«Τίνος εἶναι τό παιδί μάνα;»

 Μια αλλιώτικη πεθερά…Δεν έχεις ξαναδιαβάσει τέτοιο αληθινό γεγονός!!!

Εντελώς έξω από τη δική μας λογική!!!

Όλη νύχτα ,η Νίκη η νεαρή μάνα με τα δύο μικρά παιδιά γύριζε στο στρώμα της.
Πώς θα το κρατούσε μυστικό το ότι μεγάλωνε μέσα της ένα νέο παιδί που δεν ήταν του άνδρα της ο οποίος έλειπε στην ξενιτιά;
Είχε σχεδόν αποφασίσει να πάει και να τελειώσει τη ζωή της πέφτοντας στο ποτάμι παρακάτω από το χωριό με τη μεγάλη ρουφήχτρα.
Τα παιδιά θα τα άφηνε στην πεθερά της που έμενε μαζί τους και ήταν χρυσός άνθρωπος. 
Το πρωί αποφάσισε να της πει την τρομερή της απόφαση. 
Το κακό δεν θεραπεύεται με κακό αλλά μόνο με καλό, θα το λύσουμε το θέμα. 
Η Αρετή, η εφευρετική πεθερά είχε ένα αγροτόσπιτο στην άκρη του χωριού και μέσα σε 20 μέρες αφού το άσπρισε και ετοίμασε μετακόμισαν εκεί μάνα, δύο παιδιά και η πεθερά. Στο χωριό είπαν ότι πήγαν νωρίτερα για να είναι έτοιμοι και θα παρακολουθούν το σιτάρι για τη συγκομιδή. 
Πέρασαν 5 μήνες. Continue reading

Ἡ θαυμαστή μεταστροφή ἑνός ἀθέου

 
Πρίν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου Πειραιώς, μ’ έκάλεσαν νά εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου τό όνομα, ήτο Ξενοφών.
Όταν πήγα, ήταν σέ κακή κατάστασι. Ό καρκίνος μέ τίς ραγδαίες μεταστάσεις τόν είχε προσβάλλει καί στό κεφάλι. Οι μέρες του μετρημένες. Ήταν μόνος στον θάλαμο, τό διπλανό κρεββάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Καί μου είπε τά έξης, γιά τό πως πίστεψε, αφού υπήρξε, όπως τό τόνισε, «σκληρός άθεος» καί άπιστος.
«Ήλθα έδώ πρίν άπό 35 περίπου μέρες, σαυτό τό δωμάτιο των δύο κλινών. Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ό άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους πού είχε στά κόκκαλα -εκεί τόν είχε προσβάλει ό καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε «Δόξα Σοι, ό Θεός! Δόξα Σοι, ό Θεός!…»Στή συνέχεια έλεγε καί πολλές άλλες προσευχές, πού εγώ ο ανεκκλησίαστος καί άθεος τίς άκουγα γιά πρώτη φορά. Continue reading

Τό πάθημα τῆς φλυτζανοῦς, Ἀρχ. Σεραφείμ Δημόπουλος

«ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΦΛΥΤΖΑΝΟΥΣ»

“ΛΟΓΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ” Τόμος γ΄

Ἀρχιμ. Σεραφείμ Δημόπουλος

Κάθε μεσημέρι πού ἐρχόταν ὁ Θανασάκης στό σπίτι του, εὕρισκε καταλυπημένη τήν σύζυγό του Μαρία.

«Τί ἔχεις καί εἶσαι λυπημένη;», τή ρωτοῦσε.

«Τί νά ἔχω! Νά ἦρθε ἡ καφετζοῦ, καί ἔρριψε τό φλυτζάνι, καί μοῦ εἶπε πράγματα καί θαύματα».

«Ἄ, ἄκουσε Μαρία. Ἐγώ καφετζοῦ δέν θάλω στό σπίτι μου. Τελεία καί πλαῦλα!» Continue reading

«Πῆγα, καί ἔφριξα μέ ὅ,τι εἶδα. Ἡ γλώσσα του, αὐτή πού συνεχῶς βλαστημοῦσε, ἦταν κομμένη καί ξεριζωμένη»

 Αποτέλεσμα εικόνας για ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΖΕΡΒΑΚΟΣ

π. Φιλόθεος Ζερβάκος

Κατά τό έτος 1924, είς τήν αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθήμενος είς τό κελλίον μου καί μελετών, άκουσα γοερές κραυγές. Σκύβοντας από τό παράθυρό μου, είδα στό προαύλιο της Μονής ένα νέο φορτωμένο επάνω σ΄ ένα γαϊδουράκι.
Τόν βάσταζαν δύο άνθρωποι, οι οποίοι αφού τόν κατέβασαν από τό υποζύγιο, κρατώντας τον από τά χέρια τόν οδήγησαν πρός τόν Iερόν Nαόν τής Μονής. Κατέβηκα κι΄ εγώ στήν εκκλησία, γιά νά πληροφορηθώ τί συμβαίνει.
Είδα τό παιδί αυτό, πεσμένο στήν πόρτα τού ναού, εντελώς παραμορφωμένο στό πρόσωπο. Όλο του τό σώμα, χέρια πόδια, στόμα, μύτη, είχαν στρεβλωθεί, σέ μία αλλόκοτη, τερατώδη, καί δαιμονική έκφραση. Είδα ότι ήταν καί τυφλός…Αυτοί πού τόν συνόδευαν μπήκαν μέσα καί προσκύνησαν τίς εικόνες. Ήταν, όπως έμαθα, ό πατέρας του καί ένας εξάδελφός του. Ξαφνικά βλέπω αυτόν τόν νεαρό, νά σέρνεται σάν φίδι μέσα στήν Εκκλησία, καί αφού έφθασε στήν μέση γονατιστός, στάθηκε μπροστά στίς άγιες εικόνες καί άρχισε νά βλαστημάει τόν Χριστό… Τόν πλησίασα αγανακτισμένος γιά τήν ασέβειά του καί χαστουκίζοντάς τον δυνατά, τού είπα: Continue reading

Κατακρίσεις καί κουτσομπολιά (Ἀληθινή Ἱστορία)

Αποτέλεσμα εικόνας για pocainta femeie

 Ήταν κάποτε μία κυρία η οποία προσήλθε με μετάνοια να εξομολογηθεί σε κάποιον ιερέα.

Ο ιερέας την καλοδέχτηκε, έβαλε το πετραχήλι του και την παρότρυνε να αρχίσει να του λέγει τα λάθη της. Η γυναίκα κόμπιαζε.
Μετά από λίγη ώρα και μετά από τα πειστικά λόγια του ιερέως ότι δεν χρειάζεται να ντρέπεται ή να φοβάται να ομολογήσει τα λάθη της, η γυναίκα άρχισε να του διηγείται τα λόγια, τις κατακρίσεις και τα κουτσομπολιά που σε όλη της την ζωή έλεγε για ανθρώπους που είτε
τους γνώριζε είτε δεν τους είχε συναντήσει ποτέ.
Ο ιερέας την άκουσε υπομονετικά. Όταν τελείωσε ο ιερέας σηκώθηκε όρθιος. Της διάβασε την συγχωρητική ευχή. Η γυναίκα νόμιζε τελείωσαν και πήγε να φύγει.
Ο ιερέας όμως την είπε: «Μην βιάζεσαι, θέλω να πας στο σπίτι σου, να πάρεις το μαξιλάρι σου και να ανέβεις στην στέγη. Εκεί, να πάρεις ένα μαχαίρι και να ανοίξεις στα δυο το μαξιλάρι. Θέλω να το κάνεις αυτό και να παρατηρήσεις τι θα γίνει. Έλα αύριο να μου πεις τι έγινε.
Η γυναίκα πήγε και έκανε ότι της είπε ο ιερέας. Continue reading

Μπαίνει στήν Ἐκκλησία καί βλέπει ὅλους νά φοροῦν σαμάρια. Ντράπηκε …

 

  Από μικρός ζούσε στο βουνό ένας βοσκός. Ένα πρωί χτυπούσαν οι καμπάνες κάτω από το χωριό. Κατεβαίνει κι εκείνος. Τρέχει για να προλάβη. Μπαίνει στην Εκκλησία και βλέπει όλους να φορούν σαμάρια. Ντράπηκε που δεν φορούσε κι εκείνος. 

 Πηγαίνει στον σαμαρτζή, αγοράζει το σαμάρι του, το φοράει και γυρίζει ξανά στην Εκκλησία.Βλέπει, κάποια στιγμή, έναν χριστιανό και έσπερνε σπόρο, έναν άλλο που ζευγάριζε και τον παπά να τρώη ψάρι την ώρα που σήκωνε τα Άγια. Καθένας έκανε και τη δουλειά του.Βγάζει κι αυτός το γαβάλ του-τη φλογέρα του- κι άρχισε να παίζη. Τον πήραν για τρελό. Με σαμάρι στην Εκκλησία και να παίζη και φλογέρα!Τον πλησιάζουν οι χωρικοί και του ζητούν να τους εξηγήση. Κι εκείνος τους λέει: Continue reading

Ποιός καλός ἄνεμος σέ φέρνει ἐδῶ;» ρώτησε ὁ σοφός ἐρημίτης τόν ὁδοιπόρο πού ζητοῦσε ἀπεγνωσμένα νά τόν συναντήσει. «Ἐγώ θέλω γαλήνη» ἀπάντησε μελαγχολικά ἐκεῖνος.

‘’Η γαλήνη.’’

«Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ;» ρώτησε ο σοφός ερημίτης τον οδοιπόρο που ζητούσε απεγνωσμένα να τον συναντήσει.

«Εγώ θέλω γαλήνη» απάντησε μελαγχολικά εκείνος.

Ο ερημίτης πήρε ένα ξύλο κι έγραψε στο χώμα: Εγώ θέλω γαλήνη… «Κοίταξε τώρα πόσο απλό είναι», είπε στον οδοιπόρο και διέγραψε με μια κίνηση το «Εγώ». «Σβήνεις πρώτα το «εγώ». Είναι αδύνατον να βρει γαλήνη αυτός που έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό του και νομίζει πως μπορεί να την βρει μόνος του, μακριά από τον Θεό. Το εγώ πάντα θα νιώθει ότι απειλείται από όλους γύρω του κι έτσι πάντα θα φοβάται. Θα μετατρέπεται σε εγωισμός για να επικρατεί, και θα διώχνει τον Θεό και την γαλήνη Του.»

Με μια δεύτερη κίνηση διέγραψε το «θέλω». «Πρέπει να σβήσεις τη λέξη «θέλω». Το θέλω δηλώνει επιθυμία, ανάγκη και προσκόλληση. Continue reading

Θαυμαστή διάσωση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου.

 

Θαυμαστή διάσωση του Ιερού Ευαγγελίου
Ζούσε παλαιά στο χωριό Άνω Περίθεια Κερκύρας μία ευλαβής γυναίκα, παντρεμένη με παιδιά. Αυτή η ευλογημένη ψυχή έμαθε ανάγνωση και αγαπούσε πολύ να διαβάζη το Ευαγγέλιο.
 Όταν εύρισκε λίγο χρόνο από τις δουλειές της, μελετούσε την Άγια Γραφή.
Κάποια ημέρα πήρε το αγαπημένο της Ευαγγέλιο, βγήκε λίγο έξω από το χωριό και εκεί στην ησυχία το μελετούσε αμέριμνη.
Ξαφνικά παρουσιάστηκαν μπροστά της πειρατές και δεν μπόρεσε να κρυφθή και να τους ξεφύγη. Μόνο πρόλαβε και έκρυψε το Ευαγγέλιο στην ρίζα ενός θάμνου, για να μην το βεβηλώσουν οι άπιστοι. Την ίδια την έπιασαν και την πήραν μαζί τους με ότι άλλα πράγματα είχαν αρπάξει από το χωριό.
Έκανε πολλά χρόνια στην σκλαβιά. Ήταν νέα και όταν κατώρθωσε να ξεφύγη και να γυρίση στο χωριό της, είχε πια γεράσει. Κανείς δεν την αναγνώρισε. Τους είπε ποιά είναι, με ποιόν ήταν παντρεμένη και ποιά ήταν τα παιδιά της.

Continue reading

Ὑπάρχει δευτέρα παρουσία…Θά ξανασυναντηθοῦμε!

ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ… ΘΑ ΞΑΝΑΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ!

(ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

Όλοι μας στη γειτονιά γνωρίζαμε το 17χρονο ψηλόλιγνο, συμπαθητικό αγόρι, που έκανε τις βόλτες του καθισμένο στο αναπηρικό καροτσάκι.

Τον Μιχάλη. Το ευγενικό, υπομονετικό, κάπως μελαγχολικό αγόρι. Τώρα o  Μιχάλης έφυγε για την αιωνιότητα. Πήγε στην άλλη, στην αληθινή ζωή.

Ταξίδεψε με τον Χριστό, συντροφιά στους κόσμους της αληθείας, του φωτός, της Ανάστασης, της Βασιλείας των Ουρανών. Φεύγοντας άφησε στους δικούς του ένα συγκλονιστικό μήνυμα. Το άκουσα από το στόμα του πατέρα του: Εκείνο το απόγευμα ήμασταν κοντά του, η μητέρα του, η γιαγιά του, ο θείος του, εγώ και δυο νοσοκόμες.

Και ενώ προηγουμένως βρισκόταν σε κώμα, άνοιξε τα μάτια του, μας κοίταξε με καθαρό βλέμμα και με φωνή βροντερή… (μέχρι τότε σχεδόν δεν μιλούσε και ότι έλεγε ήταν χαμηλόφωνα), είπε:

Continue reading

«Ἡ κόλασις», Ἀρχ. Σεραφείμ Δημόπουλος

Σχετική εικόνα

ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ

Ἀρχιμ. Σεραφείμ Δημόπουλος

μέρος ε΄ «Ἡ κόλασις»

Ἐδιηγήθη στούς ἐπισκέπτες της μία μοναχή.

Οἱ γονεῖς μου ἦσαν δύο πολύ ἀντίθετοι χαρακτῆρες καί ἔζησαν τήν ζωή τους πολύ διαφορετικά. Ὁ πατέρας μου ἦταν ὁλιγομίλητος, ἐσωστρεφής, καί πάντοτε ἄρρωστος. Τόν θυμᾶμαι πολύ καλά. Πάντοτε ξαπλωμένος στό κρεββάτι, ἄρρωστος. Ὅταν ἦταν καλά ἐπέβλεπε στήν καλλιέργεια τῶν κτημάτων μας καί πάλι ξαπλωνόταν στό κρεββάτι. Ἡ τύχητοῦ πῆγε κόντρα καί στόν θάνατο. Ὅταν πέθανε ἔπιασε μιά καταρρακτώδης βροχή. Τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες ἦταν τό λείψανο στό σπίτι μας. Τέλος μέ πολύ δυσκολία τό θάψαμε. Ἡ μητέρα μου ἦταν ἕνας πολύ διαφορετικός ἄνθρωπος. Εὔσαρκη, ζωηρή, ὑγιής, κοινωνική, χαρούμενη. Γύριζε ἀργά τή νύχτα στό σπίτι, ἀπό τά γλέντια καί τίς διασκεδάσεις. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας μου, τότε τό κακό παραέγινε. Ἡ ἁμαρτωλή της ζωή δέν εἶχε ὅριο. Θυμᾶμαι πολύ καλά καί τό θάνατό της. Ἦταν μιά ἡλιόλουστη ἀνοιξιάτικη ἡμέρα. Οἱ φίλοι της τῆς ἔκαμαν μιά πολυτελῆ κηδεία. Ὅταν γύρισα ἀπό τό κοιμητήριο σκέφθηκα. Ποίου τήν ζωή νά μιμηθῶ; Σέ ποίου τά ἴχνη νά βαδίσω;

Τοῦ πατέρα ἤ τῆς μητέρας;

Ἔτσι ὅπως ἤμουν ξαπλωμένη στό κρεββάτι καί σκεφτόμουνα, μέ πῆρε ἐλαφρός ὕπνος. Ἦλθε ὁ ἄγγελλος μου μέ χτύπησε στόν ὦμο, καί μοῦ εἶπε. Θέλεις νά δῆς τόν πατέρα σου, καί τή μητέρα σου; Ἀκολούθησέ με.


Τόν ἀκολούθησα. Ἀνεβαίναμε, ἀνεβαίναμε. Τέλος φθάσαμε σ᾿ ἕνα κῆπο πού ἡ ὀμορφιά του δέν περιγράφεται. Ἔμεινα ἐκστατική καί κοίταζα. Δέν μποροῦσα νά φαντασθῶ τέτοια ὀμορφιά. Ἀνθρώπινη γλῶσσα δέν μπορεῖ νά διηγηθῆ. Καί γραφίδα ἀνθρώπου νά περιγράψη. Παντοῦ λουλούδια καί δένδρα ἀνθισμένα. Τί χρώματα ἦταν ἐκεῖνα! Ὅλες οἱ ὀμορφιές τοῦ κόσμου δέν μποροῦν νά συγκριθοῦν μέ τό πιό πτωχό λουλούδι αὐτοῦ τοῦ κήπου. Ἔπειτα οἱ εὐωδίες, τά ἀρώματα! Τί εὐωδίες ἦταν αὐτές! Ἕνα γλυκό χρυσογάλαζο φῶς φώτιζε τόν κήπο. Πουλιά μέ ὑπέροχα χρώματα πετοῦσαν ἀπό δένδρο σέ δένδρο! Οἱ ἄνθρωποι πού ἔμεναν σ᾿ αὐτόν τόν κήπο, ἔλαμπαν ἀπό μακαριότητα! Κοιτάζω ἐδῶ καί ἐκεῖ καί τέλος διέκρινα τόν πατέρα μου! Τό χλωμό του πρόσωπο τώρα ἔλαμπε ἀπό μακαριότητα! Ὦ Θεέ μου τί χαρά, νά δῶ τόν πολυαγαπημένο μου πατέρα! …Πατέρα ἐσύ εἶσαι; Εἶπα καί τόν φιλοῦσα ἀχόρταγα! Τί χαρά, τί ὀμορφιά! Κράτησέ με γιά πάντα κοντά σου.

Δέν θέλω νά σέ ἀποχωρισθῶ! Καί αὐτός μέ φίλησε, μοῦ σπόγγιξε τά δακρυσμένα μου μάτια καί μοῦ εἶπε:

«Ὄχι παιδί μου. Δέν ἦλθε ἡ ὥρα σου. Θά πᾶς στή γῆ, θά ζήσης ὅπως θέλει ὁ Θεός, καί τότε θά ἔλθης ἐδῶ!»

Τότε ὁ ἄγγελος μου, μέ χτύπησε ἐλαφρά στόν ὦμο, καί μοῦ εἶπε:

«Ἔλα τώρα, νά δῆς καί τή μητέρα σου».

Κατεβαίναμε, κατεβαίναμε! Σ᾿ ἕνα χῶρο σκοτεινό, καταθλιπτικό! Μυρωδιές ἀπό πίσσα καί θειάφι ὀσφραινόμουνα. Ἄκουγα βογγητά, θρήνους, κλάματα. Χίλιες βασανισμένες ὑπάρξεις, βογγοῦσαν καί φώναζαν. Τέλος φθάσαμε σέ μιά λίμνη. Ἦταν ἀπό φωτιά καί θειάφι. Ἐδῶ ἦταν καταδικασμένοι ὅσοι εἶχαν ζήσει σαρκική ζωή. Ἡ θλῖψι τους καί ὁ πόνος τους δέν περιγράφεται. Κοιτάζοντας ἀνεγνώρισα τήν μητέρα μου. Μέ ἀνεγνώρισε καί αὐτή:

«Ἄχ παιδάκι μου, λυπήσου αὐτή πού σέ ἔφερε στή ζωή, καί παρακάλεσαι τόν Θεό νά φανῆ σπλαχνικός καί νά μοῦ δώση μιά ἀνακούφισι».

Πονᾶς πολύ μάνα; πονᾶς πολύ».

«Ἄχ παιδάκι μου, δέν περιγράφεται ὁ πόνος μου».

«Ρῖξε μου μιά χούφτα ἀπό τό ὑγρό αὐτό γιά νά δῶ».

Τότε μέ τήν χούφτα της ἔρριξε ἀπό τήν φωτιά ἐκείνη, καί μιά σταγόνα ἄγγιξε τό χέρι μου. Ὁ πόνος ἦταν τόσο μεγάλος πού ἔβαλα τίς φωνές, τότο δυνατές, πού ξύπνησαν οἱ γείτονες, καί ἦλθαν καί μέ ρωτοῦσαν «τί εἶχα, τί ἔπαθα, καί φώναζα ἔτσι;».

«Καί ἐγώ ἀπό τό ὅραμα αὐτό τοῦ ἀγγέλου, ἀποφάσισα νά ζήσω ὅπως θέλει ὁ Θεός γιά νά πάω κοντά στόν πατέρα μου, καί ἔγινα μοναχή, καί βασανίζομαι ἐδῶ νύχτα μέρα καί ξεροτηγανίζω τό σῶμα μου ὅπως ξεροτηγανίζεται τό ψάρι, καί κάμω κανόνα σκληρό, μήπως καί μέ ἐλεήση ὁ Θεός».

Αὐτή ἡ πολύ διδακτική ἱστορία μᾶς ὁμιλεῖ διά τήν αἰώνια κόλασι καί τόν παράδεισο.

Πολλοί λέγουν καί διακηρύσσουν ὅτι δέν ὑπάρχει κόλασις καί παράδεισος. Ὅτι ὅταν ἡ πλάκα τοῦ τάφου μᾶς καλύψει ὅλα τελειώνουν.

Ποῖος εἶδε τήν κόλασι;

Ποῖος εἶδε τόν παράδεισο;

Ποῖος πῆγε καί γύρισε καί μᾶς διηγήθηκε τί εἶδε;

Ὅμως ὁ Κύριος μᾶς ὡμίλησε καί μᾶς διεβεβαίωσε ὅτι ὑπάρχει κόλασι καί παράδεισος. Εἰς τήν ὁμιλία του τῆς δευτέρας παρουσίας εἶπε διά τούς ἁμαρτωλούς «πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον, τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ».

Ὅταν ἐθεράπευσε τόν παράλυτο δοῦλο τοῦ ἑκατοντάρχου εἶπε.

«Ἀμήν λέγων ὑμῖν, ὅτι πολλοί ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν ἥξουσι καί ἀνακλιθήσονται μετά Ἀβραάμ Ἰσαάκ καί Ἰακώβ, οἱ δέ υἱοί τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον. Ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων».

Εἰς τήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία μᾶς εἶπεν:

«Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις οὐ μοιχεύσεις. Ἐγώ δέ λέγω ὑμίν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρός τό ἐπιθυμῆσαι αὐτήν, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν ἐκ τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. Καί ἐάν ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιός σκανδαλίζει σε ἔξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ. Συμφέρει γάρ σοι ἵνα τούς δύο ὁφθαλμούς ἔχοντα βληθῆναι εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον, ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾶ καί τό πῦρ οὐ σβένυται».

Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποίησεν διά τήν αἰώνια κόλασι, οὕτως ὥστε νά φεύγωμε τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία φέρνει τήν αἰώνια κόλασι, καί νά ἐργαζώμεθα τά ἔργα τοῦ φωτός διά τῶν ὁποίων κληρονομοῦμεν τόν παράδεισον.

Ὅπως προειδοποίησεν τούς πρωτοπλάστους διά τάς κυρώσεις τῆς παραβάσεωςς τῆς ἐντολῆς.

«Ἀπό παντός δένρρου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ φάγεσθε. Ἀπό δέ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ ἤ τοῦ κακοῦ, οὐ μή φάγεσθε οὐδέ μή ἅψησθε. Ἐν ᾗ δ᾿ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».

Ὁ δέ Θεός εἶναι πιστός εἰς τούς λόγους του.

Εἶναι δέ οἱ πόνοι τῆς αἰωνίου κολάσεως ἀνώτεροι κάθε φαντασίας ἤ ὑποθέσεως. Δέν τελειώνουν ποτέ εἶναι αἰώνιοι. Περνοῦν οἱ χιλιετηρίδες, τά ἑκατομμύρια χρόνια, τά δισεκατομμύρια χρόνια, τά τρισεκατομμύρια χρόνια καί ἡ κόλασις, οἱ ὠδῖνες τῆς κολάσεως δέν τελειώνουν. Οὔτε ὑπάρχει ἕνα διάλειμα ἀναπαύσεως. Ἀλλά ὅλο πόνοι, κλαυθμοί, ἀσταμάτητοι ἀτέλειωτοι!

Πόσο ταλαίπωροι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔκαμαν τήν τόσο ἐπιζήμια ἀνταλλαγή, τήν τόσο ἐπιζήμια ἀντιπαροχή. Ἐθυσίασαν τά αἰώνια ἀγαθά, τά μένοντα εἰς αἰῶνας αἰώνων, ἀντί τῶν προσκαίρων, καί παρερχομένων, τά ὁποῖα διαρκοῦν ὁλίγας δεκαετηρίδας καί ἔπειτα μᾶς ἐγκαταλείπουν παντελῶς. Σύ δέ ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ μένε σταθερός εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Ἔσο ἐργάτης τοῦ καλοῦ, ἐργάτης κάθε ἀρετῆς, σταθερός καί ἀκλόνητος.

Μήν δυσφορεῖς ἤ ἀγανακτεῖς ἤ λιποψυχεῖς διά τό βάρος τοῦ σταυροῦ, διά τήν ὀδύνην πού φέρει ὁ ἀγώνας τοῦ καλοῦ.

Ἀγάπησε τήν πτωχεία διά νά κερδίσης τούς θησαυρούς τοῦ οὐρανοῦ,

ἀγάπησε τήν ἁγνότητα διά ν᾿ ἀπολαύσης τήν γλυκύτητα τοῦ παραδείσου,

ἀγάπησε τήν ταπεινή καί ἀφανή ζωή διά νά κερδίσης τήν δόξα τήν εἰς οὐρανούς «καί ἀγαθά ἅ ὀφθαλμός οὐκ οἰδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη».

Εἴθε ὁ Κύριος νά μᾶς ἀξιώση ν᾿ ἀπολαύσωμεν τόν γλυκύτατον παράδεισον. ΑΜΗΝ.

Συνεχίζεται…..

Τέλος καί τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων

ἀφθάρτῳ ἀοράτῳ μόνῳ σοφῷ Θεῷ

τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Λάρισα 2001