείχθης· διό σου τὴν ἁγίαν Κάραν σεβόμεθα.

  synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

18 Αυγούστου Συναξαριστής. Φλώρου και Λαύρου, του Αγίου πλήθους των Φτωχών, των Αγίων Έρμου, Σεραπίων και Πολυαίνου, Ιουλιανής, Λέωντος, των Αγίων Τεσσάρων Οσίων Ασκητών, Γεωργίου καί Ιωάννου Πατριαρχών, των Οσίων Βαρνάβα, Σωφρονίου και Χριστοφόρου, Σωφρονίου Αγιορείτου, Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ νέου.
Οἱ Ἅγιοι Φλῶρος καὶ Λαῦρος οἱ Μάρτυρες

Ἦταν δίδυμα ἀδέλφια καὶ ἦταν ἄρρηκτα ἑνωμένοι διὰ τῆς θερμῆς πίστεως καὶ
ἀγάπης ποὺ εἶχαν πρὸς τὸ Χριστό. Κατάγονταν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο καὶ εἶχαν
διδαχθεῖ τὸν χριστιανισμὸ καὶ τὴν τέχνη τοῦ λιθοξόου ἀπὸ τοὺς Ἁγίους
Πρόκλο (καὶ ὄχι Πάτροκλο, ὅπως λανθασμένα γράφεται ἀπὸ ὁρισμένους
Συναξαριστές, καὶ ποὺ ἡ μνήμη του ἔτσι λανθασμένα ἐπαναλαμβάνεται καὶ
τὴν 21η Ἰανουαρίου) καὶ Μάξιμο, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν καὶ μαρτυρικὸ θάνατο
γιὰ τὸν Χριστό.

Μετὰ τὸν θάνατο τῶν διδασκάλων τους, ὁ Φλῶρος καὶ ὁ Λαῦρος ἀναχώρησαν
στὴν Ἰλλυρία καὶ διάλεξαν σὰν τόπο διαμονῆς τους τὴν πόλη Οὐλπιανά. Στὴν
πόλη αὐτὴ ἐργάζονταν τὴν τέχνη τους, ἀλλὰ συγχρόνως μέσῳ αὐτῆς
προσπαθοῦσαν γιὰ τὴν ἐξάπλωση τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἐκεῖ ὑπῆρχε καὶ κάποιος ἱερέας εἰδώλων, ὀνομαζόμενος Μερέντιος. Ὁ γιὸς
αὐτοῦ Ἀθανάσιος ἀπὸ τὸ ἕνα του μάτι ἔπαθε τύφλωση, ποὺ ἀπὸ τὴν ἰατρικὴ
ἐπιστήμη δὲ βρῆκε θεραπεία. Τότε πλησίασε τοὺς δυὸ τεχνῖτες ἀδελφούς, οἱ
ὁποῖοι μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ θεράπευσαν τὸ μάτι τοῦ
γιοῦ τοῦ εἰδωλολάτρη ἱερέα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πιστέψουν καὶ οἱ δύο στὸν
Χριστό.

Αὐτὸ μόλις τὸ ἔμαθε ὁ ἔπαρχος Λύκων, συνέλαβε τοὺς δύο ἀδελφοὺς
καί, ἀφοῦ τοὺς βασάνισε φρικτά, τοὺς ἔριξε μέσα σὲ ἕνα πηγάδι, ὅπου καὶ
παρέδωσαν τὸ πνεῦμα τους.Ἔτσι, οἱ δυὸ τεχνῖτες ἀδελφοὶ μπῆκαν στὴν αἰώνια πόλη, «ἧς τεχνίτης καὶ
δημιουργὸς ὁ Θεός». Τῆς ὁποίας, δηλαδή, τεχνίτης καὶ κτίστης εἶναι αὐτὸς
ὁ Θεός.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Εὐσεβείας τοῖς τρόποις ἐγγυμναζόμενοι, τοῦ μαρτυρίου τὴν τρίβον
διαπερᾶτε καλῶς, ὡς αὐτάδελφοι κλεινοὶ Χριστὸν δοξάσαντες· ὅθεν
γεραίρομεν ὑμᾶς, ὡς γενναίους Ἀθλητάς, Φλῶρε καὶ Λαῦρε βοῶντες· Ἀπὸ
παντοίας ἀνάγκης, ῥύσασθε πάντας ἡμᾶς Ἅγιοι.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἡ δυὰς ἡ ἔνθεος, τῶν ἱερῶν αὐταδέλφων, τῆς Τριάδος ἔχουσα, τὸ
ἀπροσμάχητον κράτος, ᾔσχυνε, τῶν παρανόμων τὰς ἐπινοίας· ἤθλησε, μέχρι
θανάτου ἐνδρειοφρόνως· οἷς βοήσωμεν ἐκ πόθου· χαίρετε Λαῦρε καὶ Φλῶρε
ἔνδοξοι.

Μεγαλυνάριον.

Σύμφρων καὶ ὁμόψυχος ἐν παντί, ἡ τῶν αὐταδέλφων, ἀναδέδεικται ξυνωρίς,
Φλῶρός τε καὶ Λαῦρος, ἐν βίῳ καὶ ἐν ἄθλοις· διὸ καὶ ἰσοτίμως
ἐμεγαλύνθησαν.

Τὸ Ἅγιο Πλῆθος τῶν Πενήτων (Φτωχῶν)

Θανατώθηκαν ἀπὸ τὸν Λικίνιο διὰ πυρός, ἐπειδὴ κατέστρεψαν τὰ εἴδωλα τοῦ
ναοῦ. Τὸ ναὸ αὐτὸν, ἔκτισαν οἱ Ἅγιοι Φλῶρος καὶ Λαῦρος. Τὰ χρήματα ὅμως
ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ βασιλιὰς αὐτὸς γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ, οἱ ἅγιοι τὰ
ἔδωσαν στὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν φτωχῶν, οἱ ὁποῖοι, κατόπιν, μὲ προτροπὴ τῶν
Ἁγίων Φλώρου καὶ Λαύρου, κατέστρεψαν τὰ εἴδωλα τοῦ ναοῦ καὶ τὸν
μετέτρεψαν, τρόπον τινά, σὲ χριστιανικό.

Οἱ Ἅγιοι Ἔρμος (ἢ Ἑρμῆς), Σεραπίων καὶ Πολύαινος οἱ Μάρτυρες

Ἦταν τέκνα τῆς Ρώμης καὶ διακρίνονταν γιὰ τὸ ζῆλο τους στὴ διάδοση τῆς πίστης καὶ ἐναντίον τῆς πολεμικῆς τῶν εἰδωλολατρῶν.

Καταγγέλθηκαν στὶς ἀρχὲς καὶ ἔμειναν σταθεροὶ στὴν ὁμολογία τῆς πίστης
τους. Τότε, μιὰ σειρὰ ἀπὸ ἄγρια βασανιστήρια τοὺς περίμεναν.

Στὴν ἀρχὴ τοὺς ἔδειραν ἀλύπητα καὶ ἔπειτα τοὺς ἔριξαν σὲ μία φυλακὴ
σκοτεινὴ καὶ δυσώδη. Ἐκεῖ τοὺς ταλαιπωροῦσαν μὲ πολλὲς στερήσεις καὶ
κακοπάθειες. Ἀλλὰ τίποτα δὲν κατάφερε νὰ τοὺς κλονίσει. Τότε τοὺς
ἔβγαλαν ἀπὸ ἐκεῖ, καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν σφιχτὰ μὲ σχοινιά, τοὺς ἔσυραν οἱ
ὄχλοι σὲ ἀνώμαλο ἔδαφος, γεμάτο μὲ πολλὲς καὶ κοφτερὲς πέτρες.

Ἔτσι οἱ σάρκες τους κομματιάστηκαν καὶ τὰ κεφάλια τους γέμισαν ἀπὸ
πληγὲς καὶ αἵματα. Οἱ ψυχές τους ὅμως ἀνέγγιχτες, πέταξαν στὸν Σωτῆρα
Χριστὸ γιὰ νὰ ἀναπαυτοῦν αἰώνια κοντά Του.

Ἡ Ἁγία Ἰουλιανὴ ἡ Μάρτυς πλησίον τοῦ Στροβίλου

Μᾶλλον εἶναι ἡ ἴδια μὲ αὐτὴ τῆς 21ης Δεκεμβρίου, ποὺ μαρτύρησε στὴ Νικομήδεια.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες.

Ὁ Ἅγιος Λέων ὁ Μάρτυρας

Μαρτύρησε στὰ παράλια τῶν Μύρων τῆς Λυκίας. Πιθανῶς νὰ εἶναι ὁ ἴδιος μὲ αὐτὸν τῆς 18ης Φεβρουαρίου.

Οἱ Ἅγιοι Τέσσερις Ὅσιοι Ἀσκητὲς

Ἀπεβίωσαν εἰρηνικά. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ὁσίων.

Οἱ Ἅγιοι Γεώργιος καὶ Ἰωάννης Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως

Ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης ὁ Ε’ διαδέχτηκε τὸν Θωμὰ Β’ τὸ ἔτος 668 καὶ
πατριάρχευσε μέχρι τὸ 674. Προηγούμενα, ὡς πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς
Κωνσταντινουπόλεως, εἶχε ὑπηρετήσει σὰν πρωτέκδικος καὶ χαρτοφύλακας
τοῦ Πατριαρχείου καὶ σκευοφύλακας τῆς ἁγίας Σοφίας.

 Διακρίθηκε γιὰ τὸ
ὀρθόδοξο φρόνημά του καὶ ποίμανε τὴν ἐκκλησία εἰρηνικὰ ἐπὶ Κωνσταντίνου
τοῦ Πωγωνάτου.

Ὑπῆρξε φιλάνθρωπος, ἀφιλοχρήματος, ζοῦσε μὲ μεγάλη
μάλιστα ἁπλότητα καὶ πάντα ἔλεγε, ὅτι κανένα ἄλλο δὲν τιμᾷ τὸν κληρικὸ
καὶ μάλιστα τὸν Ἱεράρχη, ὅσο ἡ ἁπλότητα τῆς ζωῆς του καὶ ἡ διάθεση τῶν
εἰσοδημάτων του γιὰ τοὺς πεινασμένους καὶ γυμνούς.

Ὁ δὲ Πατριάρχης Γεώργιος ὁ Α’ πατριάρχευσε ἀπὸ τὸ 678 μέχρι τὸ 683.

Προηγούμενα εἶχε κάνει Σύγκελος τοῦ Πατριαρχείου καὶ σκευοφύλακας τῆς
Ἁγίας Σοφίας. Ἐπὶ Γεωργίου Α’ συγκροτήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ ΣΤ’
Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, ποὺ ἀναθεμάτισε τοὺς αἱρετικοὺς μονοθελητές. Γιὰ
τὸν χαρακτῆρα τοῦ Πατριάρχη αὐτοῦ γράφτηκε ὅτι ἦταν «Νομεὺς ἀγαθὸς τοῦ
Θεοῦ νόμων φύλαξ».

Οἱ Ὅσιοι Βαρνάβας, Σωφρόνιος καὶ Χριστόφορος

Δὲν ἔχουμε σαφὴ βιογραφικά τους στοιχεῖα. Μόνο ἀπὸ τὸ «Νέον Λειμωνάριον» μαθαίνουμε ὅτι ἀπεβίωσαν εἰρηνικὰ κατὰ τὸ ἔτος 412.

Ἀπ’ αὐτοὺς ὁ Βαρνάβας ἦταν Ἱδρυτὴς τῆς Μονῆς Σουμελᾶ, ὁ Σωφρόνιος ἦταν ἀνεψιός του, καὶ οἱ δυὸ ἦταν στὴν καταγωγὴ Ἀθηναῖοι.

Ὁ δὲ Χριστόφορος καταγόταν ἀπὸ τὴν Τραπεζούντα καὶ ὑπῆρξε νέος Ἱδρυτὴς τῆς Μονῆς Σουμελᾶ, μετὰ τὴν ἐρήμωσή της.

Ὁ Ὅσιος Σωφρόνιος ὁ Ἁγιορείτης

Γεννήθηκε στὴν Ἤπειρο ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς τὸ 18ο αἰῶνα. Ἀπὸ μικρὸς
διακρινόταν γιὰ τὴν σεμνὴ ζωή του καὶ τὸν σεβασμό του στὰ θεία.

Ὅταν ᾖλθε σὲ ἡλικία γάμου, οἱ γονεῖς του τὸν πάντρεψαν παρὰ τὴ θέλησή
του μὲ μιὰ σεμνὴ γυναῖκα. Ἀλλὰ τὴ νύχτα τοῦ γάμου, ἔφυγε στὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ἐκεῖ, στὴ σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης δοκιμάστηκε καὶ ἐκάρη μοναχός. Ἀργότερα
χειροτονήθηκε Ἱερέας καὶ ἔφτασε σὲ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας. Ἡ ζωὴ του
ὑπῆρξε ἐνάρετη καὶ ἀγγελική. Ἡ πνευματική του τελειότητα ἦταν παράδειγμα
ὄχι μόνο στοὺς ἀδελφούς της Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης, ἀλλὰ καὶ σ’ ὅλο τὸ
Ἅγιον Ὄρος.

Ἔτσι ὀσιακὰ ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῶν Ὁσίων τὸν βίον ἀκριβῶς μιμησάμενος, μέτοχος αὐτῶν ἀνεδείχθης,
θεοφόρε Σωφρόνιε· ὁσίως γὰρ βιώσας ἐπὶ γῆς, τῶν θείων δωρεῶν ἐν
οὐρανοῖς, ἠξιώθης καὶ παρέχεις πᾶσιν ἡμῖν, τὴν χάριν σου τοῖς κράζουσι·
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐκπληροῦντι
διὰ σοῦ, ἡμῶν τὰ αἰτήματα.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἐγκρατείᾳ Ὅσιε καὶ ἡσυχίᾳ, τὴν ζωὴν ἐτέλεσας, καὶ ἀενάῳ προσευχῇ· διὸ Ἁγίων ἰσότιμος, ὤφθης ἀξίως, παμμάκαρ Σωφρόνιε.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός· χαίροις ἱερῶν, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· ἐν γὰρ
ἀμφοτέροις, θεοπρεπῶς ἐμπρέψας, ἀξίως ἐδοξάσθης, Πάτερ Σοφρώνιε.

Ἀνακομιδὴ Τιμίων Λειψάνων Ὁσίου Ἀρσενίου τοῦ νέου τοῦ ἐν Πάρῳ

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὁσίων τὴν ἄσκησιν, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, ἐνθέως ἐζήλωσας, ἐν τοῖς ἐσχάτοις
καιροῖς, Ἀρσένιε Ὅσιε· σὺ γὰρ ἐν νήσῳ Πάρῳ, ἰσαγγέλως ἀσκήσας, εἴληφας
οὐρανόθεν, τῶν θαυμάτων τὴν χάριν, παρέχων τοῖς σὲ τιμῶσι, χάριν καὶ
ἔλεος.

 

Κοντάκιον. Ἦ