Ἀπό τό Γεροντικό

  Είπε ο αββάς Αντώνιος ότι θα΄ρθει εποχή, πού οι άνθρωποι θα φέρονται όπως οι παράφρονες. Και όταν θα βλέπουν κάποιον πού δεν θα συμπεριφέρεται ως παράφρων, θα τα βάζουν μαζί του και θα του λένε: «Εσύ είσαι τρελός», επειδή δεν είναι όμοιος μ΄αυτούς.

 Αποκαλύφθηκε κάποτε στον άγιο Αντώνιο στην έρημο ότι στην πόλη είναι κάποιος όμοιος με αυτόν, γιατρός στην επιστήμη, που δίνει το περίσευμά του σε αυτούς που έχουνε ανάγκη και όλη την ημέρα ψάλλει μαζί με τους αγγέλους τον τρισάγιο ύμνο.
Διηγήθηκε ο άγιος Επιφάνιος,  ο επίσκοπος Κύπρου , ότι την εποχή του μακάριου Αθανάσιου του μεγάλου, πετούσαν κορώνες επάνω από το ιερό του Σεράπιου φωνάζοντας ακατάπαυστα , κρας κρας. 
Από μακρυά φώναξαν οι ειδωλολάτρες τον μακάριο Αθανάσιο. Κακόγερε πες μας τι κράζουν οι κορώνες; Συνέχεια

Συμπαράσταση στόν ἀδύνατο ἀδελφό.

Παναγία ἔνθρονος_Mother of God enthroned_БогоматерьByzantine Orthodox Icon0_9e907_42294553_XXL

Πήγε κάποτε ένας αδελφός σε κάποιον Γέροντα και του λέει: «Ο αδελφός μου με βγάζει από τη σειρά μου πηγαίνοντας εδώ κι εκεί και στενοχωριέμαι». Κι ο Γέροντας τον παρηγόρησε συμβουλεύοντάς τον: «Να τον υπομείνεις, αδελφέ, και ο Θεός βλέποντας τον κόπο της υπομονής σου, θα τον επαναφέρει. Γιατί με τρόπο σκληρό δεν είναι εύκολο να μεταστρέψεις κάποιον. Ούτε ένας δαίμονας διώχνει άλλον δαίμονα. Αλλά μάλλον με την καλοσύνη σου θα τον επαναφέρεις. Γιατί και ο Θεός μας ελκύει τους ανθρώπους προσφέροντάς τους την παρηγοριά».

 Και του διηγήθηκε το εξής: Συνέχεια

Ἀπό τό Γεροντικό:Ἀββᾶς Μακάριος

Έλεγαν για τον Αββά Μακάριο ότι εάν ερχόταν για  επίσκεψη αδελφός, και του φερόταν ο αδελφός με τιμή ως άγιο και μεγάλο γέροντα, δεν του μιλούσε καθόλου. 

Εάν όμως τον επισκέπτονταν αδελφός και του έλεγε κάτι για να τον ταπεινωσει όπως  «Αββά , άραγε, όταν ήσουν καμηλιέρης και έκλεβες το νίτρο και το πουλούσες, δεν σε έδερναν οι φύλακες όταν σε καταλάβαιναν;»τότε αυτόν που του έλεγε τέτοια τον μιλούσε με χαρά και του αποκρινόταν   σε ότι τον ρωτούσε στη συνέχεια.
Έλεγε ο Αββάς Παφνούτιος ο μαθητής του Αββά Μακάριου , ότι διηγόταν ο γέροντας.Όταν   ήμουν παιδί, βοσκούσα βόδια με τα άλλα παιδιά. Αυτά κάποτε πήγαν να κλέψουν καρπούζια. Και όπως έτρεχαν να φύγουν τους έπεσε ένα  απο αυτά. Τότε το πήρα και το έφαγα. Απο τότε όποτε το θυμάμαι αυτό, κάθομαι και κλαίω. Συνέχεια

«Ὅποιος θέλει νά σωθεῖ, πρέπει νά ἐπιδιώκει τή συναναστροφή μέ τούς ἐνάρετους, γιατί εἶναι πολύ ὠφέλιμη, καί νά τούς ρωτᾶ μέ ἔντονη ἐπιθυμία καί φλογερό πόθο, γιά νά μάθει ἀπό αὐτούς ὅσα συντελοῦν στή σωτηρία»

  Ἀπό τό Γεροντικό

  «ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ

 ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»

Εἶπε ὁ ἀββάς Παλλάδιος:

«Ἡ ψυχή πού ἀγωνίζεται σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὀφείλει ἤ νά μάθει ὀρθά αὐτά πού δέν ξέρει, ἤ νά διδάσκει μέ σαφήνεια αὐτά πού ἔμαθε. Ἄν δέν θέλει οὔτε τό ἕνα οὔτε τό ἄλλο, δέν εἶναι στά καλά της. Γιατί αὐτό πού ὁδηγεῖ στήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό εἶναι ἡ ἀποφυγή τῆς διδαχῆς καί ἡ ἀνορεξία γιά τήν ἀκρόαση λόγου, γιά τόν ὁποῖο πάντοτε πεινᾶ ἡ ψυχή πού ἀγαπᾶ τόν Θεό».


 Κάποιος ἀδελφός ρώτησε ἕναν γέροντα:
 «Ἀββά,παρακαλῶ τούς γέροντες καίμοῦ λένε γιά τήν ψυχή μου, ἀλλά δέν συγκρατῶ τίποτε ἀπό τά λόγια τους. Τί λοιπόν νά τούς παρακαλῶ, ἀφοῦ δέν κάνω τίποτε; Γιατί ὁλόκληρος εἶμαι μιά ἀκαθαρσία».

Ὑπῆρχαν ἐκεῖ δυό ἄδεια δοχεῖα, καί ὁ γέροντας τοῦ εἶπε:

   «Πήγαινε, φέρε τό ἕνα δοχεῖο, ρίξε μέσα λάδι, ξέπλυνέ το μέ αὐτό, ἄδειασέ το καί βάλε το στή θέση του».

Ὁ ἀδελφός ἔκανε ἔτσι καί μιά καί δυό φορές, καί ἀδειάζοντας τό λάδι, ἔβαλε τό δοχεῖο ὅπου ἦταν προηγουμένως.

Στή συνέχεια εἶπε ὁ γέροντας:

«Φέρε τώρα καί τά δύο δοχεῖα καί δές ποιό εἶναι πιό καθαρό».

   «Ἐκεῖνο, στό ὁποῖο ἔβαλα τό λάδι», ἀπάντησε ὁ ἀδελφός.
   Καί ὁ γέροντας κατέληξε: Συνέχεια

Ἡ κατάνυξη,τό πένθος καί τά δάκρυα

Από το Γεροντικό σ’ όλη του τη ζωή, όποτε καθόταν στο εργόχειρο του, ο αββάς Αρσένιος είχε ένα πανί στον κόρφο του, για (να σκουπίζει) τα δάκρυα πού έτρεχαν συνεχώς από τα μάτια του. Βλέποντας αυτό το πράγμα ο ξακουστός ανάμεσα στους μοναχούς (αββάς) Ποιμήν, του έλεγε:Είσαι μακάριος, Αρσένιε, γιατί δεν θα έχεις ανάγκη από δάκρυα στην άλλη ζωή, μια και πένθησες για τον εαυτό σου σ’ αυτόν τον κόσμο.

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Άμμωνα: Πες μου ένα λόγο, για το πώς (μπορώ) να σωθώ. Πήγαινε, απάντησε ο γέροντας, και σκέψου όπως σκέφτονται οι κακοποιοί, πού βρίσκονται στη φυλακή. Εκείνοι δηλαδή ρωτάνε τους ανθρώπους πού τους πλησιάζουν: Που είναι ο δικαστής; και πότε έρχεται;. και με την αναμονή της δίκης και των τιμωριών, κλαίνε. Έτσι κι εσύ, οφείλεις να προσέχεις πάντα την ψυχή σου και να λες: Αλίμονο μου! Πώς θα παρουσιαστώ στο φοβερό βήμα του αδέκαστου Κριτή; και τι θα Του απολογηθώ; Αν σκέφτεσαι έτσι ακατάπαυστα, μπορείς να σωθείς. Συνέχεια

Ἐλπίδα καὶ στήριξη στὸν ἁμαρτωλό

Ἕνας μοναχὸς ἐξομολογήθηκε στὸν ἀββὰ Σισώη:

«Ἔπεσα πάτερ. Τί νὰ κάνω;»

«Σήκω», τοῦ εἶπε, μὲ τὴν χαρακτηριστική του ἁπλότητα ὁ ἅγιος Γέροντας.

«Σηκώθηκα ἀββᾶ, μὰ πάλι ἔπεσα στὴν καταραμένη ἁμαρτία», ὁμολόγησε μὲ θλίψη ὁ ἀδελφός.

«Καὶ τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ξανασηκωθεῖς;»

«Ὡς πότε ἀββᾶ;», ρώτησε ὁ ἀδελφός.

«Ἕως ὅτου νὰ σὲ βρῇ ὁ θάνατος, ἢ στὴν πτώση, ἢ στὴν ἔγερση. Δὲν εἶναι γραμμένο ὅπου εὕρω σε ἐκεῖ καὶ κρινῶ σε; Μόνο εὔχου στὸν Θεὸ νὰ βρεθεῖς τὴν τελευταία σου στιγμή, σηκωμένος μὲ τὴν ἁγία μετάνοια», τοῦ ἐξήγησε ὁ ἀββὰς Σισώης. Συνέχεια

Στιγμὲς ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ ἀββᾶ Σισώη

11) Εἶπε ὁ ἀββὰς Σισώης:- Ὅταν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ σὲ φροντίζει, δὲν πρέπει νὰ τὸν διατάσσεις.

12) Ἦρθαν κάποτε Σαρακηνοὶ καὶ κατάκλεψαν τὸν Γέροντα καὶ τὸν ἀδελφό του. Καὶ ὅταν αὐτοὶ βγῆκαν στὴν ἔρημο γιὰ νὰ βροῦν κάτι φαγώσιμο, βρῆκε ὁ Γέρων κόπρανα καμήλων καὶ σπώντας τα βρῆκε μέσα σπόρους κριθαριοῦ· ἔτρωγε δὲ ἕνα σπόρο καὶ τὸν ἄλλο ἔβαζε στὸ χέρι του. Ὅταν δὲ ἐρχόμενος ὁ ἀδελφός του τὸν βρῆκε νὰ τρώγει, τοῦ λέγει:

- Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅτι βρῆκες φαγώσιμο καὶ τὸ τρώγεις μόνος σου καὶ δὲν μὲ φώναξες; Τοῦ λέγει ὁ ἀββὰς Σισώης:

- Δὲν σὲ ἀδίκησα, ἀδελφέ, ἰδοὺ τὸ μερίδιό σου, τὸ κράτησα στὸ χέρι μου.

13) Διηγήθηκε κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες γιὰ τὸν ἀββὰ Σισώη τοῦ Καλαμῶνος, ὅτι θέλοντας κάποτε νὰ νικήσει τὸν ὕπνο, κρεμάσθηκε ἀπὸ τὸν κρημνὸ τῆς Πέτρας· καὶ ἦλθε ἄγγελος ποὺ τὸν ἔλυσε καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ μὴ κάνει πλέον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα οὔτε σὲ ἄλλους νὰ ἀφήσει τέτοια παράδοση. Συνέχεια

Στιγμὲς ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ ἀββᾶ Σισώη

7) Τρεῖς γέροντες ἐπισκέφθηκαν τὸν ἀββὰ Σισώη, ἐπειδὴ εἶχαν ἀκούσει σχετικὰ μὲ αὐτόν. Καὶ τοῦ λέει ὁ πρῶτος:- Πάτερ, πῶς μπορῶ νὰ σωθῶ ἀπὸ τὸν πύρινο ποταμό; Κι αὐτὸς δὲν τοῦ ἀποκρίθηκε. Τοῦ λέει ὁ δεύτερος:

- Πάτερ, πῶς μπορῶ νὰ σωθῶ ἀπὸ τὸν βρυγμὸ τῶν ὀδόντων καὶ ἀπὸ τὸν ἀκοίμητο σκώληκα; Κι οὔτε τώρα ἀποκρίθηκε. Τοῦ λέγει ὁ τρίτος:

- Πάτερ, τί νὰ κάνω ποὺ μὲ σκοτώνει ἡ μνήμη τοῦ πηκτοῦ σκότους; Ἀποκρινόμενος δὲ ὁ Γέρων τοὺς εἶπε:

- Ἐγὼ δὲν θυμοῦμαι τίποτε ἀπὸ αὐτά· διότι, καθὼς εἴναι φιλεύσπλαγχνος ὁ Θεός, ἐλπίζω ὅτι θὰ μὲ ἐλεήσει.

Ὅταν ἄκουσαν αὐτὸν τὸν λόγο οἱ γέροντες ἔφυγαν λυπημένοι. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Γέρων δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ φύγουν λυπημένοι, γυρίζοντας πρὸς αὐτοὺς εἶπε: Συνέχεια

Στιγμὲς ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ ἀββᾶ Σισώη

Ἴσως κάποια ἀπὸ αὐτὰ τὰ στιγμιότυπα ἀνήκουν στὸν βίο ἑνὸς ἄλλου ἁγίου Σισώη, ἐπίσης μοναχοῦ τῆς αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, λίγο μεταγενέστερου.

1) Ἀδελφὸς ποὺ ἀδικήθηκε ἀπὸ ἄλλο ἀδελφὸ ἦλθε πρὸς τὸν ἀββὰ Σισώη καὶ τοῦ λέγει:

- Ἀδικήθηκα ἀπὸ ἕνα ἀδελφὸ καὶ θέλω νὰ τὸν ἐκδικηθῶ.

Ὁ δὲ Γέρων [=πνευματικὸς διδάσκαλος, δηλαδὴ ὁ ὅσιος Σισώης] τὸν παρακαλοῦσε:

- Μή, τέκνο· ἀντιθέτως μάλιστα ἄφησε στὸν Θεὸ τὸ ἔργο τῆς ἐκδικήσεως.

Αὐτὸς ὅμως ἔλεγε:

- Δὲν θὰ παύσω, ἕως ὅτου ἐκδικηθῶ γιὰ τὸν ἑαυτό μου.

Εἶπε δὲ ὁ Γέρων: Συνέχεια