Γέρων Συμεών Γρηγοριάτης (+1918-1999).

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ὁ Γέρο-Συμεών, κατά κόσμον Σπυρίδων Στεφανόπουλος τοῦ Παναγιώτου, γεννήθηκε στό χωριό Βερτσίτσιο τῶν Καλαβρύτων Πελοποννήσου. Προερχόταν ἀπό εὐσεβῆ οἰκογένεια καί σέ ἡλικία 20 ἐτῶν ἐγκατέλειψε τά φθαρτά καί ἐφήμερα τῆς παρούσης ζωῆς γιά νά ὑποταχθῆ “ἀγαλλομένῳ ποδί” στόν ἐλαφρό ζυγό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
-Σέ ἐρώτησί μου ἐάν εἶχε κι ἄλλα ἀδέλφια μοῦ εἶπε:
-Ναί, εἴμασταν τέσσερα ἀδέλφια. Ἐγώ ἤμουν ὁ τρίτος στήν σειρά. Ἔμεινα ὀρφανός ἀπό μητέρα καί μᾶς μεγάλωσε ὁ πατέρας μου μέ πολλές δυσκολίες καί βάσανα.
Ὅταν ἦλθε νέος στό Μοναστήρι μας ἡγούμενος τῆς Μονῆς τότε ἦτο ὁ παπᾶ Θεόδωρος, ὁ ὁποῖος ἐποίμανε τήν Ἀδελφότητα  ἀπό τό 1937 ἕως τό 1943. Μετά ἀπό ἕνα χρόνο ἐκάρη μεγαλόσχημος Μοναχός καί κατετάγη πλέον ὁλοκληρωτικά καί ἐπίσημα στήν Μάνδρα τοῦ Ἀρχιποιμένος Χριστοῦ, ὅπου καί ἐδούλευσε σκληρά σέ πολλά διακονήματα τῆς Μονῆς μέ αὐτοθυσία.
Ὅταν ἦλθε στήν Μονή μας, τόν Ἰούλιο τοῦ 1974, ἡ μικρή συνοδεία τοῦ νῦν Γεροντός μας π. Γεωργίου, ὁ Γέρο Συμεών ὑπηρετοῦσε στό Μαγειρεῖο ἐπί ἕξι τότε συναπτά ἔτη. Στό ἴδιο διακόνημα ὑπηρέτησε σάν βοηθός τοῦ Γέρου-Βλασίου ἄλλη περίοδο ἐπί ἑπτά χρόνια.
Σέ ἐρωτησί μου ποῦ ἀλλοῦ ὑπηρέτησε μοῦ εἶπε ὅτι ἐργάσθηκε στά νειᾶτα του σάν ἐκκλησιαστικός καί ἑπτά χρόνια στούς κήπους τῆς Μονῆς τελείως μόνος του. Σάν Κοναξῆς στό Ἀντιπροσωπεῖο τῶν Καρυῶν ἐπί 13 χρόνια καί ἀρκετά χρόνια σάν μάγειρος στό Βουνό, στό Δασονομεῖο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.
Ἔκρυβε τήν ἀρετή του κάνοντας διάφορες κατά Χριστόν τρέλλες. Ἦτο δύσκολο νά συζητήσω μαζί του γιά τήν ζωή καί τούς ἀγῶνες του, διότι ἔλεγε ἄλλα ἀντί ἄλλων. Κάποια φορά ὅμως κατώρθωσα καί τόν πλησίασα. Τοῦ ἔκανα μερικές ἐρωτήσεις, ἀλλά δέν ξέρω κατά πόσον μοῦ ἀπαντοῦσε εἰλικρινά:
-Δέν ξέρεις, ἀδελφέ μου, πόσο μοῦ ἀρέσει ἡ ζάχαρι, κι ὅμως δέν μπορῶ νά φάω ἕνα γλυκό, νά πιῶ ἔνα καφέ ἔστω μέ λίγη ζάχαρι.
-Γιατί δέν μπορεῖς νά φᾶς κάτι μέ ζάχαρι, ἀφοῦ τόσο σοῦ ἀρέσει;
-Διότι ἔχω ζάχαρο.
-Ἀπό πότε τό ἔχεις;
-Ἀπό τό 1991.
-Πῶς πέρασες τά 60 αὐτά χρόνια ἐδῶ στό Ἅγιον Ὄρος;
-Δοξασμένο νά εἶναι τό Ἅγιο Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἐπέρασα ἐγώ, μακάρι νά περάσετε κι ἐσεῖς. Δέν κοιμᾶται ὁ καταραμένος, ἀλλά καί χωρίς αὐτόν, χωρίς τούς πειρασμούς του δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε. Εἶχα, λοιπόν, πολλούς πειρασμούς, ἀλλά γι᾿ αὐτό μᾶς ἔφερε ἐδῶ ἡ Παναγία, μέσα ἀπό τούς πειρασμούς νά κερδίσουμε τήν σωτηρία μας.

Πῶς θ᾿ ἀποκτήσουμε τήν ταπείνωσι, Γέρο-Συμεών;
-Ἄν δέν εἶχες ταπείνωσι, ἀδελφέ μου, θά μποροῦσες νά καθήσης ἐδῶ; Σ᾿ ἐρωτῶ: Θά μποροῦσες;
-Μόνο μέ τήν Χάρι τῆς Παναγίας.
-Πῶς θ᾿ ἀποκτήσουμε τό πνεῦμα τῆς ἀγωνιστικότητος;
-Γιατί δέν εἶσαι ἀγωνιστής; Δέν κατεβαίνεις κάθε νύκτα στήν ἐκκλησία νά δοξολογήσης τόν Θεό, ὅπως οἱ Ἄγγελοί Του; Δέν ψάλλης, δέν προσεύχεσαι;
Ἐγώ κούτσουρο μπαίνω, κούτσουρο βγαίνω.
Τά τελευταῖα χρόνια, ἐπειδή λόγῳ γηρατειῶν του, δέν τοῦ ἔδινε τό Μοναστήρι κάποιο συγκεκριμένο διακόνημα, ἀγαποῦσε μόνος του νά καθαρίζη τό λιθόστρωτο μονοπάτι ἀπό τήν παραλία μέχρι τήν εἴσοδο τῆς Μονῆς.
Ξερρίζωνε τά χόρτα καί πετοῦσε στόν γκρεμό τά πεσμένα φύλλα. Παρότι τόν πονοῦσε τό ἕνα πόδι του, ἐδούλευε γονατιστός λέγοντας ψιθυριστά ἀπό στήθους καί τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας τοῦ Ἀκαθίστου ἤ τῆς Κοιμήσεώς της.
Ὅσοι μοναχοί τόν συναντοῦσαν ἐκεῖ, τόν χαιρετοῦσαν ἀναλόγως καί ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε σέ ὅλους : “Ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία”. Ἐνίοτε μιλοῦσε στούς λαϊκούς μέ αὐστηρότητα, ἰδιαίτερα σ᾿ αὐτούς πού ἔμπαιναν στήν Μονή μέ κοντό ὑποκάμισο. Σχεδόν κανείς ἀπό ἐμᾶς δέν καταλάβαμε τήν μυστική ζωή του, διότι τήν συνεσκίαζε καί σκορποῦσε κάθε καλή ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του μέ τά ἀσυνάρτητα λόγια του καί τίς φαινομενικές παράξενιές του.
Κάποτε τόν εἶδα νά φορῆ ἀντί γιά ποδιά ἕνα τσουβάλι κι ἀντί γιά σκοῦφο μία μαύρη κάλτσα. Τόν χαιρέτισα καί τόν ἐρώτησα:
-Πῶς ἀντέχεις, πάτερ Συμεών, μέσα στίς χειμωνιάτικες κυρίως ἡμέρες νά γονατίζης κάτω στό μονοπάτι καί νά ξερριζώνης τά χορταράκια; Δέν φοβᾶσαι μήν ἀρρωστήσης;
-Τό κάνω αὐτό τό διακόνημα μέ τήν καρδιά μου γιά νά περάση ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ὅσιος Γρηγόριος, ἡ Ἁγία Ἀναστασία νά μᾶς εὐλογήσουν. Νά εὐλογήσουν ἐμᾶς καί τά διακονήματά μας. Γιατί νά φοβηθῶ, ἄν θ᾿ ἀρωστήσω; Θ᾿ ἀποφασίση  Ἐκεῖνος ἀπό ᾿πάνω πότε θά μέ πάρη.
 -Φοβᾶσαι τόν θάνατο, Γέροντα;
-Ἐσύ τόν φοβᾶσαι;  Κάνε καλά ἔργα γιά νά μή τόν φοβᾶσαι.
Ἑβδομῆντα πατέρες ἔθαψα. Ποῦ εἶναι τώρα ὅλοι αὐτοί; Λοιπόν, ἔτσι θά φύγουμε κι ἐμεῖς. Θά ᾿ρθῆ καί ἡ σειρά μου. Δέν πρέπει νά φοβούμεθα τόν θάνατο, διότι ἐλπίζουμε στήν πρεσβεία τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τῆς Παναγίας μας.

-Ποιούς Ἁγίους εὐλαβεῖσαι περισσότερο;
-Ὅλους. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι εἶναι Φίλοι τοῦ Θεοῦ καί Φίλοι δικοί μας. Ἄν ἐμεῖς εἴμαστε Φίλοι τοῦ Χριστοῦ κι Αὐτοί εἶναι φίλοι δικοί μας. Τό κατάλαβες; Ἰδιαίτερα ἀγαπῶ τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Θεολόγο, διότι πολλά χρόνια ἐργάσθηκα στό βουνό, σάν μάγειρος, ὅπου εἶναι καί τό ἐκκλησάκι του.
Σήμερα δέν θά ζοῦσα. Ἤμουν διακονητής στό Ἀντιπροσωπεῖο τῶν Καρυῶν δύο φορές ἐπί 13 συνολικά χρόνια. Κάποια φορά ἔβαλα τήν σκάλα ψηλά σ᾿ἕνα ἐξωτερικό τοῖχο τοῦ σπιτιοῦ γιά νά τοποθετήσω καλά μία πλάκα πού ἦταν ἕτοιμη νά πέση. Καθώς ἤμουν ἀνεβασμένος, ἔπεσε ἡ σκάλα πρός τά ἔξω καί μ᾿ ἔριξε κάτω.
Σηκώθηκα καί εἶδα ὅτι δέν εἶχα πάθει τίποτε. Ὁ Ἅγιος Τρύφων, Προστάτης τοῦ Μονυδρίου μας, ἐκεῖνος μέ προστάτευσε. Γι᾿ αὐτό κι ἐγώ τοῦ χρεωστῶ εὐγνωμοσύνη.
Τόν ἐπικαλοῦμαι στίς προσευχές μου καί τόν ἔχω σέ μεγάλη εὐλάβεια, διότι μ᾿ ἔσωσε ἀπό βέβαιο θάνατο.
Ἀκόμη εὐλαβοῦμαι κάι τόν Ἅγιο Μηνᾶ. Ἔχασα τό κλειδί τοῦ κελλιοῦ μου, ἀλλά δέν ἀπελπίσθηκα. Εἶπα στόν ἅγιο Μηνᾶ: “Ἅγιε Μηνᾶ μου, θά σοῦ κάνω ἑκατό μετάνοιες τήν ἡμέρα. Θέλω νά μοῦ φέρης τό κλειδί. Καί πράγματι, μετά ἀπό δυόμισυ μῆνες ἐμφανίσθηκε στόν Ψαρᾶ τῆς Μονῆς, τόν κ. Κ. καί τοῦ ἔδωσε τό κλειδί λέγοντάς του: “Πάρε τό κλειδί αὐτό καί πήγαινέ το στόν Γέρο-Συμεών. Εἶναι δικό του”. Καί πράγματι ἦλθε καί μοῦ τό ἔφερε.
Ἦταν τό κλειδί πού εἶχα χάσει. Πῶς τό ἤξερε ὁ ψαρᾶς ὅτι τό κλειδί ἦταν δικό μου;  Καί γιατί τό ἔφερε σέ μένα; Διότι, πραγματικά, τόν ἐπισκέφθηκε ὁ ἅγιος Μηνᾶς καί τούς ἔδωσε αὐτές τίς ὁδηγίες.
-Πῶς θά ἠμπορέσουμε νά νικήσουμε τούς διαφόρους πειρασμούς στήν ζωή μας, πάτερ Συμεών;
-Ὅταν ἐπικαλούμεθα σέ βοήθεια τόν Χριστό στήν ζωή μας. Ἔλα Χριστέ καί Παναγιά. Δοξασμένο νἆναι τό Ὄνομά Σου. Μία νύκτα εἶδα στόν ὕπνο μου τόν Πειρασμό. Τόν ἐρώτησα: “Πές μου τήν ἀλήθεια, σέ ἐξορκίζω στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποιόν φοβᾶσαι περισσότερο, τόν Χριστό, τήν Παναγία, τόν Τίμιο Σταυρό ἤ τούς Ἁγίους; Καί ὁ Πειρασμός μοῦ εἶπε:
– Ὅλους τούς φοβᾶμαι…”.
-Πάτερ Συμεών ὅταν πᾶς στόν Χριστό, θά μᾶς θυμᾶσαι;     
-Βεβαίως. Ὅπως σᾶς θυμᾶμαι κι ἐδῶ, πολύ περισσότερο ἐκεῖ πάνω στόν Οὐρανό.
-Λυπᾶσαι, διότι δέν ἀπέκτησες μεγάλη μόρφωσι;
-Ὄχι! Ἀκόμη δέν ἔμαθα νά λέγω τήν εὐχή στόν Χριστό καί στήν Παναγία, καί τί νά τήν κάνω τήν ἄλλη μόρφωσι;

-Τί αἰσθάνεσαι, ὅταν λέγης τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ;
-Πούπουλο. Ὅ,τι βάρος ἔχω ἐπάνω μου, μέσα στήν ψυχή μου, φεύγει. Νοιώθω τόν Χριστό καί τήν Παναγία μέσα μου. Αὐτοί μέ πληροφοροῦν μέ τήν παρουσία τους, ὅτι θά μέ πᾶνε καί στόν Παράδεισο. Δέν συγκρίνεται αὐτή ἡ χαρά τοῦ Χριστοῦ μέ καμμία χαρά τοῦ κόσμου. Εἶδα κάποιον νά καπνίζη καί τόν ρώτησα: “Τί αἰσθάνεσαι μέ τό τσιγάρο πού τό καπνίζεις; Δέν μοῦ ἀπήντησε. Ἄφησε τό τσιγάρο καί πάρε στό χέρι σου τό κομποσχοίνι, τοῦ
εἶπα, καί τότε θά αἰσθανθῆς ἕνα θεϊκό μεγαλεῖο νά πλημμυρίζη τήν καρδιά σου”.
Οὐδέποτε ὁ Γέρο-Συμεών περιποιήθηκε τόν ἑαυτό του. Εἶχε ἀφεθῆ ἐξ ὁλοκλήρου στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Τόν ρωτούσαμε οἱ Πατέρες: “Πάτερ Συμεών, βάλε κάλτσες τώρα τόν χειμῶνα, δέν βλέπεις πού τά πόδια σου ἔχουν μελανιάσει;
-Τί σᾶς ἐνδιαφέρει ἐσᾶς. Ἐγώ θέλω νά τά βλέπω μελανιασμένα.
-Θά σέ πονέσουν χειρότερα ἀργότερα.
-Ἄς πονέσουν. Θέλω νά μέ πονᾶνε. Ἄς κανονίσει Αὐτός πού μοῦ τά ἔδωσε. Ἄλλωστε κι αὐτά θά πᾶνε μιά μέρα στόν τάφο καί ἐκεῖ θά θεραπευθοῦν ὅλα, τά πάντα.
Εἶχε ἡρωϊκή καρδιά καί ὑπέμενε ὅλες τίς κακουχίες καί ταλαιπωρίες τοῦ μονήρους βίου μέ πρωτοφανῆ γενναιοψυχία καί ἀνδρεία κατά Θεόν. Εἶχε τελεία περιφρόνησι τοῦ ἑαυτοῦ του μέ τήν σκέψι τῆς προσμονῆς τῶν προσδοκομένων αἰωνίων ἀγαθῶν.
Ἦτο ἐργατικώτατος στό ἔπακρον. Ὅταν ἦτο ἐλεύθερος ἀπό τό διακόνημά του ἤ λόγῳ γηρατειῶν του, δέν εἶχε δικό του διακόνημα, ἐπήγαινε τά ἀπογεύματα καί βοηθοῦσε τόν Ἀδελφό τοῦ Δοχειοῦ νά βάλη τίς διακονιές τοῦ κρασιοῦ ἤ τίς μερίδες τοῦ τυριοῦ στήν τραπεζαρία τῆς Μονῆς. Ἐδούλευε μέ ἁπλότητα καί χαρά σάν μικρό παιδί.
Σ᾿ ὅλους ηὔχετο μέ τήν ἴδια πάντα εὐχή: “Ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία νά σᾶς βοηθήσουν”, “Ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία μπροστά κι ἐμεῖς κοντά τους”.
Στίς Πανηγύρεις της Μονῆς ἔφερνε “σβούρα” τό Μοναστήρι. Ἀπό ἡμέρες καθάριζε τό καλντερίμι. Κατόπιν ἔτρεχε στό μαγειρεῖο νά καθαρίση ἕνα τσουβάλι κρεμμύδια γιά τά μαγείρευμα 500 καί πλέον μερίδων ψαριοῦ. Μετά ἔμπαινε στό Δοχειό καί βοηθοῦσε στό καθάρισμα τῶν ἑκατοντάδων κιλῶν ψαριῶν, χωρίς νά σκέπτεται τήν κούρασι. Ἔφευγε πάντοτε τελευταῖος, ἀφοῦ πρῶτα ἔπλενε τά τραπέζια, πετοῦσε τίς ἀκαθαρσίες, σφουγγάριζε τά δάπεδα καί μετά γιά νά δυναμώση ἔπινε κι ἕνα ποτηράκι κρασί ἐνισχυμένο.
Μετά βοηθοῦσε στό κόψιμο τοῦ τυριοῦ, στό σπάσιμο τῶν καρυδιῶν καί λεπτοκαρυῶν γιά τήν προετοιμασία τοῦ δίσκου τῶν Κολλύβων. Κι ὅλα αὐτά προσευχόμενος μέ εὐλάβεια στήν Κυρία Θεοτόκο λέγοντας τούς Χαιρετισμούς της καί κάνοντας μέ συναίσθησι κάθε φορά τόν σταυρό του.
Ὅταν παλαιότερα ἀγοράζαμε τό σιτάρι καί  κατόπιν ἐφρόντιζαν οἱ πατέρες γιά τόν καθαρισμό του ἀπό τήν ἧρα, τό πλύσιμο, τό στέγνωμα καί τό ἄλεσμα του, ὁ Γέρο-Συμεών συμπονοῦσε τόν Μάκηπα (φούρναρη) παπᾶ Χρυσόστομο καί πολλές φορές ἐπήγαινε καί τόν βοηθοῦσε.
Στήν συμπεριφορά του ἦτο σάν ἕνα μεγάλο παιδί. Ἀπαλλαγμένος ἀπό κενοδοξίες, στενοκεφαλιές καί ὑποκρισίες, χαιρόταν νά τόν περιφρονοῦν. Ἐνίοτε φοροῦσε ἕνα ζωστικό, τό ὁποῖον εἶχε πλύνει μέσα σέ νερό μέ χλωρίνη, ὁπότε φαινόταν σάν νά εἶχε τριαντάφυλλα.
Ἐνῶ σέ ὧρες ἐργασίας του, μπροστά του εἶχε κρεμασμένο γιά ποδιά τό πλαστικό τσουβάλι καί μέ τήν μαύρη κάλτσα στό κεφάλι ἐνόμιζες ὅτι ἦτο ἕτοιμος νά παίξη θέατρο. Ἤθελε νά εἶναι θέατρο στόν κόσμο, ὅπως τό ἔλεγε καί τό ζοῦσε ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος. Δέν τόν ἐνδιέφερε, ἐάν τόν κακολογήση ὁ κόσμος, διότι εἶχε στραμμένο μόνιμα τόν νοῦ του στόν Χριστό.
Ὅταν ἐρχόταν κάποιος Ἐπίσκοπος στήν Μονή μας, ἐπήγαινε τελευταῖος καί τοῦ ἔβαζε μετάνοια. Ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ ἔδινε τό χέρι του νά τό ἀσπασθῆ καί ὁ Γερο-Συμέων τοῦ ἔλεγε:
-Ὄχι ἐσύ, πρῶτα Αὐτός. (δείχνοντας μέ τόν χέρι του τόν Χριστό στό ἐγκόλπιό του) . Καί προσκυνοῦσε τόν Χριστό πού ἦτο στό ἐγκολπιό του καί μετά ἀσπαζόταν τό χέρι τοῦ Ἐπσικόπου.
Ἕνα μῆνα πρίν τόν ὁσιακό του θάνατο, δέχθηκε τήν ἐπίσκεψι τοῦ Θεοῦ μέσῳ κάποιας σοβαρῆς ἀσθενείας. Μεταφέρθηκε στό νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς, ὅπου ἰατροί καί νοσοκόμοι τόν περιέθαλψαν μέ περισσή στοργή καί φιλαδελφία. Στό διάστημα αὐτό ἐπί δύο ἡμέρες ἔπαυσε νά κινῆται καί νά ὁμιλῆ. Πάντες τόν περιμέναμε ἤ νά ἐπανέλθη στήν ζωή ἤ νά ἀπέλθη τῆς παρούσης. Μετά ἀπό 2-3 ἡμέρες συνῆλθε καί τόν ἐρώτησαν οἱ Πατέρες:

-Ποῦ ἤσουν, Γέρο-Συμεών;
-Ἤμουν στόν Χριστό, ἦτο ἡ λακωνική του ἀπάντησις.
Μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἀνῆλθε ἡ ψυχή του στά οὐράνια νά ἀναπαυθῆ ἀπό τούς κόπους ἑξήκοντα ἐτῶν, στά ὁποῖα προσφέρθηκε θυσιαστικά στίς πιό ταπεινές καί κουραστικές διακονίες τῆς Μονῆς. Ἐκαυχᾶτο νά μᾶς τό λέγη ὅτι οὐδέποτε ἀρνήθηκε νά πάη σέ κάποιο διακόνημα πού τόν ἔστελλε τό Μοναστήρι.
Στήν στήλη παρατηρήσεων τοῦ Μοναχολογίου τῆς Μονῆς διαβάζουμε τά ἑξῆς λόγια γιά τόν μακαριστό Γέρο-Συμεών, ὅπως ἐγράφησαν ἀπό τόν Γραμματέα τῆς Μονῆς, τόν ἱερομ. π. Φώτιο:
“Ἡ ὅλη μοναχική του ζωή ἐπί 60 ἔτη ἦτο ἐν κρυπτῶ καί ἄκρᾳ ταπεινώσει προτιμῶν ἐπισταμένως τεχνιέντως καί ἐν ἐπιγνώσει τήν τελευταίαν θέσιν, ἐφαρμόσας ἐπιμελῶς τό “λάθρα βιώσας”. Ἦτο παράδειγμα ταπεινώσεως καί ἐργατικότητος.
Διετέλεσεν προθυμότατος διακονητής εἰς πλεῖστα διακονήματα ἐξωτερικά καί ἐντός τῆς Μονῆς. Οὐδέποτε ἵππευσε καίτοι ἐπί πολλά ἔτη ἦτο Κοναξῆς εἰς Καρυάς ἤ διακονητής εἰς τήν οἰκίαν τοῦ Δάσους. Μέχρι τῆς πρό μηνός ἐκδημίας του καί ἐπί ἔτη εἶχεν κατ᾿ ἀποκλειστικότητα αὐτοπροαιρέτως τόν καθαρισμόν τοῦ λιθοστρώτου ἀπό Ταρσανᾶ ἕως τῆς πύλης τῆς Ἱ. Μονῆς. Πολλάκις γονυκλινής ἐκοπίαζε νά ἀφαιρέση καί φύλλα!
Ἀσθενήσας πρό ὀλίγων ἡμερῶν, ἐδέχθη τάς ἀόκνους φροντίδας καί περιποιήσεις τῶν πατέρων ἐν τῶ νοσοκομείῳ τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Μονῆς καί ἀνεπαύθη ὁσίως τήν 29ην Νοεμβρίου 1999. Αἰωνία του ἡ μνήμη.

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου  
Ἅγιον Ὅρος Ἄθω  
2005
   

 Ἀναβάσεις