Δυσκολίες. Μέρος Ε’

Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα

 Κάποια φορά ἔγινα θεατής ἑνός ἄλλου σχετικοῦ περιστατικοῦ: Μιά ὁμάδα ἀπό καμτσαντάλους, ἄντρες καί γυναῖκες, κάθονταν ἔξω ἀπό τίς καλύβες καί ξεπουπούλιαζαν τίς πάπιες, πού εἶχαν σκοτώσει οἱ κυνηγοί.  Δούλευαν ἥσυχα-ἥσυχα συζητώντας.
Κάποια στιγμή τούς πλησίασε ἕνας κυνηγός. Ἀκούμπησε ἀπρόσεκτα τό τουφέκι του σ’ ἕνα τοῖχο, κι ἐκεῖνο ἔπεσε καί ἐκπυρσοκρότησε. Ὁ ξαφνικός, δυνατός κρότος τοῦ ὅπλου ἔδωσε τό ἔναυσμα γιά τήν κρίση τῶν ἄρρωστων καμτσαντάλων. Πετάχτηκαν πάνω οὐρλιάζοντας καί ἔξαλλοι ἄρχισαν νά ρίχνουν ὁ ἕνας στόν ἄλλο πούπουλα καί φτερά.
Δημιουργήθηκαν μιά ἀπερίγραπτη σύγχυση, καθώς τά πούπουλα σκορπίζονταν στόν ἀέρα κάτω ἀπό πανδαιμόνιο ἀλαλαγμῶν.
Οἱ φωνές τῶν καμτσαντάλων ἐξαγρίωσαν καί τά σκυλιά, πού μέχρι τότε λαγοκοιμόντουσαν ξαπλωμένα πιό πέρα. Τρομαγμένα κι αὐτά, ἅρπαζαν στό στόμα τους τίς ξεπουπουλιασμένες πάπιες κι ἔτρεχαν σάν τρελά πέρα-δῶθε. Αὐτό ὅμως ἐρέθισε περισσότερο τούς καμτσαντάλους, καί ἀρχισαν νά τά κυνηγοῦν.
Τή στιγμή πού τό ἐπεισόδιο κινδύνευε νά ἐξελιχθεῖ σέ μάχη ἀνάμεσα σέ σκύλους καί ἀνθρώπους, ὁ κυνηγός ἔμπηξε δυνατές φωνές. Τούς διέταξε νά σταματήσουν. Οἱ φωνές ἐπέδρασαν σάν φάρμακο στα νεῦρα τῶν «πολεμιστῶν». Ἀπότομα σταμάτησαν καί βρῆκαν τόν ἑαυτό τους. Σέ λίγο ξανάπιασαν τή δουλειά σά νά μήν εἶχε συμβεῖ τίποτα.  Μόνο τά σκυλιά συνέχισαν γιά πολλή ὥρα νά γρυλλίζουν ἀνήσυχα.
Μιάν ἄλλη φορά, κάποια γυναίκα, πού ἔπασχε ἀπό ἰμιαρέτς, παραφύλαγε μ’ ἕνα χοντρό ξύλο ἔξω ἀπό τή φωλιά ἑνός σούσλικ14. Περίμενε νά βγεῖ γιά νά τό σκοτώσει. Ἐκεῖνο πρόβαλε ἀπό τήν τρύπα του, σηκώθηκε στά πισινά πόδια κι ἄρχισε νά κουνᾶ κυκλικά τό κεφαλάκι του.  Σάν ὑπνωτισμένη ἡ γυναίκα τό μιμήθηκε.  Γιά ἀρκετή ὥρα στεκόταν ἐκεῖ, κουνώντας τό κεφάλι της, ἀνίκανη νά σηκώσει τό ξήλο γιά νά χτυπήσει τό ζῶο.  Κι αὐτό, ἀνενόχλητο, ξαναχ
ώθηκε μέσα στή γῆ, ἀνύποπτο γιά τόν κίνδυνο πού διέτρεξε.
Ἄλλοτε πάλι, στή διάρκεια κάποιας ἀκολουθίας μέσα στήν ἐκκλησία, ὁ νεωκόρος ἔσπρωξε κατά λάθος τό «εἰσοδικό» καί τό ἔριξε κάτω. Ἐκεῖνο κύλησε ἀργά πρός τήν ἔξοδο, ἀκολουθώντας τήν κλίση τοῦ πατώματος.  Τότε οἱ περισσότεροι ἐκκλησιαζόμενοι ἰθαγενεῖς ἔπεσαν στό πάτωμα κ ἄρχισαν νά κυλιοῦνται, ἀκολουθώντας τήν κίνηση τοῦ «εἰσοδικοῦ» καί μουρμουρίζοντας:
-Κάτιτσα (κυλιέται)! ….. Κάτιτσα! …. Κάτιτσα!….
Ἔπιασε κάποτε στά παράλια τῆς Καμτσάτκας τό πολεμικό πλοῖο  «Γιακούτ».  Σ’ αὐτό ἐπέβαινε ἕνα στρατιωτικός γιατρός, πού γνώριζε τήν ὕπαρξη τῆς ἀσθένειας ἰμιαρέτς.  Θέλησε νά μετρήσει ἄν στή διάρκεια τῆς κρίσεως ὑπάρχει στούς ἀσθενεῖς –καί πόση- ἱκανότητα αὐτοσυνειδησίας καί αὐτοελέγχου.
Σκέφτηκε νά ἐκτελέσει ἕνα πείραμα πολύ ἐπικίνδυνο, παίρνοντας ὡστόσο καί ἀνάλογα προφυλακτικά μέτρα.  Ἐπιβίβασε σέ δυό-τρεῖς βάρκες ἀρκετούς καμτσαντάλους, ἄντρες καί γυναῖκες. Ἀνάμεσά τους ὑπῆρχε μόνο μιά ἄρρωστη γυναίκα, πού κρατοῦσε στήν ἀγκαλιά τό μικρό βρέφος της.  Ξανοίχτηκαν στή θάλασσα. Ὁ ἴδιος κάθησε δίπλα στήν ἄρρωστη.  Στούς ἄλλους εἶχε δώσε ἐντολή νά τήν παρακολουθοῦν προσεκτικά.
Ξαφνικά ὁ γιατρός φώναξε δυνατά:
-Ρίξε στή θάλασσα τό παιδί!
Ἡ ἀναπάντεχη ἐντολή ἔκανε τή μητέρα νά ξαφνιαστεῖ καί νά τρομάξει. Τήν ἔπιασε κρίση καί ἄρχισε νά ἐπαναλαμβάνει:
-Ρίξε στή θάλασσα τό παιδί!….. Ὄχι, δέν θά τό ρίξω!… Ρίξε στή θάλασσα τό παιδί!…. Ὄχι, δέν θά τό ρίξω!…
Ὅλοι παρακολουθοῦσαν μέ κομμένη τήν ἀναπνοή.
Σέ μιά στιγμή μάλιστα ἡ μητέρα ἔκανε κάποια κίνηση γιά νά ρίξει τό βρέφος στό νερό. Οἱ ἄλλοι ἑτοιμάστηκαν νά τό σώσουν. Ὅμως δέν χρειάστηκε.  Τό μητρικό ἔνστικτο φάνηκε τόσο ἰσχυρό, πού νίκησε κι αὐτή ἀκόμα τήν ἀνίατη ἀρρώστια. Μέ τρεμάμενα χέρια ἐσφιξε ἡ μητέρα τό παιδί πάνω στό στῆθος της καί τό φίλησε. Ἀμέσως μετά συνῆλθε ἀπό τήν κρίση.
Ὅπως εἶπε ὁ γιατρός ἀργότερα, ἦταν μιά ἐξαιρετική καί μοναδική ἴσως περίπτωση ἐπιβολῆς τοῦ ἀκαταγώνιστου μητρικοῦ ἐνστίκτου πάνω στό πανίσχυρο ἰμιαρέτς.
Σιγά-σιγά συνήθισα τίς κρίσεις τῶν ἀσθενῶν καί τίς ἀντιμετώπιζα πιά σάν καθημερινά φαινόμενα ρουτίνας.
Μόνο τό 1907, ὅταν πρωτοβρέθηκα στήν Καμτσάτκα σάν νεαρός ἱερομόναχος, μέ εἶχε ταράξει καί λυπήσει πολύ ἡ πρώτη ἐμπειρία πού εἶχα ἀπό τήν ἀσθένεια.
Ἤμουν, θυμᾶμαι, στή Γιζίγ, παραμονή Χριστουγέννων, ὅπου τέλεσα τόν πανηγυρικό ὄρθρο καί τή θεία Λειτουργία. Μετά τήν ἀκολουθία, ἡ παιδική χορωδία ἑτοιμαζόταν νά ψάλει τό «Μνόγκαγια Λιέτα» (Χρόνια Πολλά), σύμφωνα μέ τήν παλιά ρωσική συνήθεια.
Ἐκείνη τή στιγμή μᾶς τρύπησε τ’ αὐτιά ἕνας δυνατός κρότος. Ἦταν ἑορταστική κανονιά πού κάποιοι πιστοί εἶχαν ρίξει μέ τό παμπάλαιο κανόνι τῆς ἐκκλησίας. Τοπικό ἔθιμο κι αὐτό. Ἡ ξαφνική κανονιά προκάλεσε ταραχή καί σύγχυση στό ἐκκλησίασμα. Ἀκούστηκαν κραυγές, ξεφωνητά καί κάποια γέλια.
Οἱ ἄρρωστοι ἀπό ἰμιαρέτς φώναζαν αὐθόρμητα ἐκεῖνο πού σκεφτόταν ὁ καθένας τήν ὥρα τοῦ κανονιοβολισμοῦ. Ἕνας μικρός τῆς χορωδίας, στό ξάφνιασμά του, φώναξε κάτι ἀκατανόητο καί γέλασε.  Τότε ὅλα τά μέλη τῆς χορωδίας, ἀντί νά ψάλουν τό «Μνόγκαγια Λιέτα»,  ξεκαρδίστηκαν στά γέλια.
Τά ἔχασα μέ ὅλ’ αὐτά. Τότε ἀκόμη δέν εἶχα ἰδέα γιά τό ἰμιαρέτς, γι’ αὐτό θεώρησα τά γέλια καί τίς φωνές τους σάν ἐκδηλώσεις ἀσέβειας. Ἔφυγα ἀπό τό ναό βαθιά πικραμένος καί ταραγμένος.
Τήν ἄλλη μέρα οἱ ἐνορίτες μοῦ ἐξήγησαν τήν αἰτία τῶν γεγονότων. Ἦταν ἡ πρώτη μου ἐμπειρία ἀπό τήν ἀρρώστια, πού ἀργότερα θά διαπίστωνα πώς ἀποτελοῦσε ἀληθινή μάστιγα γιά τό ποίμνιό μου.

Λιγότερο διαδομένη, ἀλλά κι αὐτή μέ ἀρκετά θύματα ἀπό τό ντόπιο πληθυσμό, ἦταν ἡ λέπρα. Μή ἔχοντας οἱ κάτοικοι ἄλλο τρόπο νά προφυλαχθοῦν ἀπό τή φρικτή ἀσθένεια, μόλις ἀντιλαμβάνονταν ὅτι κάποιος εἶχε προσβληθεῖ, τόν ἔδιωχναν νά κατοικήσει μόνος του σέ μακρινό ἐρημικό μέρος. Ἐκεῖ πέθαινε ἐγκαταλελειμένος καί ἀβοήθητος, χωρίς κανείς νά ἐνδιαφερθεῖ οὔτε καί γι’ αὐτή τήν ταφή τοῦ λειψάνου του.
Ὅμως καμιά φορά ὁ Θεός οἰκονομεῖ διαφορετικά τά πράγματα. Νά τί συνέβη σέ μιά περιοδεία μου:
Ἦταν  χειμώνας βαρύς καί ταξίδευα μέ τά ἕλκηθρα στίς βόρειες περιοχές, κάπου στήν περιοχή τοῦ Κλιουτσέφσκ.  Περνοῦσα ἀπό ἕναν τραχύ καί ἐντελῶς ἔρημο τόπο, ὅταν ξαφνικά τά σκυλιά ξέφυγαν ἀπό τό δρόμο καί ὅρμησαν σέ μιά πυκνή συστάδα θάμνων.  Μάταια προσπάθησε ὁ ἁμαξάς νά τά συγκρατήσει. Οὔτε τά λουριά οὔτε τό μαστίγιο οὔτε οἱ φωνές του μπόρεσαν νά τά γυρίσουν στή σωστή πορεία.  Σάν ἀπό μιά ἀόρατη δύναμη ὁδηγημένα, πέρασαν μεσ’ ἀπό τούς θάμνους καί στάθηκαν σ’ ἕνα μικρό ξέφωτο.
Τότε εἶδα ἕνα μοναχικό, ξύλινο καλυβάκι, ἀόρατο ἀπό τό δρόμο.  Μόλις τά σκυλιά στάθηκαν μπροστά του, ἔβγαλαν ἕνα διαπεραστικό οὐρλιαχτό.  Κι ἀμέσως βγῆκε στήν πόρτα ἕνας νεαρός καμτσαντάλος.  Πίσω του φάνηκε τό κεφάλι μιᾶς νέας γυναίκας μέ ἐρωτηματικό βλέμμα.
Πλησίασα.  Πρόσεξα πώς ὁ ἄντρας  ἦταν λεπρός. Ὁλόκληρη ἡ δεξιά πλευρά του, τό πρόσωπό καί τό σῶμα, ἦταν μιά φρικτή πληγή, σάπια καί πυώδης, πού μύριζε ἀπαίσια.
Τούς χαιρέτησα.  Μοῦ ἀνταπέδωσε τό χαιρετισμό μέ σεβασμό, κάνοντας βαθιά ὑπόκλιση.  Βιάστηκαν ὅμως νά μέ πληροφορήσουν πώς εἶχα μπεῖ σέ ἀπαγορευμένη περιοχή. Λόγω τῆς λέπρας τοῦ νέου ἄντρα, μιά ἔκταση γύρω ἀπό τήν καλύβα ἀκτίνας μερικῶν ἑκατοντάδων μέτρων ἦταν σέ καραντίνα. Οἱ γύρω κάτοικοι τό γνώριζαν καί ποτέ δέν πλησίαζαν.
Εἶδα ἕνα καλωσυνάτο φόβο ζωγραφισμένο στά πρόσωπά τους. Ἀνησυχοῦσαν γιά τήν ὑγεία τή δική μου καί τῶν συνοδῶν μου.
-Μήν ἀνησυχεῖτε, τούς καθησύχασα. Ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔφερε ὥς ἐδῶ. Δέν ὑπάρχει ἑπομένως φόβος γιά μᾶς. Ὁ Θεός θά μᾶς φυλάξει. Πές μου ὅμως-στράφηκα στό λεπρό- ποιά εἶν’ αὐτή ἡ γυναίκα;
-Ἡ σύζυγός μου.  Καί εἶναι τελείως ὑγιής. Ἀλλά, μπάτουσκα, σᾶς παρακαλοῦμε πολύ, ἐλᾶτε μέσα στό φτωχικό μας. Ἔχουμε κι ἕνα νεογέννητο παιδάκι.
Μπῆκα μέσα στό ξύλινο καλυβάκι. Μ’ ἔπνιξε ἡ δυσοσμία. Ἕνα δωμάτιο ἦταν ὅλο κι ὅλο, μ’ ἐλάχιστα φτωχικά ἔπιπλα.  Τ’ ἀπαραίτητα μόνο: ἕνα τραπέζι, μερικές καρέκλες, ἕνα διπλό κρεβάτι, μερικά ράφια.  Τά εἶχε φτιάξει μόνος του ὁ λεπρός, καθώς εἶπε, μέ ξύλα ἀπό τό δάσος. Ἀπ’ τό χαμηλό ταβάνι κρεμόταν μιά κούνια. Ἐκεῖ μέσα κοιμόταν ἀμέριμνο τό νεογέννητο ἀγοράκι. Σέ μιά γωνιά, πάνω σ’ ἕνα μικρό ραφάκι, πῆρε τό μάτι μου μιά εἰκόνα του Κυρίου κι ἕνα κερί μισοκαμμένο.
-Μπάτουσκα, μιά χάρη νά σᾶς ζητήσουμε. Ἐφόσον ὁ Θεός σᾶς ἔφερε ὥς ἐδῶ, θά μπεῖτε στό κόπο νά βαπτίσετε τό παιδί μας; Χρόνια ἔχουμε νά δοῦμε παπά.  Καί ἴσως νά μήν ξαναδοῦμε ποτέ πιά…
Τά μάτια τῆς γυναίκας βούρκωσαν.
-Ναί, παιδιά μου, εἶπα συγκινημένος. Ἄς ἑτοιμάσουμε ὅ,τι χρειάζεται γιά τή βάπτιση.
Ἡ γυναίκα ἔβγαλε χαρούμενη ἀπό ἕνα ντουλάπι μιά εὐρύχωρη ξύλινη λεκάνη. Ἦταν μεγάλο κούτσουρο, προσεκτικά καί ἐπιτήδεια σκαμμένο.
-Εἶναι ἡ κολυμβήθρα, εἶπε.  Τή σκάλισα μόνη, σιγά-σιγά, μόλις διαπίστωσα ὅτι περίμενα παιδί. Εἶχα σκοπό νά πάω κρυφά, κάποια νύχτα, στό Κλιουτσέφσκ καί νά παρακαλέσω τον ἐφημέριο νά ἔρθει γιά τή βάπτιση τοῦ βρέφους.  Φοβόμουν ὅμως πώς δέν θά δεχθεῖ. Ἀδιάκοποα ἔκανα προσευχή στήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας νά οἰκονομήσει ἕναν τρόπο, ὥστε νά μή μείνει τό παιδί ἀβάπτιστο.  Καί νά!  Τόσο ἀπροσδόκητα ἤρθατε ἐσείς!  Ἄς εἶναι δοξασμένο τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ!
Ἔφερα ἀπό τό ἕλκηθρο μου τά ἀπαραίτητα γιά τό μυστήριο καί βάπτισα τό μικρό μέσα σέ ἀτμόσφαιρα βαθειᾶς κατανύξεως. Ἔμεινα μαζί τους ὅλη τήν ἡμέρα.  Οἱ ἀγωγιάτες δέν τόλμησαν νά πλησιάσουν. Κατασκήνωσαν πέρα ἀπό τούς θάμνους ὅπου ἄναψαν φωτιά καί μαγείρεψαν.
Συζητώντας μέ τούς δυό ἐρημίτες συζύγους, ἔμαθα πώς μερικά χρόνια πρίν ὁ ἄντρας εἶχε ἀρρωστήσει ξαφνικά ἀπό λέπρα. Ἀμέσως τόν ἔδιωξαν ἀπό τό χωριό. Ἡ γυναίκα του τόν ἀκολούθησε παρ’ ὅλο πού ἦταν ὑγιής.  Πιστή καί ἀφοσιωμένη, δέν θέλησε ν’ ἀφήσει μόνο του τό σύντροφό της στήν ἐξορία. Ἔφτιαξαν σ’ ἐκείνη τήν ἐρημιά τό ξύλινο καλύβι τους, τό ἐπίπλωσαν καί ἀποφάσισαν νά πεθάνουν ἐκεῖ μάζί. Ζοῦσαν μέ ποταμίσια ψάρια, καρπούς καί ρίζες.
Τόλμησα νά τή ρωτήσω πῶς ἀποφάσισε, ὑγιής ὅπως ἦταν ἐκείνη, ν’ ἀκολουθήσει τό λεπρό σύζυγό της σ’ ἕνα τόσο σκληρό δρόμο.
-Μά εἶναι ὁ ἄντρας πού μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἀπάντησε με ἁπλότητα. Πῶς νά τόν ἀφήσω; Τώρα μάλιστα ἔχουμε καί γιό!  Βαπτισμένο κιόλας!  Εἶμαι πολύ εὐχαριστημένη.  Ποτέ δέν θά χωριστῶ ἀπ’ τούς ἀγαπημένους μου…. Ἡ ζωή μας καί ἡ ζωή τοῦ παιδιοῦ μας εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ.
Ἑτοιμάστηκα νά φύγω.  Μέ δάκρυα στά μάτια μέ χαιρέτησαν.  Τά τελευταῖα τους λόγια ἦταν:
-Μή μᾶς ξεχνᾶτε, σᾶς παρακαλοῦμε, στίς προσευχές σας… Μή μᾶς ξεχνᾶτε…
Ὄχι, δέν τούς ξέχασα ποτέ ἐκείνους τούς ὑπέροχους ἀνθρώπους.  Μέχρι σήμερα εἶναι στή καρδιά μου, στή σκέψη μου καί στήν προσευχή μου. Τί ν’ ἀπέγιναν;  Δέν ξέρω, ὁ Κύριος ξέρει. Πάντως ποτέ δέν τούς ξαναεῖδα.  Εἶμαι ὅμως ἥσυχος.  Θυμᾶμαι ἐκεῖνα τά λόγια τους: «Ἡ ζωή μας καί ἡ ζωή τοῦ παιδιοῦ μας εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ»…

Ὅπως ἔχω ξαναπεῖ, ὅταν πῆγα στήν Καμτσάτκα ἐπικρατοῦσε σχεδόν πλήρης ἀναλφαβητισμός στόν ἰθαγενή πληθυσμό.  Στή βορειοανατολιλκή περιχή ἐγγράμματος καμτσαντάλος δέν ὑπῆρχε οὔτε ἕνας!  Δέν ἤξεραν τί εἶναι διδασκαλία οὔτε εἶχαν κάποια ἰδέα ἀπό σχολεῖο.  Στά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς μου ἀνάμεσά τους, ὅποτε ἔβγαζα χαρί καί μολύβι γιά νά σημειώσω κάτι, μέ κοίταζαν μέ ἀπορία.
Μερικοί κουνοῦσαν μέ σημασία τό κεφάλι τους καί ψιθύριζαν μεταξύ τους, νομίζοντας πώς ἔχω χάσει τά λογικά μου.
Θεώρησα ἀπαραίτητη τήν ἵδρυση σχολείων γιά τά παιδιά τῶν ἰθαγενῶν, καθώς καί οἰκοτροφείων γιά τή διαμονή τῶν μαθητῶν, πού προέρχονταν ἀπό νομαδικές φυλές τῆς βορειανατολικῆς κυρίως περιοχῆς τῆς Καμτσάτκας.   Στή νότια καί δυτική πλευρά τῆς χερσονήσου οἱ κάτοικοι ἦταν μόνιμοι, καί στήν πλειονότητά τους εἶχαν δεχθεῖ τή ρωσική πολιτιστική ἐπίδραση.  Στό Πετροπαυλόφσκ ὑπῆρχαν σχολεῖα γιά μέση καί κατώτερη ἐκπαίδευση καί σέ μερικές κωμοπόλεις ἐκκλησιαστικά ἐνοριακά σχολεῖα.  Δέν ὑπῆρχε λοιπόν μεγάλη ἀνάγκη ἱδρύσεως σχολείων στήν περιοχή αὐτή, ὅσο στή βόρεια καί ἀνατολική.
Δραστηριοποιήθηκα ἐπίμονα κι ἐξασφάλισα τήν ἀποστολή εἰδικῶν λυόμενων οἰκημάτων ἀπό τό Βλαντιβοστόκ. Ὁ μητροπολίτης Εὐσέβιος ἔκανε τά πάντα γιά νά μ’ ἐξυπηρετήσει. Τά οἰκήματα κατασκευάζονταν τμηματικά, μέ δική του φροντίδα, ἀπό εἰδικευμένους ρώσους τεχνίτες. Ἔπειτα τά προκατασκευασμένα αὐτά κομμάτια φορτώνονταν στά πλοῖα κι ἔρχονταν στήν Καμτσάτκα.  Τά συναρμολογούσαμε ἐπί τόπου, μέ βάση τά σχέδια πού μᾶς ἔστελναν. Μ’ αὐτό τόν τρόπο ἱδρύθηκαν τότε ἀρκετά σχολεῖα καί οἰκοτροφεῖα μαθητῶν. Ἐπειδή ὅμως σέ ὅλα αὐτά ἥμουν ὁ μοναδικός δάσκαλος, δέν λειτουργοῦσαν κάθε μέρα. Οὔτε καί οἱ καιρικές συνθῆκες τό ἐπέτρεψαν. Ἔτσι ἡ διδασκαλία γινόταν μέ πολλά ἐμπόδια, μέ ἀπρόβλεπτες διακοπές, ἀλλά καί μέ μεγάλες ἐλλείψεις τῶν ἀναγκαίων μέσων. Πάντως ὁ μητροπολίτης εἶχε φροντίσει νά μοῦ ἐξασφαλίσει τουλάχιστον τά στοιχειώδη ἐποπτικά μέσα διδασκαλίας.
Μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ξεκίνησα ἱδρύοντας τό πρῶτο σχολεῖο στό χωριό Ἰωάσαφ.
Ἀλλά τό πιό δύσκολο καί κουραστικό πράγμα ἦταν νά πείσεις τούς ἰθαγενεῖς ὅτι ἔπρπε νά μάθουν γράμματα.  Καί πῶς νά πειστοῦν, ἀφοῦ στήν πρωτόγονη γλώσσα τους δέν ὑπῆρχαν κάν οἱ λέξεις «σχολεῖο», «δάσκαλος», «ἐκπαίδευση»; Μάταια προσπαθοῦσα νά τούς ἐξηγήσω μέ ἁπλά λόγια καί μέ πολύχρωμες εἰκόνες τί εἶναι ὅλ’ αὐτά καί πόσο χρήσιμα στόν ἄνθρωπο. Ὅ,τι κι ἄν ἔλεγα, δέν ἀποφάσιζαν νά μοῦ στείλουν τά παιδιά τους. Τό σχολεῖο, σάν κάτι παράξενο καί ἄγνωστο, τούς ἐνέπνεε δυσπιστία καί φόβο.
Ἀποφάσισα νά καλέσω καί τούς γονείς μαζί μέ τά παιδιά. Πράγματι, μερικοί γονεῖς, ἐλεύθεροι ἀπό κυνήγι ἤ δουλειές τοῦ σπιτιοῦ, ἀποτόλμησαν νά ἔρθουν δειλά-δειλά.  Κάθησαν κι αὐτοί στά σκαμνιά τῶν μαθητῶν καί παρακολουθοῦσαν τό μάθημα. Φρόντισα ἀπό τήν ἀρχή νά ἑλκύσω τίς ἁπλοϊκές καρδιές τους, διανθίζοντας τή διδασκαλία μέ εὐχάριστες ἱστορίες, κάποτε καί μέ παραμύθια. Σιγά-σιγά οἱ φόβοι τους σκορπίστηκαν κι ἄρχισαν μέ θαυμασμό καί ἔκπληξη νά βλέπουν πώς τά παιδιά τους μάθαιναν νά διαβάζουν καί νά γράφουν.

14.  Σούσλικ: Μικρό τρωκτικό, τῆς οἰκογένειας τῶν σκιουριδῶν. Ἡ ἐπιστιμονική του ὀνομασία εἶναι ἀρκτόμυς.

Μητροπολίτου Κυροβογκράντ καί Νικολάεφ Νέστορος
Ἀναμνήσεις ἀπό τήν Καμτσάτκα
Ἀπόδοση ἀπό τά ρωσικά
Ἔκδοση Τρίτη
Ἱερά Μονή Παρακλήτου Ωρωπός Ἀττικῆς 2001
Ἐπιμέλεια κειμένου και πηγή στο Διαδίκτυο  Ἀναβάσεις