Στό «ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας Ἀχράντου» νά σταυρώνουμε τόν νοῦ μας, ὅπου πονᾶμε καί νά μνημονεύουμε ὀνόματα ἀρρώστων, ἁμαρτωλῶν, φυλακισμένων καί ὅσων ἀνθρώπων ἔχουν ἀνάγκη. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

Θέλω καί κάτι επί πλέον νά επισημάνω γιά τήν Θεία Λειτουργία, γιά τή στιγμή του «Άξιον εστι». Εκείνη τήν ώρα νά προσέχουμε τον λογισμό μας και νά σταυρώνουμε όλο το σώμα μας, διότι είναι παρών ο Θεός. Εκείνη τήν ώρα αποκαλύπτει πολλά πράγματα ο Θεός και πολύ μας ενισχύει. Εκείνη την ώρα επισκιάζει η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος. Η δέ Παναγία όλα τα εξορκίζει είτε πειρασμό είτε αρρώστια. Στο «εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου» νά σταυρώνουμε τον νου μας, όπου πονάμε καί νά μνημονεύουμε ονόματα αρρώστων, αμαρτωλών, φυλακισμένων καί όσων ανθρώπων έχουν ανάγκη.

Τήν ώρα πού εύχεται ο ιερεύς καί λέει:

«Μνήσθητι Κύριε… ζώντων καί τεθνεώτων» νά γονατίζουμε, αν μπορούμε -καί οι εκκλησιαστικές- καί νά προσευχώμαστε γιά όλους τούς ανθρώπους.Κάποτε είχε έρθει ο κύριος, πού χάρισε στο Μοναστήρι τά βιβλία του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Continue reading

Σᾶς εἶχα πεῖ παλαιότερα γιά μία ψυχούλα πού εἶχε λογισμούς καί ἔκανε συγκαταθέσεις. Μιά μέρα καθώς πήγαινε στό στάβλο, εἶδε δαιμόνια ἐκεῖ, πού τήν φώναζαν μέ τό ὄνομά της. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

 Ιανουάριος 1991

Ο δαίμονας φοβάται το όνομα του Γέροντος καί της Γερόντισσας. Σας είχα πει παλαιότερα γιά μία ψυχούλα πού είχε λογισμούς καί έκανε συγκαταθέσεις. Μιά μέρα καθώς πήγαινε στο στάβλο, είδε δαιμόνια εκεί, πού την φώναζαν μέ το όνομά της. Τότε φοβήθηκε καί άρχισε νά φωνάζη: «Γερόντισσα, Γερόντισσα!». Τά δαιμόνια αμέσως σκόρπισαν, λέγοντας: «Ξέρεις τί θά σέ κάνουμε τό βράδυ;». Όταν έπεσε νά κοιμηθή τό βράδυ, είδε τον δαίμονα ολοζώντανο νά της λέη: «Ξέρεις τί θά κάναμε; Θά σέ σηκώναμε στον αέρα’ άλλά τί νά σέ κάνω; Φώναξες τό όνομα της Γερόντισσας!». Ήταν πολύ φοβερό!

Ο Γέροντας, η Γερόντισσα έχουν την Χάρι του Θεού. Όταν δέν πούμε τον λογισμό μας σ’ αυτούς, θά μας πολεμήση πολύ ο δαίμονας, θά μάς βγάλη από τήν θύρα της Παναγίας (της Μονής) καί τελειώνει η υπόθεσις. Γιατί νά μή λέμε τόν λογισμό μας; Νά τον λέμε καθαρά. «Γερόντισσα, μέ πολεμάει αυτός ο πειρασμός- βοήθησέ με, ενίσχυσέ με». Continue reading

Αὐτά μοῦ τά ἀποκάλυψε ὁ Θεός, μόνο καί μόνο ἐπειδή ἔχω αὐτό τό διακόνημα- τά εἶδα ὀφθαλμοφανῶς, ὄχι ὅτι ἤμουν ἄξια. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Τό μεγαλύτερο θηρίο στον άνθρωπο είναι ο εγωισμός, είναι η υπερηφάνεια. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από το «γιατί», το «πώς» καί το «τί». Εσύ κάνε υπακοή καί θά κάνης φτερά. Σήμερα έσβησε η υπακοή καί η ταπείνωσις από τούς ανθρώπους καί από τούς γονείς έσβησε καί από τά παιδιά. Βλέπουμε τά διαζύγια χιλιάδες η υπακοή έσβησε από τά ανδρόγυνα. Η εκκλησία βρίσκεται σε μία κατάστασι δύσκολη. Στά Μοναστήρια, τα ίδια. Ο διάβολος τώρα γυρίζει, κάνει γύρο στά Μοναστήρια. Όλους τούς κέρδισε. Οι μοναχοί δύο-τρεις είναι, πέντε είναι, θα πάη νά τούς διαλύση. Νά μή υπάρχη τίποτε. Αφού τά ξεθεμέλιωσε όλα ο διάβολος, δέν ύπάρχει ούτε κράτος ούτε εκκλησία, τίποτε. Γι’ αυτό νά κάνουμε υπακοή, νά σωθούμε, νά πάμε στον ουρανό. 

Γιατί πώς θά αντεξουμε τήν αιώνια Κόλασι; Continue reading

«Τί κάνεις, Γερόντισσα, ἐδῶ;». «Νά, τραβῶ κομποσχοινάκι, καί σκέπτομαι τί “μέλλει γενέσθαι”, πῶς θά σωθοῦμε, τί θά γίνουμε;ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Είδατε εκείνος ο μοναχός πού ήταν πολύ άρρωστος; Ηταν κάποτε ένας δεσπότης και ένας μοναχός καί πήγαν νά ζήσουν στήν έρημο σάν ασκητάδες. Κάποια μέρα λέει ο δεσπότης: «Θά πάω γιά εξυπηρέτησι στήν τάδε πόλι καί εσύ μείνε εδώ πέρα, κάνε τήν προσευχή σου καί θά επιστρέψω». Στο διάστημα αυτό προσέβαλε μιά σοβαρή αρρώστια τον υποτακτικό καί κινδύνευσε νά πεθάνη. Ο δεσπότης όπου πήγαινε καί όπου στεκόταν είχε τό κομποσχοινάκι του καί άκουγε, «Γέροντα, πρόφθασον, ο υποτακτικός σου είναι πολύ άρρωστος, τελειώνει, είναι πολύ βαρειά άρρωστος». «Μπά, λέει, τί φωνή είναι αυτή; Θά επιστρέψω». Φθάνοντας βλέπει τον υποτακτικό του καί του λέει: «Πώς μέ ειδοποιούσες;» «Νά, μεταχειρίστηκα τό κομποσχοινάκι μου σάν τηλέφωνο καί έλεγα, Γέροντα, πρόφθασον. Ακουγα τη φωνούλα σου. Τώρα εγώ θά φύγω». Μετά τον έκανε μοναχό, τον χειροτόνησε καί κοιμήθηκε. Είδατε πώς πληροφορεί ο Θεός;

Continue reading

Μιά φορά, θυμᾶμαι, ἀνέβαινα ἕναν ἀνήφορο καί εἶχα τριάντα κιλά στήν πλάτη μου. Ἤμασταν στίς Σταγιάτες τότε. Λοιπόν, εἶχα βάρος στόν ὧμο, εἶχα καί στά χέρια. …… ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Μιά φορά, θυμάμαι, ανέβαινα έναν ανήφορο καί είχα τριάντα κιλά στήν πλάτη μου. Ήμασταν στίς Σταγιάτες τότε. Λοιπόν, είχα βάρος στόν ώμο, είχα καί στά χέρια. Ήταν καταμεσήμερο, ζέστη, καί νά ανεβαίνης τον άνήφορο. Αλλά έλεγα με τό νου μου ότι τώρα ο Χριστός ανεβαίνει με τον Σταυρό. Πώς ανέβηκε ο Χριστός τον Γολγοθά; ’Έτσι καί ’γώ θά ανέβω. Καί ’κείνη τήν ώρα πού ανέβαινα μέ κόπο καί μόχθο καί δέν μπορούσα καί είχε γίνει τό πρόσωπό μου σάν τό μαύρο πανί, αισθάνθηκα δυο χέρια νά μου σηκώνουν τό βάρος από τό πίσω μέρος. Πώς μέ σπρώχνετε καμμιά φορά στόν ανήφορο γιά νά ανέβω; Έτσι ανέβηκα, τόσο εύκολα, ούτε νά ιδρώσω ούτε τίποτε, καί μετά αισθάνθηκα τόσο ελαφρωμένη! Μετά άφησα τό βάρος αυτό καί πήγα κι έκανα τετρακόσιες μετάνοιες. Πλημμύρισα από χαρά. Τί ήταν αυτό;
Ήταν μιά ξεκούρασι καί μιά πληρωμή από τον Θεό τό αισθάνθηκα στήν καρδιά μου. Δέν μπορώ νά τό ξεχάσω, αυτό μου έμεινε μέσα στήν ψυχή μου. Continue reading

Φοβερό ὅραμα τῆς γερόντισσας Μακρίνας

Προσέξτε, αυτό πού μάς δωρίζει ο Θεός, μέ πολλή ταπείνωσι νά τό δεχώμαστε, νά τό κρύβουμε, νά τό φυλάττουμε, ώστε νά μή τό χάσουμε. Τό χάσαμε; Είμαστε απαρηγόρητοι. Γι’ αύτό πρέπει να προσέχουμε, νά προβάλλουμε όλο τήν ταπείνωσι, νά πηγαίνουμε τήν ψυχή μας από τό σκοτάδι στο πυρ, από τό πυρ στον τριγμό τών οδόντων. Νά σκεφτώμαστε πώς θά ανέβουμε τή σκάλα, πώς θά την ανέβουμε, πού δίπλα στέκουν οί δαίμονες νά μάς άρπάξουν καί νά μάς ρίξουν στην αφάνεια, όπως χάριτι Θεού τό είδα. Ό Θεός αυτά τά δείχνει, όχι γιατί είναι άξιος ό Προεστώς, αλλά λόγω τού φορτίου πού σηκώνει, προς γνώσι καί συμμόρφωσι καί τού εαυτού του καί τών πνευματικών του παιδιών. Είδα ότι βρέθηκα σέ ένα Μοναστήρι μέ μία πόρτα σιδερένια, όπως η δική μας, καί εκεί ήταν μία εικονούλα. Καί βρίσκω τρία χρυσά νομίσματα σάν λίρες καί τά πήρα καί λέω, τί ωραία, καί τά έπαιζα στο χέρι. Καί μου ήρθε μία σκέψη, ότι αυτά είναι τά τάλαντα. Continue reading

Μιά πνευματική του κόρη πού πῆγε νά μονάση σέ Μοναστήρι -τήν ἔλεγαν Παρθενία- εἶδε ὁλόκληρη ὁπτασία τήν Δευτέρα Παρουσία. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Ήρθε ένας πνευματικός άνθρωπος σήμερα καί μου έλεγε γιά την κα Μαρία Παπαμακαρίου στην Αθήνα, ήταν σάν τήν αδελφή Ταβιθά. Πολύ πλούσια κυρία. Όλη τήν περιουσία της την διέθεσε σε πτωχούς.Εκείνα τά δύσκολα χρόνια τής Κατοχής μάς είχε προστατέψει μέ τον αδερφό μου σαν μητέρα. Τελευταία είχε κάνει ένα μεγάλο ορφανοτροφείο, είχε βοηθήσει πολλά παιδάκια. Την ώρα πού ξεψυχούσε, έλαμψε τό πρόσωπό της σάν τον ήλιο. Ενα φως υπέρλαμπρο είδαν οι δικοί της μέσα στο δωμάτιο- καί με ζητούσε: «Πού είναι η Μακρίνα, το Μακρινάκι νά το δω;». Πρόφθασα νά την δω την τελευταία ώρα.

Θυμήθηκε η κυρία Μαρία κάποιον Γέροντα πού είχε πολλή εγκράτεια καί άσκησι στήν μοναχική του ζωή. Αυτόν τον άνθρωπο, τον έζησα καί εγώ από κοντά, τότε πού ήμουν στην Αθήνα. Μέναμε μέ τον αδελφό μου στο Μαρούσι, στήν κα Παπαμακαρίου, καί πηγαίναμε πολλές φορές στο Μοναστηράκι του καί βοηθούσαμε. Γιά κελί είχε ένα φούρνο χτισμένο από πλινθιά καί έμπαινε μέσα καί κοιμόταν. Από τό κελλάκι του έβγαιναν ζουζούνια καί διάφορα ζωύφια. Continue reading

Ἡ Σοφία, μία πνευματική μου ἀδελφή ἀπό τόν κόσμο.Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου

Θα σάς πω καί γιά την Σοφία, μία πνευματική μου αδελφή στον κόσμο. Οί δικοί της ήταν πρόσφυγες από τήν Καππαδοκία καί εξασκούσαν πολύ τήν αυτοσχέδια προσευχή, τό «τατλί». Στο σπίτι τους είχαν πιάτα πήλινα, ξύλινα κουτάλια, έτρωγαν μέ πολλή απλότητα. Εστρωναν τό τραπεζομάντηλο κάτω καί κάθονταν γύρω-γύρω’ τό φαγητό τους ήταν πολύ λιτό, ταχίνι, λίγες ελιές και ψωμί.

Τά πρόσωπά τους λάμπανε. Η γιαγιά της πολλές φορές την ώρα πού έκανε προσευχή, δεν πατούσε στην γη, τά χέρια της ακουμπούσαν στο ταβάνι. Πολλά θαύματα έκανε αυτή. Όταν κοιμήθηκε, το λείψανό της ευωδίαζε. Όταν την πήραν νά την θάψουνε, λέγανε, πρώτη φορά είδαμε τέτοιο λείψανο νά ευωδιάζη. Καί τό δωμάτιο πού έμενε ευωδίαζε γιά σαράντα μέρες μετά την κοίμησί της. Όταν έγινε η εκταφή, τα οστά της ήταν όπως είναι τά σφουγγαράκια εκείνα τά ωραία, τά κίτρινα. Όλα τα οστά της ζύγιζαν πενήντα δράμια, τόσο βάρος είχαν και έκανε η Σοφία μιά ωραία λειψανοθηκούλα και τά είχε στο σπίτι της, και έλεγε:

«τά άγια λείψανα της γιαγιάς μου». Είχανε ένα κρεββάτι και δένονταν καί βάζανε μία τριχιά, την δένανε στήν μέση τους, γιά νά μή νυστάζουν, νά μή τούς πάρη ύπνος καί δεν αισθανόντουσαν την κούρασι από την προσευχή τους- καί από ’κεί άρχιζαν τό «τατλί». Κάτω τσιμέντο, δυο σανίδια στο κρεββάτι, κουρελού πάνω- κάτω, δεν είχαν ούτε σκεπάσματα ούτε τίποτε. Μόνο κουρελού είχαν.  Continue reading

Ὅταν ὁ πατήρ Ἱερώνυμος τῆς Αἰγίνης συνάντησε τήν γερόντισσα Μακρίνα τῆς Πορταριᾶς Βόλου

Μάς έστειλε ό Γέροντας Ιωσήφ, ό παππούς, νά βρούμε τον π. Ιερώνυμο. Που νά τον βρούμε τώρα εμείς τον π. Ιερώνυμο; Ξεκινήσαμε και πάμε- μπήκαμε μέσα στο πλοίο και ρωτήσαμε μία γυναίκα εκεί πέρα: «Μήπως ξέρετε τον π. Ιερώνυμο πού έχει μία Γερόντισσα, πού τήν λένε Ευπραξία;». Μάς είπε: «Τον δεύτερο άγιο Νεκτάριο ζητάτε; Δεν φιλοξενεί αυτός, νά πάτε στο Μοναστήρι στον άγιο Νεκτάριο, εκεί νά κοιμηθήτε και τό πρωί νά ερωτήσετε τίς μοναχές, νά σάς οδηγήσουν από πού θά πάτε». Εμείς ξεκινήσαμε, όπως μάς είπε η γυναίκα, πήραμε τό αυτοκίνητο καί πήγαμε στον άγιο Νεκτάριο. Καθήσαμε τό βράδυ εκεί. Τό πρωί σηκωθήκαμε καί ρωτήσαμε μία μοναχούλα: «Μήπως ξέρετε τό Μοναστηράκι του π. Ιερωνύμου πού είναι;».
«Είναι πολύ μακριά, θά κοπιάσετε πολύ, δέν θά μπορέσετε νά τό βρήτε», μάς είπε.
Ό Γέροντας Ιερώνυμος είπε τό πρωί εκείνο στήν Γερόντισσα Ευπραξία:
-Σήμερα θά πάς στο Μοναστήρι, στον άγιο Νεκτάριο, νά ανάψης τά καντήλια.
-Καλέ Γέροντα (είχε βγάλει ανεμοπύρωμα στο πρόσωπο της) πού θά πάω, δέν μπορώ, μέ πονάει τό πρόσωπό μου, πού νά πάω;
-Κάμνε υπακοή, κάμνε υπακοή καί πήγαινε στόν άγιο Νεκτάριο, νά ανάψης τά καντήλια.

Continue reading

Θά σᾶς πῶ καί γιά ἕνα ἀνδρόγυνο πού ἦρθε προχθές ἀπό τήν Βόρειο ’Ἥπειρο καί μόλις ἦρθε, μοῦ συστήθηκε: ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Θα σάς πω καί για ένα ανδρόγυνο πού ήρθε προχθές από την Βόρειο ’Ήπειρο και μόλις ήρθε, μου συστήθηκε:

-Είμαστε από τήν Βόρειο Ηπειρο.

-Ελάτε μέσα, καθήστε. Εχετε υπόψιν σας τί περνούνε εκεί πέρα οι άνθρωποι; Πόσα χρόνια έχετε πού φύγατε; Ρώτησα.

-Εχω σαράντα χρόνια, μού απάντησε.

-Εχετε ανθρώπους εκεί;

-Εχω ξαδέλφια καί μέσες άκρες ξέρω» μόνο έλαβα ένα γράμμα πού έλεγε ότι οι γάμοι θά γίνουν όπως ξέρεις. Η μητέρα μου πέθανε εκεί πέρα. Την θάψανε χωρίς παπά καί χωρίς σταυρό.

-Ελα να σου δώσω ένα βιβλίο νά το διαβάσης, νά δής πόσο θά πονέσης καί θά κλάψης γιά τήν στέρησι των ανθρώπων εκεί- θά τα δης όλα, τί τραβάνε οι άνθρωποι και θά θυμηθής τις εκκλησίες πού πήγαινες- θα δης τί κατάντια έχουν τώρα. Continue reading