Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ σήμερα ἔχουμε νά μελετήσουμε ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, πού εἶναι διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη. Εἶναι ἐπίκαιρο..
«Εἰς κρῖμα ἐγώ εἰς τόν κόσμον τοῦτον ἦλθον»[1], λέει ὁ Κύριος. Κρίμα θά πεῖ κρίσις. Καί διάκρισις καί ξεχωρισμός. Ἦρθα ἐγώ, λέει, στόν κόσμο αὐτό γιά νά γίνει κρίσις. Ὅπως τώρα, βλέπετε, μέ τόν κορονοψευδοϊό ἔγινε κρίσις καί χωριστήκαμε σέ δύο στρατόπεδα, σ’ αὐτούς πού δέν φοβοῦνται καί σ’ αὐτούς πού φοβοῦνται νά κοινωνήσουν, νά πᾶνε στήν ἐκκλησία κλπ. Σ’ αὐτούς πού πολεμᾶνε τήν Θεία Κοινωνία καί σ’ αὐτούς πού συνεχίζουν σταθερά νά κοινωνοῦν. Λοιπόν, ὁ Κύριος δημιουργεῖ διχασμό. Καί πρέπει νά τό καταλάβουμε αὐτό. Κρίση ἡ ὁποία εἶναι ἀναπόφευκτη, γιατί ὅλοι δέν θέλουν ν’ ἀκολουθήσουν τόν Κύριο. Ὁπότε οἱ ἐχθροί, οἱ ἀντίπαλοι, οἱ διαφωνοῦντες, χωρίζονται ἀπ’ αὐτούς πού συμφωνοῦν. Δέν εἶναι δυνατόν ὅλοι νά συμφωνήσουν. Καί ὁ Κύριος τό εἶπε, ὅτι «ἐγώ δέν ἦλθα νά βάλω εἰρήνη, ἦρθα γιά νά βάλω μάχαιρα∙ νά χωρίσω πατέρα ἀπό γιό, μητέρα ἀπό κόρη, νύφη ἀπό πεθερά»[2]. Βέβαια, οἱ νύφες ἀπό τίς πεθερές εἶναι συνήθως χωρισμένες καί γιά ἄλλους λόγους, ἀλλά πολλές φορές χωρίζονται καί γιά λόγους πίστεως. Δηλαδή, θέλει νά πεῖ ὁ Κύριος ὅτι, μήν περιμένουμε ὅλοι νά εἶναι μαζί μας.
Πάντοτε θά ἔχουμε καί ἀντιπάλους, ἀντιπάλους τῆς πίστεώς μας καί τῶν πιστεύω μας, τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Χριστό. Καί δέν πρέπει νά μᾶς ξενίζει καί νά μᾶς ξινίζει αὐτό τό πράγμα, νά μᾶς στενοχωρεῖ δηλαδή, πού κάποιοι μᾶς βρίζουν, μᾶς ἐπιτίθενται, καί τώρα ἔτι καί ἔτι… ὑπάρχει ἕνας ρατσισμός ἀπέναντι στούς ἀνθρώπους πού κοινωνοῦν. Στά ἐργασιακά τους περιβάλλοντα οἱ συνάδελφοί τους τούς ἐπιτίθενται, γιατί τούς θεωροῦν ἐπικίνδυνους. Καί στό σπίτι ἀκόμα, αὐτοί πού δέν ἐκκλησιάζονται ἐπιτίθενται σ’ αὐτούς πού ἐκκλησιάζονται. Καί πολλές φορές, ἐπειδή αὐτοί εἶναι καί ἡλικιωμένοι, ἀνήμποροι οἱ καημένοι, δέχονται πυρά πολύ ἔντονα καί ἀπαγορεύσεις. Τούς καθηλώνουν μέσα στό σπίτι σάν φυλακισμένους. Πράγματα ἀπαράδεκτα. Ἐσύ φοβᾶσαι καί δέν θέλεις νά κοινωνήσεις, μήν κοινωνᾶς! Ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἐμποδίζεις, ἤ νά ὑβρίζεις, ἤ νά ἐπιτίθεσαι στόν ἄλλον πού κοινωνάει.
«Εἰς κρῖμα ἐγώ εἰς τόν κόσμον τοῦτον ἦλθον»[3], λέει ὁ Κύριος. Ἦρθα λοιπόν γιά νά χωρίσω, γιά νά δημιουργήσω κρίση. «Ἵνα οἱ μή βλέποντες βλέπωσι καί οἱ βλέποντες τυφλοί γένωνται»[4]. Δέν γνωρίζω, ἄν τό ἔχετε μελετήσει ἄλλη φορά αὐτό τό χωρίο, εἶναι ἀπό τό 9ο κεφάλαιο τοῦ κατά Ἰωάννη Εὐαγγελίου. Ὁ Κύριος τό λέει. Ἦρθα, λέει, γιά νά δημιουργήσω κρίση, νά ξεχωρίσω, νά δημιουργήσω διαχωρισμό στόν κόσμο αὐτό, ἔτσι ὥστε αὐτοί πού δέν βλέπουν νά βλέπουν καί αὐτοί πού βλέπουν, νά γίνουν τυφλοί. Τί θά πεῖ τώρα αὐτό; Ἔχει πολύ ὡραῖο καί σπουδαῖο νόημα, ὅπως ὅλα πού λέει ὁ Κύριος.
Αὐτοί πού δέν βλέπουν νά βλέπουν, ἐννοεῖ αὐτούς οἱ ὁποῖοι μέχρι τότε δέν γνώριζαν τήν Ἀλήθεια, πού εἶναι ὁ Ἴδιος, καί ἑπομένως ἤτανε τυφλοί πνευματικά, δέν ἔβλεπαν. Γιατί, ἄν δέν βλέπεις τό φῶς, τόν Χριστό, τήν Ἀλήθεια, εἶσαι στό σκοτάδι. Γι’ αὐτό ἦρθα, λέει ὁ Χριστός, ἔτσι ὥστε καί αὐτοί πού δέν βλέπουν καί θέλουν νά δοῦν, καί ἔχουν καλή διάθεση, καί ἔχουν ταπεινό πνεῦμα, νά δοῦν, δεχόμενοι τήν ἀλήθεια πού θά τούς ἀποκαλύψω. Καί αὐτοί πού βλέπουν, ἐννοεῖ πού νομίζουν ὅτι βλέπουν, ὅπως οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι, καί δέν ἔχουν ἀνάγκη ν’ ἀκούσουν κανέναν, τά γνωρίζουν ὅλα, τά ξέρουν ὅλα, τυφλοί γένωνται, νά γίνουν τυφλοί. Γιατί ἕνας πού δέν δέχεται τό φῶς καί δέν δέχεται τήν θεραπεία πού τοῦ προσφέρει ὁ Κύριος, καί λίγο νά βλέπει, μετά δέν βλέπει καθόλου. Καί τό λίγο πού ἔχει, τό χάνει κι αὐτό, ἄν ἔχει ἔστω καί λίγο. Λοιπόν, οἱ γραμματεῖς, οἱ Φαρισαῖοι, ὅλοι αὐτοί οἱ Ἰουδαῖοι, ἀπέρριψαν τόν Χριστό, ἔχασαν τά πάντα καί χάθηκαν ὡς περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ. «Ἀρθήσεται ἡ βασιλεία ἀφ᾿ ὑμῶν καί δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τούς καρπούς αὐτῆς»[5], εἶπε ὁ Κύριος στούς Ἰουδαίους. Θά φύγει ἡ βασιλεία ἀπό σᾶς, δηλαδή ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, καί θά πάει σ’ ἕνα ἔθνος τό ὁποῖο ἐργάζεται τόν πνευματικό καρπό, τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί αὐτό τό ἔθνος εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὄχι μόνο οἱ Ἕλληνες, ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι λαοί. Αὐτοί πλέον ἔχουνε τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά, βλέπετε, καί ἀπό τούς ὀρθόδοξους λαούς πόσοι ζοῦνε μέσα στή Βασιλεία; Ἡ ὁποία Βασιλεία -τί ὡραῖο εἶναι αὐτό- εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία.

– Πόσοι πᾶνε στήν Θεία Λειτουργία ἀπό τούς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες; Καί ἀπό αὐτούς πού πᾶνε, πόσοι ζοῦνε πραγματικά τήν Θεία Λειτουργία γιά νά ποῦμε ὅτι εἶναι υἱοί τῆς Βασιλείας;
Ἐλαχιστότατοι! Γι’ αὐτό φοβᾶμαι, ὅτι ἄν δέν μετανοήσουμε ἀληθινά καί δέν ἐργαστοῦμε, σέ λίγα χρόνια δέν θά ἔχουμε Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στήν Ἑλλάδα. Δέν θά ὑπάρχει Ἐκκλησία στήν Ἑλλάδα, τοπική Ἐκκλησία. Ἀλλά βλέπετε, πόσο ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει, ὅπως σᾶς εἶπα καί προηγουμένως, παρ΄ ὅλες τίς μεγάλες μας προδοσίες τῆς πίστεως, τό Κολυμπάρι τῆς Κρήτης τό ’16, τό ’19 στό Οὐκρανικό θέμα, σταμάτησε αὐτόν τόν μολυσμό -ὅπως μοῦ τό ἔλεγε ἕνας σεβαστός πρεσβύτερος, δέν εἶναι δική μου ἡ σκέψη, εἶναι ἑνός ἱερέως πού ἔχει μελετήσει πολύ τό θέμα τοῦ Σιωνισμοῦ καί τῆς Μασονίας καί τά γνωρίζει πολύ καλά, καί μοῦ ἔλεγε ὅτι αὐτό ἔγινε τώρα. Καί ὄντως ἔτσι εἶναι. Μέ τό κλείσιμο αὐτό ὅλο, τούς περιορισμούς τῶν μετακινήσεων καί μέ τό κλείσιμο τῶν ἐκκλησιῶν, σταμάτησαν νά περιοδεύουν ὅλοι αὐτοί οἱ σχισματικοί στήν Ἑλλάδα, γιατί δέν μποροῦσαν νά μετακινηθοῦν, καί νά μολύνουν τούς ναούς μας καί νά διασπείρουν τό σχίσμα, αὐτό τό μόλυσμα τῆς ψευτοεκκλησίας, τῆς λεγόμενης «αὐτοκέφαλης ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας».
Λέει λοιπόν ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, ἀρχίζει μέ αὐτό τό ρητό τοῦ Κυρίου μας καί λέει, «ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὁ Κύριός μας μετά τή θεραπεία τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ γιά τήν ὁποία ἀκούσαμε σήμερα στό ἱερό Εὐαγγέλιο, εἶπε: «Ἦρθα γιά νά φέρω σέ κρίση τόν κόσμο, ἔτσι ὥστε αὐτοί πού δέν βλέπουν νά βροῦν τό φῶς τους, κι ἐκεῖνοι πού βλέπουν ν’ ἀποδειχθοῦν τυφλοί»[6]»[7], πού νομίζουν ὅτι βλέπουν. Γι’ αὐτό πάλι ἔλεγε ὁ Χριστός μας, «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω»[8]. Ὅσοι ἔχουν αὐτιά, δέν σημαίνει ὅτι ἀκοῦνε κιόλας, ὅτι ὑπακοῦνε δηλαδή στόν νόμο τοῦ Θεοῦ.
– Ἔχετε αὐτιά πραγματικά, ὅπως τά θέλει ὁ Θεός;
Ἀκοῦτε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά πολλοί ἔχουν αὐτιά καί εἶναι κουφοί πραγματικά. Καί ἄν τούς προσφερθεῖ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, δέν θέλουν ν’ ἀκούσουν τίποτα, κλείνουν τά αὐτιά τους. Αὐτό λέει ὁ Κύριος λοιπόν. Τό ἴδιο καί μέ τό φῶς. Ἔχουν μάτια, ἀλλά δέν θέλουν νά βλέπουν τό φῶς. Τούς ἀρέσει τό σκοτάδι. Καί ὅταν τούς προσφερθεῖ τό φῶς, κλείνουν τελείως τά μάτια τους καί γίνονται τελείως τυφλοί. Αὐτό γίνεται μέ τόν Χριστό διαχρονικά εἰς τούς αἰῶνας. Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Ἅγιος Συμεών στήν Παναγία μας, «αὐτός πού κρατῶ στά χέρια μου θά εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο»[9]. Πάντοτε ὁ Χριστός μας εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο. Ἄλλοι θά λένε καλά πράγματα καί ἄλλοι θά λένε ἐναντίον Του, κακά πράγματα. Τό ἴδιο καί κάθε Ἅγιος, τό ἴδιο καί κάθε ἀληθινός Χριστιανός. Γι’ αὐτό εἶπε πάλι ὁ Χριστός μας, «ἀλλοίμονό σας, ἄν σᾶς ποῦν καλά λόγια ὅλοι οἱ ἄνθρωποι»[10]. Δέν πᾶτε καλά, δέν πᾶτε καθόλου καλά, ἄν ὅλοι σᾶς λένε καλά λόγια. Σημαίνει ὅτι δέν εἶστε δικοί Μου. Γιατί ὅποιος εἶναι δικός Μου, διώκεται. Εἶναι σημεῖο ἀντιλεγόμενο, ὅπως εἶμαι καί Ἐγώ ὁ ἴδιος, λέει ὁ Χριστός. Καί θά ἔχει καί ἀνθρώπους νά τοῦ λένε, ἔτσι εἶναι, σωστά τά λές.. καί θά ἔχει καί ἄλλους πού θά τοῦ λένε, τί εἶναι αὐτά πού λές;.. εἶσαι ἀπαράδεκτος κ.λ.π. καί τί εἶναι αὐτά πού κάνεις (ὄχι μόνο πού λές, ἀλλά καί πού κάνεις).
Ἦρθα λοιπόν, λέει ὁ Κύριος, γιά νά χωρίσω καί νά φωτίσω αὐτούς πού ἔχουνε σκοτάδι καί θέλουνε νά βροῦνε τό φῶς καί νά γίνουνε τελείως τυφλοί αὐτοί οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι βλέπουν, ἀλλά δέν ἀγαποῦν τό φῶς. «Τέτοια λόγια», λέει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, «δέν μποροῦσαν ν’ ἀφήσουν ἀδιάφορους τούς ὑπερήφανους «σοφούς» καί «δικαίους» τοῦ κόσμου τούτου, ὅπως ἦταν οἱ Φαρισαῖοι. Ἐξαιτίας τῆς φιλαυτίας τους καί τῆς μεγάλης ἰδέας πού εἶχαν γιά τόν ἑαυτό τους, αἰσθάνθηκαν θιγμένοι ἀπό τήν παρατήρηση τοῦ Κυρίου»[11]. Τό ἔπιασαν τό νόημα, τί τούς ἔλεγε. Ἐμμέσως πλήν σαφῶς τούς ἔλεγε, ὅτι νομίζετε ὅτι βλέπετε, ἐνῶ εἶστε τυφλοί. Ἀνοίξτε τά μάτια σας, ἀνοίξτε τά αὐτιά σας. Καί τί κάνουν; Ἀντιδροῦν «μέ μιά ἐρώτηση, πού ἐκφράζει τήν ἀγανάκτηση καί τήν ἔπαρσή τους, ἀλλά συνάμα καί τήν χλευαστική τους διάθεση καί τόν φθόνο τους καί τήν περιφρόνησή τους πρός τόν Χριστό: «Μήπως εἴμαστε κι ἐμεῖς τυφλοί;»[12]». Εἶναι ὁ στίχος ὁ ἑπόμενος, στό 9ο κεφάλαιο, ὁ 40ος. Τί εἶναι αὐτά πού μᾶς λές; δηλαδή. Τί ἐννοεῖς; Μήπως κι ἐμεῖς εἴμαστε τυφλοί; Ἐμεῖς πού ξέρουμε τόν νόμο ἀπ’ ἔξω καί ἀνακατωτά; Πού ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι νά πάρουν ἀπό μᾶς συμβουλές καί καθοδήγηση; Ὅπως καί σήμερα κάποιοι λένε, οἱ ἀρχιερεῖς εἶναι ἡ αὐθεντική φωνή τῆς Ἐκκλησίας. Μή μιλᾶτε ἐσεῖς, ὁ μπακάλης, ὁ μανάβης, τί δουλειά ἔχετε νά θεολογεῖτε;… Μόνο ἐμεῖς, μόνο ἡ Σύνοδος εἶναι ἡ αὐθεντική φωνή τῆς Ἐκκλησίας! Ποιός τό εἶπε αὐτό; Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς λένε, ὅτι ἡ αὐθεντική φωνή τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται διά τοῦ λαοῦ τελικά καί ἐπικυρώνεται διά τοῦ λαοῦ. Ὅσες Σύνοδοι καί νά ὑπάρξουν καί νά ἀποφασίσουν, ἄν δέν τά ἐπικυρώσει ὁ εὐσεβής λαός, ὄχι ὁ ὄχλος, οἱ εἰδωλολάτρες, ὅπως εἶναι οἱ περισσότεροι Ἕλληνες σήμερα, ἀλλά οἱ εὐσεβεῖς, οἱ ἀληθινά ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, δέν ἰσχύει καμία Σύνοδος καί καμιά ἀπόφαση. Γι’ αὐτό μᾶς λένε τώρα, κάντε ὑπακοή στήν Σύνοδο.
– Γιατί νά κάνουμε ὑπακοή, ὅταν αὐτά πού μᾶς λέει εἶναι ἀντίθετα μέ αὐτά πού λέει διαχρονικά ἡ Ἐκκλησία;
– Πότε καί ποιά Σύνοδος καί ποιός ἀρχιερέας καί ποιός ἅγιος ἔκλεισε τίς ἐκκλησίες σέ καιρό πανδημίας;
Κανένας Ἅγιος καί καμιά Σύνοδος, ποτέ! Γιατί λοιπόν νά σᾶς ἀκούσουμε; Εἶναι ἀντίθετα μέ αὐτά πού ἔλεγε ἡ Ἐκκλησία καί ὁ εὐσεβής λαός καί τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ δηλαδή διαχρονικά εἰς τούς αἰῶνας.
Τοῦ ἀπαντοῦνε λοιπόν χλευαστικά, εἰρωνικά, μέ φθόνο καί μέ περιφρόνηση. Τί μᾶς λές τώρα;.. Καί ἐμεῖς δηλαδή εἴμαστε τυφλοί;.. Καί «στήν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου καθρεφτίζεται ἡ ψυχική κατάσταση τῶν Φαρισαίων, ἡ ὁποία προκάλεσε τήν ἐρώτησή τους». Κοιτάξτε, ὁ Κύριος προσπαθεῖ νά βοηθήσει τούς πάντες, καί τούς ὑπερήφανους καί τούς ταπεινούς. Καί τούς χλευάζοντες καί τούς φθονοῦντες καί αὐτούς πού πηγαίνουν κοντά Του ἀγαπητικά. Τί τούς λέει; «Ἄν ἤσασταν τυφλοί, δέν θά ἤσασταν ἔνοχοι». Τί ὡραῖα! Ἄν τό παραδεχόσαστε δηλαδή ὅτι εἶστε τυφλοί.. καλά τό λέτε, τυφλοί εἶστε! Ἀλλά δέν τό παραδέχεστε. Μέ ρωτᾶτε, ἄν εἴμαστε κι ἐμεῖς τυφλοί. Σᾶς λέω, εἶστε, ἀλλά δέν τό παραδέχεστε. Ἄν τό παραδεχόσαστε καί λέγατε ὅτι εἴμαστε τυφλοί, δέν θά ἤσασταν ἔνοχοι. «Τώρα, ὅμως, λέτε μέ βεβαιότητα ὅτι βλέπετε· ἡ ἐνοχή σας, λοιπόν, παραμένει»[13]. Τό νά εἶσαι τυφλός καί νά λές ὅτι βλέπεις, εἶναι τό λιγότερο ἀνοησία. Εἶναι καί ὑπερηφάνεια.. εἶναι πολλά. Εἶσαι μέσα στό σκοτάδι, μέσα στήν πλάνη. Αὐτό εἶχαν πάθει οἱ Φαρισαῖοι. Ἄν παραδεχόντουσαν τήν κατάστασή τους, ὅτι ὄντως δέν ἔβλεπαν, ὅτι ὄντως ἦταν τυφλοί, δέν θά εἴχανε ἐνοχή. Τούς λέει ὁ Κύριος, τώρα ὅμως ἔχετε ἐνοχή.
«Πόσο φοβερή ἀσθένεια τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἔπαρση!»[14]. Βλέπεις, ἕνας ὑπερήφανος ἄνθρωπος πάει σ’ ἕναν πνευματικό ἤ τέλος πάντων συζητάει μέ ἕναν πνευματικό καί τοῦ λέει, αὐτό πού λές εἶναι ὑπερηφάνεια.. ἐγώ;.. ἐγώ ὑπερηφάνεια;… ξέρεις τί ταπεινός ἄνθρωπος εἶμαι ἐγώ;.. Δέν τό δέχεται μέ τίποτα ὅτι εἶναι ὑπερήφανος. Κι αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἡ καταδίκη του. Ἐνῶ βλέπεις, ὁ ταπεινός ἄνθρωπος καί ἄδικα νά τοῦ πεῖ κάποιος, «εἶσαι ὑπερήφανος», θά τό σκεφτεῖ. Θά πεῖ, ἔτσι εἶναι ὅπως τό λές. Ὁ ὑπερήφανος δέν τό δέχεται μέ τίποτα ὅτι εἶναι ὑπερήφανος! Αὐτό ἀκριβῶς πού καί οἱ Φαρισαῖοι λένε ἐδῶ. Καί τούς λέει ὁ Κύριος, ἡ ἐνοχή σας παραμένει, γιατί ἔχετε ἔπαρση, ἔχετε ὑπερηφάνεια.
«Στά ἀνθρώπινα ἔργα», λέει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος, «στερεῖ ἀπό τόν ὑπερόπτη τή βοήθεια καί τή συμβουλή τοῦ πλησίον»[15] ἡ ὑπεροψία. Ἕνας ὑπερόπτης, στά ἀνθρώπινα τώρα, ὄχι στά ἔργα τά θεϊκά, τά πνευματικά, στά καθημερινά στερεῖ ἀπό τόν ἑαυτό του ἕνας ὑπερόπτης τή βοήθεια καί τή συμβουλή τοῦ πλησίον. Σοῦ λέει, γιατί νά ρωτήσω; Ξέρω! Ἐνῶ ἄν ρωτοῦσε, θά μάθαινε πολύ σπουδαῖα πράγματα καί θά ἔβλεπε πόσο λίγα πράγματα ξέρει καί πόσο καλύτερα θά τό ἔκανε αὐτό τό ἀνθρώπινο, τό καθημερινό τό ἔργο. Ἀλλά δέν καταδέχεται νά ρωτήσει. Δέν καταδέχεται νά ζητήσει βοήθεια. Γιατί νά ζητήσω βοήθεια;.. Θά τό κάνω μόνος μου!
Καί στό ἔργο τοῦ Θεοῦ» τώρα, πού εἶναι πολύ ἀνώτερο ἀπό τά καθημερινά ἔργα, «στό ἔργο τῆς σωτηρίας -ἡ ἔπαρση- στέρησε ἀπό τούς ἀλαζόνες Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυρίου καί στερεῖ καί ἀπό τούς Φαρισαίους κάθε ἐποχῆς τόν πιό πολύτιμο θησαυρό, τήν θεία δωρεά πού ἔφερε ἀπό τόν οὐρανό ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ»[16], τήν Θεία Χάρη δηλαδή. «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν»[17]. Εἶσαι ἐπηρμένος, ὑπερήφανος; Χάνεις τήν Θεία Χάρη, τήν δωρεά τοῦ Οὐρανοῦ.
Ἡ ἔπαρση στέρησε καί τότε καί στερεῖ καί σήμερα ἀπό τούς Φαρισαίους τήν Θεία Χάρη, τόν ἴδιο τόν Χριστό, «τούς στέρησε καί τούς στερεῖ τήν θεία ἀποκάλυψη καί τήν μακαρία κοινωνία μέ τόν Θεό»[18].
– Ξέρετε, γιατί ὑπάρχει σήμερα αὐτό τό τεράστιο μπέρδεμα;
Καί ἄλλοι παπάδες καί ἄλλοι ἀρχιερεῖς λένε, μολυνόμαστε, νά προσέχετε, νά ἀπολυμαίνετε τόν ναό, νά κρατᾶτε ἀποστάσεις, νά φορᾶτε μάσκες… καί ἄλλοι λένε, ὅπως πρός τιμήν του ὁ δικός μας ὁ Σεβασμιώτατος ἐδῶ, ὅτι δέν ὑπάρχει μολυσμός μέσα στόν ναό! Καί τό ἔγραψε ὁ ἄνθρωπος καί δέχτηκε τεράστια πολεμική ἀπό ἄλλους… ἐκκλησιαστικούς, παρακαλῶ! Κι ὅμως αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Δέν μολυνόμαστε ἀπό τήν παραμονή μας μέσα στόν ναό οὔτε ἀπό τόν ἀσπασμό τῶν ἁγίων εἰκόνων ἤ τῶν χειρῶν τῶν ἱερέων.
– Γιατί, ὅμως, κάποιοι ἄλλοι ἱερεῖς καί ἀρχιερεῖς λένε τά ἀνάποδα;
Γιατί ἔχουν ἔπαρση. Καί ἡ ἔπαρση τούς στερεῖ τήν Θεία Χάρη. Καί ἡ ἔπαρση τούς στερεῖ τή θεία πληροφορία, τό βίωμα δηλαδή τοῦ Θεοῦ. Δέν ἔχουνε ἐμπειρία Θεοῦ. Δέν ἔχουνε ἐμπειρία Χάριτος καί βασίζονται στήν ἀνθρώπινη λογική, στήν θεά ἐπιστήμη…
Ὅπως καί τότε οἱ Φαρισαῖοι ἦταν σκοτισμένοι, δέν βλέπανε τήν ἀλήθεια. Ἕνα τεράστιο θαῦμα ἔκανε ὁ Χριστός μας, ἔδωσε μάτια(!), ὄχι ἁπλῶς ἄνοιξε τά μάτια, δέν εἶχε μάτια καθόλου αὐτός ὁ ἄνθρωπος, τίποτα! Ἄδειες ἦταν οἱ κόγχες του. Ἕνα κενό ἦταν. Μόνο κόκκαλο καί δέρμα. Καί ἐκεῖ μέσα ἔφτιαξε μάτια ὁ Χριστός! Καί αὐτοί λέγανε, τό ἔκανε Σάββατο, εἶναι παράνομος… Καταλάβατε τόν σκοτισμό τῶν ἀνθρώπων;
Στεροῦνται λοιπόν οἱ ἐπηρμένοι, οἱ ὑπερήφανοι, τήν Θεία Χάρη καί τήν θεία γνώση, τήν γνώση τοῦ Θεοῦ καί τῶν τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ὑπάρχει αὐτή ἡ σύγχυση. Καί σέ ὅλα τά θέματα τά πνευματικά. Καί ἀκοῦς ἕνας πνευματικός λέει «α», καί ἀκοῦς ἄλλος, πνευματικός κι αὐτός, καί λέει «-α». Γιατί ἀκριβῶς ὑπάρχει αὐτή ἡ διαφορά, ὁ ἕνας εἶναι ταπεινός καί ἔχει τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καί ἀκολουθεῖ τούς ἁγίους Πατέρες καί ὁ ἄλλος εἶναι ἐπηρμένος καί στερεῖται τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ καί λέει ἀκριβῶς τά ἀντίθετα, τά διαβολικά δηλαδή. Ξέρετε πόσοι πνευματικοί σήμερα δυστυχῶς – δυστυχέστατα λένε, μέ συγχωρεῖτε θά τό πῶ γιατί εἴμαστε μεγάλοι, στά ζευγάρια κάντε ὅ,τι θέλετε μέσα στήν κρεβατοκάμαρά σας; Ἐγώ δέν ἀσχολοῦμαι… Ὅλες οἱ ἀνωμαλίες, ὅλες οἱ διαστροφές, νόμιμα ὅλα! Καί ἄλλοι πνευματικοί λένε, ὄχι.. εἶναι μεγάλο λάθος αὐτό. Δέν ἐπιτρέπεται τίποτε. «Ἡ κοίτη ἀμίαντος»[19], λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ γάμος δέν εἶναι πεδίο ἱκανοποίησης τῆς φιληδονίας, δέν εἶναι πεδίο ἀποκτήνωσης τοῦ ἀνθρώπου καί σαρκοποίησης τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι χῶρος ὑπέρβασης τῆς σαρκικότητας. Σιγά-σιγά θά πρέπει καί οἱ ἔγγαμοι νά ἀγγελοποιοῦνται. Νά φτάσουν σιγά-σιγά μέ τήν ἐγκράτεια πού λέει ἡ Ἐκκλησία καί μέ ὅλα αὐτά τά νόμιμα μέσα καί μόνο μέ τή νόμιμη μίξη καί μέ τίποτα ἄλλο, νά φτάσουν νά μήν ἔχουν ἀνάγκη καθόλου ἀπό τή σαρκική σχέση, νά ζοῦνε σάν ἀδέλφια. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ γάμου, ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου. Νά φτάσουν νά μιμηθοῦν τόν Χριστό μας καί τούς ἁγίους ἀνθρώπους πού δέν ἦρθαν ποτέ σέ μίξη. Ὁ Κύριος δέν ἔκανε γάμο, μᾶς ἔδειξε τόν ἀνώτερο τρόπο ζωῆς πού εἶναι ἡ παρθενία. Δέν τήν ἐπιβάλλει σέ ὅλους, ἀλλά ὄχι νά νομιμοποιήσουμε ὅλες τίς διαστροφές καί τίς ἀνωμαλίες.
– Γιατί ὅμως ὑπάρχει αὐτή ἡ διάσταση;
Ἀκριβῶς διότι ὑπάρχει αὐτή ἡ διαφορά στό φρόνημα. Ὁ μέν εἶναι ἐπηρμένος, ὑπερήφανος καί ὁ ἄλλος εἶναι ταπεινός καί γι’ αὐτό συμβουλεύουν ἀκριβῶς τά ἀνάποδα οἱ μέν ἀπό τούς δέ.
Πόσο φοβερή ἀσθένεια λοιπόν εἶναι ἡ ἔπαρση! «Στερεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους τήν θεία ἀποκάλυψη». Δέν ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός στούς ὑπερήφανους. Ζοῦνε μέσα στό σκοτάδι. «Στεροῦνται -οἱ ὑπερήφανοι- τήν μακαρία κοινωνία μέ τόν Θεό, κοινωνία πού προϋποθέτει τήν ἀποδοχή αὐτῆς τῆς ἀποκάλυψης»[20]. Βλέπετε; Ὅλα εἶναι μία ἀλυσίδα.
– Εἶσαι ταπεινός;
Δέχεσαι τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, δέχεσαι τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν δεχτεῖς τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, προχωρᾶς στήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί ἑνώνεσαι μέ τόν Θεό. Ἄν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑπερήφανος, δέν δέχεται τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν δέχεται τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά κοινωνήσει μέ τόν Θεό, δέν ἔχει ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό, βλέπετε, γίνονται λειτουργίες καί εἶναι ξερές, δέν ἔχει Χάρη.. σοῦ λέει, ψυχρά πράγματα. Φαίνεται καί ὁ ἀρχιερέας πού τό κάνει καί ὁ ἱερέας ὅτι δέν ζεῖ τίποτα. Ἐνῶ βλέπεις ὁ ἄλλος ὁ ταπεινός καί κατάνυξη θά ἔχει καί δάκρυα θά ἔχει καί θά τό μεταδώσει καί στό ἐκκλησίασμα. Καί θά πεῖ καί τό ἐκκλησίασμα, τί ὡραῖα ἦταν σήμερα! Γευτήκαμε τή Χάρη τοῦ Θεοῦ! Διότι ὅλοι μέσα στήν ἐκκλησία, στή Θεία Λειτουργία γινόμαστε ἕνα.
«Οἱ Φαρισαῖοι θεωροῦσαν ὅτι ἀνῆκαν στούς ἀνθρώπους «πού βλέπουν»»[21]. Ἀφοῦ ἦταν ὁδηγοί βέβαια! Ἔτσι νόμιζαν… Ὁδηγοί τυφλοί ὅμως τυφλῶν! Καί εἶπε ὁ Κύριος, «ἕνας τυφλός ἄν ὁδηγεῖ ἄλλον τυφλό καί οἱ δυό θά πέσουν μέσα στήν λούμπα»[22], μέσα στό βόθρο. Θά πνιγοῦν καί οἱ δύο. Και, δυστυχῶς, σήμερα αὐτό γίνεται. Γι’ αὐτό ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, προσέχετε σέ ποιούς πνευματικούς πηγαίνετε, γιατί ὑπάρχουν καί πνευματικοί τυφλοί. Εἶσαι καί ἐσύ τυφλός, παίρνεις καί ἕναν τυφλό γιά ὁδηγό καί πᾶτε καί οἱ δυό στήν λούμπα.
Οἱ Φαρισαῖοι λοιπόν θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους ὅτι βλέπουν, «ὅτι δηλαδή εἶχαν φτάσει στήν ἀληθινή καί τέλεια θεογνωσία, ὅτι δέν χρειάζονταν περαιτέρω πρόοδο καί, ἑπομένως, δέν εἶχαν ἀνάγκη ἀπό καμιά σπουδή ἤ διδαχή». Καί τό εἶπαν στόν τυφλό: «ἐσύ μέσα στίς ἁμαρτίες γεννήθηκες, ἐμᾶς διδάσκεις;»[23]. Ἄντε φύγε ἀπό δῶ… Ἐνῶ τούς ἔλεγε πολύ σωστά πράγματα. Καί λογικά πράγματα. Τί λέτε γιά τόν Χριστό ὅτι δέν εἶναι ἀπ’ τόν Θεό; Ἄν δέν ἦταν ἀπό τόν Θεό, ἐμένα πού δέν εἶχα μάτια, πῶς θά μέ ἔκανε καλά; Δέν ἀκούει ὁ Θεός αὐτούς πού δέν εἶναι δικοί Του! «Γι’ αὐτό ἀπέρριπταν τή διδασκαλία γιά τόν Θεό», οἱ Φαρισαῖοι, «πού τούς τήν παρέδιδε ὁ Ἴδιος»[24]. Δέν θέλανε νά ἀκούσουνε! Καί κάποτε πού τούς εἶπε ὅτι Ἐγώ εἶμαι ὁ Μεσσίας, Ἐγώ εἶμαι πάντοτε μέ τόν Πατέρα, Ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός.. πήρανε πέτρες νά Τόν λιθοβολήσουν.
«Ἡ ἀρετή τῆς ταπεινώσεως ἐναντιώνεται στό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας, τό ὁποῖο ἐκδηλώνεται μέ ξεχωριστό τρόπο στό πνεῦμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ὅπως ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι κατεξοχήν ἀσθένεια τοῦ πνεύματος, ἔτσι καί ἡ ταπείνωση εἶναι κατεξοχήν κατάσταση εὐρωστίας τοῦ πνεύματος, μιά ἀγαθή καί μακαρία κατάσταση»[25]. Εἶναι τά δύο ἄκρα. Ἤ μᾶλλον εἶναι ἡ ὑγεία καί ἡ ἀσθένεια. Ἡ ὑγεία εἶναι ἡ ταπείνωση καί ἡ ἀσθένεια εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Καί μάλιστα ἡ κατεξοχήν ἀσθένεια, ἡ βαρύτερη ἀσθένεια. Ὁ καρκίνος θά λέγαμε, ὁ θανατηφόρος καρκίνος τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Καί ἡ ἄριστη κατάσταση ὑγείας εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη.
– Εἶδες ἄνθρωπο ταπεινό γνήσια καί ἀληθινά;
Αὐτός εἶναι πού ἔχει τήν ἀληθινή πνευματική ὑγεία καί μαζί μέ τήν ταπεινοφροσύνη θά ἔχει καί ὅλα τά ἄλλα, θά ἔχει καί ἀγαπη, θά ἔχει καί χαρά, θά ἔχει ὅλο τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[26].
«Στήν Ἁγία Γραφή καί στά ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων ὀνομάζεται συχνά -ἡ ταπείνωση- καί ταπεινοφροσύνη. Τί εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη;». Φρονῶ ταπεινά. «Εἶναι ἡ ὀρθή ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ἀνθρώπινη φύση», γιά τό τί εἶναι ὁ ἴδιος στή φύση του, «καί ἑπομένως, ἡ ὀρθή ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου γιά τόν ἑαυτό του»[27]. Εἶναι ρεαλισμός ἡ ταπεινοφροσύνη, δέν εἶναι μιά ψεύτικη ἰδέα πού ἐμβάλλουμε ἐμεῖς στόν ἑαυτό μας, νά τό πιστέψουμε ὅτι εἴμαστε χειρότεροι ἀπ΄ ὅλη τήν κτίση. Ὄχι. Εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καί ὁ ταπεινός αὐτό πιστεύει, ὅτι εἶναι χειρότερος ἀπ’ ὅλους, ὁ πιό ἁμαρτωλός ἀπ’ ὅλους. Γιατί; Γιατί πολύ ἁπλά, δέν γνωρίζει τί εἶναι οἱ ἄλλοι, καί σοῦ λέει, ἐγώ εἶμαι χειρότερος ἀπ’ ὅλους.. κανένας δέν εἶναι σάν καί ἐμένα, τόσο ἁμαρτωλός. Καί μάλιστα, λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, νά λές ὅτι εἶσαι καί κατώτερος ἀπ’ ὅλους τούς δαίμονες, ὄχι μόνο ἀπ’ ὅλους ἀνθρώπους εἶσαι ἁμαρτωλότερος ἀφοῦ δέν ξέρεις τί εἶναι ὁ ἄλλος, ἀλλά καί κατώτερος ἀπ’ ὅλους τούς δαίμονες, γιατί τούς κάνεις ὑπακοή. Καί ὁ κατώτερος κάνει ὑπακοή στόν ἀνώτερο. Τόν βάζεις τόν διάβολο ἀνώτερο ἀπό σένα καί ὅ,τι σοῦ πεῖ τό κάνεις. Καί εἴμαστε καί αἰσχρότεροι, ἔλεγε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης, καί ἀπ’ ὅλα τά κτίσματα, τά δημιουργήματα. Γιατί εἴμαστε αἰσχρότεροι; Γιατί ὅλα τά κτίσματα εἶναι στό κατά φύσιν, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε στήν ἁμαρτία, στό παρά φύσιν.
Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος πού φρονεῖ ἔτσι γιά τόν ἑαυτό του ἔχει ταπεινοφροσύνη, ἡ ὁποία εἶναι ἡ προϋπόθεση τῆς ταπείνωσης. Ἄν δέν ἔχεις ταπεινοφροσύνη, δέν μπορεῖ νά ἔχεις ταπείνωση. Δέν φρονεῖς ταπεινά γιά τόν ἑαυτό σου δηλαδή. Δέν μπορεῖς νά φτάσεις νά ἔχεις ταπείνωση.
Καί ποιό εἶναι τό ἀποτέλεσμα; «Τό ἄμεσο ἀποτέλεσμα τῆς ταπεινώσεως ἤ ταπεινοφροσύνης ὡς ὀρθῆς ἀντιλήψεως γιά τήν ἀνθρώπινη φύση καί γιά τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό εἶναι ἡ εἰρήνευση τῆς καρδιᾶς»[28]. Εἰρηνεύει ὁ ἄνθρωπος.
– Βλέπετε σήμερα ἀνθρώπους εἰρηνικούς;
Σπανιότατα. Ὅλοι εἶναι μέσα στό ἄγχος, μέσα στούς θυμούς, στίς ταραχές, στίς φωνές, στίς βρισιές. Λίγο νά ἐρεθιστεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἀρχίζει καί φωνάζει σήμερα, ξεσπάει, βρίζει, βλαστημάει δυστυχῶς πολλές φορές. Κι ἄν δέν ὑπῆρχε καί ὁ νόμος καί ἡ ἀστυνομία, θά χτυποῦσε καί θά σκότωνε. Γιατί αὐτό; Γιατί λείπει ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἐνῶ ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἔχει εἰρήνη. Εἶναι τό πρῶτο ἀποτέλεσμα τῆς πνευματικῆς αὐτῆς κατάστασης.
«Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος εἶναι εἰρηνικός καί ἀπέναντι στούς συνανθρώπους του καί ἀπέναντι στόν ἑαυτό του καί ἀπέναντι στίς κάθε λογῆς περιστάσεις καί ἀπέναντι στόν Θεό, εἶναι εἰρηνικός μέ τή γῆ καί μέ τόν οὐρανό»[29]. Εἴδατε πῶς τό λέει ὡραῖα ὁ Κύριος; «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμι· καί ταπεινός τῆ καρδία· καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν»[30].
– Ποιά εἶναι ἡ ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς;
Ἡ εἰρήνη. Ὅλοι λέμε, θέλω νά ἠρεμήσω, νά ἡσυχάσω. Πῶς θά φτάσεις ἐκεῖ; «Ἄν μάθεις ἀπ’ ἐμοῦ», λέει ὁ Χριστός, ἀπό Μένα, μιμηθεῖς Ἐμένα δηλαδή «πού εἶμαι πρᾶος καί ταπεινός»[31].
«Ἡ ταπείνωση ἔχει πάρει τό ὄνομά της ἀπό τήν εἰρήνη πού γεννᾶ στήν καρδιά. Τήν κατάσταση τῆς ἠρεμίας, τῆς χαρᾶς καί τῆς μακαριότητας, πού προκαλεῖται μέσα μας ἀπό τήν ἀρετή, τήν ὀνομάζουμε ταπείνωση». Βλέπετε, ὁ ἐνάρετος ἄνθρωπος εἶναι ὁ συμμαζεμένος, ὁ κατεσταλμένος, ὁ ταπεινωμένος, αὐτός πού εἶναι κάτω ἀπ’ ὅλους, ὁ ταπεινός. «Ὅταν θέλουμε μαζί μέ τήν κατάσταση νά δείξουμε καί τήν πηγή της, τότε κάνουμε λόγο γιά ταπεινοφροσύνη»[32]. Ἡ πηγή, ἡ ταπεινοφροσύνη πού ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση καί μετά σέ ὅλη αὐτή τήν κοσμιότητα, τήν καταστολή, αὐτό τό ὡραῖο πράγμα πού εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ἁπλός καί ταπεινός.
«Μή σκεφθεῖτε, ἀδελφοί ἀγαπητοί, ὅτι ὁ ὁρισμός πού δώσαμε στήν ταπεινοφροσύνη, περιγράφοντάς την ὡς τήν ὀρθή ἀντίληψη τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ἀνθρώπινη φύση γενικά, καί γιά τόν ἑαυτό του, εἰδικά, εἶναι αὐθαίρετος». Ὁ ὁρισμός δέν εἶναι αὐθαίρετος. «Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τήν ὅρισε ἔτσι, λέγοντας: «γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς»[33]. Τί εἶναι αὐτή ἡ ἐλευθερία», ἡ ὁποία θά μᾶς χαριστεῖ, «ἡ πνευματική ἐλευθερία, πού παρέχεται ἀπό τήν ἀλήθεια;». Τί εἶναι αὐτή ἡ ἐλευθερία, παρά «ἡ εὐλογημένη εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ἡ ἁγία ταπείνωση, ἡ εὐαγγελική ταπεινοφροσύνη»[34]. Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή ἐλευθερία. Ὁ ταπεινός εἶναι ὁ πιό ἐλεύθερος ἄνθρωπος. Ὅ,τι καί νά τοῦ πεῖς, ὅ,τι καί νά τοῦ κάνεις, δέν θά ταραχτεῖ, δέν θά μισήσει, δέν θά ἀντιπαθήσει, δέν θά θελήσει νά ἐκδικηθεῖ, δέν θά χάσει τήν ἠρεμία του τήν ἐσωτερική. Εἶναι ἐλεύθερος ἀπό ὅλα τά ἐξωτερικά, ἀλλά καί ἀπό τά ἐσωτερικά, καί ἀπό τούς λογισμούς καί ἀπό τά πάθη καί ἀπό τούς δαίμονες πού προσπαθοῦν νά τόν ταράξουν. Πολλές φορές ἔρχονται ἄνθρωποι καί μοῦ λένε πόσο ταραχτήκανε ἀπό ἕναν λογισμό, ἀπό μιά σκέψη πού ἔγινε, πού μπῆκε μέσα τους. Γιατί ταράζεσαι; Μήπως ἔχεις λίγο ὑπερηφάνεια; Ὁ ταπεινός δέν ταράζεται.
Ὑπάρχουνε μερικές σκέψεις πολύ φοβερές, πού τίς βάζει ὁ διάβολος, οἱ λεγόμενοι βλάσφημοι λογισμοί. Βλέπεις μιά εἰκόνα, ἤ χωρίς νά βλέπεις μιά εἰκόνα, ἕναν ἅγιο, τήν Παναγία κλπ, νά σοῦ φυτέψει μιά ἰδέα πάρα πολύ βλάσφημη γιά τόν Χριστό, γιά τήν Παναγία… Νά μήν ταραχτεῖς καθόλου. Ἄν εἶσαι ταπεινός, δέν θά ταραχτεῖς. Ὁ ὑπερήφανος ταράζεται. Θά πεῖς: «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ»[35], δική σου αὐτή ἡ ἁμαρτία.. ἐγώ ἀγαπῶ τόν Χριστό μου καί τήν Παναγία μου.. στό κεφάλι σου αὐτά ὅλα πού λές ἐσύ ὅτι τά κάνω ἐγώ ἤ τά θέλω ἐγώ! Καί μένεις εἰρηνικός. Αὐτός εἶναι ὁ καρπός πού φέρνει ἡ ταπεινοφροσύνη στήν ψυχή.
Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε, πού εἶναι ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή καί τό φῶς[36], «μάθετε ἀπό μένα ὅτι εἶμαι πρᾶος καί ταπεινός στήν καρδιά καί θά βρεῖτε ἀνάπαυση στίς ψυχές σας»[37]. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι τρόπος σκέψεως τοῦ ἀνθρώπου ἐμπνευσμένος ἀπό τή θεία Ἀλήθεια». Ἡ σκέψη δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου τοῦ ταπεινοῦ εἶναι ἡ σκέψις τοῦ Χριστοῦ! Ὁ νοῦς τοῦ ταπεινοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ νοῦς τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἐπιθυμίες τοῦ ταπεινοῦ ἀνθρώπου εἶναι οἱ ἐπιθυμίες τοῦ Χριστοῦ. «Τό στόμα τοῦ ταπεινόφρονα λέει τήν ἀλήθεια», λέει ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής, γιατί εἶναι ταυτισμένος μέ τόν Χριστό, πού εἶναι ἡ Ἀλήθεια. «Ἡ ἔπαρση εἶναι θλιβερή καί ὀλέθρια αὐταπάτη». Εἶναι μιά αὐταπάτη ἡ ἔπαρση, μία ψεύτικη δηλαδή ἰδέα περί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Αὐτό εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια καί ἡ ἔπαρση, ἕνα ψεύτικο ἐγώ, μιά ψεύτικη θεώρηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, «εἶναι θανάσιμη πλάνη, μέ τήν ὁποία ἡ τυφλωμένη ἀνθρώπινη φύση ξεγελᾶ τόν ἑαυτό της καί ξεγελιέται ἀπό τούς δαίμονες»[38]. Ὁ ὑπερήφανος, ὁ ὑπερόπτης, ζεῖ μέσα σ’ ἕνα ψέμα καί ξεγελάει καί ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό του ὅτι πάει καλά, ὅτι εἶναι ἐντάξει, ὅτι εἶναι σπουδαῖος, μεγάλος, ἀξιότιμος, κύριος, κυρία κ.λ.π. καί ξεγελιέται καί ἀπό τούς δαίμονες, γιατί βέβαια συγγενεύει μέ τούς δαίμονες. Ὁ δαίμονας εἶναι ὑπερήφανος καί ὅσοι εἶναι ὑπερήφανοι ἐξαπατῶνται ἀπ’ αὐτόν τόν κατεξοχήν ὑπερήφανο.
«Τόν ταπεινόφρονα ἄνθρωπο, ἀπεναντίας, στόν δρόμο τῆς ἐπίγειας ζωῆς τόν συνοδεύει ἡ μνήμη τοῦ θανάτου». Ὁ ταπεινός θυμᾶται συνέχεια ὅτι εἶναι θνητός, ὅτι μπορεῖ καί σ’ ἕνα λεπτό νά μήν εἶναι σ’ αὐτή τή ζωή. «Διδάσκοντάς τον νά ἐνεργεῖ σέ κάθε περίσταση μέ τό βλέμμα του στραμμένο στήν αἰωνιότητα καί ἐπιδρώντας εὐεργετικά σ’ ὅλα του τά ἔργα»[39]. Αὐτός πού δέν ξεχνάει τόν θάνατο, εὐεργετεῖ τούς πάντες. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, ζῶ σάν ἑτοιμοθάνατος καί ἐργάζομαι σάν ἀθάνατος. Καί ἤτανε πάνω ἀπό 80 ἐτῶν καί φύτευε δέντρα κ.λ.π. Καί ἔλεγε, θά λένε τώρα οἱ ἄνθρωποι, αὐτός ὁ γερο-ξεκούτης τί φυτεύει δέντρα.. ἀφοῦ δέν πρόκειται νά φάει καρπό ἀπ’ αὐτά… θά πεθάνει μέχρι νά μεγαλώσουν τά δέντρα. Καί ἔλεγε, τό κάνω γιά αὐτούς πού θά ἔρθουν μετά, νά μή γίνουν κλέφτες, νά ἔχουν κάτι νά φᾶνε. Βλέπετε; Εἶναι ὁ οἰκουμενικός, ὁ παγκόσμιος ἄνθρωπος, ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, πού νοιάζεται καί γιά τούς ἑπόμενους καί ἐργάζεται εὐεργετώντας συνεχῶς.
«Λανθασμένες εἶναι οἱ κρίσεις καί οἱ ἐκτιμήσεις τοῦ ὑπερόπτη»[40]. Ὁ ὑπερήφανος δέν μπορεῖ νά κρίνει σωστά, νά διακρίνει. Ὁ Χριστός μας εἶπε νά κρίνουμε. Ἄλλο μπέρδεμα κι αὐτό! Οἱ Οἰκουμενιστές κλπ λένε «μήν κρίνετε τήν Ἐκκλησία, τούς Ἐπισκόπους.. μή μιλᾶτε». Μά, ὁ Χριστός εἶπε νά κρίνουμε. Δέν εἶπε νά κατακρίνουμε, ἀλλά νά κρίνουμε γιά νά διακρίνουμε. «Τήν δικαίαν κρίσιν κρίνατε»[41], εἶπε.
– Ἄν δέν κρίνουμε, πῶς θά γνωρίζουμε ποιό εἶναι τό σωστό καί ποιό εἶναι τό λάθος; Καί τί πρέπει νά ἀκολουθήσουμε καί τί πρέπει νά ἀπορρίψουμε;
Γιά νά κρίνεις ὅμως σωστά, πρέπει νά εἶσαι ταπεινός. Ὁ ὑπερήφανος δέν μπορεῖ νά κρίνει σωστά, γιατί εἶναι σκοτισμένος ὁ νοῦς του. Δέν μπορεῖ νά κρίνει τήν δίκαιη κρίση. «Τόν ἑαυτό του τόν θεωρεῖ αὐθύπαρκτο ὅν, ὄχι πλάσμα τοῦ Θεοῦ». Πῶς ὑπάρχω; Ἀπό μόνος μου, τυχαῖα. «Τήν ἐπίγεια ζωή τήν αἰσθάνεται ἀτέλειωτη». Δέν σκέφτεται ποτέ τόν θάνατο ὁ ὑπερήφανος, νομίζει ὅτι θά ζήσει αἰώνια ἐδῶ πέρα. Καί παραξενεύεται, ὅταν μαθαίνει ὅτι κάποιος πέθανε ἤ ὅτι κάποια στιγμή μπορεῖ νά πεθάνει καί αὐτός καί αἰσθάνεται κάποια προμηνύματα, κάποιες ἐνοχλήσεις κ.λ.π. Τοῦ φαίνεται παράξενο. «Τόν θάνατο δέν τόν συλλογίζεται. Στήν αἰωνιότητα δέν πιστεύει»[42]. Ὅ,τι φᾶμε καί ὅ,τι πιοῦμε ἐδῶ πέρα. «Ἡ θεία πρόνοια γι’ αὐτόν εἶναι ἀνύπαρκτη». Ποιός Θεός, σοῦ λέει… ἅμα δέν δουλέψεις, τί θά φᾶς; Τά μπράτσα σου, δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο! Γι’ αὐτό εἶναι καί δυστυχισμένος. Παλεύει, παλεύει καί τελικά δέν κάνει τίποτα. Δέν πιστεύει στήν θεία πρόνοια. «Ὡς κυβερνήτη τοῦ κόσμου ἀναγνωρίζει τήν ἀνθρώπινη λογική». Καί μιλᾶνε αὐτοί οἱ ἄνθρωποι γιά φυσικούς νόμους καί γιά ἕναν θεό, ὁ ὁποῖος δέν ὑπάρχει, ἤ στήν καλύτερη περίπτωση ὑπάρχει μέν, ἀλλά ἔχει ἐγκαταλείψει τόν κόσμο. Τόν ἔφτιαξε καί τόν παράτησε. Εἶναι ἡ λεγόμενη θεωρία τοῦ ντεϊσμοῦ. Καί ἔχουμε μείνει ἐμεῖς μόνοι μας ἐδῶ πεταμένοι σέ μιά ἄκρη τοῦ σύμπαντος νά παλεύουμε γιά τήν ἐπιβίωση… Δέν εἶναι καθόλου ὅμως ἔτσι τά πράγματα. Οἱ ὑπερήφανοι ὅμως ἔτσι τά βλέπουν. Βλέπε Σάρτρ καί ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι οἱ πεσιμιστές. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί οἱ χαμένοι μέσα σ’ αὐτές τίς ὑπερήφανες ἰδέες παλεύουνε μέ τό τίποτα, μέ τό σκοτάδι.
«Ὅλες οἱ σκέψεις του σέρνονται στή γῆ (τοῦ ὑπερήφανου). Τή ζωή του τήν ἔχει προσφέρει θυσία στόν κόσμο τοῦτο, στόν ὁποῖο ἐπιθυμεῖ νά ἐγκαθιδρύσει τή διαρκῆ ἀπόλαυση μέσῳ τῆς ἁμαρτίας»[43]. Ὁ ὑπερήφανος εἶναι καί φιλήδονος. Ἀφοῦ δέν πιστεύει καί στήν αἰώνια ζωή, σοῦ λέει, ὅ,τι προλάβουμε νά ζήσουμε ἐδῶ, νά φᾶμε, νά πιοῦμε, νά γλεντήσουμε, νά ταξιδέψουμε, ν’ ἁμαρτήσουμε σαρκικά κλπ. γιατί δέν ἔχει μετά τίποτα… Γι’ αὐτό, λέει, κοίτα τώρα νά ζήσεις τή ζωή σου καί γι’ αὐτούς πού ἔχουν κάποια τάση θρησκευτική, ἔ στά γεράματά σου θά πᾶς καί στήν ἐκκλησία.. Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη ἀπάτη καί οἱ συνταγές πού λένε στούς νέους.
Ἡ θεία πρόνοια γι’ αὐτόν δέν ὑπάρχει. Κυβερνήτης τοῦ κόσμου εἶναι γι’ αὐτόν ἡ λογική, οἱ λεγόμενοι φυσικοί νόμοι, πού δέν ὑπάρχουνε ὅμως. Κατά τούς ἅγιους Πατέρες ὑπάρχουνε οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καί ὄχι οἱ φυσικοί νόμοι. Ὅλες οἱ σκέψεις τοῦ ὑπερήφανου σέρνονται στή γῆ. Θυσιάζει τή ζωή του γιά τόν κόσμο, ὑπηρετεῖ τόν κόσμο καί τόν ἀρχηγό του τόν διάβολο καί ἐπιζητεῖ συνεχῶς τήν ἀπόλαυση, τήν ἡδονή. «Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ άλογη καί μάταιη ἐπιδίωξη τῶν τυφλωμένων Φαρισαίων καί Σαδδουκαίων»[44]. Καί ἡδονή δέν εἶναι μόνο τά σαρκικά ἁμαρτήματα, ἡδονή εἶναι καί ἡ ἐξουσία. Γι’ αὐτό βλέπετε, οἱ ὑπερήφανοι ἐπιδιώκουν καί τήν ἐξουσία, τήν δύναμη, καί ἡδονίζονται μέ τό νά κατευθύνουν καί νά χειραγωγοῦν τίς μάζες.
– Γιατί νομίζετε γίνεται ὅλο αὐτό τό παγκόσμιο πείραμα;
Γιά νά ἡδονιστοῦν κάποιοι φίλαρχοι, πού εἶναι πάμπλουτοι καί θέλουν ὄχι μόνο νά ἀπολαμβάνουν σαρκικά μέ τήν στενή ἔννοια τοῦ ὅρου, ἀλλά καί νά θεωροῦν ὅλους τούς ἄλλους σάν ζῶα, τούς φορᾶνε καί μιά μουτσούνα τώρα.. καί μιά προσωπίδα καί τούς θεωροῦνε σκλάβους τους. Ἐνῶ αὐτοί εἶναι ἡ ἐλίτ, πού θά κατευθύνουν ὅλες αὐτές τίς μάζες τῶν ὑπανθρώπων, τῶν ἀνθρωποειδῶν… ἔτσι μᾶς θεωροῦν.
Τόν ταπεινόφρονα ἄνθρωπο τόν συνοδεύει, ὅπως εἴπαμε, συνεχῶς ἡ μνήμη τοῦ θανάτου. «Ὁ ταπεινός ἐργάζεται γιά τήν ἀρετή, ὄχι γιά τήν ἱκανοποίηση παθῶν», τήν φιληδονία, τήν φιλαργυρία, τήν φιλοδοξία. «Γι’ αὐτό ὅ,τι κάνει εἶναι ὠφέλιμο γιά τούς συνανθρώπους του. Ὁ ταπεινός βλέπει τόν ἑαυτό του σάν ἕναν ἀσήμαντο κόκκο μέσα στό σύμπαν, μέσα στούς αἰῶνες, μέσα στίς γενιές καί τά γεγονότα πού πέρασαν καί πού ἔρχονται»[45]. Λέει ὁ ταπεινός: τί εἶμαι; Ἕνα τίποτα! Καί εἶναι ἀλήθεια αὐτό! Γιά σκέψου, σήμερα ὑπάρχουν 7,5 δισεκατομμύρια ἄνθρωποι Ἕνας ἀπό αὐτά τά 7,5 εἶσαι καί ἐσύ.. τί εἶσαι;.. τίποτα. Καί πόσα δισεκατομμύρια ἔχουν περάσει; Καί πόσα ἐνδεχομένως θά περάσουν ἀκόμα;
«Ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά τοῦ ταπεινοῦ δέχονται πρόθυμα τήν χριστιανική ἀλήθεια καί προοδεύουν σταθερά στίς χριστιανικές ἀρετές». Εἶναι χαρακτηριστικό κι αὐτό τοῦ ταπεινοῦ, εἶναι σταθερός. Ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος εἶναι ἀσταθής, μία πάνω, μία κάτω. «Ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά τοῦ ταπεινοῦ βλέπουν καί αἰσθάνονται τήν πτώση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, γι’ αὐτό μποροῦν ν’ ἀναγνωρίσουν καί νά δεχθοῦν τόν Λυτρωτή»[46]. Αἰσθάνονται ὅτι ἔχουν ἀνάγκη Σωτῆρα. Ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος λέει, «δέν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό κανένα Σωτῆρα.. ἀπό τί νά μᾶς σώσει;», γιατί δέν ἀποδέχονται τήν πτώση. Αὐτή ὅλη τήν κατάσταση πού ζοῦμε τώρα, πού εἶναι μιά πτωτική κατάσταση, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα ζοῦμε στό παρά φύσιν, μέσα στήν ἁμαρτία, μέσα στά πάθη, ὁ ὑπερήφανος δέν τό ἀναγνωρίζει αὐτό καί θεωρεῖ ὅτι ζοῦμε στό φυσιολογικό. Αὐτό εἶναι τό φυσιολογικό μας! Γι’ αὐτό καί φτάνει νά νομιμοποιεῖ ὅλες τίς διαστροφές, τίς ἀνωμαλίες, ὅλο τό παρά φύσιν. Καί αὐτό μᾶς λανσάρουν σήμερα, βλέπετε, μέ τήν προώθηση τῆς ὁμοφυλοφιλίας, τῆς ἀφυλίας καί ὅλων αὐτῶν τῶν καμπαλιστικῶν ἰδεῶν.
«Ἡ ταπεινοφροσύνη δέν ἀναγνωρίζει ἀξία στήν πεσμένη ἀνθρώπινη φύση». Δέν θεωρεῖ ὅτι εἴμαστε στό φυσιολογικό μας καί ὅτι οἱ ἄνθρωποι σήμερα ἔτσι ὅπως εἶναι, εἶναι ἀληθινοί ἄνθρωποι. Ὄχι, ἀληθινός ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἅγιος, αὐτός πού μοιάζει στόν Θεάνθρωπο. Ὁ ἀληθινός ἄνθρωπος εἶναι ὁ θεάνθρωπος. Καί αὐτό τό ἀναγνωρίζει ὁ ταπεινός. «Βλέπει τόν ἄνθρωπο ὡς κορυφαῖο θεῖο δημιούργημα»[47], ὅπως μᾶς τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή, «ἀλλά βλέπει καί τήν ἁμαρτία πού ἔχει διαποτίσει καί δηλητηριάσει ὅλη τήν ὕπαρξή του». Βλέπει καί θλίβεται καί λυπᾶται καί παραδέχεται ὅτι δέν εἴμαστε καλά∙ εἴμαστε ὅλοι ἀσθενεῖς, ἄρρωστοι, ψυχοπαθεῖς, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης. Ψυχοπαθεῖς μέ τήν πνευματική ἔννοια καί ὄχι μέ τήν ψυχιατρική. Ἀλλά θά ἔλεγα καί μέ τήν ψυχιατρική, λίγο-πολύ ὅλοι εἴμαστε ψυχοπαθεῖς, γιατί «ἀσθενεῖ τό σῶμα, ἀσθενεῖ μου καί ἡ ψυχή»[48]. Ἡ ἁμαρτία ἀσθενεῖ τήν ψυχή, ἀσθενεῖ καί τό σῶμα. Καί τίποτα τελικά δέν δουλεύει σωστά, οὔτε στήν ψυχή οὔτε στό σῶμα τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου. Ἐνῶ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος, διά τῆς μετανοίας, καθαρίζει τήν ψυχή του καί ἔρχεται ἡ ταπείνωση, ἡ ὑγεία δηλαδή στήν ψυχή, βλέπει μετά κανείς ἀλλαγές καί στό σῶμα. Τό λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος. Ὅταν μπῆκε ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μέσα του, ἔγινα, λέει, πιό ἔξυπνος, καί οἱ σωματικές μου αἰσθήσεις λειτουργοῦσαν διαφορετικά.. διευρύνθηκα καί σωματικά καί πνευματικά καί ψυχικά. Καί ζοῦσε πρωτόγνωρες καταστάσεις καί μέ τό σῶμα του, ὄχι μόνο μέ τήν ψυχή του, καταστάσεις δηλαδή πνευματικῆς καί σωματικῆς ὑγείας, εὐεξίας ἀληθινῆς.
«Ἡ ταπεινοφροσύνη ἀναγνωρίζει τό μεγαλεῖο τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ», ἀλλά καί τήν ἁμαρτωλότητα στήν ὁποία βρισκόμαστε τώρα. «Γι’ αὐτή τή συμφορά θλίβεται συνέχεια. Βλέπει τή γῆ σάν ἕναν τόπο ἐξορίας τοῦ ἀνθρώπου καί τόν βιάζει νά ἐπιστρέψει μέ τή μετάνοια στόν οὐρανό, πού τόν ἔχασε μέ τήν ἔπαρση»[49]. Ἄν εἴμαστε ἔτσι ὅπως εἴμαστε, μέσα στίς θλίψεις καί τούς στεναγμούς καί τά δάκρυα καί τούς κόπους καί τούς ἱδρῶτες, αὐτό ὀφείλεται στήν ἔπαρση, στήν ὑπερηφάνειά μας. Ἐνῶ μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Θεό ἡ εὐκαιρία μετά τήν ἁμαρτία, πού κι αὐτό ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἔπαρσης, δέν δεχθήκαμε τήν προσφορά τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ρώτησε ὁ Θεός τόν Ἀδάμ, μήπως ἔφαγες ἀπό τόν καρπό τόν ἀπαγορευμένο πού σοῦ εἶπα νά μή φᾶς;.. γιατί λές ὅτι εἶσαι γυμνός;.. πῶς τό κατάλαβες ὅτι εἶσαι γυμνός καί μέχρι τώρα δέν τό ἤξερες;.. Καί τί ἀπάντησε ὁ Ἀδάμ; Ἀντί νά πεῖ, ναί Κύριε, ἔκανα λάθος.. παρήκουσα.. συγχώρεσέ με, τί εἶπε; Ἡ γυναίκα πού μοῦ ἔδωσες! Ἄρα, Ἐσύ φταῖς! Ἄν δέν μοῦ τήν ἔδινες αὐτή, ἐγώ δέν θά παρήκουα Ἐσένα. Ἡ δικαιολογία, βλέπετε; Εἶναι καρπός τῆς ἔπαρσης, τῆς ὑπερηφάνειας. Τό ἴδιο καί ἡ Εὔα. Δέν εἶπε καί ἡ Εὔα, συγχώρεσέ με, Θεέ μου.. τί εἶπε; Τό φίδι… πού Ἐσύ ἔφτιαξες. Δέν τό εἶπε, ἀλλά κάλλιστα μποροῦμε νά τό ὑπονοήσουμε. Ἄν δέν ἔφτιαχνες τό φίδι, τόσο ὡραῖο πού εἶναι καί ἦρθε καί μέ πλάνησε… Ἄρα πάλι ὁ Θεός φταίει! Βλέπετε; Ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, ὅ,τι κι ἄν τοῦ συμβαίνει, κατηγορεῖ τόν Θεό. Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος, ὅ,τι κι ἄν τοῦ συμβαίνει, κατηγορεῖ τόν ἑαυτό του καί λέει, ἐγώ φταίω… οὔτε οἱ ἄλλοι φταῖνε οὔτε ὁ Θεός. Ἐνῶ ὁ ὑπερήφανος, φταίει ὁ Θεός καί φταῖνε καί οἱ ἄλλοι. Ποτέ ὁ ἴδιος δέν φταίει!
«Ἡ ἔπαρση προκάλεσε τήν πτώση καί τήν καταστροφή τῆς ἀνθρωπότητας καί δέν βλέπει καί δέν ἀναγνωρίζει πτώση καί παραμόρφωση στήν ἀνθρώπινη φύση». Θεωρεῖ ὅτι, ἔτσι ὅπως εἶναι οἱ ἄνθρωποι σήμερα, εἶναι φυσιολογικοί. «Βλέπει μόνο ἀξία, ὡραιότητα, τελειότητα». Ὅλα εἶναι τέλεια! Δέν χρειάζεται ν΄ ἀλλάξουμε, δέν χρειάζεται νά μετανοήσουμε. Αὐτό δυστυχῶς λέει καί ὁ Φρόυντ καί ἡ ψυχολογία καί ὅλοι οἱ ἄθεοι. «Ἀκόμα καί τά νοσήματα τῆς ψυχῆς, τά πάθη, τά θεωρεῖ προσόντα». Νά ἐπιβάλλεις τήν γνώμη σου, νά ἔχεις ἰσχυρή προσωπικότητα… καί ἐννοεῖ νά ἔχεις ὑπερηφάνεια, νά τούς πατᾶς καί νά κυριαρχεῖς. Αὐτό θεωρεῖται ἀρετή. «Μιά τέτοια θεώρηση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως κάνει τόν Λυτρωτή τελείως περιττό»[50]. Δέν χρειάζεται, ἑπομένως, Λυτρωτής, δέν χρειάζεται Σωτήρας, δέν μᾶς χρειάζεται ὁ Χριστός, ἀφοῦ εἴμαστε τέλειοι!
«Ἡ ὅραση τῶν ὑπερηφάνων εἶναι τυφλότητα, ἐνῶ ἡ τυφλότητα τῶν ταπεινῶν εἶναι ἱκανότητα γιά θέαση τῆς ἀλήθειας»[51]. Βλέπετε τί ὡραῖα εἶναι αὐτά! Οἱ ὑπερήφανοι νομίζουν ὅτι βλέπουν, ἀλλά εἶναι τυφλοί. Οἱ ταπεινοί πιστεύουν ὅτι δέν βλέπουν καί γι’ αὐτό μποροῦν νά δοῦν, νά δοῦν τήν ἀλήθεια. Γιατί ἡ ἀλήθεια ἀποκαλύπτεται στούς ταπεινούς.
«Αὐτό εἶναι τό νόημα τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: «Ἦρθα γιά νά φέρω σέ κρίση τόν κόσμο, ἔτσι ὥστε αὐτοί πού δέν βλέπουν νά βροῦν τό φῶς τους»[52], οἱ ταπεινοί, «κι ἐκεῖνοι πού βλέπουν ν’ ἀποδειχθοῦν τυφλοί»[53]. Γι’ αὐτό ἀξίζει κι ἐμεῖς, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί μέ τή βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ μας νά μιλᾶμε, νά λέμε τήν ἀλήθεια, τό σωστό. Ὄχι μέ ἔπαρση ὅμως, μέ ταπείνωση, ἔτσι ὥστε καί αὐτοί πού ἔχουν καλή διάθεση, μπορεῖ νά εἶναι ἕνας στούς χίλιους, γι’ αὐτόν τόν ἕναν ἀξίζει νά μιλᾶμε. Καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τί εἶπε; «Ἐάν τόν λόγο Μου ἐτήρησαν», τόν δικό Μου λόγο τόν τήρησαν, καί ὄντως κάποιοι τόν τήρησαν τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ, πολύ λίγοι βέβαια.. οἱ πιό πολλοί πήγαιναν γιά νά πάρουν κάποιο θαῦμα, νά πάρουν κάποια ἴαση σωματική συνήθως ἤ ἀπό κάποια περιέργεια. Ἀλλά καί κάποιοι λίγοι πίστεψαν στόν Χριστό μας, πῆραν τό φῶς. «Ἐάν -λοιπόν- τόν λόγο Μου ἐτήρησαν καί τόν ὑμέτερον τηρήσουσιν»[54]. Ὅταν κι ἐμεῖς λοιπόν μιλᾶμε, μέ ταπεινό φρόνημα ὅμως πάντα καί μέ εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ μας, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, καί τόν δικό μας λόγο θά τόν ἀκούσουν. Δέν πρέπει νά ἀπογοητευόμαστε. Ὄχι βέβαια, ὅπως εἴπαμε, ὅλοι. Ὀλίγοι, πολύ ὀλίγοι. Ἀλλά γιά αὐτούς τούς ὀλίγους, ἀξίζει. Καί ὁ Χριστός μας λέει, γι’ αὐτό ἦλθα στή γῆ, γιά νά φωτίσω αὐτούς πού θεωροῦν ὅτι εἶναι τυφλοί, πού εἶναι ταπεινοί δηλαδή καί πιστεύουν ὅτι δέν βλέπουν καί ἔχουν ἀνάγκη φωτισμοῦ. Γι’ αὐτούς ἦρθα. Γιά τούς ἄλλους, πού νομίζουν ὅτι βλέπουν, ἐνῶ εἶναι τυφλοί στήν πραγματικότητα, καί γι’ αὐτούς ἦρθα, ἀλλά δέν Μέ δέχονται καί παραμένουν καί αὐξάνει μάλιστα καί γίνεται ὁριστική ἡ τύφλωσή τους, ἐφόσον τούς προσφέρεται ἡ δυνατότητα νά δοῦν καί δέν τήν δέχονται.
«Οἱ ταπεινοί δέχονταν τόν Κύριο καί φωτίζονταν ἀπό τό θεῖο φῶς Του. Οἱ ὑπερήφανοι, ἱκανοποιημένοι μέ τόν ἑαυτό τους, Τόν ἀπορρίπτουν καί βυθίζονταν -καί τότε καί τώρα- ἀκόμα περισσότερο στό σκοτάδι μέ τήν ἄρνηση καί τή βλασφημία τοῦ Θεοῦ»[55]. Νά, βλέπετε, σήμερα πού ὑπάρχει μεγάλη ὑπερηφάνεια οἱ ἄνθρωποι ὅλο καί περισσότερο βυθίζονται στό σκοτάδι καί στή βλασφημία. Τό μεγαλύτερο ἁμάρτημα τῶν σύγχρονων Ἑλλήνων, ὅπως τό ἀποκάλυψε ἡ Παναγία σέ ἕναν σύγχρονο ἅγιο Γέροντα, τόν π. Ἀναστάσιο Κουδουμιανό, εἶναι ἡ βλασφημία. Μετά εἶναι οἱ ἐκτρώσεις καί μετά εἶναι τά παρά φύσιν ἁμαρτήματα μέσα στόν γάμο, καί ἐκτός τοῦ γάμου φυσικά.
– Γιατί φτάνει ὁ ἄνθρωπος στή βλασφημία;
Γιατί ὑπάρχει ἔπαρση. Καί πιό φρικώδης βλασφημία ἀπό αὐτή πού ἀκούστηκε αὐτές τίς ἑβδομάδες δέν ὑπάρχει.
– Ποιά εἶναι ἡ πιό φρικώδης βλασφημία;
Ὅτι κοινωνώντας τήν Ζωή, πού εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία, πεθαίνεις! Αὐτό εἶναι ἡ πιό φοβερή βλασφημία πού ἀκούστηκε στούς αἰῶνες! Τό εἶπε πολύ σωστά ὁ Ἀρχιεπίσκοπος στήν Ἀφρική, ὁ π. Νικηφόρος – νομίζω εἶναι ἐπίσκοπος στό Κονγκό. Αὐτή εἶναι ἡ πιό μεγάλη βλασφημία, νά λές ὅτι ἡ Ζωή μεταδίδει θάνατο, ὁ Χριστός πού εἶναι ἡ Ζωή, διά τῆς Θείας Κοινωνίας πού εἶναι ὁ Ἴδιος, ὑπάρχει φόβος νά σέ σκοτώσει!
– Πῶς φτάσαμε σ’ αὐτή τή βλασφημία;
Λόγω τῆς μεγάλης μας ἔπαρσης. Πιστέψαμε στόν θεό «ἐπιστήμη»… καί μᾶς τό εἶπε καί ὁ Πρωθυπουργός μας. Καί μᾶς τό εἶπαν καί κάποιοι Ἀρχιερεῖς, δυστυχῶς, ὅτι πρέπει νά ἀκολουθοῦμε τήν ἐπιστήμη, δηλαδή τήν ἀνθρώπινη λογική καί ὄχι τόν ἄκτιστο λόγο τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ὑπερήφανοι λοιπόν βυθίζονται ὅλο καί περισσότερο στή βλασφημία. «Λάμπουν ζωηρά μέσα στόν καθαρό οὐρανό τῆς νύχτας τ’ ἀναρίθμητα ἀστέρια» -τώρα ἐδῶ λέει μιά εἰκόνα ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος- παραβγαίνοντας ποιό θά στείλει στή γῆ περισσότερο φῶς». Εἶναι ἀπόλαυση νά βλέπει κανείς τόν ἔναστρο οὐρανό. «Μόλις, ὅμως, ξεπροβάλει ὁ ἥλιος, ὅλα τ’ ἀστέρια γίνονται ἄφαντα σάν ἀνύπαρκτα». Παύουν νά ὑπάρχουν; Ὄχι! Ἀλλά χάνονται μπροστά στό φῶς τοῦ ἥλιου. Παραμένουν στίς θέσεις τους, ἀλλά δέν φαίνονται πλέον. «Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καί μέ τίς ἀνθρώπινες ἀρετές: Ὅταν συγκρίνονται μεταξύ τους, ἔχουν κάποιο φῶς. Ἐξαφανίζονται, ὅμως, μπροστά στήν ἀπόλυτη ἀρετή, μπροστά στό φῶς τῆς Θεότητας.
Ὁ Ἀπόστολος, μιλῶντας γιά τίς ἀρετές τοῦ δίκαιου Ἀβραάμ, λέει ὅτι ὁ πατριάρχης «μποροῦσε νά καυχηθεῖ, ὄχι ὅμως ἀπέναντι στόν Θεό… Ὁ Ἀβραάμ πίστεψε στόν Θεό, καί γι’ αὐτή του τήν πίστη ὁ Θεός τον ἀναγνώρισε δίκαιο»[56]». Ἦταν δίκαιος ὁ Ἀβραάμ, εἶχε ἀρετές. Σέ σχέση μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους δηλαδή ἤτανε ἕνα ἀστέρι λαμπερότατο. Σέ σχέση ὅμως μέ τόν Θεό; Δέν μποροῦσε νά καυχηθεῖ μπροστά στόν Θεό. Δέν συγκρίνεται ἡ ἁγιότητα τοῦ ἁγιότερου ἀνθρώπου μπροστά στήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. «Ἔτσι ἔπρεπε νά κάνουν οἱ Φαρισαῖοι, πού καμάρωναν γιά τήν καταγωγή τους ἀπό τόν Ἀβραάμ». Θά ἔπρεπε τουλάχιστον νά μιμοῦνται τόν Ἀβραάμ, νά εἶναι κι αὐτοί ἀστέρια. Ἀλλά μπροστά στήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ θά ἔπρεπε νά σβήσουν, δηλαδή νά ὑποταχθοῦν, νά δεχθοῦν τό φῶς, τό μέγα φῶς, τό ἄπειρο φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως «εἶχαν ἀποξενωθεῖ πνευματικά ἀπό τόν Ἀβραάμ. Σέ ἀντίθεση μέ τόν Ἀβραάμ, θέλησαν νά διατηρήσουν τίς νομιζόμενες ἀρετές τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου», καί ἔτσι ἔγιναν ἀνίκανοι ν’ ἀποκτήσουν αὐτογνωσία καί τήν θεογνωσία»[57]. Καί σήμερα, λοιπόν, συμβαίνει αὐτό, ξέρετε. Προσπαθοῦμε νά ζήσουμε μέ κάποιες ἀξίες, λέει, μέ κάποιες ἀρετές. Ἀλλά κανείς ἤ σχεδόν κανείς δέν μιλάει γιά τήν πηγή τῆς ἀρετῆς, τήν κατεξοχήν σαρκομένη θά λέγαμε ἀρετή, πού εἶναι ὁ Χριστός.
– Μπορεῖς νά ζεῖς μέ ἀξίες χωρίς Χριστό;
Καί πολλές φορές λυπᾶμαι πού ἀκούω ἀνθρωπους νά μιλᾶνε γιά Ἑλλάδα, γιά κάποιες ἀξίες, τέλος πάντων, ἀλλά ὄχι γιά Χριστό. Μά πῶς θά ζήσει ἡ Ἑλλάδα χωρίς Χριστό;
Ἔτσι καί οἱ Φαρισαῖοι, τίς νομιζόμενες ἀρετές τοῦ «παλαιοῦ ἀνθρώπου» αὐτές θέλησαν νά φυλάξουν καί δέν ἀπέκτησαν τήν ἀληθινή αὐτογνωσία καί θεογνωσία, δηλαδή τήν ἀληθινή ταπείνωση καί θέωση. «Ἄκουσαν, λοιπόν, τή φοβερή ἐτυμηγορία τοῦ Κυρίου: «Ἄν ἤσασταν τυφλοί», ἄν, δηλαδή, ἀναγνωρίζατε τήν πνευματική σας τυφλότητα, «δέν θά ἤσασταν ἔνοχοι· τώρα, ὅμως», ὄντας τυφλοί, «λέτε μέ βεβαιότητα ὅτι βλέπετε· ἡ ἐνοχή σας, λοιπόν, παραμένει»[58]· παραμένει, γιατί τήν ἀποδεχθήκατε καί τή χαράξατε μέσα σας μέ τήν ἀμφιβολία σας»[59] ἀπέναντι στόν Χριστό.
«Μαθητής τῶν Φαρισαίων ἦταν στά νεανικά του χρόνια ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος. Ὅπως ὁ ἴδιος -λέει- γιά νά μᾶς διδάξει, ἦταν «Ἑβραῖος γέννημα θρέμμα» καί «ὡς πρός τήν ἑρμηνεία τοῦ νόμου Φαρισαῖος». «Ἤμουν ἄμεμπτος», λέει, «σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν τήρηση τοῦ νόμου. Αὐτά, ὅμως, πού ἄλλοτε ἦταν γιά μένα πλεονεκτήματα, τώρα μέ τήν πίστη στόν Χριστό τά βλέπω σάν μειονεκτήματα». Τί εἶναι ὁ νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μπροστά στόν νόμο τοῦ Χριστοῦ; Εἶναι ὅπως ἡ σκιά μπροστά στό φῶς τοῦ ἥλιου. «Πραγματικά, ὅλα ἐξακολουθῶ νά τά θεωρῶ μειονεκτήματα σέ σχέση μέ τό ἀσύγκριτα ἀνώτερο ἀγαθό πού κέρδισα, γνωρίζοντας τόν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Κύριό μου»[60]»[61]. Δυστυχῶς ὅμως καί σήμερα ἀκόμα κάποιοι Χριστιανοί μένουνε στά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιά νά μήν πῶ ὅτι οὔτε σ’ αὐτά μένουνε, ἀλλά ἀκόμα πιό πίσω καί θεωροῦν ὅτι εἶναι ἐντάξει..
«Ἀγαπητοί ἀδελφοί! Ἄς μιμηθοῦμε τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τούς ἄλλους ἁγίους τοῦ Θεοῦ. Ἄς πλησιάσουμε τόν Κύριο, ἔχοντας ἀπορρίψει τελείως τήν καταστρεπτική ἔπαρση καί ἔχοντας ἐγκολπωθεῖ τήν ταπείνωση. Μέσω τῆς ταπεινώσεως ἄς προσκολληθοῦμε στόν Πλάστη μας. Μέ τήν ταπείνωση ἄς ἑλκύσουμε τήν προσοχή καί τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ μας, πού εἶπε: «Σέ ποιόν θά ρίξω τό βλέμμα μου, παρά στόν ταπεινό, στόν ἥσυχο, σ’ ἐκεῖνον πού τρέμει τά λόγια μου;»[62]»[63]. Εἶναι λόγια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
– Σέ ποιόν βλέπει ὁ Θεός; Ποῦ ἔχει τό βλέμμα Του στραμμένο;
Στόν πράο, στόν ταπεινό, τόν ἥσυχο, αὐτόν πού τρέμει, πού σέβεται δηλαδή, τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, τόν νόμο Του, τρέμει τά λόγια Του.
Σήμερα βλέπουμε νά βλασφημεῖται ὁ Θεός μέσα στόν ναό Του! Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη χαρά τοῦ διαβόλου, ξέρετε. Ὁ διάβολος δέν θέλει νά ἀδειάσουνε οἱ ναοί. Τό ἔλεγε ὁ μακαριστός ὁ π. Ἀντώνιος ὁ Ἀλεβιζόπουλος αὐτό, ἀλλά θέλει νά γεμίσουν μέ ἀνθρώπους πού δέν θά ἔχουν ὀρθόδοξο φρόνημα, θά ἔχουν ἀλλοτριωμένο φρόνημα. Καί ἕνας σύγχρονος στάρετς Ρῶσος ἔλεγε αὐτό τό πράγμα, ὅτι στά χρόνια τοῦ Ἀντιχρίστου θά ἔχουμε περικαλεῖς ναούς, ὁλόλαμπρους ἀρχιτεκτονικά, στολισμένους ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά, θά γίνονται καί τελετές ἐκεῖ μέσα, ἀλλά ἐσεῖς οἱ χριστιανοί δέν πρέπει νά πηγαίνετε, γιατί δέν θά λατρεύεται ὁ Θεός, θά λατρεύεται ὁ σατανᾶς! Καί ὅλα αὐτά τά μέτρα, πού ἀποδέχονται οὐσιαστικά τήν ἀντίληψη περί μολυσμοῦ μέσα στόν ναό, τί εἶναι, παρά μιά βλασφημία τοῦ Θεοῦ, μιά βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅλο βέβαια προχωρᾶμε… Πᾶνε ν’ ἀλλάξουνε καί τόν τρόπο μετάδοσης, ἀποδεχόμενοι πάλι αὐτή τή βλάσφημη ἰδέα ὅτι ὑπάρχει φόβος νά μεταδοθεῖ μολυσμός μέσω τῆς ἁγίας λαβίδος. Ἄν εἶναι δυνατόν! Ἀφοῦ ἡ ἁγία λαβίδα ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τόν Χριστό μας, ἁγιάζεται κι αὐτή! Τόσο δύσκολο εἶναι νά τό καταλάβουμε; Ἐδῶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει, ἡ σκόνη πού ἔχουν τά ἅγια λείψανα, καί ἡ σκόνη εἶναι ἁγιασμένη πού ἔρχεται σέ ἐπαφή. Γιατί βάζουμε τά κομποσκοίνια μας καί τά σταυρώνουμε πάνω στά ἅγια λείψανα; Γιά νά ἁγιαστοῦν κι αὐτά. Ὅλα ἁγιάζονται πού ἔρχονται σέ ἐπαφή μέ τόν Χριστό καί μέ τούς ἁγίους μας. Καί ἐσύ μᾶς λές ὅτι μέσω τῆς λαβίδας, μέσου τοῦ σιέλου πού πηγαίνει στήν λαβίδα, θά μεταδώσουμε μολυσμό; Ἄν εἶναι δυνατόν! Ἤ μέσω τῶν ἁγίων εἰκόνων;
– Ὁπότε ἕνας πού τά ἐφαρμόζει αὐτά τά μέτρα, οὐσιαστικά τί κάνει;
Βλασφημεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί σέ καμιά περίπτωση δέν πρέπει νά συμμετέχουμε σ’ αὐτά καί νά υἱοθετήσουμε αὐτά τά μέτρα.
Μέσω τῆς ταπεινοφροσύνης λοιπόν ἄς προσκολληθοῦμε στόν Κύριο, «βλέποντας καί ἀναγνωρίζοντας τίς ἁμαρτίες μας, ἄς συμπεριλάβουμε τόν ἑαυτό μας στούς ἁμαρτωλούς, τούς ἀγαπημένους τοῦ Θεοῦ». Ἀγαπημένοι τοῦ Θεοῦ εἶναι οἱ ταπεινοί, πού θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ἁμαρτωλό καί ὄχι οἱ ὑπερήφανοι, πού θεωροῦν τόν ἑαυτό τους καθαρό. «Ἀπορρίπτοντας τήν ἔπαρση, ἄς διαχωρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τούς ψευτοδικαίους, γιά νά μή μᾶς ἀποστραφεῖ ὁ Θεός, πού εἶπε: «Δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς δικαίους», αὐτούς πού θεωροῦν ὅτι εἶναι δίκαιοι δηλαδή, «ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς»[64]. Μέ τήν ταπείνωση ἡ καρδιά μας ἄς γίνει πνευματικό θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ καί ὁ θύτης, ὁ νοῦς μας, ἄς προσφέρει σ’ Ἐκεῖνον θυσίες πνευματικές. Ἄς προσφέρει τή θυσία τῆς κατανύξεως, τή θυσία τῆς μετανοίας, τή θυσία τῆς Ἐξομολογήσεως, τή θυσία τῆς προσευχῆς, τή θυσία τῆς εὐσπλαχνίας, ἐμπλουτίζοντας καθεμιά ἀπ’ αὐτές τίς θυσίες μέ τήν ταπεινοφροσύνη· γιατί ὁ Θεός δέν θά περιφρονήσει μιά καρδιά γεμάτη συντριβή καί ταπείνωση»[65]. Ὅπως τό λέμε στόν 50ο Ψαλμό, «καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει»[66].
Τῷ δέ Θεῷ ἡμῶν δόξα πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
[1] Ἰωάν. 9, 39.
[2] Ματθ. 10, 34-35.
[3] Ἰωάν. 9, 39.
[4] Ὅ.π.
[5] Ματθ. 21, 43.
[6] Ἰωάν. 9, 39.
[7] Ἀσκητικές ὀμιλίες Α΄, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ, ἐπισκόπου Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς, (στό ἑξῆς: Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ).
[8] Ματθ. 11, 15.
[9] Λουκ. 2, 34.
[10] Λουκ. 6, 26.
[11] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[12] Ἰωάν. 9, 40.
[13] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[14] Ὅ.π.
[15] Ὅ.π.
[16] Ὅ.π.
[17] Ἰάκ. 4, 6.
[18] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[19] Ἑβρ. 13, 4.
[20] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[21] Ὅ.π.
[22] Ματθ. 15, 14.
[23] Ἰωάν. 9, 34.
[24] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[25] Ὅ.π.
[26] Πρβλ. Γαλ. 5, 22.
[27] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[28] Ὅ.π.
[29] Ὅ.π.
[30] Ματθ. 11, 29.
[31] Ὅ.π.
[32] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[33] Ἰωάν. 8, 32.
[34] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[35] Ματθ. 4, 10.
[36] Πρβλ. Ἰωάν. 14, 6.
[37] Ματθ. 11, 29.
[38] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[39] Ὅ.π.
[40] Ὅ.π.
[41] Ἰωάν. 7, 24.
[42] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[43] Ὅ.π.
[44] Ὅ.π.
[45] Ὅ.π.
[46] Ὅ.π.
[47] Ὅ.π.
[48] Μέγας Παρακλητικός Κανών.
[49] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[50] Ὅ.π.
[51] Ὅ.π.
[52] Ἰωάν. 9, 39.
[53] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[54] Ἰωάν. 15, 20.
[55] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[56] Ρωμ. 4, 2-3.
[57] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[58] Ἰωάν. 9, 41.
[59] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[60] Φιλιπ. 3, 5-8.
[61] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[62] Ἡσ. 66, 2.
[63] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[64] Ματθ. 9, 13.
[65] Διδαχή τήν Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ γιά τήν ἔπαρση καί τήν ταπεινοφροσύνη, Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ.
[66] Ψαλμ. 50, 19.