Ὁ πειρασμός τῆς βλασφημίας

 Ο πειρασμός της βλασφημίας

Ο πειρασμός της βλασφημίας

Από το Γεροντικό

Κάποιος μοναχός δεχόταν ενοχλήσεις από τον δαίμονα της βλασφημίας. σηκώθηκε, λοιπόν, και πήγε στον αββά Ποιμένα, θέλοντας να του εξομολογηθεί το λογισμό του, μα γύρισε πάλι στο κελλί του δίχως να ’πει τίποτε στον Γέροντα. Νιώθοντας πάλι, πιο δυνατό μάλιστα, τον πόλεμο του ίδιου λογισμού, ξαναπήγε στον Γέροντα. Ντράπηκε όμως πάλι, κι έφυγε άπρακτος, δίχως να πει στο Γέροντα τίποτε. Κι αυτό έγινε πολλές φορές: πήγαινε να εξομολογηθεί το λογισμό του στον Γέροντα και από την ντροπή του, γυρνούσε δίχως να του πει τίποτε. Ο Γέροντας πληροφορήθηκε και εσωτερικά πως ο αδελφός υπέφερε απ’ τον πόλεμο των λογισμών, μα πως ντρεπόταν και δεν έλεγε τίποτε. Μια μέρα, λοιπόν, που ξανάρθε κατά τη συνήθειά του και δεν έλεγε τίποτε, τον ρωτάει ο Γέροντας: Συνέχεια

«Πῶς πρέπει νά μετανοοῦμε»

  ___1_~1

   «ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ

ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»

Ἀπό τό Γεροντικό”

Εἶπε ἕνας γέροντας:

«Ἄν πέσεις σέ κάποια ἁμαρτία καί ἐπιστρέψεις ἀπό αὐτήν καί ἀρχίσεις νά ζεῖς μέ λύπη καί μετάνοια, πρόσεξε νά μήν πάψεις νά λυπᾶσαι καί νά στενάζεις μπροστά στόν Κύριο ὥς τή μέρα τοῦ θανάτου σου. Διαφορετικά, γρήγορα θά ξαναπέσεις στόν ἴδιο λάκκο. Γιατί ἡ λύπη, ὅταν εἶναι ὅπως τή θέλει ὁ Θεός, εἶναι χαλινάρι τῆς ψυχῆς καί δέν τήν ἀφήνει νά πέσει».

Ὁ ἀββάς Δανιήλ ἔλεγε γά τόν ἀββά Ἀρσένιο ὅτι τό νερό, στό ὁποῖο μούσκευε τούς φοινικοβλαστούς, τό ἄλλαζε μόνο μία φορά τόν χρόνο, καί μόνο πρόσθετε σέ αὐτό, ὅποτε λιγόστευε· γιατί εἶχε ὡς ἐργόχειρο τό πλέξιμο σχοινιῶν καί πάντοτε ἐργαζόταν ὥς τό μεσημέρι· καί τό νερό, καθώς δέν ἀλλαζόταν, βρωμοῦσε πολύ.

Οἱ γέροντες πού τόν ἐπισκέπτονταν, τόν παρακάλεσαν νά τούς πεῖ γιά ποιόν λόγο δέν ἀλλάζει τό νερό τῶν φοινικοβλαστῶν, ἀλλά ὑποφέρει τήν τόση βρώμα· καί ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε: Συνέχεια

«Στούς ἀδύναμους ταιριάζει νά ὁδηγοῦνται σιγά-σιγά στά ἔργα τῆς μετάνοιας»

εικόνα

«ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΕΣ

ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ»

Ἀπό τό Γεροντικό

Ἕνας ἀδελφός πού ἔπεσε σέ πειρασμό, δηλαδή σέ ἁμαρτία, ἀπό τή θλίψη του παράτησε τόν μοναχικό κανόνα, καί θέλοντας νά τόν ξαναρχίσει, ἐμποδιζόταν ἀπό τή λύπη. Ἔλεγε μέσα του:

«Πότε θά ξαναβρῶ τόν ἑαυτό μου, ὅπως ἤμουν κάποτε;»

καί ἀποθαρρυμένος δέν μποροῦσε νά ἀρχίσει τή μοναχική ἐργασία. Πῆγε λοιπόν σέ κάποιον γέροντα καί τοῦ εἶπε ὅσα τοῦ συνέβαιναν. Ὁ γέροντας, ἀφοῦ ἄκουσε τήν αἰτία τῆς λύπης του, τοῦ ἔφερε ἕνα κατάλληλο παράδειγμα.

«Κάποιος ἄνθρωπος», εἶπε, «εἶχε ἕνα χωράφι καί, ἐπειδή τό ἀμέλησε, ἐκεῖνο χέρσωσε καί γέμισε ἀγριόχορτα καί ἀγκάθια. Συνέχεια

Συνηθίζω νά δέχομαι εὐχαρίστως τίς μικροδοκιμασίες, πού μοῦ στέλνει ὁ Κύριός μου

ΑΣΚΗΤΕΣ Тверской монастырь zhitie

 

  Μερικοί ευλαβείς νέοι ανέβηκαν στη σκήτη να επισκεφθούν ένα πνευματικό Γέροντα. Έξω από την καλύβη του βρήκαν κάτι τσομπανόπουλα, που έβοσκαν τα κοπάδια τους. Έκαναν όμως τόση φασαρία με τα παιχνίδια και τις φωνές τους, που απόρησαν οι επισκέπτες.

-Πώς ανέχεσαι αυτά τα παλιόπαιδα, Πάτερ, και δεν τα διώχνεις; Ρώτησαν τον Γέροντα.

-Είναι καιρός τώρα, τέκνα μου, απεκρίθη ο αγαθός Γέρων, που έχω αποφασίσει να τα μαλώσω και να τα διώξω. Συνέχεια

Ἐμπιστοσύνη στό Θεό

Οσίου Νείλου

  «Εμπιστεύσου στὸν Θεὸ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματός σου καὶ τότε θὰ εἶναι φανερὸ ὅτι Τοῦ ἐμπιστεύεσαι καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ πνεύματος.
Μήπως είμαστε ἐμεῖς ποὺ κατορθώνουμε καὶ οἰκονομοῦμε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ ζωή μας; Ὁ Θεὸς φροντίζει τὴ ζωή μας.῾Η προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν βοηθήσει ὁ Θεός, εἶναι καταδικασμένη νὰ ἀστοχεῖ, ἐνῶ ἡ θεία οἰκονομία παρέχει τέλεια ἀγαθά.
Τί τοὺς ὠφέλησε ἡ δική τους προσπάθεια ἐκείνους ποὺ τοὺς ἔλεγε ὁ Θεός, «σπείρατε πολλὰ καὶ λίγα μαζέψατε καὶ τὰ σκόρπισα ἀπὸ τὰ χέρια σας»; Καὶ τί ἔλειψε ἀπὸ τ᾽ ἀναγκαῖα σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ ἀρετὴ χωρὶς καθόλου νὰ σκέφτονται γι᾽ αὐτά; Συνέχεια

Ἀπό τό Γεροντικό …

 

 Κάποιος ἀδελφός ρώτησε ἕναν Γέροντα:

«Οἱ ἄνθρωποι πού ζοῦν στόν κόσμο παραμελοῦν τή νηστεία, καταφρονοῦν τήν προσευχή, δέν κάνουν ἀγρυπνίες, χορταίνουν ἀπό κάθε φαγητό, ἐνεργοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυμίες τους, στίς δοσοληψίες τους τρῶνε ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί ὅλη τή μέρα τήν περνοῦν κάνοντας ὅρκους καί ἀθετώντας τους. Πῶς λοιπόν δέν πέφτουν, οὔτε λένε “ἁμαρτήσαμε”, οὔτε ἐμποδίζουν τόν ἑαυτό τους ἀπό τή θεία κοινωνία, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ μοναχοί, πού εἴμαστε πάντοτε προσηλωμένοι σέ νηστεῖες καί ἀγρυπνίες καί σέ ὕπνο κατάχαμα καί σέ ξεροφαγίες καί στερούμαστε κάθε σωματική ἀνάπαυση, πενθοῦμε καί θρηνοῦμε καί λέμε ὅτι χαθήκαμε καί ὅτι εἴμαστε ἄξιοι γιά τήν κόλαση;»

Ὁ Γέροντας στέναξε καί ἀπάντησε: Συνέχεια

«Ἀδελφέ, νά μή σέ φοβίσουν οἱ πειρασμοί πού σοῦ συμβαίνουν»

Ἀπό τό Γεροντικό 

Ἕνας ἀδελφός πού πειραζόταν ἀπό τούς δαίμονες πῆγε σέ κάποιον γέροντα καί τοῦ εἶπε τούς πειρασμούς πού ἀντιμετώπιζε. Καί ὁ γέροντας τοῦ ἀποκρίθηκε:
   «Ἀδελφέ, νά μή σέ φοβίσουν οἱ πειρασμοί πού σοῦ συμβαίνουν. Γιατί ὅσο βλέπουν οἱ ἐχθροί τήν ψυχή νά ἀνεβαίνει καί νά ἑνώνεται μέ τόν Θεό, θυμώνουν καί λιώνουν ἀπό φθόνο. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σέ πειρασμό, νά μήν εἶναι κοντά ὁ Θεός καί οἱ ἄγγελοί του καί νά μήν τοῦ ἁπλώνουν χέρι βοήθειας. Συνέχεια

Ἡ γυναίκα τῆς ἁμαρτίας καί ὁ Ἐρημίτης…………

 

   Έβαλε κάποτε στο νου της μια γυναίκα της αμαρτίας καί στοιχημάτισε με τους φίλους της, πως θα το πετύχαινε να παρασύρει στα δίχτυα της τον Ερημίτη, που ζούσε στο βουνό, μακριά από την πόλη καί που όλοι έλεγαν γι’ αυτόν πως ήταν άγιος άνθρωπος.

Φόρεσε ένα πυκνό πέπλο, που έκρυβε την ομορφιά της κι’ ανέβηκε στο βουνό. Οι φίλοι της την περίμεναν στα μισά του δρόμου. Όταν βράδιασε, χτύπησε την πόρτα της σπηλιάς του Ερημίτη. Εκείνος όταν την είδε, ταράχτηκε…
Πώς βρέθηκε τάχα γυναίκα τέτοια ώρα σ’ αυτή την έρημο;
Πλάνη σου είναι τούτη, διάβολε, συλλογίστηκε.
Τη ρώτησε ποια ήταν καί τί γύρευε. Εκείνη έβαλε τα κλάματα. Συνέχεια

Ἡ πολύχρονη ὑπομονή, πού ἔφερε ἄμετρη τή χάρη τοῦ Θεοῦ

  Τοῦ Ἀββᾶ Ἰσαάκ Σύρου

Ενας από τους αγίους πατέρες είπε: Ήταν ένας γέροντας αναχωρητής, τίμιος, και πήγα μια φορά σ’ αυτόν, όταν ήμουν καταπονημένος από τους πειρασμούς. Αυτός ήταν άρρωστος και κατάκοιτος και αφού τον χαιρέτησα, κάθισα κοντά του και του είπα: - Κάνε μια ευχή για μένα, πάτερ, διότι πολύ θλίβομαι από τους πειρασμούς των δαιμόνων. Και ο γέροντας άνοιξε τα μάτια του και μου είπε: - Παιδί μου, εσύ είσαι νέος και δε θ’ αφήσει ο Θεός να καταπονηθείς από αβάσταχτους πειρασμούς. Κι εγώ του είπα: Συνέχεια

«Δυστυχισμένε γιά σένα δέν ὑπάρχει σωτηρία»…

 

«ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΕ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΩΤΗΡΙΑ»…

  Κάποιος νέος, μας διηγείται ο Αββάς Ιωάννης του Λύκου, παρασυρμένος απ΄ του κόσμου τις ηδονές, είχε βυθιστεί στη λάσπη της ασωτίας Κάποτε όμως συνήλθε, σαν το άσωτο, κι εζήτησε το δρόμο του γυρισμού στο σπίτι του Πατέρα. Άφησε τον κόσμο, για να βρει στην έρημο τον λυτρωμό, μακριά από τις αφορμές της αμαρτίας. Καταφύγιό του έκανε ένα παμπάλαιο μνήμα. Κλεισμένος θεληματικά σ΄ αυτή τη πρωτότυπη φυλακή, έκλαιε πικρά τη τραυματισμένη ψυχή του.
Οι Άγγελοι εχαίρονταν, αλλά τα πνεύματα της πονηρίας, που είδαν να φεύγει τόσο απροσδόκητα η λεία από τα χέρια τους, δεν άργησαν να κάνουν έφοδο. Τριγύριζαν τη νύκτα το μνήμα κι έλεγαν οργισμένα : Συνέχεια