Σεπτέμβριος

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

———————————————————————————————————————-

27 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Καλλιστράτους και των συν αυτώ, Επίχαρις, Ιγνατίου, των Αγίων Μάρκου, Αρίσταρχου και Ζήνωνος, Φιλήμωνα και Φουρτουνιανού, Γαϊανής, των Αγίων 15 Μαρτύρων, Ακυλίνας, Σαββατίου.
Ὁ Ἅγιος Καλλίστρατος ὁ Μάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ 49 Μαρτυρήσαντες

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καρχηδόνα. Οἱ γονεῖς του, καθὼς καὶ οἱ πρόγονοί του, ἦταν εὐσεβέστατοι χριστιανοί.

Ὅταν μεγάλωσε ὁ Καλλίστρατος, κατατάχθηκε στὸ στρατὸ σὰν νεοσύλλεκτος. Ἡ «ὁμίχλη» τῆς σαρκολατρείας ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ στράτευμα δὲν ἐπηρέασε καθόλου τὸν Καλλίστρατο. Ἀντίθετα μάλιστα, καλλιέργησε ἀκόμα περισσότερο τὶς εὐσεβεῖς συνήθειές του. Μιὰ ἀπ’ αὐτὲς ἦταν νὰ προσεύχεται κατὰ τὴ νύκτα.

Αὐτὸ ὅταν τὸ εἶδαν οἱ συνάδελφοί του, τὸν κατήγγειλαν στὸ στρατηγὸ Περσεντῖνο (287 μ.Χ.). Αὐτὸς ἀμέσως τὸν κάλεσε, καὶ ὅταν ἄκουσε καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο ὅτι εἶναι χριστιανός, διέταξε καὶ τὸν βασάνισαν, σκληρά. Κατόπιν, ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν μέσα σ’ ἕναν σάκο, τὸν ἔριξαν στὴ θάλασσα. Ἀλλὰ μὲ θαῦμα ὁ σάκος σχίστηκε, καὶ δυὸ δελφίνια ἔφεραν σῶο καὶ ἄβλαβη τὸν Καλλίστρατο, στὴν στεριά. Τότε, 49 στρατιῶτες ποὺ εἶδαν τὸ γεγονὸς πίστεψαν στὸ Χριστό, καὶ ἀφοῦ ἔτρεξαν στὸν Καλλίστρατο, τοῦ εἶπαν: «Πράγματι, εἴδαμε ὅτι ὑπάρχει στ’ ἀλήθεια καὶ εἶναι μεγάλος ὁ Θεός σου, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ τὸν βυθὸ τῆς θάλασσας ὑπερφυσικὰ σὲ ἔβγαλε. Θὰ μποροῦσε, ἄραγε, νὰ δεχθεῖ καὶ ἐμᾶς τοὺς εἰδωλολάτρες;».

Ὁ Καλλίστρατος τοὺς ἀπάντησε: «Ὁ δικός μου Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἐκείνους ποὺ ἔρχονται κοντὰ του δὲν τοὺς διώχνει. Διότι Ἐκείνου ὁ λόγος εἶναι: «Δεῦτε πρὸς ἐμὲ πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, καγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς».Τότε ὁ Καλλίστρατος κατήχησε ὅλους αὐτοὺς τοὺς στρατιῶτες μέσα στὴν φυλακή. Ὁ δὲ Περσεντῖνος, ἐρχόμενος σὲ ἀδιέξοδο ἀπὸ τὴν πίστη τους, ὅλους τοὺς ἀποκεφάλισε.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Τῷ θείῳ Πνεύματι, περιφραξάμενος, Μάρτυς Καλλίστρατε, λαμπρῶς ἠρίστευσας, καταβολὼν τὸν δυσμενῆ, σοφίᾳ τῶν σῶν ἀγώνων· ὅθεν καὶ προσήγαγες, τῷ Χριστῷ ὡς θυμίαμα, δῆμον παναοίδιμον, Ἀθλητῶν πιστευσάντων σοι, μεθ’ ὧν ὑπὲρ ἡμῶν ἐκδυσώπει, τῶν εὐφημούντων σε ἐν ὕμνοις.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Πάντας ὑμᾶς σήμερον ἡ Ἐκκλησία, συντιμῶσα Ἅγιοι, ἀνευφημεῖ πνευματικῶς, ὡς ὑπὲρ ταύτης ἀθλήσαντας, Μάρτυρες θεῖοι, καλλίνικοι πάνσοφοι.

Μεγαλυνάριον.

Κάλλος εὐσεβείας ὑπερφερές, Καλλίστρατε Μάρτυς, ἐν ἀγῶσι καρποφόρων, πρὸς θεογνωσίας, τὴν καλλονὴν ἰθύνεις, ἀθλητικὴν χορείαν, μεθ’ ἧς τιμῶμέν σε.

Ἡ Ἁγία Ἐπίχαρις ἡ Μάρτυς

Ἦταν ἀπὸ τὴν Ρώμη στὰ χρόνια του Διοκλητιανοῦ (298) καὶ συνελήφθη ἐπειδὴ ἦταν χριστιανὴ ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Καισάριο.

Ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ καὶ βασανίστηκε σκληρά. Συνέτριψαν τὰ μέλη της μὲ μολύβδινη σφαῖρα καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποκεφάλισαν.

Ὁ Ὅσιος Ἰγνάτιος τοῦ Βαθέος Ρύακος

Καταγόταν ἀπὸ τὴν δεύτερη ἐπαρχία τῶν Καππαδοκῶν καὶ ὑπῆρξε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Νικηφόρου Β’ Φωκᾶ (963 – 969) καὶ Ἰωάννη Α’ Τσιμισκὴ (969 – 976).

Ἀπὸ μικρὸς ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ καὶ πῆγε στὸ Μοναστῆρι τοῦ Βαθέος Ρύακος (ἡ Μονὴ αὐτὴ βρισκόταν στὴν Τρίγλια κοντὰ στὰ σημερινὰ Μουδανιὰ τῆς Μ. Ἀσίας). Ἐκεῖ ἔμαθε ὅλη τὴν ἀσκητικὴ ἀκρίβεια ἀπὸ τὸν Ὅσιο Βασίλειο († 1 Ἰουλίου), ἡγούμενο καὶ κτήτορα τῆς Μονῆς αὐτῆς.

Ὁ Ἰγνάτιος, ἐπειδὴ ἔφτασε σὲ μεγάλα ὕψη ἀρετῆς, χειροτονήθηκε Ἀναγνώστης, κατόπιν Ὑποδιάκονος, Διάκονος καὶ Πρεσβύτερος. Ἔπειτα ἔγινε ἡγούμενος τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς καὶ ἐπέφερε μεγάλη πρόοδο σ’ αὐτήν, τόσο ὑλικὴ ὅσο καὶ πνευματική.

Ὅταν κάποτε οἱ πολιτικοὶ ἄρχοντες θέλησαν νὰ μεταχειριστοῦν τὰ χρήματα τῆς Μονῆς, ὁ Ἰγνάτιος μὲ τὴν ἀποφασιστική του στάση, προστάτευσε τὴν μοναστηριακὴ περιουσία.

Ἀπεβίωσε στὸν δρόμο κοντὰ στὸ Ἀμόριο (κατ’ ἄλλους, ποὺ εἶναι καὶ τὸ πιθανότερο, στὸ Ἀρμουτλῆ), ὅταν κάποτε ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Μετὰ ἕνα χρόνο τὸ λείψανό του ἀνακομίστηκε στὴν ἀγαπημένη του Μονή, γιὰ τὴν ὁποία τόσο εἶχε μοχθήσει.

Οἱ Ἅγιοι Μᾶρκος, Ἀρίσταρχος καὶ Ζήνων οἱ Ἀπόστολοι

Ὁ Ἀρίσταρχος, εἶχε τὴ μεγάλη τιμὴ νὰ χρηματίσει συνεργάτης τοῦ Ἀπ. Παύλου, (πρὸς Φιλήμ. α’ 23) καὶ συναιχμάλωτός του (Κολοσ. δ’ 10). Κατόπιν διέπρεψε καὶ σὰν ἐπίσκοπος Ἀπαμείας στὴ Συρία.

Ὁ Μᾶρκος, ποὺ δὲν εἶναι βέβαια ὁ Εὐαγγελιστής, χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Βύβλου καὶ ἔδρασε ἀποστολικά. Ὅπως μάλιστα τοῦ Πέτρου (Πράξ. ε’ 15), ἔτσι καὶ αὐτοῦ ἡ σκιὰ μόνη ὅταν ἔπεφτε στοὺς ἀσθενεῖς τοὺς θεράπευε.

Ὁ Ζήνων, εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν νομικὸ Ζηνά, ποὺ σὰν γνήσιος καὶ εὐδόκιμος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, βοήθησε γι’ αὐτὸ καὶ στὴν Κρήτη μαζὶ μὲ τὸν Ἀπολλῶ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τόσο συγκινητικὰ καὶ φιλόστοργα συνιστᾷ στὸν Τίτο, νὰ τοὺς φροντίσει τόσο πολύ, ὥστε νὰ μὴ τοὺς λείψει τίποτα (Τίτ. γ’ 13). Ὁ Ζήνων, διέπρεψε καὶ σὰν ἐπίσκοπος Διοσπόλεως.

 Οἱ Ἅγιοι Φουρτουνιανὸς καὶ Φιλήμων ὁ Ἐπίσκοπος

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Ἡ Ἁγία Γαϊανὴ

Στοὺς Συναξαριστὲς δὲν ὑπάρχει κανένα βιογραφικό της στοιχεῖο, μόνο ἡ φράση «τὰ νῶτα φλεχθεῖσα τελειούται».

(Ἄλλες πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι μαρτύρησε μετὰ τῆς Ἁγίας Ἐπιχάρεως).

Οἱ Ἅγιοι 15 Μάρτυρες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ μαρτύρησαν μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: Ἀφοῦ τοὺς ἔβαλαν μέσα σὲ ἕνα πλοῖο καὶ ξανοίχτηκαν στὴ θάλασσα, κατόπιν οἱ εἰδωλολάτρες τρύπησαν τὸ πλοῖο μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πνίγουν ὅλοι οἱ Ἅγιοι αὐτοί.

Ἡ Ἁγία Ἀκυλίνα

Καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ζαγκλιβέρι τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας της ὅμως, σκότωσε ἕναν Τοῦρκο, μετὰ ἀπὸ φιλονικία μαζί του. Γιὰ ν’ ἀποφύγει τὴν τιμωρία τοῦ θανάτου, δέχτηκε τὸν μουσουλμανισμό. Ἀλλὰ ἡ μητέρα της ἔμεινε σταθερὴ στὸν Χριστὸ καὶ κάθε μέρα δίδασκε στὴν Ἀκυλίνα τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν πίστη.

Παρὰ τὶς ἐπίμονες προσπάθειες τοῦ πατέρα της καὶ τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων, ἡ Ἀκυλίνα δὲν ἀρνήθηκε τὸν Χριστό. Ὅταν τὴν ὁδηγοῦσαν στὸ μαρτύριο τὴν ἀκολουθοῦσε καὶ ἡ μητέρα της, ποὺ τὴν παρότρυνε σ’ αὐτό.

Ἡ Ἀκυλίνα ἤλεγχε μὲ θάρρος τοὺς Τούρκους καὶ τὴν θρησκεία τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πεθάνει μαρτυρικά, μετὰ ἀπὸ πολυήμερο ραβδισμό, στὶς 27 Σεπτεμβρίου 1764

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ἀκυλίναν τὴν θείαν ἀνευφημήσωμεν, οἷα θεόφρονα κόρην καὶ Ἀθληφόρον Χριστοῦ· τῇ ἀγάπῃ γὰρ αὐτοῦ πίστει ἠνδρίσατο, καὶ καθεῖλε τὸν ἐχθρόν, δι’ ἀγώνων ἱερῶν, καὶ δόξης τυχοῦσα θείας, Χριστῷ τῷ Λόγῳ πρεσβεύει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἀπαλῷ ἐν σώματι, τὸν πολυμήχανον ὄφιν, τῇ λαμπρᾷ ἀθλήσει σου, καταβαλοῦσα παρθένε, ἔδραμες, λαμπαδηφόρος τῷ σῷ Νυμφίῳ· ἔστεψαι, τῆς ἀφθαρσίας τῇ εὐπρεπείᾳ, καὶ πρεσβεύεις Ἀκυλίνα, ὑπὲρ τῶν πίστει ἀνευφημούντων σε.

Μεγαλυνάριον.

Πατρὸς παριδοῦσα τὸ ἀσεβές, τῆς μητρὸς τοὺς λόγους, ἐγεώργησας μυστικῶς· σὺ γὰρ Ἀκυλίνα, ἀθλήσασα νομίμως, τῶν ἀνομούντων ᾔσχυνας τὰ βουλεύματα.

 Ὁ Ὅσιος Σαββάτιος ὁ ἐν Σολοβέτσκῃ (Ρῶσος)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

26 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Μετάσταση του Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, των Αγίων Πέντε Παρθένων, Χήρας, Γεδεών Δικαίου, Ανακομιδή Τιμίας Κάρας Αποστόλου Ανδρέου, Οἱ Ἁγίες Θέκλα, Μαριάμνη, Μάρθα, Μαρία καὶ Ἐνναθὰ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σπηλαιώτης.
Μετάστασις Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου

Ἀρκετοὶ εἶχαν τὴν ἄποψη ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν πέθανε, ἀλλὰ μετατέθηκε στὴν ἄλλη ζωή, ὅπως ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἠλίας. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὴ τὴν ἄποψη ἔδωσε τὸ γνωστὸ εὐαγγελικὸ χωρίο, Ἰωάννου κα’ 22. Ὅμως, ὁ ἀμέσως ἑπόμενος στίχος κα’ 23 διευκρινίζει τὰ πράγματα.

Ἡ παράδοση ποὺ ἀσπάσθηκε ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι ἡ ἕξης: Ὁ Ἰωάννης σὲ βαθειὰ γεράματα πέθανε στὴν Ἔφεσο καὶ τάφηκε ἔξω ἀπ’ αὐτήν. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες, ὅταν οἱ μαθητὲς του ἐπισκέφθηκαν τὸν τάφο, βρῆκαν αὐτὸν κενό.

Ἡ Ἐκκλησία μας, λοιπόν, δέχεται ὅτι στὸν ἀγαπημένο μαθητὴ τοῦ Κυρίου συνέβη ὅτι καὶ μὲ τὴν Παναγία μητέρα Του. Δηλαδή, ὁ Ἰωάννης ναὶ μὲν πέθανε καὶ ἐτάφη, ἀλλὰ μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀναστήθηκε καὶ μετέστη στὴν αἰώνια ζωή, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἴδιος, νὰ τί λέει σχετικά:

«Ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν, ὁ μὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴν ζωὴν οὐκ ἔχει». Ἐκεῖνος, δηλαδή, ποὺ εἶναι ἑνωμένος μέσῳ τῆς πίστης μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἔχει δικό του, ἔχει τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή. Ἐκεῖνος, ὅμως, ποὺ δὲν ἔχει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ ἔχει ὑπ’ ὄψιν του πὼς δὲν ἔχει καὶ τὴν ἀληθινὴ καὶ αἰώνια ζωή.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος β’.

Ἀπόστολε Χριστῷ τῷ Θεῷ ἠγαπημένε, ἐπιτάχυνον ῥῦσαι λαὸν ἀναπολόγητον· δέχεταί σε προσπίπτοντα, ὁ ἐπιπεσόντα τῷ στήθει καταδεξάμενος· ὃν ἱκέτευε Θεολόγε, καὶ ἐπίμονον νέφος ἐθνῶν διασκεδάσαι, αἰτούμενος ἡμῖν εἰρήνην καὶ τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἀγάπης ὡς ἔμπλεως, τοῦ διδασκάλου Χριστοῦ, τῷ στήθει ἀνέπεσας, καὶ ἐμυήθης σαφῶς, τὴν γνῶσιν τὴν ἄρρητον. Ὅθεν θεολογίας, θεῖον ὄργανον ὤφθης, Ἀπόστολε Ἰωάννη, καὶ φωστὴρ εὐσεβείας· διὸ Εὐαγγελιστά σε, πόθῳ γεραίρομεν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’.

Τὰ μεγαλεῖά σου Παρθένε τὶς διηγήσεται; βρύεις γὰρ θαύματα, καὶ πηγάζεις ἰάματα, καὶ πρεσβεύεις ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὡς Θεολόγος καὶ φίλος Χριστοῦ.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Προσελθὼν Ἀπόστολε, τοῦ Διδασκάλου τῷ στήθει, ἐξ αὐτοῦ ἀντλήσας δέ, θεολογίας τὰ ῥεῖθρα, ἅπασαν, τὴν οἰκουμένην τερπνῶς ἀρδεύεις, νάμασι, τοῖς ζωηφόροις καὶ ἀθανάτοις· διὸ χαῖρέ σοι βοῶμεν, ὦ Ἰωάννη, θεολογίας πηγή.

Μεγαλυνάριον.

Ὡς ἠγαπημένος τῷ Ἰησοῦ, τῆς θεολογίας, ἐμυήθης τὸν θησαυρόν· ὅθεν Ἰωάννη, Ἀπόστολον θεόπτην, καὶ μύστην τῶν ἀρρήτων, σὲ μεγαλύνομεν.

Οἱ Ἁγίες Θέκλα, Μαριάμνη, Μάρθα, Μαρία καὶ Ἐνναθὰ οἱ Παρθενομάρτυρες καὶ Μονάστριες

Θανατώθηκαν ἀπὸ τὸν φιλάργυρο πνευματικό τους πατέρα Παῦλο.

Εἶναι οἱ ἴδιες μὲ αὐτὲς τῆς 9ης Ἰουνίου. Ἄγνωστο γιατί ἐπαναλαμβάνεται σήμερα ἡ μνήμη τους.

 Ἡ Ἁγία Χήρα ἡ Μάρτυς

Μαρτύρησε, ἀφοῦ θανατώθηκε μὲ μαχαῖρι.

Ὁ Ἅγιος Γεδεῶν ὁ Δίκαιος

Εἶναι γνωστὸς στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀπὸ τὴν ὑμνογραφία του, ποὺ παρομοιάζει τὸν Χριστὸ (τὴν γέννηση τοῦ Χρίστου) σὰν δροσιὰ «ἐν τῷ πόκῳ», δηλαδὴ στὸ ἀκατέργαστο πρόβειο μαλλί.

Ἀνακομιδὴ Τιμίας Κάρας τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου

Ἡ Ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ἔγινε στὶς 26 Σεπτεμβρίου 1964 ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ρώμης στὴν πόλη τοῦ μαρτυρίου του, τὴν Πάτρα.

Ὁ βίος τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου τὴν 30η Νοεμβρίου, ὅπου τιμᾶται ἡ μνήμη του.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σπηλαιώτης ὁ εἰς τὰς ὄχθας τοῦ χειμάῤῥου Μερσίνη τῆς Σιᾶς ἀσκήσας

Περὶ τὰ τρία χιλιόμετρα βορειοανατολικὰ τοῦ χωρίου Σιᾶς τῆς ἐπαρχίας Λευκωσίας πρὸς τὸ χωρίον Ἀλάμπρα, εὑρίσκεται μιὰ ἐρειπωμένη ἐκκλησία πλησίον χειμάῤῥου, ἡ ὁποία λέγεται Ἅϊ Γιάννης (Ἅγιος Ἰωάννης). Βορειοτέρα αὐτῆς τῆς ἐρειπωμένης ἐκκλησίας ἔχει κτισθεῖ τελευταίως καινούργια ἐκκλησία πάλιν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Οἱ κάτοικοι τὴν ἀφιέρωσαν στὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Θεολόγον.

Ἡ ἀρχικὴ ὅμως ἐκκλησία ποὺ ἐκτίσθηκεν κάποτε στὸν τόπον τῆς ἐρειπωμένης ἐκκλησίας, ἐκτίσθηκεν ἐπ’  ὀνόματι τοπικοῦ ἁγίου, τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου. Γκρεμισθεῖσα ὅμως σὺν τῷ χρόνῳ οἱ κάτοικοι τῶν γύρω χωριῶν ἔκτισαν αὐτὴν ποὺ σῴζεται ἐρειπωμένη μέχρι σήμερα. Φαίνεται ὅτι εἶναι κτίσμα τοῦ περασμένου αἰῶνος, διότι στὴν μέση φέρει καμάραν καὶ στὸ ταβάνι τοποθετήθηκαν καλάμια πρὶν τὸ τελικὸ σκέπασμα τῆς ὀροφῆς μὲ κεραμίδια.

Πρὸς τὸ Ἱερὸν στὰ ἀριστερὰ ὑπάρχει ἡμικύκλιον κτίσιμο, ποὺ πιθανὸν νὰ ὑπῆρχαν κάποτε τὰ λείψανα τοῦ τοπικοῦ αὐτοῦ ὁσίου τὰ ὁποία ἐφυλάσσοντο ἐκεῖ καὶ τὰ προσκυνοῦσαν οἱ πιστοί.

Ἐπ᾿ ὀνόματι λοιπὸν τοπικοῦ ἁγίου ἐκτίσθη ἡ πρώτη ἐκκλησία καὶ ὑπάρχουν οἱ ἑξῆς μαρτυρίες καὶ ἀποδείξεις: Στὰ ἀνατολικὰ τῆς ἐκκλησίας περὶ τὰ δέκα μέτρα, ὑπάρχει λαξευτὴ σπηλιὰ ἐντὸς βράχου, πλησίον τοῦ μικροῦ χειμάῤῥου στὰ ἀριστερὰ ποὺ εἶναι κτισμένη καὶ ἡ παλαιὰ ἐκκλησία. Μέσα στὴν μικρὴν αὐτὴν σπηλιὰ ποὺ εἶναι σὰν καταφύγιον, στὰ ἀριστερὰ της, ὑπάρχει πεζοῦλα ποὺ ἐχρησιμοποιεῖτο ὑπὸ τοῦ οἰκήτορός της ἀσκητοῦ σὰν κρεβάτι, λαξευμένο στὴν πέτρα. Στὰ δεξιὰ τῆς σπηλιᾶς ὑπάρχει στενόμακρον μικρὸν λαξευμένον κάθισμα.

Οἱ διαστάσεις τῆς μικρῆς αὐτῆς σπηλιᾶς εἶναι 1,50 ὕψος, 1,90 πλάτος καὶ 2,05 μῆκος. Τὴν ἐχρησιμοποιοῦσεν ὁ Ἀσκητὴς Ἰωάννης σὰν καταφύγιον καὶ προστασίαν ἀπὸ τίς βροχὲς καὶ κυρίως ἐκεῖ κατέφευγε τὸν καιρὸ τοῦ χειμῶνος.

Δευτέρα ἀπόδειξις ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοπικοῦ ἀσκητῆ εἶναι καὶ ἡ εὑρισκομένη ἐντὸς τῆς σπηλιᾶς παλαιὰ εἰκόνα κάποιου Ὁσίου Ἰωάννου, ποὺ εἶναι ἀρκετὰ κατεστραμμένη καὶ τὸ ἐπίθετον τοῦ Ἁγίου εἶναι δυσανάγνωστον, ἐπειδὴ ἔπεσαν φλοῦδες ἀπὸ τὸ θεμέλιον τῆς εἰκόνος.

Τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου στὴν εἰκόνα εἶναι γραμμένο τοιουτοτρόπως: Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σ .. A … ΤΗΣ.  Ἐκεῖ ποὺ εἶναι τὰ γράμματα τῆς ἐπωνυμίας τοῦ Ἁγίου διεφθάρηκε τὸ θεμέλιον. Στὸ εἰλητάριον ποὺ κρατεῖ ὁ Ὅσιος ἀναγράφεται: «Ἡ ἐλπὶς μου ὁ Πατήρ, καταφυγὴ μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον».

Ἡ εἰκόνα μπορεῖ νὰ χρονολογηθεῖ ὡς ζωγραφιθεῖσα κατὰ τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ ιθ’ (δεκάτου ἐννάτου) αἰῶνος καὶ εἶναι ἔργον τοῦ ζωγράφου Παρθενίου (1808 – 1848).

Τρίτη ἀπόδειξις εἶναι τὰ θαύματα ποὺ ἔδειξεν τελευταίως ὁ Ἅγιος. Διότι τὸ δεύτερον ἀπὸ τὰ θαύματα ποὺ γράφονται κατωτέρω, ὅπως τὸ διηγήθηκεν ὁ θεραπευθεὶς φανερώνει τοπικὸν ἅγιον, ἀσκητήν.

Τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου

α) Ὁ Ἅγιος ἐθεράπευσε δεκαπεντάχρονον παιδὶ ἀπὸ τὸν Κόρνον, τὸ ὁποῖον ἔπασχε ἀπὸ λευχαιμίαν, ὅταν προσέτρεξαν οἱ γονεῖς του πρὸς τὸν Ἅγιον ζητοῦντες τὴν βοήθειάν του.

β) Νέος ἀπὸ τὰ Κοκκινοχώρια, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν ἀπὸ σκαλωσιὰν – κατ’ ἄλλους ἀπὸ ἀσανσὲρ (ἀναβατόριον) ὅταν τὸ ἐπιδιόρθωνεν – ἔμεινε παράλυτος ἐξ αἰτίας βλάβης τῆς σπονδυλικῆς του στήλης. Ἀκολούθως εἶδε τὸν Ἅγιον στὸν ὕπνον του καὶ τοῦ εἶπεν: Ἔλα στὸ σπήλαιόν μου καὶ ξάπλωσε στὸ κρεβάτι μου καὶ θὰ ἰατρευθεῖς.

Καὶ ἔτσι πῆγε στὴν Σιὰ καὶ ἀφοῦ προσκύνησε στὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου, ἀκολούθως πῆγε στὸ σπήλαιον καὶ ὅταν ἑξάπλωσε στὸ πέτρινον κρεβάτι τοῦ Ὁσίου καὶ ἐπικαλέσθηκεν τὴν βοήθειάν του, σηκώθηκεν ὑγιής, δοξάζοντας τὸν Θεὸν καὶ εὐχαριστῶντας τὸν Ἅγιον.

γ) Κάποιος χριστιανὸς ἐκ Λυμπιῶν, ἔπαθε δυστύχημα στὸν παλαιὸν δρόμον Μοσφιλωτὴς – Ἀλάμπρας κοντὰ στὸ γεφύρι ποὺ ὁδηγεῖ ὁ δρόμος στὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου. Εἶχε μαζὶ του καὶ τὰ δύο του μωρὰ (βρέφη) τὰ ὁποῖα ἔπαθαν κατάγματα καὶ εὐρίσκονταν σὲ ἀσχήμην κατάστασιν.

Εἶδε τὴν ὥρα τοῦ δυστυχήματος ἔναν λαμπερὸν γέροντα μὲ λευκὴν στολὴν ποὺ ἅρπαξε τὰ δύο του παιδιὰ καὶ τὰ σήκωσε πάνω καὶ ἔτσι δὲν ἔπαθαν περισσοτέρην βλάβην. Καὶ μετὰ ἔμαθεν ὅτι ἐκεῖ κοντὰ εὑρίσκεται ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ὅπου ἐπῆγε καὶ προσκύνησε καὶ ἀκολούθως ἐπῆγε καὶ εἶδε καὶ τὸ σπήλαιόν του.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἦταν ἔνας ἀπὸ τοὺς Τριακοσίους ξένους Ἁγίους ποὺ ἑκατοίκησαν στὸ νησί. Ἐλάξευσεν ὅπως φαίνεται τὸ σπήλαιόν του ἔτσι μικρόν, ὅσο γιὰ νὰ τὸν χωράει νὰ ξαπλώνει στὴν ἐπὶ τῆς πέτρας λαξευμένην κλίνην του. Τὸ πιθανότερον ὁ τοπικὸς αὐτὸς Ἅγιος, νὰ εἶναι ὁ Ὅσιος Ἰωάννης, ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς πέντε Ὁσίους ποὺ ἀναφέρει ὁ χρονογράφος Ἀρχιμανδρίτης Κυπριανὸς οἱ ὁποῖοι ἀσκήτευσαν στὴν περιφέρειαν Λυθροδόντα (Ἰωσήφ, Φράσῃς, Εὐτύχιος, Θέλθας, καὶ Ἰωάννης) καὶ εἶναι ἀπὸ τοὺς ξένους ὅπου ἐκατοίκησαν εἰς τὴν Νῆσον, καθὼς ἀναφέρει.

Ἡ μνήμη τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τιμᾶται μὲ Λειτουργίαν ποὺ γίνεται στὴν νέαν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στὶς 26 τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου.

synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

25 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Ευφροσύνης Οσίας, Πανφουτίου Οσίου, Πανφουτίου Οσιομάρτυρα, Ανάμνηση μεγάλου σεισμού, των Αγίων Παύλου, Ταττή και των τέκνων τους, Βυζατηνός, Σέρπου Θαυματουργού, Θεοφίλου Αρχιεπισκόπου.
Ἡ Ὁσία Εὐφροσύνη

Ἦταν μοναχοκόρη καὶ πολὺ πλούσια. Ὃ πατέρας της Παφνούτιος ἦταν ὁ πλουσιότερος τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ μαζὶ μὲ τὴν σύζυγό του διακρίνονταν γιὰ τὴν θερμὴ πίστη τους στὸν Θεό.

Δώδεκα χρονῶν ἡ Εὐφροσύνη ἔμεινε ὀρφανὴ ἀπὸ μητέρα, καὶ ὁ πατέρας της ἀφοσιώθηκε ἀκόμα πιὸ φιλόστοργα στὴν ἐπιμέλεια τῆς κόρης του. Ὅταν ἡ Εὐφροσύνη ἔφθασε στὸ 18ο ἔτος τῆς ἡλικίας της, ὁ πατέρας της θέλησε νὰ τὴν παντρέψει μὲ ἕναν νέο ὑψηλῆς κοινωνικῆς τάξης. Ὅμως τὴν ψυχὴ τῆς Εὐφροσύνης εἶχε καταλάβει ὁ θεῖος ἔρωτας. Ὁ γάμος καὶ οἱ κοσμικότητες θὰ τῆς ἦταν ἐμπόδιο νὰ ἀφιερωθεῖ συστηματικὰ στὴν ἐλεημοσύνη καὶ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πλησίον.

Γι’ αὐτὸ κάποια μέρα, ἀφοῦ διαμοίρασε τὰ ὑπάρχοντά της στοὺς φτωχούς, ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ μετὰ ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατέληξε μεταμφιεσμένη ἀνδρικὰ σὲ κοινόβιο ἀνδρικὸ μοναστῆρι. Ἐκεῖ πῆρε τὸ ὄνομα Σμάραγδος καὶ ὅλοι οἱ μοναχοὶ θαύμαζαν τὸν πνευματικό της ἀγῶνα καὶ τὴ διακονία ποὺ πρόθυμα πρόσφερε σὲ ὅλους. Ἔζησε στὸ μοναστῆρι 38 χρόνια. Στὸ τέλος τῆς ζωῆς της συναντήθηκε καὶ μὲ τὸν πατέρα της, ὅταν καὶ αὐτὸς ἔγινε μοναχὸς στὸ ἴδιο μοναστῆρι.

Ἔτσι, μὲ τὴν ζωή της ἡ Εὐφροσύνη μᾶς ὑπενθυμίζει τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ λένε: «ἀρνησάμενοι τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦναἰώνι». Δηλαδή, ἀφοῦ ἀρνηθοῦμε τὶς ἐπιθυμίες τοῦ ματαίου καὶ ἁμαρτωλοῦ αὐτοῦ κόσμου, νὰ ζήσουμε στὸν παρόντα αἰῶνα μὲ ἐγκράτεια στὴν ζωή μας, μὲ δικαιοσύνη πρὸς τοὺς συνανθρώπους

μας καὶ μὲ εὐσέβεια πρὸς τὸν Θεό.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ὡς παρθένος φρονίμη καὶ ἀδιάφθορος, κατηγγυήθης ὁσίως τῷ Ζωοδότῃ Χριστῷ, καὶ προσκαίρων τὴν χλιδὴν ἐμφρόνως ἔλιπες· ὅθεν ἐν μέσῳ τῶν ἀνδρῶν, ὡς ἀμόλυντος ἀμνάς, ἐξέλαμψας Εὐφροσύνη, καὶ τοῦ Βελίαρ τὰ κέντρα, τῇ πολιτείᾳ σου ἀπήμβλυνας.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τῆς ἄνω ζωῆς, ποθοῦσα, τὴν κάτω τρυφήν, σπουδαίως καταλέλοιπας, καὶ σαυτὴν κατέμιξας, ἀναμέσον ἀνδρῶν παναοίδιμε· διὰ Χριστὸν γὰρ τὸν νυμφίον σου, μνηστῆρος προσκαίρου κατεφρόνησας.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Εὐφροσύνης πρόξενος ἡ βιοτή σου, τοῖς ἐν κόσμῳ γέγονε, προτυπωθείσης ἐναργῶς, τῇ φερωνύμῳ σου πένσεμνε, προσηγορίᾳ Εὐφροσύνη ἔνδοξε.

Μεγαλυνάριον.

Μνήστορα λιποῦσα τὸν γεηρόν, φαιδρῶς ἐνυμφεύθης, τῷ ὡραίῳ κάλλει Χριστῷ, δι’ ἀμέμπτου βίου, Ὁσία Εὐφροσύνη, δι’ οὗ ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.

Ὁ Ὅσιος Παφνούτιος

Ἦταν ὁ πατέρας τῆς Ὁσίας Εὐφροσύνης, ποὺ τιμᾶται σήμερα. Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Παφνούτιος ὁ Ὁσιομάρτυρας καὶ ἀναχωρητὴς καὶ οἱ σὺν αὐτῶ 546 μαρτυρήσαντες

Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν κατὰ τῶν χριστιανῶν ἐπὶ Διοκλητιανού.

Ἦταν ἀσκητὴς στὴν ἔρημό της Αἰγύπτου. Πήγαινε πολλὲς φορὲς στὶς πόλεις ὅπου δίδασκε, καὶ ἔφερνε στὸ ἀσκητήριό του πλήθη ποὺ ἤθελαν πνευματικὴ καθοδήγηση καὶ ἐνίσχυση.

Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι τὸν καταζητοῦσαν παρουσιάστηκε ὁ ἴδιος στὸν ἔπαρχο Ἀρριανό. Αὐτὸς ἐξεπλάγη βλέποντας τὸν σεβάσμιο γέροντα, τὸν ἀσθενὴ καὶ λεπτὸ καὶ ὅμως ἰσχυρὸ νὰ ἔχει τὸ βλέμμα τοῦ κριτοῦ. Ἀφοῦ ἀρνήθηκε νὰ ἀλλάξει πιστεύω τὸν ἔριξαν στὴ φυλακὴ καὶ ἐκεῖ ἔκανε τοὺς δεσμῶτες του χριστιανούς.

Ὅταν τὸν πῆγαν γιὰ ἀνάκριση κοντὰ στὸν ποταμὸ Νεῖλο, ἀνέπτυξε μὲ τόση δύναμη τὴ χριστιανικὴ πίστη ὥστε πάλι ψαράδες, ἀλλὰ καὶ 546 συνολικὰ στρατιῶτες, μαζὶ μὲ τὸν προϊστάμενό τους Εὐσέβιο, ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ καὶ ἀποκεφαλίστηκαν.

Τὸν δὲ Παφνούτιο ἀφοῦ τὸν βασάνισαν τὸν σταύρωσαν ἐπάνω σ’ ἕνα ξερὸ φοίνικα, ὅπου καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο.

Μνήμη τοῦ μεγάλου σεισμοῦ

Ὁ σεισμὸς αὐτὸς ἔγινε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ (410). Καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση, κατὰ τὴν ὥρα τῆς λιτανείας, στὴν Κωνσταντινούπολη, ἁρπάχτηκε στὸν ἀέρα ἕνα παιδί, γιὰ νὰ ἀποκαλύψουν οἱ Ἄγγελοι τοῦ Κυρίου τὶς λανθασμένες δοξασίες τῶν αἱρετικῶν θεοπασχιτῶν.

Οἱ Ἅγιοι Παῦλος, Ταττὴ καὶ τὰ παιδιά τους

Κατάγονταν ἀπὸ τὴ Δαμασκό.

Ἐπειδὴ ἦταν χριστιανοὶ συλλήφθηκαν καὶ βασανίστηκαν φρικτὰ μέχρι θανάτου.

Δεν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων αὐτῶν Μαρτύρων.

Ὁ Ἅγιος Βυζατηνός

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές.

Τὸν ἀναφέρει τὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο, ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν Ἀρχιμανδρίτη Κάλλιστο σελ. 112.

Ὁ Ὅσιος Σέργιος ὁ Θαυματουργός (Ρῶσος)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Ὁ Ὅσιος Θεόφιλος ὁ Ὁμολογητής Ἀρχιεπίσκοπος Ἐφέσου

Ὁ Σ. Εὐστρατιάδης ἀναφέρει γιὰ τὸν Ὅσιο αὐτὸν, τὰ ἑξῆς: «Ἄγνωστος καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς ἐντύπους Συναξαριστάς. Ἡ μνήμη τούτου μετὰ τῆς αὐτοῦ Ἀκολουθίας, ποίημα Θεοφάνους τοῦ Γραπτοῦ, ἀπαντᾶ ἐν τῷ Παρισινῷ Κώδικι 1619 φ. 62. Ἐκ τοῦ περιεχομένου τῆς Ἀκολουθίας φαίνεται, ὅτι ἣν πρότερον μοναχὸς ἐν ἐρήμῳ φυγαδεύων καὶ εἴτα διὰ τὴν ἁγιωσύνην καὶ ἀρετὴν αὐτοῦ προήχθη εἰς τὴν μητρόπολιν Ἐφέσου, ἣν θεαρέστως διεκυβέρνησεν «ἐλέγχων διὰ τῶν διδαχῶν αὐτοῦ τοὺς φρενοβλαβῶς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀτιμάζοντας», ἐξ οὐ δῆλον ὅτι ἐπὶ τῶν εἰκονομάχων ἤκμασεν ἴσως δὲ ἣν καὶ σύγχρονος Θεοφάνους τοῦ ποιητοῦ καὶ Γραπτοῦ, ὅστις καὶ τὴν τούτου Ἀκολουθίαν συνέθετο.

 (Ἐν τῷ Συναξαριστῇ Delehaye φέρεται ἡ μνήμη κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην «τοῦ ὁσίου Θεοφίλου Ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου τοῦ Ὁμολογητοῦ» σ. 77,14).

Εἰς τὸ Συνοδικόν της Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναφέρεται ἡ μνήμη τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεοφίλου ἄνευ μνείας τῆς ἐπισκοπῆς αὐτοῦ, μετὰ τοῦ Νικολάου ἀρχιεπισκόπου (ἴσως Θεσσαλονίκης, Νοέμ. 29).

Εἰκάζω ὅτι περὶ τούτων πρόκειται, καίτοι περὶ τοῦ Νικολάου λέγεται, ὅτι ἐν εἰρήνῃ ἐτελειώθη. Ὁμοίως καὶ ἐν τῷ Πατμιακῷ Κώδ. 266 «μνήμη τοῦ Ὁσίου Θεοφίλου ἀρχιεπισκόπου Ἐφέσου».

synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

24 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Θέκλης Ισαποστόλου, Κόπρις Οσίου, Μνήμη Θαύματος Θεοτόκου Μυρτιδιώτισσας, Πέρσης, Σιλουανού Αθωνίτου.
Ἡ Ἁγία Θέκλα ἡ Ἰσαπόστολος

Γεννήθηκε ἀπὸ εἰδωλολατρικὴ οἰκογένεια στὸ Ἰκόνιο. Μνηστεύθηκε μὲ κάποιο νέο, τὸ Θάμυρη, μὲ τὸν ὁποῖο ἔμελλε νὰ συζευχθεῖ.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθε στὸ Ἰκόνιο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ κήρυττε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ στὸ σπίτι ἐνὸς εὐσεβῆ ἄνδρα, τοῦ Ὀνησιφόρου, μετέπειτα ἀποστόλου († 7 Σεπτεμβρίου).

Ἡ συνεχὴς προσέλευση στὸ θεῖο κήρυγμα προσείλκυσε τὴν προσοχὴ τῆς Θέκλας. Καὶ κάποια νύκτα, μέσα στὸ ἀκροαζόμενο πλῆθος ἦταν καὶ αὐτή. Τὰ λόγια ποὺ ἄκουσε τὴν τράβηξαν τόσο πολύ, ὥστε τὴν ἔκαναν νὰ ἐπανέλθει πολλὲς φορὲς νὰ ἀκούσει τὸν Ἀπ. Παῦλο.

Αὐτό, ὅμως, ὅταν τὸ ἔμαθαν ἡ μητέρα της καὶ ὁ μνηστήρας της, προκειμένου νὰ τὴν ἐπαναφέρουν στὴν εἰδωλολατρία συκοφάντησαν τὸν Ἀπ. Παῦλο, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἡγεμώνας Καστίλλιος νὰ τὸν φυλακίσει καὶ στὴν συνέχεια νὰ τὸν διώξει ἀπὸ τὴν πόλη. Ἀλλὰ ἡ Θέκλα εἶχε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ δοθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὴ διακονία τοῦ Εὐαγγελίου.

Συγγενεῖς καὶ πρώην φίλοι της τὴν πολέμησαν ἀνελέητα. Αὐτὴ ὅμως, εἶχε στὴ θύμησή της τὰ λόγια τοῦ διδασκάλου τῆς Ἀπ. Παύλου: «Θύρα μοὶ ἀνέωγε μεγάλη καὶ ἐνεργής, καὶ ἀντικείμενοι πολλοί». Μοῦ ἀνοίχτηκε, δηλαδή, πόρτα μεγάλη, γιὰ καρποφόρα Ἱεραποστολικὴ δράση. Καὶ γι’ αὐτό, λόγω τοῦ φθόνου ποὺ ἔχει ὁ σατανᾶς γιὰ κάθε καλό, πολλοὶ καὶ τώρα παρουσιάζονται ἐνάντιοι καὶ πολέμιοι.Τελικὰ ἡ Θέκλα στὴν πορεία τῆς Ἱεραποστολικῆς της δράσης πέρασε πολλὰ μαρτύρια, ἀπὸ τὰ ὁποία,

ὅμως, μὲ θαυματουργικὸ τρόπο βγῆκε ἄθικτη.

Πέθανε 90 χρονῶν σὲ κάποιο ὄρος τῆς Σελεύκειας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τοῦ Παύλου συνέκδημος, ὡς καθαρὰ τὴν ψυχήν, καὶ πρώταθλος πέφηνας, ἐν γυναιξὶν εὐκλεῶς, Χριστὸν ἀγαπήσασα· σὺ γὰρ τῆς εὐσεβείας, πτερωθεῖσα τῷ πόθῳ, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, Ἰσαπόστελε Θέκλα· διὸ σὲ ὁ Πανοικτίρμων νύμφην ἠγάγετο.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς παρθενίας τῷ κάλλει ἐξέλαμψας, μαρτυρίου στεφάνῳ κεκόσμησαι, ἀποστολὴν πιστεύῃ Παρθένε ὡς ἔνδοξος· καὶ τοῦ πυρὸς μὲν τὴν φλόγα, εἰς δρόσον μετέβαλες, τοῦ ταύρου δὲ τὸν θυμόν, προσευχῇ σου ἡμέρωσας, ὦ Πρωτόαθλε.

Μεγαλυνάριον.

Παύλου λαμπρυνθεῖσα ταῖς ἀστραπαῖς, ὅλη καλὴ ὤφθης, ὅλη ἄμωμος τῷ Χριστῷ, Θέκλα Πρωτομάρτυς, ὑπερφυέσιν ἄθλοις, ὧν φαίδρυνον τῇ δόξῃ τοὺς σὲ γεραίροντας.

Ὁ Ὅσιος Κόπρις

Ἐπονομάσθηκε ἔτσι, διότι ἡ μητέρα του σὲ καιρὸ διωγμοῦ καὶ ἐπιδρομῆς βαρβάρων, ἐνῶ ἔτρεχε καὶ αὐτὴ νὰ φύγει, τὴν ἔπιασαν οἱ πόνοι τοῦ τοκετοῦ στὸ δρόμο καὶ γέννησε τὸν Ὅσιο πάνω σὲ κοπριά!

Ὁ Ὅσιος Κόπρις ἦταν σύγχρονος τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου ἐπὶ βασιλέως Λέοντος τοῦ μεγάλου.

Διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβειά του, τὴν ἁγνότητά του καὶ τὴ σωφροσύνη του. Ἐπίσης ἦταν τύπος μεγάλης προθυμίας καὶ ταπεινοφροσύνης, καὶ ἔνιωθε μεγάλη εὐχαρίστηση ὅταν πρόσφερε τὶς ὑπηρεσίες του σὲ μικροὺς καὶ μεγάλους. Καὶ ὅταν κανεὶς τοῦ ἔλεγε ὅτι ταπεινοφρονεῖ, αὐτὸς ἀπαντοῦσε: «Πράγματι, πῶς νὰ μὴ ταπεινοφρονῶ; Ὁ τόπος ποὺ γεννήθηκα (δηλ. ἡ κοπριά) δείχνει τὴν ἀξία μου».

Ἔτσι ἔζησε καὶ πέθανε, πιστὸς πάντοτε, ταπεινὸς ὑπηρέτης τῶν συνανθρώπων του. Ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἀνύψωσε. Γιὰ τὴν πίστη του, τὴν διακονία του, τὴν ταπεινοφροσύνη του, δίκαια ἡ Ἐκκλησία τὸν κατάταξε στὸ χορὸ τῶν Ἁγίων της.

Μνήμη Θαύματος τῆς Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας τῆς Μυρτιδιωτίσσης

Τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώρα στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῶν Μυρτιδίων στὸ νησὶ Κύθηρα, ὅταν θεράπευσε παράλυτο.

Λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, καθὼς καὶ γιὰ τὶς παραδόσεις τῆς εὑρέσεως τῆς Ἁγίας εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Μυρτιδιωτίσσης, βλέπε στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ματθαίου Λαγγῆ, αὐτὴ τὴν ἡμέρα, τόμος 9ος σελίδα 514, ἔκδοση 5η, 1992.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς κρήνη ἀκένωτος, τῶν παρὰ σοὶ ἀγαθῶν, Εἰκών σου ἡ πάνσεπτος, τοῖς Κυθηρίοις ἁγνή, ἐδόθη κραυγάζουσι· χαῖρε ἡ προστασία, πάντων τῶν δεομένων· χαῖρε ἡ σωτηρία, τῶν τιμώντων σε πόθῳ· χαῖρε ἡ τῷ παραλύτῳ, τὴν ἴασιν βραβεύσασα.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῇ Θεοτόκῳ οἱ πιστοὶ νῦν προσπελάσωμεν

Ὡς χορηγούσῃ δαψιλῶς πᾶσιν ἰάματα,

Ἀναμέλποντες ἐφύμνια μετὰ πόθου.

Ἀλλ’ ὡς ἤγειρας παράλυτον, Θεόνυμφε,

Ἀπὸ πάσης ἡμᾶς ῥῦσαι περιστάσεως

Τοὺς σοὶ κράζοντας· χαῖρε δόξα παγκόσμιος.

Μεγαλυνάριον.

Ὤφθης τῶν Κυθήρων καταφυγή, ἐξαιρέτῳ τρόπῳ, ἀναβλύζουσα ἐν αὐτοῖς, ἐκ τῆς σῆς Εἰκόνος, προνοίας σου τὰ ῥεῖθρα, ὦ Κεχαριτωμένη· διὸ ὑμνοῦμέν σε.

Ἡ Ἁγία Πέρση (ἢ Περσίδα)

Ἡ μνήμη της ἀναφέρεται στὸν Συναξαριστὴ Delehaye κατὰ τὴν 23η καὶ 24η Σεπτεμβρίου καὶ στὸν Παρισινὸ Κώδικα 3041 τὴν 24η Σεπτεμβρίου μὲ τὸ δίστιχο: «Μικρὸν θαλαττεύουσα Πέρσα, πρὸς χρόνον, μέγαν πρὸς ὅρμον οὐρανοῦ προσωρμήσω».

Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἁγιορείτης

Ἔγινε γνωστὸς πρὶν ἀκόμα ἁγιοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὸ βιογραφικὸ ἔργο «Ὁ γέροντας Σιλουανὸς τοῦ Ἄθω», ποὺ τὸ συνέγραψε μὲ ὡραῖο τρόπο ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου στὸ Ἔσσεξ τῆς Ἀγγλίας, Ἀρχιμανδρίτης Σωφρόνιος, ποὺ ἔζησε κοντὰ στὸν Ἅγιο γιὰ πολὺ καιρὸ στὸν Ἄθω.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὸν Σωφρόνιο, ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ἀσκήθηκε στὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ 46 ὁλόκληρα χρόνια καὶ συγκεκριμένα στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα.

Γεννήθηκε τὸ 1866 στὸ χωριὸ Σόβοκ τῆς ἐπαρχίας Λεμπεντιάσκ τῆς Ρωσίας καὶ τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Συμεὼν Ἰβάνοβιτς Ἀντόνωφ. Στὴ Ρωσία ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ξυλουργοῦ.

Στὸ Ἅγιο Ὅρος ἦλθε τὸ 1892 καὶ ἀφιερώθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή. Τὸ 1911 ἔγινε μεγαλόσχημος καὶ στολίστηκε μὲ πολλὲς ἅγιες ἀρετὲς καὶ γέμισε ὅλος ἀπὸ Θεῖο φῶς. Τὸ 1905 βγῆκε γιὰ λίγο ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἐπισκέφθηκε τὰ μοναστήρια τῆς πατρίδας του.

Ἀπεβίωσε στὶς 24 Σεπτεμβρίου τοῦ 1938 καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρόσφατα τὸν ἁγιοποίησε.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὁσίων ἐφάμιλλος, καὶ κοινωνὸς ἀληθῶς, ἐσχάτοις ἐν ἔτεσι, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, ἐδείχθης μακάριε. Ὅθεν Σιλουανέ σε, ἡ οὐράνιος δόξα, δέδεκται μετὰ τέλος, σὺν Ὁσίοις Πατράσι· μεθ’ ὧν καὶ καθικέτευε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Τῶν Ὁσίων σύσκηνος τῶν πάλαι ὤφθης, ἐναρέτοις πράξεσι, Χριστὸν δοξάσας ἐπὶ γῆς, Σιλουανὲ παναοίδιμε, καὶ ἐκομίσω τὸν ἄφθαρτον στέφανον.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις θεοφόρε Σιλουανέ, ὁ ἐσχάτοις χρόνοις, διαλάμψας ἀσκητικῶς· χαίροις τῶν ἐν Ἄθῳ, ὑπόδειγμα Πατέρων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν θερμότατος.

synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

23 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστή Ιωάννη, Ανδρέα, Ιωάννου με τα τέκνα του, Ραΐδος Παρθένου, Ξανθίππης και Πολυξένης, Νικολάου Παντοπώλη, Ιωάννη Νεομάρτυρα, Γρηγορίου Μητροπολίτου, Adamnan.
Σύλληψις τοῦ Τιμίου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννη

Ἔτσι προφήτευσε ὁ προφήτης Ἠσαΐας γιὰ τὸν Πρόδρομο τοῦ Κυρίου, Ἰωάννη: «Φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ». Δηλαδή, φωνὴ ἀνθρώπου, ποὺ φωνάζει στὴν ἔρημο καὶ λέει: «Ἑτοιμάστε τὸν δρόμο, ἀπ’ ὅπου θὰ ἔλθει ὁ Κύριος σὲ σᾶς.

Κάνετε ἴσιους καὶ ὁμαλοὺς τοὺς δρόμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ περάσει». Ξεριζῶστε, δηλαδή, ἀπὸ τὶς ψυχές σας τὰ ἀγκάθια τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν καὶ ρίξτε μακριὰ τὰ λιθάρια τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῆς πώρωσης καὶ καθαρίστε μὲ μετάνοια τὸ ἐσωτερικό σας, γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸν Κύριο.

Ἡ φωνὴ αὐτή, ποὺ ἦταν ὁ Ἰωάννης, γεννήθηκε μὲ θαυμαστὸ τρόπο. Ὁ Πατέρας του Ζαχαρίας ἦταν ἱερέας. Τὴν ὥρα τοῦ θυμιάματος μέσα στὸ θυσιαστήριο, εἶδε ἄγγελο Κυρίου, ποὺ τοῦ ἀνήγγειλε, ὅτι θὰ ἀποκτοῦσε γιὸ καὶ θὰ ὀνομαζόταν Ἰωάννης. Ὁ Ζαχαρίας σκίρτησε ἀπὸ χαρά, ἀλλὰ δυσπίστησε.

Ἡ γυναῖκά του ἦταν στείρα καὶ γριά, πῶς θὰ γινόταν αὐτὸ ποὺ ἄκουγε; Τότε ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε ὅτι γιὰ νὰ τιμωρηθεῖ ἡ δυσπιστία του, μέχρι νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ βουλὴ τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς θὰ ἔμενε κωφάλαλος.

Πράγματι, ἡ Ἐλισάβετ συνέλαβε, καὶ μετὰ ἐννιὰ μῆνες ἔκανε γιό. Μετὰ ὀκτὼ ἡμέρες, στὴν περιτομὴ τοῦ παιδιοῦ, οἱ συγγενεῖς θέλησαν νὰ τοῦ δώσουν τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρία. Ὅμως, ὁ Ζαχαρίας, ἔγραψε ἐπάνω σὲ πινακίδιο τὸ ὄνομα Ἰωάννης. Ἀμέσως δέ, λύθηκε ἡ γλώσσα του, καὶ ἡ χαρὰ γιὰ ὅλους ἦταν μεγάλη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἡ πρῴην οὐ τίκτουσα, στεῖρα εὐφράνθητι. Ἰδοὺ γὰρ συνέλαβες, Ἡλίου λύχνον σαφῶς, φωτίζειν τὸν μέλλοντα, πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ἀβλεψίᾳ νοσοῦσαν. Χόρευε Ζαχαρία, ἐκβοῶν παρρησίᾳ· Προφήτης τοῦ Ὑψίστου, ἐστὶν ὁ μέλλων τίκτεσθαι.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.

Εὐφραίνεται λαμπρῶς, Ζαχαρίας ὁ μέγας, καὶ ἡ πανευκλεής, Ἐλισάβετ ἡ σύζυξ, ἀξίως συλλαμβάνουσα, Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, ὃν Ἀρχάγγελος, εὐηγγελίσατο χαίρων, καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀξιοχρέως τιμῶμεν, ὡς μύστην τῆς χάριτος.

Μεγαλυνάριον.

Στεῖρα καὶ πρεσβῦτις θείᾳ βουλῇ, καρπὸν συλλαμβάνει, τὸν ὑπέρτερον Προφητῶν, τὸν τὴν ἀκαρπίαν, ψυχῶν μέλλοντα τέμνειν, ἀξίνῃ μετανοίας· ὃν μεγαλύνομεν.

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Μάρτυρας

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια τοῦ βασιλιὰ Βασιλείου τοῦ Μακεδόνα (867) καὶ ἦταν γέρων στὴν ἡλικία.

Συνελήφθη ἀπὸ τοὺς Ἀγαρηνούς, οἱ ὁποῖοι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἐξουσίαζαν ὅλη τὴν Ἀφρικὴ καὶ εἶχαν φτάσει μέχρι τὴν Σικελία. Τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν θηριώδη ἄρχοντά τους Ἀθραχίμ, στὸν ὁποῖο μπροστὰ ὁ Ἅγιος ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ μὲ περίσσια τόλμη.

Τότε ὁ ἄρχοντας αὐτὸς τὸν φυλάκισε γιὰ πολλὰ χρόνια καὶ ἐπειδὴ ἔβλεπε ὅτι ὁ Ἀνδρέας ἐπέμενε στὴν πίστη του, τὸν ἔβαλε μπροστά του σὰν στόχο καὶ καλπάζοντας τὸ ἄλογό του τὸν χτύπησε θανάσιμα μὲ τὸ κοντάρι του.

Κατόπιν τὸν ἀποκεφάλισε καὶ ἔτσι ὁ Ἀνδρέας ἔλαβε ἔνδοξα τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης μὲ τὰ δυὸ παιδιὰ του Πέτρο καὶ Ἀντώνιο (ἢ Ἀντωνίνο)

Κατάγονταν ἀπὸ τὶς Συρακοῦσες τῆς Σικελίας καὶ ὑπῆρξαν στὰ χρόνια του βασιλιὰ Βασιλείου τοῦ Μακεδόνα (867).

Ὅταν κατέλαβαν τὴν Σικελία οἱ Ἀγαρηνοί, τὸν Ἰωάννη μὲ τοὺς γιούς του πῆραν αἰχμάλωτους καὶ τοὺς μόρφωσαν σύμφωνα μὲ τὴν δική τους θρησκεία. Ὅταν μεγάλωσαν ὅμως, δὲν ξέχασαν τὴ θρησκεία ποὺ τοὺς εἶχε διδάξει ὁ πατέρας τους καὶ ἔτσι λάτρευαν κρυφὰ τὸν ἕναν καὶ ἀληθινὸ Θεό.

Ὅταν τὸ ἔμαθε αὐτὸ ὁ θηριώδης ἀρχηγὸς τῶν Ἀγαρηνῶν Ἀβραχίμ, ἐξαγριωμένος, ἐπειδὴ τοὺς εἶχε δώσει καὶ μεγάλα ἀξιώματα, τοὺς συνέλαβε καὶ τοὺς βασάνισε μὲ τὸν πιὸ βάρβαρο καὶ φρικτὸ τρόπο.

Τελικὰ ἀφοῦ τοὺς ἔκοψε ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός τους, τὰ δυὸ παιδιὰ παρέδωσαν τὴν ἁγία ψυχή τους στὸν Θεό. Ὁ δὲ πατέρας τους, παρέδωσε καὶ αὐτὸς ἔνδοξα τὴν ψυχή του στὸν Θεό, ἀφοῦ ὁ βάρβαρος Ἀβραχίμ, ἔχωσε στὸ λαρύγγι του τὸ ξίφος.

Ἡ Ἁγία Ραΐς ἡ παρθένος

Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Βάταν (ἢ Τάμαν) τῆς Αἰγύπτου καὶ ἦταν θυγατέρα κάποιου Πέτρου. Ἀπὸ 12χρονών ἔγινε μοναχή.

Ὅταν κάποτε πῆγε στὴν πηγή, μαζὶ μὲ ἄλλες παρθένες, γιὰ νὰ φέρει νερό, εἶδε πλῆθος χριστιανῶν τοὺς ὁποίους εἶχε δεμένους ὁ ἡγεμόνας Λουκιανός. Τότε καὶ αὐτὴ πῆγε καὶ ἔσμιξε μὲ τὸ πλῆθος αὐτό. Ὁ δὲ δεσμοφύλακας, τὴ συμβούλεψε νὰ ἀπομακρυνθεῖ γιὰ νὰ μὴ χάσει τὴ ζωὴ της μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους.

Ἡ δὲ Ἁγία Ραΐς ὄχι μόνο δὲν ἔφυγε, ἀλλὰ μὲ εὐτολμία παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα, περιγέλασε τοὺς θεούς του καὶ τὸν ἔφτυσε κατάμουτρα, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς εἰρωνεύτηκε τὸν Χριστό.

Ἀμέσως τότε τὴ βασάνισαν φρικτὰ καὶ στὸ τέλος τὴν ἀποκεφάλισαν, παίρνοντας ἔτσι τὸ ἀμάραντο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Οἱ Ὁσίες Ξανθίππη καὶ Πολυξένη

Ἦταν Ἰσπανίδες ἀδελφὲς καὶ ἔζησαν στὰ μέσα τοῦ πρώτου αἰώνα μ.Χ., ὅταν Καίσαρ ἦταν ὁ Κλαύδιος ὁ Α’.

Ἡ Ξανθίππη μαζὶ μὲ τὸν σύζυγο της Πρόβο, διδάχτηκε τὴν χριστιανικὴ θρησκεία, καὶ ἦλθε σ’ αὐτή, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο.

Ἡ Πολυξένη ἀφοῦ πῆγε στὴν Ἀνατολή, βαπτίστηκε ἀπὸ τὸν πρωτόκλητο Ἀπόστολο Ἀνδρέα. Καὶ οἱ δυὸ ἀδελφές, ἐργάστηκαν γιὰ τὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ ὁδήγησαν σ’ αὐτὴν πολλὲς γυναῖκες.

Πέθαναν καὶ οἱ δυὸ εἰρηνικὰ σὲ προχωρημένη ἡλικία, χωρὶς νὰ πάψουν μέχρι καὶ τὴν τελευταία τους πνοὴ νὰ στηρίζουν τὶς ἀσθενικὲς ψυχὲς στὴ χριστιανικὴ ἐλπίδα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θείας πίστεως, τὸ φῶς δεχθεῖσα, ἔργοις ἔλαμψας, τῆς εὐσεβείας, Πολυξένη Ὁσία θεόληπτε· καὶ ἐν τῷ βίῳ Χριστὸν ἐμεγάλυνας, σὺν τῇ συγχρόνῳ ἀμέμπτοις σου πράξεσι· μεθ’ ἧς πρέσβευε Κυρίῳ τῷ σὲ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Πολυτρόποις πράξεσιν ὁσίου βίου, Πολυξένη πάνσεμνε, Χριστῷ λατρεύσασα πιστῶς, τῆς ἄνω δόξης ἠξίωσαι, ὐπὲρ ἡμῶν ἐκτενῶς ἱκετεύουσα.


Μεγαλυνάριον.

Βίον διελθοῦσα ἀσκητικόν, Μῆτερ Πολυξένη, σὺν ὁμαίμονι τῇ σεμνῇ, σὺν αὐτῇ μετέσχες, τῆς ἄνω κληρουχίας, μεθ’ ἧς ἡμῖν ἐξαίτει, τὸ θεῖον ἔλεος.

Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Νεομάρτυρας ὁ παντοπώλης ἐκ Καρπενησιου

«… Ἐγὼ χριστιανὸς εἶμαι καὶ τὸν Χριστό μου πιστεύω γιὰ ἀληθινὸ Θεό. Οἱ τιμὲς καὶ τὰ ὀφίκια ποὺ μοῦ τάζεις, δὲν μοῦ χρειάζονται. Ἐγὼ τὸν Χριστό μου δὲν ἀρνοῦμαι, τὸν Χριστὸ πιστεύω, γιὰ τὸ ὄνομά του θὰ πεθάνω, Τοῦρκος δὲν γίνομαι».

Αὐτὴ ἦταν ἡ δυναμικὴ ἀπάντηση τοῦ νεαροῦ Νικολάου στὸν κριτή, ὅταν μὲ πλεκτάνη προσπάθησαν νὰ τὸν ἐξισλαμίσουν.

Ὁ Νικόλαος γεννήθηκε στὸ Καρπενήσι ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ποὺ φρόντισαν καὶ γιὰ τὴν δική του εὐσέβεια καὶ μόρφωση. Σὲ ἡλικία 15 χρόνων βρίσκεται στὴν Κωνσταντινούπολη, ὑπηρετώντας στὸ παντοπωλεῖο τοῦ πατέρα του, στὸ Ταχτᾶ Καλέ.

Κάποιος κουρέας Τοῦρκος ὅμως, ποὺ τοῦ μάθαινε τὴν Τούρκικη γλώσσα, τοῦ ἔδωσε νὰ διαβάσει τὴν Τούρκικη ὁμολογία πίστης, μπροστὰ σὲ μάρτυρες, χωρὶς ὁ Νικόλαος νὰ γνωρίζει τίποτα. Ὅταν τοῦ εἶπαν ὅτι γίνεται Τοῦρκος, ὁ Νικόλαος ἀμέσως ὁμολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἡ δυναμικὴ ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸν κριτή, ἔκανε τοὺς Τούρκους νὰ τὸν βασανίσουν μέσα στὴ φυλακὴ μὲ τὸν πιὸ ἄγριο τρόπο. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, ὁ Νικόλαος ἔμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του.

Ἔτσι, τὴν Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 1672 τὸν ἀποκεφάλισαν.

Ἦταν 15 χρονῶν. Τὸ λείψανό του ἐνταφιάστηκε στὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Χάλκης.

Ἀργότερα ἡ κάρα τοῦ Ἁγίου, μεταφέρθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ξηροποτάμου τοῦ Ἅγιου Ὄρους.

Ἡ μνήμη του περιττῶς ἐπαναλαμβάνεται, ἀπὸ ὁρισμένους Συναξαριστές, καὶ τὴν 23η Δεκεμβρίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖον βλάστημα, Καρπενησίου, ἔνθος εὔοσμον, τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεδείχθης Νεομάρτυς Νικόλαε· σὺ γὰρ ἀνδρείῳ φρονήματι ἤθλησας, καὶ τῆς ἀπάτης καθεῖλες τὸ φρύαγμα. Καὶ νῦν πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ σὲ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Μαρτυρίου ἤνυσας, ἀνδρειοφρόνως τοὺς ἄθλους, ἐν ἀκμῇ νεότητος, καταβαλὼν τὸν Βελίαρ· ὅθεν σε, ὁ ἀθλοθέτης στεφάνῳ νίκης, ἔστεψεν, ὡς ἀριστεύσαντα Νεομάρτυς· ὃν Νικόλαε δυσώπει, ἡμῖν δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Νεομάρτυς τοῦ Ἰησοῦ, Νικόλαε μάκαρ, Ἀθλοφόρων ἡ καλλονή, τοῦ Καρπενησίου, ἀγλάϊσμα καὶ κλέος, καὶ νίκη Ὀρθοδόξου, λαοῦ καὶ στήριγμα.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐκ Μουσουλμάνων

Ὁ Ἅγιος αὐτὸς νεομάρτυρας, γεννήθηκε στὴν Κόνιτσα τῆς Ἠπείρου, ἀπὸ γονεῖς Μουσουλμάνους. Ὁ πατέρας του ἦταν Δερβίσης καὶ Σέχης στὸ ἀξίωμα.

Εἴκοσι χρονῶν, μπῆκε καὶ αὐτὸς στὸ τάγμα τῶν Δερβίσηδων. Ἀφοῦ ἔκανε ἀρκετὰ χρόνια στὰ Ἰωάννινα, πῆγε στὸ Βραχώρι τῆς Αἰτωλίας, ὅπου κατοίκησε σ’ ἕνα οἴκημα, ποὺ ὀνομαζόταν Μουσελὶμ σεράϊ. Ξαφνικὰ ὅμως, ἄρχισε νὰ ζεῖ σὰν χριστιανός, πέταξε τὰ ἐνδύματα τοῦ Δερβίση καὶ ντύθηκε χριστιανικά.

Ἔπειτα πῆγε στὴν Ἰθάκη, ὅπου δέχτηκε τὸ ἅγιο Βάπτισμα μὲ τὸ ὄνομα Ἰωάννης. Ὅταν ἐπανῆλθε στὴν Αἰτωλία, παντρεύτηκε στὸ χωριὸ Μαχαλὰς καὶ ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀγροφύλακα.

Ὁ πατέρας του ὅμως, ἔστειλε ἀπεσταλμένους νὰ τὸν μεταπείσουν, ἀλλὰ αὐτὸς τοὺς ἔδιωξε. Τότε συνελήφθη ἀπὸ τὸν Μουσελίμη τοῦ Βραχωρίου, στὸν ὁποῖο ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸ χριστιανικό του ὄνομα καὶ τὴν ἀγάπη του στὸν Χριστό.

Βασανίστηκε ἀνελέητα. Τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 23 Σεπτεμβρίου 1814. Οἱ χριστιανοὶ παρέλαβαν τὸ τίμιο λείψανό του καὶ τὸ ἔθαψαν σ’ ἕνα ἀγρόκτημα στὸ Βραχώρι.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ἐθνοϊερομάρτυρας, Μητροπολίτης Ἄργους

Πρόκειται γιὰ τὸν Γρηγόριο Καλαμαρᾶ, Μητροπολίτη Ἄργους καὶ Ναυπλίου (1810 – 1821), ἀνιψιὸς τοῦ προκατόχου του Γρηγορίου (1800 – 1810).

Γεννήθηκε στὴν Ἀλαγονία Καλαμάτας. Χρημάτισε μητροπολίτης Ἐρυθρῶν καὶ κατόπιν Πατρὼν (1780 – 1799). Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ «πρώην» ἐκλέχθηκε μητροπολίτης Ναυπλίου καὶ Ἄργους (1810).

Τὸ ἔτος 1819 μυήθηκε στὴν Φιλικὴ Ἑταιρεία ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Παμπούκη, ἐνῶ βρισκόταν στὴν Ὕδρα, ὁ ἴδιος δὲ, ἔκαμε Φιλικούς τους προκρίτους τῆς ἐπαρχίας του. Ἡ προεπαναστατικὴ ἐθνικὴ δραστηριότητα τοῦ Γρηγορίου ἔγινε ἀντιληπτὴ ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ γι’ αὐτό, μὲ διαταγὴ τοῦ καϊμακάμη τῆς Τρίπολης, κλείστηκε μαζὶ μὲ ἄλλους ἀρχιερεῖς στὶς φυλακὲς τῆς πόλης καὶ ὑπέφερε τὰ πάνδεινα, μέχρις ὅτου ἀπὸ τὶς κακουχίες, τὴν ἀσιτία καὶ τὰ πολύμηνα μαρτύρια πέθανε στὶς 21 Σεπτεμβρίου 1821.

Ὁ Ἅγιος Adamnan (Σκωτσέζος)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρετανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

22 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Φωκά Θαυματουργού, Φωκά Κηπουρού, Ισαάκ και Μαρτίνου, Κοσμά Οσίου, των Αγίων 26 Οσιομαρτύρων, Παρασκευής του Σάρωφ.
Ὁ Ἅγιος Φωκᾶς ὁ Ἱερομάρτυρας ὁ Θαυματουργὸς

Πατρίδα του ἦταν ἡ Σινώπη τοῦ Εὐξείνου Πόντου.

Οἱ γονεῖς του Πάμφυλος καὶ Μαρία μεταλαμπάδευσαν στὸν Φωκᾶ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία τὴν φλόγα τῆς ἁγνῆς πίστης τους καὶ τὴν θερμὴ εὐσέβειά τους.

Ὁ Φωκᾶς ἀπὸ μικρὸ παιδὶ ἐντρυφοῦσε στὴν ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἰδιαίτερα τὸν διέκρινε ἦταν ἡ θερμὴ καὶ εἰλικρινὴς ἀγάπη ποὺ εἶχε πρὸς τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς συνανθρώπους του.

Διότι ὁδηγὸ στὴν ἀγάπη του αὐτὴ εἶχε πάντα τὰ θεόπνευστα λόγια τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ὁ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τῷ φωτὶ μένει,… ὁ δὲ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τῇ σκοτία ἐστι». Ἐκεῖνος, δηλαδή, ποὺ ἀγαπᾶ τὸν ἀδελφόν του, μένει μέσα στὸ πνευματικὸ καὶ ἠθικὸ φῶς. Ἐνῶ ἀντίθετα, ἐκεῖνος ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του, μένει μέσα στὸ πνευματικὸ καὶ ἠθικὸ σκοτάδι.

Ὁ Φωκᾶς, λοιπόν, μὲ τὴν ἀγάπη ποὺ τὸν διέκρινε, ἔγινε ἐπίσκοπος Σινώπης καὶ κήρυττε ἄφοβα τὸ Εὐαγγέλιο. Μὲ τὰ θαύματα δέ, ποὺ τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ πράττει, κατόρθωσε νὰ φέρει πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν ἀληθινὴ πίστη.

Τελικὰ μαρτύρησε ἐπὶ Τραϊανοῦ, ἀφοῦ τὸν ἔριξαν μέσα σὲ καυτὸ λουτρό.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἐκ βρέφους τοῦ Πνεύματος, ὀφθεὶς δοχεῖον λαμπρόν, θαυμάτων ἐπλούτησας, τὴν παρ’ αὐτοῦ δωρεάν, Φωκᾶ ἱερώτατε· ὅθεν ἱερουργήσας, τῷ Σωτῆρι ὁσίως, ἔπιες ἐν ἀθλήσει, τὸ ποτήριον τούτου· ᾧ πρέσβευε δεόμεθα, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν πλουσιόδωρον χάριν, ὡς πηγὴν θεόβρυτον, ἐν τῇ ψυχῇ κεκτημένος, ἔσβεσας, πόνων ἱδρῶσι πλάνης τὴν φλόγα, βρύεις δὲ, θαυμάτων ῥεῖθρα τοῖς ἐκβοῶσι· χαίροις κλέος Ἱερέων, καὶ τῶν Μαρτύρων Φωκᾶ μακάριε.

Μεγαλυνάριον.

Τοῦ Εὐαγγελίου μυσταγωγός, ἱερῶν θαυμάτων, θεοδόξαστος αὐτουργός, Ἐκκλησίας στῦλος, Φωκᾶ Ἱερομάρτυς, ἐδείχθης διασώζων, τοὺς προσιόντας σοι.

Ὁ Ἅγιος Φωκᾶς ὁ κηπουρὸς

Ὁ Ἅγιος Φωκᾶς ὁ κηπουρός, καταγόταν ἀπὸ τὴ Σινώπη.

Ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα ἦταν ἕνας μικρὸς κῆπος ποὺ τὸν καλλιεργοῦσε καὶ τὸν περιποιόταν πολύ. Τὸ εἰσόδημά του ἀπὸ τὸν κῆπο ἦταν μικρό, ἐπειδὴ ἦταν ὀλιγαρκὴς καὶ ὅτι τοῦ περίσσευε τὸ μοίραζε στοὺς φτωχούς.

Μελετοῦσε συνέχεια τὰ ἱερὰ βιβλία καὶ ἔλεγε, ὅτι καὶ ἡ ψυχή μας εἶναι κῆπος καὶ χρειάζεται περιποίηση γιὰ νὰ μὴν φυτρώσουν ἀγκάθια καὶ τριβόλια. Ἐνῶ πουλοῦσε τὰ λαχανικὰ καὶ τὰ φροῦτα ἔλεγε συγχρόνως καὶ τὰ λόγια του μεγάλου πνευματικοῦ κέρδους. Πολλὲς φορὲς κέρδιζε καὶ τοὺς ἄπιστους μὲ τὰ λόγια ποὺ ἄκουγαν.

Καταγγέλθηκε καὶ γι’ αὐτὸ συνελήφθη , βασανίστηκε καὶ στὸ τέλος ἀποκεφαλίστηκε.

Οἱ Ἅγιοι Ἰσαὰκ καὶ Μαρτίνος οἱ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Σὲ ὁρισμένους Συναξαριστές, ἀναφέρεται μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους αὐτοὺς καὶ τὸ ὄνομα ἐνὸς ἁγίου Νικολάου.

Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ὁ Ζωγραφίτης

Ὁ Ὅσιος αὐτὸς γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ὁ δὲ πατέρας του ἦταν Βούλγαρος.

Ἀφοῦ ἔμαθε τὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ τὰ πρῶτα γράμματα, ἀναχώρησε στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴ Μονὴ Ζωγράφου, ὅπου ἔγινε μοναχός. Ἡ ζωὴ του ἦταν ὑποδειγματικὴ μέσα στὸ Μοναστήρι καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ χειροτονήθηκε Διάκονος καὶ κατόπιν ἱερέας.

Τότε οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες αὐξήθηκαν καὶ ἔτσι ὁσιακὰ ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν 22α Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 1323.

Οἱ Ἅγιοι 26 Ὁσιομάρτυρες Ζωγραφίτες

Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση, ἀπὸ τὸν πύργο τοῦ μοναστηριοῦ, ὅπου ἦταν κλεισμένοι, ἤλεγχαν τοὺς αἱρετικοὺς τοῦ παπικοῦ βασιλιὰ Μιχαὴλ Παλαιολόγου καὶ τοῦ ἐπίσης παπικοῦ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Βέκκου (1275 – 1282).

Τότε μὲ ἐντολὴ τοῦ βασιλιά, στὶς 10 Ὀκτωβρίου, ἔβαλαν φωτιὰ στὸ μοναστήρι καὶ ἔτσι τοὺς ἔκαψαν ὅλους ζωντανούς.

Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ ἡ διὰ Χριστὸν Σαλή τοῦ Σάρωφ – Ντιβίγιεβο

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῆς Ἁγίας

synaxarion.gr  

anavaseis.blogspot.gr

18 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Ευμενίου Οσίου, Σοφίας και Ειρήνης, Αριάδνης, Κάστωρ, Ρωμύλος Οσίου.
Ὁ Ὅσιος Εὐμένιος ὁ Θαυματουργός Ἐπίσκοπος Γορτύνης

Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ὁ Εὐμένιος ὑπέβαλλε τὸν ἑαυτό του σὲ πολλὲς σκληραγωγίες καὶ ἀσκήσεις. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν ἐκείνη ποὺ τὸν διέκρινε περισσότερο. Διότι στὸ μυαλό του, εἶχε πάντα τὴν συμβουλὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «πᾶς ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται».

Καθένας, δηλαδή, ποὺ ἀγωνίζεται, ἐγκρατεύεται σὲ ὅλα, ἀκόμα καὶ στὴν τροφὴ καὶ στὸ ποτό, προκειμένου νὰ πετύχει τὸν πνευματικό του σκοπό. Καὶ ὁ Εὐμένιος, ἀκολουθώντας τὰ λόγια τοῦ θεόπνευστου Ἀποστόλου, πέτυχε.

Ἀξιώθηκε νὰ ἱερωθεῖ καὶ νὰ γίνει Ἐπίσκοπος Γορτύνης στὴν Κρήτη. Ἀπὸ τὴ νέα του θέση, ἡ ἀρετή του ἔλαμψε ἀκόμα περισσότερο καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε τὴν χάρη καὶ τὴν δύναμη νὰ θαυματουργεῖ.

Καὶ ὅπως ἀναφέρει ἡ παράδοση, μιὰ φορὰ μὲ ἀναμμένες λαμπάδες κατέκαυσε ἕναν δράκοντα, ποὺ ὅρμησε ἐναντίον του.

Ἔπειτα ὁ Εὐμένιος πῆγε στὴν Ρώμη, ὅπου μὲ τὴ θεία του διδασκαλία καὶ μὲ θαύματα στερέωσε τοὺς πιστούς. Ποθώντας, ὅμως, περισσότερη σκληραγωγία καὶ ἄσκηση, πῆγε στὴ Θηβαΐδα τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντὰ στοὺς μεγάλους ἀσκητές.

Ἐκεῖ παρέδωσε καὶ τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό. Τὸ δὲ λείψανό του μεταφέρθηκε καὶ θάφτηκε μὲ τιμὲς στὴν ἕδρα τῆς ἐπισκοπῆς του, στὴν Κρήτη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ταχὺν προμηθέα σε, καὶ ἀρωγὸν εὐμενῆ, κεκτήμεθα Ὅσιε, ὡς τοῦ Χριστοῦ μιμητήν, Εὐμένιε ἔνδοξε· σὺ γὰρ ἀναβλυστάνων, συμπαθείας τὰ ῥεῖθρα, βρύεις τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἰαμάτων πελάγη. Ἀλλὰ καὶ τοῖς τιμῶσί σε, σκέπη γενήθητι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὤφθης πλοῦτος ἄσυλος τῇ Ἐκκλησίᾳ, βλύζων πᾶσιν ἄφθονον, χάριν θαυμάτων τοῖς πιστοῖς· διό σε πάντες γεραίρομεν, θευματοφόρε Εὐμένιε Ὅσιε.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις ὁ τῆς Γόρτυνος ποδηγός, καὶ τῆς Κρήτης πάσης, ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμός· χαίροις τῶν θαυμάτων, ἀκένωτος χειμάρρους, Εὐμένιε τρισμάκαρ, πιστῶν ἀντίληψις.

Οἱ Ἁγίες Σοφία καὶ Εἰρήνη οἱ Μάρτυρες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.

Ἡ Ἁγία Ἀριάδνη

Ἂν καὶ δούλα, ἦταν ἀνώτερη καὶ λαμπρότερη ἀπὸ πολλὲς κυρίες, δοῦλες τῶν κοσμικῶν ματαιοτήτων καὶ τῶν γήϊνων μολυσμῶν.

Ἡ Ἁγία Ἀριάδνη ἔζησε στὰ χρόνια τῶν βασιλέων Ἀδριανοῦ καὶ Ἀντωνίνου (117 – 139 μ.Χ.), καὶ ἔγινε χριστιανὴ στὴν Φρυγία, πόλη τῶν Προμισέων. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε ὁ ἀφέντης της, Τέρτυλος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἰσχυρότερους πρόκριτους τῆς πόλης, τὴν πίεζε νὰ ἐπανέλθει στὴν εἰδωλολατρία. Ἐκείνη ὅμως ἐπέμενε στὴν χριστιανικὴ ὁμολογία της, καὶ στάθηκε ἀδύνατο νὰ τὴν πείσουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, κατὰ τὴν ἥμερα μάλιστα ποὺ γιόρταζε τὰ γενέθλιά του ὁ γιὸς τοῦ κυρίου της.

Τότε τὴν ἔδειραν σκληρὰ καὶ τὴ βασάνισαν γιὰ πολύ, ἀφοῦ ἔγδαραν τὶς σάρκες της μὲ σιδερένια νύχια. Γιὰ νὰ ἀποφύγει περισσότερες πιέσεις, ἐγκατέλειψε τὸ σπίτι τοῦ κυρίου της. Καὶ ἐνῶ τὴν καταδίωκαν, ἔπεσε σὲ γκρεμὸ ὅπου καὶ βρῆκε τὸν θάνατο.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῇ τοῦ Χριστοῦ κυβερνωμένη παλάμῃ, οὐκ ἐδουλώθης τὴν ψυχὴν Ἀριάδνη, ἀλλ’ ἐλευθέρᾳ γνώμη ἠνδραγάθησας· πᾶσαν γὰρ ἐπίνοιαν, τοῦ ἐχθροῦ καθελοῦσα, στέφος χαριτόπλοκον, ἐκ Θεοῦ ἐκομίσω· ὃν ἐκδυσώπει Μάρτυς ἐκτενῶς, ἐλεηθῆναι, τοὺς σὲ μακαρίζοντας.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τῆς ζωῆς ποθήσασα, τὴν ζωοπάροχον πέτραν, ἀκλινὴς διέμεινας, τῇ τοῦ δολίου μανίᾳ· πέτρα δέ, διαρραγεῖσά σε δεξαμένη, ἥρμοσε, τῷ ἀθανάτῳ Μάρτυς Νυμφίῳ· ὃν δυσώπει Ἀριάδνη, ἡμῖν δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.

Ἀδούλωτον σώζουσα τὴν ψυχήν, ἐδούλωσας Μάρτυς, δι’ ἀγώνων τὸν δυσμενῆ, καὶ τῆς ἐλευθέρας, Σιὼν πολῖτις ὤφθης, ἐν ᾗ ὦ Ἀριάδνη, ἡμῶν μνημόνευε.

Ὁ Ἅγιος Κάστωρ

Στὸ Ἁγιολόγιο τοῦ Σ. Εὐστρατιάδη, μαζὶ μὲ τὸν Κάστορα, προβάλλεται καὶ μία Ἁγία μὲ τὸ ὄνομα Θεοδώρα. Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ἁγίου.

Ὁ Ὅσιος Ρωμύλος

Στοὺς Συναξαριστὲς δὲν ἀναφέρεται κανένα ὑπόμνημα γιὰ τὸν ὅσιο αὐτόν. Βιογραφία του ὑπάρχει στὸ ὑπ’ ἀριθμ. 154 χειρόγραφο τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ποὺ συνέγραψε ὁ μαθητὴς τοῦ ἐν λόγῳ Ὁσίου, Γρηγόριος.

Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὰ στοιχεῖα αὐτά, ὁ Ὅσιος Ρωμύλος γεννήθηκε τὸ 1300 περίπου στὴν παραδουνάβια πόλη Βιδίνιο, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Ὁ πατέρας του ἦταν Ἕλληνας καὶ ἡ μητέρα του Βουλγάρα. Τὸ πρῶτο του ὄνομα ἦταν Ράϊκος καὶ σὲ κατάλληλη ἡλικία οἱ γονεῖς του τὸν ἐμπιστεύθηκαν σὲ σπουδαῖο δάσκαλο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὁ νεαρὸς Ράϊκος ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα.

Στὴν συνέχεια, ἐπειδὴ εἶχε κλίση στὴν μοναχικὴ ζωή, κατέφυγε στὴ Μονὴ τῆς Θεοτόκου τῆς Ὁδηγήτριας, κοντὰ στὸ Τίρνοβο (Βουλγαρίας). Ἐκεῖ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ρωμανὸς καὶ ἀσκήτευσε εὐδοκίμως γιὰ τρία συνεχὴ χρόνια.

Κατόπιν ἔκανε κοντὰ στὸν Ὅσιο Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη καὶ ἔπειτα, ἀφοῦ ἔγινε μεγαλόσχημος μὲ τὸ ὄνομα Ρωμύλος, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἔξω ἀπὸ τὴ Μονὴ Μεγίστης Λαύρας, ὅπου μαζὶ μὲ τὸν μαθητὴ του Γρηγόριο ἀσκήτευε στὴν ἡσυχία.

Πολλοὶ Ἁγιορεῖτες ἔρχονταν κοντά του γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ σοφὰ λόγια του καὶ νὰ πάρουν τὶς ὀρθὲς πνευματικὲς συμβουλές του. Κατὰ τὸν πόλεμο ὅμως Τούρκων κατὰ Σέρβων καὶ Βουλγάρων, πολλοὶ Σερβοβούλγαροι μοναχοί, λόγω φόβου, μετακινήθηκαν. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ ὁ Ρωμύλος, πηγαίνοντας στὴν Αὐλώνα (ἴσως τῆς Ἀλβανίας). Κατόπιν ταξίδεψε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ Ραβένιτσα τῆς Σερβίας, ὅπου στὴν ἐκεῖ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Μετὰ τὸν θάνατό του, ὁ τάφος εὐωδίαζε καὶ ἐπιτέλεσε πολλὰ θαύματα.

synaxarion.gr  

anavaseis.blogspot.gr

17 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Των Αγίων Σοφίας, Πίστης, Ελπίδας και Αγάπης, Αγαθοκλείας, των Αγίων Μαξίμου, Θεοδότου και Ασκληπιοδότη, Λουκίας και Γεμινιανού, Θεοδότης της εν Νίκαια, Χαραλάμπου και Παντολέον, Πηλέα και Νείλου, Πατερμούθιου και Ηλία, των Αγίων 100 Μαρτύρων, των Αγίων 50 Μαρτύρων, Ηρακλείδου και Μύρωνος, Αναστασίου Οσίου, Ευξιφίου.
Οἱ Ἁγίες Σοφία, Πίστη, Ἐλπίδα καὶ Ἀγάπη

Ἔζησαν ὅταν αὐτοκράτορας τῶν ρωμαίων ἦταν ὁ Ἀνδριανός.

Ὅταν ἡ τίμια καὶ ἐνάρετη Σοφία χήρεψε, πῆγε μαζὶ μὲ τὶς κόρες της στὴν Ρώμη. Ἐκεῖ ὁ αὐτοκράτορας πληροφορήθηκε ὅτι οἱ τέσσερις γυναῖκες ἦταν χριστιανὲς καὶ διέταξε νὰ τὶς συλλάβουν.

Ἀφοῦ χώρισε τὴν μητέρα ἀπὸ τὰ παιδιά της, ζήτησε νὰ παρουσιασθεῖ μπροστὰ του ἡ δωδεκάχρονη Πίστη. Μὲ δελεαστικοὺς λόγους ὁ Ἀνδριανὸς προσπάθησε νὰ πείσει τὴν Πίστη νὰ ἀρνηθεῖ τὸ Χριστό, ἀλλὰ ἀντιμετώπισε τὸ ἄκαμπτο φρόνημα τῆς νεαρῆς. Τότε ὁ σκληρὸς ἡγεμόνας διέταξε τὸν ἀποκεφαλισμό της.

Τὸ ἴδιο σθένος μὲ τὴν Πίστη ἐπέδειξαν καὶ οἱ ἀδελφές της, ἡ δεκάχρονη Ἐλπίδα καὶ ἡ ἐννιάχρονη Ἀγάπη. Ὁ σκληρὸς Ἀνδριανὸς δὲ δίστασε νὰ διατάξει τοὺς δήμιούς του νὰ ἀποκεφαλίσουν καὶ τὰ ἄλλα δυὸ κορίτσια.

Περήφανη γιὰ τὰ παιδιά της ἡ Σοφία, ἐνταφίασε μὲ τιμὲς τὶς κόρες της καὶ παρέμεινε γιὰ τρεῖς μέρες στοὺς τάφους τους, παρακαλώντας τὸ Θεὸ νὰ τὴν πάρει κοντά του. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή της καὶ ἡ Σοφία παρέδωσε τὸ πνεῦμά της δίπλα στοὺς τάφους τῶν παιδιῶν της.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Σοφίᾳ ἐκθρέψασα, κατὰ τὴν κλῆσιν σεμνή, τὰς τρεῖς θυγατέρας σου, ταύτας προσάγεις Χριστῷ, ἀθλήσεως σκάμμασιν· ὅθεν τῆς ἄνω δόξης, σὺν αὐταῖς κοινωνοῦσα, πρέσβευε τῷ Σωτῆρι, καλλιμάρτυς Σοφία, δοῦναι τοῖς σὲ τιμῶσι, χάριν καὶ ἔλεος.

 Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἀνεβλάστησας, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Κυρίου Σοφία Μάρτυς σεμνή, καὶ προσήγαγες Χριστῷ καρπὸν ἡδύτατον, τοὺς τῆς νηδύος σου βλαστούς, δι’ ἀγώνων ἱερῶν, Ἀγάπην τε καὶ Ἐλπίδα, καὶ τὴν θεόφρονα Πίστιν· μεθ’ ὧν δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.


Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.

Σοφίας τῆς σεμνῆς, ἱερώτατοι κλάδοι, ἡ Πίστις καὶ Ἐλπίς, καὶ Ἀγάπη δειχθεῖσαι, σοφίαν ἀπεμώραναν, τῶν Ἑλλήνων ἐν χάριτι, καὶ ἀθλήσασαι, καὶ νικηφόροι φανεῖσαι, στέφος ἄφθαρτον, παρὰ τοῦ πάντων Δεσπότου, Χριστοῦ ἀνεδήσαντο.

Μεγαλυνάριον.

Μήτηρ ἐπὶ τέκνοις Δαβιτικῶς, ὤφθης τερπομένη, ὦ Σοφία πανευκλεής· σὺ γὰρ τῇ Τριάδι, τὰς τρεῖς σου θυγατέρας, ὥσπερ γυνὴ ἀνδρεία, ἄθλοις προσήγαγες.

Ἡ Ἁγία Ἀγαθόκλεια

Μὲ τὴν μεγάλη της ὑπομονὴ στὸ μαρτύριο, στόλισε καὶ αὐτὴ τοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ.

Ἂν καὶ ἀπὸ τὴ γέννησή της δούλα, ἔλαμψε διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐλεύθερη στὴν ψυχή. Ὁ κύριος της, ποὺ ὀνομαζόταν Νικόλαος, εἶχε γίνει χριστιανὸς καὶ φερόταν πρὸς τὴν Ἀγαθόκλεια μὲ πολλὴ φιλανθρωπία καὶ ἀγαθότητα. Ἀλλὰ ἡ κυρία της, Παυλίνα, γυναίκα σκληρόκαρδη, ἐπέμενε στὴν εἰδωλολατρία. Καὶ ὅπως ἦταν θυμώδης καὶ μέθυσος βασάνιζε πολλὲς φορὲς τὴν Ἀγαθόκλεια καὶ προσπαθοῦσε μὲ πεῖσμα νὰ τὴν ἐπαναφέρει στὴ θρησκεία τῶν εἰδώλων.

Ἐπὶ ὀκτὼ χρόνια ἔτσι, ἡ ταλαίπωρη καὶ συγχρόνως μακάρια δούλα, ὑπέφερε καθημερινὴ ζωὴ μαρτυρίου. Τὴν ἔβριζε, τὴν χτυποῦσε, κένταγε μὲ πιρούνια τὸ σῶμα της καὶ τὴν πλήγωνε μὲ ἀλύπητο μαστίγωμα. Καὶ ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ δὲν νικοῦσαν τὴν γνώμη τῆς εὐσεβέστατης χριστιανῆς, κάποια μέρα, ἄναψε φωτιὰ καὶ τὴν ἔσπρωξε μέσα σ’ αὐτή.

Ἔτσι ἡ Ἀγαθόκλεια λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀσεβὴ καὶ κακούργα εἰδωλολάτρισσα κυρία της, καὶ ἀπεδήμησε στὰ μακάρια καὶ ἐλεύθερα σκηνώματα τῶν δικαίων.

Οἱ Ἅγιοι Μάξιμος, Θεόδοτος καὶ Ἀσκληπιοδότη οἱ Μάρτυρες

Οἱ Ἄγιοι Μάξιμος, Θεόδοτος καὶ Ἀσκληπιοδότη κατάγονταν από τὴν Μαρκιανούπολη τῆς Θράκης.

Μαρτύρησαν μὲ σκληρὸ τρόπο, ἐπειδὴ ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Στὴν ἀρχὴ τοὺς μαστίγωσαν, κατόπιν τοὺς ἔκοψαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια, τοὺς φυλάκισαν καὶ στὸ τέλος τοὺς ἀποκεφάλισαν.

Οἱ Ἅγιοι Λουκία καὶ Γεμινιανὸς

Ἡ Ἁγία Λούκια ἦταν πλούσια Ρωμαία κατὰ τὴν ἐποχὴ τῶν βασιλέων Διοκλητιανοῦ (284 – 304) καὶ Μαξιμιανοὺ (286 – 305).

Μετὰ 36 χρόνια χηρείας καὶ σὲ ἡλικία 75 χρονῶν, προδόθηκε ἀπὸ τὸν εἰδωλολάτρη γιὸ της Εὐτρόπιο, στὸν Διοκλητιανό, ὅτι πιστεύει στὸν Χριστό. Τότε ἡ Ἁγία συνελήφθη καὶ κλείστηκε στὴ φυλακή. Ἐκεῖ ὑπέστη σκληρὰ βασανιστήρια, ἀλλὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ παρέμεινε ἀβλαβὴς καὶ περιφερόταν στὴν πόλη γιὰ νὰ ἀποδοκιμάσει μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τὴν μικρότητα τῶν βασανιστῶν της.

Τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ Γερμινιανὸς (ἢ Γεμινιανός), ὁ υἱός της, πίστεψε στὸν Χριστὸ καὶ μαζὶ μὲ τὴν Λούκια παρουσιάστηκε στὸν βασιλιά, ὁμολογώντας τὸν Χριστό. Ἡ Λούκια υἱοθέτησε τὸν Γερμινιανό, τὸν βάπτισε καὶ ἀφοὶ ἀπαλλάχτηκαν ἀπὸ τοὺς βασανιστές τους, ἔφυγαν στὸ Ταυρομένιο τῆς Σικελίας.

Ἀλλὰ ἐκεῖ, λόγω διωγμοῦ, ἡ Λούκια τράβηξε γιὰ τὰ βουνά, ὅπου ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὁ δὲ Γερμινιανὸς συνελήφθη καὶ ἀποκεφαλίστηκε.

Ἡ Ἁγία Θεοδότη ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Θεοδότη ἔζησε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Ἀλέξανδρου Σεβήρου τὸ 22 μ.χ.

Ἡ Θεοδότη καταγόταν ἀπὸ τὸν Εὔξεινο Ποντο, ἦταν πλούσια ἀλλὰ καὶ χριστιανή. Περισσότερο πλούσια ὅμως ἦταν στὴν ψυχή της. Ἔκανε πολλὰ ἔργα φιλανθρωπίας καὶ ἦταν πάντα κοντὰ σὲ ὅποιον τὴν εἶχε ἀνάγκη.

Καταγγέλθηκε ὅμως στὸν διοικητὴ τῆς Καππαδοκίας Σιμπλίκιο, ὅτι μὲ τὰ χρήματά της προσπαθοῦσε νὰ προσελκύσει εἰδωλολάτρες στὸν χριστιανισμό. Ἀμέσως διατάχθηκε νὰ τὴν ὑποβάλλουν σὲ σκληρὰ βασανιστήρια. Μὲ θαυμαστὸ τρόπο ὅμως ἔκλεισαν οἱ πληγές της καὶ ἡ πόρτα τῆς φυλακῆς ἄνοιξε μόνη της.

Τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε λαμβάνοντας ἔτσι τὸ στεφάνι τῆς αἰωνίου ζωῆς.

Οἱ Ἅγιοι Χαράλαμπος καὶ Παντολέων καὶ ἡ συνοδεία τους

Ἡ σύναξις αὐτῶν τελεῖται ἐν τῷ Δευτέρῳ.

Δὲν ἔχουμε περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τῶν Ἁγίων.

Οἱ Ἅγιοι Πηλέας καὶ Νεῖλος οἱ Ἱερομάρτυρες καὶ Ἐπίσκοποι

Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο. Παρουσιάστηκαν μὲ θάρρος σὰν Χριστιανοί, μαζὶ μὲ τὸν Πατερμούθιο, τὸν Ἠλία καὶ 100 ἄλλους χριστιανούς, στὸν εἰδωλολάτρη βασιλιά.

Ὑπέστησαν φρικτὰ μαρτύρια, τοὺς ἔβγαλαν τὸ δεξὶ μάτι καὶ στὸ τέλος τοὺς ἔκαψαν ζωντανούς.

 Οἱ Ἅγιοι Πατερμούθιος καὶ Ἠλίας οἱ ἔνδοξοι

Μαρτύρησαν διὰ πυρός.

 Οἱ Ἅγιοι 100 Μάρτυρες οἱ Αἰγύπτιοι

Πρόκειται γιὰ τοὺς Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τοὺς Πηλέα καὶ Νείλου.

Οἱ Ἅγιοι 50 Μάρτυρες ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη

Αὐτοὶ ἦταν ἀπὸ μία χώρα ποὺ ὀνομαζόταν Ζωώρα. Καταγγέλθηκαν στὸν δούκα τοῦ τόπου, ὅτι ἦταν χριστιανοί.

Στὴν ἀρχὴ τοὺς ἔστειλαν στὰ μεταλλεῖα σὰν ἐργάτες, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐπέμεναν στὴν πίστη τους, τελικά τοὺς ἔκαψαν στὴ φωτιὰ ζωντανούς.

Οἱ Ἅγιοι Ἡρακλείδης καὶ Μύρων Ἐπίσκοποι Ταμάσου τῆς Κύπρου

Ὁ Ἡρακλείδης ἦταν γιὸς ἱερέα εἰδωλολάτρη, τοῦ Ἱεροκλέα, ποὺ ἱεράτευε κατὰ τὴν Σολέα τῆς Κύπρου, στὸ χωριὸ Λαμπαδιστό. Ὁ ἱερέας διακρινόταν γιὰ τὰ φιλόξενα αἰσθήματά του καὶ γι’ αὐτὸ δὲν δίστασε νὰ φιλοξενήσει τὸν Παῦλο καὶ τὸν Βαρνάβα καὶ τὸν Μαρκο, ὅταν αὐτοὶ βρέθηκαν στὸ ἔδαφος τῆς Κύπρου. Τότε εἵλκυσαν στὸν Χριστὸ τὸν γιὸ τοῦ Ἡρακλείδη καὶ αὐτὸς στὴ συνέχεια ἔφερε στὸν Χριστὸ τοὺς γονεῖς του.

Τὸν Ἡρακλείδη ὁ Παῦλος διόρισε ἐπίσκοπο Ταμασίων τῆς Κύπρου. Ἐργάστηκε μὲ πολὺ ζῆλο, ἔχοντας συνεργάτη του τὸν Μύρωνα. Μπόρεσαν καὶ οἱ δυὸ νὰ φέρουν κοντὰ στὸν Χριστὸ πολλοὺς εἰδωλολάτρες. Οἱ ἐπιτυχίες τους ὅμως αὐτές, προκάλεσαν τὴ μανία τῶν ἀπίστων. Καὶ ἔτσι κάποια μέρα, ὅρμησαν ὁπλισμένοι ἐπάνω τους καὶ ἀφοῦ τοὺς θανάτωσαν, στὴ συνέχεια τοὺς ἔριξαν στὴ φωτιά. Καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.

Γιὰ τὸν Ἅγιο Ἡρακλείδη διαβάζουμε τὰ ἑξῆς :

«Τίς σοῦ τὸν βίον ἰσχύσει ἐκδιηγήσασθαι;… Χαῖρε ὅτι ἐχρίσθης Ἱεράρχης θεόθεν. Χαῖρε ὅτι ἐφάνης ὁδηγὸς παιδιόθεν»…

Δικαιολογημένη ἡ ἀπορία. Δίκαιος καὶ ὁ ἔπαινος. Γιατί ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος, ποὺ γιορτάζουμε στὶς 17 τοῦ Σεπτέμβρη, δὲν εἶναι μόνο ὁ πρῶτος Ἱεράρχης τῆς ξακουστῆς Ταμασοῦ, ἀλλὰ καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ πιὸ σπουδαίους Ἱεράρχες τῆς Νήσου τῶν Ἁγίων, τῆς εὐλογημένης Κύπρου μας.

Γεννήθηκε στὴ Λαμπαδοὺ ἢ Λαμπαδιστό, ἕνα χωριὸ κοντὰ στὸ σημερινὸ Μιτσερό, κι ἦταν γιὸς εἰδωλολάτρη ἱερέα.

Κάποια μέρα ποὺ πατέρας καὶ γιὸς καταγινόντουσαν μὲ τὴν προσφορὰ θυσίας στοὺς θεούς, δυὸ ξένοι πλησίασαν, κι ἀφοῦ χαιρέτησαν μὲ καλοσύνη, ζήτησαν νὰ μάθουν ἀπὸ αὐτοὺς τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγοῦσε πρὸς τὴν Πάφο.

Οἱ δυὸ ξένοι, ποὺ φαινόντουσαν νὰ ἔρχονται ἀπὸ μακριά, ἦταν οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Μάρκος ποὺ εἶχαν ἔρθει στὸ νησὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο γιὰ τὴν πρώτη τους ἀποστολικὴ περιοδεία, γύρω στὸ 45 – 46 μ.Χ.

Ὁ εἰδωλολάτρης ἱερέας Ἱεροκλῆς ἡ Ἱερόκλεως, ὁ πατέρας τοῦ Ἠρακλειδίου, μὲ τὴν εὐγένεια καὶ τὴ φιλοξενία ποὺ διακρίνει τοὺς Ἕλληνες, ἔσπευσε νὰ καλέσει τοὺς ξένους νὰ παραμείνουν στὸ σπίτι του, ἐκεῖ στὸ χωριὸ, τὴν Λαμπαδού, γιὰ νὰ ξεκουραστοῦν.

Οἱ Ἀπόστολοι ὅμως ἐπέμεναν νὰ προχωρήσουν καὶ αὐτός, γιὰ νὰ τοὺς διευκολύνει, ἔστειλε τὸν γιὸ του τὸν Ἠρακλέωνα, νὰ τοὺς συνοδεύσει ὡς ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, καὶ νὰ τοὺς δείξει τὸν δρόμο. Εὐλογημένη συνάντηση.! Καὶ τρισευλογημένη ἀπόφαση!

Μόλις οἱ Ἀπόστολοι ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ ἐκεῖ, ἄρχισαν τὴ συζήτηση μὲ τὸν νεαρό.

– Τί ἐκάμνατε, παιδί μου, ἐκεῖ ποὺ σᾶς συναντήσαμε, ρώτησε ὁ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, ὁ Βαρνάβας.

– Προσφέραμε θυσία στοὺς θεούς μας, ἀπήντησε ὁ Ἠρακλείδιος.

– Θεοὶ οἱ πέτρες καὶ τὰ ξύλα; Ὄχι, παιδί μου. Αὐτὰ δὲν εἶναι θεοί. Εἶναι δημιουργήματα. Εἶναι ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων.

Ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας. Αὐτός, ποὺ ἐδημιούργησε «τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, τὴν Θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὔτοις».

Ὁ Θεός, ὁ ἀληθινὸς Θεός, δὲν κατοικεῖ μέσα σὲ χειροποίητους ναούς, οὔτε καὶ ὑπηρετεῖται ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων, γιατί δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Ἀντίθετα! Αὐτὸς εἶναι ποὺ δίδει σὲ ὅλα ζωὴ καὶ ἀναπνοὴ καὶ ὅλα ὅσα τοὺς χρειάζονται γιὰ τὴ συντήρησή τους. Αὐτός, ἀπὸ ἕνα ζευγάρι, ἔκανε ὅλα τὰ ἔθνη τῶν ἀνθρώπων ποὺ κατοικοῦν πάνω στὴ γῆ. Καὶ Αὐτός, ὅταν οἱ ἄνθρωποι πλανηθήκαμε, ἀπὸ ἀγάπη ἄπειρη ἔστειλε σ’ ἐμᾶς τὸν γιό του, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, γιὰ νὰ μᾶς σώσει…

Ὁ Ἡρακλέων μὲ κατάνυξη ἄκουε τὰ λόγια τῶν Ἀποστόλων. Ἡ ψυχή του, σὰν τὴ διψασμένη γῆ, ρουφοῦσε κυριολεκτικὰ τὴν διδασκαλία γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Εὐλογημένο! Ὁ νεαρὸς προσήλυτος, ὅταν ἔφθασαν στὸν ποταμὸ Σέτραχο, (μερικοὶ φρονοῦν πὼς ὁ ποταμὸς στὸν ὅποιο βαπτίσθηκε ὁ Ἠρακλείδιος εἶναι ὁ Καρκώτης, ὁ ποταμὸς τῆς Σολέας, ποὺ τρέχει κάτω ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Μαραθάσας, τὸν Καλοπαναγιώτη, σὰν τὸν Εὐνοῦχο τῆς Κανδάκης τῆς βασίλισσας τῶν Αἰθιόπων), ρώτησε μὲ λαχτάρα:

— Ποιὸς μὲ ἐμποδίζει νὰ βαπτιστῶ;

— Κανένας, ἦταν ἡ ἀπάντηση. Ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσεις.

— Τὸ θέλω! φώναξε ὁ Ἡρακλέων. Τὸ θέλω μὲ τὴν καρδιά μου!

Τότε οἱ Ἀπόστολοι, γεμάτοι χαρά, κατέβηκαν στὸν ποταμό, τὸν βάφτισαν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», καὶ τοῦ ἔδωκαν τὸ ὄνομα Ἠρακλείδιος. Μετὰ προχώρησαν σὲ μία σπηλιὰ κοντὰ στὸν ποταμό, στὴν ὁποία παρέμειναν μερικὲς μέρες συνεχίζοντες τὴ διδασκαλία.

Ἐκεῖ ἕνα πρωὶ ἦρθε ἀπροσδόκητα καὶ τοὺς συνήντησε κι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Τὴν ἑπόμενη ἔφτασε κι ὁ Μνάσων, τὸν ὁποῖο ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὀνομάζει «ἀρχαῖον μαθητήν» (Πράξεις κα’ 16). Ἀφοῦ συμπληρώθηκε ἡ κατήχηση τοῦ νεοφώτιστου οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι τὸν χειροτόνησαν ἐπίσκοπό της Ταμασοῦ καὶ τοῦ ἀνέθεσαν ὑστέρα ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τῆς ἁλιείας ψυχῶν στὴν πολυάνθρωπο πόλη. Μαζί του ἔμεινε καὶ ὁ Μνάσων.

Οἱ δυὸ μαθητὲς ἀφοῦ ἀποχαιρέτησαν τοὺς Ἀποστόλους καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια κατευόδωσαν γιὰ τὴν Πάφο, ρίφθηκαν μὲ φλογερὸ ζῆλο στὸ ἔργο τους. Τὸ ἱερὸ ἔργο τῆς σωτηρίας ψυχῶν. Τόπος συνάξεων ἕνα ὑπόγειο. Ἕνα ὑπόγειο σπήλαιο, ποὺ σώζεται καὶ σήμερα καὶ ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ ὁμώνυμο μοναστήρι. Τὸ σπήλαιο αὐτὸ χρησίμευσε ὄχι μονάχα ὡς ἐκκλησία στὴν ὁποία ὁ Ἠρακλείδιος συγκέντρωνε τοὺς πιστούς του, ἀλλὰ καὶ σὰν κατοικία καὶ ἀσκητήριό του. Κάτι περισσότερο.

Τὸ σπήλαιο αὐτὸ ἔγινε ἀκόμη καὶ τάφος του, μὰ καὶ τάφος τῆς εἰδωλολατρίας.

Ἐδῶ θεμελιώθηκε ἡ πρώτη Ἐκκλησία ποὺ σιγά – σιγὰ ἁπλώθηκε σὲ ὅλη τὴν πόλη. Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους ποὺ κλήθηκαν νὰ χαροῦν τὸ φῶς τῆς νέας ζωῆς, ὑπῆρξαν οἱ γονεῖς τοῦ φλογεροῦ καὶ ζηλωτὴ ἐργάτη τοῦ χριστιανικοῦ ἀμπελώνα.

Τὰ λόγια τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ «εἴτις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἐστὶν ἀπίστου χειρῶν» (Ἀ Τιμ. ε’ 8), βρῆκαν στὸ πρόσωπο τοῦ Ἁγίου ἕνα πιστὸ καὶ ἐνθουσιώδη ἐκτελεστή.

Μὲ τὶς στοργικές του νουθεσίες καὶ τὶς θερμές του παρακλήσεις τόσο ὁ πατέρας, ὅσο κι ἡ μητέρα του ἀσπάσθηκαν μὲ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη τὴν καινούργια θρησκεία καὶ βαφτίστηκαν. Πόση χριστιανικὴ ἀγαλλίαση καὶ ἱκανοποίηση δοκίμασε ὁ νεαρὸς ἱεραπόστολος τὴν ἥμερα ἐκείνη! Τὴν ἥμερα ποὺ οἱ γονεῖς του φόρεσαν τὸν λευκό τοῦ βαπτίσματος χιτώνα.

Καλότυχοι γονεῖς. Εὐτυχισμένος γιός!

Μὲ τὶς ὑπεράνθρωπες προσπάθειες τοῦ Ἁγίου τὸ μικρὸ ποίμνιο ποὺ σχηματίστηκε στὴν ἀρχὴ γύρω του, μεγάλωνε μέρα μὲ τὴν ἡμέρα, ὥστε σὲ λίγο καιρὸ ἡ πόλη τῆς Ταμασοῦ νὰ γίνει ἕνα περίλαμπρο χριστιανικὸ κέντρο. Στὴν αὔξηση αὐτὴ μαζὶ μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ τὸν φλογερὸ ζῆλο του, πολὺ συνέβαλε καὶ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο πλούσια τὸν χαρίτωσε ὁ Κύριος.

Πολλά, πάρα πολλὰ θαύματα ἀναφέρονται στὸν Ἅγιο καὶ παλαιά, μὰ καὶ στὴν ἐποχή μας. Θὰ σημειώσουμε ἐδῶ μερικά.

Μιὰ μέρα, ἕνα φίδι φαρμακερὸ (κουφή) δάγκασε τὸ μονάκριβο παιδὶ κάποιας γυναίκας ποὺ ἦταν συγγενὴς τῆς συζύγου τοῦ κοινοτάρχη τῆς Ταμασοῦ, τῆς Μακεδονίας, τὴν ὁποία οἱ ἅγιοι ἔσωσαν νωρίτερα ἀπὸ βέβαιο θάνατο. Ἡ Τροφίμη – ἔτσι λεγόταν ἡ μητέρα – μαζὶ μὲ μερικοὺς ἄλλους φανεροὺς πιστοὺς ἔτρεξαν καὶ κάλεσαν τοὺς δυὸ Ἁγίους στὸ σπίτι ποὺ ἦταν τὸ παιδί. Οἱ Ἅγιοι μὲ προθυμία ἔσπευσαν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν παράκληση. Σὰν ἔφθασαν, ὁ Ὅσιος Ἠρακλείδιος γονάτισε μπροστὰ στὸ ἄτυχο παιδὶ καὶ σήκωσε τὰ χέρια.

Τὴν στιγμὴ ποὺ μὲ κατάνυξη προσευχόταν καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ ἀναστήσει τὸ νεκρὸ παιδί, ἡ μητέρα ἔξαλλη ἀπ’ τὴν λύπη κτύπησε τὸ κεφάλι στὸν τοῖχο καὶ ἔπεσε καὶ αὐτὴ κάτω νεκρή.

Ὁ Ὅσιος χωρὶς νὰ ταραχθεῖ, συνέχισε τὴν προσευχή του. Σὰν τέλειωσε, ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ πάνω στὸ παιδί, τὸ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ τράβηξε. Ὁ Ἀέτιος — αὐτὸ ἦταν τὸ ὄνομά του – ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ σηκώθηκε σὰν νὰ ξυπνοῦσε ἀπὸ βαρὺ ὕπνο. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Ὅσιος Μνάσων ἀνέστησε καὶ τὴν Τροφίμη, τὴ νεκρὴ μητέρα καὶ τῆς παρέδωσε τὸ παιδί της.

Οἱ παρευρισκόμενοι ξέσπασαν σὲ οὐρανομήκεις δοξολογίες. Ἀμέσως ἡ Τροφίμη, ἀφοῦ ντύθηκε τὴν πιὸ καλή της φορεσιὰ καὶ ἕντυσε λαμπρὰ καὶ τὸ παιδί της, ξεχύθηκε μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους, τὴν συγγενή της Μακεδονία καὶ τὸ πλῆθος στὸν δρόμο καὶ φώναξε μὲ πίστη καὶ παλμό:

– Πιστεύω στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ κηρύττουν ὁ Ἠρακλείδιος καὶ ὁ Μνάσων.

Μὲ συγκίνηση ἡ πομπὴ προχώρησε στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ κι ἐκεῖ τετρακόσια νέα πρόσωπα, ἄνδρες καὶ γυναῖκες βαπτίσθηκαν καὶ ἔγιναν χριστιανοί.

Ἄλλη φορά, ἐνῶ ὁ Ἠρακλείδιος καὶ ὁ Μνάσων ἱερουργοῦσαν στὸ ναὸ καὶ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν ἔψαλλαν μὲ κατάνυξη τοὺς ἱεροὺς ὕμνους, ἕνας δαιμονισμένος ἀπὸ τὰ Πέρα, ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ πνεῦμα πονηρό, ποὺ τὸν βασάνιζε γιὰ καιρό, μπῆκε στὴν ἐκκλησία, ὄρμισε πάνω στὸν Ἠρακλείδιο καὶ τοῦ ξέσχισε τὸ ἔνδυμα. Ἀμέσως ὅμως γιατρεύτηκε καὶ ἄρχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεό. Στὸ ἄκουσμα τοῦ Θαύματος, πλήθη λαοῦ ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἔφεραν στοὺς Ἁγίους διάφορους ἀρρώστους, καὶ αὐτοὶ τοὺς γιάτρεψαν καὶ ὑστέρα τοὺς βάπτισαν.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Ἅγιος θεράπευσε ἕναν τυφλὸ καὶ ἕναν κουτσὸ καὶ ἔκανε καλὰ ἕναν παράλυτο. Ἐπίσης ἔγινε αἰτία νὰ πιστέψει ἕνας ἄγαλματοποιὸς καὶ νὰ βαπτισθεῖ μὲ τὰ τρία παιδιά του καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους.

Τὸ εὐεργετικὸ ἔργο τῶν Ἁγίων στὴν πόλη τῆς Ταμασοῦ ἦρθε νὰ διακόψει αὐτὸ τὸν καιρὸ μία ἐπιστολὴ ἀπὸ μέρους τῶν δυὸ Ἀποστόλων, τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Βαρνάβα. Τὴν ἔφερε ἀπὸ τὴν Πάφο κάποιος Νικόλαος.

Στὸ «γράμμα» αὐτὸ οἱ Ἀπόστολοι ἔγραψαν στὸν Ἠρακλείδιο ὅσα τοὺς συνέβησαν ἐκεῖ, καὶ τοῦ ζητοῦσαν νὰ σπεύσει νὰ τοὺς συναντήσει καὶ νὰ βοηθήσει καὶ αὐτὸς στὸ κήρυγμα. Ὁ Ὅσιος ἀφοῦ ἀνήγγειλε στὰ πνευματικά του παιδιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιστολῆς καὶ ζήτησε ἀπὸ αὐτὰ τὶς προσευχές τους, τέλεσε τὸ Μυστήριό τῆς Θείας Εὐχαριστίας, χειροτόνησε τὸν γιὸ τῆς Μακεδονίας, Γρηγόριο, σὲ πρεσβύτερο καὶ τοῦ ἀνέθεσε νὰ κατηχεῖ τὸν λαό, καὶ ξεκίνησε νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολικὴ ἐντολή.

Μαζί του πῆρε τὸν Μνάσωνα καὶ κάποιον ἄλλο, τὸν Ροδώνα.

Στὸν δρόμο πρὸς τὴν Πάφο, ἐκεῖ στὸ χωριὸ Ἀνώγυρα, ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος ἔκαμε καλὰ ἕναν τυφλό, ἀφοῦ τοῦ ἄγγιξε τὰ μάτια καὶ ἐπικαλέσθηκε τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτός, γεμάτος εὐγνωμοσύνη, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ θεραπευτῆ του κι ἄρχισε νὰ φωνάζει:

— Σ’ εὐχαριστῶ, καλέ μου ἄνθρωπε. Σ’ εὐχαριστῶ, καὶ πιστεύω μὲ τὴν καρδιὰ τὸν Θεό, ποὺ κηρύττεις.

Στὸ ἄκουσμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ μαζεύτηκαν πολλοὶ ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, γιὰ νὰ δοῦν καὶ τὸν θεραπευθέντα καὶ νὰ γνωρίσουν καὶ τοὺς ξένους. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ τυφλοῦ ποὺ ξανάβλεπε καὶ δοξολογοῦσε τὸν Θεὸ τῶν ὁσίων μὲ ἔκσταση, ἄρχισαν κι αὐτοὶ νὰ φωνάζουν: Ἐλέησέ μας, Κύριε. Ἐλέησέ μας, σὲ παρακαλοῦμε, τοὺς δούλους σου.

Οἱ Ἅγιοι μίλησαν καὶ σ’ αὐτοὺς γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὴν σωτηρία ποὺ ἔφερε στὸν κόσμο καὶ στὸ τέλος βάπτισαν περὶ τοὺς δεκαπέντε ἄνδρες. Ἕνας μάλιστα ἀπὸ τοὺς νεοφώτιστους, ποὺ εἶχε καὶ τὸ χέρι του ἀκίνητο, σὰν ξεραμένο θεραπεύθηκε μὲ τὸ βάπτισμα.

Οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδωλολατρῶν ποὺ ἄκουσαν καὶ εἶδαν ὅσα ἔγιναν, ξεσήκωσαν τὰ πλήθη ἐνάντια στοὺς Ἁγίους καὶ ἔτσι αὐτοὶ ἔφυγαν τὸ ταχύτερο γιὰ τὴν Πάφο. Ἀφοῦ γιὰ ἕνα διάστημα συνέδραμαν τὸ ἔργο τῶν ἀποστόλων, ξαναγύρισαν στὴν Ταμασὸ περνώντας ἀπὸ τὸ Κούριο, ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸ σημερινὸ χωριὸ Ἐπισκοπή. Στὴν ἐπιστροφή τους, μετὰ τὸ Κούριο, γιάτρεψαν μία δαιμονισμένη ποὺ ἔτρεχε ξωπίσω τους καὶ τοὺς φώναζε.

Ὁ Ἠρακλείδιος τὴν σφράγισε τρεῖς φορὲς μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἀμέσως τὸ δαιμόνιο ἔφυγε ἀπὸ τὸ δυστυχισμένο πλάσμα, ποὺ Θεραπεύθηκε καὶ δόξαζε τὸν Θεό.

Οἱ ζηλωτὲς Ἱεραπόστολοι μὲ τὴν καρδιὰ πλημμυρισμένη ἀπὸ χαρὰ συνέχισαν τὸν δρόμο τους. Ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ στὸ χωριὸ Μελίνη, ἔμαθαν ὅτι ἡ ἀδελφή τοῦ Ἠρακλειδίου ἡ Ἠρακλειδιανή, εἶχε ἀφήσει τὸν κόσμο αὐτὸ ἀπὸ μέρες καὶ εἶχε πετάξει στὸν οὐρανό. Οἱ Ἅγιοι τάχυναν τὸ βῆμα πρὸς τὴν Ταμασὸ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πρὸς τὸ βουνὸ Κορώνη, ὅπου εἶχε ταφεῖ ἡ Ὁσία. Μπροστὰ στὸν τάφο της σταμάτησαν, ἔψαλαν μερικοὺς νεκρώσιμους ὕμνους καὶ ὕστερα πῆγαν στὴν ἐκκλησία, ὅπου ὁ Ἅγιος μίλησε στὰ πλήθη, λόγους παρηγοριᾶς καὶ πνευματικῆς οἰκοδομῆς.

Δέκα μέρες μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ὁσίων στὴν Ταμασό, κάποιος εἰδωλολάτρης ἀπὸ τὴ Λαμπαδιστὸ ἢ Λαμπαδού, ποὺ εἶχε τὸ ὄνομα Τιμόθεος, παρουσιάσθηκε στὸν Ἅγιο Ἠρακλείδιο καὶ τοῦ εἶπε, πὼς πρὸ καιροῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ στὴν ἀδελφή του Ἠρακλειδιανὴ ἕνα ποσὸ χρημάτων, γιὰ νὰ τὸ φυλάξει. Ὁ Ἅγιος, στὴν παράκληση τοῦ Τιμοθέου νὰ τοῦ ἐπιστραφοῦν τὰ χρήματα, διέταξε νὰ δώσουν σ’ αὐτὸν νὰ φάγει καὶ ὑστέρα σηκώθηκε καὶ τράβηξε στὸν τάφο. Ξωπίσω του ἀκολούθησαν ὁ Μνάσων καὶ μερικοὶ ἄλλοι. Ὅταν ὁ Ἠρακλείδιος ἔφθασε ἐκεῖ, γονάτισε καὶ μὲ στοργὴ κάλεσε τὴν ἀδελφή του καὶ τῆς εἶπε γλυκά:

— Ἀδελφή μου ἀγαπημένη! Ξύπνα, σὲ παρακαλῶ, καὶ πές μου, ποῦ ἔβαλες τὰ χρήματα τοῦ Τιμοθέου;

– Τὰ χρήματα, πατέρα καὶ ἀδελφέ μου, ἀπήντησε ἡ νεκρή, θὰ τὰ βρεῖτε κάτω ἀπὸ μία πέτρα στὸ πάτωμα τοῦ κρεβατιοῦ.

— Κοιμήσου ἐν εἰρήνῃ, ἀδελφή μου, πρόσθεσε ὁ ἅγιος ἐπίσκοπος.

Τὰ χρήματα βρέθηκαν καὶ δόθηκαν στὸν Τιμόθεο, ποὺ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη πίστεψε στὸν Χριστό, κατηχήθηκε καὶ δέχθηκε τὸ Ἅγιο Βάπτισμα.

Θὰ χρειαζόταν νὰ προστεθοῦν πολλὲς σελίδες ἀκόμη γιὰ νὰ καταγράψουν τοῦ Ἁγίου τὰ θαύματα. Τοῦτο ὅμως θὰ μάκραινε πολὺ τὸν λόγο, πράγμα ποὺ δὲν θέλουμε. Τὰ λίγα ποὺ ἀναφέρθηκαν εἶναι ἀρκετά, γιὰ νὰ δεῖ ὁ καθένας πόσο πλούσια ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χαρίτωσε τὸν ἅγιο καὶ μάρτυρα ἐπίσκοπο.

Εἴπαμε τὸν ἅγιο μάρτυρα, γιατί ἡ θεμελίωση καὶ αὔξηση τῆς νέας θρησκείας στὴν πολυάνθρωπο πόλη ἐξήγειρε τὸ μίσος τῶν εἰδωλολατρῶν ἐνάντια στοὺς πρωτεργάτες. Κάποια μέρα ἐνῶ ὁ γηραιὸς ἐπίσκοπος βρισκόταν στὸ σπήλαιό του, ἄρρωστος μὲ πυρετό, μανιασμένοι εἰδωλολάτρες ὄρμισαν στὸ σπήλαιο, ἅρπαξαν τὸν Ὅσιο καὶ τὸν ἔσυραν στὴν πλατεία τῆς Ταμασοῦ. Ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τὸν σκότωσαν μὲ τὸ ξίφος. Ὁ Ἅγιος πέθανε προσευχόμενος γιὰ τοὺς δημίους του. Ὁ θάνατός του ὅμως δὲν κόρεσε τὴν μανία τοῦ ὄχλου, ποὺ ἔσπευσε νὰ φέρει ξύλα, νὰ ἀνάψει φωτιά, καὶ νὰ ρίξει μέσα τὸ ἅγιο σκήνωμα, γιὰ νὰ τὸ κάψει. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη τὸ πλῆθος τῶν χριστιανῶν δὲν κρατήθηκε.

Μὲ τὸν Μνάσωνα μπροστὰ ὤρμησε, διάλυσε τοὺς εἰδωλολάτρες, ἔσβησε τὴν φωτιά, καὶ ἀφοῦ μάζεψε μὲ εὐλάβεια τὸ ἅγιο λείψανο, τὸ πῆρε καὶ τὸ ἔθαψε μέσα στὴν ὑπόγεια σπηλιὰ μὲ δάκρυα στοργῆς κι εὐγνωμοσύνης. Τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, ὅταν ἦταν στὴ ζωή, συνεχίστηκαν καὶ μετὰ τὸν θάνατό του, καὶ συνεχίζονται καὶ σήμερα. «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοὶς ἁγίοις αὐτοῦ».

Ἡ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἠρακλειδίου καὶ τὸν ζῆλο του, μὰ καὶ τὶς ὑπεράνθρωπες προσπάθειες μιᾶς μικρῆς ὁμάδας ἀνθρώπων σκόρπισε τὸ φῶς τῆς νέας ζωῆς σ’ ὅλη τὴν πολυάνθρωπη πόλη, καὶ ἀναγέννησε μυριάδες ψυχές. Ἀξίζει νὰ σημειωθοῦν ἐδῶ μερικὰ ὀνόματα τῆς Ἱεραποστολικῆς αὐτῆς ὁμάδας: Ἠρακλείδιος, Μνάσων, Ρόδων, Θεόδωρος, Προκλιανῆ διακόνισσα, Γρηγόριος, Μακεδόνιος, Μακεδονία, Ἠρακλειδιανή.

Τὰ ὀνόματα αὐτὰ ἀντιπροσωπεύουν μερικὲς ἀπὸ τὶς ἅγιες μορφὲς ποὺ ἐργάστηκαν μὲ πίστη φλογερὴ καὶ αὐταπάρνηση γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ τόπου μας. Πόσα δὲν χρωστᾶμε σ’ αὐτούς! Ἀλήθεια! Πόσα;

Ἀλλὰ καὶ ποιὰ καλύτερα παραδείγματα καὶ πρόσωπα μποροῦμε, ὅσοι πονοῦμε εἰλικρινὰ τὸν τόπο αὐτό, νὰ προβάλουμε καὶ σήμερα στὴ νεολαία μας ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς αὐτοὺς ἀγωνιστὲς τῆς πίστεως, τοὺς ἀγωνιστές ποὺ μέσα σ’ ἕναν κόσμο σάπιο ἀπ’ τὴν εἰδωλολατρία ὕψωσαν τὸ ἀνάστημά τους «ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταὶς ὀπαὶς τῆς γῆς» (Ἑβρ. ια’ 37 – 38) καὶ ἀγωνίσθηκαν καὶ ἔδωσαν τὰ πάντα γιὰ τὸ εὐγενέστερο ἰδανικό, γιὰ τὴν θρησκεία τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Ἀξίζει στοὺς νέους νὰ ἀγωνίζονται καὶ νὰ πεθαίνουν γιὰ τὰ ἰδανικά τους. Καὶ ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος νέος ἔδωκε στὸν Χριστὸ τὴν καρδιά του, τὴν ὑγεία του, τὴν ζωή του. Οἱ αἰῶνες θὰ ξεθωριάζουν μέσα στὸν χρόνο. Ἕνα ὅμως θὰ μένει ἄφθαρτο κι ἀνέγγιχτο ἀπὸ τὴν καταλύτρια δύναμη τῶν καιρῶν. Τὸ ὄνομα ἐκείνων ποὺ ὑπέταξαν τὴν ζωή τους στὸν Χριστὸ καὶ ταύτισαν τὸ θέλημά τους μὲ τὸ δικό Του.

Ὁ Ἅγιος Ἠρακλείδιος εἶναι ἕνας ἀπ’ αὐτούς.

Ἂς μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμά του.

Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ καλύτερος τρόπος νὰ δείξουμε σ’ αὐτὸν τὸν σεβασμό μας καὶ τὴ γνήσια ἀγάπη μας.

Γύρω στὰ 400 μ.Χ. πάνω ἀπὸ τὸ ὑπόγειο σπήλαιο, ποὺ περικλείει τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου κτίστηκε ἡ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἠρακλειδίου. Ἡ μονὴ αὐτὴ ἀνακαινίστηκε τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ ἔγινε γυναικεία. Στὸν ναὸ, κάθε Κυριακη καὶ γιορτὴ, πλήθη εὐλαβῶν χριστιανῶν συνέρχονται ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τῆς νήσου, γιὰ νὰ παρακολουθήσουν τὴ Θεία Λειτουργία καὶ τὶς ἄλλες ἱερὲς ἀκολουθίες. Συγχρόνως ὅμως καὶ νὰ προσκυνήσουν μ’ εὐλάβεια τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου καὶ νὰ τονωθοῦν ψυχικά.

Εἴθε ἡ χάρη του νὰ σκέπει καὶ νὰ φυλάει πάντα τὸ μαρτυρικὸ νησί μας κι ὅλους μας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Τὴν ποίμνην ἐποίμανας, τὴν τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, καὶ θείων, μακάριε, ναμάτων πάντων ψυχᾶς πλουσίως κατήρδευσος· ὅθεν τῶν σὲ τιμώντων ὁ χορὸς ἀναμέλπει, ὕμνους σοὶ καὶ γεραίρει, τὴν ἁγίαν σου μνήμην ἱκέτευε οὒν ἀεὶ ὑπὲρ ἡμῶν, ἱεράρχα Ἠρακλείδιε.

 Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Ποίημα τοῦ Μακ. Ἀρχ. Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου.

Μέγαν εὔρατο τῶν Ταμασέων, πόλις κήρυκα καὶ ποιμενάρχην, τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ καὶ διδάσκαλον. Τῶν γὰρ εἰδώλων τὴν πλάνην κατήργησας, φῶς ἀληθείας κηρύξας τοὶς ἔθνεσιν. Ὅθεν, ἅγιε ἱεράρχα Ἠρακλείδιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ὁ Ὅσιος Ἀναστάσιος ὁ Θαυματουργός ὁ ἐν Κύπρῳ

Τὸ ὄνομά του κατέχει ξεχωριστὴ θέση στὶς καρδιὲς τῶν χριστιανῶν τῆς νήσου μας.

Τὰ πολλὰ καὶ διάφορα θαύματά του ἀναφέρονται ἀπ’ ὅλους μὲ βαθὺ σεβασμό.

Γιὰ τὴν ζωή του ὅμως λίγα, πολὺ λίγα, γνωρίζουμε. Ἀπὸ τὴν φυλλάδα του μανθάνουμε, πὼς ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Κομνηνῶν τὸν 12ο αἰώνα.

Ἐπίσης ὅτι ἦταν καὶ αὐτὸς ἕνας ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους Ἕλληνες ποὺ ὑπηρετοῦσαν ὡς μισθοφόροι στὴ Γερμανία  καὶ ἔλαβαν μέρος στὴν δεύτερη σταυροφορία, ποὺ κίνησε ἀπὸ τὴν Δύση, γιὰ νὰ ἐλευθερώσει δῆθεν τοὺς Ἁγίους Τόπους ἀπὸ τὰ χέρια τῶν μουσουλμάνων.

Σὰν τέλειωσε ἡ ἐκστρατεία, τριακόσιοι ἀπὸ αὐτοὺς ἀποσύρθηκαν στὴν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνη.

Πόθος καὶ παλμὸς καὶ ἀγώνας τους ἕνας: Νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεό.

Γι’ αὐτὸ ζητοῦσαν κάποιο μέρος μακριὰ ἀπὸ τὸν θόρυβο τοῦ κόσμου μὲ τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς καὶ τὶς τόσες παγίδες τοῦ Σατανᾶ, γιὰ νὰ περάσουν τὴ ζωή τους ἥσυχα μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὴ σκέψη δοσμένα στὸν Θεό.

Στὸν τόπο ὅμως ἐκεῖνο ὁ πόθος τους ὁ ἱερὸς συνήντησε ἐμπόδιο ἀπροσπέλαστο τὸν παράλογο θρησκευτικὸ φανατισμὸ τῶν Λατίνων, οἱ ὁποῖοι καθημερινὰ δημιουργοῦσαν πολλὰ ἐπεισόδια καὶ ταλαιπωρίες στοὺς ὀρθοδόξους ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ. Ἡ συνεχὴς αὐτὴ δοκιμασία καὶ δίκαιη ἀγανάκτηση, ποὺ πλημμύριζε τὶς καρδιές τους γιὰ τὴν βάναυση καὶ ἀδικαιολόγητη τούτη συμπεριφορά τους εἰς βάρος ἀδελφῶν χριστιανῶν, συμπεριφορὰ ποὺ ἐκδηλωνόταν στὸ ὄνομα τοῦ Διδασκάλου τῆς ἀγάπης, τοὺς ἀνάγκασε νὰ σηκωθοῦν νὰ φύγουν. Μιὰ μέρα συγκεντρώθηκαν ὅλοι μαζὶ στὴν παραλία.

Ἐκεῖ βρῆκαν ἕνα πλοῖο, καὶ ἐπιβιβάστηκαν σ’ αὐτὸ μὲ σκοπὸ τὴν ἐπιστροφὴ στὴν πατρίδα τους. Δυνατὴ ὅμως τρικυμία, καὶ ἴσως καὶ ναυάγιο, τοὺς ἔφερε στὰ δυτικὰ παράλια τῆς Κύπρου, στὴν περιοχὴ τῆς Πάφου.

Ἀπὸ ἐκεῖ, ἀφοῦ χωρίστηκαν σὲ ὁμάδες, διασκορπίσθηκαν σ’ ὅλο τὸ νησὶ καὶ ἐγκαταστάθηκαν μόνιμα σ’ αὐτό.

Ἐδῶ παρέμειναν καὶ ἀσκήτεψαν σὲ διάφορα μέρη.

Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ ποὺ τὴν εἶχαν χάρη στὴ μεγάλη τους πίστη, προώδευσαν πολὺ στὴν ἀρετὴ καὶ ἀξιώθηκαν νὰ κάμνουν καὶ θαύματα. Νὰ θεραπεύουν δηλαδὴ ὅλων τῶν εἰδῶν τὶς ἀρρώστιες ὄχι μονάχα ὅσο καιρὸ ἦσαν στὴν ζωή, ἄλλα καὶ ὕστερα ἀπὸ τὸν θάνατό τους. Ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τριακόσιους ἀγωνιστὲς τοῦ καλοῦ καὶ ἐργάτης τῆς ἀρετῆς ὑπῆρξε καὶ ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος.

Μετὰ τὸν ἀποχωρισμό του ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὁ μακάριος αὐτὸς ἀθλητὴς προχώρησε καὶ πῆγε καὶ κατοίκησε κοντὰ στὴν Περιστερωνοπηγὴ τῆς Ἀμμοχώστου, ὅπου γρήγορα διακρίθηκε γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἁγιότητά του. Κάτω ἀπὸ τὴν ὁμώνυμη Ἐκκλησία του ὑπάρχει καὶ σήμερα ἕνας ὑπόγειος χῶρος, ἕνα σπήλαιο, στὸ ὁποῖο συνήθως καταβαίνουν οἱ ἄρρωστοι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν θεραπεία τους.

Στὸν χῶρο αὐτὸ διέμενε ὁ Ἅγιος. Ὑπὸ τὴν γῆν. «Ἐν ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς». Μήπως τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ὅλη ἀρετὴ τῶν χριστιανῶν τῶν χρόνων αὐτῶν θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσουμε καὶ σὲ τοῦτο τὸν παράγοντα; Ὅσο καιρὸ ἡ Ἐκκλησία διωκόμενη ζοῦσε κάτω ἀπ’ τὴν γῆ, μέσα στὶς τρύπες καὶ τὶς κατακόμβες, τὰ μέλη της εἶχαν καὶ ζῆλο καὶ εὐσέβεια καὶ βάθος πνευματικό.

Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ τὶς τρύπες ἀντικατέστησαν οἱ περικαλλεὶς ναοὶ μὲ τὶς ἀνέσεις τους, τὸ πνευματικὸ βάθος καὶ ἡ ἀληθινὴ θρησκευτικότητα λιγόστεψαν, ἔγιναν σπάνια εἴδη, ἐξανεμίσθηκαν. Ἂς μὴ φοβίζουν, λοιπὸν τοὺς χριστιανοὺς οἱ διωγμοὶ καὶ οἱ παρεμβαλλόμενες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου δυσκολίες στὴν ἐκτέλεση τῶν θρησκευτικῶν τους καθηκόντων.

Ἀντίθετα. Αὐτὰ πρέπει νὰ τοὺς δυναμώνουν καὶ νὰ τοὺς ἐνθουσιάζουν. Βαθιὲς ρίζες στὴν γῆ ρίχνουν μόνο τὰ δέντρα ἐκεῖνα, ποὺ τὰ κτυποῦν δυνατὰ οἱ ἄνεμοι. Καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ δοκιμάζονται, ἂς εἶναι ἕτοιμοι νὰ φωνάξουν μαζὶ μὲ τὸν πνευματοκίνητο τῆς Ἐκκλησίας Πατέρα, τὸν Ἰωάννη τὸν Χρυσοστομο. «Πολλὰ τὰ κύματα καὶ χαλεπὸν τὸ κλυδώνιον ἀλλ’ οὗ δεδοίκαμεν μὴ καταποντισθῶμεν ἐπὶ γὰρ τῆς πέτρας ἐστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλύσαι οὗ δύναται· ἐγειρέσθω τὰ κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τὸ πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει». Δηλαδὴ εἶναι πολλὰ τὰ κύματα καὶ τρομερὴ ἡ τρικυμία· ὅμως δὲν φοβόμαστε μήπως καταποντισθοῦμε.

Δὲν φοβόμαστε, γιατί στεκόμαστε ἐπάνω στὴν πέτρα. Ἂς μαίνεται ἡ θάλασσα. Τὴν πέτρα δὲν μπορεῖ νὰ τὴν διαλύσει. Ἂς σηκώνονται τὰ κύματα.

Τὸ πλοῖο τοῦ Ἰησοῦ δὲν θὰ δυνηθοῦν ποτὲ νὰ τὸ καταποντίσουν. Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ μεγάλου Ἱεράρχη ἐπανέλαβαν κατὰ καιροὺς ὅλοι οἱ ἅγιοι καὶ συνεπεῖς ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς. Μὲ τὸ πνεῦμα τῶν λόγων αὐτῶν ἔζησε καὶ ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος.

Σ’ ἕνα σπήλαιο εἶχε τὴν κατοικία του. Σ’ ἕναν χῶρο ὑγρό, χωρὶς ἥλιο, χωρὶς φῶς. Ἡ ἁγία ψυχή του ὅμως καθαρμένη καὶ φωτεινὴ ἀπὸ τὴ σχέση της μὲ τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Χριστό, ἀνέβαινε καθημερινὰ σὲ ὕψη ἀρετῆς. Ἐδῶ εἶχε στημένο τὸν ἀργαλειό του στὸν ὁποῖο ὕφαινε σακιά, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ζεῖ καὶ νὰ βοηθᾶ ἀκόμη καὶ ἐκείνους ποὺ ζητοῦσαν τὴν συνδρομή του.

Τὸ σπήλαιο αὐτὸ μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτεψε ὁ ὅσιος διατηρεῖται ὡς σήμερα. Ὁ ἐπισκέπτης ποὺ εἰσέρχεται καὶ στέκεται στὴν εἴσοδό του προχωρεῖ καὶ καταβαίνει σ’ αὐτὸ ἀπὸ ἐννιὰ σκαλοπάτια.

Τὸ σπήλαιο εἶναι σκαλισμένο σ’ ἕνα βράχο. Τὸ ἐσωτερικό του εἶναι στενόμακρο μὲ στέγη καμαρωτὴ καὶ στὸ μέσο στηρίζεται σὲ μία κολώνα, ποὺ ἔχει ὕψος δυὸ περίπου μέτρα.

Ἡ κολώνα πάλι στέκεται σ’ ἕνα κιονόκρανο Κορινθιακοῦ ρυθμοῦ. Στὸ κιονόκρανο πατοῦν συνήθως οἱ ἄρρωστοι, καὶ ἀφοῦ ἀγκαλιάσουν τὴν κολώνα, περιστρέφονται γύρω ἀπ’ αὐτὴν τρεῖς φορές, γιὰ νὰ γιατρευτοῦν ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ τὶς νευραλγίες τους. Στὴ νότια πλευρὰ τοῦ σπηλαίου εἶναι μία μικρὴ πεζούλα καὶ κάτω ἀπὸ αὐτὴν ὁ τάφος τοῦ ἁγίου. Πάνω στὴν πεζούλα εἶναι τοποθετημένη μία εἰκόνα του καὶ δίπλα σ’ αὐτὴ εἶναι μερικὰ ξύλινα ἐργαλεῖα, σακκοράφια καὶ σαΐτες ὑφαντικῆς (μακούτζια), ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ μακάριος ἀσκητὴς γιὰ τὴ δουλειά του. Τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ πολὺ τὰ σέβονται οἱ πιστοὶ καὶ σ’ αὐτὰ ἀποδίδουν θεραπευτικὲς Ἰδιότητες. Οἱ προσκυνητὲς ποὺ ἐπισκέπτονται τὸν Ἅγιο, παίρνουν μὲ σεβασμὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐργαλεῖα καὶ τὰ τρίβουν μ’ εὐλάβεια στὸ μέρος τοῦ σώματος ποὺ πονοῦν, καὶ ἐπικαλοῦνται τὴ βοήθειά του γιὰ νὰ θεραπευτοῦν ἀπὸ τοὺς πόνους τους, τὶς «τζεγκιές τους».

Τὰ σύνεργα αὐτὰ πολλὰ λένε καὶ σ’ ἐμᾶς. Δούλευαν οἱ ἅγιοι γιὰ νὰ ζήσουν. Δούλευαν διάφορες ἐργασίες. Καὶ ὅμως οἱ ἐργασίες τους αὐτὲς ποτὲ δὲν στάθηκαν ἐμπόδιο στὴν ἐκτέλεση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων καὶ τὴν σωτηρία τους. Τονίζουμε ἰδιαίτερα τὸ σημεῖο αὐτό, γιατί πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε πὼς τὸ ζήτημα τοῦτο δημιουργεῖ καὶ στὴν ἐποχή μας μεγάλη παρεξήγηση.

Πολλοὶ καὶ πολλές, γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τὴν θρησκευτική τους ἀδιαφορία, προβάλλουν σὰν αἰτία τὴν ἐργασία. Θέλουμε καὶ ἐμεῖς, λένε, νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἐκτελέσουμε τὰ θρησκευτικά μας καθήκοντα. Μὰ δὲν βρίσκουμε καιρό. Μᾶς τρῶνε οἱ δουλειές. Ἔχουν δίκαιο; Ὄχι! Καμιὰ νόμιμη ἐργασία δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἐμπόδιο σὲ κάποιον ποὺ θέλει νὰ ζεῖ τὴν χριστιανικὴ ζωή.

Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ βεβαιώνει τὸ παράδειγμα τῶν μυριάδων ἐργατῶν τῆς ἀρετῆς.

Τὸ διακηρύττει ἀκόμη μὲ τὴν ζωή του καὶ ὁ Ἅγιος μας.

Ἔζησε μέσα σὲ μιὰ σπηλιὰ ἐργαζόμενος σκληρὰ καὶ καλλιεργώντας καθημερινὰ μὲ προσοχὴ καὶ φόβο Θεοῦ τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν χριστιανικὴ μόρφωση τῆς ψυχῆς του ὡς τὶς τελευταῖες του στιγμές.

Πρὶν κλείσει τὰ μάτια κοινώνησε γιὰ τελευταία φορὰ τὰ ἄχραντα μυστήρια καὶ ἀφοῦ κάλεσε κοντὰ του τὰ πνευματικά του παιδιὰ καὶ συνέστησε σ’ ὅλους νὰ ἔχουν μεταξὺ τους ὁμόνοια καὶ ἀγάπη, ἀφῆκε τὴν ἁγία ψυχή του νὰ φτερουγίσει ἤρεμα γιὰ τὰ αἰθέρια παλάτια τ’ οὐρανοῦ. Ἔφυγε ἀνάλαφρα 17 τοῦ Σεπτέμβρη, γιὰ νὰ ξαποστάσει κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον, ποὺ ἀγάπησε μὲ τὴν καρδιὰ του ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια.

Οἱ χριστιανοὶ τῶν γύρω χωριῶν μὲ βαθιὰ συγκίνηση πληροφορήθηκαν τὴν κοίμησή του. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια ἔτρεξαν κοντὰ στὸ τίμιο σκήνωμά του γιὰ νὰ τὸ προσκυνήσουν καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του καὶ μὲ ὕμνους ἐξοδίους τὸ κήδευσαν. Καὶ ὁ Κύριος ποὺ ὑποσχέθηκε, πὼς «θὰ δοξάζει πάντα αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐδόξασαν», δοξάζει καὶ τιμᾶ καὶ σήμερα τὴν μνήμη του ὄχι μόνο στὸν οὐρανό, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ στὴν γῆ.

Πολλὰ καὶ ποικίλα θαύματα γίνονται κάθε χρόνο σὲ ὅσους μ’ εὐλάβεια καὶ πίστη καταφεύγουν στὴν μεσιτεία του, ποὺ δίνουν τὴν εὐκαιρία στὸν καθένα νὰ ὑμνήσει μὲ εὐφρόσυνη ψυχῆς τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ μὰ καὶ νὰ θαυμάσει τὴν ἀρετὴ τοῦ ἁγίου.

Μὲ αὐτοὺς ἂς ἑνωθοῦμε καὶ ἐμεῖς.

Ἂς ἑνωθοῦμε νοερὰ καὶ μὲ συντετριμμένη καὶ ταπεινωμένη καρδιὰ ἂς τοῦ ποῦμε:

Πανεύφημε Ἀναστάσιε, τῶν ἀσκητῶν ἐγκαλλώπισμα, Ἀγγέλων συνόμιλε, δικαίων ὁμόσκηνε καὶ ὁσίων, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.

Τῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι ἄγγελος καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Θεοφόρε πατὴρ ἡμῶν Ἀναστάσιε. Νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ὁ Ἅγιος Εὐξίφιος

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται ἐπιγραμματικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασματάριον», ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1956, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἄλλου δὲν ἀναφέρεται ἡ μνήμη του.

Ἴσως συγχέεται μὲ τὸν Ἅγιο Αὐξίβιο (17 Φεβρουαρίου). (Ἐδῶ ὁρισμένοι Συναξαριστές, ἀναφέρουν μαζί του καὶ τὴν μνήμη τῶν 300 Ἀλαμανῶν Κυπρίων).

synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

16 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Ευφημίας Μεγαλομάρτυρος, Μελιτίνης, Λουντμίλας, Δωροθέου ο εν Αιγύπτω, Κυπριανού Οσίου, Νινιάν, Editha.
Ἡ Ἁγία Εὐφημία ἡ Μεγαλομάρτυς

Ἔζησε καὶ μαρτύρησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ.

Γεννήθηκε στὴν Χαλκηδόνα ἀπὸ οἰκογένεια θεοσεβῆ καὶ εὐγενική. Οἱ γονεῖς της Ψιλόφρων καὶ Θεοδωριανὴ φρόντισαν ὥστε ἡ θυγατέρα τους νὰ ἀναπτύξει κάθε χριστιανικὴ ἀρετή.

Ἡ Εὐφημία ἐξελίχθηκε σὲ ἄνθρωπο μὲ σπάνια χαρίσματα καὶ δυνατὸ χριστιανικὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖο ἐπέδειξε ὅταν ὁ εἰδωλολάτρης ἀνθύπατος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας Πρίσκος διέταξε νὰ παρευρεθοῦν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Χαλκηδόνας σὲ γιορτή, τὴν ὁποία ὀργάνωνε πρὸς τιμὴ τοῦ θεοῦ τῶν εἰδωλολατρῶν Ἄρη.

Τότε ἡ Εὐφημία ἀποφάσισε μαζὶ μὲ ἄλλους χριστιανοὺς νὰ ἀπέχει ἀπὸ τὴ γιορτὴ τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ συνελήφθη καὶ φυλακίσθηκε. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς αἰχμαλωσίας της οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ προσπαθοῦσαν μὲ κάθε τρόπο νὰ πείσουν τὴν Ἁγία νὰ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη της καὶ νὰ ἀσπασθεῖ τὰ εἴδωλα.

Ὅταν συνειδητοποίησαν πὼς ἡ Εὐφημία δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη της μὲ τοὺς λόγους, τὴν βασάνισαν φριχτά. Ὅμως μὲ τὴ θεία χάρη, ἡ Ἁγία δὲν ἔπαθε τίποτα ἀπὸ τὰ βασανιστήρια.Τελικὰ οἱ δήμιοι, τὴν ἔριξαν σὲ ἄγρια θηρία καὶ ἡ Εὐφημία βρῆκε τὸ θάνατο ἀπὸ μία ἀρκούδα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Τῷ θείῳ ἔρωτι, λαμπρῶς ἀθλήσασα, εἰς oσμὴν ἔδραμες, Χριστοῦ πανεύφημε, οἶα νεᾶνις παγκαλής, καὶ Μάρτυς πεποικιλμένη· ὅθεν εἰσελήλυθας, εἰς παστάδα οὐράνιον, κόσμῳ διανέμουσα, ἰαμάτων χαρίσματα, καὶ σώζουσα τοὺς σοὶ ἐκβοῶντας· χαίροις θεόφρον Εὐφημία.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ἐν τῇ ἀθλήσει σου καλῶς ἠγωνίσω, καὶ μετὰ θάνατον ἡμᾶς ἁγιάζεις, ταῖς τῶν αἱμάτων βλύσεσι Πανεύφημε· ὅθεν σου τὴν κοίμησιν, τὴν ἁγίαν τιμῶμεν, πίστει παριστάμενοι, τῷ σεπτῷ σου λειψάνῳ, ἵνα ῥυσθῶμεν νόσων ψυχικῶν, καὶ τῶν θαυμάτων τὴν χάριν ἀντλήσωμεν.

Μεγαλυνάριον.

Εὔφημόν σοι αἶνον καὶ ἱερόν, πανεύφημε Μάρτυς, ἀναμέλπομεν εὐπρεπῶς· σὺ γὰρ Εὐφημία, ἐμπρέψασα εὐφήμως, τῷ Λόγῳ ἐδοξάσθης, ὡς καλλιπάρθενος.

Ἡ Ἁγία Μελιτίνη ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μελιτίνη ἔζησε τὸ ἔτος 160 μ.Χ., ἐπὶ βασιλείας Ἀντωνίνου, ὁ ὁποῖος ἦταν πολὺ εὐσεβής.

Ὁ τότε ἡγεμόνας τῆς Θράκης, ὀνόματι Ἀντίοχος, ἀπὸ τοὺς πιὸ σκληροὺς πολέμιους τῶν χριστιανῶν, διέταξε νὰ συλλάβουν τὴν Μελιτίνη, μὲ τὸ αἰτιολογικὸ ὅτι διέδιδε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸν Χριστό. Προσπάθησε νὰ τὴν κάνει νὰ ἀλλάξει πίστη ἀλλὰ μάταια. Ἀνέλαβε τότε ἡ γυναίκα του, ἡ ὁποία μὲ διάφορα ὕπουλα γυναικεία μέσα προσπάθησε νὰ κάνει τὸ ἴδιο. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔπεσε στὴν παγίδα ποὺ ἑτοίμαζε ἡ ἴδια. Ἔγινε κι αὐτὴ χριστιανὴ καὶ μαζὶ μὲ τὴν Μελιτίνη, κρυφὰ ἀπὸ τὸν Ἀντίοχο ἔκαναν πολλοὺς εἰδωλολάτρες χριστιανούς.

Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Ἀντίοχος τὶς ἀποκεφάλισε καὶ τὶς δύο.

Ἡ Ἁγία Λουντμίλα

Ἡ Ἁγία Λουντμίλα γεννήθηκε πιθανῶς τὸ 856 μ.Χ., ἀπὸ γονεῖς εὐγενεῖς, ἀλλὰ εἰδωλολάτρες.

Ὅταν ἦταν 16 χρονῶν, παντρεύτηκε μὲ τὸν ἡγεμόνα τῶν Τσέχων Μποριβόια. Μὲ τὴν παρουσία τῶν ἱεραποστόλων Μεθοδίου καὶ Κυρίλλου στὴν χώρα τους ἔγιναν χριστιανοί. Ἔκτισαν πολλὲς ἐκκλησίες, κάλεσαν ἱερεῖς καὶ ἔκαναν πάρα πολλὰ γιὰ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῆς χώρας.

Ὁ ἄντρας της ὅμως σὲ ἡλικία 36 χρονῶν πέθανε καὶ ἡ Λουντμίλα ἀφιέρωσε ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή της στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Ἀργότερα τὴν ἡγεμονία ἀνέλαβε ὁ ἐγγονός της Βιατσεσλάβος καὶ ἡ νύφη της Δραγομίρα προσπάθησε νὰ φέρει πάλι τὴν εἰδωλολατρία. Ἐμποδίστηκε ὅμως μὲ πολλοὺς τρόπους ἀπὸ τὴ Λουντμίλα, ἡ ὁποία ἀπειλήθηκε ἀκόμα καὶ μὲ θάνατο ἀπὸ τὴν Δραγομίρα. Γιὰ νὰ γλιτώσει, πῆγε καὶ κρύφτηκε σὲ ἕναν πύργο.

Ἐκεῖ τὴν βρῆκαν οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Δραγομίρας καὶ τὴν θανάτωσαν. Ἀργότερα ὁ ἐγγονὸς της μετέφερε τὸ λείψανό της στὴν Πράγα, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Ὁ Ὅσιος Δωρόθεος ὁ ἐν Αἰγύπτῳ ὁ Ἐρημίτης († 4ος αἰ.)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

 Ὁ Ὅσιος Κυπριανὸς Μητροπολίτης Κιέβου, Ρῶσος († 1406)

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Ὁ Ἅγιος Νινιάν (Βρετανός)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου της ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρετανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

Ἡ Ἁγία Edithac (Ἀγγλίδα)

Λεπτομέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτῆς τῆς Ἁγίας τῆς ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρετανικῶν Νήσων», τοῦ Χριστόφορου Κων. Κομμοδάτου, ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, Ἀθῆναι 1985.

synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

15 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Νικήτα του Γότθου και οι μαρτυρήσαντες μετ’ αυτού, Πορφυρίου Μίμου, Φιλοθέου Οσίου, Εύρεσις Λειψάνου Αγίου Ακακίου, Μαξίμου, των Αγίων Δύο Κορών, Εύρεσις Λειψάνου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου, Μελετίου Οσίου, Συμεών Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Βησσαρίωνος Λαρίσης , Γερασίμου Οσίου, Ιωάννου Νεομάρτυρα, Νικήτα Οσίου.
Ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ Γότθος

Ἦταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Γότθων, ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ πέραν τοῦ Ἴστρου ποταμοῦ, στὰ χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου. Ἀπὸ παιδὶ ὁ Νικήτας διδάχθηκε τὴν ἁγία πίστη ἀπὸ τὸ Γότθο ἐπίσκοπο Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος συχνὰ ὑπενθύμιζε στὸ Νικήτα τὰ λόγια του Ἀπ. Παύλου: ‘Μένε ἐν οἲς ἔμαθες… ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας, τὰ δυνάμενα σὲ σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Δηλαδή, μένε ἀκλόνητος σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἔμαθες. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ γνωρίζεις τὶς Ἅγιες Γραφές, ποὺ μποροῦν νὰ σοῦ μεταδώσουν τὴν ἀληθινὴ σοφία, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία διὰ μέσου τῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Καὶ ἔτσι ἔγινε. Ὅταν ὁ ἡγεμόνας Ἀθανάριχος συνέλαβε τὸ Νικήτα καὶ τὸν ἀπείλησε γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, αὐτὸς ἔμεινε ἀμετακίνητος σ’ αὐτὰ ποὺ ἔμαθε ἀπὸ παιδί. Ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος ὅταν τὸν ἄκουσε ἐξαγριώθηκε πολύ. Διέταξε ἀμέσως καὶ τοῦ ἔσπασαν τὰ κόκαλα μὲ τὸν πιὸ φρικτὸ τρόπο.

Ἄλλα τὸ μίσος τῶν Βαρβάρων ἦταν τόσο, ὥστε μετὰ τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά, ὅπου βρῆκε τὸ θάνατο. Ἡ φωτιά, ὅμως, μὲ τὴ θεία θέληση σεβάστηκε τὸ λείψανό του. Τὸ πῆρε κάποιος εὐσεβὴς χριστιανὸς καὶ τὸ διαφύλαξε σὲ θήκη.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Νίκην ἔστησας, κατὰ τῆς πλάνης, νίκης εἴληφας, ἄφθαρτον γέρας, ἐπαξίως Νικήτα φερώνυμε· σὺ γὰρ νικήσας ἐχθρῶν τὴν παράταξιν, διὰ πυρὸς τὸν ἀγώνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Νικητὴς γενόμενος ἐν τοῖς ἀγῶσι, νικητὰς ἀνάδειξον, κατὰ παθῶν φθοροποιῶν, τοὺς εὐλαβῶς ἐκβοῶντάς σοι· χαίροις Νικήτα, Μαρτύρων ὡράϊσμα.

Μεγαλυνάριον.

Πῦρ τὸ ζωηφόρον ἔνδον λαβών, ἔφλεξας ὡς ἄνθραξ, ἀγνωσίας ὕλην σαθράν, καὶ ὡλοκαυτώθης, οἷα τερπνὴ θυσία, Νικήτα Ἀθλοφόρε, τῷ σὲ δοξάσαντι.

Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες

Αὐτοὶ μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Νικήτα.

Ὁ Ἅγιος Πορφύριος ὁ μίμος

Γεννήθηκε ἀπὸ μίμο καὶ ἔκανε καὶ αὐτὸς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ μίμου (ἠθοποιοῦ).

Ὑπῆρξε στὰ χρόνια του Ἰουλιανοῦ του Παραβάτη (361) καὶ ὅταν κάποτε ὁ βασιλιὰς αὐτὸς γιόρταζε τὰ γενέθλια του, ὁ Ἅγιος αὐτὸς προστάχθηκε νὰ μιμηθεῖ καὶ νὰ περιπαίξει τὰ Μυστήρια τῶν Χριστιανῶν. Ὁπότε ὁ Ἅγιος μπῆκε στὴν κολυμβήθρα καὶ φώναξε: «Βαπτίζεται Πορφύριος, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καὶ ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸ νερό, φόρεσε λευκὰ ἐνδύματα καὶ ὁμολόγησε μπροστὰ σὲ ὅλο τὸ κοινὸ ποὺ τὸν παρακολουθοῦσε, ὅτι εἶναι χριστιανὸς καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ πεθάνει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Ὁπότε ὁ βασιλιάς, ἐξαγριωμένος, διέταξε καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν.

Ὁ Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Πρεσβύτερος καὶ θαυματουργὸς

Ἄοκνος ἀγωνιστὴς τῆς ἀρετῆς σ’ ὅλη του τὴν ζωή, ἡ ὁποία τελικὰ τὸν ἔκανε Ἅγιο.

Ἦταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Μύρμηξ τῆς ἐπαρχίας Ὀψικίου. Παντρεύτηκε γυναίκα, ποὺ προίκα εἶχε τὴ μεγάλη καὶ ἀθάνατη εὐσέβεια. Ἀπόκτησε παιδιά, τὰ ὁποία ἀνατράφηκαν κάτω ἀπὸ τὴν ἄγρυπνη ἐπιμέλεια τῶν γονιῶν τους ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου.

Ἔτσι, ὑπόδειγμα ἀπὸ τὴν ὅλη του διαγωγὴ καὶ ἀπὸ τὴ χριστιανικότατη ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν του, χειροτονήθηκε ἱερέας μετὰ ἀπὸ ἐπίμονη παράκληση τῶν συγχωριανῶν του. Ἀπέναντι στὸ ποίμνιό του, φέρθηκε ὅπως καὶ ἀπέναντι τῆς οἰκογενείας του. Δηλαδὴ μὲ εὐσέβεια, μὲ ἀγάπη, μὲ ἀγρυπνία καὶ διδαχή. Πολλὲς φορὲς μάλιστα, μέσα στὴ βροχὴ καὶ τὸ κρύο, ἄφηνε τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι, γιὰ νὰ πάει στὰ σπίτια τῶν ἐνοριτῶν του γιὰ νὰ τοὺς εὐεργετήσει μὲ ὑλικὴ βοήθεια ἢ μὲ ἠθικὴ ἐνίσχυση καὶ παρηγοριά.

Ὁ Θεός, ποὺ ἔβλεπε τὴν πνευματικὴ προκοπὴ τοῦ Φιλοθέου, τὸν ἀξίωσε καὶ νὰ θαυματουργεῖ. Ἔτσι αὐτός, ἀκόμα περισσότερο εὐεργετοῦσε τὸ ποίμνιό του καὶ ἔτσι συνέχισε μέχρι ποὺ παρέδωσε στὸν Θεὸ τὴν δίκαια ψυχή του.

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Ἀκακίου ἐπισκόπου Μελιτινῆς

Ἑορτάζει τὴν 31η Μαρτίου, ὅπου καὶ πληροφορίες γιὰ τὸν βίο του.

Δὲν ἔχουμε ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὸ γεγονός.

Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Μάρτυρας

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Οἱ Ἁγίες Δύο Κόρες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Εὕρεσις Τιμίων Λειψάνων Ἁγίου Πρωτομάρτυρα Στεφάνου

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη στὰ χρόνια ποὺ οἱ μεγάλοι διωγμοὶ τῶν πρώτων χριστιανῶν εἶχαν κοπάσει καὶ αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.

Τότε, ὁ Ἅγιος Στέφανος φανερώθηκε τρεῖς φορὲς σὲ κάποιον εὐσεβὴ γέροντα ἱερέα, τὸ Λουκιανό, καὶ τοῦ ἀποκάλυψε τὸν τόπο, ὅπου ἦταν κρυμμένο τὸ λείψανό του. Αὐτὸς ἀμέσως τὸ ἀνέφερε στὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Ἰωάννη, ποὺ μὲ τὴν σειρά του πῆγε στὸν ὑποδεικνυόμενο τόπο καὶ πράγματι βρῆκε τὸ Ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Στεφάνου.

Κατὰ τὴν εὕρεση ἔγινε μεγάλος σεισμός, καὶ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου πλημμύρισε εὐωδία τοὺς παρευρισκόμενους στὸν τόπο ἐκεῖνο. Λέγεται ὅτι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἀκούστηκαν ἀγγελικὲς φωνές, ποὺ ἔλεγαν «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκίᾳ». Δηλαδή, δόξα ἂς εἶναι στὸν Θεό, στὰ ὕψιστα μέρη τοῦ οὐρανοῦ καὶ στὴν ταραγμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία γῆ ἂς βασιλεύσει ἡ θεία εἰρήνη, διότι ὁ Θεὸς φανέρωσε τὴν εὐαρέσκειά Του στοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Υἱοῦ Του.

Φανέρωναν, ἔτσι, οἱ ἄγγελοι περίτρανα ὅτι ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος μαρτύρησε γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ.

Ἀργότερα, τὰ λείψανα τοῦ Ἁγίου μεταφέρθηκαν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐναποτέθηκαν στὸν ἐπ’ ὀνόματι αὐτοῦ ἀνεγερθέντα Ναὸ ὑπὸ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου.

Ὁ Ὅσιος Μελέτιος

Ἡ μνήμη του ἀναφέρεται μόνο στὸ Σιναϊτικὸ Τυπικὸ ὑπ’ ἀριθ. 1094 φ. 35 ὡς ἑξῆς: «Μηνὶ Σεπτεμβρίω ιε’, ἐκοιμήθη ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Μελέτιος καὶ κτήτωρ τῆς Μονῆς τοῦ Σεργίου» (βλ. Δημητριεύσκυϊ Τυπικὸ Β’ σελ. 30).

Ὁ Ἅγιος Συμεὼν Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης

Ἔζησε τὸν 15ο αἰώνα καὶ γιὰ τὴν ζωή του δὲν ὑπάρχουν πολλὰ στοιχεῖα.

Πρέπει νὰ ἦταν Ἱερομόναχος καὶ Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης πρέπει νὰ ἔγινε μετὰ τὸ 1410. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σπουδαῖο ποιμαντικό του ἔργο, ἀνέπτυξε καὶ πλούσια συγγραφικὴ ἐργασία. Ἔγραψε ἐπιστολές, ἑρμηνεῖες, ἐγκώμια, διάλογους καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα.

Πέθανε τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1429. Ἁγιοποιήθηκε στὶς 14 Ἀπριλίου 1981.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ποιμὴν Θεσσαλονίκης ἀνεδείχθης ἐν Πνεύματι, καὶ θεῖος ὑποφήτης μυστηρίων τῆς χάριτος, σοφίᾳ καὶ φωτὶ τῶν ἀρετῶν, ἐκλάμπων Ἱεράρχα Συμεὼν· διὰ τοῦτο ὥσπερ θεῖον μυσταγωγόν, τιμῶμέν σε κραυγάζοντες· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ χάριν ἡμῖν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Μυστογράφος ἄριστος τῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ὤφθης παμμάκαρ Συμεών· τῶν μυστηρίων τὴν χάριν γάρ, τὴν κεκρυμμένην, ἐκφαίνεις τῷ λόγῳ σου.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις Ἐκκλησίας θεῖος φωστήρ, καὶ Θεσσαλονίκης, ποιμενάρχης θεοειδής· χαῖρε θεῖον σκεῦος, τῆς ταπεινοφροσύνης, Ἀρχιερέων κλέος, Συμεὼν Ὅσιε.

Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων Ἀρχιεπίσκοπος Λαρίσης

Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων γεννήθηκε στὴν Πόρτα Παναγιὰ Τρικάλων τὸ 1490, ἤτοι λίγα χρόνια μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἂν καὶ οἱ συνθῆκες ἦταν πολὺ δύσκολες, γαλουχήθηκε καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ τοὺς εὐλαβεῖς γονεῖς του μὲ τὰ ἱερὰ νάματα τῆς ἁγίας πίστεώς μας καὶ τὰ ἰδεώδη τοῦ Γένους μας σὲ ἕνα γεμάτο θεοσέβεια οἰκογενειακὸ περιβάλλον.

Ἀπὸ τὴν νεανική του ἡλικία διακρινόταν γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴ σύνεσή του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐθύτητα τοῦ χαρακτῆρος του, τὴν ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη του, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν βαθειὰ πίστη του, τὴν ἀπέραντη ἀγάπη του.

Νεότατος γίνεται μοναχὸς καὶ χειροτονεῖται διαδοχικὰ διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Τὸ 1517 ἐκλέγεται ἐπίσκοπος Ἐλασσῶνος καὶ τὸ 1521 ἀναλαμβάνει τὴν διοίκηση τῆς ἐπισκοπῆς Σταγών. Τὸ 1527 ἀναβιβάζεται στὸν θρόνο τῆς Μητροπόλεως Λαρίσης καὶ ἀκτινοβολεῖ μὲ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὴν καταπληκτικὴ ἀγαθοεργὸ δράση του, ἐνῶ συγχρόνως ὑπομένει μὲ θαυμαστὴ ἀνεξικακία συκοφαντίες καὶ σκληρὲς δοκιμασίες στὶς ὁποῖες ἔλαμψε «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ».

Τὸ περίφημο μοναστήρι τοῦ Δουσίκου, οἱ γέφυρες τοῦ Κοράκου στὸν Ἀχελῶο, τοῦ Πορταϊκοῦ καὶ τῆς Σαρακίνας στὸν Πηνειὸ καὶ πλῆθος ἄλλων κοινωφελῶν ἔργων, ποὺ ἔγιναν μὲ ἀφάνταστες δυσκολίες στὰ ζοφερὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, ἀποδεικνύουν τὴν πολλήν του ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ἀνύστακτο μέριμνά του γιὰ τὸν πονεμένο λαό του.

Στὶς 15 Σεπτεμβρίου 1540 παρέδωκε τὴν ἁγίαν ψυχήν του εἷς χείρας Θεοῦ, ὑμνούμενος ἀπὸ τότε ὡς Ἅγιος καὶ θαυματουργός. Ἡ εὐωδιάζουσα Τιμία Κάρα Του φυλάσσεται στὴν Ἱερὰ Μονή Του.


Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.

Τῆς Πύλης τὸ βλάστημα τῆς Θεσσαλίας φωστήρ, τῆς Τρίκκης τὸ σέμνωμα καὶ τῶν θαυμάτων πηγὴ ἐδείχθης τρισόλβιε· πάσαν δοκιμασίαν ἐν Χριστῷ ὑπομείνας, δόξη ἠγλαϊσμένος σὺν Ἀγγέλοις ἀγάλλη. Ἅγιε Βησσαρίων πανάριστε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τᾶς ψυχᾶς ἡμῶν.

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος κτήτορας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Σουρβίας

Χωρὶς βιογραφικὸ ὑπόμνημα στοὺς Συναξαριστές. Ἀπὸ τὴ Β’ ἔκδοση ὅμως τῆς Ἀκολουθίας του στὴν Ἀθήνα τὸ 1901, μαθαίνουμε ὅτι ἦταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Λεοντάρι τῆς Πελοποννήσου καὶ περὶ τὸ 1740 ἔκτισε τὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Τριάδος Σουρβίας, τῆς κωμοπόλεως Μακαριωτίσσης ἢ Μακρηνίτσης.

Ἐκεῖ μὲ ὁσιότητα καὶ πνευματικὴ ἄσκηση ἀφοῦ ἔζησε, ἀπεβίωσε εἰρηνικά, κάνοντας πολλὰ θαύματα.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Νεομάρτυρας

Τὰ Σφακιὰ τῆς Κρήτης ἦταν ἡ πατρίδα του καὶ ἐργαζόταν σὰν γεωργὸς στὴ Νέα Ἔφεσο.

Σ’ ἕνα πανηγύρι πρὸς τιμὴν τοῦ Τιμίου Προδρόμου (29 Αὐγούστου 1811) ἔξω ἀπὸ τὴ Ν. Ἔφεσο, ὁ Ἰωάννης μὲ δυὸ πατριῶτες του διασκέδαζαν. Σὲ κάποια στιγμὴ ἦλθαν ἀπεσταλμένοι τοῦ ἀγὰ καὶ τοὺς ζήτησαν τὸν κεφαλικὸ φόρο. Οἱ τρεῖς Σφακιανοὶ ἀρνήθηκαν νὰ τὸν πληρώσουν καὶ συνεπλάκησαν μὲ τοὺς φοροεισπράκτορες. Ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ σκοτωθεῖ, ἀπὸ τοὺς συντρόφους τοῦ Ἰωάννη, ἕνας Τοῦρκος καὶ οἱ ἄλλοι νὰ τραυματιστοῦν. Οἱ δυὸ πατριῶτες τοῦ Ἰωάννη ἀπομακρύνθηκαν, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἐπειδὴ ἦταν ἀθῶος ἔμεινε. Ἀλλὰ οἱ Τοῦρκοι, ποὺ ζητοῦσαν ἐκδίκηση συνέλαβαν τὸν Ἰωάννη καὶ ἀφοῦ τὸν βασάνισαν τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή, ὅπου ἔμεινε χωρὶς τροφὴ γιὰ 16 ἥμερες.

Στὶς προτάσεις τῶν Τούρκων νὰ ἐξισλαμιστεῖ γιὰ νὰ γλιτώσει τὸ θάνατο, ὁ Ἰωάννης ἀπάντησε: «Χριστιανὸς γεννήθηκα χριστιανὸς θέλω νὰ πεθάνω, Ἰωάννης ὀνομάζομαι, δὲν ἀλλάζω τὴν πίστη μου οὔτε τ’ ὄνομά μου». Τότε οἱ Τοῦρκοι τὸν ἀπαγχόνισαν στὶς 15 Σεπτεμβρίου 1811.

Κατόπιν ἀδείας οἱ Χριστιανοὶ τὸν ἔθαψαν στὴν αὐλὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, στὴν Ἔφεσο.

Μαρτύριο τοῦ Ἅγιου συνέγραψε ὁ Ἀθανάσιος Πάριος, τὴν δὲ Ἀκολουθία τοῦ ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.

Ὁ Ὅσιος Νικήτας Ἐπίσκοπος Χυτρῶν Κύπρου

Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.

Μνημονεύεται ἀπὸ τὸν Χάκκετ (Ἱστορία τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, τ. Β’, σελ. 202, μετάφραση Χ. Παπαϊωάννου).

Ὁ Ὅσιος Σαβίνος

Ὁ Ὅσιος Σαβίνος διεκατέχετο ἀπὸ πολλὲς ἀρετὲς καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο τοῦ εἶχε ζητηθεῖ ἐπίμονα νὰ δεχθεῖ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο. Ὁ Σαβίνος ἐπιζητώντας τὸν μοναχικὸ βίο ἀρνιόταν τὸ ἀξίωμα αὐτό. Σὲ μία στιγμὴ μεγάλη ψυχολογικῆς βίας τὸν παρέσυραν καὶ δέχθηκε τὸ ἀξίωμα.

Ὡς ἐπίσκοπος μεγαλούργησε στὸ ἔργο τῆς φιλανθρωπίας ἀλλὰ δὲν ἄντεξε τὴν φθορὰ καὶ τὶς πιέσεις ἀπὸ λαϊκοὺς καὶ μὴ, ποὺ εἶχε ἡ διοίκηση. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα καὶ γύρισε στὴν ἐρημικὴ ζωὴ τοῦ κελιοῦ του.

Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὴν σκήτη του.

synaxarion.gr 

anavaseis.blogspot.gr

13 Σεπτεμβρίου Συναξαριστής. Εγκαίνια Ιερού Ναού Αναστάσεως, Κορνηλίου Εκατόνταρχου, Στράτωνος, των Αγίων Κρονίδη, Λεοντίου, Σεραπίωνος, Γορδιανού, Σελευκίου, Μακροβίου, Ουαλερίου, Λουκιανού, Ζωτικού και Ηλεί, Αριστείδη, Πέτρου Οσίου, Ιεροθέου Οσίου, Μελέτου Πηγά, Προεόρτιο Υψώσεως Τιμίου Σταυρού.