«Ὁ μοναχός πρέπει νά εἶναι μακρόθυμος πρός ὅσους τοῦ φταῖνε καί νά μήν πηγαίνει στό δικαστήριο ὅσους τόν ἀδικοῦν»

 nymfios

ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΖ΄ (37)

Ἀπό τό Γεροντικό

Ἔλεγαν γιά τόν ἀββά Ἰσίδωρο, τόν ἱερέα τῆς Σκήτης, ὅτι ἄν εἶχε κανείς ἀδελφό ἄρρωστο ἤ ἀμελή ἤ ἀτίθασο καί ἤθελε νά τόν διώξει, αὐτός ἔλεγε:

«Φέρε τον ἐδῶ σ᾿ ἐμένα», τόν ἔπαιρνε καί μέ τή μακροθυμία τόν ἔσωζε. Στήν ἐκκλησία ἐπίσης αὐτόν τόν λόγο ἔλεγε συνεχῶς στούς ἀδελφούς:

«Ἀδελφοί, νά συγχωρεῖτε, καί θά συγχωρηθεῖτε».  Συνέχεια

Ἔτσι ὁ σατανάς φέρνει σύγχυση στήν Προσευχή

 DSC01067

Στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, στην Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» ασκήτευε ό Γέροντας Αγάπιος Μοναχός με τη συνοδεία του, το Μοναχό Πηγάσιο, πού περνούσαν πολύ φτωχικά και στερημένα.

Κατά το έτος 1935 – 6, ό υποτακτικός Πηγάσιος, θύμισε στον Γέροντα του Αγάπιο, πώς καλά θα ήταν, άμα τελειώσει την άλλη μέρα το πρωί ή προσευχή της Ακολουθίας, να γυρίσει με ένα γράμμα, της Κυριάρχου Μονής Μεγίστης Λαύρας, πού το λένε «Απανταχούσα» στα άλλα Καλύβια της Σκήτης για να μαζέψει ελεημοσύνες και οικονομική ενίσχυση να μπορέσουν να διορθώσουν το Καλύβι τους πού ήταν ερειπωμένο.

Ό Γέρο – Αγάπιος βρήκε καλή τη γνώμη του υποτακτικού του, κι ετοιμάστηκε να φύγει, αφού τελείωσε ή Ακολουθία του Όρθρου. Ό αδελφός Πηγάσιος θα συνέχιζε την προσευχή, με την ανάγνωση των Ωρών, των Τυπικών, της Παρακλήσεως και λοιπής Ακολουθίας αφού τελείωσε την πρώτη, τρίτη και έκτη Ώρα, ό αδελφός Πηγάσιος του φάνηκε πώς κινιόταν μια σκιά μέσα στο ιερό, ή οποία πολλές φορές κοιτούσε προς το αναλόγιο. Πρόσεξε λίγο και του φάνηκε πώς ήταν ό Γέροντας του, προς τον όποιο είπε ό Πηγάσιος: Συνέχεια

«Ἡ μνησικακία εἶναι ὀλέθρια, καί ὄχι μόνο καταστρέφει κάθε πνευματική ἐργασία, ἀλλά ἀπομακρύνει καί τή συμπάθεια τοῦ Θεοῦ. Πῶς πρέπει νά τήν καταπολεμοῦμε»

 

  ΥΠΟΘΕΣΗ ΜΒ΄ (42)

 Ἀπό τό Γεροντικό

 Ὁ ἀββάς Μακάριος εἶπε: «Ἄν θυμόμαστε τά κακά πού μᾶς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, διώχνουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας τή δύναμη τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὅμως δέν θυμόμαστε τά κακά πού παθαίνουμε, θά εἴμαστε ἄτρωτοι ἀπό τούς δαίμονες».

Κάποιος γέροντας εἶπε: «Ἐκεῖνος πού κλέβει ἤ λέει ψέματα ἤ κάνει κάποια ἄλλη ἁμαρτία, συχνά, μόλις διαπράξει τήν ἁμαρτία, ἀναστενάζει καί κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του καί ἔρχεται σέ μετάνοια. Ὅποιος ὅμως ἔχει μνησικακία στήν ψυχή, εἴτε τρώει εἴτε κοιμᾶται εἴτε περπατᾶ, κατατρώγεται ἀπό αὐτήν σάν ἀπό δηλητήριο καί ἔχει τήν ἁμαρτία πάντοτε ἀχώριστη· ἡ προσευχή του γίνεται γι᾿ αὐτόν κατάρα, καί ὅλος ὁ κόπος του δέν γίνεται δεκτός, ἀκόμη καί ἄν χύσει τό αἷμα του γιά τόν Χριστό».

Ἕνας ἀδελφός πού βλάφτηκε ἀπό κάποιον πῆγε σέ ἕναν γέροντα στά Κελλία καί τοῦ εἶπε: «Πάτερ, κάποιος ἀδελφός μέ ἔβλαψε, καί ὁ δαίμονας μέ πιέζει νά τόν ἐκδικηθῶ». Ὁ γέροντας τοῦ ἀποκρίθηκε: «Ἄκουσέ με, παιδί μου· πήγαινε στό κελλί σου καί ἡσύχασε, παρακαλώντας θερμά τόν Θεό γιά τόν ἀδελφό πού σέ ἀδίκησε, καί σύντομα θά ἀπαλλαγεῖς ἀπό τό πάθος».

Ὁ ἀδελφός ἔκανε ὅπως τόν συμβούλεψε ὁ γέροντας, καί μέσα σέ μιά ἑβδομάδα ὁ Θεός ἐξαφάνισε τήν ὀργή του, γιά τή βία πού ἄσκησε στόν ἑαυτό του καί τήν ὑπακοή πού ἔκανε στόν γέροντα. Συνέχεια

«Γιά ποιόν σκοπό πρέπει νά ἐργάζεται ὁ μοναχός καί μέ ποιές ἐργασίες νά ἀσχολεῖται»

 

  ΥΠΟΘΕΣΗ Δ΄ (4)

  Ἀπό τό Γεροντικό

Πῆγαν κάποτε μερικοί ἀδελφοί σέ ἕναν μεγάλο γέροντα.

Αὐτός ρώτησε τόν πρῶτο: «Τί ἐργόχειρο κάνεις ἀδελφέ;» Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «Σχοινί πλέκω, ἀββά». «Ὁ Θεός νά σοῦ πλέξει στεφάνι, παιδί μου», τοῦ εἶπε ὁ γέροντας.

Ρώτησε ἔπειτα τόν δεύτερο: «Καί ἐσύ τί δουλειά κάνεις;» «Ψάθες φτιάχνω», ἀπάντησε, καί ὁ γέροντας εἶπε: «Ὁ Θεός νά σοῦ δώσει δύναμη, παιδί μου». Ρώτησε τόν τρίτο: «Καί ἐσύ τί ἐργόχειρο κάνεις;» καί ἐκεῖνος εἶπε: «Κόσκινα». «Ὁ Θεός νά σέ φυλάξει, παιδί μου», ἀπάντησε ὁ γέροντας, καί ρώτησε τόν τέταρτο: «Καί ἐσύ μέ τί ἀσχολεῖσαι;» «Εἶμαι καλλιγράφος», ἀποκρίθηκε. Ὁ γέροντας τοῦ εἶπε: «Ἐσύ ξέρεις».

Στό τέλος ἔκανε τήν ἴδια ἐρώτηση καί στόν πέμπτο, ὁ ὁποῖος ἀπάντησε: «Λινό ὕφασμα»· καί ὁ γέροντας τοῦ εἶπε: «Ἐγώ σέ αὐτό δέν ἀνακατεύομαι».

Μέ τίς ἀπαντήσεις του ὁ γέροντας ἐννοοῦσε τά ἑξῆς: Ἐκεῖνος πού πλέκει σχοινί, ἄν προσέχει, πλέκει μαζί μέ τόν Θεό στεφάνι γιά τόν ἑαυτό του.

Ὁ ἄλλος πού κάνει ψάθα χρειάζεται δύναμη, γιατί εἶναι κάτι κοπιαστικό. Αὐτός πού ἔχει ἐργόχειρο τά κόσκινα, χρειάζεται νά τόν φυλάει ὁ Θεός, γιατί τά πουλᾶ στά χωριά.

Ὁ καλλιγράφος ἔχει ἀνάγκη νά ταπεινώνεται, γιατί τό ἐργόχειρο αὐτό φέρνει ὑπερηφάνεια σέ ὅσους δέν προσέχουν.

Σέ ἐκεῖνον τέλος πού ὕφαινε τό λινό ὕφασμα εἶπε: «Ἐγώ σέ αὐτό δέν ἀνακατεύομαι», ἐπειδή αὐτός ἐμπορεύεται καί δέν κάνει μοναχικό ἐργόχειρο. Γιατί ὅταν κάποιος δεῖ ἀπό μακριά ἕναν νά κουβαλᾶ καλάθια ἤ ψάθες ἤ κόσκινα, λέει: «Αὐτός εἶναι μοναχός», γιατί τό ἐργόχειρό του εἶναι ἀπό χόρτο καί καταλήγει στή φωτιά. Ἄν ὅμως δεῖ κάποιον νά πουλᾶ ὑφάσματα, λέει: «Νά, ἦρθαν οἱ πραματευτάδες»· γιατί αὐτή ἡ δουλειά εἶναι κοσμική καί δέν εἶναι ὠφέλιμη γιά τούς μοναχούς. Συνέχεια

«Καθόλου δέν πρέπει νά θυμώνει κανείς μέ ἄνθρωπο ἤ νά βάζει τίς φωνές. Τί γεννᾶ τόν θυμό, καί τί τόν θεραπεύει»

ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΕ΄ (35)

Ἀπό τό Γεροντικό

Ἕνας γέροντας εἶπε: «Τά πάθη πού ἔχουμε παρά φύση οἱ ἄνθρωποι, οἱ εἰδωλολάτρες τά θεοποίησαν καί τά προσκυνοῦσαν, ἐνῶ ὅσους δέν ἤθελαν νά τά προσκυνοῦν τούς βασάνιζαν καί τούς σκότωναν καί, χωρίς νά θέλουν, τούς ἔκαναν μάρτυρες. Καί ἐμεῖς λοιπόν, ἄν ὑποκύπτουμε στά πάθη, δέν διαφέρουμε σέ τίποτε ἀπό τούς εἰδωλολάτρες. Ἐκεῖνος, γιά παράδειγμα, πού νικιέται καί ὑποδουλώνεται ἀπό τήν ὀργή καί τόν θυμό καί δέν κόβει ἀπό τόν ἑαυτό του τή μανία αὐτοῦ τοῦ πάθους, ἀρνεῖται τόν Ἰησοῦ, κάνει θεό του τόν Ἄρη καί προσκυνᾶ τό εἴδωλο τῆς ὀργῆς ὅπως καί οἱ εἰδωλολάτρες. Ἐπίσης καί ὁ φιλάργυρος, ὁ ὁποίος δέν σπλαχνίζεται τόν ἀδελφό του καί δέν συμπονεῖ τόν συνάνθρωπό του, εἶναι εἰδωλολάτρης πού σέβεται τό εἰδωλο τοῦ Ἑρμῆ καί λατρεύει τό δημιούργημα καί ὄχι τόν Δημιουργό1. Τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τά ἄλλα πάθη· γιατί ἀπό ὅ,τι ἔχει νικηθεῖ ὁ καθένας, σέ αὐτό καί ὑποδουλώθηκε2, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, ὁ ὁποῖος μάλιστα τή φιλαργυρία τήν ὀνόμασε δεύτερη εἰδωλολατρία3. Συνέχεια

Ἔκανα ἁμαρτία μεγάλη…..(Γεροντικό)

gr52

 Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:

Έκανα αμαρτία μεγάλη, και θέλω να μείνω σε μετάνοια τρία χρόνια.

Πολύ είναι, τού λέει ο γέροντας.

Ρώτησαν τότε κάποιοι, που βρίσκονταν εκεί: Συνέχεια

Εἶπεν ὁ ἀββᾶς ….

  

 Περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀλωνίου

Είπεν ο αββάς Αλώνιος:
α΄. Εάν δεν πει ο άνθρωπος στην καρδιά του ότι εγώ μόνος και ο Θεός είμαστε στον κόσμον δεν θα έχει ανάπαυση.
β΄. Είπε πάλιν: Εάν δεν είχα καταστρέψει το όλον δεν θα μπορούσα να οικοδομήσω τον εαυτό μου.
γ΄. Είπε πάλιν ότι, εάν θέλει ο άνθρωπος, από το πρωί μέχρι την εσπέρα, μπορεί να φθάσει σε μέτρα θεία.
δ΄. Ρώτησε ο αββάς Αγάθων τον αββά Αλώνιο, λέγοντας: Πώς μπορώ να κρατώ τη γλώσσα μου για να μη λέγει ψέματα;
Και είπε εις αυτόν ο αββάς Αλώνιος: Εάν δεν πεις ψέματα πολλές αμαρτίες πρόκειται να κάνεις. 
Κι εκείνος του είπε: Συνέχεια

Μικρός λόγος γιά τά λόγια μας

«Είπε ο Αββάς Ιωάννης, ότι ανεβαίνοντας προς τη Σκήτη είδε τον οδηγό της καμήλας να μιλάει και να τον ξεσηκώνει σε οργή και, αφού τα παράτησε όλα, έφυγε…».

«Άλλοτε πάλι στο θερισμό, άκουσε κάποιον αδελφό οργισμένο να κατηγορεί τον πλησίον και να λέει: ε και συ. Τότε εγκατέλειψε το θερισμό κι έφυγε, για να μη μιλήσει…».

Μέσα στην απολυτότητά τους, τα ασκητικά παραδείγματα δεν είναι εξωπραγματικά και εξωγήινα. Με την απλοϊκή φράση και την αφελότητα, ασκούν ακαταμάχητη πειστικότητα και σ’ όσους καθημερινά στριμώχνονται και συγκρούονται με φίλους και συνεργάτες στις πολυάριθμες πόλεις μας.

Οι σοφοί ερημίτες μάς πείθουν για την παραδοχή της αλήθειας, πιο εύκολα από πολλά λογικά επιχειρήματα, και μας διδάσκουν το δρόμο του αγώνος για μια σωστή αναστροφή. Συνέχεια

Ἀπό τό Γεροντικό

  Είπε ο αββάς Αντώνιος ότι θα΄ρθει εποχή, πού οι άνθρωποι θα φέρονται όπως οι παράφρονες. Και όταν θα βλέπουν κάποιον πού δεν θα συμπεριφέρεται ως παράφρων, θα τα βάζουν μαζί του και θα του λένε: «Εσύ είσαι τρελός», επειδή δεν είναι όμοιος μ΄αυτούς.

 Αποκαλύφθηκε κάποτε στον άγιο Αντώνιο στην έρημο ότι στην πόλη είναι κάποιος όμοιος με αυτόν, γιατρός στην επιστήμη, που δίνει το περίσευμά του σε αυτούς που έχουνε ανάγκη και όλη την ημέρα ψάλλει μαζί με τους αγγέλους τον τρισάγιο ύμνο.
Διηγήθηκε ο άγιος Επιφάνιος,  ο επίσκοπος Κύπρου , ότι την εποχή του μακάριου Αθανάσιου του μεγάλου, πετούσαν κορώνες επάνω από το ιερό του Σεράπιου φωνάζοντας ακατάπαυστα , κρας κρας. 
Από μακρυά φώναξαν οι ειδωλολάτρες τον μακάριο Αθανάσιο. Κακόγερε πες μας τι κράζουν οι κορώνες; Συνέχεια

Συμπαράσταση στόν ἀδύνατο ἀδελφό.

Παναγία ἔνθρονος_Mother of God enthroned_БогоматерьByzantine Orthodox Icon0_9e907_42294553_XXL

Πήγε κάποτε ένας αδελφός σε κάποιον Γέροντα και του λέει: «Ο αδελφός μου με βγάζει από τη σειρά μου πηγαίνοντας εδώ κι εκεί και στενοχωριέμαι». Κι ο Γέροντας τον παρηγόρησε συμβουλεύοντάς τον: «Να τον υπομείνεις, αδελφέ, και ο Θεός βλέποντας τον κόπο της υπομονής σου, θα τον επαναφέρει. Γιατί με τρόπο σκληρό δεν είναι εύκολο να μεταστρέψεις κάποιον. Ούτε ένας δαίμονας διώχνει άλλον δαίμονα. Αλλά μάλλον με την καλοσύνη σου θα τον επαναφέρεις. Γιατί και ο Θεός μας ελκύει τους ανθρώπους προσφέροντάς τους την παρηγοριά».

 Και του διηγήθηκε το εξής: Συνέχεια