Αἱ νέαι προκλήσεις τῆς κεφαλῆς τοῦ Φαναρίου εἰς τὴν πορείαν πρὸς τὴν προδοσίαν τῆς Πίστεως

ΝΕΑ ΠΑΡΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ:
ΑΝΕΓΝΩΡΙΣΕΝ «ΑΓΙΟΤΗΤΑ» ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΑΠΑΝ ΙΩΑΝΝΗΝ
Μὲ συνέντευξίν του εἰς ἰταλικὴν παπικὴν ἐφημερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν: 1ον) Υἱοθέτησε τὰς προσφάτους πρακτικὰς τοῦ Βατικανοῦ. 2ον) Ἀπεδέχθη τὴν «ἁγιοποίησιν» τοῦ αἱρεσιάρχου καὶ προστάτου τῶν οὐνιτῶν Πάπα Ἰωάννου τοῦ 23ου ὡς νὰ εἶναι ὁ παπισμὸς κανονικὸν τμῆμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. 3ον) Τὸν χαρακτηρίζει σύμβολον τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος καὶ 4ον) Ζητεῖ, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συμπροσεύχεται μὲ τὸν αἱρεσιάρχην εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα – τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν εὐρωεκλογῶν – οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ νὰ συμπροσευχώμεθα μαζί των, κατὰ παράβασιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων ποὺ ἀπαγορεύουν τὰς συμπροσευχὰς μὲ αἱρετικούς, ἀντὶ ἐκκλησιαστικοῦ σεισμοῦ διὰ τὴν συνάντησιν, ὑπὸ τῶν ταγῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν, κατὰ τὴν συνάντησιν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα τοῦ Πάπα ΣΤ´ καὶ τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἶχον ἀντιδράσει δυναμικῶς: Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων μακαριστὸς Βενέδικτος, ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Β´, ὁ μακαριστὸς Ἀργολίδος (καὶ μετέπειτα Πειραιῶς), ἄλλοι Μητροπολῖται, Ὀρθόδοξοι Ἀδελφότητες, θεολόγοι. (Κατωτέρω δημοσιεύομεν ὡρισμένας ἀπὸ τὰς ἀντιδράσεις τῆς ἐποχῆς).Σήμερον ἡ ἀπόλυτος σιγὴ καὶ ὑποταγὴ εἰς τὰς οἰκουμενιστικὰς καὶ ὑπὲρ τοῦ δέοντος φιλοπαπικὰς θέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου. Δικαίως κάποιοι πιστοὶ διατυπώνουν τὸ ἐρώτημα: Μήπως ἔχῃ γίνει μυστικῶς ἡ ψευδοένωσις εἰς ἐπίπεδον κορυφῆς;
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος μιμούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ ἀειμνήστου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου προσέρχεται —ἐνῶ ἡμεῖς θὰ προσερχώμεθα εἰς τὰς κάλπας, διὰ νὰ ἀναδείξωμεν Εὐρωβουλευτὰς ὑπὸ ἐκβιαστικὰ ἢ καὶ πραγματικὰ πολιτικὰ διλήμματα διὰ τὸ Εὐρωπαϊκὸν μέλλον τῆς Ἑλλάδος— εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ συναντηθῆ, συμπροσευχηθῆ μὲ τὸν Πάπαν καὶ νὰ ὑπογράψη κοινὴν διακήρυξιν διὰ τὴν πορείαν πρὸς τὴν ψευδένωσιν Παπικῶν – Ὀρθοδόξων. Ὡς ἄλλος ὅμως Ἀθηναγόρας περιφρονεῖ συστηματικῶς τὸν πιστὸν λαὸν καὶ τὸν ἔντιμον κλῆρον. Πρὸ τῆς ἐπισκέψεώς του παρεχώρησε συνέντευξιν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Avvenire». Εἰς τὴν συνέντευξιν αὐτὴν ἀνεγνώρισεν ἁγιότητα εἰς τὸν Πάπαν τὸν 23ον ἐκφράζων παραλλήλως τὴν θέσιν ὅτι ὁ «Πάπας Ἰωάννης ὁ 23ος εἶναι προστάτης τῆς ἑνότητας ὅλων τῶν Χριστιανῶν» καὶ δικαιολογεῖται πλήρως «ἡ τιμὴ τῆς ἁγιοποιήσεως, ποὺ τοῦ ἐπεφυλάχθη ὑπὸ τῆς “Καθολικῆς Ἐκκλησίας”». Ὁ Πάπας ὅμως αὐτὸς ἦτο ὁ προστάτης τῆς δαιμονικῆς Οὐνίας. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι ἡ συνάντησις τοῦ Πάπα ΣΤ´ καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ἀπὸ πλευρᾶς τῆς ρωμαιοκαθολικῆς «Ἐκκλησίας» ἀπεφασίσθη τῇ ἐπιμόνῳ αἰτήσει τοῦ οὐνίτου πατριάρχου Μαξίμου Δ´, ὡς μᾶς πληροφοροῦν αἱ σελίδες τοῦ βιβλίου «Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμὸς» (σ. 343 καὶ ἑξῆς) τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Μπιλάλη (ἐκδόσεις «Ο.Τ.»). Ὡς ἀναγράφεται εἰς τὸ βιβλόν αὐτὸ ὁ Οὐνίτης Πατριάρχης ἐθεώρει ὅτι κατὰ τὴν συνάντησιν τοῦ Πάπα ΣΤ´ καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ξεπεράσθησαν ὅλαι αἱ ἐλπίδες, ἀφοῦ κατ᾽ αὐτὴν συνεφω-νήθη ἀνταλλαγὴ ἐπισήμων ἀντιπροσωπειῶν, ἀνάκλησις τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054, παρουσίᾳ παρατηρητῶν ἡ ἔναρξις τῶν ἀπ᾽ εὐθείας διαπραγματεύσεων μεταξὺ Παπικῶν καὶ Ὀρθοδόξων.
Προτοῦ παραθέσωμεν τὸ συγκεκριμένον ἀπόσπασμα μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου,θέλομεν νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν:
1ον) Ἀπὸ πότε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τὴν ἁγιοποίησιν προσωπικοτήτων τοῦ Βατικανοῦ; Ἔχουν προχωρήσει τόσον πολὺ παρασκηνιακῶς οἱ θεολογικοὶ διάλογοι, ὥστε ἐρήμην τοῦ πιστοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἐντίμου κλήρου νὰ ἀναγνωρίζωνται ὡς πραγματικοὶ ἅγιοι οἱ Πάπαι τοῦ Βατικανοῦ καὶ ἰδιαιτέρως ὁ «ἅγιος» τοῦ Βατικανοῦ – προστάτης τῶν Οὐνιτῶν. Ἔχει κηρυχθῆ παρασκηνιακῶς, ὡς λέγουν κάποιοι παλαιοὶ θεολόγοι, μυστικῶς ἡ ἕνωσις Παπικῶν – Ὀρθοδόξων (ἕνωσις κορυφῆς) καὶ ἀδυνατοῦν νὰ τὴν γνωστοποιήσουν οἱ Φαναριῶται φοβούμενοι τὰς ἀντιδράσεις τοῦ πιστοῦ λαοῦ; Εἶναι γνωστὸν πώς, ἐὰν ὑποχωρήσουν ἢ ἀποκηρύξουν τὰς αἱρέσεις των οἱ Παπικοὶ καὶ προσχωρήσουν εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν καὶ γίνη ἡ ἕνωσις θὰ ἀναγνωρίσωμεν τόσον ἡμεῖς ὅσον καὶ αὐτοὶ Ἁγίους. Ὅταν ὅμως οἱ Παπικοὶ εἶναι ἀμετανόητοι εἰς τὰς θέσεις, τὰς αἱρέσεις καὶ εἰς τὴν διαστρέβλωσιν τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων, πῶς ἐμεῖς ἀναγνωρίζομεν «ἁγίους» τῶν Παπικῶν καὶ μάλιστα διακηρύσσομεν ὅτι εἶναι οἱ «ἅγιοι τῆς Χριστιανικῆς Ἑνότητος»; Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πιστεύει προφανῶς ὅτι ἡ ποιμαντικὴ εἰς τὸν Ὀρθόδοξον Κόσμον ἐξαντλεῖται εἰς τὴν μεθοδευμένην διαστρέβλωσιν τοῦ Συνοδικοῦ Πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκτήση «Ἀποστολικὸν Πρωτεῖον» εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ νὰ γίνη ὁ «Πάπας τῆς Ἀνατολῆς», εἰς τὴν ἀλλαγὴν τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ εἰς τὴν πλήρη παραθεώρησιν τῶν δογμάτων τῆς Πίστεώς μας πρὸς χάριν τῆς ψευδενώσεως.
Διὰ τῶν δηλώσεών του περὶ ἀποδοχῆς τῆς «ἁγιοποιήσεως» τοῦ Πάπα τοῦ 23ου ἀποδέχεται τὴν δρᾶσιν τῆς Οὐνίας, τὴν ὁποίαν πολεμοῦν αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι τῆς πρώην Ἀνατολικῆς Κομμουνιστικῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ δὲν πολεμᾶ ὁ ἴδιος ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Δὲν εἶναι τυχαῖον ὅτι μετὰ τὴν ἐπανεκίνησιν τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μεταξὺ Παπικῶν καὶ Ὀρθοδόξων, οὐδεμία δήλωσις ὑπάρχει ὑπ᾽ αὐτοῦ ἢ τῶν Ἀρχιερέων, ποὺ συμμετέχουν εἰς τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους, ἐναντίον τῆς Οὐνίας. Τοῦτο δὲ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ διάλογοι εἶχον διακοπῆ ἐξ αἰτίας τῆς δράσεως τῆς Οὐνίας, τὸν προστάτην τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζει ὡς «ἅγιον» ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ τὸν προβάλλει ὡς «ἅγιον» σύμβολον τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν. Εὐτυχῶς ποὺ δὲν τὸν ἐχαρακτήρισε καὶ πρότυπον τῆς Ἐκκλησίας. Διότι οἱ ἀποδεχόμενοι τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως καὶ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν αἱρετικὴν θεωρίαν τῶν Κλάδων, τὴν ὁποίαν διατυπώνουν σήμερον κάποιοι μεγαλόσχημοι τοῦ Φαναρίου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας ὅτι δηλαδὴ ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ὁ σημαντικώτερος καὶ ὁ ἀρχαιότερος κλάδος τῶν Ἐκκλησιῶν (ἀφοῦ οὗτοι ἀναγνωρίζουν καὶ τὰς αἱρετικάς – χριστιανικὰς Ἐκκλησίας ὡς κανονικὰς καὶ σωζούσας). Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι συνέχεια τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ὡς αὕτη περιγράφεται καὶ διατυπώνεται εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως. Ἤτοι εἶναι «ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία» καὶ ἄλλαι μὲ τοιαῦτα χαρακτηριστικὰ δὲν ὑπάρχουν.
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος εἰς ἄλλας δηλώσεις του πρὸ τῆς συναντήσεως μὲ τὸν αἱρεσιάρχην τοῦ Βατικανοῦ κ. Φραγκίσκον ἐτόνισε πώς, ὅταν θὰ συμπροσεύχεται μετὰ τοῦ Πάπα, θὰ προσεύχωνται καὶ ὅλοι οἱ Χριστιανοί. Οὐσιαστικῶς κηρύσσει τὴν κατάργησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουν συμπροσευχὰς μετὰ τῶν αἱρετικῶν χριστιανῶν. Δὲν ἔχουν ὅμως οὐδεμίαν σημασίαν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες διὰ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ διαλυτικῶς διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν.
Οὗτος κηρύσσει συμπροσευχήν, διότι δὲν δίδει λογαριασμὸν εἰς οὐδένα. Θεωρεῖ ἑαυτὸν εἰς τοῦτον τὸν γήϊνον χῶρον ὑπεράνω τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, ὡς περιλαμβάνονται εἰς τὸ Πηδάλιον. Τί θὰ γίνη ὅμως, ἐὰν ἀκούσουν καὶ ἐφαρμόσουν τὰς παραινέσεις των οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοὶ εἰς τὸν καθημερινὸν ἐκκλησιαστικόν των βίον καὶ ἀντὶ νὰ προσέρχωνται εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους Ἱεροὺς Ναούς, διὰ νὰ προσευχηθοῦν (ἀνάβοντες ἕνα κερί) μεταβαίνουν εἰς τοὺς ναοὺς τῶν Παπικῶν, τῶν Κοπτῶν, τῶν Ἀγγλικανῶν κ.λπ; Τότε διὰ τὸν ἱερέα τῆς ἐνορίας των θὰ ἔχουν ὑποπέσει εἰς αἵρεσιν; Θὰ εὑρίσκεται εἰς ἀταξίαν ὁ ἁπλὸς πιστὸς καὶ δὲν εὑρίσκεται ὁ θεματοφύλαξ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τοὺς ὁποίους ἀπὸ ἐτῶν καταφρονεῖ καὶ παρὰ ταῦτα γίνεται δεκτὸς ὑπὸ Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μετὰ «Βαΐων καὶ κλάδων»;
Δημοσιεύομεν κατωτέρω ἀποσπάσματα ἐκ τῆς συνεντεύξεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου εἰς τὴν Ἰταλίδα δημοσιογράφον κ. Στεφανίαν Φαλάσκα διὰ τὴν ἐφημερίδα «Avvenire», ἡ ὁποία ἐλέγχεται ὑπὸ τῶν Παπικῶν.
Τὰ ἀποσπάσματα ὡς μετεφράσθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸ ἱστολόγιον «Κατάνυξις» ἔχουν ὡς ἀκολούθως: «ἡμερομηνία: 26-04-2014 – Κείμενο Α.Θ.Π. Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου «Ὁ Πάπας Ἰωάννης Προστάτης τῆς ἑνότητας ὅλων τῶν Χριστιανῶν»
Ἡ λατρεία τοῦ Ὀρθόδοξου κόσμου πρὸς τὸν Ἰωάννη XXIII ἐξεφράσθη ἤδη ἀπὸ τὴν ἑπομένη τοῦ θανάτου του, ἔτσι ὥστε νὰ θεωρεῖται ἕνας Prepadovnie, ἕνας ἅγιος καὶ προστάτης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἦταν o πρῶτος, ποὺ ἀπέδωσε στὸ πρόσωπό του τὸ Εὐαγγελικὸ χωρίο: “Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης”. “Μποροῦμε νὰ ἐμπνευστοῦμε ἀπὸ τὸ παράδειγμά του, ἔτσι ὥστε νὰ συνεχίσουμε τὸ δύσκολο καὶ ἐπίπονο ταξίδι, γιὰ νὰ ξαναβροῦμε τὴν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν”, λέει σήμερα, σὲ αὐτὴ τὴ συνέντευξη, ὁ διάδοχος τοῦ Ἀθηναγόρα, Βαρθολομαῖος Α´, Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Βαρθολομαῖος εἶναι ὁ πρῶτος Πατριάρχης στὴν ἱστορία τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν, ποὺ πῆρε μέρος σὲ ἐνθρόνιση ἑνὸς Πάπα καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἁγιοποίηση τοῦ Πάπα Ἰωάννη XXIII ὑπογραμμίζει ἐπίσης, τὴ σημασία τῆς ἐπικείμενης ἐπίσκεψης στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν ὁποία θὰ πραγματοποιήσει μαζὶ μὲ τὸν Πάπα Francesco.
ΕΡΩΤΗΣΗ.– Ὁ Πάπας Ἰωάννης ΧΧΙΙΙ ἐξέφρασε ἐπίσης μία αὐθεντικὴ λατρεία πρὸς τοὺς Ὀρθόδοξους ἀδελφούς. Τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ σᾶς σήμερα καὶ γιὰ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, ἡ πλήρης ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητάς του;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ.– Ὁ ἀείμνηστος Πάπας Ἰωάννης ΧΧΙΙΙ ἦταν πράγματι μία μεγάλη πνευματικὴ προσωπικότητα στὴν ἱστορία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ Εὐλογημένος προκάτοχός μου, ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ἀναγνώρισε δημοσίως τὴ μεγάλη προσωπικότητα αὐτοῦ τοῦ Πάπα προσδίδοντας σ᾽ αὐτὸν τὶς εὐαγγελικὲς φράσεις ποὺ τὸν παρομοιάζουν μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ τὸν Πρόδρομο, τὸν πρόδρομο τοῦ Κυρίου μας. Στὴν πραγματικότητα, ὁ Ἰωάννης XXIII ἔκανε ἕνα ἀποφασιστικὸ βῆμα στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας, χάριν στὴν σημαντικὴ καὶ θαρραλέα ἀπόφασή του νὰ συγκαλέσει τὸ Δεύτερο Συμβούλιο τοῦ Βατικανοῦ, τὸ ὁποῖο, μεταξὺ ἄλλων μὲ τὶς ὁδηγίες του, ἄνοιξε τὸ δρόμο γιὰ τὴ συμμετοχὴ τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας στὴν οἰκουμενικὴ κίνηση, ἐνόψει τῆς ἀποκατάστασης τῆς Χριστιανικῆς ἑνότητας μὲ ἰδιαίτερα σημαντικὲς ἐπιπτώσεις στὶς σχέσεις μεταξὺ Καθολικῶν καὶ Ὀρθοδόξων.
Αὐτὸ τὸ γεγονός, μαζὶ μὲ τὶς ἀρετές του, τὴν εὐγένεια, τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ κοσμοῦσαν τὸ χαρακτήρα καὶ τὴ ζωή τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἄνδρα τῆς Ἐκκλησίας, δικαιολογεῖ πλήρως τὴν τιμὴ τῆς ἁγιοποίησης, ποὺ ἐπιφυλάχθηκε γι᾽ αὐτὸν ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία».
Δυναμικῶς ἀντέδρασε τότε ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία καὶ τὸ Πατρ. Ἱεροσολύμων 

Διὰ τὰς δηλώσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἀλλὰ καὶ τὴν συνάντησιν καὶ συμπροσευχῶν του μὲ τὸν Πάπαν καὶ ἐνδεχομένως καὶ ἄλλους ἡγέτας πλανεμένων Χριστιανῶν ἀνεμένομεν τὴν δυναμικὴν ἀντίδρασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς Κρήτης, τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῶν Ἱερῶν Μονῶν, τῶν Χριστιανικῶν Ὀρθοδόξων Ἀδελφοτήτων καὶ τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, τὸ ὁποῖον ἐξελίσσεται εἰς κέντρον διαθρησκειακῶν συναντήσεων καὶ συζητήσεων διὰ τὴν νόθευσιν τῶν δογμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Γνωρίζομεν ὅτι ἴσως ἐπικριθῶμεν διὰ τὰς θέσεις μας αὐτάς.

Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ἰσοπεδώνωνται τὰ πάντα εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν (μέχρι σημείου τροποποιήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων) καὶ οἱ ἁρμόδιοι φορεῖς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νὰ ἔχουν καταληφθῆ ἀπὸ ἀφωνίαν, εἰς μίαν ἐποχήν, μάλιστα μεγάλης πνευματικῆς κρίσεως.
Ἐκτὸς αὐτοῦ ἀνετρέξαμεν εἰς τὴν ἱστορίαν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχουν ἀντιδράσεις διὰ τὴν συνάντησιν Πάπα – Ἀθηναγόρου. Αἱ ἀντιδράσεις ἦσαν μεγάλαι τόσον πρὸ τῆς συναντήσεως, ὅσον καὶ μετὰ τὴν συνάντησιν. Ἀντίθετος πρὸς τὴν συνάντησιν ἦτο ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, ὁ μακαριστὸς Βενέδικτος.
Ἀπέτυχε νὰ τὴν ματαιώση καὶ τὴν ἐδέχθη μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι ὁ τότε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μεταβαίνει ὡς ἁπλὸς προσκυνητής. Ὁ σημερινὸς Πατριάρχης Ἱεροσολύμων λειτουργεῖ μὲ συμπεριφορὰν «γεφυροποιοῦ» μεταξὺ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν πλανεμένων Χριστιανῶν, μὴ θέτων ὅρους καὶ προϋποθέσεις διὰ αὐτὴν τὴν συν άντησιν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῆς σημερινῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας συμπεριφέρονται ὡς πειθήνια ὄργανα τοῦ Φαναρίου μὴ ἔχοντα φωνὴν καὶ θέσιν διὰ ὅσα πράττει καὶ λέγει ὁ
Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος. Ἀντιθέτως, ὁ τότε Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ Μητροπολῖται τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶχον ὑψώσει «λάβαρα ἀντιστάσεως» διὰ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τοῦ ἀειμνή- στου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου. Μετὰ δὲ τὴν συνάντησιν, ἔλαβον θέσεις ὑποστηρίζοντες ὅτι δὲν θὰ δεχθοῦν τὴν προδοσίαν τῆς Πίστεως. Σήμερον ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία ἀσχολεῖται μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀνατεθεῖσαν διαχείρησιν τῆς ἀνθρωπιστικῆς κρίσεως καὶ πέ- ραν αὐτοῦ οὐδεμία ἐνασχόλησις (τοὐλάχιστον, δημοσίως), μὲ τὰ δογματικά, τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, τὴν ποιμαντικὴν κ.λπ. Προφανῶς ἡ σημερινὴ Διοικοῦσα Ἐκκλησία συνταυτίζεται μὲ τὴν τότε δήλωσιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, τὴν ὁποίαν ἔχει κάμνει ὁδηγὸν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς του ζωῆς ὁ σημερινὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν: «Ἐπρότεινε ταυτοχρόνως, ἵνα καὶ Πατριάρχαι καὶ Πρόεδροι τῶν ἑκάστοτε Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν παρευρεθῶσιν ὅλοι ὁμοῦ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, συναντηθῶσι μετὰ τοῦ Πάπα καὶ διεξάγωσι μετὰ τούτου συζήτησιν περὶ τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν». Τότε προεκλήθησαν ἀντιδράσεις. Σήμερον ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος σιωπᾶ, ὡς νὰ εἶναι ἐπαρχιακὴ Σύνοδος τοῦ Φαναρίου ἢ μὴ Αὐτοκέφαλος Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.
Παραθέτομεν ὡρισμένα παραδείγματα ἀντιδράσεως Ἐκκλησιαστικῶν παραγόντων, ὡς αὐτὰ περιλαμβάνονται εἰς τὸ ἔργον «Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός» τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Μπιλάλη. Γράφει:
«Ὁ Μητροπολίτης Ἀργολίδος Χρυσόστομος (ἔγινε Πειραιῶς) ἐνεργήσας, ὅπως προλάβῃ τὴν συνάντησιν τῶν Ἱεροσολύμων, ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων πρὸς τὸν πατριάρχην Ἀθηναγόραν τῇ 13 Δεκεμβρίου 1963:“… ῎Εχετε παροξυσμὸν ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν ἕνωσιν ἢ ἑνότητα τῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ μέσα εἰς τὸν παροξυσμόν Σας αὐτὸν ἐμφανίζεσθε ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖτε διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ θεοφιλοῦς μὲν τούτου ἰδανικοῦ, ἀκατορθώτου ὅμως σήμερον καὶ διὰ πολλοὺς εἰσέτι αἰῶνας, ἐνῷ δὲ δὲν θὰ ἐπιτύχητε οὐδὲν εἰς τὸ θέμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν, θὰ ἐπιτύχητε ἀντιθέτως νὰ διασπάσητε τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῶν ποιμένων Της…. Πρὶν ἢ εἶναι ἀπελπιστικῶς ἀργά, Παναγιώτατε, ματαιώσατε τὸ συντριπτικὸν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν μας, διὰ τὸ πανίερον ἀξίωμά Σας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν προσωπικήν Σας ἀξιοπρέπειαν, αὐτὸ ταξίδιον”1.
Ὁ Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Τὴν συνάντησιν τῶν Ἱεροσολύμων κρίνει ὡς ἀντιβαίνουσαν πρὸς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Βʹ:
“Ὁλόκληρον τὸ γρανιτῶδες κανονικὸν καθεστὼς τοῦτο, πρὸ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς Ἐπίσκοπος Ὀρθόδοξος δύναται νὰ ἀντιπαρέλθῃ ἄνευ κινδύνου νὰ ὑποστῇ ἀμέσους τὰς ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἀπειλουμένας κυρώσεις, ἐν τούτοις, ὑπερεφαλάγγισεν, ἀτυχῶς, ἀτυχέστατα, καὶ διὰ πελωρίων βημάτων, ὁδεύσας εἰς τὴν Ἁγίαν Πόλιν τῆς Ἱερουσαλὴμ τὴν 5ην Ἰανουαρίου 1964, συνηντήθη μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης καὶ ἠσπάσθησαν μετ᾽ αὐτοῦ ἀμοιβαίως καὶ ἀπὸ κοινοῦ μετ᾽ αὐτοῦ μυστικῶς συμπροσηυχήθησαν, μὴ παρόντος ἄλλου τινός, συνδιασκεφθεὶς εἶτα μετ᾽ αὐτοῦ περὶ πολλῶν, φέροντος μάλιστα καὶ ὠμοφόριον! Γνωστὴ ἡσημασία τῆς λεπτομερείας ταύτης!”2.
Εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα προσῆλθεν ὁ μὲν Ἀθηναγόρας, προσκομίζων τὸ νόμισμα τῆς ἀγάπης, ὁ δὲ Παῦλος ΣΤʹ ἐπιδεικνύων τὸ νόμισμα τῆς πεπλανημένης λατινικῆς πίστεως περὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἠνάγκασε τὸ περιοδικὸν “Σωτὴρ” νὰ γράψῃ:
“Ἡ συνάντησις τῶν προκαθημένων τῆς Καθολικῆς καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἔγινεν. Οἱ ἀσπασμοὶ καὶ τὰ δῶρα ἀντηλλάγησαν. Ὁ διάλογος ἤρχισε. Δι ̓ αὐτὰ ὅμως ὅλα, ὁ κίνδυνος καθίσταται μεγαλύτερος. Ὁκίνδυνος νὰ ἀπαμβλυνθῇ εἰς τὴν ψυχήν μας ἡ συνείδησις, ὅτι οἱ Καθολικοὶ εἶναι αἱρετικοί. ῞Οταν ὀνομάζουν τὴν Ἐκκλησίαν “πλοῖον τοῦ Πέτρου”, ὅταν ἀναγορεύουν ἕνα ἄνθρωπον ἀλάθητον, ὅταν παρεισάγουν εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως ἐπινοίας ἀνθρώπων, ὅταν δημιουργοῦν νέα δόγματα ἄγνωστα εἰς τὴν Μίαν, Ἁγίαν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν τῶν πρώτων ἐννέα αἰώνων, ὅταν στεροῦν τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος καλεῖ τοὺς πάντας νὰ τὸ πίουν, ὅταν τόσα ἄλλα παρόμοια διδάσκουν καὶ πράττουν, δὲν εἶναι αἱρετικοί;”.
Ὁ ἀείμνηστος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρυσόστομος Β´, ἀναφερόμενος εἰς τὴν συνάντησιν τῶν Ἱεροσολύμων γράφει: “Κρίνοντες τὰς γενομένας πράξεις ἐκ μέρους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἐν Παλαιστίνῃ, πρὸς τόσον ἐπίσημον, καὶ δὴ ἐξ ὀνόματος τῆς ὅλης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸν Πάπαν Ρώμης, λέγομεν, ὅτι τὰ ἀνὰ τὸν κόσμον, ὡς σωτήρια δῆθεν τῆς Χριστιανοσύνης διατυμπανισθέντα γεγονότα, εἶναι κανονικῶς κολάσιμα, ὡς γενόμενα ἐπὶ καταφρονήσει τῶν ἁγίων καὶ Ἱερῶν Κανόνων καὶ ἐπὶ ἀνατροπῇ τῆς ἐν Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ αἰωνοβίου τάξεως, καὶ πρὸς σοβαρὸν σκανδαλισμὸν τῶν Ὀρθοδόξων, δὸς δ᾽ εἰπεῖν, καὶ διαιρέσεως αὐτῶν, καὶ πρὸς προφανῆ ἐξευτελισμὸν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλ᾽ αἱ τοιαῦται αὐτόβουλοι καὶ ἀμελέτητοι ἀποφάσεις, ὡς μάλιστα μετὰ τόσης ἀσυγγνώστου σπουδῆς ληφθεῖσαι καὶ ἐκτελεσθεῖσαι, κυοφοροῦσι καὶ ἐπικινδύνους ἐπιπτώσεις. Τὰ περὶ τούτου λαβόντα χώραν γεγονότα, ἄκρως δυσάρεστα καὶ διασύροντα αὐτὸ τοῦτο τὸ κῦρος τῆς Ὀρθοδοξίας, δὲν πρόκειται νὰ ἐκθέσωμεν ὧδε. Θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τούτων ἡ Ἱστορία μίαν ἡμέραν”3
.
Ὁ Μητροπολίτης Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονύσιος, ἐξ ἀφορμῆς τῆς συναντήσεως τῶν Ἱεροσολύμων, ἔγραψε μεταξὺ ἄλλων πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην τῇ 2 Φεβρουαρίου 1964:“Προσοχὴ καὶ περίσκεψις ἐπιβάλλεται ὡσαύτως, φρονῶ, καὶ διὰ τὴν σύνθεσιν τῆς Πατριαρχικῆς συνοδείας κατὰ πᾶσαν γενικωτέρου ἐκκλησιαστικοῦ ἐνδιαφέροντος συνάντησιν. Ἡ παρουσία ἐν αὐτῇ προσώπων ἀμφιβόλων ὀρθοδόξων φρονημάτων καὶ διαφόρων Κροίσων καὶ μεγαλοεπιχειρηματιῶν οὐδόλως συμβιβάζεται μὲ τὸ ὀρθόδοξον αἰσθητήριον. Τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα ἀξιοῖ, ὅπως ὁ πνευματικὸς αὐτοῦ Ἀρχηγὸς περιστοιχίζεται πάντοτε, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὰς ἐπισήμους αὐτοῦ ἐμφανίσεις, ὑπὸ προσώπων αὐστηρῶς ἐπιλελεγμένων”4.
Ὁ Παναγιώτης Τρεμπέλας, ἀναφερόμενος εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῶν δογματικῶν διαφορῶν ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρου, γράφει: “Αἱ ἱστορικῶς ἀσύστατοι αὗται διακηρύξεις γίνονται τόσον ἐπισήμως καὶ αὐθεντικῶς, καθ ̓ ὃν χρόνον αἱ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν προσηλυτιστικαὶ ὀργανώσεις ὑφίστανται καὶ ἐξακολουθοῦν μετὰ πολλῆς τῆς πανουργίας καὶ τῆς κεκτημένης μακροχρονίου πείρας των νὰ κινοῦνται.
Τίδ᾽ἐπακολουθεῖκαὶτίδύναταιπερισσότεροννὰἐπακολουθήσῃ; Οἱἀστήρικτοικαὶμὴἐπαρκῶςπεφωτισμένοιἐκτῶνὀρθοδόξωνεὐκολώτατα, συνωθουσῶνεἰςτοῦτοκαὶτῶνπατριαρχικῶνβεβαιώσεων, παρασύρονταιεἰςτὴνμυστηριακὴνἐπικοινωνίαν, βαθμηδὸνδὲκαὶεἰςτὴνἀφομοίωσινμετὰτῶνΧριστιανῶντῶνἄλλωνὁμολογιῶν.
Εἶναιἑπόμενονἐκτῶντοιούτωνπαραχωρήσεωννὰπροκαλῆταιὄχιμόνονσύγχυσιςμεταξὺτῶνὀρθοδόξων, ἀλλὰκαὶφανατισμὸςκαὶἀγανάκτησις, ψυχραίνουσατὴνἀγάπηνκαὶἀποδεικνύουσακενὸνρῆματὸνΔιάλογοναὐτῆςκαὶἀντὶτῆςἀναμενομένηςἐξαὐτοῦπροσεγγίσεως, μᾶλλοννὰὀξύνωνταικαὶνὰἀπομακρύνωνταιἀλλήλωντὰδιεστῶτα.
Ἀφίνομενδὲκαὶτὸντραυματισμόν, τὸνὁποῖονἐντεῦθενθὰὑφίσταταιτὸπατριαρχικὸνκῦρος, οὐμόνονἐκτῆςἐκτῶνὡςἄνωἐπακολουθούσηςμειώσεωςαὐτοῦ, ἀλλὰκαὶἐκτῶνπαλινῳδιῶνεἰςἃςθὰἐξαναγκάζεταιπρὸςτακτοποίησιντῶνπροκαλουμένωνσυγχύσεων”5.
Σημειώσεις:
1. Παρὰ (†) Χρυσοστόμῳ Β´, Ἀρχιεπισκόπῳ Ἀθηνῶν, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 45 καὶ 46.
2. Παρὰ (†) ΧρυσοστόμῳΒ´, ἈρχιεπισκόπῳἈθηνῶν, ΤὰΠεπραγμένα, ἀπὸ 15-7-1964 μέχρι 30-9-1965, σελ. 105, Ἀθῆναι, 1965.
3. Παρὰ (†) ΧρυσοστόμῳΒ´, ἈρχιεπισκόπῳἈθηνῶν, ΤὰΠεπραγμένα, ἀπὸ 15-7-1963 μέχρι 15-7-1964, σελ. 40, 41, Ἀθῆναι, 1964.
4.Παρὰ (†) ΧρυσοστόμῳΒ´, ἈρχιεπισκόπῳἈθηνῶν, ἔνθ᾽ἀνωτ., σελ. 48.
5. Π. Ν. Τρεμπέλα, Αἱ μετὰ τὸ ἔργον τῆς Βατικανείου Συνόδου ὑποχρεώσεις μας, ἔνθ᾽ἀνωτ., σελ. 89 καὶ 90».
Ἐκ τῶν ἀνωτέρω παραδειγμάτων εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἐκκλησιαστικὴ – πνευματικὴ διαφορὰ τῆς τότε Διοικούσης Ἐκκλησίας μὲ τὴν σημερινήν. Τότε ἐτόλμα νὰ εἴπη τὰ πράγματα «ἔξω ἀπὸ τὰ δόντια» εἰς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην. Ἐτόλμα ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, ὁ πρόεδρος τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν, Μητροπολῖται, Ἀδελφότητες, Θεολόγοι.
Ὑπῆρχον ἀντιδράσεις πρὸ καὶ μετὰ τὴν συνάντησιν. Εἰς τὰ πεντήκοντα ἔτη, ποὺ ἐμεσολάβησαν ἀπὸ τὴν συνάντησιν τοῦ Πάπα μὲ τὸν ἀείμνηστον Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην ἔγιναν πολλὰ εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ κυριώτερον τὸ Φανάριον καὶ οἱ Οἰκουμενισταὶ Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας ἰσοπεδώνουν τὰ πάντα: Ἱ. Κανόνας, Σύμβολον τῆς Πίστεως, νόθευσις τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων, μετάληψις Παπικῶν καὶ Ὀρθοδόξων εἰς τὴν Ραβένναν (2007), συμπροσευχαί, ἀναγνώρισις τῶν αἱρετικῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς κανονικῶν καὶ ἐχουσῶν Ἀποστολικὴν διαδοχήν, ἀναγνώρισις τοῦ Πάπα – προστάτου τῶν Οὐνιτῶν ὡς «ἁγίου». Ἀπὸ τὰς ἀντιδράσεις ὅλων μας ἐξαρτᾶται ἡ ματαίωσις τῆς ψευδενώσεως. Ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη ὁ Παπισμὸς δὲν ἔχει κάμνει οὐδεμίαν ὑποχώρησιν – ἀποκήρυξιν τῶν αἱρετικῶν θέσεών του.
Ὁ θεολογικὸς διάλογος ἔχει ναυαγήσει πολλάκις ἀπὸ τὰς διαφορετικὰς ἀπόψεις καὶ θέσεις τῶν Ὀρθοδόξων, τῶν συμμετασχόντων εἰς τοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους, διὰ τὸν τρόπον τῆς ψευδενώσεως. Τοὺς διαλόγους διασώζει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης μὲ συγκεκριμένας πρωτοβουλίας, ὡς ἔχει δηλώσει ὁ ὑπεύθυνος τοῦ Βατικανοῦ διὰ τὴν ἑνότητα «τῶν Ἐκκλησιῶν» «Ἀρχιεπίσκοπος» τοῦ Παπισμοῦ Κούρτ Κόχ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἀποῦσα εἰς τὰ δογματικὰ θέματα, μὲ ἐξαίρεσιν ἐλαχίστους Σεβ. Μητροπολίτας. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ μὲ τὸ Ἅγιον Ὄρος (ὄχι ὅλαι αἱ Ἱεραὶ Μοναί), τὸ ὁποῖον προβληματίζει μὲ τὴν ἀφωνίαν τουεἰς τοιαῦτα ζητήματα πίστεως, τὸ «ξήλωμα» τῆς Ὀρθοδόξου ταυτότη- τος τῆς Ἑλλάδος, τὴν σταδιακὴν Ἰσλαμοποίησιν τῆς Χώρας καὶ τὴν νομιμοποίησιν ὅλων τῶν αἱρέσεων, παραθρησκειῶν καὶ ἀνατολικῶν θρησκειῶν διὰ τῆς συλλογῆς τριακοσίων ὑπογραφῶν. Ἐχρεωκοπήσαμεν οἰκονομικῶς. Ἔχομεν χρεωκοπήσει καὶ πνευματικῶς; Ἔχουν ἀντιληφθῆ Διοικοῦσα Ἐκκλησία καὶ Ἅγιον Ὄρος ὅτι τὸ Κράτος εἶναι πτωχόν, διότι ἔχει πτωχύνει πνευματικῶς ἡ Διοικοῦσα Ἐκκλησία;
Γ. ΖΕΡΒΟΣ


Ορθόδοξος Τύπος, 23/05/014

http://aktines.blogspot.gr/2014/05/blog-post_30.html#more