Στήν πα­ροῦ­σα ζω­ή, ἐ­κεῖ­νοι πού πο­θοῦν τήν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν τους μέ τήν ἀδι­κί­α, μοιά­ζουν μ’ ἐ­κεί­νους πού προ­σπα­θοῦν νά ξε­δι­ψά­σουν μέ ἁ­λα­τι­σμέ­νο νε­ρό!

Τό κε­νό, τό ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­το, θά μένει πάν­το­τε μέ­σα στήν ψυ­χή τους, ὅ­ταν προ­σπα­θοῦν νά κερ­δί­ζουν χωρίς τή δι­και­ο­σύ­νη.
Ἐ­κεῖ­νοι πού δι­ψοῦν καί πει­νοῦν γιά τήν πνευ­μα­τι­κή τε­λει­ό­τη­τα, αὐ­τοί θά ἱ­κα­νο­ποι­οῦν τούς βα­θύ­τε­ρους πό­θους τῆς ψυ­χῆς τους, καί ὁ Θε­ός τῆς δι­και­ο­σύ­νης βέ­βαι­α θά εἶ­ναι μό­νι­μος συγ­κά­τοι­κός τους.
Ἄν ἀ­σκοῦν τή δι­και­ο­σύ­νη, θά ἔ­χουν μί­α βα­θειά εἰ­ρή­νη στή συ­νεί­δη­σή τους, ὅ­τι δέν ἀ­δί­κη­σαν κα­νέ­ναν.

Πολ­λές φο­ρές, ξέ­ρε­τε, τό λέ­με: «Δέν ἀ­δί­κη­σα κα­νέ­ναν». Εἶ­ναι πο­λύ ἐ­πι­πό­λαια ἐκ­φο­ρά κου­βέν­τας, «Δέν ἀ­δί­κη­σα κα­νέ­ναν»!
Ἐ­γώ, ἄν ψά­ξω τόν ἑαυτό μου, θά δῶ ὅ­τι ἔ­χω ἀ­δι­κή­σει καί ἐ­σᾶς.
Ἄν δέν κά­νω κα­λό μά­θη­μα, σᾶς ἀ­δι­κῶ.
Ἄν ὁ κα­θη­γη­τής στό σχο­λεῖο δέν κά­νει κα­λό μά­θη­μα, ἀ­δι­κεῖ δέν ἀ­δι­κεῖ;
Κι ὕστερα λέ­με: «Δέν ἀ­δί­κη­σα κα­νέ­ναν»!
Δέν ἀ­δικήσαμε κα­νέ­ναν..? 
___________
π.Αθανάσιος Μυτιληναίος
Απόσπασμα από την 4η ομιλία στην κατηγορία 
« Οἱ Μακαρισμοί »