Γιατί οἱ ἐκτός Γάμου σχέσεις (προγαμιαῖες σχέσεις,

πολιτικός γάμος) εἶναι πορνεία;

 

Παραθέτουμε ὡς ἀπάντηση στό ἀνωτέρω ἐρώτημα, ἄρθρο τοῦ μακαριστοῦ θεοφώτιστου καί ἐξαγιασμένου σοφοῦ Κανονολόγου τῆς Ἐκκλησίας μας, Γέροντος Ἐπιφάνιου Θεοδωρόπουλου. Τό ἄρθρο ἔχει τίτλο: Εἶναι οἱ προγαμιαῖες σχέσεις πορνεία;

Γράφει ὁ σοφός Πνευματικός ἀπαντώντας στίς ἀθεολόγητες θεωρήσεις τῶν νεοορθοδόξων-μεταπατερικῶν: «Ὑπάρχουν πολλοί, ἐνίοτε καί καθηγητές Θεολόγοι πού διδάσκουν μία πολύ “βολική” καί “ἔξυπνη” θεωρία: Ὅτι πορνεία εἶναι μόνο ἡ σαρκική ἱκανοποίηση πού γίνεται ἔξω ἀπό τό γάμο μέ πόρνες καί μέ χρήματα (δηλαδή μέ πληρωμή). Ἐνῶ, ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ὅπου ὑπάρχει ψυχική ἐπαφή, ἐκεῖ δέν ἔχουμε πορνεία. Συνεπῶς, (κατ’ αὐτούς) γιά ἕνα ζευγάρι νέων πού ἀγαπιοῦνται, ἡ σαρκική σχέση τους ἀποτελεῖ “ὁλοκλήρωση τῆς ἀγάπης των” καί δέν εἶναι πορνεία, ἄρα δέν κάνουν ἁμαρτία. Τό Εὐαγγέλιο μόνο τήν πορνεία καί τήν μοιχεία ἀπαγορεύει, λένε, δέν ἀπαγορεύει τήν “ὁλοκλήρωση τῆς ἀγάπης” ἑνός ζευγαριοῦ!

Βέβαια, ἡ λέξη “πορνεία”, στήν κυριολεξία, σημαίνει τήν ἱκανοποίηση τῶν σαρκικῶν ὀρέξεων μέ χρήματα, ἀφοῦ στήν ἀρχαιότητα ἀσκοῦσαν τό “ἐπάγγελμα” αὐτό γυναῖκες ἀγορασμένες, δηλαδή δοῦλες. Ὅμως, ἐκτός ἀπό τήν κύρια σημασία της, ἡ λέξη πορνεία εἶχε ἀνέκαθεν καί τήν σημασία τῆς σαρκικῆς σχέσεως δύο ἑτερόφυλων προσώπων, χωρίς νά ὑπάρχει χρηματική δοσοληψία. Μία εἶναι ἡ νόμιμη συζυγία ἀνδρός καί γυναικός, αὐτή πού γίνεται μέ τήν εὐλογία τοῦ Μυστηρίου τοῦ γάμου. Κάθε πράξη, πού γίνεται ἔξω ἀπό τό Μυστήριο τοῦ γάμου, χαρακτηρίζεται ὡς πορνεία ἤ μοιχεία καί καμία διάκριση δέν γίνεται, ἄν συμβαίνει μέ ἀμοιβή ἤ ἐξ ἀγάπης.

Πουθενά στήν Ἁγία Γραφή δέν δικαιώνονται οἱ προγαμιαῖες σχέσεις, ἐφ’ ὅσον γίνονται μεταξύ δύο προσώπων πού ἀγαπιοῦνται. Καί πουθενά στήν Ἁγία Γραφή δέν θά βροῦμε ἀμνήστευση τῶν σχέσεων αὐτῶν, ἐπειδή ἀπουσιάζει ἡ πληρωμή καί γίνεται ἐπίκληση τοῦ ἐρωτικοῦ αἰσθήματος. Ἄς ἀναφέρουμε μερικά παραδείγματα:

1) Ἡ περίπτωση τῆς Σαμαρείτιδος. Εἶχε τελέσει πέντε νόμιμους γάμους (ὁ νόμος τότε τό ἐπέτρεπε) καί τώρα συζεῖ μέ ξένον ἄνδρα, ἀσφαλῶς γιατί “ἀγαπιοῦνται”. Ἔχει ὅμως τήν συνείδησή της βαρειά, γι’ αὐτό καί ὅταν ὁ Κύριος τῆς λέει νά πάει νά φωνάξει τόν (νόμιμο) ἄνδρα της, ἐκείνη τοῦ λέει “οὐκ ἔχω ἄνδρα”, γιά νά κρύψει ὅτι συζεῖ παρανόμως μέ ἄνδρα πού δέν εἶναι νόμιμος σύζυγός της. Καί ὁ Κύριος τήν ἐπιβεβαιώνει, λέγοντάς της ὅτι εἶπε τήν ἀλήθεια, γιατί πέντε ἄνδρες νυμφεύθηκε καί αὐτόν πού ἔχει τώρα δέν εἶναι νόμιμος σύζυγός της. Δηλαδή, ὁ Κύριος ἀρνεῖται πώς ἡ σχέση αὐτή εἶναι νόμιμη καί ἀποδεκτή.

2) Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ἄγαμος. Γράφει λοιπόν γιά τούς ἄγαμους ἄνδρες καί τίς χῆρες γυναῖκες, ὅτι θά προτιμοῦσε καί αὐτοί νά παραμείνουν ὅπως καί αὐτός, δηλαδή νά μήν παντρευθοῦν. Δέν ἀγνοεῖ ὅμως ὅτι ἡ ἀγαμία εἶναι μέν ἀνώτερη, ἀλλά ὄχι καί εὔκολος δρόμος. Γι’ αὐτό προσθέτει: “Ἄν δέν μποροῦν, λόγω τῆς ἀσθενείας τῆς σάρκας νά ἐγκρατεύονται, τότε καλό εἶναι νά παντρευθοῦν”. Δέν τούς εἶπε νά βολευθοῦν μέ ἐξώγαμες σεξουαλικές σχέσεις, βρίσκοντας ὁ καθένας ἤ ἡ καθεμιά ἕνα … ταίρι ἔξω ἀπό τόν γάμο. Μοναδική διέξοδος ὁ γάμος. “Μονόδρομος”. Ἄλλη διέξοδος δέν ὑπάρχει. Οὔτε διανοεῖται ὁ Παῦλος τήν εὔκολη “λύση” τῶν ἐξ ἀγάπης σχέσεων γι’ αὐτούς πού δέν ἐγκρατεύονται. Αὐτά λέει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον διά στόματος ἀποστόλου Παύλου!

3) Καί ἐρχόμαστε στό χωρίο τῆς Α΄ Πρός Κορινθίους. “Εἶσαι δεμένος μέ γυναίκα (μέ τά δεσμά τοῦ γάμου); Μή ζητᾶς νά λυθεῖς. Ἔχεις χωρίσει ἀπό τήν γυναίκα σου; Μή ζητᾶς γυναίκα. Ἐάν δέ καί κάμεις γάμο, πάλι δέν ἁμαρτάνεις”[1]. Μία σχέση βλέπει ὁ Παῦλος ἀναμάρτητη. Αὐτήν στόν γάμο. Οὔτε ὑπαινιγμός δέν ὑπάρχει γιά σχέσεις ἐξ “ἀγάπης” ἔξω ἀπό τόν γάμο.

4) Ἐπίσης ὁ θεῖος Παῦλος γράφει στήν Α΄ Πρός Κορινθίους ἐπιστολή του. “Ὅλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία, καί τοιαύτη πορνεία, ἥτις οὐδέ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται, ὥστε γυναῖκα τινά τοῦ πατρός ἔχειν”[2]. Ὁ ἄνθρωπος, γιά τόν ὁποῖον ὁμιλεῖ ὁ Παῦλος, δέν ἐπεσκέπτετο τά πορνεῖα, ἁπλῶς συζοῦσε μέ τήν μητριά του καί προφανῶς ὁ δεσμός του ἦταν ἐξ “ἀγάπης”. Δέν συζεῖ μέ χρήματα. Καί ὅμως γιά τόν Παῦλο ἡ ἀθέμιτος αὐτή συζυγία ἦταν πορνεία.

Οἱ ἐπινοήσεις αὐτές ὁδηγοῦν σέ ΑΤΥΠΟΝ ΠΟΛΥΓΑΜΙΑΝ!

Γιατί εἶναι αὐτονόητο ὅτι, ὅταν οἱ χριστιανές νέες διαφωνήσουν ἀργότερα μέ τό πρόσωπο πού ἀγαποῦν σήμερα καί μέ τό ὁποῖο “ὁλοκληρώνουν τήν ἀγάπη τους”, δέν ἐμποδίζονται νά τό ἀντικαταστήσουν μέ ἄλλο. Καί, ἄν καί μέ ἐκεῖνο διαφωνήσουν καί χωρισθοῦν, θά ἀναζητήσουν τήν “ἀγάπη” τρίτου, μετά τέταρτου, πέμπτου κ.ο.κ. μέχρις ὅτου “κάπου, κάποτε, μέ κάποιον” καταλήξουν σέ γάμο. Τό ἴδιο θά πράττουν καί οἱ χριστιανοί νέοι. Εἶναι δυνατόν νά τά θεωροῦμε ὅλα αὐτά ἀναμάρτητα; Γιατί τάχα γίνονται… ἐξ ἀγάπης καί ὄχι μέ χρήματα; Ὡραῖος Χριστιανισμός! Ὄμορφος κόσμος, ἠθικός, “ἀγγελικά” πλασμένος.

Οἱ θέσεις τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του εἶναι σαφεῖς καί καθορισμένες. Ἄς μή μᾶς πλανᾶ ὁ Διάβολος. Ἄς μή ἀπατοῦμε τόν ἑαυτό μας. Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί ἀνάξιοι. “Τίς καθαρός ἀπό ρύπου…”; Ἄς προσφέρουμε, ὅμως, τήν ἁμαρτωλότητα μας μέ ταπείνωση στόν Θεό μέ τήν μορφή τῆς μετάνοιας. Μή καθησυχάζουμε καί ναρκώνουμε τήν συνείδησή μας, λέγοντας ὅτι οἱ προγαμιαῖες σχέσεις δέν εἶναι ἁμαρτία. Ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι; Ναί. Ὅτι παρασυρθήκαμε; Ναί. Ὄχι ὅμως ὅτι δέν εἶναι ἁμαρτία, ὅτι δέν εἶναι πορνεία (ἡ σαρκική συνεύρεση ἐκτός γάμου).

Ἀδελφοί, “στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετά φόβου”!! εἴτε εἴμαστε Ἐπίσκοποι, κληρικοί, πνευματικοί, θεολόγοι εἴτε λαϊκοί. Ὁ Χριστός δέν ἐμπαίζεται. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι σαφής: “Ἐν ἐσχάταις ἡμέραις ἐνστήσονται καιροί χαλεποί· ἔσονται γάρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι… ἀκρατεῖς… φιλήδονοι μᾶλλον ἤ φιλόθεοι»[3]»[4].

Ὁ Κύριος καταδικάζει ὄχι μόνο τήν ἐκτός γάμου σωματική-σαρκική σχέση, ἡ ὁποία μολύνει τόν ἄνθρωπο ψυχικά καί σωματικά, ἀλλά ἀκόμα καί τό ἐμπαθές βλέμμα. «Ἀκούσατε», διδάσκει ὁ Κύριος, «ὅτι ἔχει εἰπωθεῖ στούς ἀρχαίους· νά μή μοιχεύσεις. Καί οἱ γραμματεῖς περιορίζουν τήν ἐντολή αὐτή στό ἁμάρτημα μέ ὕπανδρο γυναίκα. Ἀλλ’ ἐγώ σᾶς λέγω, ὅτι καθένας πού βλέπει ὁποιαδήποτε γυναίκα, γιά νά τήν ἐπιθυμήσει πρός ἁμαρτία, ἤδη μέ τήν ἐμπαθή αὐτήν ματιά ἐμοίχευσε αὐτήν μέσα στήν καρδιά του καί ἁμάρτησε μέ τήν πρόθεση καί προαίρεσή του»[5].

Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ὁ Κύριος δέν περιορίζει τήν ἁμαρτία μόνο στούς ἐγγάμους, ἀφοῦ λέγει «Καθένας πού βλέπει…», εἴτε ἔγγαμος, εἴτε ἄγαμος. Ἑπομένως καί ἡ λέξη μοιχεία πού χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριος περιλαμβάνει καί τήν πορνεία, δηλαδή τήν ἁμαρτία τῶν ἀγάμων διά τοῦ βλέμματος. Ὅπως ὁ ἔγγαμος δέν πρέπει νά βλέπει ἐμπαθῶς, ἔτσι καί ὁ ἄγαμος. Ἄν λοιπόν καταδικάζεται ἡ ἐμπαθής ματιά[6], πόσο μᾶλλον καταδικάζεται ἡ λεγόμενη καί κατ’ εὐφημισμόν «ὁλοκληρωμένη σχέση», ἡ σαρκική μίξη ἐκτός γάμου. Ἡ ὀρθή ὀνομασία της εἶναι «ὁλοκληρωμένη πορνεία», ὅταν γίνεται μεταξύ τῶν ἀγάμων καί «πλήρης μοιχεία», ὅταν οἱ παρεκτρεπόμενοι ἔχουν ἤδη συνάψει γάμο καί ἀπατοῦν τόν/τήν σύζυγό τους. Δέν εἶναι «ὁλοκλήρωση τῆς ἀγάπης τους», ὅπως θρασέως καί βλάσφημα ἰσχυρίζονται.

 

 

Ἀπόσπασμα ἀπό τό Βιβλίο:Ἐν Χριστῷ ἀγάπη ἤ Μεταπατερική θεολογία (Ἀρχ. Σάββα Ἁγιορείτου) – Νέο βιβλίο

 

 

[1]               Α΄Κορ. Ζ΄ 27-28: «Δέδεσαι γυναικί; Μή ζήτει λύσιν. Λέλυσαι ἀπό γυναικός; Μή ζήτει γυναίκα. Ἐάν δέ καί γήμης οχ ἤμαρτες».

[2]               Α΄Κορ. 5, 1.

[3]               Β’ Τιμ. 3, 1.

[4]               π. Γεωργίου Καλπούζου «ΕΦΗΒΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΓΑΜΙΑΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ», Ἐκδ. ΦΩΤΟΔΟΤΕΣ, σελ. 35-38, Ἀναβάσεις, 4 Δεκεμβρίου 2013, http://anavaseis.blogspot.gr/2013/12/blog-post_1341.html.

[5]               Ματθ. 5, 27-28:«Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, Οὐ μοιχεύσεις. 28 ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρός τό ἐπιθυμῆσαι αὐτήν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ».

[6]                      Ὁ ἐμπαθῶς βλέπων ἁμαρτάνει εἴτε εἶναι ἐντός, εἴτε ἐκτός γάμου. Ἐπίσης ἁμαρτάνει καί καταδικάζεται εἴτε βλέπει ἀνύπανδρο ἤ ὕπανδρο γυναῖκα. Τά ἀντίστοιχα βέβαια ἰσχύουν καί γιά τίς γυναῖκες, πού βλέπουν ἐμπαθῶς τούς ἄνδρες. Ἀκόμη καί τόν/τήν ἴδια σύζυγο θά πρέπει νά βλέπει ἁγνά καί ὄχι ἐμπαθῶς ἡ/ὁ σύζυγος ἀφοῦ ὁ γάμος εἶναι δρόμος γιά τόν ἐξαγνισμό καί τήν θέωση. Δέν εἶναι κολαστήριο καί τρόπος σαρκοποίησης τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Γάμος πρέπει νά τίμιος καθ’ ὅλα, καθ’ ὅλους τούς τρόπους καί σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις, ὅπως διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή καί ἑρμηνεύει ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Βλ.: Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄Ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, Τόμος Γ’, Ἐκδόσεις Ὀρθοδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1990, σελ. 737-738.