Δυσκολίες. Μέρος Β’

  Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα 

 Σέ ἄλλο κεφάλαιο ἔγραψα γιά τίς ὑπόγειες τρῶγλες τῶν ἰθαγενῶν. Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνας ἄλλος τύπος κατοικίας, οἱ δερμάτινες καλύβες. Σ’ αὐτές κατοικοῦν κυρίως οἱ τουγγοῦσοι. 
Ἔχουν κωνικό σχῆμα καί θυμίζουν κάπως τίς καλύβες τῶν ἰνδιάνων τῆς προαποικιακῆς Ἀμερικῆς. Κατασκευάζονται μέ μακριά λεπτά κονταρόξυλα, μπηγμένα κυκλικά στή γῆ καί ἑνωμένα στό ἐπάνω μέρος. 
Ὁ κῶνος πού σχηματίζεται, καλύπτεται μέ γοῦνες ἤ δέρματα ταράνδων, συνήθως τόσο κακοραμμένα μεταξύ τους, πού ἀφήνουν τρύπες, ἀπ’ ὅπου περνᾶ μέσα τό χιόνι. Ὅταν φυσάει ἄνεμος, οἱ γούνινοι τοῖχοι σείονται καί ὁλόκληρη ἡ καλύβα τραντάζεται, σά νά γίνεται φοβερός σεισμός.
Στή μέση τῆς καλύβας ἀνάβει πάντα μιά φωτιά, γιά τό μαγείρεμα, γιά φωτισμό καί θέρμανση. Τά σκυλιά κοιμοῦνται δίπλα στή φωτιά.  Κάποτε ἔρχονται καί χώνουν τό μουσούδι τους μέσα στό καζάνι, ὅπου βράζει τό φαγητό, ἤ τό τσάι.   

Οἱ καλύβες τῶν κοριάκων μοιάζουν μ’ αὐτές τῶν τουγγούσων, μόνο πού εἶναι πιό γερές καί πιό θερμές. Εἶναι χωρισμένες μέ γοῦνες σέ μικρά τμήματα, σά μπαοῦλα ἤ σεντούκια. Μέσα σ’ αὐτές τίς ζεστές φωλιές μπαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιά νά προφυλαχθοῦν ἀπό τό κρύο.

Καίγονται ὅμως καί κάνουν πίσω μ’ ἕνα πνιχτό οὐρλιαχτό. Ἄν τά πάρει εἴδηση ἡ νοικοκυρά, ἁρπάζει τήν ξύλινη κουτάλα, πού χρησιμοποιεῖ γιά τό ἀνακάτεμα τοῦ φαγητοῦ, καί τούς δίνει ἕνα δυνατό χτύπημα στό κεφάλι. Ἔπειτα ξαναχώνει τήν κουτάλα στό καζάνι καί συνεχίζει τήν δουλειά της!
Ἰδιαίτερα ὁ κουρασμένος ταξιδιώτης αἰσθάνεται μεγάλη ἀνακούφιση ὅταν χωθεῖ μέσα σ’ ἕνα τέτοιο σεντούκι, παρ’ ὅλη τή δυσκολία στήν ἀναπνοή ἀπό τόν καπνό καί τή δυσοσμία τῶν λυχναριῶν. Τά λυχνάρια, πού καῖνε λίπος φώκιας καί ἀντί γιά φυτίλι ἔχουν ἕνα κομμάτι γούνας, δημιουργοῦν ἀποπνικτική ἀτμόσφαιρα μέσα στίς καλύβες. 
Οἱ ἄνθρωποι ὅμως πού μένουν σ’ αὐτές (ὅλοι: κοριάκοι, τσοῦκτσοι, τουγγοῦσοι), ἔχουν τόση καλωσύνη καί ψυχική ἁπλότητα, πού σέ σαγηνεύουν.
Ὅταν ἔφτανα στούς συνοικισμούς τους, μοῦ ἔκαναν ὑποδοχή αὐτοκρατορική. Ντρεπόμουν στ’ ἀλήθεια. Ἔστρωναν τό δρόμο μέ κλαδιά κέδρων, ἅπλωναν κάτω ἀπό τά πόδια μου τά γουναρικά τους, καμιά φορά μάλιστα μ’ ἔπαιρναν στά χέρια καί μ’ ἔφερναν σηκωτό στήν καλύβα, ὅπου θά γινόταν ἡ συγκέντρωση τῶν κατοίκων. Μέ καλωσόριζαν πάντα μέ τόν ἀναστάσιμο χαιρετισμό:
-Χριστός βοσκρέσε! (Χριστός ἀνέστη! )
Δέν ἦταν μόνο βαθειά κατάνυξη, μά καί ἔκδηλη χαρά ζωγραφισμένη στά καλοκάγαθα πρόσωπά τους, ὅταν τελοῦσα τίς ἀκολουθίες στή μητρική τους γλώσσα. Τό ἔνιωθα καί τό ἔβλεπα πώς οἱ καρδιές τους, μέ τήν παιδική ἁπλότητα καί καθαρότητα, συμμετεῖχαν μ’ ὁλοζώντανη πίστη στή θεία λατρεία.
Οἱ λατρευτικές μας συνάξεις γίνονται μέσα σέ μιά μεγάλη καλύβα, εἰδικά κατασκευασμένη γι’ αὐτό τό σκοπό, πού μποροῦσε νά χωρέσει μερικές ἑκατοντάδες ἄτομα. 
Στή μέση τῆς καλύβας ἄναβε μιά μεγάλη φωτιά, πού ἔσπαζε λίγο τό κρύο. Ὡστόσο στό καταχείμωνο ἦταν τόση ἡ παγωνιά, πού, ὅταν τελοῦσα τή θεία Λειτουργία, ἀναγκαζόμουν νά φορῶ γούνινα ἄμφια. Ἦταν μιά ὡραιότατη, πρωτότυπη καί ζεστή στολή. 
Μοῦ τήν εἶχαν ράψει οἱ τουγγοῦσοι καί τήν εἶχαν κεντήσει μέ πολύχρωμα νήματα ἀπό φλέβες ταράνδων! Τά νήματα τά ἔβαφαν οἱ ἴδιοι μέ φυσικά χρώματα, πού κατασκεύαζαν ἀπό διάφορα χόρτα καί λουλούδια τῆς τούντρας.
Ὅταν τελείωνε ἡ ἀκολουθία, ρίχναμε ἀρκετά ξύλα στή φωτιά καί, μαζεμένοι γύρω της, συζητούσαμε ἥσυχα διάφορα πνευματικά θέματα. Σπάνια ἔκαναν ἐρωτήσεις. Καί σχεδόν ποτέ δέν ἔφερναν ἀντιρρήσεις σ’ ὁτιδήποτε. Γεμάτοι ἐμπιστοσύνη, παρέδιναν τίς καρδιές τους ὁλοκληρωτικά στό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅταν τελειώναμε τή σύναξή μας, μέ πλησίαζαν πολλοί καί μέ συγκινητική ἁπλότητα μοῦ ἔλεγαν στερεότυπα:
-Εἶσαι ὁ καλός μας φίλος καί πατέρας! 
Κάποτε θά τελοῦσα τό μυστήριο τοῦ γάμου ὁμαδικά, σ’ ἕνα μεγάλο συνοικισμό τουγγούσων.  Θά παντρεύονταν εἴκοσι ζευγάρια ταυτόχρονα. Αὐτό δέν ἦταν σπάνιο, ἐπειδή συνήθως μεταξύ δύο ποιμαντικῶν ἐπισκέψεών μου στό ἴδιο μέρος μεσολοβοῦσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Ἔτσι σέ κάθε ἐπίσκεψη τελοῦσα πολλά μυστήρια, κυρίως γάμους καί βαπτίσεις, καθώς καί νεκρώσιμες ἀκολουθίες γιά πιστούς πού εἶχαν κοιμηθεῖ καί ταφεῖ πολύ καιρό πρίν.
Τότε λοιπόν, πού θά τελοῦσα τό μυστήριο τοῦ γάμου, συνέβη ἕνα κωμικό περιστατικό. Ἡ αἰτία δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τήν ὁμοιότητα τῶν χαρακτηριστικῶν τῶν τουγγούσων. Ὅπως λίγο-πολύ καί οἱ κινέζοι, συγγενεῖς φυλετικά μ’ αὐτούς, ἔτσι καί οἱ τουγγοῦσοι μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους, πού εἶναι πολύ δύσκολο νά τούς ξεχωρίσεις.
Ἐπειδή μάλιστα ὅλοι φοροῦν τά ἴδια γούνινα φορέματα, ἔχουν μακριά μαλλιά καί καθόλου γένεια, δέν μπορεῖς νά διακρίνεις κάν τούς ἄντρες ἀπό τίς γυναῖκες. Ἄν σ’ ὅλα αὐτά προσθέσετε καί τό μισοσκόταδο τῆς γούνινης καλύβας, ὅπου θά τελοῦσα τό μυστήριο τοῦ γάμου, καταλαβαίνετε σέ τί δύσκολη θέση βρέθηκα.
Παρακάλεσα τούς μελλόνυμφους νά σταθοῦν μόνοι τους κατά ζεύγη, κάθε νύφη μέ κάθε γαμπρό μαζί.  Στό ἕνα χέρι κρατοῦσαν ἀναμμένη λαμπάδα, ἐνῶ μέ τό ἄλλο στήριζαν μιά χάρτινη εἰκόνα πάνω στό κεφάλι τους, ἀντί γιά γαμήλιο στεφάνι.
Τό μυστήριο ἄρχισε. Καί ξαφνικά, στή μέση περίπου τῆς τελετῆς, ἔγινε τό κακό.
Τό φόρεμα κάποιας νύφης ἔπιασε φωτιά ἀπό μιά ἀναμμένη λαμπάδα. Ἔβαλε τίς φωνές κι ἄρχισε νά χοραπηδάει τρομαγμένη. Τρόμαξαν καί οἱ ἄλλες. Ἄρχισαν νά τσιρίζουν. Οἱ γαμπροί, πιό ψύχραιμοι, προσπάθησαν νά σβήσουν τή φωτιά, χτυπώντας τή… φλεγόμενη νύφη μέ μεγάλα δέρματα.  Γιά λίγα λεπτά δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο.
Ἐπιτέλους ἡ φωτιά ἔσβησε καί σιγά-σιγά τά πνεύματα ἠρέμησαν. Μέσα σ’ ὅλη αὐτή φασαρία ὅμως, ἀναμείχθηκαν οἱ γαμπροί καί οἱ νύφες μέ τούς συγγενεῖς καί φίλους, πού παραβρίσκονταν ἐκεῖ. Χρειάστηκε ἀρκετή ὥρα μέχρι ν’ ἀναγνωριστοῦν καί νά σταθοῦν πάλι κατά ζεύγη, γιά τελειώσει ΄το μυστήριο!
Πολύ δύσκολος ἦταν ὁ καθορισμός τῆς ἡλικίας τῶν τουγγούσων. Δέν γνώριζαν πότε γεννήθηκαν οἱ ἴδιοι ἤ πότε πέθαναν οἱ συγγενεῖς τους. Γιά νά προσδιορίσω ἔστω καί κατά προσέγγιση τά χρόνια τους, προσπαθοῦσα νά συνδέσω τήν παιδική τους ζωή μέ κάποια σπουδαῖα τοπικά γεγονότα, λ.χ. μιά περίοδο μεγάλης πείνας, μιά καταστροφική πλημμύρα, τήν ἀλλαγή τῶν νομαρχῶν κ.λπ.
Εἶχαν πάντως ἕνα πρωτόγονο, ἀλλά πρωτότυπο καί ἔξυπνο ἡμερολόγιο. Ἦταν ἕνα πλατύ ξύλο καρφωμένο σ’ ἕνα κοντάρι. Ἔμοιαζε μέ ξύλινο φτυάρι. Τό ἔμπιγαν στή γῆ μέ τό πλατύ μέρος πρός τά πάνω.
Ἐκεῖ εἶχαν ἀνοίξει δώδεκα σειρές μικρές τρύπες, ὅσοι οἱ μῆνες τοῦς ἔτους. Καί κάθε σειρά εἶχε τόσες τρύπες ὅσες οἱ μέρες κάθε μήνα. Οἱ σημαντικότερες θρησκευτικές ἑορτές ἦταν σημειωμένες μέ σταυρό ἤ κύκλο. Στήν τρύπα, πού ἀντιστοιχοῦσε στήν τρέχουσα ἡμερομηνία, τοποθετοῦσαν ἕνα ξύλινο καρφί, πού τό μετακινοῦσαν κάθε μέρα κατά μία θέση.
Οἱ ὀρθόδοξοι τουγγοῦσοι δέν χρειάζονταν πάντως ἰδιαίτερα σημάδια πάνω στό ξύλο γιά νά θυμοῦνται τίς ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας.
Γνώριζαν ἀπ’ ἔξω τίς μεγαλύτερες ἑορτές καί τίς μνῆμες τῶν ἁγίων μέ ἀξιοθαύμαστη ἀκρίβεια. Ὅταν τούς ἐπισκεπτόμουν, μέ πήγαιναν μέ παιδιάστικη χαρά μπροστά στό ἡμερολόγιο καί ἔκαναν καμαρώνοντας μιά μικρή ἐπίδειξη τῶν ἑορτολογικῶν γνώσεών τους.
Πολλές φορές μέ ντροπή ὁμολόγησα τήν ἄγνοιά μου μπροστά στίς ἀπίστευτες δικές τους γνώσεις.
Μόνιμη φροντίδα μου ἦταν νὰ μάθω στούς ἰθαγενεῖς γράμματα καὶ νὰ τοὺς ματαδώσω μερικές ὠφέλιμες συνήθειες, ὅπως λ.χ. νά πλένονται, νά καθαρίζουν τίς καλύβες ἤ τίς τρῶγλες τους καί προπαντός νά φροντίζουν τήν ὑγεινή τῶν παιδιῶν.  Προσπάθησα ἀκόμα νά τούς γλυτώσω ἀπό τήν αἰσχρή ἐκμετάλλευση τῶν ξένων ἐμπόρων, πού ἀπομυζοῦσαν τόν ἱδρῶτα τους μέ τιποτένια ἀνταλλάγματα.
Ἐκτός ἀπό τούς ρώσους, ἔφταναν ὥς ἔκεῖ τάταροι, ἑβραῖοι, καυκάσιοι, ἰάπωνες καί ἀμερικάνοι. Ὅλοι αὐτοί, ἐκμεταλλευόμενοι τήν παιδική ἁπλότητα καί τήν ἀπονήρευτη ἐμπιστοσύνη τῶν ντόπιων, ἔπαιρναν τά πολύτιμα γουναρικά ἤ τή σοδειά τῶν καρπῶν, καί τούς ἔδιναν φτηνά πολύχρωμα μπιμπελό ἤ μερικά μπουκάλια «φλογερό νερό», δηλαδή διάφορα οἰνοπνευματώδη ποτά. Ἔτσι ὅμως τούς συνήθιζαν στό οἰνόπνευμα.  Μάλιστα κάποτε τούς καθιστοῦσαν ἀλκοολικούς καί ὑποχείριά τους.
Ἡ ἀπληστία αὐτῶν τῶν ἐλεεινῶν ἐμπόρων δέν γνώριζε ὅρια καί φραγμούς. Ἔγινα πολλές φορές μάρτυρας τῶν ἀνήθηκων ἀνταλλαγῶν τους.
Ἔφτασα κάποτε, χειμώνα καιρό, σ’ ἕνα καταυλισμό κοριάκων. Μῆκα σέ μιά καλύβα, καί βρῆκα τούς ἄντρες τῆς οἰκογένειας νά κοιμοῦνται βαθιά.  Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, γιατί ἦταν μέρα μεσημέρι.  Δέν ἄργησα ὅμως νά καταλάβω πώς ἦταν ὅλοι τους μεθυσμένοι. Ρώτησα τή νοικοκυρά:
-Ἔχετε καμιά γιορτή;
Κι ἐκείνη, μέ καταχαρούμενο πρόσωπο, μοῦ ἀποκρίθηκε:
-Εἴμαστε οἱ πιό εὐτυχισμένιο ἄνθρωποι στό χωρίο!
-Γιατί;
-Νά, πέρασε σήμερα ἀπό δῶ ὁ καλός ἔμπορος Νεουστόιν. Αὐτός μᾶς ἔκανε εὐτυχισμένους, ἄς εἶναι καλά ὁ ἄνθρωπος. Ἦρθε καί εἶπε μόνο σέ μᾶς, ὅτι τό ἐργοστάσιο πίσω ἀπό τό ποτάμι, πού ἔφτιαχνε βελόνες, κάηκε.  Δέν ὑπαρχει πιά.  Μᾶς ἔδωσε λοιπόν μερικές βελόνες, πού εἶχε ὁ ἴδιος γιά νά ράβει τά ροῦχα του. «Ἀπό εἰλικρινή καί ἁγνή φιλία», ἔτσι μᾶς εἶπε. Ἄχ, ἄς εἶναι καλά!
-Κι ἐσεῖς δέν τοῦ δώσατε τίποτα;
-Ἀλλοίμονο! Ἐκεῖνος μᾶς ἔκανε τέτοια εὐεργεσία, κι ἐμεῖς δέν θά τοῦ δίναμε τίποτα; Νά, ὅσα γουναρικά εἴχαμε ἀποθηκεύσει ἀπό τήν ἀρχή τοῦ χρόνου, τοῦ τά δώσαμε. Χαλάλι του!

Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Ἀπόδοση ἀπό τά ρωσικά
Ἔκδοση Τρίτη
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Ἀττικῆς 2001


Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις