Ὁ ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας καί ὁ Γέρων Ἀγάπιος ὁ τυφλός, ὁ δάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς

Ο άγιος Φιλάρετος υπήρξε μία από τις πιο διαπρεπείς μορφές της ρωσικής Εκκλησίας κατά τον 19° αιώνα. Γεννήθηκε το 1782 από πατέρα ιερέα, στην πόλη Κολομνά κοντά στη Μόσχα και το βαπτιστικό του ήταν Βασίλειος. Σε ηλικία εννέα χρόνων μπήκε στο τοπικό ιεροδιδασκαλείο και συνέχισε τις σπουδές του στην ιερατική σχολή που ήταν προσαρτημένη στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος του αγίου Σεργίου. Όντας εξαίρετος μαθητής στις αρχαίες γλώσσες, όπως και στη θεολογία και την ποίηση, ο νεαρός ιεροσπουδαστής επέπεσε στην αντίληψη ενός συχνού επισκέπτη στη Λαύρα, του μητροπολίτη Μόσχας Πλάτωνα, ο οποίος και τον πήρε υπό την προστασία του. Παρά τα προσόντα του, ο Βασίλειος παρέμενε ευσεβής, ήρεμος και σεμνός και ήταν αγαπητός από όλους. Αποφοίτησε πρώτος στην τάξη του και προσελήφθη αμέσως για να διδάξει αρχαία ελληνικά (τα οποία έγραφε και μιλούσε με ευχέρεια) και εβραϊκά. Σύντομα διορίσθηκε ιεροκήρυκας στη Λαύρα και καθηγητής Ρητορικής, αφού ήταν ένας εξαίρετος ρήτορας που γνώριζε πώς να μεταδίδει στις ψυχές τη φλόγα του έρωτα της αρετής.

Ο ευεργέτης του, μητροπολίτης Πλάτων, θεωρούμενος ο ίδιος μέγας θεολόγος και ρήτορας, έγραψε γι’ αυτόν: «Όσο για μένα, γράφω σαν άνθρωπος, εκείνος όμως γράφει σαν άγγελος».Με την ενθάρρυνση του μητροπολίτη, και μετά από ώριμη σκέψη συνοδευόμενη από εσωτερικούς αγώνες, ο λάμπρος καθηγητής εκάρη μονάχος το 1808, έλαβε το όνομα Φιλάρετος και χειροτονήθηκε διάκονος λίγες ημέρες αργότερα. Τον επόμενο χρόνο μετατέθηκε στην Αγία Πετρούπολη για να αναλάβει επόπτης και καθηγητής Φιλοσοφίας στην ιερατική σχολή. Μετά δε τη χειροτονία του ως ιερέας, διορίσθηκε να διδάσκει Αγία Γραφή, Εκκλησιαστική Ιστορία, Κανονικό Δίκαιο και Δογματική στην εκεί Θεολογική Ακαδημία. Ως ιεροκήρυκας οικοδομούσε το εκκλησίασμα των καθεδρικών ναών, που αντηχούσαν από τον λόγο του. Continue reading

Γέροντας Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής

Γεννήθηκε τὸ ἔτος 1898 εἰς τὸ χωρίον Λεῦκες τῆς Πάρου. Ἡ Πάρος εἶναι ἕνα μικρὸ καὶ ἤρεμο νησὶ τῶν Κυκλάδων. Οἱ γονεῖς του ἦσαν πτωχοὶ καὶ ἀναγκάζονταν νὰ ἐργάζωνται πολὺ διὰ νὰ συντηρήσουν τὴν οἰκογένειά τους. Ὁ πατέρας του ὠνομάζετο Γεώργιος καὶ ἀπέθανε πολὺ ἐνωρίς. Ἡ μητέρα του Μαρία ἀνέλαβε τὴν προστασία ὅλης τῆς οἰκογενείας. Ἡ μητέρα του ἦταν εὐλογημένη ψυχὴ καὶ εἶχε ἁπλότητα καὶ ἀκεραιότητα χαρακτῆρος καὶ ἐπήγαμε πολὺ συχνὰ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ νὰ λειτουργηθῆ, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ περιποιηθῆ τὸν Ἱερὸν ναόν.

 Ὅταν ὁ μικρὸς Φραγκίσκος -αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸν ὄνομα τοῦ Γέροντος Ἰωσὴφ- ἔφυγε διὰ νὰ γίνη μοναχὸς ἡ μητέρα του εἶπε εἰς τοὺς συγγενεῖς της: «Τὸ ἐγνώριζα πὼς θὰ γίνη μοναχὸς ἀπὸ τὴν γέννησίν του. Ὅταν ἐγέννησα τὸν Φραγκίσκον μου καὶ ἤμουνα ἀκόμη εἰς τὸ κρεββάτι μὲ τὸ μωρὸ δίπλα φασκιωμένο, εἶδα νὰ ἀνοίγη ἡ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἕνας φτερωτὸς καὶ πολὺ ὡραῖος νέος, ποὺ μόλις μποροῦσα νὰ τὸν ἀντικρύσω ἀπὸ τὴν πολλὴν λάμψιν του, κατέβηκε καὶ ἐστάθηκε πλάι στὸ μωρό μου καὶ ἄρχισε νὰ τὸ ξεσκεπάζη μὲ σκοπὸν νὰ τὸ πάρη. Continue reading

«Τά δάκρυα»

 «Ὅσο ἀγωνίζεστε στή σιωπή καί στόν ἀπαρρησίαστο τρόπο συμπεριφορᾶς, τόσο καί τά δάκρυα θά σᾶς ἐπισκέπτωνται. Ἡ εὐχή μετά πόνου γεννάει τό πένθος. Τό πένθος φέρνει τά δάκρυα. Τά δάκρυα γεννοῦν καθαρωτέρα εὐχή. Διότι τό δάκρυ ὡσάν μύρο εὐῶδες ἀποπλύνει τόν ρύπο καί καθαρίζεται ἡ ψυχή».

«Γέροντας Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης»

ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ 

Σ᾿ ὅλη του τή ζωή ὁ Γέροντας Ἰωσήφ ἔχυνε ποτάμια τά δάκρυα μέ φοβερή ἔντασι. Χαρακτηριστικό τῆς ἐντάσεως τοῦ κλαυθμοῦ του ἦταν τό ἐπόμενο περιστατικό.

Μιά φορά, ὅπως καθόταν ἔξω στήν ἐρημιά μόνος του, ἔκλαιγε ὡς συνήθως. Ξαφνικά ἄκουσε βήματα, κάποιος ἔτυχε νά περνάῃ ἀπό ᾿ κεῖ καί θέλησε νά συγκρατήσῃ τά δάκρυά του. Προσπάθησε νά ἀνακόψῃ τούς κρουνούς τῶν δακρύων, ἀλλά δέν τά κατάφερε, διότι ἔτρεχαν μέ τόσην ὁρμή, σάν νά τόν εἶχε πληγώσει κάποιος θανάσιμα.

Ἀπό τήν προσωπική του πείρα γιά τά δάκρυα ἔλεγε: «ὅσο ἀγωνίζεστε στή σιωπή καί στόν ἀπαρρησίαστο τρόπο συμπεριφορᾶς, τόσο καί τά δάκρυα θά σᾶς ἐπισκέπτωνται. Ἡ εὐχή μετά πόνου γεννάει τό πένθος. Τό πένθος φέρνει τά δάκρυα. Τά δάκρυα γεννοῦν καθαρωτέρα εὐχή. Διότι τό δάκρυ ὡσάν μύρο εὐῶδες ἀποπλύνει τόν ρύπο καί καθαρίζεται ἡ ψυχή».

Continue reading

Ὁ δοξολογικός χαρακτήρας τῆς καρδιακῆς προσευχῆς. Πατήρ Εὐσέβιος Βίττης

Ὃταν ἡ εὐχή γίνεται ὁλόκληρη, δηλαδή καί μέ τήν φράση «ἐλέησόν με τόν (τήν) ἁμαρτωλόν (ήν)», σημαίνει πώς ὁ εὐχόμενος ζῆ μιά διαρκῆ μετάνοια, πού εἶναι ἰσόβια. Ἡ μετάνοια ὃμως αὐτή δέν ἒχει μόνο ἠθικό νόημα, ἀλλά καί, κυρίως, ἀφύπνιση τῆς συνειδήσεως ἀπό τόν ὒπνο τῶν παθῶν καί ἐπιστροφή ἀπό τήν πλάνη τῆς ἡδονῆς, ἀπό τά ὂνειρα τῆς δυνάμεως, τοῦ πλούτου, τῆς δόξας κλπ., δηλαδή ἀπό φανταστικέςς καταστάσεις, στήν ἀνθρωπολογική πραγματικότητα. Αὐτό σημαίνει φυγή ἀπό τόν κόσμο.
Ὂχι τ ο π ι κ ά  γιατί ἀπό μόνη της δέν εἶναι ἀποτελεσματική, ἀφοῦ ὁ ἲδιος ὁ ἂνθρωπος εἶναι φορεύς τῶν ἀσθενειῶν, πού ἀποστρέφεται, ἀλλά  τ ρ ο π ι κ ά, φυγή δηλαδή ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου, πού δημιουργεῖ τό πλέγμα τῶν παθῶν, πού πραγματικά βρυκολακιἀζει τόν \σνθρωπο. Φυγή ἀπό τόν κόσμο,Ὃταν ἡ εὐχή γίνεται ὁλόκληρη, δηλαδή καί μέ τήν φράση «ἐλέησόν με τόν (τήν) ἁμαρτωλόν (ήν)», σημαίνει πώς ὁ εὐχόμενος ζῆ μιά διαρκῆ μετάνοια, πού εἶναι ἰσόβια. Continue reading

«Ἡ Σιωπή»

 

 “ Ἀδιαλείπτως καί προσεχῶς δεῖ τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι”

 Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου

 “Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΟΥ ΙΩΣΗΦ

 Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ”

 Πολύ βασική ἀρετή, γιά νά προκόψῃ κανείς στήν Νοερά προσευχή, εἶναι ἡ σιωπή. Ὄχι μόνο στό στόμα τοῦ σώματος, ἀλλά κυρίως στό στόμα τῆς ψυχῆς, στόν νοῦ δηλαδή, γιατί ὁ σκορπισμός τοῦ νοῦ εἶναι σοβαρώτατο ἐμπόδιο γιά τήν νοερά ἐργασία.

Ὁ Γέροντας μᾶς θύμιζε διαρκῶς τόν λόγο: ὅτι ἡ φύλαξις τοῦ στόματος, ἐάν κανείς σιωπᾶ μέ ἐπίγνωσι, ξυπνᾶ τήν συνείδησι πρός τόν Θεό. Καί μᾶς ἔλεγε πώς ὅσο ἐμεῖς σιωποῦμε καί ἀγωνιζόμαστε στόν ἀπαρρησίαστο τρόπο συμπεριφορᾶς, τόσο θά μᾶς ἐπισκέπτονται τά δάκρυα.

Καί πράγματι, δέν ξέραμε τί θά πῇ ἀργολογία μέσα στήν ἀδελφότητα μας. Συνεχῶς λέγαμε τήν εὐχή. Μιλοῦσε ὁ Γέροντας καί ὁ Γερο-Ἀρσένιος, μά ἐμεῖς οἱ νεώτεροι μεταξύ μας δέν μιλούσαμε. Μπροστά στόν Γέροντα ἤμασταν πάντα σιωπηλοί καί συνεσταλμένοι. Ἰδίως ἐγώ οὔτε τολμοῦσα νά μιλήσω μέ ἀδελφό μπροστά στόν Γέροντα. Continue reading

«Περί προσευχῆς» Πατερική Θεολογία, 24ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:«Περί προσευχῆς»

Πατερική Θεολογία, 24ο Μέρος

Ὁμιλία στίς 21-12-2014

Πρίν μποῦμε στό θέμα μας, ἤθελα νά σᾶς πῶ σύντομα τήν ἑρμηνεία αὐτοῦ τοῦ χωρίου πού ἀκούσαμε τό πρωί στό Εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο μπορεῖ νά ἐγείρει κάποιους λογισμούς. Λέει γιά τήν Παναγία «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» (Ματθ. 1,25) καί ἴσως πάει ὁ λογισμός σέ κάποιους ὅτι μέχρι τότε δέν εἶχαν σαρκικές σχέσεις καί μετά εἶχαν. «Οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν», δέν τήν εἶχε γνωρίσει ὀ Ἰωσήφ, «ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον». Τί σημαίνει αὐτό; Οἱ αἱρετικοί Προτεστάντες τό κατανοοῦν ἔτσι, ὅτι δηλαδή μετά ἡ Παναγία εἶχε σχέσεις μέ τόν Ἰωσήφ. Ὁπότε δέν εἶναι καί Ἀειπάρθενος. Ἔτσι οἱ Προτεστάντες ὑποτιμοῦν τήν Παναγία, τήν βρίζουν, ὅτι δέν εἶναι Παρθένος, ὅτι δέν εἶναι Ἀειπάρθενος. Οἱ Παπικοί -ὑποτίθεται- τήν ἐξυψώνουν μέ τήν «ἄσπιλη σύλληψη», πού λένε ὅτι ἡ σύλληψή της δέν ἤτανε μέ φυσικό τρόπο, μέ φυσιολογικό τρόπο, ἀλλά ὅτι ἦταν ὑπερφυσική, τό ὁποῖο εἶναι κι αὐτό αἵρεση, εἶναι λάθος. Προσπαθώντας τάχα νά τήν ἐξυψώσουν, τί κάνουν; Τήν ὑποτιμοῦν. Γιατί, ἄν εἶναι ἡ σύλληψή της ἄσπιλη, δέν ἔχει καί προπατορικό ἁμάρτημα, ἑπομένως δέν ἔχει καί αὐτή τήν ροπή πού ἔχουμε ὅλοι πρός τήν ἁμαρτία. Ἄρα, δέν ἔκανε καί κόπο ἡ Παναγία, γιά νά ἔχει αὐτή τήν ἀρετή πού εἶχε… Οὐσιαστικά, λοιπόν, τήν ὑποτιμοῦν οἱ Παπικοί, οἱ λεγόμενοι Ρωμαιοκαθολικοί, μέ τό νά λένε ὅτι ἦταν ἄσπιλη ἡ σύλληψή της. Οἱ δέ Προτεστάντες λένε ὅτι δέν ὑπάρχει τό Ἀειπάρθενο στήν Θεοτόκο.

Ποιά εἶναι τώρα ἡ σωστή ἑρμηνεία τοῦ «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτήν ἕως οὗ ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον»; Continue reading

«Ἐλεημοσύνη ἐστί καύσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως»

  Πρωτοπρεσβύτερος Στέφανος Αναγνωστόπουλος

Είτε λόγον, εάν έχεις λόγον να πείς, δύναμιν λόγου, ρητορίαν, γνώσιν λόγου και τα λοιπά, τότε θα τον διαθέσεις αυτόν τον λόγον προς ωφέλειαν, προς καταρτισμόν των ψυχών μετά πάσης ταπεινώσεως.
Είτε ευχήν, δηλαδή προσευχήν, έχεις δύναμη στην προσευχή σου, γιατί έχεις καθαρή καρδιά, ε, τότε μετά πολλών δακρύων, θα την διαθέσεις προς βοήθειαν των αδυνάτων. Προς βοήθειαν των πάντων.
Και όλα αυτά μας τα λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όταν αναλύει τον μακαρισμό του κυρίου που λέγει:
– «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται». Continue reading

Ἅγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης – Οἱ κίνδυνοι τῆς τυποποίησης τῆς νοερᾶς προσευχῆς

 

 Οἱ κίνδυνοι τῆς τυποποίησης τῆς νοερᾶς προσευχῆς Ὁ Γέροντας εἶπε ὅτι κάποιος μοναχὸς «ἔπαθε» ἀπὸ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» καὶ τώρα θέλει νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι. 

 Σημείωση:
Ὁ Γέροντας πολλὲς φορὲς ἔλεγε ὅτι ἡ νοερὰ προσευχή, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» δὲν διδάσκεται σωστὰ ἀπὸ μερικούς. Διότι ρίχνουν τὸ βάρος στὴν ἐπανάληψη καὶ στὴν ποσότητα καὶ ὄχι στὸ πνεῦμα τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι πειράζονται ἀπὸ τὸ κακὸ πνεῦμα καὶ παθαίνουν. 
Μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐνεργοῦν, δηλαδὴ μὲ τὴν γρήγορη ἐπανάληψη καὶ τὴν ἀρίθμηση τῆς ποσότητος τῶν ἐπαναλήψεων, μηχανοποιοῦν τὴν προσευχὴ καὶ ἀπὸ προσωπικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεὸ τὴν κάνουν ἀνθρώπινο κατόρθωμα. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι τελικὰ δὲν ζητοῦν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὴν ἐπίτευξη ἑνὸς δικοῦ τους κατορθώματος. Αὐτὸ ἐνέχει μέσα του ἕναν ἀνθρωποκεντρισμό, μία ἀδιαφορία γιὰ τὸν Θεὸ καὶ μία βαρύτητα στὸ ἀνθρώπινο ἔργο, δηλαδὴ κάτι ἀντίθετο μὲ τὰ λόγια τοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».  Continue reading

Γέρων Θεόδωρος ὁ Ἁγιοφαραγγίτης. Ἄν ξεκινοῦσα τήν ζωή μου τώρα…

Ἂν ξεκινοῦσα τὴν ζωὴ μου τώρα, ἕνα θὰ πάσχιζα νὰ κάνω, νὰ ἀποστηθίσω τὸ ψαλτήρι. Αὐτὸ εἶναι ἡ γονικὴ μήτρα τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ εὔφορο χῶμα, ὅπου εὐδοκιμεῖ ὁ σπόρος τῆς εὐχῆς. Αὐτὸ μαστίζει τοὺς δαίμονες.

«. Όταν διάβαζα, στις αγρυπνίες μου, το ψαλτήρι, ερχόνταν ο δαίμονας, που μούγκριζε σαν αγριόχοιρος στο αυτί μου. Continue reading

«Ἡ αἰσθητή παρουσία τῆς ἐνοικούσης χάριτος ἀντανακλᾶ καί στά τέκνα τοῦ Γέροντα»

Παπαχαράλαμπος Διονυσιάτης

Ὁ Γέροντας προκειμένου νά κεντρίση τό θεῖο ζῆλο, ἐξωτερίκευε στά τέκνα του ὁρισμένες πνευματικές ἐμπειρίες. Ὡστόσο σ᾿ ἐμᾶς τούς ἀμύητους κάποτε περισσότερον αὐξάνονταν οἱ ἀπορίες μας. Αὐτό ὁ ἀείμνηστος τό διέβλεπε καί προσπαθοῦσε, μαζί μέ τόν λόγο, νά μεταδώση ἔστω μέρος ἀπό τόν ἐσωτερικόν του πλοῦτον.

Ἕνας ἀρχάριος πού συνεχόταν ἀπό λογισμούς ἀπορίας, ἴσως δέ καί ἀμφιβολίας, καθόταν μιά βραδυά στό στασίδι τῆς ἐκκλησίας καί ἔλεγε προφορικά τήν εὐχήν. «Γιά μιά στιγμήν, διηγεῖται ὁ ἴδιος, αἰσθάνθηκα, ὅτι μέσα ἡ καρδιά μου ζεστάθηκε σάν θερμάστρα. Γλυκάθηκε τόσο πολύ ὥστε ἑνώθηκε μέ τήν καρδίαν. Τό τί αἰσθάνθηκα μέσα μου, δέν μπορῶ νά ἐξηγήσω. Τό μόνο πού μπορῶ νά πῶ, αἰσθάνθηκα γιά λίγο τόν παράδεισο μέσα στήν καρδιά μου. Αὐτό κράτησε δυό-τρία λεπτά. Μόλις ξανά ἐπανῆλθα στήν φυσική μου κατάστασι, στρέφω δίπλα τό βλέμμα· τί νά δῶ! Ὁ Γέροντας στό διπλανό στασίδι μέ τό τρακοσάρι στό χέρι. Continue reading