Ὁ Ἀρμένιος ἱστορικός Ματθαῖος σχετικά μέ τό Μεγάλο Σάββατο τοῦ ἕτους 1101 καί τό θαῦμα τοῦ Ἁγίου Φωτός

Ο Αρμένιος ιστορικός και ιερέας Ματθαίος, γεννημένος στην Έδεσσα της Συρίας στο δεύτερο μισό του 12ου αιώνα, υπήρξε συγγραφέας μιας χρονογραφίας που θεωρείται μεγάλης αξίας για τη μεσαιωνική ιστορία της Μέσης Ανατολής. Σχετικά με το Μεγάλο Σάββατο του 1101, αναφέρει τα εξής:
«Το έτος 1101 ένα φοβερό και θαυμαστό σημάδι εμφανίστηκε στην ιερή πόλη της Ιερουσαλήμ. Το φως, το οποίο συνήθως άναβε στον άγιο Τάφο του Χριστού του Θεού μας, δεν εμφανίστηκε και δεν άναψε το Μεγάλο Σάββατο. Οι κανδήλες δεν είχαν ανάψει, μέχρι που ήρθε η Κυριακή, και τότε ανεφλέγησαν κατά την ενάτη ώρα εκείνης της ημέρας. Continue reading

Τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου μὲ τὸ θηρίο. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

Τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου Γεωργίου μὲ τὸ θηρίο. 
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Σήμερα, ἀγαπητά μου παιδιά, ἔχω νά σᾶς διηγηθῶ, γιά ἕνα μεγάλο καί φοβερό θαῦμα τοῦ ἁγίου Γεωργίου τοῦ Μεγαλομάρτυρος καί Τροπαιοφόρου καί Θαυματουργοῦ.
Ὄχι μακριά ἀπό τήν πόλι Λύδδα, ὅπου ἔχει ταφῆ τό πάνσεπτο σῶμα του, εἶναι μία πόλις πού λέγεται Βηρυττός, δίπλα στό ὄρος Λίβανος. Δίπλα στήν πόλι αὐτή ὑπῆρχε μία μεγάλη πηγή στήν ὁποία κατοικοῦσε ἕνα μεγάλο καί φοβερό ἑρπετό.
Κάθε φορά πού ἔβγαινε ἔξω ἀπό τήν φωλιά του, πού ἦταν δίπλα στήν πηγή, ἔπιανε ἀνθρώπους καί τούς ἔτρωγε. Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι ἁρματώθηκαν καί πλησίασαν ἐκεῖνο τό μέρος μέ τήν ψυχή στό στόμα ἀπό τόν φόβο τους γιά νά τό σκοτώσουν.
Ἀλλά, μόνο καί μόνο τό ἄκουσμα ὅτι τό θηρίο ἐξερχόταν, ἔτρεμαν ἀπό τόν φόβο τους καί ἔτρεχαν νά γλυτώσουν. Ἀρκετοί εἶχαν συληφθῆ ἀπό τό θηρίο αὐτό καί εἶχαν γίνη τροφή του.
Γιά τήν πόλι ἐκείνη ἡ παρουσία αὐτοῦ τοῦ θηρίου ἦταν μεγάλη πληγή, συμφορά καί δοκιμασία.
Ἔτσι μία ἡμέρα, φθάνοντας ἄνθρωποι στήν πόλι ἐκείνη, ἐπῆγαν στόν βασιλέα καί τοῦ εἶπαν: Continue reading

Ὅσιος Σεραφείμ τῆς Βύριτσα – Κοντά στούς πονεμένους ἀνθρώπους

Μέχρι την τελευταία του πνοή ο άγιος Σεραφείμ, ο φιλόστοργος αυτός γέροντας της Βύριτσα (1866–1949), στάθηκε με απέραντη αγάπη στον άνθρωπο, στον κάθε άνθρωπο. Στο πρόσωπο του κάθε ανθρώπου έβλεπε καθαρά και ακατάπαυστα τον «ελάχιστο αδελφό του Ιησού» (πρβλ. Ματθ. 25, 40 και 45), σύμφωνα και με τον περίφημο λόγο του αββά Απολλώ: «Είδες τον αδελφό σου, είδες τον Κύριο και τον Θεό σου» (βλ. «Το Γεροντικόν», εκδ. «Αστήρ», 1970, σελ. 20-21). Όλοι οι «κοπιώντες και πεφορτισμένοι» (πρβλ. Ματθ. 11, 28) έβρισκαν κοντά του ανάπαυση. Για όλους είχε έτοιμο τον καλό, τον παρηγορητικό και παραμυθητικό λόγο. Άλλοι έβρισκαν απάντηση στα δυσεπίλυτα προβλήματά τους. Σ’ άλλους άνοιγε δρόμους, εκεί που τα πάντα ήταν κλειστά. Σ’ άλλους, με τη χάρη του Θεού, προέβλεπε τη μελλοντική τους πορεία και τους νουθετούσε κατάλληλα. Άλλοι έβρισκαν τη γιατρειά από ανίατες αρρώστιες. Άλλους τους βοηθούσε να βρουν σπίτι, γιατί υπήρχε τότε τεράστιο στεγαστικό πρόβλημα και οι άνθρωποι έφταναν σε απόγνωση. Ο κατάλογος των ευεργετημένων από το γέροντα είναι μακρύς. Οι επόμενες μαρτυρίες προέρχονται απ’ αυτή την τελευταία περίοδο της ζωής του. Continue reading

«Μπάτουσκα!!! Ἀλήθεια καί τρισαλήθεια, εἶναι σιμιγδάλι!». «Βιάσου καί σέρβιρε τούς καλεσμένους μας κουτούτσικε πρίν κρυώση».

 Άλλο ένα περιστατικό πού διηγήθηκε ο ύποτακτικός του Στάρετς Θεόφιλου:

Ό Στάρετς είχε μεταφερθή στό ερημητήριο Γκολοσεγιέφσκαγια. Μιά ημέρα, τόν Μάϊο του 1853, περίπου έξι μήνες πριν τόν θάνατό του, ο μακάριος φώναξε τόν υποτακτικό του:

«Παντελεήμων! ’Άς πάμε στό δάσος νά προσευχηθούμε στον Θεό».

Καθώς βάδιζαν, ο Στάρετς διάβαζε τό Εύαγγέλιο, έψαλλε κι έπλεκε ένα ζευγάρι κάλτσες, ενώ ο Παντελεήμων έκοβε σανό σ’ όλο τό δρόμο καί έκανε δεμάτια γιά νά ταΐση τόν ταύρο στην επιστροφή τους στό σπίτι. Πήγαν μακρυά- καί όταν έφτασε πιά τό απόγευμα, κατά τήν δύση του ήλιου, οι οδοιπόροι μας πήραν τόν δρόμο του γυρισμού.

Περπατώντας πίσω απ’ τό μέρος όπου τώρα βρίσκεται τό ερημητήριο Πρεομπραζέσκαγια, ο Στάρετς σταμάτησε καί ρώτησε:

«Τι θάλεγες νά ξεκουραζόμασταν γιά λίγο σ’ αυτόν τόν λόφο Παντελεήμων καί ν’ απολαύσουμε από δώ την θέα της ‘Αγίας Λαύρας;».

Ο κατάκοπος υποτακτικός, μή περιμένοντας δεύτερη κουβέντα, ξάπλωσε στό γρασίδι κι άρχισε νά ροχαλίζη. Ο Στάρετς Θεόφιλος έβγαλε ένα κομμάτι πάγο τό έβαλε στό νερό, πρόσθεσε καί λίγο μέλι καί τό ήπιε γιά νά δυναμώση τό εξαντλημένο του σώμα.

Πέρασε μισή ώρα. Ξαφνικά ο μακάριος φώναξε: Continue reading

Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ .«Κάτσε κάτω! Κάτσε ἀμέσως!Ὁ Κύριος καθοδηγεῖ ὁλόκληρο τόν κόσμο. Αὐτός θά ὁδηγήση τό μικρό μας κοχύλι!».

Ο μακάριος περπατούσε κάποια ημέρα στήν όχθη του Δνείπερου πρός τήν Λαύρα. Ο υποτακτικός του Παντελεήμων ήταν μαζί του.

Ήταν περίπου δυό ώρες πριν σημάνουν οι καμπάνες της εκκλησίας.

Φτάνοντας στο μέρος πού οι σπηλιές της Λαύρας δεσπόζουν στόν λόφο, ο Στάρετς είδε μιά βάρκα δεμένη στήν όχθη καί είπε:

«Ξέρεις τί σκέφτομαι Παντελεήμων;».

«Τί Μπάτουσκα;».

«Νά περάσουμε οί δυό μας στήν αντικρινή όχθη. Κανείς εκεί δέν προσεύχεται στόν Θεό, έτσι εμείς θά προσευχηθούμε γιά τόν καθένα καί μετά θά διαβάσουμε τό ‘Ιερό Ψαλτήρι»

«»Οπως θέλεις Μπάτουσκα».

Έτσι, ήλθαν οι δυό τους στήν όχθη κι ο μακάριος έλυσε την βάρκα, η οποία ήταν χωρίς κουπί καί διέταξε τόν Παντελεήμονα νά καθήση μέσα σ’ αύτήν.

«Μά πώς θά πάμε; ρώτησε μέ απορία ο υποτακτικός. Δέν υπάρχει κουπί Μπάτουσκα. Continue reading

Ὁ κίονας πού διερράγη καί ἀνεφλέγη διά τοῦ Ἁγίου Φωτός (1579)

alt

Το Μεγάλο Σάββατο του 1579, σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά χρονικά της πόλης των Ιεροσολύμων, οι Τούρκοι κυβερνήτες απαγόρευσαν στον Έλληνα πατριάρχη και στους ορθοδόξους πιστούς να εισέλθουν στον Ναό της Αναστάσεως για την καθιερωμένη τελετή του Αγίου Φωτός.

Τα συγγράμματα που αναφέρονται στο γεγονός δεν προσδιορίζουν το ακριβές έτος. Αναφέρουν, όμως, ότι την περίοδο εκείνη πατριάρχης Ιεροσολύμων ήταν ο Σωφρόνιος, ενώ πατριάρχες Κων/πόλεως, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας ήταν αντιστοίχως ο Ιερεμίας, ο Σιλβέστρος και ο Ιωακείμ· τέλος, σουλτάνος της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν ο Μουράτ Γ΄.2

Αν ανατρέξουμε στους επίσημους καταλόγους (ή στις ιστοσελίδες) των τεσσάρων αυτών Πατριαρχείων, διαπιστώνουμε πως οι τέσσερις ελληνορθόδοξοι πατριάρχες πράγματι διετέλεσαν τα καθήκοντά τους στο δεύτερο μισό του 16ου αιώνα· και αν εξετάσουμε την ακριβή περίοδο πατριαρχίας του καθενός, και την αντίστοιχη περίοδο βασιλείας του σουλτάνου Μουράτ Γ΄, προκύπτει ότι το μοναδικό έτος που συνέπεσε η διοίκηση των πέντε αντρών είναι το 1579.3

Continue reading

Τό θαῦμα τῆς κρυμμένης ἐκκλησίας

 

  Ο γέροντας Λάζαρος Διονυσιάτης († 1974), μεταξύ πολλών άλλων διηγήσεων, κατέγραψε και την ακόλουθη που του διηγήθηκε ο συμμοναστής του γέροντας Βησσαρίων († 1952), η οποία συνέβη όταν αυτός ήταν οικονόμος στο Μετόχι της Μονής Διονυσίου στα Μαριανά Χαλκιδικής.
«Αδελφάκι μου, καθώς ξέρεις, το Μοναστήρι με διόρισε Οικονόμο στα 1916 και όσο μπορούσα, φρόντιζα για τις δουλειές του Μετοχίου. Είχα όμως λύπη μεγάλη στην ψυχή μου, που δεν μπορούσα να πάω τις καλές ημέρες (εννοούσε τις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές) στον Πολύγυρο ν’ ακούσω τη Θεία Λειτουργία. Φοβόμουν να φύγω τέτοιες ημέρες, γιατί τότε γίνονται οι κλοπές.
Αφού πέρασαν τα Θεοφάνεια και μπήκε ο Φεβρουάριος, μια βραδιά, καθώς άλεθα στον μύλο τα Πολυγυρινά αλέσματα, ώρα μία τη νύχτα, (1) ανέβηκα επάνω στο κελλαρίκι. Πηγαίνω στο μαγειρείο, όπου τα ξύλα ήταν ντούνα στη γωνιά. Ξαφνικά βλέπω έναν γέροντα ασπρογένη. Καθόταν στη φωτιά και ζεσταινόταν. Απόρησα μόλις τον είδα και έλεγα με τον νου μου, μα πότε ήρθε αυτός ο γέροντας και πώς δεν τον είδα εγώ;
Όμως τον χαιρέτησα με καλή καρδιά.
– Καλώς το γεροντάκι! Από πού είσαι του λόγου σου;
– Από εδώ κοντά είμαι και εγώ.
– Δεν βρήκες κανένα καλόγερο εδώ; (Εννοούσε κάποιον εργάτη λαϊκό Δημοσθένη).
– Όχι, μου λέει, καλόγερο εδώ άλλον δεν βρήκα.
Αρχίσαμε τις συνομιλίες, κι έπειτα με ρωτά ο γέροντας:
– Πώς περνάς γερο-Βησσαρίων, πώς πάνε οι δουλειές σου;
– Δόξα τω Θεώ, του λέω, καλά πάνε. (Διότι εκείνο τον καιρό, γερο-Λάζαρε, είχα πολλή δουλειά στον μύλο). Μόνο ένα πράγμα με λυπεί, διότι δεν έχω εκκλησία και αναγκάζομαι να πηγαίνω στον Πολύγυρο αραιά για να ακούω τη Θεία Λειτουργία.

Continue reading

π. Φιλόθεος Ζερβάκος – Ἡ δύναμη τῶν Ἁγίων Πάντων

  Αν ένας και μόνο Άγιος θαυματουργεί σ’ εκείνους, οι οποίοι με πίστη τον επικαλούνται, πόση δύναμη άραγε έχουν όλοι οι Άγιοι, Προφήτες, Απόστολοι, Μάρτυρες, Όσιοι και Δίκαιοι, ακόμη και αυτοί οι ουράνιοι Άγγελοι και η Κυρία των Αγγέλων, η Βασίλισσα του ουρανού και της γης, η Μητέρα του Θεού; 

 Τα δε θαύματα, όσα έκαναν απ’ αρχής που αγίασαν σε όλον τον κόσμο οι Άγιοι Πάντες, Προφήτες, Απόστολοι, Πατριάρχες, Μάρτυρες και Όσιοι, έκαστος αυτών χωριστά, είναι τόσα πολλά, που, αν μπορέσει κανείς ν’ αριθμήσει τα άστρα του ουρανού και την άμμο της θάλασσας, θα μπορέσει να αριθμήσει και τα θαύματα των Αγίων Πάντων.

Continue reading

Δύο θαύματα ἀποδεικτικά ὅτι δέν σώζει τό ἡμερολόγιο

«ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΖΗΤΗΜΑ»

† ΑΡΧΙΜ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ
…Οι μοναχοί της Λογγοβάρδας δεν ακολουθούν ημερολόγια, ακολουθούν τον Χριστό ο Οποίος είπεν. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μάρ. 8, 34). 
Δεν είπε να ακολουθήση το άψυχον ημερολόγιον και ο πιστεύσας και βαπτισθείς (εις αυτό) σωθήσεται. Ο πιστεύσας εις τον Χριστόν και εις το Ευαγγέλιον σωθήσεται, όχι εις το παλαιόν ημερολόγιον.
Πλανώνται δεινήν πλάνην πολλοί των φανατικών και ζηλωτών παλαιοημερολογιτών πιστεύοντες ότι χωρίς το ημερολόγιον δεν σώζετε ο άνθρωπος. Οι Άγιοι Πάντες, Προφήται, Απόστολοι, Μάρτυρες και Όσιοι, δεν εσώθησαν και δεν εθαυματούργησαν με τα ημερολόγια αλλά διά της πίστεως….
Τα μυστήρια τα τελούμενα υπό των νεοημερολογιτών είναι έγκυρα, διότι δεν τα τελειοί και αγιάζει το ημερολόγιον, αλλά τα τελειοί το Άγιον Πνεύμα, το οποίον επικαλούνται και οι νεοημερολογίται να τα αγιάση, και ο άνθρωπος σώζεται διά της ορθής πίστεως, της αγάπης και των καλών έργων, όχι διά των ημερολογίων…. Continue reading

Περί τῆς ἐπανακομιδῆς τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου

 Το σκήνωμα του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου ενδεδυμένο με

ορθόδοξα άμφια καθ’οδόν γιά να παραδοθεί στην αντιπροσωπεία του
Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, Βενετία 1965.
Το 1965 έγινε με πανηγυρικές τελετές η επανακομιδή του ιερού λειψάνου του αγίου Σάββα του Ηγιασμένου στο μοναστήρι του. Το ιερό λείψανο το είχαν κλέψει οι σταυροφόροι της Α’ σταυροφορίας (1096 – 1099) μαζί με πολλά άλλα ιερά λείψανα και το μετέφεραν στη Βενετία όπου και το έθεσαν στον ναό του αγίου Αντωνίνου.
Εννέα αιώνες περίπου αργότερα έμελλε να επανέλθει και πάλι ο μεγάλος ασκητής της Ορθοδοξίας στο μοναστήρι που ο ίδιος έκτισε.
Πριν την παραλαβή του ιερού λειψάνου είχαν προηγηθεί μεταξύ του Πάπα της Ρώμης Παύλου ΣΤ’ και του Πατριάρχου Ιεροσολύμων Βενέδικτου συνεννοήσεις για τον καθορισμό αντιπροσωπειών, ημερομηνιών, τελετών και άλλων θεμάτων σχετικών με την παράδοση και την παραλαβή.
Από πλευράς Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ορίσθηκε η αντιπροσωπεία στην οποία μετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ιορδάνου (νυν Μητροπολίτης Καισαρείας) κ. Βασίλειος, ο Αρχιμανδρίτης Θεοδόσιος ηγούμενος της Βηθανίας, ο Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ ηγούμενος της Λαύρας και ο ιεροδιάκονος (νυν Μητροπολίτης Ναζαρέτ) κ. Κυριακός.
Ο Γέρων Σεραφείμ είχε ιδιαίτερη αγάπη και ευλάβεια στον άγιο Σάββα. Εδιηγείτο στα καλογέρια του μετά την επανακομιδή του ιερού λειψάνου τα εξής: «Ο Πάπας», έλεγε «δεν μας έδωσε το ιερό λείψανο, γιατί μας αγαπούσε, αλλά γιατί συχνά εμφανιζόταν σ’ αυτόν και τον ενοχλούσε για να επιστρέψει στο μοναστήρι του. Όταν πέθανε ο Πάπας που δεν έλαβε υπ’ όψιν του τον Άγιο, εκείνος εμφανίστηκε και πάλι στον διάδοχό του. Αλλά και στον ναό που βρισκόταν το ιερό λείψανό του θησαυρισμένο μέσα σε γυάλινη λάρνακα χτυπούσε το τζάμι, έκανε φασαρίες, τάραζε τους φύλακες και τους Λατίνους μοναχούς».

Continue reading