Ἐμπιστοσύνη στό Θεό

Οσίου Νείλου

  «Εμπιστεύσου στὸν Θεὸ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματός σου καὶ τότε θὰ εἶναι φανερὸ ὅτι Τοῦ ἐμπιστεύεσαι καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ πνεύματος.
Μήπως είμαστε ἐμεῖς ποὺ κατορθώνουμε καὶ οἰκονομοῦμε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ ζωή μας; Ὁ Θεὸς φροντίζει τὴ ζωή μας.῾Η προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν βοηθήσει ὁ Θεός, εἶναι καταδικασμένη νὰ ἀστοχεῖ, ἐνῶ ἡ θεία οἰκονομία παρέχει τέλεια ἀγαθά.
Τί τοὺς ὠφέλησε ἡ δική τους προσπάθεια ἐκείνους ποὺ τοὺς ἔλεγε ὁ Θεός, «σπείρατε πολλὰ καὶ λίγα μαζέψατε καὶ τὰ σκόρπισα ἀπὸ τὰ χέρια σας»; Καὶ τί ἔλειψε ἀπὸ τ᾽ ἀναγκαῖα σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ ἀρετὴ χωρὶς καθόλου νὰ σκέφτονται γι᾽ αὐτά; Συνέχεια

Ἀπό τό Γεροντικό …

 

 Κάποιος ἀδελφός ρώτησε ἕναν Γέροντα:

«Οἱ ἄνθρωποι πού ζοῦν στόν κόσμο παραμελοῦν τή νηστεία, καταφρονοῦν τήν προσευχή, δέν κάνουν ἀγρυπνίες, χορταίνουν ἀπό κάθε φαγητό, ἐνεργοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυμίες τους, στίς δοσοληψίες τους τρῶνε ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί ὅλη τή μέρα τήν περνοῦν κάνοντας ὅρκους καί ἀθετώντας τους. Πῶς λοιπόν δέν πέφτουν, οὔτε λένε “ἁμαρτήσαμε”, οὔτε ἐμποδίζουν τόν ἑαυτό τους ἀπό τή θεία κοινωνία, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ μοναχοί, πού εἴμαστε πάντοτε προσηλωμένοι σέ νηστεῖες καί ἀγρυπνίες καί σέ ὕπνο κατάχαμα καί σέ ξεροφαγίες καί στερούμαστε κάθε σωματική ἀνάπαυση, πενθοῦμε καί θρηνοῦμε καί λέμε ὅτι χαθήκαμε καί ὅτι εἴμαστε ἄξιοι γιά τήν κόλαση;»

Ὁ Γέροντας στέναξε καί ἀπάντησε: Συνέχεια

«Ἀδελφέ, νά μή σέ φοβίσουν οἱ πειρασμοί πού σοῦ συμβαίνουν»

Ἀπό τό Γεροντικό 

Ἕνας ἀδελφός πού πειραζόταν ἀπό τούς δαίμονες πῆγε σέ κάποιον γέροντα καί τοῦ εἶπε τούς πειρασμούς πού ἀντιμετώπιζε. Καί ὁ γέροντας τοῦ ἀποκρίθηκε:
   «Ἀδελφέ, νά μή σέ φοβίσουν οἱ πειρασμοί πού σοῦ συμβαίνουν. Γιατί ὅσο βλέπουν οἱ ἐχθροί τήν ψυχή νά ἀνεβαίνει καί νά ἑνώνεται μέ τόν Θεό, θυμώνουν καί λιώνουν ἀπό φθόνο. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ πειρασμό, νά μήν εἶναι κοντά ὁ Θεός καί οἱ ἄγγελοί του καί νά μήν τοῦ ἁπλώνουν χέρι βοήθειας. Συνέχεια

Ἡ γυναίκα τῆς ἁμαρτίας καί ὁ Ἐρημίτης…………

 

   Έβαλε κάποτε στο νου της μια γυναίκα της αμαρτίας καί στοιχημάτισε με τους φίλους της, πως θα το πετύχαινε να παρασύρει στα δίχτυα της τον Ερημίτη, που ζούσε στο βουνό, μακριά από την πόλη καί που όλοι έλεγαν γι’ αυτόν πως ήταν άγιος άνθρωπος.

Φόρεσε ένα πυκνό πέπλο, που έκρυβε την ομορφιά της κι’ ανέβηκε στο βουνό. Οι φίλοι της την περίμεναν στα μισά του δρόμου. Όταν βράδιασε, χτύπησε την πόρτα της σπηλιάς του Ερημίτη. Εκείνος όταν την είδε, ταράχτηκε…
Πώς βρέθηκε τάχα γυναίκα τέτοια ώρα σ’ αυτή την έρημο;
Πλάνη σου είναι τούτη, διάβολε, συλλογίστηκε.
Τη ρώτησε ποια ήταν καί τί γύρευε. Εκείνη έβαλε τα κλάματα. Συνέχεια

Ἡ πολύχρονη ὑπομονή, πού ἔφερε ἄμετρη τή χάρη τοῦ Θεοῦ

  Τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ Σύρου

Ενας από τους αγίους πατέρες είπε: Ήταν ένας γέροντας αναχωρητής, τίμιος, και πήγα μια φορά σ’ αυτόν, όταν ήμουν καταπονημένος από τους πειρασμούς. Αυτός ήταν άρρωστος και κατάκοιτος και αφού τον χαιρέτησα, κάθισα κοντά του και του είπα: - Κάνε μια ευχή για μένα, πάτερ, διότι πολύ θλίβομαι από τους πειρασμούς των δαιμόνων. Και ο γέροντας άνοιξε τα μάτια του και μου είπε: - Παιδί μου, εσύ είσαι νέος και δε θ’ αφήσει ο Θεός να καταπονηθείς από αβάσταχτους πειρασμούς. Κι εγώ του είπα: Συνέχεια

«Δυστυχισμένε γιά σένα δέν ὑπάρχει σωτηρία»…

 

«ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΕ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΩΤΗΡΙΑ»…

  Κάποιος νέος, μας διηγείται ο Αββάς Ιωάννης του Λύκου, παρασυρμένος απ΄ του κόσμου τις ηδονές, είχε βυθιστεί στη λάσπη της ασωτίας Κάποτε όμως συνήλθε, σαν το άσωτο, κι εζήτησε το δρόμο του γυρισμού στο σπίτι του Πατέρα. Άφησε τον κόσμο, για να βρει στην έρημο τον λυτρωμό, μακριά από τις αφορμές της αμαρτίας. Καταφύγιό του έκανε ένα παμπάλαιο μνήμα. Κλεισμένος θεληματικά σ΄ αυτή τη πρωτότυπη φυλακή, έκλαιε πικρά τη τραυματισμένη ψυχή του.
Οι Άγγελοι εχαίρονταν, αλλά τα πνεύματα της πονηρίας, που είδαν να φεύγει τόσο απροσδόκητα η λεία από τα χέρια τους, δεν άργησαν να κάνουν έφοδο. Τριγύριζαν τη νύκτα το μνήμα κι έλεγαν οργισμένα : Συνέχεια

Ἔλα ἀδερφέ μου νά φιληθοῦμε σάν παιδιά τοῦ Χριστοῦ

 

«ΕΛΑ ΑΔΕΡΦΕ ΜΟΥ ΝΑ ΦΙΛΗΘΟΥΜΕ ΣΑΝ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»

  Διηγούνται ακόμη για τον Άγιο Μαρκιανό – γιατί αγίασε ο καλός εκείνος Ιερεύς της Αγίας Αναστασίας – ότι τις νύχτες γύριζε τις φτωχές συνοικίες της πόλεως και περιμάζευε τους εγκαταλειμμένους νεκρούς. Τους έπλενε με τα χέρια του, τους σαβάνωνε και τους πήγαινε στην Εκκλησία για να τους διαβάσει και να τους θάψει το άλλο πρωί. Και είχε αποκτήσει τη συνήθεια να μην αφήνει μόνο στην Εκκλησία το νεκρό προτού τον ασπαστεί.
Κάποτε λοιπόν έγινε αυτό το παράδοξο : ο νεκρός ήταν πολυβασανισμένος γέρος, χτυπημένος από τη ζωή. Έμοιαζε σα νάχε αντικρύσει μ΄ ανακούφιση το θάνατο. Ο Άγιος Μαρκιανός τον περιποιήθηκε μ΄ όλη του την καρδιά, λες και το ένιωθε ο νεκρός. Τέλος, τον τοποθέτησε, όπως όλους, στο νεκροκρέβατο στο νάρθηκα της Εκκλησίας. Έτοιμος να φύγει πια, γυρίζει στο νεκρό και του λέει : Συνέχεια

«Μακάριζε πιό πολύ αὐτούς πού βλέπουν διαρκῶς τίς ἁμαρτίες τους… καί γνωρίζουν καλά τόν ἑαυτό τους»

 

«ΜΑΚΑΡΙΖΕ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΝ ΔΙΑΡΚΩΣ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΟΥΣ… ΚΑΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΚΑΛΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ»

Ένας αρχάριος Μοναχός ρώτησε κάποιον Γέροντα πώς σε μερικούς ανθρώπους έχει δοθεί το χάρισμα να βλέπουν αποκαλύψεις και να μαθαίνουν τα ουράνια μυστήρια.
- Μη μακαρίζεις μόνο αυτούς παιδί μου, αποκρίθηκε ο σοφός Γέροντας, μα πιο πολύ εκείνους που βλέπουν διαρκώς τις αμαρτίες τους, ανακαλύπτουν τις αδυναμίες τους και γνωρίζουν καλά τον εαυτό τους.
Πριν λίγες ημέρες, Αββά, είπε πάλι ο αδερφός, είδα ένα Μοναχό να βγάζει δαιμόνιο από κάποιον άρρωστο και τον θαύμασα. Συνέχεια

Γέροντας Ἐφραίμ Κατουνακιώτης:Νά τί κάνει ἡ παρακοή!

 

      Εις την Αγία Άννα, ζούσε ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του, ο οποίος έκανε συχνά παρακοές. Ήτανε παραμονή μιας εορτής της Παναγίας. «Γέροντα», λέει ο υποτακτικός, «θά πάω να ψαρέψω κανένα ψάρι, διότι της Παναγίας εορτή είναι αύριο. Τί θα φάμε;» «Παιδί μου», του λέει ο Γέροντας, «εδώ οι γείτονες μας ψαράδες είναι. Ώρες ψάρευαν και δεν πιάσανε ψάρια. Αν ήθελε η Παναγία να τρώγαμε ψάρια, θα έπιαναν, θα έφερναν και σε μας. Να μην πάς για ψάρεμα». «Όχι, Γέροντα», ξαναλέει ο υποτακτικός, «εγώ θα πάω να ψαρέψω». «Μην πηγαίνεις», επαναλαμβάνει ο Γέροντας. «Όχι, θα πάω», λέει ο υποτακτικός και φεύγει… Συνέχεια

Γιά τούς δώδεκα ἀναχωρητές

Αποσπάσματα από το μεγάλο Γεροντικό

1. Δώδεκα αναχωρητές άγιοι, σοφοί και πνευματικοί άνθρωποι, συγκεντρώθηκαν κάποτε και ζήτησαν να ομολογήσει ο καθένας όσα κατόρθωσε στο κελί του και ποια ήταν η πνευματική του άσκηση.

Ο πρώτος, ο μεγαλύτερος στην ηλικία, είπε:

«Αδελφοί, εγώ από τη στιγμή που άρχισα να ζω ησυχαστική ζωή σταύρωσα όλο τον εαυτό μου απέναντι στα εξωτερικά πράγματα, έχοντας στον νου μου αυτό που είναι γραμμένο:
Να σπάσουμε τους δεσμούς που μας συνδέουν μαζί τους και να ρίξουμε από πάνω μας τον ζυγό τους.
Έτσι, έκανα ένα τείχος ανάμεσα στην ψυχή μου και στα σωματικά πράγματα και αναλογίσθηκα ότι, όπως αυτός που είναι μέσα από το τείχος δεν βλέπει αυτόν που στέκεται έξω, με τον ίδιο τρόπο και σύ μη θελήσεις να βλέπεις τα πράγματα πού έχουν σχέση με τα έξω. Συνέχεια