Αποσπάσματα από το βιβλίο:

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀρωγή τοῦ ἀειμνήστου Γέροντα παραδίδουμε στήν ἀγάπη σας καί στή δίψα σας μιά ἀκόμα ἀνθοδέσμη ἀπό τό λειμῶνα τῶν θεοσόφων διδαχῶν του.

Ἔλεγε ὁ ἀοίδιμος ὅτι, ὅταν ὡς νέος ἐπεμελεῖτο τήν ἔκδοσι τῆς Φιλοκαλίας τοῦ Ἀστέρος, πολλές φορές θελγόταν ἀπό τό περιεχόμενο τοῦ κειμένου καί ξεχνοῦσε τή δουλειά τοῦ διορθωτοῦ! Ἀναγκαζόταν, ἔτσι, νά διαβάζη τήν κάθε πρότασι ἀρκετές φορές μέ ἀποτέλεσμα νά τοῦ γίνεται βίωμα τό ἀναγινωσκόμενο!

Παρόμοιο συνέβη καί μ᾽ ἐμᾶς: λόγῳ τῆς ἐπιχειρηματολογίας παραβλέπαμε, μερικές φορές τή σύνθεσι ἤ τή διόρθωσι. Συγχωρῆστε μας!

Καλή ἐντρύφησι!

ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΚΙΩΝ

Δέν ὑπάρχουν ἠθικῶς ἀδιάφορες πράξεις

—Ἔχω ἀκούσει πού λένε ὅτι ὑπάρχουν ἠθικῶς ἀδιάφορες πράξεις. Ὑπάρχουν, ὄντως ἠθικῶς ἀδιάφορες πράξεις, ἤ ὅλες πρέπει νά τίς βλέπουμε μέ ἕνα πρίσμα θετικό ἤ ἀρνητικό; Δηλαδή πίνω καφέ, αὐτό τί εἶναι; Εἶναι ἀδιάφορη πράξι;

—Πολλές φορές οἱ θεωρούμενες πράξεις, αὐτές καθ᾽ ἑαυτές, μπορεῖ νά θεωρηθοῦν ἀδιάφορες. Αὐτές καθ᾽ ἑαυτές. Ἀλλά ἄν σέ ὅλες αὐτές τούς κάνης κάποια προέκτασι, αὐτομάτως γίνονται ἐνδιαφέρουσες ἠθικῶς, εἴτε ὡς ἀξίες, εἴτε ὡς ἀπαξίες. Ἄν, τήν ὥρα κατά τήν ὁποία πίνεις ἐσύ τόν καφέ σου, τόν πίνης καί σοῦ ἀρέση, ἄς ποῦμε, καί λές, Σέ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού ἔχω αὐτό τό πραγματάκι καί δέν νυστάζω τώρα γιά νά συνεχίσω τή δουλειά μου —εἴτε διάβασμα ἑνός πνευματικοῦ βιβλίου, εἴτε δουλειά τῆς Τραπέζης μέ τήν ὁποία θά βγάλης τό ψωμί τῆς οἰκογενείας σου—, αἴ, ἀμέσως αὐτή ἡ πράξι, πού φαίνεται καθ᾽ ἑαυτήν ἀδιάφορη, γίνεται πράξις ἠθικῶς ἐνδιαφέρουσα. Ἤ, βλέπει κάποιος ἕνα ζωγραφικό πίνακα, ὡραῖο. Καί θαυμάζει τό πρόσωπο, τό ὁποῖο δείχνει. Καί λέει, Θεέ μου, πόσα τάλαντα ἔδωσες στούς ἀνθρώπους. Ἀμέσως, παίρνει μιά ἠθική ἀξία ἡ πράξι αὐτή. Ἅμα πῆ: «Ἄα, τί ὡραία, εἶναι αὐτή ἡ γυναῖκα, ἄχ καί νά τήν εἶχα». Ἀμέσως γίνεται ἀπαξία, ἀμέσως γίνεται ἁμαρτία. Λοιπόν, ἅμα τίς δῆς αὐτοτελῶς, μερικές πράξεις φαίνονται ὅτι εἶναι ἠθικῶς ἀδιάφορες, ἀλλά, πάντοτε μέσα μας, μποροῦν νά πάρουν, καί συνήθως παίρνουν, προεκτάσεις καί γίνονται ἠθικές ἀξίες ἤ ἠθικές ἀπαξίες. Γι᾽ αὐτό λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος «εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίετε, εἴτε ὅ,τι οὖν ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε»(πρβλ. Α´ Κορ 10, 31). Καί τό νά πιῆς νερό, εἶναι μιά πράξι ἀδιάφορη. Ἀλλά ὅταν λές, Σέ εὐχαριστῶ Θεέ μου, διότι μοῦ ἔδωσες τό νερό καί μοῦ σβήνει τή δίψα μου, ἀμέσως γίνεται ἀρετή αὐτό τό πράγμα. Παύει νά εἶναι ἀδιάφορη ἡ πράξι.

—Σχετικά μέ τόν καφέ καί τήν ἔκθεσι: Γίνεται ἀφορμή εὐχαριστίας αὐτό τό γεγονός, ἀλλά ἐκείνη τήν ὥρα δέν ἦταν σέ ἀργία ἐκεῖνος πού δοξολογοῦσε τό Θεό; Ἐκείνη τήν ὥρα δέν μποροῦσε νά κάνη κάτι πιό ἐποικοδομητικό;

—Ἀργία εἶναι κάτι, τό ὁποῖο δέν ἀποδίδει τίποτε. Τό νά πάη κανείς νά δῆ μιά ἔκθεσι, ἤ νά δῆ ἕνα ὡραῖο τοπίο, εἶναι ἕνα στοιχεῖο μιᾶς ἐπιτρεπτῆς ψυχαγωγίας, τήν ὁποία δέν ἀπαγορεύει ὁ Χριστιανισμός. Ὑπάρχει μιά ἐπιτρεπτή ψυχαγωγία μέσα στό Χριστιανισμό, δεδομένου ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ ἐπί 24ώρου βάσεως νά ἀσχολῆται μόνο μέ τά πνευματικά. ῎Ισως ξέρετε τό ἀνέκδοτο τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Κάποτε, λέει, εἶδε τό Μέγα Ἀντώνιο, κάποιος ξένος πού περνοῦσε ἀπό ᾽κεῖ, κυνηγός, νά ἀστεΐζεται μέ τούς μαθητές του. Ἔκανε κάποιο ἀστεῖο ἐκεῖ, παιγνιδάκι. Καί ἀπόρησε πῶς ὁ Μέγας Ἀντώνιος κάνει αὐτό τό πράγμα καί τοῦ τό εἶπε. Τοῦ λέει, λοιπόν, ὁ Μέγας Ἀντώνιος: «Τέντωσε τό τόξο σου». «Τό τέντωσα», λέει. «Πιό πολύ». «Τό τέντωσα». «Πιό πολύ». «Τό τέντωσα». «Ἀκόμη πιό πολύ». «Τό τέντωσα». «Ἀκόμη». «Θά σπάση», λέει, «δέν γίνεται ἄλλο». «Ἔτσι καί ᾽μεῖς, παιδί μου», λέει, «ἄν

συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια τεντωνώμαστε, θά σπάσουμε. Κάπου κάπου χρειάζεται καί μιά μικρή λάσκα». Λοιπόν, τό νά πάη νά δῆ κανείς καί μιά ζωγραφική ἔκθεσι, ἡ ὁποία βέβαια δέν θά δείχνη ἔργα πορνό, ἀλλά θά δείχνη ὡραῖα τοπία καί ἐνδεχομένως καί ἁγιογραφίες, αὐτό δέν εἶναι ἁμαρτία. Πηγαίνετε μιά μέρα στό Βυζαντινό Μουσεῖο. Θά φύγετε ἀπό ᾽κεῖ μέσα πανευφρόσυνοι καί μέ κατάνυξι μεγάλη. Εἶναι θαυμάσιες οἱ εἰκόνες. Ἤ τό νά κάνη ἕνα περίπατο σέ μιά ἐξοχή καί ὄχι ἁπλῶς νά σταθῆ στή κτίσι, ἀλλά νά συνδυάση τήν κτίσι μέ τόν Κτίσαντα, νά πάη νά ξεκουρασθῆ μιά μέρα νά δῆ ἕνα ὡραῖο τοπίο, νά δῆ τά πλατάνια, νά δῆ τίς βρύσες, καί νά πῆ: «Ὁ λίμνας καί πηγάς καί θαλάσσας ποιήσας, ταπείνωσιν ἡμᾶς ἐκπαιδεύων ἀρίστην…»(Κάθισμα Ὄρθρου Μεγ. Τετάρτης), καί νά τά συνδέση αὐτά τά δύο, αὐτή ἡ ψυχαγωγία γίνεται ταυτοχρόνως καί δοξολογία τοῦ Θεοῦ.

Δέν ἀποκλείεται, ἐπαναλαμβάνω, μέσα στό Χριστιανισμό, μιά κάποια ὠφέλεια ἀπό τήν ψυχαγωγία. Ὁ περίπατος, ἡ ἐκδρομή, τό νά πάη νά δῆ κανείς τή θάλασσα μιά μέρα, νά κάνη ἕνα περίπατο μέ δυό-τρεῖς φίλους του στή θάλασσα καί νά συζητᾶνε γιά πνευματικά θέματα καί, βλέποντας τή θάλασσα, νά σκεφθοῦν τό Δημιουργό τῆς θάλασσας, αὐτά τά πράγματα ὅλα εἶναι ἠθικές ἀξίες. Ἀπό πράξεις ἐκ πρώτης ὄψεως ἀδιάφορες. Νά βλέπη καί νά λέη: «Αὕτη ἡ θάλασσα ἡ μεγάλη καί εὐρύχωρος, ἐκεῖ ἑρπετά ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός»(Ψ 103, 25). Σύ ἐποίησας τήν θάλασσαν καί τήν ξηράν (πρβλ. Νεεμ 9, 6· Ἰων 1, 9). «Σύ περιετείχισας τήν θάλασσαν ψάμμῳ»(Εὐχή Μεγ. Ἁγιασμοῦ). Ὅλα τά δημιουργήματα μᾶς δίνουν εὐκαιρίες ἀναγωγῆς πρός τά ἄνω. Καί οἱ Πατέρες ἔτσι τά ἔβλεπαν τά ὑλικά κτίσματα. Ὁλόκληρη τή φύσι, ὁλόκληρη τή δημιουργία τήν ἔβλεπαν ὡς στοιχεῖο ἀναγωγῆς, τό ὁποῖο μᾶς πηγαίνει πρός τό Δημιουργό. «Ἐκ γάρ κάλλους κτισμάτων, ὁ γενεσιουργός αὐτῶν θεωρεῖται», λέει, ἡ Π. Διαθήκη (πρβλ. ΣΣολ 13, 5). Ἀπό τήν ὡραιότητα τῶν κτισμάτων θεωρεῖται καί ὁ Γενεσιουργός. Λέμε: «Ἄν τόσο ὡραία εἶναι ἡ γῆ, ἄν τόσο ὡραῖος εἶναι ὁ ἥλιος, ἄν τόσο ὡραία εἶναι ἡ θάλασσα, πόσο πιό πολύ σπουδαῖος καί μεγάλος εἶναι ὁ Θεός μας, πού ἔφτιαξε αὐτά τά πράγματα, τά ὁποῖα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ὠχρές ἀπεικονίσεις καί ἀντανακλάσεις τοῦ ἀρχετύπου κάλλους τοῦ Θεοῦ μας!».

—Συμφωνῶ μ᾽ αὐτά τά ὁποῖα λέτε, ἀλλά δυστυχῶς ἔχουμε πολύ λίγο ἐλεύθερο χρόνο.

—Δέν ἔχουμε πολύ ἐλεύθερο χρόνο —κι αὐτό εἶναι πολύ βαρύ στοιχεῖο γιά μᾶς τούς Χριστιανούς—, διότι ἔχουμε δώσει πάρα πάρα πολύ χρόνο στό ἐπάγγελμά μας. Ἔχουμε γίνει δέσμιοι τοῦ ἐπαγγέλματός μας ἀπό τό πρωΐ μέχρι τό βράδυ. Μετά πᾶμε κατάκοποι στό σπίτι, δέν ἔχουμε καιρό οὔτε τό Ἀπόδειπνο νά κάνουμε. Πολλές φορές, ἕνα «μαντολίνο» ἐκεῖ, τό πολύ κἄνα Πάτερ ἡμῶν, καί πέφτουμε κάτω. Πολλές φορές στήν ἐξομολόγησι μοῦ λένε: «Πάτερ», λέει, «ἤμουνα κουρασμένος, δέν ἔκανα τό Ἀπόδειπνο. Ἔκαμα τό σταυρό μου καί ἔπεσα». Καί λέω: «Δέν μοῦ λές, παιδάκι μου, ἄν ἐκείνη τήν ὥρα χτύπαγε τό τηλέφωνο καί σ᾽ ἔπαιρνε κάποιος φίλος σου ἤ κάποιος θεῖος σου, τί θά τοῦ ἔλεγες; Τώρα νυστάζω· παράτα με, πάρε με αὔριο τό πρωΐ, ἤ θά στηνώσουνα ἕνα τέταρτο καί θά ᾽πιανες φλυαρία;». Λέει: «Θά στηνώμουνα». «Ἄρα γιά ἕνα τέταρτο φλυαρία μέ τό φίλο ἤ μέ τή φίλη, γιά τίς κοπέλλες μιλάω, ἤ μέ τό θεῖο ἤ μέ τή θεία, εἶχες καιρό. Δέκα λεπτά νά σταθῆς στό εἰκονοστάσιο καί νά πῆς τό Ἀπόδειπνο δέν εἶχες!».

* * *

Περί κατηγορίας

Εἶπαν κάποτε στόν ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ἕνα ἀσκητή μεγάλο: «Ἀββᾶ εἶσαι πόρνος». «Εἰμί». «Εἶσαι μοιχός». «Εἰμί». «Εἶσαι κλέπτης». «Εἰμί». «Εἶσαι τοιοῦτος, τοιοῦτος…». «Εἰμί, εἰμί, εἰμί». Ὅσες ἁμαρτίες τοῦ ἔλεγαν τίς ἀποδεχόταν ὅλες. «Εἶμαι, εἶμαι, εἶμαι». «Ἀββᾶ», λέει, «εἶσαι αἱρετικός». «Οὐκ εἰμί». Καί τόν ρώτησαν μετά: «Γιατί ὅλες τίς ἁμαρτίες τίς δέχθηκες καί ὅταν σοῦ εἴπαμε ὅτι εἶσαι αἱρετικός εἶπες “δέν εἶμαι”;». Λέει: «Διότι μέ τό νά δέχωμαι ὅλες τίς ἁμαρτίες, κάνω ὠφέλεια στήν ψυχή μου. Ὠφελῶ τήν ψυχή μου μέ τό νά πῶ αὐτά τά πράγματα. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μέ τό λογισμό, ἐν δυνάμει, ἔχουμε κάνει πάρα πολλές ἁμαρτίες ἀκόμη κι ἐκεῖνες τίς ὁποῖες δέν διαπράξαμε ὁλοκληρωμένα. Ἀλλά, ἄν παραδεχθῶ ὅτι εἶμαι αἱρετικός, χάνω τό Θεό. Φεύγω ἀπό τό Θεό. Φεύγω ἀπό τήν ἀλήθεια καί δέν ἔχω καμμία ἐλπίδα σωτηρίας. Αἱρετικός μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ δέν εἶμαι».

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔλεγε πάλι: Ὅταν σέ βρίσουν οἱ ἄνθρωποι, ὅταν σέ συκοφαντήσουν, μήν ἐκραγῆς, μήν ἐξοργισθῆς. Βάλε τό κεφάλι κάτω καί ἀφόπλισέ τους μέ ἕνα λόγο. Ἄν ἀντιδράσης, ἐκεῖνοι θά συνεχίσουν. Μπορεῖς νά τούς ἀφοπλίσης μέ ἕνα λόγο: «Εἰ πάντα οἶδας, οὐκ ἄν ταῦτα μόνα κατηγόρεις». Ἐάν ἤσουνα παντογνώστης, ἐάν ἤξερες τά πάντα, δέν θά ἔλεγες μόνο αὐτά. Θά ἔλεγες πολύ περισσότερα ἀπό αὐτά. Ἔχω διαπράξει πολύ περισσότερα. Αἴ, αὐτό ὅταν τό πῆς, ἀφοπλίζεται ὁ ἄλλος. Τί νά σοῦ πῆ περισσότερο, ὅταν ἐσύ παραδέχεσαι ὅτι ἔχεις κάνει αὐτά κι ἀκόμη περισσότερα ἀπ᾽ ὅσα σοῦ λέει ἐκεῖνος; Ἀλλά ἐμεῖς εἴμαστε ἕτοιμοι νά ἐκραγοῦμε στήν παραμικρή προσβολή, στήν παραμικρή παρεξήγησι.

Ὁ Ἅγιος Βιτάλιος πάλι εἶχε κάνει ἔργο τῆς ζωῆς του νά ἐπισκέπτεται τά κακόφημα σπίτια. Ἐργαζόταν τήν ἡμέρα, ἔβγαζε χρήματα ἀπό τό ἐργόχειρό του καί κάθε νύκτα πήγαινε σέ μιά γυναῖκα κακόφημη καί τῆς ἔλεγε: «Πόσα θέλεις νά περάσης αὐτή τή νύκτα μαζί μου;». Τοῦ ἔλεγε: «Τόσα». «Πάρτα». Καί ὅλη τή νύκτα τήν περνοῦσε προσευχόμενος καί κατηχώντας αὐτή τή γυναῖκα. Μέ ἀποτέλεσμα τίς περισσότερες, τή συντριπτική τους πλειονότητα, νά τίς βγάζη ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά τίς ὁδηγῆ στή μετάνοια καί νά τίς τοποθετῆ σέ χριστιανικές οἰκογένειες. Μερικοί σκανδαλίζονταν βλέποντας τόν Ἅγιο νά μπαίνη σ᾽ αὐτά τά σπίτια. Δέν σημαίνει ὅτι μπορεῖ νά τό κάνη ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς αὐτό. Εἶχε πληροφορία ἀπό τό Θεό ὁ Ἅγιος αὐτός ὅτι πρέπει νά τό κάνη αὐτό τό πράγμα καί ἔχει ὁ Θεός τό λογαριασμό Του γι᾽ αὐτούς πού σκανδαλίζονται.

Μετά ἀπό λίγο καιρό κοιμήθηκε ὁ Ἅγιος καί μερικοί ἔλεγαν: «Αἴ, ἔφυγε αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἐλεεινός καί ὁ τρισάθλιος». Κατά τήν κηδεία του ὅμως παρουσιάστηκε μία στρατειά γυναικῶν ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποῖες ὀδυρόμενες καί κλαίγοντας ἔλεγαν ὅτι σ᾽ αὐτόν ὄφειλαν τήν ἀνάνηψί τους καί τή σωτηρία τους. Καί τότε οἱ ἄνθρωποι κτυποῦσαν τά στήθη καί ἔλεγαν: «Πόσο εἴχαμε ἀδικήσει τόν ἄνθρωπο, γιά τόν ὁποῖο νομίζαμε ὅτι πήγαινε σ᾽ αὐτά τά σπίτια γιά ἁμαρτία, ἐνῶ αὐτός πήγαινε γιά νά σώση τίς ψυχές αὐτές, τίς ταλαίπωρες καί ἁμαρτωλές!».

Νά εἴμαστε πάντοτε προσεκτικοί στίς κρίσεις μας. Αὐτό, τό ὁποῖο λέει ὁ λαός: «Ἀπ᾽ ὅσα βλέπεις, νά πιστεύης τά μισά καί ἀπ᾽ ὅσα ἀκοῦς, τίποτε». Νά μήν εἴμαστε πρόχειροι σέ κατηγορίες. «Ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχύς εἰς τό ἀκοῦσαι (διδασκαλία ὅμως, ὄχι συκοφαντίες), βραδύς εἰς τό λαλῆσαι»(Ἰακ 1, 19). Νά μή σπεύδουμε νά καταλαλήσουμε τούς ἄλλους. Νά μήν εἴμαστε πρόχειροι σέ συκοφαντίες ἤ ἀκόμη καί σέ κατηγορίες. Συκοφαντία εἶναι ὅταν ποῦμε κάτι ἀνύπαρκτο, κατηγορία εἶναι, ὅταν κατηγοροῦμε κάποιον γιά κάτι, τό ὁποῖο ἔχει κάνει. Νά λέμε: «Δέν ξέρω γιατί τό κάνει ὁ ἄνθρωπος· ὁ Θεός ξέρει. Ἄν ἤμουν ἐγώ στή θέσι του ἴσως νά εἶχα κάνει περισσότερα». Νά εἴμαστε ἐπιεικεῖς, γιά νά εἶναι καί ὁ Θεός ἐπιεικής ἀπέναντί μας. «Ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, μετρηθήσεσθε καί ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε», εἶπεν ὁ Κύριος (πρβλ. Μθ 7, 1).

* * *

Περί εἰλικρινείας

—Γέροντα, εἶναι χαρακτηριστικό νομίζω ὅτι ἐνῶ ὁ τελώνης ἔδειξε τόν πραγματικό του ἑαυτό, ὁ Φαρισαῖος, ἐκτός τῶν ἄλλων, φοροῦσε προσωπεῖο. Καί βέβαια ὄχι μόνο αὐτός.

—Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλές φορές φοροῦμε ὅλοι προσωπεῖο. Λίγο-πολύ ὅλοι ἔχουμε ἀπό ἕνα προσωπεῖο. Ἄλλοι εἴμαστε καί ἄλλοι ἐμφανιζόμαστε. Καί πρέπει νά γίνεται ἕνας ἀγώνας νά ἀφαιρῆται τό προσωπεῖο, διότι ὅταν δέν τό ἀφαιροῦμε ἐμεῖς, μᾶς τό ἀφαιρεῖ ὁ Θεός. Καί πολλές φορές μᾶς τό ἀφαιρεῖ κατά τρόπο συγκλονιστικό. Νά προσέχουμε νά μή φαινώμαστε ἀλλοιώτικοι ἀπ᾽ ὅ,τι εἴμαστε. Προπάντων μερικοί ἀπό μᾶς τούς εὐσεβεῖς, κληρικούς καί λαϊκούς, πού ἔχουμε μία ἁγιοφάνεια, μία εὐσεβοφάνεια, στό περιβάλλον μας. Βέβαια, ὄχι στό στενό περιβάλλον μας· ἐκεῖ μᾶς ξέρουν. Οἱ γυναῖκες ξέρουν τούς ἄνδρες, οἱ ἄνδρες τίς γυναῖκες, τά παιδιά τούς γονεῖς, οἱ γονεῖς τά παιδιά. Ἔλεγαν παληά ὅτι «τή χειρότερη γνώμη γιά τό Βασιλιά τήν ἔχουν οἱ θαλαμηπόλοι του», διότι αὐτοί ξέρουν τίς ἀδυναμίες του, ξέρουν καί τά ἐλαττώματά του. Ἐνῶ ὁ πολύς κόσμος τόν βλέπει μέσα στήν αἴγλη τοῦ κάθε Βασιλέα. Κάθε ἀνώτατο ἄρχοντα, ἐκκλησιαστικό, πολιτικό, πνευματικό, δικαστικό, κοινωνικό, γενικά ὁτιδήποτε, τόν βλέπουν ἀπό μακρυά, ἀπό ἀπόστασι καί δέν βλέπουν τά ἐπί μέρους.

Λοιπόν, στό ἄμεσο περιβάλλον μας δέν εἶναι εὔκολο νά κρυφτοῦμε. Δέν μποροῦμε ἐκεῖ νά ἔχουμε προσωπεῖο. Πέφτει ἐκεῖ τό προσωπεῖο. Ἀλλά στό ἀπώτερο περιβάλλον ἐκεῖ πάντοτε φορᾶμε προσωπεῖο. Νά προσπαθοῦμε νά μήν τό φορᾶμε αὐτό τό προσωπεῖο καί νά φαινώμαστε ποιοί πραγματικά εἴμαστε. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, πολλές φορές τό προσωπεῖο τό ἀφαιρεῖ ὁ Θεός. Καί τότε φαινόμαστε μέ ὅλη τή γυμνότητά μας, πόσο ἄθλιοι καί ἐλεεινοί εἴμαστε. Νά μή φοροῦμε προσωπεῖο. Νά μή δείχνουμε εὐσεβοφάνεια καί ἁγιοφάνεια. Αὐτοί πού εἴμαστε, αὐτοί νά φαινώμαστε.

—Εἶναι προτιμότερο νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἔστω καί ἄν θά γίνουμε δυσάρεστοι στούς ἄλλους καί ἐκνευρισθοῦμε ἤ νά χρησιμοποιήσουμε μάσκα γιά νά φανοῦμε εὐγενεῖς χωρίς νά εἴμαστε;

—Ὑπάρχει ἕνας τρόπος μέ τόν ὁποῖο μποροῦμε νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς χωρίς νά εἴμαστε ὠμοί. Καί ὄχι νά φοροῦμε μάσκα. Πολλοί παρεξηγοῦν τήν εἰλικρίνεια καί νομίζουν ὅτι εἰλικρίνεια εἶναι νά λές τά πάντα εὐκαίρως-ἀκαίρως ἔστω καί ἄν προσβάλλης τόν ἄλλο χωρίς λόγο. Τό «λέω τήν ἀλήθεια» δέν σημαίνει ὅτι λέω ὁτιδήποτε ξέρω εἴτε χρειάζεται εἴτε δέν χρειάζεται νά τό πῶ. Ὄχι. Αὐτό εἶναι ἔλλειψι συνέσεως.

Συγχωρεῖστε μου ἕνα ἀνέκδοτο. Κάποτε, λέει, ὁ Χότζας μάλωνε μέ τή γυναῖκα του καί ἡ γυναῖκα του ἀποφάσισε νά πάη στόν κατῆ καί νά ζητήση διαζύγιο. Πῆγε. Λέει: «Τί παράπονο ἔχεις ἀπό τόν ἄνδρα σου;». «Κατῆ μου, λέει ὅλες τίς ἀλήθειες». Λέει, «αὐτό εἶναι προσόν, εἶναι μεγάλο πράγμα, ἀρετή, νά λέη ὅλες τίς ἀλήθειες!». «Μά εἶναι ἀνυπόφορος. Δέν χρειάζεται νά τίς λέη ὅλες. Εἶναι καί μερικές πού δέν εἶναι ἀπαραίτητο». «Μά εἶσαι καλά; Λέει τίς ἀλήθειες ὁ ἄνδρας σου καί εἶναι ἀνυπόφορος;». «Κατῆ μου, εἶναι ἀνυπόφορος, σοῦ λέω, καί σέ μένα καί στούς ἄλλους». «Δέν μπορῶ», λέει, «νά σοῦ δώσω διαζύγιο γι᾽ αὐτό τό λόγο». «Μά εἶναι ἀνυπόφορος!». «Δέν μπορῶ νά σοῦ δώσω. Ἐν πάση περιπτώσει, ἀφοῦ ἐπιμένεις, ἐλᾶτε αὔριο ἐδῶ νά σᾶς δῶ καί τούς δύο». Πάει τήν ἄλλη μέρα ἡ γυναῖκα μέ τό Χότζα. Ὅταν μπῆκαν μέσα, κάνει ἕνα τεμενά ὁ χότζας, «Προσκυνῶ, κατῆ μου, μονόφθαλμε». Ὁ κατῆς ἦταν μονόφθαλμος, ἀλλά δέν ὑπῆρχε λόγος νά τοῦ πῆ: «Προσκυνῶ, κατῆ μου, μονόφθαλμε». Ἀλήθεια ἦταν, ἀλλά δέν χρειαζόταν νά λεχθῆ αὐτή ἡ ἀλήθεια. Ὁ μύθος, τό ἀνέκδοτο, δηλώνει πολλά.

Λοιπόν, δέν σημαίνει ὅτι ἄν δοῦμε στό δρόμο ἕναν ἄνθρωπο καί εἶναι στραβός, νά τοῦ ποῦμε «καλημέρα, στραβέ». «Καλημέρα, ἀγαπητέ μου». «Καλημέρα, κύριε». «Καλημέρα, ἄνθρωπέ μου». Λοιπόν, νά ξεχωρίζουμε τά πράγματα. Πολλές φορές νομίζουμε ὅτι εἰλικρίνεια εἶναι νά βρίζουμε τόν ἄλλο, ἤ νά τοῦ λέμε κάποιο ἐλάττωμα, τό ὁποῖο ἔχει. Δέν εἶναι αὐτό θέμα εἰλικρινείας. Ἀλλά νά μήν ὑποκριθοῦμε. Ἄλλο τό ἕνα, ἄλλο τό ἄλλο. Λοιπόν, εἰλικρινεῖς μέν καί χωρίς μάσκα, ἀλλά ὄχι ποτέ ὑβριστές, ἤ προσβλητικοί ἐναντίον τῶν ἄλλων. Κι ὅταν ἔλθη μία διαφωνία, κάτι, ἐκεῖ θά διαχωρίσουμε τή θέσι μας καί θά ποῦμε: «Ἐγώ διαφωνῶ σ᾽ αὐτό τό πράγμα».

https://apantaortodoxias.blogspot.com/2019/03/2019.html