Ο ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΑΜΕΛΙΝ.Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΟΙ ΚΟΠΟΙ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΟΥ ΓΚΛΙΝΣΚ . (1874-1958) «Ἐάν οἱ ἅγιοι Πατέρες λένε ὅτι “ὑπάρχουν πολλοί μεγάλοι καί ἔνδοξοι, ἀλλά τά μυστήρια ἀποκαλύπτονται στούς ταπεινόφρονες”, τότε στή δεδομένη περίπτωση η συνάντηση με τον πατέρα Σεραφείμ ἀποκάλυψε τό μυστήριο τῆς δυνατότητος στή γῆ μας νά λάμπει ἕνα φῶς ὄχι αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί, μαζί, ἡ ὀμορφιά τῆς ταπεινώσεως.»

    Ο πατήρ Σεραφείμ δεν ήταν θυμώδης, κάτι πού συχνά χαρακτηρίζει τούς ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Επίσης δεν του περνούσε από το μυαλό ότι μπορεί να υψώσει τη φωνή του ή να κάνει παρατηρήσεις με ύφος προϊσταμένου. Ούτε τόση δα επιθυμία υπήρχε να σου δώσει να καταλάβεις με ποιόν μιλάς. Την ίδια στιγμή δεν υπήρχε καμιά κολακεία, καμιά δουλοπρέπεια μπροστά σε οποιοδήποτε πρόσωπο πού κατείχε κάποια εξουσία. Αυτά όλα είναι σαν πινελιές στην εικόνα του πατρός Σεραφείμ.

Πιο καθαρά και ζωντανά παρουσιάζουν τα ιδιώματα του χαρακτήρα του και την πνευματική του κατάσταση τά απομνημονεύματα της Γκαλίνα Πίλνεβα, ή οποία βρισκόταν στο μοναστηριακό συγκρότημα του Γκλίνσκ τη δεκαετία του ’50 και γνώριζε καλά τον Γέροντα Σεραφείμ. Αυτή έγραψε:
«Εάν οι άγιοι Πατέρες λένε ότι “υπάρχουν πολλοί μεγάλοι και ένδοξοι, άλλα τά μυστήρια αποκαλύπτονται στους ταπεινόφρονες”, τότε στη δεδομένη περίπτωση η συνάντηση με τον πατέρα Σεραφείμ αποκάλυψε το μυστήριο της δυνατότητος στη γη μας να λάμπει ένα φως όχι αυτού του κόσμου και, μαζί, η ομορφιά της ταπεινώσεως. Συνέχεια

Ὁ Ὅσιος Σεραφείμ Ἀμελίν. Ἡ ζωή καί οἱ ποιμαντικοί κόποι τῶν γερόντων τῆς μονῆς τοῦ Γκλίνσκ (1874-1958)

     Схиархимандрит Серафим (Амелин), настоятель (1874-1958)

      Ο πράος πατήρ Σεραφείμ, ηγούμενος και ανακαινιστής της Μονής
 
Με πίστη στη βοήθεια του Θεού και στη σκέπη της Θεοτόκου, της Προστασίας του ανθρωπίνου γένους, ο πατήρ Σεραφείμ αποδέχθηκε αυτό το βαρύ φορτίο χωρίς οποιαδήποτε έξωθεν υλική υποστήριξη. Άλλα μαζί με τη μικρή, πνευματικά ενωμένη αδελφότητα αποκατέστησε το προηγούμενο κοινοβιακό τυπικό του ηγουμένου Φιλαρέτου και την αυστηρή μοναχική ζωή.
 Το 1948 ο πατήρ Σεραφείμ έλαβε το οφίκιο τού αρχιμανδρίτου και παρέμεινε στη θέση του ηγουμένου του κοινοβίου μέχρι την κοίμησή του.
Με την όψη του και την εσωτερική του ηρεμία ο πατήρ Σεραφείμ ενέπνεε στους γύρω του την ειρήνη και το θαυμαστό αίσθημα προστασίας από κάθε στενοχώρια. Η ηρεμία του πήγαζε από το γεγονός ότι ήταν τελείως παραδομένος στο θέλημα του Θεού. Ήταν μέσα του ζωντανή η πεποίθηση ότι ο Θεός δεν θα επιτρέψει τίποτε βλαβερό. Κάποτε μια επισκέπτρια του έδειξε ένα λεύκωμα με φωτογραφίες του κοινοβίου όπως ήταν παλαιότερα. Οι παλιές φωτογραφίες αποτύπωναν τούς χαμένους πλέον ναούς, τούς άνετους εσωτερικούς χώρους, τις μακρινές και κοντινές σκήτες του κοινοβίου. Εκείνη τότε τον ρώτησε τί τον βοηθούσε να ξεπεράσει τον πόνο μπροστά στη θέα της γενικής ερημώσεως, στη θέα του σωρού των σκουπιδιών, πού βρίσκονταν στη θέση του ναού πού είχε ανατιναχθεί. Συνέχεια

Ἀγάπη καί ταπείνωση, οἱ δύο ἀδελφωμένες ἀρετές

1010087_273489286146928_748786877_n.jpg – Γέροντα, πώς θα σωθώ με τόσα πάθη που έχω;

- Με την αγάπη και την ταπείνωση. Μόλις αυξηθούν οι δύο αυτές αρετές, η υπερηφάνεια και η κακία θα μείνουν ατροφικές και τα πάθη θα αρχίσουν να ψυχορραγούν. Έτσι όλα τα πάθη σιγά -σιγά θα αφανισθούν και όλες οι άλλες αρετές θα έρθουν μόνες τους . Γι’ αυτό στρέψε όλες τις δυνάμεις σου στην αγάπη και στην ταπείνωση.
Η αληθινή αγάπη είναι αγκαλιασμένη με την ταπείνωση σαν δυο αδέλφια δίδυμα, πολύ αγαπημένα. Η αγάπη δεν χωρίζει από… Συνέχεια

«Ταπείνωσις»

  

  Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Ροστώφ

 Ἱκέτευε ἀκατάπαυστα τόν Κύριο νά σ᾿ ἀξιώση ν᾿ ἀνταποκριθῆς στό θεῖο κάλεσμά Του: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι π ρ ᾶ ός ε μ ι κ α ί τ α π ε ι ν ό ς τ ή κ α ρ δ ί α, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς μῶν» ατθ. Ια΄ : 28-29).Πουθενά δέν θά βρῆς τόση ἀνάπαυσι, ὅση μέσα στήν ταπείνωσι. Πουθενά δέν θά βρῆς τόση ταραχή, ὅση μέσα στήν ὑπερηφάνεια. Ταπεινώσου μπροστά σέ ὅλους καί θά ὑψωθῆς ἀπό τόν Κύριο. Ἀλλά καί ὅταν ὑψωθῆς ἀπό Ἐκεῖνον μεῖνε πάλι ταπεινός, γιά νά μή χάσης τή χάρι Του. «Ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί ὑψώσει ὑμᾶς» (Ἰακ. δ΄: 10). Συνέχεια

«Συμβουλές Γέροντος σέ χριστιανούς πού ζοῦν στόν κόσμο»

Ἄν ζητᾶτε ἀπό κάποιον κάτι, νά τό ζητᾶτε μέ τήν ὑπομονή τῆςΧαναναίας (Ματθ.ιε΄:21-28).

  Φυλάξτε τό στόμα σας ἀπό λόγια περιττά καί ἀνώφελα· ἀσκηθεῖτε στήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ· ἐγκρατευθεῖτε· καί ὁ Κύριος θά σᾶς περιβάλλει μέ τό ἀνεκτίμητο δῶρο τῆς ἀγάπης Του.

«Ἀπόδοτε τά Καίσαρος Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Μαρκ. Ιβ΄: 17). Καθώς, λοιπόν, τό σῶμα θά κινεῖται γιά τίς ἀναγκαῖες ἐργασίες, ἡ καρδιά θά πρέπει νά παραμένει ὁλόκληρη δοσμένη στό Θεό. Συνέχεια

Ταπείνωση καί ταπεινοφροσύνη μέρος ε΄ τελευταῖο

11. ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΔΡΩΝ  ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

  Ὁ μα­κα­ρι­στός Σέρ­βος Ἀρ­χιμ. Ὶ­ου­στί­νος Πό­πο­βιτ­ς,  σέ μελέτη του, (ἡ  τα­πεί­νω­ση κα­τά τόν Ἰ­σα­άκ τό Σύ­ρο μέ­σα ἀ­πό τούς δι­ά­φο­ρου λό­γους του)., γράφει: «Ἡ πί­στη ἔ­χει δι­κό της τρό­πο σκέ­ψε­ως, δι­ό­τι ἔ­χει δι­κό της τρό­πο ζω­ῆς. Ὁ χρι­στι­α­νός ὄ­χι μό­νο ζεῖ μέ τήν πί­στη, ἀλ­λά καί σκέ­φτε­ται μέ τήν πί­στη. Ἡ πί­στη δί­νει τή νέ­α κα­τη­γο­ρί­α τῆς σκέ­ψε­ως μέ τήν ὁ­ποί­αν πρα­γμα­τώ­νε­ται ὅ­λο τό γνω­σι­ο­λο­γι­κό ἔρ­γο τοῦ ἀν­θρώ­που πού πι­στεύ­ει. Ἡ νέ­α αὐ­τή κα­τη­γο­ρί­α τῆς σκέ­ψε­ως εἶ­ναι ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη. Στήν ἀ­πέ­ρα­ντη πρα­γμα­τι­κό­τη­τα τῆς πί­στε­ως ὁ νοῦς τα­πει­νώ­νε­ται μπρός στά ἀ­πόρ­ρη­τα μυ­στή­ρι­α τῆς ἐν Πνεύ­μα­τι Ἁ­γί­ῳ ζω­ῆς. Τήν ὑ­πε­ρη­φά­νει­αν τοῦ νοῦ ἀ­ντι­κα­θι­στᾶ ἡ τα­πεί­νω­ση· τήν ἀ­λα­ζο­νεί­α ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη.Ὁ ἀ­σκη­τής τῆς πί­στε­ως πε­ρι­φρου­ρεῖ κά­θε σκέ­ψη του μέ τήν τα­πεί­νω­ση καί ἔ­τσι ἐ­ξα­σφα­λί­ζει γι­ά τόν ἑ­αυ­τό του τή γνώ­ση τῆς Αἰ­ώ­νι­ας ἀ­λή­θει­ας. Συνέχεια

«Λόγος γιά τήν ταπείνωση»

   

 Λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος: « Οἱ Πατέρες – ὅλοι μέ μιά γνώμη – μᾶς παρέδωκαν ὅτι δέν μποροῦμε νά καταβάλλουμε διαφορετικά ἀσφαλές θεμέλιο γιά τήν τελείωση τῆς ἀρετῆς, παρά διά μέσου τῆς ταπείνωσης, ἡ ὁποῖα προξενεῖται ἀπό τήν πίστη καί τήν πραότητα καί τήν τέλεια ἀκτημοσύνη. Μέσω αὐτῶν ἡ τέλεια ἀγάπη κατορθώνεται μέ τήν χάρη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ»1. Συνέχεια

Ταπείνωση καί ταπεινοφροσύνη, μέρος δ΄

10. ΕΜΠΟΔΙΑ  ΣΤΗΝ  ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

            Στή συ­νέ­χει­α θά ἐ­πι­ση­μά­νου­με δύ­ο με­γά­λα ἐ­μπό­δι­α πού δέν ἀ­φή­νουν τήν ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης νά ρι­ζώ­σει στήν ψυ­χή τοῦ χρι­στι­α­νοῦ. Ἡ ἀ­να­φο­ρά αὐ­τή εἶ­ναι ἀ­να­γκαί­α ἐ­νη­μέ­ρω­ση, γι­ά νά προ­φυ­λά­ξει ὅ­λους μας, γι­α­τί τά ἐ­μπό­δι­α αὐ­τά εἶ­ναι πά­θη τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας καί δέν πρέ­πει νά τά ἀ­φή­σου­με νά ρι­ζώ­σουν στήν ψυ­χή, ἐ­πει­δή ἐ­ξα­φα­νί­ζουν κά­θε ἴ­χνος τα­πεί­νω­σης καί ἐ­γκα­θι­στοῦν στήν ψυ­χή τήν ὑ­ψη­λο­φρο­σύ­νη,  τή φι­λαυ­τί­α καί τόν ἐ­γω­ϊ­σμό.

            Σοβαρά ἐμπόδια γιά τήν ταπείνωση ὑπάρχουν πολλά, ἀλλά νομίζω ξεκινοῦν ὅλα  ἀπό  τό δίδυμο,  φιλαυτία καί μα­ται­ο­δο­ξία.

Ἡ φιλαυτία, ἡ ὑπερβολική ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας τυφλώνει τά μάτια τῆς ψυχῆς καί ὁδηγεῖ στή ματαιοδοξία

            Μα­ται­ο­δο­ξί­α εἶ­ναι τό νά κυ­νη­γᾶ­με τή δό­ξα σέ πράγ­μα­τα πού στε­ροῦν­ται τῆς αἰ­ώ­νιας ἀ­ξί­ας ἤ πού ἡ ἀ­ξί­α τους εἶ­ναι μά­ται­α, προ­σω­ρι­νή καί ἐ­φή­με­ρη. Νά με­τα­χει­ρι­ζό­μα­στε κά­θε μέ­σο γιά νά  πά­ρου­με ἕ­να ἀ­ξί­ω­μα, νά κερ­δί­σου­με μιά θέ­ση παραγκωνίζοντας ἄλλους καλλίτερους μας. Συνέχεια

Ταπείνωση καί ταπεινοφροσύνη,μέρος γ΄

 

 7. ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ  Η  ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ   ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ

             Με­τά ἀ­πό ὅ­σα εἴ­πα­με γι­ά τήν ἀ­ξί­α τῆς τα­πεί­νω­σης-τα­πει­νο­φρο­σύ­νης, ἔρ­χε­ται φυ­σι­κά τό ἐ­ρώ­τη­μα: Πῶς ἀ­πο­κτᾶ­ται ἡ με­γά­λη αὐ­τή ἀ­ρε­τή; Μέ ποι­ό τρό­πο θά τήν  κά­νου­με κτῆ­μα μας;

            Τήν ἀ­πάν­τη­ση θά τή βροῦ­με σί­γου­ρα στήν  ἐμ­πει­ρι­κή σο­φί­α τῶν Πα­τέ­ρων τῆς ὀρ­θό­δο­ξης μας  Ἐκ­κλη­σί­ας. Τά  με­γά­λα πράγ­μα­τα σί­γου­ρα χρει­ά­ζον­ται κό­πο καί με­γά­λη προ­σπά­θεια, γι­ά νά ἀ­πο­κτη­θοῦν. Αὐ­τό βέ­βαι­α ἰ­σχύ­ει καί γι­ά τήν  ἀ­ρε­τή τῆς τα­πει­νο­φρο­σύ­νης.

            Στήν ἐ­πο­χή μας εἶ­ναι σπά­νιο πράγ­μα ἡ τα­πεί­νω­ση. Μπο­ρεῖ σ’ ἕ­να ἄν­θρω­πο νά βρεῖς ἐρ­γα­σί­α με­ρι­κῶν ἀ­ρε­τῶν, ἀλ­λά τα­πεί­νω­σης μό­λις κά­ποι­α μυ­ρω­δι­ά θά δι­α­κρί­νεις.

            Μι­ά πρώ­τη ἀ­πά­ντη­ση γι­ά τό πῶς ἀ­πο­κτᾶ­ται ἡ τα­πεί­νω­ση μᾶς δί­νει ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­σα­άκ ὁ Σύ­ρος: « Πρός τοῦ­το τον ἐ­ρω­τῶ­ντα θέ­λει ἀ­πο­κρι­θεῖ αὐ­τή ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη οὕ­τως· εἶ­ναι ἀρ­κε­τόν εἰς τόν μα­θη­τήν νά γί­νη κα­τά τήν μά­θη­σιν ὅ­μοι­ος μέ τό δι­δά­σκα­λό του, καί εἰς τόν  δοῦ­λον νά γί­νη ὅ­μοι­ος μέ τόν  Κύ­ρι­όν του. Συνέχεια

Ταπείνωση καί ταπεινοφροσύνη,μέρος β΄

 

4. Η ταπεινοφροσύνη

(Ἡ ἔννοια τῆς ταπεινοφροσύνης)

            Ὁ Ἅ­γι­ος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής δί­νει τόν ἑ­ξῆς ὁ­ρι­σμό γι­ά τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη: «Τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι μι­ά συ­νε­χής προ­σευ­χή μέ δά­κρυ­α καί πό­νο.  Δι­ό­τι αὐ­τή ἐ­πι­κα­λεῖ­ται τή βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ καί δέν ἀ­φή­νει τόν ἄν­θρω­πο οὔ­τε νά στη­ρί­ζε­ται ἀ­πε­ρί­σκε­πτα στή δύ­να­μή του καί στή σο­φί­α του, οὔ­τε νά ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται ἐ­να­ντί­ον ἄλ­λου, τά ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι φο­βε­ρά νο­σή­μα­τα, ὀ­φει­λό­με­να στό πά­θος τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νει­ας».

             Ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη εἶ­ναι  τό ἐρ­γα­στή­ρι πού δι­α­λύ­ει τά ἀρ­νη­τι­κά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς τα­πεί­νω­σης στήν ὁ­ποί­αν ὑ­πο­βάλ­λει στόν ἄν­θρω­πο ἡ κα­κί­α τῶν δαι­μό­νων καί τῶν ἀν­θρώ­πων. Δη­λα­δή τήν προ­σβο­λή, τόν ἐ­ξευ­τε­λι­σμό, τήν ἀ­δι­κί­α, τή συ­κο­φαν­τί­α πού θά ὑ­πο­στεῖ ὁ  τα­πει­νός ἄν­θρω­πος, ἐ­νερ­γο­ποι­εῖ τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη πού σάν ἄλ­λο ἐρ­γα­λεῖ­ο με­τα­τρέ­πει τήν ὀρ­γή τήν ἐκ­δί­κη­ση σέ συγ­χω­ρη­τι­κό­τη­τα καί ἀ­γά­πη, ἀ­πο­φεύ­γον­τας ἔ­τσι τήν ἁ­μαρ­τί­α καί πλή­γώ­νει τό δι­ά­βο­λο στό κέν­τρο τῆς καρ­δί­ας του. Συνέχεια