Β. Ο ΕΞΟΜΟΛΟΓΟΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

Ποῖος ἦταν ὁ τρόπος ἐξομολόγησης πού ἀκολουθοῦσε ὁ Ὅσιος Γέροντας Πορφύριος;

Δημιουργοῦσε κλῖμα ἄνεσης καί ἐμπιστοσύνης. «Μέ τήν ἁπλότητα ἡ ὁποία τόν διέκρινε καί μέ τήν καταδεκτικότητα, τήν ὁποία εἶχε», διηγεῖται πνευματικό του παιδί, «δημιουργοῦσε στόν κάθε ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος πήγαινε κοντά του, κλίμα ἀνέσεως καί ἐμπιστοσύνης, πού εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Μετανοίας καί Ἐξομολογήσεως… Πολλοί ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐδυσκολεύοντο νά ὁμολογήσουν ἐνώπιον ἄλλων κληρικῶν διάφορα πράγματα, ἐνώπιόν του μακαριστοῦ Γέροντος ἠσθάνοντο ἄνετα καί ἐξομολογοῦντο»[89].

Γιά νά μήν νιώθουν ἄβολα οἱ ἄνθρωποι, διηγεῖται ὁ καρδιολόγος του Γεώργιος Παπαζάχος, «ὅσους πήγαιναν κοντά του γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν, δὲν τοὺς κοίταζε κατάματα… Τοὺς ἔριχνε μόνο μιὰ ματιά, τὴν ὥρα ποὺ ἔμπαιναν, καὶ μετὰ ἔσκυβε τὸ κεφάλι του. Καί, πολλὲς φορές, πρὶν ἀκόμη ἀρχίσουν νὰ τοῦ μιλοῦν, τοὺς ἔλεγε ἐκεῖνος:“Κοίταξε, ἀπὸ τὸ χαρτάκι ποὺ ἔγραψες, μόνο τὸ τρία καὶ τὸ πέντε εἶναι ἁμαρτίες. Τὰ ἄλλα δὲν εἶναι ἁμαρτίες. Πές μου, λοιπόν, γιὰ τὸ τρία καὶ τὸ πέντε καί, ἅμα μᾶς μείνει χρόνος, μοῦ λὲς καὶ γιὰ τὰ ἄλλα”… Κι ἔβγαιναν ἔξω οἱ ἄνθρωποι ἐντυπωσιασμένοι ἀπό τό τόσο δυνατό διορατικό χάρισμά του, τό διατυμπάνιζαν, καί νά ὁ κόσμος νά μαζεύεται καί νά τρέχει νά ἐξομολογηθεῖ στό Γέροντα Πορφύριο»[90].

Ὅταν βεβαίως εἶχε τόν ἀπαιτούμενο χρόνο, ὅπως βεβαιώνουν πνευματικά του παιδιά, τούς ἄφηνε νά λένε ἄνετα ὅ,τι εἶχαν, ἀξιολογώντας τα ὅλα, ἀκόμη καί τά φαινομενικῶς «ἄσχετα» πού ἔλεγαν. Στό τέλος, ἴσως τούς ἔλεγε κάτι πού ἀφοροῦσε τό σπουδαιότερο, τό ὁποῖο ἔπρεπε νά προσέξουν, χωρίς ὅμως νά τό τονίσει ἰδιαίτερα, γιά νά μή δημιουργήσει ἀντίδραση ἤ ἀπόγνωση.
      Μέ τήν συμβουλευτική ἀλλά καί τήν ὅλη του στάση, φρόντιζε ἰδιαίτερα νά ἀπομακρύνει ἀπό τόν ἐξομολογούμενο τήν ἀπόγνωση πού φέρνει ὁ πονηρός. «Σὲ δεχόταν καὶ σὲ ἀγαποῦσε ὁ π. Πορφύριος·» διηγεῖται πνευματικό του παιδί, «ὅποιος καὶ νὰ ἤσουν, ὅπως καὶ νὰ ἤσουν. Δίπλα του, ἀκόμη καὶ ἡ πιὸ μεγάλη ἁμαρτία ἔπαιρνε ἄλλες διαστάσεις. Δὲν κλονιζόσουν, δὲν σὲ κατελάμβαναν ἡ ἀπόγνωση καὶ ἡ ἀπελπισία. Μόνο θλιβόσουν, γιατὶ διέπραξες τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο, γιατὶ δὲν ἐφάρμοσες τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μόνο δὲν σ’ ἄφηνε ν’ ἀπογοητεύεσαι ἀπὸ τὶς πτώσεις σου, ἀλλά, ἀντίθετα, σὲ βοηθοῦσε νὰ ἀξιοποιεῖς κάθε πτώση σου, ὥστε νὰ τὴν χρησιμοποιήσεις ὡς μιὰ ἔπαλξη γιὰ ἕνα νέο ξεκίνημα, γιὰ μιὰ νέα πνευματικὴ κατάκτηση. Καὶ τότε σοῦ ἔδειχνε ἀκόμη περισσότερη ἀγάπη, ἀκόμη περισσότερη ἀποδοχή. Ἔπαιρνε τὸ χέρι σου μέσα στὸ δικό του κι ἄρχιζε νὰ σοῦ μαθαίνει πῶς νὰ περπατᾶς στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ»[91].

      Ἀρχιμ. Σάββας Ἁγιορείτης

[89] Ἀνθολόγιο σελ. 173.

[90] Κλείτου Ἰωαννίδη, Γεροντικό τοῦ 20ου αἰῶνος, Ἐκδ. Ν. Παναγόπουλος, Α΄ ἔκδ. 1999, (στό ἑξῆς: Γεροντικό 20ου αἰ.) σελ. 74.

[91] Ἀνθολόγιο σελ. 170.