Γέρων Αὐξέντιος Γρηγοριάτης (+ 1892 – 1981)
Μέρος Β’


Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Σέ ὅλους ἦταν καταδεκτικός μέ τήν σεμνοτάτη παρουσία του. Τούς ἀγαποῦσε τούς Πατέρες καί ἰδιαίτερα αὐτούς πού τόν διακονοῦσαν τούς τραβοῦσε κομποσχοίνι. Οἱ συμβουλές του πρός ὅλους σχεδόν, ἀκόμη καί πρός τούς εὐλαβεῖς χριστιανούς πού τόν ἐπισκέπτοντο, ἦταν ἡ εὐχή καί ἡ ἀνάγνωσι τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ.
Ἀπέφευγε κάθε τί πού θά τόν ἠμπόδιζε στήν γλυκυτάτη του προσευχή. ῎Ετσι δέν ἤθελε νά συζητῇ πολύ, οὔτε νά καθυστεροῦν Πατέρες στό κελλί του, ἀνάβοντας τήν σόμπα του ἤ ἑτοιμάζοντας τό φαγητό του.
Οὐδέποτε ἐζήτησε νά τόν συνοδεύσῃ κάποιος γιά νά πάη βόλτα στόν περίβολο τῆς Μονῆς. Ἐνίοτε, ὅταν ἀντιλαμβάνετο, ὅτι θά ἔλθουν κάποιοι νά τόν ἐνοχλήσουν, κρυβόταν μέσα στά τετριμμένα κλινοσκεπάσματά του γιά νά μή κουβεντιάζῃ μαζί τους.
Ἐντύπωσι εἶχε προξενήσει σέ ὅλους μας, ἡ συμμετοχή του στίς ἱερές Ἀκολουθίες. Σχεδόν πάντοτε στεκόταν ὄρθιος ψελλίζοντας τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ. Ἐκάθητο λίγο, ἀλλά ὅταν ἄκουγε τό ὄνομα τῆς Παναγίας, τοῦ ῾Αγίου τῆς ἡμέρας, ἔκανε ἀμέσως τό Σταυρό του καί σηκωνόταν.Τό πόσο εἶχε χαριτωθεῖ, θά τό μάθουμε ἀπό τό στόμα ἑνός ἐργάτου τῆς Μονῆς μας τοῦ κ. Δημήτρη, ὁ ὁποῖος μετά τό πέρας τῆς Λειτουργίας κάποιου Σαββάτου, το 1979, μέ πλησίασε καί μέ ρώτησε τά ἑξῆς:
-Πάτερ, ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, ἀλλά τέτοια πράγματα πού εἶδα σήμερα τό πρωῒ στήν’Εκκλησία, θά ἔπρεπε ἐσεῖς νά τ·ά βλέπετε καί ὄχι ἐγώ.
-Τί εἶδες, Δημήτρη; Τί σοῦ συνέβη;
-῞Οταν μπῆκα τό πρωῒ στήν ἐκκλησία, διαβάζανε κάτι Ψαλμούς οἱ Μοναχοί. Πέρασα ἀπό τήν Λιτή (ἐσωνάρθηκας) γιά τό κυρίως Ναό. Τότε δεξιά μου, ἐκεῖ πού στέκεται πάντα ἕνος τυφλός γέρος, ψηλός καί ἀδύνατος, ἄκουσα Ψαλμωδίες. Ἀπόρησα. Κύτταζα ἀπό ποῦ προέρχονται, ἀλλά ἀπό πουθενά δέν ἔβλεπα κάποιους ἀπό τούς Πατέρες νά ψάλλουν. Ἀρκετά συγκινημένος ἐπῆρα ἕνα στασίδι καί προσευχόμουν. Στήν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας ἄλλη παρόμοια περίπτωσι μέ ξάφνιασε. ῞Ολοι οἱ Μοναχοί μέ προπορευομένους τούς παλαιοτέρους Πατέρες, ἦταν σέ παράταξι πλησίον τοῦ Τέμπλου γιά νά κοινωνήσουν. Καθώς τούς ἐκύτταζα ἀπό μακρυά, τό πρόσωπο τοῦ πρώτου, αὐτοῦ δηλαδή τοῦ τυφλοῦ, ἔλαμπε σάν τόν ἥλιο καί περισσότερο. Μά ποιός εἶναι, πάτερ, αὐτός ὁ Μοναχός;
-Ὀνομάζεται Γέρων Αὐξέντιος καί εἶναι ἅγιος Μοναχός. Ἀλλά πές μου ἀκόμη, Δημήτρη, σοῦ ἔχουν συμβεῖ καί ἄλλα παρόμοια τέτοια γεγονότα στήν ζωή σου;
-Ναί, μία φορά, καθώς διάβαζα τήν Θεία Μετάληψι, αἰσθάνθηκα γύρω μου εὐωδία καί ἄλλοτε ἐπιθυμῶ πολύ νά κλαίω, ὅταν διαβάζω αὐτές τίς εὐχές.
Πνευματικός τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος ἐχρημάτισε ὁ ῾Ιερομόναχος π. Π. Μαζί του συνῆψε τόν παρακάτω διάλογο:
-Γέρο Αὐξέντιε, θά πᾶμε στό παράδεισο;
-῾Ο Θεός ξέρει.
-Τί πρέπει νά κάνουμε γιά νά κερδίσουμε τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν;
-Νά λέμε συνεχῶς τήν εὐχή: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…» καί προσέθεσε: «Πολλές φορές βλέπω πρός τό δεξιό μέρος Φῶς. Αὐτό τό βλέπω ὅταν κάνω τόν κανόνα μου μέ κομποσχοίνι. Τό βλέπω τακτικά καί μετά πάλι φεύγει.
-Τί αἰσθάνεσαι, ὅταν τό βλέπῃς, Γέρο Αὐξέντιε;
-Αἰσθάνομαι πολλή χαρά καί εἰρήνη.
Εἶχε φθάσει στά μέτρα τῆς ἁγιότητος ἀπό τήν παροῦσα ζωή. ῾Ο Χριστός μέ τήν παρουσία τοῦ ἀκτίστου Φωτός στήν ψυχή του, ἐφανέρωνε τήν δική του παρουσία, ἡ ὁποία τόν εἰρήνευε καί τόν χαροποιοῦσε.
Εἶχε μεγάλη εὐλάβεια στόν Γέροντα καί ῾Ηγούμενο τῆς Μονῆς μας, τόν π. Γεώργιο. Ἀπέφευγε νά δίνῃ συμβουλές, διότι μᾶς ἔλεγε: «Ἐσεῖς ἔχετε τόν Γέροντα πού εἶναι θεολόγος. Αὐτόν νά ρωτᾶτε καί νά κάνετε ὑπακοή σέ ὅ,τι σᾶς λέγει».
῾Οσάκις ἐπέστρεφε ὁ Γέροντας ἀπό τόν κόσμο, ὁ Γέρο Αὐξέντιος, μέ βῆμα βιαστικό ἐπήγαινε νά πάρῃ τήν εὐχή του. Ἀλλά καί ὁ Γέροντάς μας στίς ὁμιλίες καί συμβουλές του πρός ὅλη τήν Ἀδελφότητα, τά ἑξῆς περίπου ἔλεγε: “Πρέπει νά ἀγωνιζώμεθα κατά τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας καί τῶν λοιπῶν παθῶν μας. Βλέπετε τόν Γέρο Αὐξέντιο; Εἶναι τυφλός καί οὔτε ὁμιλεῖ κρατῶντας τήν σιωπή. Ἀγωνίζεται μέ τήν ταπείνωσι, τήν μετάνοια, τήν σιωπή, τήν προσευχή καί τόν Κανόνα του.
Μέ τήν προσευχή του ὁ Γέρο Αὐξέντιος ἁγιάζεται ὁ ἴδιος, ἁγιάζει καί τήν Ἀδελφότητα καί ὅλο τόν κόσμο. ῾Η προσευχή του λυώνει τούς πάγους τῆς ἁμαρτίας. ῎Ετσι, Πατέρες, κι ἐμεῖς πρέπει νά ἀγωνισθοῦμε, οἱ παλαιοί ἀλλά καί οἱ νέοι, διότι ὅλος ὁ κόσμος περιμένει πολλά ἀπό ἐμᾶς.
῾Ο πνευματικός του π. Π. μᾶς παρέδωσε καί τήν προσευχή πού ἔλεγε ὁ παπποῦς πρίν ἀπό τόν ὕπνο του τό βράδυ.
῎Ελεγε τό ἑξῆς: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν». Κατόπιν ἐσταύρωνε τό μέτωπό του, τόν μυελό δεξιά καί ἀριστερά, τήν κεφαλή, τούς ὀφθαλμούς, τήν μύτη) καί ἔλεγε: «Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ φρούρησέ με, φύλαξέ με, σκέπασέ με, ὁδήγησέ με εἰς ὁδόν μετανοίας καί σῶσόν με. Σταυρέ, καθάρισέ με ἀπό πάσης φαντασίας. (αὐτό τό ἔλεγε τρεῖς φορές, καί ἔτσι ἔφευγε ἡ φαντασία). Λῦσον μου τό σκότος τῆς διανοίας καί ρῦσαι με ἀπό παντός σκότους τοῦ πονηροῦ. (Κατόπιν ἐσταύρωνε τήν κοιλιά του καί τά γόνατά του) καί ἔλεγε: “Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ, σῶσόν με τῇ δυνάμει σου, φρούρησέ μου ταύτη τήν σάρκα τήν θνητήν, ὅπου φορῶ καί φύλαξέ την ἀπό παντός μολυσμοῦ καί πάσης ἀκαθαρσίας. Ἀμήν». 


Στά τελευταῖα του ὑπέφερε ἀπό ἐξογκωμένη κήλη. ῾Ο γιατρός τοῦ ἔδωσε εἰδική προστατευτική ζώνη, ἀλλά δέν τήν φόρεσε, διότι τόν ἐμπόδιζε στήν προσευχή του. ῞Οταν χειροτέρευσε ἡ κατάστασίς του, μεταφέρθηκε στό νέο νοσοκομεῖο τῆ Μονῆς.
῾Ο μόνιμος καθετήρας τοῦ προκαλοῦσε πόνους, πού δέν τούς ἐξωτερίκευε.
Τό χρῶμα τοῦ προσώπου του ἔδειχνε, ὅτι γρήγορα θά ἀπέλθη τῶν ἐπιγείων. Ἐνώπιον δύο νέων Μοναχῶν παρέδωσε τήν ψυχή του, ὅταν στήν ἐκκλησία ὁ χορός τῶν Ψαλτῶν καί τῶν ἱερέων, ἔψαλλον τό «Φῶς ἰλαρόν» στήν ἀγρυπνία τῆς Ὀρθοδοξίας.
῞Ο ἕνας ἀπό τούς δύο ἀδελφούς πού στάθηκε κοντά του στίς τελευταῖες στιγμές, εὑρισκόμενος σέ κατάστασι Χάριτος, ἀξιώθηκε νά ἰδῆ ὑπερφυσικά πράγματα. Τόν ἀκοῦμε νά μᾶς τά διηγηθῇ:  “῾Η μορφή του πῆρε τό νεκρικό της χρῶμα. ῾Ο Παπποῦς ἐπῆρε δύο-τρεῖς φορές μεγάλες εἰσπνοές, ἐνῶ οἱ ἐκπνοές του ἐγένοντο μαλακά καί ἥσυχα. Ξαφνικά ἔστρεψε τό πρόσωπό του ἀπότομα πρός τά δεξιά, ὡσάν νά ἤθελε νά ἀποφύγῃ κάτι ὡς ἀηδιαστικό καί ἀποτρόπαιο. Πλησίασα, τοῦ ἔπιασα τό χέρι καί τό φίλησα.

Παραξενεύτικα, διότι εὐωδίαζε. Ἐνῶ ἦταν νύκτα, ἀμέσως ἀκούω ἔξω βήματα πολλῶν ἀνθρώπων. Εἶχα τήν αἴσθησι, ὅτι ἦλθαν καί στάθηκαν στά πόδια τοῦ Παπποῦ. Βέβαια δέν τούς ἔβλεπα, ἀλλά ἔνοιωθα ὅτι εὑρίσκοντο ἐκεῖ. ῎Εξαφνα βγῆκε ἀπό τό στόμα τοῦ Γέροντος, ἕνας ὁλόκληρος Γέρο Αὐξέντιος…Βγῆκε μέ μία θριαμβευτική ἰαχή, μ᾿ ἐκύτταξε τόν ἐκύτταξα, καί χωρίς νά μοῦ μιλήσῃ, εἶπε τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Τώρα ἀπελευθερώθηκα, τώρα ἀναπαύθηκα, τώρα ἡσύχασα» Αὐτοί πού τόν περίμεναν, τόν παρέλαβαν καί ἀνεχώρησαν.
Ἀγαποῦσα τόν Γέροντα Αὐξέντιο καί ἀποροῦσα, πῶς δέν εἶδα τίποτε γιά τά τελώνια πού γνωρίζουμε, ὅτι ἔρχονται νά φοβερίσουν τήν Ψυχή. Ἀγωνιοῦσα λοιπόν, τί συνέβη μέ τήν ψυχή τοῦ Γέρο Αὐξέντιου. Μετά μία ἑβδομάδα, εἶδα στόν ὕπνο μου τόν Παπποῦ καί τόν ἐρώτησα:
-Πάτερ Αὐξέντιε, πῶς πέρασε ἡ ψυχή σου τά τελώνια; Δέν σέ ἐνώχλησαν;
-Κανένα ἀπό τά δαιμόνια δέν μπόρεσε νά μέ πλησιάσῃ, πάτερ Ν. ῏Ηταν ἀγριεμένα, διότι δέν μπόρεσαν νά κάνουν αὐτά πού ἤθελαν. Μέ ἀπειλοῦσαν χωρίς νά μποροῦν νά μοῦ κάνουν κακό. ῎Αχ τί μᾶς ἔκανες μέ τίς προσευχές σου, μέ τίς νηστεῖες σου, μέ τίς μετάνοιες καί ἀγρυπνίες σου… Μ᾿ αὐτά τά λόγια μέ ἀγριοκύτταζαν, χωρίς νά μποροῦν κἄν νά μέ πλησιάσουν. Μόνο ἕνα δαιμονάκι τῆς πορνείας τόλμησε νά ἔλθῃ στά πόδια μου καί μοῦ εἶπε: «Ἐγώ θά σ᾿ ἐνοχλῶ μέχρις ὅτου φθάσῃς στόν οἶκο τοῦ πατέρα σου».

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου  
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω  
2005
Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
________________________________________________


Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.