«Ἑνός ἐστι χρεία»,μέρος β΄ (τελευταῖο)

ΟΜΙΛΙΑ Δ΄

Δέν ἔχουμε τίποτα στήν ἐξουσία μας· οὔτε τόν ἑαυτό μας ἐξουσιάζουμε, οὔτε τήν γυναῖκα μας, οὔτε τά παιδιά μας, οὔτε τόν πλοῦτο, οὔτε τήν ὑγεία, τίποτα. Ὅλα εἶναι ἐπισφαλῆ, ὅλα κρέμονται σέ μιά κλωστή, διότι μποροῦμε νά τά χάσουμε ὅλα καί μετά θάνατος. Ξέρεις ποῦ θά πᾶς; Ὄχι! Ξέρεις τόν δρόμο; Ὄχι! Ἄρα, ποιός θά σέ ὁδηγήση ἐκεῖ πού θά πᾶς; Ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεός μόνος θά σέ ὁδηγήση, κοίταξε νά τά φτιάξης τώρα μέ τόν Θεό, γιατί ἄν δέν τά φτιάξης μαζί Του, θά σέ ὁδηγήση κάποιος ἄλλος στά τρομερά τοῦ Ἅδου, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ νά διορθωθῆ τίποτα.

Πόσοι περπατοῦσαν στόν δρόμο κι ἀπό ἕνα τροχαῖο ἔμειναν στό τόπο; Μέσα σέ στιγμές χρόνου, ἐκεῖ πού τραγουδοῦσε κάποιος, τόν χτύπησε ἕνας ἄλλος μέ τό αὐτοκίνητο κι ἔμεινε στόν τόπο. Μέ τό τραγούδι στό στόμα πῆγε στό δικαστήριο τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ ἄνθρωπος!

Ἡ καρδιά του δουλεύει σάν τό ρολόϊ. Χάλασε τό ἐλατήριο τοῦ ρολογιοῦ, σταμάτησε νά λειτουργῆ. Σταμάτησαν οἱ κτύποι τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τελείωσε ἡ ὑπόθεσις. Γι᾿ αὐτό εἶπεν ἡ Γραφή: Continue reading

«Γιώργο, να κάνεις προσευχή στον Κύριο να σου δείξει την Κόλαση, όχι τον Παράδεισο, μπας και σωθείς»

– Γιώργο, να κάνεις προσευχή στον Κύριο να σου δείξει την Κόλαση, όχι τον Παράδεισο, μπας και σωθείς.
– Γέροντα, εσείς την έχετε δει; Continue reading

«Ἡ κόλασις», Ἀρχ. Σεραφείμ Δημόπουλος

Σχετική εικόνα

ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ

Ἀρχιμ. Σεραφείμ Δημόπουλος

μέρος ε΄ «Ἡ κόλασις»

Ἐδιηγήθη στούς ἐπισκέπτες της μία μοναχή.

Οἱ γονεῖς μου ἦσαν δύο πολύ ἀντίθετοι χαρακτῆρες καί ἔζησαν τήν ζωή τους πολύ διαφορετικά. Ὁ πατέρας μου ἦταν ὁλιγομίλητος, ἐσωστρεφής, καί πάντοτε ἄρρωστος. Τόν θυμᾶμαι πολύ καλά. Πάντοτε ξαπλωμένος στό κρεββάτι, ἄρρωστος. Ὅταν ἦταν καλά ἐπέβλεπε στήν καλλιέργεια τῶν κτημάτων μας καί πάλι ξαπλωνόταν στό κρεββάτι. Ἡ τύχητοῦ πῆγε κόντρα καί στόν θάνατο. Ὅταν πέθανε ἔπιασε μιά καταρρακτώδης βροχή. Τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες ἦταν τό λείψανο στό σπίτι μας. Τέλος μέ πολύ δυσκολία τό θάψαμε. Ἡ μητέρα μου ἦταν ἕνας πολύ διαφορετικός ἄνθρωπος. Εὔσαρκη, ζωηρή, ὑγιής, κοινωνική, χαρούμενη. Γύριζε ἀργά τή νύχτα στό σπίτι, ἀπό τά γλέντια καί τίς διασκεδάσεις. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας μου, τότε τό κακό παραέγινε. Ἡ ἁμαρτωλή της ζωή δέν εἶχε ὅριο. Θυμᾶμαι πολύ καλά καί τό θάνατό της. Ἦταν μιά ἡλιόλουστη ἀνοιξιάτικη ἡμέρα. Οἱ φίλοι της τῆς ἔκαμαν μιά πολυτελῆ κηδεία. Ὅταν γύρισα ἀπό τό κοιμητήριο σκέφθηκα. Ποίου τήν ζωή νά μιμηθῶ; Σέ ποίου τά ἴχνη νά βαδίσω;

Τοῦ πατέρα ἤ τῆς μητέρας;

Ἔτσι ὅπως ἤμουν ξαπλωμένη στό κρεββάτι καί σκεφτόμουνα, μέ πῆρε ἐλαφρός ὕπνος. Ἦλθε ὁ ἄγγελλος μου μέ χτύπησε στόν ὦμο, καί μοῦ εἶπε. Θέλεις νά δῆς τόν πατέρα σου, καί τή μητέρα σου; Ἀκολούθησέ με.


Τόν ἀκολούθησα. Ἀνεβαίναμε, ἀνεβαίναμε. Τέλος φθάσαμε σ᾿ ἕνα κῆπο πού ἡ ὀμορφιά του δέν περιγράφεται. Ἔμεινα ἐκστατική καί κοίταζα. Δέν μποροῦσα νά φαντασθῶ τέτοια ὀμορφιά. Ἀνθρώπινη γλῶσσα δέν μπορεῖ νά διηγηθῆ. Καί γραφίδα ἀνθρώπου νά περιγράψη. Παντοῦ λουλούδια καί δένδρα ἀνθισμένα. Τί χρώματα ἦταν ἐκεῖνα! Ὅλες οἱ ὀμορφιές τοῦ κόσμου δέν μποροῦν νά συγκριθοῦν μέ τό πιό πτωχό λουλούδι αὐτοῦ τοῦ κήπου. Ἔπειτα οἱ εὐωδίες, τά ἀρώματα! Τί εὐωδίες ἦταν αὐτές! Ἕνα γλυκό χρυσογάλαζο φῶς φώτιζε τόν κήπο. Πουλιά μέ ὑπέροχα χρώματα πετοῦσαν ἀπό δένδρο σέ δένδρο! Οἱ ἄνθρωποι πού ἔμεναν σ᾿ αὐτόν τόν κήπο, ἔλαμπαν ἀπό μακαριότητα! Κοιτάζω ἐδῶ καί ἐκεῖ καί τέλος διέκρινα τόν πατέρα μου! Τό χλωμό του πρόσωπο τώρα ἔλαμπε ἀπό μακαριότητα! Ὦ Θεέ μου τί χαρά, νά δῶ τόν πολυαγαπημένο μου πατέρα! …Πατέρα ἐσύ εἶσαι; Εἶπα καί τόν φιλοῦσα ἀχόρταγα! Τί χαρά, τί ὀμορφιά! Κράτησέ με γιά πάντα κοντά σου.

Δέν θέλω νά σέ ἀποχωρισθῶ! Καί αὐτός μέ φίλησε, μοῦ σπόγγιξε τά δακρυσμένα μου μάτια καί μοῦ εἶπε:

«Ὄχι παιδί μου. Δέν ἦλθε ἡ ὥρα σου. Θά πᾶς στή γῆ, θά ζήσης ὅπως θέλει ὁ Θεός, καί τότε θά ἔλθης ἐδῶ!»

Τότε ὁ ἄγγελος μου, μέ χτύπησε ἐλαφρά στόν ὦμο, καί μοῦ εἶπε:

«Ἔλα τώρα, νά δῆς καί τή μητέρα σου».

Κατεβαίναμε, κατεβαίναμε! Σ᾿ ἕνα χῶρο σκοτεινό, καταθλιπτικό! Μυρωδιές ἀπό πίσσα καί θειάφι ὀσφραινόμουνα. Ἄκουγα βογγητά, θρήνους, κλάματα. Χίλιες βασανισμένες ὑπάρξεις, βογγοῦσαν καί φώναζαν. Τέλος φθάσαμε σέ μιά λίμνη. Ἦταν ἀπό φωτιά καί θειάφι. Ἐδῶ ἦταν καταδικασμένοι ὅσοι εἶχαν ζήσει σαρκική ζωή. Ἡ θλῖψι τους καί ὁ πόνος τους δέν περιγράφεται. Κοιτάζοντας ἀνεγνώρισα τήν μητέρα μου. Μέ ἀνεγνώρισε καί αὐτή:

«Ἄχ παιδάκι μου, λυπήσου αὐτή πού σέ ἔφερε στή ζωή, καί παρακάλεσαι τόν Θεό νά φανῆ σπλαχνικός καί νά μοῦ δώση μιά ἀνακούφισι».

Πονᾶς πολύ μάνα; πονᾶς πολύ».

«Ἄχ παιδάκι μου, δέν περιγράφεται ὁ πόνος μου».

«Ρῖξε μου μιά χούφτα ἀπό τό ὑγρό αὐτό γιά νά δῶ».

Τότε μέ τήν χούφτα της ἔρριξε ἀπό τήν φωτιά ἐκείνη, καί μιά σταγόνα ἄγγιξε τό χέρι μου. Ὁ πόνος ἦταν τόσο μεγάλος πού ἔβαλα τίς φωνές, τότο δυνατές, πού ξύπνησαν οἱ γείτονες, καί ἦλθαν καί μέ ρωτοῦσαν «τί εἶχα, τί ἔπαθα, καί φώναζα ἔτσι;».

«Καί ἐγώ ἀπό τό ὅραμα αὐτό τοῦ ἀγγέλου, ἀποφάσισα νά ζήσω ὅπως θέλει ὁ Θεός γιά νά πάω κοντά στόν πατέρα μου, καί ἔγινα μοναχή, καί βασανίζομαι ἐδῶ νύχτα μέρα καί ξεροτηγανίζω τό σῶμα μου ὅπως ξεροτηγανίζεται τό ψάρι, καί κάμω κανόνα σκληρό, μήπως καί μέ ἐλεήση ὁ Θεός».

Αὐτή ἡ πολύ διδακτική ἱστορία μᾶς ὁμιλεῖ διά τήν αἰώνια κόλασι καί τόν παράδεισο.

Πολλοί λέγουν καί διακηρύσσουν ὅτι δέν ὑπάρχει κόλασις καί παράδεισος. Ὅτι ὅταν ἡ πλάκα τοῦ τάφου μᾶς καλύψει ὅλα τελειώνουν.

Ποῖος εἶδε τήν κόλασι;

Ποῖος εἶδε τόν παράδεισο;

Ποῖος πῆγε καί γύρισε καί μᾶς διηγήθηκε τί εἶδε;

Ὅμως ὁ Κύριος μᾶς ὡμίλησε καί μᾶς διεβεβαίωσε ὅτι ὑπάρχει κόλασι καί παράδεισος. Εἰς τήν ὁμιλία του τῆς δευτέρας παρουσίας εἶπε διά τούς ἁμαρτωλούς «πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον, τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ».

Ὅταν ἐθεράπευσε τόν παράλυτο δοῦλο τοῦ ἑκατοντάρχου εἶπε.

«Ἀμήν λέγων ὑμῖν, ὅτι πολλοί ἀπό ἀνατολῶν καί δυσμῶν ἥξουσι καί ἀνακλιθήσονται μετά Ἀβραάμ Ἰσαάκ καί Ἰακώβ, οἱ δέ υἱοί τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον. Ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων».

Εἰς τήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία μᾶς εἶπεν:

«Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις οὐ μοιχεύσεις. Ἐγώ δέ λέγω ὑμίν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρός τό ἐπιθυμῆσαι αὐτήν, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν ἐκ τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. Καί ἐάν ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιός σκανδαλίζει σε ἔξελε αὐτόν καί βάλε ἀπό σοῦ. Συμφέρει γάρ σοι ἵνα τούς δύο ὁφθαλμούς ἔχοντα βληθῆναι εἰς τό πῦρ τό ἐξώτερον, ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾶ καί τό πῦρ οὐ σβένυται».

Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποίησεν διά τήν αἰώνια κόλασι, οὕτως ὥστε νά φεύγωμε τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία φέρνει τήν αἰώνια κόλασι, καί νά ἐργαζώμεθα τά ἔργα τοῦ φωτός διά τῶν ὁποίων κληρονομοῦμεν τόν παράδεισον.

Ὅπως προειδοποίησεν τούς πρωτοπλάστους διά τάς κυρώσεις τῆς παραβάσεωςς τῆς ἐντολῆς.

«Ἀπό παντός δένρρου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ φάγεσθε. Ἀπό δέ τοῦ δένδρου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ ἤ τοῦ κακοῦ, οὐ μή φάγεσθε οὐδέ μή ἅψησθε. Ἐν ᾗ δ᾿ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε».

Ὁ δέ Θεός εἶναι πιστός εἰς τούς λόγους του.

Εἶναι δέ οἱ πόνοι τῆς αἰωνίου κολάσεως ἀνώτεροι κάθε φαντασίας ἤ ὑποθέσεως. Δέν τελειώνουν ποτέ εἶναι αἰώνιοι. Περνοῦν οἱ χιλιετηρίδες, τά ἑκατομμύρια χρόνια, τά δισεκατομμύρια χρόνια, τά τρισεκατομμύρια χρόνια καί ἡ κόλασις, οἱ ὠδῖνες τῆς κολάσεως δέν τελειώνουν. Οὔτε ὑπάρχει ἕνα διάλειμα ἀναπαύσεως. Ἀλλά ὅλο πόνοι, κλαυθμοί, ἀσταμάτητοι ἀτέλειωτοι!

Πόσο ταλαίπωροι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔκαμαν τήν τόσο ἐπιζήμια ἀνταλλαγή, τήν τόσο ἐπιζήμια ἀντιπαροχή. Ἐθυσίασαν τά αἰώνια ἀγαθά, τά μένοντα εἰς αἰῶνας αἰώνων, ἀντί τῶν προσκαίρων, καί παρερχομένων, τά ὁποῖα διαρκοῦν ὁλίγας δεκαετηρίδας καί ἔπειτα μᾶς ἐγκαταλείπουν παντελῶς. Σύ δέ ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ μένε σταθερός εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Ἔσο ἐργάτης τοῦ καλοῦ, ἐργάτης κάθε ἀρετῆς, σταθερός καί ἀκλόνητος.

Μήν δυσφορεῖς ἤ ἀγανακτεῖς ἤ λιποψυχεῖς διά τό βάρος τοῦ σταυροῦ, διά τήν ὀδύνην πού φέρει ὁ ἀγώνας τοῦ καλοῦ.

Ἀγάπησε τήν πτωχεία διά νά κερδίσης τούς θησαυρούς τοῦ οὐρανοῦ,

ἀγάπησε τήν ἁγνότητα διά ν᾿ ἀπολαύσης τήν γλυκύτητα τοῦ παραδείσου,

ἀγάπησε τήν ταπεινή καί ἀφανή ζωή διά νά κερδίσης τήν δόξα τήν εἰς οὐρανούς «καί ἀγαθά ἅ ὀφθαλμός οὐκ οἰδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη».

Εἴθε ὁ Κύριος νά μᾶς ἀξιώση ν᾿ ἀπολαύσωμεν τόν γλυκύτατον παράδεισον. ΑΜΗΝ.

Συνεχίζεται…..

Τέλος καί τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων

ἀφθάρτῳ ἀοράτῳ μόνῳ σοφῷ Θεῷ

τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Λάρισα 2001

«Πῶς συμβιβάζεται Γέροντα, ἡ Ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ μέ τήν ὕπαρξη τῆς Κολάσεως;»

Αποτέλεσμα εικόνας για last judgement

  Ἔγινε ἡ παρακάτω ἐρώτηση στὸν μακαριστό, λόγιο καὶ σοφὸ Γέροντα π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο (1930–1989):

–Πῶς συμβιβάζεται ἡ Ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ὕπαρξη τῆς Κολάσεως;
Καὶ ’κεῖνος, ἀπάντησε:
–Δὲν πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν Κόλαση σὰν ἔκφραση τιμωρητικῆς διάθεσης τοῦ Θεοῦ. Κόλαση, σημαίνει παντελῆ «ἀπουσία» Του.
Καὶ σὰν τέτοια ποὺ εἶναι αὐτή, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας ἐλεύθερης ἐπιλογῆς. Ὅταν κάποιος λέει στὸν Θεὸ (μὲ τὴν ζωή του): «Ἀπόστα ἀπ’ ἐμοῦ· ὁδούς Σου εἰδέναι οὐ βούλομαι! (δηλαδή· ‘‘Φύγε ἀπὸ ’μένα, Θεέ! Δὲν θέλω νὰ ξέρω τοὺς δρόμους τῶν ἐντολῶν Σου καὶ τῆς σωτηρίας Σου!’’)» (Ἰὼβ κα΄ 14), τότε, Αὐτός, καίτοι Πανάγαθος, δὲν τὸν σώζει μὲ τὸ ζόρι. Δίκαιος ὤν, ὁ Θεός, ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ «ἀπολαύσει» πλήρως τὴν ἐπιλογή του, –δηλαδή, τὴν Κόλαση. Ὅπως καὶ στὸν Ἅγιο προσφέρει τὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου Του. Δηλαδή, ἐμεῖς εἴμαστε ποὺ ἐπιλέγουμε τελικὰ τὸν «τόπο» τῆς αἰωνίου κατοικίας μας καί, ὁ Θεός, ἁπλῶς προσυπογράφει τὶς ἐπιλογές μας, ὡς Δίκαιος ποὺ Αὐτὸς είναι.
Μὲ δυὸ λόγια: Ἡ ἀνεξάντλητη Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, «ἐξαντλεῖται» στὶς ἐπιλογὲς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας μας.
 Τὸν ρώτησαν πάλι: Continue reading

Πῶς ὁ Κύριος νίκησε τόν διάβολο

 

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

Θανάτω θάνατον πατήσας

Αφού ο άνθρωπος σώζεται με το γεγονός της εναν­θρώπησης του Λόγου, γιατί ο Χριστός έπρεπε να παρα­δώσει το σώμα Του στο θάνατο;

Το σώμα του Χριστού ήταν κτιστό και επομένως θνη­τό μπορούσε να αποθάνει. Όμως επειδή ήταν ενωμένο με τον ίδιο τον Λόγο του Θεού, που ήταν η ζωή (Ιω. α’ 4, ιδ’ 6, Α’ Ιω. ε’ 11), δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει νε­κρό. Δια τούτο απέθανε μεν ως θνητόν, ανέζησεν όμως λόγω της ζωής που είχε μέσα του (Μ. Αθαν. Πρβλ. Β’ Κορ. ιγ’4. Ψαλμ.ξζ’2,ζ’7-9).

Έτσι ο Λόγος του Θεού ενανθρώπησε (Ιω. α’ 14), έ­λαβε δηλαδή σώμα θνητό, για να μπορέσει και να αποθάνει, αλλά και να εξαφανίσει το θάνατο, μια και ο θάνατος δεν μπορούσε να κρατήσει τον αρχηγό της ζωής (Πράξ. θ’24.γ’ 15).

 Με το θάνατό Του ο Χριστός προσέφερε το σώμα Του για χάρη όλων των ανθρώπων. Έπαθε υπέρ πάντων και με το πάθος Του κατάργησε το θάνατο, αφού ο θάνατος δεν μπόρεσε να Τον νικήσει. Ταυτόχρονα όμως κατάργη­σε και εκείνον που εξουσίαζε το καθεστώς του θανάτου, δηλαδή τον ίδιο το διάβολο, και απάλλαξε τους ανθρώ­πους από τη σκληρή δουλεία της αμαρτίας (Εβρ. β 14-15).

Continue reading

Μέ γύρισε σ’ ὅλες τίς Κολάσεις. Τρομερές ἦταν! Τό τί γινόταν ἐκεῖ πέρα! Φοβερά πράγματα! Δέν μπορῶ νά τά περιγράψω. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Άλλη φορά είδα ένα μικρό κοριτσάκι τριών έτών, πού τό λέγανε Αγγέλα. Φορούσε ένα σιέλ φουστανάκι και στά χέρια του κρατούσε ένα μικρό μπιλάκι. Ερχεται κοντά μου -έμοιαζε σαν να μη πατούσε στη γη- καί μου λέει: «Θα σε σκοτώσω μ’ αυτό, θα σε πάρω». «Άχ! Πώς θα με πάρης;». «Θά σέ πάρω μ’ αυτό τό μπιλάκι, δεν θα σ’ άφήσω». Ετρεχε αυτή, έτρεχα καί εγώ, σάν να μη πατούσα στή γη καί μέ πήγε σ’ όλες τις Κολάσεις. Μέ κυνηγούσε, καί έβλεπα σπήλαια, τρώγλες, φοβερά πράγματα. Την ρωτάω: «Τί είναι εδώ;». «Εδώ είναι οι Κολάσεις», μ’ απάντησε καί μέ κυνηγούσε με το μπιλάκι- «θα σ’ το ρίξω, θα σ’ το ρίξω», έλεγε. Ετρεχα εγώ, έτρεχε κι αυτή, για να μου τά δείχνη όλα. Να δης εκεί πέρα σπήλαια, πρόσωπα ρυτιδιασμένα, τί να πω! Ενα δάκτυλο ρυτίδα. Τα μαλλιά τους ήταν όρθια σάν αγκάθια, τά φορέματά τους κουρελιασμένα. Παντού γκρεμισμένα χαλάσματα. Τό κάθε σπήλαιο είχε μέσα κολασμένους. Ηταν σάν μιά μάζα -πώς τους θάβεις όλους μαζί, έτσι ήταν- μαζεμένοι και ούρλιαζαν, σπάραζαν, κλαίγανε και οδύρονταν. Όσο μου έλεγε θά σου ρίξω το μπιλάκι, τόσο εγώ έτρεχα.
Μέ γύρισε σ’ όλες τις Κολάσεις. Τρομερές ήταν! Τό τί γινόταν εκεί πέρα! Continue reading

Ἐπίσκεψη μοναχῆς ἀπό τήν κόλαση

Σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι μόναζε μαζί μέ την ηγουμένη καί η ανιψιά της, πού ήταν πανέμορφη σωματικά καί άμεμπτη ψυχικά. Όλες οι αδελφές τη θαύμαζαν καί παραδειγματίζονταν από την αγγελική αγνότητά της αλλά καί τη σπάνια μετριοφροσύνη της. Όταν κοιμήθηκε, την κήδεψαν μέ μεγαλοπρέπεια, βέβαιες πώς η καθαρή ψυχή της είχε ανέβει στον παράδεισο. Η ηγουμένη, λυπημένη γιά τη στέρηση της ενάρετης ανιψιάς της, αγρυπνούσε μέ νηστεία καί προσευχή, παρακαλώντας τον Κύριο να της αποκαλύψει την ουράνια δόξα της κεκοιμημένης ανάμεσα στις άλλες μακάριες παρθένες. Continue reading

Γιά τήν κόλαση

ΔΙΔΑΧΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΩΡΓΙΑΝΟ ΑΓΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑΓΑΒΡΙΗΛ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟ

ΣΤ.1.  Ο Θεός είναι ο Μέγας Κριτής. Γνωρίζει πόσες φορές θα ανασκιρτήσει η καρδιά σου και πόσες σταγόνες θα περάσουν από το νεφρό σου. Και αυτά τα μετράει ο Κύριος. Αλλά, είναι ο Δικαστής. Και κρατάει και την Κόλαση. Ο Θεός, όταν θέλει να καταδικάσει μια χώρα, αποστρέφει το βλέμμα Του από αυτήν. Κόλαση είναι η απομάκρυνση από τον Θεό. Κι απ’ αυτό το μέρος έχει αποστρέψει το πρόσωπό του.
Εκεί τα βάσανα δεν θα έχουν τέλος. Όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, απομακρύνεται από μας σωματικά. Και αυτό μας στενοχωρεί. Όμως πόσο φοβερότερο είναι να απομακρυνθείς από τον Θεό… Το κακό δεν το δημιούργησε ο Θεός. Γιατί το κακό δεν είναι αυθύπαρκτο. Continue reading

«Στήν Αἰώνια Βασιλεία δέν ὑπάρχουν τόποι χωριστοί, ἀλλά καταστάσεις μετοχῆς καί δεκτικότητας στό Θεῖο»

   Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος ιωαννης δαμασκηνος

Όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός – Εορτάζει στις 4 Δεκεμβρίου
 
Μερικά πολύ χαρακτηριστικά και πολύ σημαντικά αποσπάσματα του Ιωάννη Δαμασκηνού, για το θέμα τής Κόλασης:
1. Η Κόλαση δεν είναι τιμωρία του Θεού, αλλά είναι κατάσταση δεκτικότητας. Φαίνεται ότι, Κόλαση και Παράδεισος ως «τόποι» δεν υπάρχουν. Υπάρχει μόνο ο πανταχού παρόν Θεός:
«Και τούτο δε ειδέναι δει, ότι ο Θεός ού κολάζει τινά εν τω μέλλοντι, αλλ’ έκαστος εαυτόν δεκτικόν ποιεί της μετοχής του Θεού. Έστι μεν η μεν μετοχή του Θεού τρυφή, η δε αμεθεξία αυτού κόλασις» (Ιω. Δαμασκηνός, ‘Κατά Μανιχαίων’, PG 94,1545D-1548A).
Δηλαδή:
«Και τούτο οφείλουμε να ξέρουμε, ότι ο Θεός δεν τιμωρεί κανένα στο μέλλον, αλλά ο καθένας κάνει τον εαυτό του δεκτικό στη μετοχή του Θεού. Όμως η μετοχή του Θεού είναι τρυφή, ενώ η αμεθεξία Του, κόλαση» (Μετάφραση: Ν. Ματσούκα, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 105).
#2. Η Κόλαση υπάρχει όχι επειδή οι κολασμένοι είναι… εκπρόθεσμοι, αλλά επειδή ο κολασμένος μένει άτρεπτος στην επιθυμία του για την αμαρτία.

Continue reading

Ἀρχίζουν ἐδῶ ἀπό τή γῆ

 

 Η αθανασία του ανθρώπου ξεκινά από τη σύλληψή του μέσα στην κοιλία της μητέρας του. Και πότε αρχίζει ο παράδεισος και η κόλαση του ανθρώπου; 
 
Από την ελεύθερη επιλογή για το θεϊκό αγαθό ή για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό ή για τον διάβολο. Και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου αρχίζουν εδώ από τη γη για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη ζωή. 
Τί είναι ο παράδεισος; Continue reading