ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ. Μόλις προσκύνησα μοῦ φάνηκε ὅτι ἡ ἁγία Ἀνάστασι ἦρθε μέσα στήν καρδιά μου καί τήν κατάπια καί ἄκουσα μιά φωνή, σάν νά εἶχαν ἀνοίξει ὅλα τά ραδιόφωνα τοῦ κόσμου, πού ἔλεγε: «Ἐν ἀρχή ἦν ὁ Λόγος, καί ὁ Λόγος ἦν πρός τόν Θεόν, καί Θεός ἦν ὁ Λόγος».

Θά σάς πω κάτι πού μου συνέβη τότε στήν πείνα, στήν Κατοχή. Είχα ένα χρέος, πού έπρεπε νά τό δώσω. Είχα εντολή νά τό εξοφλήσω μέχρι τό Πάσχα. Καί έκανα μεγάλη οικονομία, γιά νά κλείσω τό χρέος. Ετρωγα όλη τήν Μεγάλη Εβδομάδα λίγο ψωμάκι, πενήντα δράμια ψωμί, πού καί αυτό ακόμη δέν μπορούσα νά τό άγοράσω- έβρεχα τό ψωμί μου μέσα στό νερό καί τό έτρωγα, δέν είχα τίποτε άλλο. Θέλω νά σάς πω, τι κάνει ο Θεός στήν στέρησι, στήν ανέχεια τήν μεγάλη καί πώς βοηθάει. Όχι ότι είχα άξια, άλλά μέ γλύκανε, γιά νά μου δείξη πόσο δυνατός είναι καί πόσο πρέπει νά Τον λατρεύουμε.
 Ηλθε τό Μέγα Σάββατο καί πήγα στις οκτώ τό βράδυ στήν εκκλησία, γιατί ό πνευματικός μας διάβαζε νωρίς τις Πράξεις των Αποστόλων. Όπως γίνεται στό Αγιον Όρος. Καί κάθησα σέ μία γωνιά καί τραβούσα κομποσχοινάκι. Όλοι κρατούσαν λαμπάδες, εγώ δέν είχα τίποτε, ούτε ένα κεράκι, τίποτε. Τώρα πώς νά πήγαινα στο «Δεύτε λάβετε φως», δεν είχα κερί. Είπα μέ τό νου μου: «Αφού θέλεις, Χριστέ μου, νά μή έχω μία λαμπαδούλα νά πάρω τό άγιο φως, νάναι εύλογημένο τό θέλημά Σου». Continue reading

Ἡ μοναχή Βέρα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῆς Ὄπτινα

Έτσι η Ζένια εργάστηκε στο μοναστήρι μέχρι το θάνατό της, μέχρι που ήρθε το ασθενοφόρο και την πήγε στο νοσοκομείο. Η διάγνωση των γιατρών τους εξέπληξε όλους. Είχε καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο, το συκώτι της ήταν ήδη διαλυμένο. Την κράτησαν για κάποιο χρονικό διάστημα στο νοσοκομείο κάνοντάς της ανώφελες ενέσεις και δίνοντάς της ψεύτικες ελπίδες. Συνέβαινε δηλαδή η συνηθισμένη υποκρισία μπροστά στο θάνατο, όταν οι γιατροί καταλαβαίνουν ότι καμιά θεραπεία δεν βοηθάει τον ασθενή και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να μην τον αφήσουν να πεθάνει στο νοσοκομείο αλλά να πεθάνει στο σπίτι του. Ο Γέροντας έφερε την Ευγενία στο σπίτι της.

Ειδοποίησαν με τηλεγράφημα τους γιους της. Φτάνοντας βιαστικά κοντά στη μητέρα τους, στο κελί είχε ήδη γίνει η κουρά της. Όπως θα αναγνωρίσουν αργότερα, τους συγκίνησε η σκέψη πως, ενώ πέθαινε η επίγεια μητέρα τους, γεννιόταν η μοναχή Βέρα.

Continue reading

«Γέροντα Πορφύριε, θέλουμε μία χάρη: Νά μᾶς ἐπιτρέψεις νά σοῦ φιλήσουμε τά πόδια»

 Saint Porphyrios of Kavsokalyvia

Ὁ Γέροντας μοῦ διηγήθηκε: «Μιὰ φορὰ μὲ ἐπισκέφθηκε ἕνας χίπης. Ἦταν ντυμένος μὲ κάτι πολύχρωμα, παράξενα ροῦχα, φοροῦσε χαϊμαλιὰ καὶ κοσμήματα καὶ ζητοῦσε νὰ μὲ δεῖ. Οἱ μοναχὲς
ἀνησύχησαν, ἦρθαν καὶ μὲ ρώτησαν καὶ τοὺς εἶπα νὰ περάσει.
Μόλις κάθισε ἀπέναντί μου εἶδα τὴν ψυχή του. Εἶχε καλὴ ψυχή, ἀλλὰ πληγωμένη καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπαναστατημένη.
Τοῦ μίλησα μὲ ἀγάπη κι᾿ ἐκεῖνος συγκινήθηκε.  Continue reading

Ὁ Ἱερομόναχος … πού ταλαιπωρήθηκε ἀπό τόν πειρασμό γιά ἕναν ὑπερήφανο λογισμό

Κάποτε, σε μια Μονή ήταν ένας Ιερομόναχος που φαινόταν ευλαβής μεν εξωτερικά, αλλά εσωτερικά είχε κρυφή υπερηφάνεια. Σε όλα του ήταν τυπικός, ευγενικός και αγωνιστής και νουθετούσε πνευματικά τους άλλους, γιατί ήταν και λόγιος. Ο ίδιος όμως δεν βοηθιόταν από κανέναν, γιατί δίσταζαν οι άλλοι, από σεβασμό, να του πουν κάτι που έβλεπαν σ’ αυτόν. Είχε δε δημιουργήσει ψευδαισθήσεις, όχι μόνο στους άλλους αλλά και στον ίδιο τον εαυτό του, ότι είναι ο πιο ενάρετος της Μονής κ.λπ.

Μια μέρα, λοιπόν, είχαν φέρει στην Μονή έναν δαιμονισμένο, και ο Ηγούμενος είχε αναθέσει σ’ αυτόν τον Ιερομόναχο να του διαβάση εξορκισμούς.Παράλληλα δε, είχε πει να κάνουν και οι Πατέρες κομποσχοίνι, για να ελευθερωθή τοπλάσμα του Θεού. Επόμενο φυσικά ήταν να στριμωχθή πολύ το δαιμόνιο και να φωνάζη:
 
– Πού με διώχνεις, άσπλαγχνε; Continue reading

Οἱ ἐφεδρεῖες μας. Γέρων Γρηγόριος Ἱ.Μ.Δοχειαρίου.Ὁ πατήρ Εὐσέβιος ὁ ἐφημέριος τοῦ Ἱπποκρατείου

Ο πατήρ Ευσέβιος, ο εφημέριος του Ιπποκρατείου

Ο πατήρ Ευσέβιος, ο εφημέριος του Ιπποκράτειου νοσοκομείου, άκουγε στο επίθετο Γιαννακάκης και ήταν, όπως καί ο πατήρ Ηλίας, μοναχός τής ‘Αγίας Λαύρας των Καλαβρύτων. Χρόνια ήτανε λαμπάδα τοις εν σκότη πορευομένοις, χωρίς ποτέ να κάνη καψίλα καί να μειώση το  φως. Υπήρξε γλυκύτατος καί αδελφικός με τον προσερχόμενο στήν εξομολόγηση. ’Άφηνε πάντα ένα πλατύ χαμόγελο απροσποίητο, πού έλεγες: «Βρήκα κι εγώ επιτέλους την ημέρα πού θα μου χαμογελάσει». Τό απόβραδο εξομολογούσε , άλλα κοντά του ένιωθες την αυγή μιας λαμπρής ημέρας. Συμβούλευε χωρίς να υψώνει την φωνή του· ψιθυριστά, όπως η μάννα το άρρωστο παιδί:

– Υπομονή καί θα τό περάσουμε καί αυτό. Έχομεν, θάρσει, έχομεν αρχιερέα δυνάμενον βαστάσαι τας ασθενείας ημών.

Λειτουργούσε με πολλή  Ταπείνωση καί η προτροπή και η παράκλησή του στήν σύναξη τού ‘Αγίου Λουκά ήταν: Continue reading

«Τό φῶς πού εἶδα πάνω στόν Γέροντα δέν μπορεῖ νά παρομοιαστεῖ μέ κανένα ἐπίγειο φῶς»

«Το 1907, αρχίζει ο π. Λεβάσωφ, έτυχε να επισκεφτώ για πρώτη φορά το μοναστήρι της Όπτινα, αν κι είχα προγραμματίσει πολλές φορές να το κάνω. Είχα ακούσει νωρίτερα μερικά πράγματα για τους γέροντες, αλλά δεν τους είχα δει.

Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις έφτασα στο μοναστήρι, ήταν να πάω να κοιμηθώ, αφού είχα περάσει μια νύχτα στο τραίνο χωρίς ύπνο. Με ξύπνησε η καμπάνα για τον εσπερινό. Οι προσκυνητές πήγαν στην εκκλησία κι εγώ έτρεξα στη σκήτη, για να προλάβω να μιλήσω με τον
Γέροντα, την ώρα κείνη που ήταν λιγότεροι επισκέπτες. 
Ζήτησα να μου δείξουν το δρόμο για τη σκήτη και το κελλί του και σε λίγο βρισκόμουν στο δωμάτιο υποδοχής. Το δωμάτιο ήταν μικρό και η επίπλωσή του απλή. 
Στους τοίχους κρέμονταν κάδρα με μορφές αγίων ασκητών και ρητά των αγίων πατέρων. Όταν έφτασα εγώ υπήρχε μόνο ένας επισκέπτης, κάποιος επίσημος από την Πετρούπολη.  Continue reading

Κι ἐμένα μ’ ἀξίωσε ὁ Θεός, τήν ἁμαρτωλή, νά γνωρίσω κι αὐτές τίς ἅγιες ψυχές- δέν ἄξιζα. Ἀφοῦ, ὅταν καθόμασταν μέ τή Γερόντισσα Εὐπραξία τοῦ παππού Ἰωσήφ, πολλές φορές ἔβγαινε εὐωδία ἀπό τό στόμα της. ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ.

Τότε οι άνθρωποι είχαν πάρα πολλή βία στον εαυτό τους. Τά χρόνια εκείνα κάτι πού ακούγαμε, τό κάναμε καί πράξι. Καί τώρα ακούμε τόσες ομιλίες του Γέροντος, αλλα δέν σάς ικανοποιώ κι εγώ. Δέν έχω τήν ευφράδεια του λόγου να φωτίσω τά σπλάγχνα σας, νά συγκινήσω τήν καρδιά σας. Τά ταπεινά αυτά λογάκια πού λέω, τά λέω απ’ τήν καρδιά μου’ πόση πνευματική τροφή θέλω νά σάς δώσω! Οι άνθρωποι μόνο πού ακούνε ότι είμαστε από τήν γενιά του παππού Ιωσήφ, τό εκτιμούν τόσο πολύ. Και πατέρες πού περνάνε τό λένε, καί άνθρωποι πνευματικοί: «είστε από τήν γενιά του παππού».

Διαβάζοντας τό βιβλίο του παππού, λένε: «πώ, πώ, θά πάμε στο Μοναστηράκι αυτό πού είναι από τή γενιά τού παππού». Κι αύτό είναι πολύ μεγάλο πράγμα, δέν είναι ως έτυχε, νά είμαστε πνευματικά εγγόνια τού παππού. Μόνο οι προσευχές πού μάς κάνει ο ίδιος στον ουρανό καί όσοι άδελφοί έχουν κοιμηθή, δηλαδή οι πνευματικοί συγγενείς μας! “Εχουμε μία μεγάλη συνοδία στον ουρανό, ένα τάγμα αγγέλων έχουμε. Σκεφθήτε τί γίνεται, μιά μεγάλη συνοδία! Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει νά έχουμε πολύ καύχημα πού γνωρίσαμε αυτούς τούς Πατέρες καί μάς αξίωσε ο Θεός καί γνωρίσαμε καί τις υποτακτικές του παππού Ιωσήφ. Κι εμένα μ’ άξίωσε ο Θεός, την άμαρτωλή, νά γνωρίσω κι αυτές τις άγιες ψυχές- δέν άξιζα. Αφού, όταν καθόμασταν μέ τή Γερόντισσα Ευπραξία τού παππού Ιωσήφ, πολλές φορές έβγαινε ευωδία από τό στόμα της. Continue reading

«Μπάτουσκα!!! Ἀλήθεια καί τρισαλήθεια, εἶναι σιμιγδάλι!». «Βιάσου καί σέρβιρε τούς καλεσμένους μας κουτούτσικε πρίν κρυώση».

 Άλλο ένα περιστατικό πού διηγήθηκε ο ύποτακτικός του Στάρετς Θεόφιλου:

Ό Στάρετς είχε μεταφερθή στό ερημητήριο Γκολοσεγιέφσκαγια. Μιά ημέρα, τόν Μάϊο του 1853, περίπου έξι μήνες πριν τόν θάνατό του, ο μακάριος φώναξε τόν υποτακτικό του:

«Παντελεήμων! ’Άς πάμε στό δάσος νά προσευχηθούμε στον Θεό».

Καθώς βάδιζαν, ο Στάρετς διάβαζε τό Εύαγγέλιο, έψαλλε κι έπλεκε ένα ζευγάρι κάλτσες, ενώ ο Παντελεήμων έκοβε σανό σ’ όλο τό δρόμο καί έκανε δεμάτια γιά νά ταΐση τόν ταύρο στην επιστροφή τους στό σπίτι. Πήγαν μακρυά- καί όταν έφτασε πιά τό απόγευμα, κατά τήν δύση του ήλιου, οι οδοιπόροι μας πήραν τόν δρόμο του γυρισμού.

Περπατώντας πίσω απ’ τό μέρος όπου τώρα βρίσκεται τό ερημητήριο Πρεομπραζέσκαγια, ο Στάρετς σταμάτησε καί ρώτησε:

«Τι θάλεγες νά ξεκουραζόμασταν γιά λίγο σ’ αυτόν τόν λόφο Παντελεήμων καί ν’ απολαύσουμε από δώ την θέα της ‘Αγίας Λαύρας;».

Ο κατάκοπος υποτακτικός, μή περιμένοντας δεύτερη κουβέντα, ξάπλωσε στό γρασίδι κι άρχισε νά ροχαλίζη. Ο Στάρετς Θεόφιλος έβγαλε ένα κομμάτι πάγο τό έβαλε στό νερό, πρόσθεσε καί λίγο μέλι καί τό ήπιε γιά νά δυναμώση τό εξαντλημένο του σώμα.

Πέρασε μισή ώρα. Ξαφνικά ο μακάριος φώναξε: Continue reading

Καί παρουσιάστηκε ό Τίμιος Πρόδρομος σάν καλογέρι ἔχοντας ἕνα φαναράκι στό ἕνα χέρι καί κρατώντας ἀπό τό ἄλλο τήν κόρη της πού εἶχε κοιμηθῆ- καί τήν ρώτησε: «Τί ἔχεις;». «Δέν βλέπεις τί ἔχω; Δέν μπορῶ ἀπό τούς πόνους, χάνομαι» ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ

Κάποια γυναίκα πού αγωνιζόταν στον κόσμο -τήν έλεγαν Χρυσοβαλάντου-, ο Γέροντας τήν είχε σάν πνευματική μητέρα καί πολύ τήν αγαπούσε. Ηταν άνθρωπος μεγάλης αρετής και πολύ ελεήμων. Όλα ό,τι είχε, τά έδινε ελεημοσύνη. Όποιον έβλεπε, έδινε. Γι’ αυτήν λοιπόν στά τέλη της είπε ο Γέροντας: «Μόνο οι Όσιοι Πατέρες βλέπουν αυτά τά πράγματα, οι ασκητάδες, οι ερημίτες, κανείς άλλος δέν τά βλέπει αυτά. Έβλεπε νά περνούν από μπροστά της ό,τι έδινε. Στρώματα; Παπλώματα; Κουβέρτες; Ό,τι έδινε και δέν έδινε, όλα». Κι έλεγε: «Πώ, πώ τί διαμαντένια, πώ, πώ τί χρυσά! Δεν έδωσα κανένα χρυσό πάπλωμα. Τί είναι αυτό;». Μιλούσε μόνη της καί τά ακούγαμε εμείς.  Continue reading

«Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα»

 

Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου  Ἰεροθέου
 
Θά ἤθελα νά σᾶς πῶ μία διήγηση ἀπό ἕναν σύγχρονο ἁγιορείτη μοναχό, ὁ ὁποῖος ἔζησε σέ ἕνα Φιλοθεϊτικό Κελλί τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στήν Ρωσία, στήν Πολτάβα, τό 1882, καί κοιμήθηκε τό 1965 στό Ἅγιον Ὄρος, στήν ἰδιόρρυθμη τότε Μονή Φιλοθέου.
Λεγόταν Αὐγουστῖνος μοναχός, γιά τόν ὁποῖο γράφει ὁ ἅγιος Παΐσιος στό βιβλίο πού συνέγραψε γιά τούς Γέροντες πού συνάντησε στά Μοναστήρια καί στίς Σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ Γέροντας αὐτός, ὁ π. Αὐγουστῖνος, ζοῦσε μέσα στό πνεῦμα αὐτό πού σᾶς εἶπα προηγουμένως, γι’ αὐτό καί τό ἀναφέρω…
Τό διακόνημά του ἦταν νά συγκεντρώνη ὅλα τά γέρικα ζῶα τῆς περιοχῆς, τά ὁποῖα οἱ ἄλλοι μοναχοί –δέν εἶχαν αὐτοκίνητα τότε στό Ἅγιον Ὄρος, τουλάχιστον τότε, καί ὅλες οἱ ἐργασίες γίνονταν μέ τά μουλάρια– ὅταν αὐτά γερνοῦσαν καί δέν μποροῦσαν νά προσφέρουν καμμία ἐργασία, τά ἄφηναν στό….

δάσος νά τελειώσουν μόνα τους καί πολλές φορές κατασπαράσσονταν ἀπό τά θηρία καί ἀπό τούς λύκους κλπ.  Continue reading