Ὁ Στάρετς Ζαχαρίας καί τό θράσος μιᾶς γυναίκας.

russia-112443_640 Ο Άγιος Γέροντας Ζαχαρίας (Δημητρίεβιτς) , 1850-1936 υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος στάρετς της Λαύρας του Αγίου Σεργίου στη Μόσχα.Η ζωή του είναι γεμάτη θλίψεις και θαυμαστές επεμβάσεις του Θεού.

• Μια μέρα ο στάρετς είχε τελέσει ακολουθία μέσα στη εκκλησία. Όλος ο κόσμος έμπαινε και ασπαζόταν το σταυρό. Μια γυναίκα τον κοιτούσε περιφρονητικά και δεν πλησίαζε. Ο στάρετς λοιπόν, έρχεται προς εκείνη και την ρωτάει:

-Γιατί δεν ασπάζεσαι το σταυρό;

Εκείνη του απάντησε με βρισιές, τον πρόσβαλλε ως ιερέα και βλαστημούσε κάθε τι ιερό και άγιο. Ο στάρετς στεκόταν κι άκουγε με υπομονή. Όταν τέλειωσε και δεν είχε τίποτα άλλο να πει, την ρώτησε: Συνέχεια

Πῶς πρέπει νά διαβάζει ἕνας χριστιανός τά βιβλία

 

αρχείο λήψης

 -Ο νους είναι ακριβώς όπως και το στομάχι. Όπως το στομάχι δεν μπορεί να χωνέψει την υπέρ το δέον ποσότητα της τροφής, έτσι συμβαίνει και με το νου. Όταν κανείς «φορτώνεται» με πολλή ανάγνωση, κλείνοντας το βιβλίο έχει ξεχάσει και όλα όσα διάβασε. Και μετά από λίγη ώρα, λόγω της κοπώσεως, ο νους λησμονεί και αυτά που γνώριζε προηγουμένως.

Συνεπώς αυτός που θέλει να ωφεληθεί, πρέπει να ακολουθεί οπωσδήποτε αυτή την τακτική – δηλαδή αφού διαβάσει με ησυχία και πολλή προσοχή την ενότητα μιας παραγράφου, να κλείνει το βιβλίο και να ερωτά τον εαυτό του τι διάβασε. Συνέχεια

«Κάνε ὑπομονή στίς θλίψεις, διότι σέ αὐτούς πού ὑπομένουν δίδεται τό στεφάνι τῆς ἀθλήσεως» μέρος ζ΄

 α (24).jpg

  Ἡ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων

καί ἡμερολόγιο τοῦ 2007

 Ἀπό τό Γεροντικό

… Κανείς ἐκτός ἀπό τόν Θεό δέν γνωρίζει τό ἀληθινό ἀγαθό καί τό ἀληθινό ὠφέλιμο καί γι᾿ αὐτό μέ ὑπομονή καί πραότητα νά ὑποφέρουμε τίς ἀποτυχίες μας. Κάνοντας δέ ὑποταγή ἀγόγγυστη στίς βουλήσεις τοῦ Θεοῦ, ἄς μή ψυχραίνουμε μέ τήν θλίψη καί τήν ἀγανάκτισή μας τόν Οὐράνιο Πατέρα, λησμονοῦντες τήν ἄπειρη ἀγαθότητά Του καί τήν ὑπέρτατη σοφία καί πρόνοιά Του.

Καί τά πιό θλιβερά γεγονότα νά θεωρεῖς σάν εὐεργετικές διδασκαλίες τῆς Θείας Πρόνοιας.

… Στούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις μας καί στίς στενοχώριες μας νά δοξάζουμε τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς θυμήθηκε μέ τίς θλίψεις.

Ὑπέμενε τήν περιφρόνηση καί τήν ταπείνωση, τά ὁποῖα ἔγιναν μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά νά βρεῖς παρρησία πρός τόν Θεό. Συνέχεια

«Εἶναι ἀσύλληπτη ἡ εὐφροσύνη στόν οὐρανό καί ἡ δόξα πού περιμένει τούς ἁγίους, γι᾿ αὐτό καί πρέπει νά τήν ποθοῦμε ὁλόψυχα. Τίποτε ἀπό ὅσα ὑπάρχουν ἤ γίνονται ἀπό ἐμᾶς δέν εἶναι ἀντάξιό της» μέρος β΄ τελευταῖο

 Τοιχογραφία του Εμμανουήλ Πανσέληνου(έζησε γύρω στο 13ο με 14ο αιώνα) 

στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους.

Ὑπόθεση στ΄(6)

«ΛΟΓΟΙΚΑΙΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ

ΑΓΙΩΝΠΑΤΕΡΩΝ»

Τοῦ ἁγίου Μαξίμου

Ἄν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί Θεός ἔγινε Υἱός ἀνθρώπου καί ἄνθρωπος, ἀκριβῶς γιά νά κάνει θεούς καί παιδιά τοῦ Θεοῦ τούς ἀνθρώπους, ἄς πιστέψουμε ὅτι ἐκεῖ θά φτάσουμε, ὅπου τώρα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός πιό ψηλά ἀπό ὅλους τούς οὐρανούς1 ὡς κεφαλή ὅλου τοῦ σώματος (τῆς Ἐκκλησίας)2, καθώς ἔγινε γιά χάρη μας πρόδρομός μας3 πρός τόν Πατέρα ὡς ἄνθρωπος. Γιατί στή σύναξη τῶν θεῶν, αὐτῶν δηλαδή πού θά σωθοῦν, θά σταθεῖ ὁ Θεός Λόγος ἀνάμεσά τους4, μοιράζοντας τίς ἀμοιβές τῆς οὐράνιας μακαριότητας, χωρίς νά ὑπάρχει καμιά ἀπόσταση ἀνάμεσα σέ αὐτόν καί τούς ἄξιους. Συνέχεια

«Εἶναι πολύ σπουδαία ἡ ἐργασία τοῦ πένθους. Πόσα εἶναι τά εἴδη τοῦ πένθους καί ποιά ἡ διαφορά τῶν δακρύων» μέρος γ΄

  ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΒ΄(32)

 Ἀπό τό Γεροντικό

Ὁ ἀββάς Λογγίνος εἶπε:

«Ἡ νηστεία ταπεινώνει τό σῶμα· ἡ ἀγρυπνία καθαρίζει τόν νοῦ· ἡ ἡσυχία φέρνει τό πένθος· τό πένθος βαφτίζει τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει ἀναμάρτητο».

 Ὁ ἀββάς αὐτός, ὁ Λογγίνος, εἶχε πολλή κατάνυξη στήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία του. Τοῦ εἶπε λοιπόν κάποια μέρα ὁ μαθητής του:

  • «Ἀββά, αὐτός εἶναι ὁ πνευματικός κανόνας, νά κλαίει δηλαδή πάντοτε ὁ μοναχός στήν προσευχή του;»

  • «Ναί, παιδί μου» ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας, «αὐτός εἶναι ὁ κανόνας πού θέλει τώρα ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς. Στήν ἀρχή βέβαια ὁ Θεός δέν ἔκανε τόν ἄνθρωπο γιά νά πενθεῖ, ἀλλά γιά νά χαίρεται καί νά εὐφραίνεται, δοξάζοντας τόν Θεό μέ καθαρότητα καί ἀναμαρτησία, ὅπως οἱ ἄγγελοι. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε στήν ἁμαρτία, χρειάστηκε τό κλάμα· τό ἴδιο καί ὅλοι ὅσοι ἔπεσαν τό χρειάζονται. Ὅπου δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἐκεῖ δέν χρειάζεται τό κλάμα». Συνέχεια

«Ὁ μοναχός πρέπει νά εἶναι μακρόθυμος πρός ὅσους τοῦ φταῖνε καί νά μήν πηγαίνει στό δικαστήριο ὅσους τόν ἀδικοῦν»

 nymfios

ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΖ΄ (37)

Ἀπό τό Γεροντικό

Ἔλεγαν γιά τόν ἀββά Ἰσίδωρο, τόν ἱερέα τῆς Σκήτης, ὅτι ἄν εἶχε κανείς ἀδελφό ἄρρωστο ἤ ἀμελή ἤ ἀτίθασο καί ἤθελε νά τόν διώξει, αὐτός ἔλεγε:

«Φέρε τον ἐδῶ σ᾿ ἐμένα», τόν ἔπαιρνε καί μέ τή μακροθυμία τόν ἔσωζε. Στήν ἐκκλησία ἐπίσης αὐτόν τόν λόγο ἔλεγε συνεχῶς στούς ἀδελφούς:

«Ἀδελφοί, νά συγχωρεῖτε, καί θά συγχωρηθεῖτε».  Συνέχεια

Ἔτσι ὁ σατανάς φέρνει σύγχυση στήν Προσευχή

 DSC01067

Στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, στην Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» ασκήτευε ό Γέροντας Αγάπιος Μοναχός με τη συνοδεία του, το Μοναχό Πηγάσιο, πού περνούσαν πολύ φτωχικά και στερημένα.

Κατά το έτος 1935 – 6, ό υποτακτικός Πηγάσιος, θύμισε στον Γέροντα του Αγάπιο, πώς καλά θα ήταν, άμα τελειώσει την άλλη μέρα το πρωί ή προσευχή της Ακολουθίας, να γυρίσει με ένα γράμμα, της Κυριάρχου Μονής Μεγίστης Λαύρας, πού το λένε «Απανταχούσα» στα άλλα Καλύβια της Σκήτης για να μαζέψει ελεημοσύνες και οικονομική ενίσχυση να μπορέσουν να διορθώσουν το Καλύβι τους πού ήταν ερειπωμένο.

Ό Γέρο – Αγάπιος βρήκε καλή τη γνώμη του υποτακτικού του, κι ετοιμάστηκε να φύγει, αφού τελείωσε ή Ακολουθία του Όρθρου. Ό αδελφός Πηγάσιος θα συνέχιζε την προσευχή, με την ανάγνωση των Ωρών, των Τυπικών, της Παρακλήσεως και λοιπής Ακολουθίας αφού τελείωσε την πρώτη, τρίτη και έκτη Ώρα, ό αδελφός Πηγάσιος του φάνηκε πώς κινιόταν μια σκιά μέσα στο ιερό, ή οποία πολλές φορές κοιτούσε προς το αναλόγιο. Πρόσεξε λίγο και του φάνηκε πώς ήταν ό Γέροντας του, προς τον όποιο είπε ό Πηγάσιος: Συνέχεια

«Ἡ μνησικακία εἶναι ὀλέθρια, καί ὄχι μόνο καταστρέφει κάθε πνευματική ἐργασία, ἀλλά ἀπομακρύνει καί τή συμπάθεια τοῦ Θεοῦ. Πῶς πρέπει νά τήν καταπολεμοῦμε»

 

  ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΒ΄ (42)

 Ἀπό τό Γεροντικό

 Ὁ ἀββάς Μακάριος εἶπε: «Ἄν θυμόμαστε τά κακά πού μᾶς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, διώχνουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας τή δύναμη τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὅμως δέν θυμόμαστε τά κακά πού παθαίνουμε, θά εἴμαστε ἄτρωτοι ἀπό τούς δαίμονες».

Κάποιος γέροντας εἶπε: «Ἐκεῖνος πού κλέβει ἤ λέει ψέματα ἤ κάνει κάποια ἄλλη ἁμαρτία, συχνά, μόλις διαπράξει τήν ἁμαρτία, ἀναστενάζει καί κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του καί ἔρχεται σέ μετάνοια. Ὅποιος ὅμως ἔχει μνησικακία στήν ψυχή, εἴτε τρώει εἴτε κοιμᾶται εἴτε περπατᾶ, κατατρώγεται ἀπό αὐτήν σάν ἀπό δηλητήριο καί ἔχει τήν ἁμαρτία πάντοτε ἀχώριστη· ἡ προσευχή του γίνεται γι᾿ αὐτόν κατάρα, καί ὅλος ὁ κόπος του δέν γίνεται δεκτός, ἀκόμη καί ἄν χύσει τό αἷμα του γιά τόν Χριστό».

Ἕνας ἀδελφός πού βλάφτηκε ἀπό κάποιον πῆγε σέ ἕναν γέροντα στά Κελλία καί τοῦ εἶπε: «Πάτερ, κάποιος ἀδελφός μέ ἔβλαψε, καί ὁ δαίμονας μέ πιέζει νά τόν ἐκδικηθῶ». Ὁ γέροντας τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ἄκουσέ με, παιδί μου· πήγαινε στό κελλί σου καί ἡσύχασε, παρακαλώντας θερμά τόν Θεό γιά τόν ἀδελφό πού σέ ἀδίκησε, καί σύντομα θά ἀπαλλαγεῖς ἀπό τό πάθος».

Ὁ ἀδελφός ἔκανε ὅπως τόν συμβούλεψε ὁ γέροντας, καί μέσα σέ μιά ἑβδομάδα ὁ Θεός ἐξαφάνισε τήν ὀργή του, γιά τή βία πού ἄσκησε στόν ἑαυτό του καί τήν ὑπακοή πού ἔκανε στόν γέροντα. Συνέχεια

«Γιά ποιόν σκοπό πρέπει νά ἐργάζεται ὁ μοναχός καί μέ ποιές ἐργασίες νά ἀσχολεῖται»

 

  ΥΠΟΘΕΣΗ Δ΄ (4)

  Ἀπό τό Γεροντικό

Πῆγαν κάποτε μερικοί ἀδελφοί σέ ἕναν μεγάλο γέροντα.

Αὐτός ρώτησε τόν πρῶτο: «Τί ἐργόχειρο κάνεις ἀδελφέ;» Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «Σχοινί πλέκω, ἀββά». «Ὁ Θεός νά σοῦ πλέξει στεφάνι, παιδί μου», τοῦ εἶπε ὁ γέροντας.

Ρώτησε ἔπειτα τόν δεύτερο: «Καί ἐσύ τί δουλειά κάνεις;» «Ψάθες φτιάχνω», ἀπάντησε, καί ὁ γέροντας εἶπε: «Ὁ Θεός νά σοῦ δώσει δύναμη, παιδί μου». Ρώτησε τόν τρίτο: «Καί ἐσύ τί ἐργόχειρο κάνεις;» καί ἐκεῖνος εἶπε: «Κόσκινα». «Ὁ Θεός νά σέ φυλάξει, παιδί μου», ἀπάντησε ὁ γέροντας, καί ρώτησε τόν τέταρτο: «Καί ἐσύ μέ τί ἀσχολεῖσαι;» «Εἶμαι καλλιγράφος», ἀποκρίθηκε. Ὁ γέροντας τοῦ εἶπε: «Ἐσύ ξέρεις».

Στό τέλος ἔκανε τήν ἴδια ἐρώτηση καί στόν πέμπτο, ὁ ὁποῖος ἀπάντησε: «Λινό ὕφασμα»· καί ὁ γέροντας τοῦ εἶπε: «Ἐγώ σέ αὐτό δέν ἀνακατεύομαι».

Μέ τίς ἀπαντήσεις του ὁ γέροντας ἐννοοῦσε τά ἑξῆς: Ἐκεῖνος πού πλέκει σχοινί, ἄν προσέχει, πλέκει μαζί μέ τόν Θεό στεφάνι γιά τόν ἑαυτό του.

Ὁ ἄλλος πού κάνει ψάθα χρειάζεται δύναμη, γιατί εἶναι κάτι κοπιαστικό. Αὐτός πού ἔχει ἐργόχειρο τά κόσκινα, χρειάζεται νά τόν φυλάει ὁ Θεός, γιατί τά πουλᾶ στά χωριά.

Ὁ καλλιγράφος ἔχει ἀνάγκη νά ταπεινώνεται, γιατί τό ἐργόχειρο αὐτό φέρνει ὑπερηφάνεια σέ ὅσους δέν προσέχουν.

Σέ ἐκεῖνον τέλος πού ὕφαινε τό λινό ὕφασμα εἶπε: «Ἐγώ σέ αὐτό δέν ἀνακατεύομαι», ἐπειδή αὐτός ἐμπορεύεται καί δέν κάνει μοναχικό ἐργόχειρο. Γιατί ὅταν κάποιος δεῖ ἀπό μακριά ἕναν νά κουβαλᾶ καλάθια ἤ ψάθες ἤ κόσκινα, λέει: «Αὐτός εἶναι μοναχός», γιατί τό ἐργόχειρό του εἶναι ἀπό χόρτο καί καταλήγει στή φωτιά. Ἄν ὅμως δεῖ κάποιον νά πουλᾶ ὑφάσματα, λέει: «Νά, ἦρθαν οἱ πραματευτάδες»· γιατί αὐτή ἡ δουλειά εἶναι κοσμική καί δέν εἶναι ὠφέλιμη γιά τούς μοναχούς. Συνέχεια

«Καθόλου δέν πρέπει νά θυμώνει κανείς μέ ἄνθρωπο ἤ νά βάζει τίς φωνές. Τί γεννᾶ τόν θυμό, καί τί τόν θεραπεύει»

ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΕ΄ (35)

Ἀπό τό Γεροντικό

Ἕνας γέροντας εἶπε: «Τά πάθη πού ἔχουμε παρά φύση οἱ ἄνθρωποι, οἱ εἰδωλολάτρες τά θεοποίησαν καί τά προσκυνοῦσαν, ἐνῶ ὅσους δέν ἤθελαν νά τά προσκυνοῦν τούς βασάνιζαν καί τούς σκότωναν καί, χωρίς νά θέλουν, τούς ἔκαναν μάρτυρες. Καί ἐμεῖς λοιπόν, ἄν ὑποκύπτουμε στά πάθη, δέν διαφέρουμε σέ τίποτε ἀπό τούς εἰδωλολάτρες. Ἐκεῖνος, γιά παράδειγμα, πού νικιέται καί ὑποδουλώνεται ἀπό τήν ὀργή καί τόν θυμό καί δέν κόβει ἀπό τόν ἑαυτό του τή μανία αὐτοῦ τοῦ πάθους, ἀρνεῖται τόν Ἰησοῦ, κάνει θεό του τόν Ἄρη καί προσκυνᾶ τό εἴδωλο τῆς ὀργῆς ὅπως καί οἱ εἰδωλολάτρες. Ἐπίσης καί ὁ φιλάργυρος, ὁ ὁποίος δέν σπλαχνίζεται τόν ἀδελφό του καί δέν συμπονεῖ τόν συνάνθρωπό του, εἶναι εἰδωλολάτρης πού σέβεται τό εἰδωλο τοῦ Ἑρμῆ καί λατρεύει τό δημιούργημα καί ὄχι τόν Δημιουργό1. Τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τά ἄλλα πάθη· γιατί ἀπό ὅ,τι ἔχει νικηθεῖ ὁ καθένας, σέ αὐτό καί ὑποδουλώθηκε2, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος μάλιστα τή φιλαργυρία τήν ὀνόμασε δεύτερη εἰδωλολατρία3. Συνέχεια