«ΕΑΝ ΕΧΗΤΑΙ ΠΙΣΤΙΝ ΩΣ ΚΟΚΚΟΝ ΣΙΝΑΠΕΩΣ….»ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗ [19-8-1984]
(Περίπατος στο αλώνι)
Οταν μάς λέγη ό Κύριος «Έάν έχητε πίστιν ώς κόκκον σινάπεως, έρείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ούδέν αδυνατήσει ύμίν», μάς φανερώνει τήν παντοδυναμία Του, τήν όποια δύναται να μεταδώση και στους πιστούς. Δύναται, λοιπόν ό πιστός νά μετακίνηση όρη, νά άναστηση νεκρούς, και νά άνέλθη άκόμη καί στου ουρανούς.
Ή πίστις στον Θεόν είναι ένα έφόδιο, μία πνευματική δύναμις τής ψυχής, με τήν όποια κάθε πιστός μπορεί νά μεταβή στον ουράνιο κόσμο. Άφού, λοιπόν, τον άτενίση καί τον φωτογραφίση, έπιστρέφοντας κάτω στην γή θά τον έχη ένώπιόν του, καί θά προσαρμόζη πλέον την ζωή του προς αύτόν.
Ή πίστις είναι, τό μεγαλύτερο δώρο του Κυρίου προς ημάς, τό σπουδαιότερο μέσον τη. σωτηρίας μας, ή ασφαλής προστασία τής ζωης μας. Και έλαχίστη πίστι εάν έχωμε, λέγει τό Ευαγγέλιο, είναι ικανή να μάς φανέρωση την άπειρον παντοδυναμία τού Θεού. Τί μπορεί να κατορθώση ό άνθρωπος με τήν πίστι!
Ή παρούσα σύναξις ολων ήμών –μονάχων καί λαϊκών- δεικνύει οτι ή μέριμνά μας είναι ή βασιλεία τού Θεού. Μάς παρέχει, λοιπόν, ο Κύριος τήν πίστι, γιά νά άτενίζωμε τήν βασιλεία τών ούρανών έργαζόμενοι γιά τήν απόκτηση αύτής.
Όταν έχωμε πίστι πραγματική, έχομε και ταπεινοφροσύνη, ή όποια μάς οπλίζει καί μας χαριτώνει. Τό Άγιον Πνεύμα ενεργεί έντος της ύπάρξεώς μας, καί μάς οδηγεί στήν θύρα της πίστεως, τον Χριστόν, μάς οδηγεί εις πάσαν την άλήθειαν. Είσαγόμεθα πλέον στήν βασιλεία του Θεού καί τήν ζοϋμε πραγματικά, άναμένοντε νά τήν άπολαύσωμε καί προσωπικά, με όλοκληρη τήν ύπαρξί μας.

Γι’ αύτήν τήν βασιλεία άγωνίζονται οί Χριστιανοί. Υπάρχουν καί άλλοι πού αγωνίζονται γιά τήν ούράνια βασιλεία, άλλα δεν έχουν κλειδί νά ανοίξουν την θύρα, οπως π.χ. οι μουσουλμάνοι.
Μάς εδωσε ό Θεός τον νόμον Του στήν Παλαιά Διαθήκη διά τού Μωϋσέως, αλλά καί ό Χριστός μάς εδωσε τήν Χάρι Του πλέον καί τον νόμον τής Καινής Διαθήκης, ώστε οστις επιθυμεί νά σωθή, με μία καλή καί αγαθή προαίρεσι, με κάποια μηδαμινή προσπάθεια -σε σύγκρισι με τήν θεία βοήθεια-, είσάγεται στον ουράνιο κόσμο.
Με τήν σάρκωσι του Κυρίου ένδυθήκαμε τον ουράνιον άνθρωπο, με σκοπό νά ζήσωμε την κοινωνία τοϋ νέου Άδάμ, του Χριστού. Όπως άναφέρει ό απόστολος Ιωάννης, όταν ό Δημιουργός μάς έπλασε κατ ’ εικόνα Αυτού, μας έδωσε τόσα χαρίσματα, ώστε θά ίδωμεν ότι «όμοιοι αύτώ έσμεν».
Αύτός ό άπειρος Θεός θά είναι ένώπιόν μας αιωνίως, ή ύπαρξίς μας θά Τον αντιλαμβάνεται ώς ομοιόν της. Θά ζήσωμε αύτόν τον Θεόν πραγματικά, θά ζήσωμε τήν αγάπη Του, διότι δι’ άφατον έλεος προσέλαβε την ανθρώπινη φύσι καί είναι Θεός και άνθρωπος. Τόσο πολοί ήγάπησεν ό Θεός τον άνθρωπον, ώστε να καταδεχθη να σμικρύνη τον Εαυτόν Του, για να είναι προσιτός σε μάς. ’Όχι μόνον ήλθε στην γη να σταυρωθή για χάρι μας, άλλα και αιωνίως φέρει την σάρκα και τους μώλωπας τοϋ Πάθους.
Χρησιμοποιούμε, λοιπόν, την πίστι ώς πυρηνική ενέργεια στο διαστημόπλοιο τής ύπάρξεώς μας γιά τήν μετάβασί μας στον ουράνιο κόσμο. Μεταβαίνομε εκεί καί Τον ζούμε. ΠώςΤον ζούμε;
’Έχομε άναφέρει πολλάκις ότι, κατά την πρώτη μας γνωριμία με τον Κύριον, Τον άτενίσαμε. Ή πρώτη μας άγάπη δεν μπορεί να συγκριθή με τίποτα. Διά τούτο πρέπει καθημερινώς, κατά τον Απόστολον Παύλον, νά διοχετεύωμε τήν πίστι σε όλη τήν ύπαρξί μας, νά την άναζωογονούμε με τήν ένθύμησι τού παρελθόντος, νά δίνωμε ζωή στο παρόν, ώστε νά έχωμε τήν δυνατότητα νά μεταβαίνωμε πάντοτε στον ούράνιο κόσμο.
Όταν λέμε, μεταβαίνομε στον ούράνιο κόσμο, μην κάνωμε παρανοήσεις. Ό ούράνιος κόσμος κατεβαίνει μέσα στην καρδία μας, ό Θεός όλος εισέρχεται μέσα μας και ζή μαζί μας. Απολαμβάνομε όντως τήν βασιλεία τού Θεού, την ειρήνη Του, καί τήν πληροφορία τής σωτηρίας. Διά τής ταπεινοφροσύνης ό άνθρωπος έρχεται στην έπίγνωσι ότι είναι μηδέν. Αντιλαμβάνεται, ότι τά πάντα είναι τού Θεού καί ότι τα πάντα έξαρτώνται άπό Εκείνον. Όταν αρχίσει κανείς νά ζή αύτές τις καταστάσεις, προσελκύει όλον τον ούρανό μέσα στήν ψυχή του καί αυτός ανεβαίνει πλέον στά ούράνια.
Ποιος, όμως, έχει τήν δυνατότητα νά κατορθώση εύκολώτερα αύτήν τήν μετάβασι; Ασφαλώς κάθε άνθρωπος είτε μέσα στήν φυλακή είναι είτε μέσα στήν σπηλιά.
Περισσότερες εύκαιρίες καί προϋποθέσεις έχουν πάντως όσοι εύρίσκονται σε μεγαλυτέρα ησυχία. Δεν άποκλείονται καί οί αγωνιζόμενοι στον κόσμο, αλλά δεν έχουν τις εύκαιρίες πού έχομε εμείς έδώ. Όταν ή ταραγμένη υπαρξίς μας ήσυχάζη, μπορεί καλύτερα νά μετέχη αυτών των καταστάσεων. Με μία καλή προαίρεσι, μπορούμε νά προαπολαύσωμε από τώρα καταστάσεις θείες. Όταν βλέπη ό Κύριος άνθρωπο με αγαθή προαίρεσι, τον προγνωρίζει, τον προορίζει, τον δικαιώνει.
Άν σκεφθούμε τις πρώτες στιγμές τής αγάπης μας προς τον Κύριον, θά διαπιστώσωμε ότι δεν είχαμε φόβο θανάτου. Είδαμε την άπεραντοσύνη τής αιωνίου ζωής σαν συνέχεια της παρούσης ζωής. Δεν ύπήρχε φόβος θανάτου, διότι «ή άγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Να σκεπτώμεθα, λοιπόν, τον θάνατο σαν συνέχεια της παρούσης ζωής, πού θά μάς ένώση έκτυπώτερον με την Άγάπη. Ή πίστις αμέσως ελκύει τό Άγιον Πνεύμα, τό Όποιον συμπληρώνει όλα τά έλλείποντα και μάς παρουσιάζει ένώπιον τής Αγίας Τριάδος καταρτισμένους. Επειδή ένεργεί μέσα μας ή Χάρις τού Πνεύματος, μάς δωρίζει τήν διάκρισι καί τήν διόρασι. Με τον θείο, λοιπόν, φωτισμό κατευθύνομε τον εαυτό μας προς ατραπούς σωτηρίας. Όλες μας οί σκέψεις τείνουν, βλέπουν, βαδίζουν, έκβάλλουν προς τήν βασιλεία των ούρανών.
Άλλα καί στις δύσκολες περιστάσεις του βίου μας, διά τής πίστεως, μάς ενισχύει τό ‘Άγιον Πνεύμα. Όταν ό Θεός παραχωρή δοκιμασίες προς αγιασμό καί στίλβωσι τής ψυχής, πώς θά βγούμε πέρα; Με τήν πίστι στον Κύριον αντιμετωπίζομε τις δοκιμασίες χωρίς ούδένα κλονισμό, παρακαλώ!
Στους πειρασμούς ομοίως. Είτε προέρχονται έκ τού κόσμου εϊτε έκ τού διαβόλου εϊτε από τον εαυτό μας, δυνάμεθα με τήν πίστι να προσανατολισθούμε αμέσως, νά χαριτωθούμε αμέσως, νά ένισχυθούμε, ώστε έλεύθερα πάλι νά συνεχίσωμε νά βαδίζωμε τό μονοπάτι, που οδηγεί στήν βασιλεία τών ούρανών.
Όλο μας τό πρόβλημα, δηλαδή, είναι ή βασιλεία του Θεού. Εμείς θεωρούμε ως μεγάλα προβλήματα πολλές περιστάσεις της ζωής μας, ένώ όλα λύνονται με τήν Χάρι του θεού διά τής ταπεινοφροσύνης.
Πώς θά κατορθώσωμε νά άποβιβασθούμε τελικά, ολοκληρωτικά καί αιώνια στήν βασιλεία τού Θεού; Τήν ζούμε μεν από τον παρόντα με πιστοί στην ομολογία μας έως εσχάτων.
Είναι μεγάλο θέμα αύτό δηλαδή ό Θεός το κάνει μεγάλο, έμεΐς δεν κάνομε τίποτα. Όταν κάνωμε κάτι για τον Θεόν, είναι πολύ μεγάλο. Γίνεται κάποιος μοναχός μόνο καί μόνο για την άγάπη τού Θεού. Είναι μεγάλο ζήτημα, ούράνιο θέμα, θείο δώρο, που περιέχει πλούτο τής βασιλείας τού Θεού. Γίνεται κάποιος ιερωμένος μόνο για τον Κύριον. Μεγάλη ύπόθεσις!
Μία νέα γίνεται παπαδιά για τήν άγάπη του Θεού, ώς βοηθός τού Λειτουργού; Μεγάλο θέμα! Παρθενεύει κάποιος για τήν άγάπη τού Θεού; Εξαίσιο θέμα ή παρθενία! Παρθενεύει όχι για τον Θεόν; Μηδέν.
Όλα, δηλαδή νά γίνωνται ενεχεν του Σωτήρος, Όστις είπεν: «Ός δ’ αν άπολέση την ψυχήν αύτού ένεκεν έμού, ούτος σώσει αύτήν».
Όλα τα κάνω διά τον Θεόν, επειδή πιστεύω εις Αύτόν. Υπομένω ύβρεις, συκοφαντίες, ένα δύσκολο συνάνθρωπο μόνο γιά τον Θεόν. πολύ μεγάλο θέμα! Αφού, μάλιστα, γνωρίζω ότι τίποτε δεν διαφεύγει άπό τήν ένθύμησι του Κυρίου καί τίποτε δεν γίνεται χωρίς Αύτόν, για ολα προσφέρω εύχαριστία. Χωρίς νά έξετάζω «γιατί» καί «πώς», σέ όλες τις περιστάσεις λέγω: Δόξα Σοι, ό Θεός! Ό Κύριος καί αυτό τό ζήτημα τό δέχεται ώς μεγάλο κατόρθωμα.
Με τήν Χάρι τού Θεού, έκλήθημεν έδώ για τήν δόξα τού Θεού, νά κάνωμε γνωστόν τον Θεόν στον κόσμο. Ό Κύριος κάνει γνωστούς στους ανθρώπους, τούς άγνωστους άσκητάς της έρήμου, επειδή οί άσκηταί με τα βιώματα τους κάνουν γνωστόν τον Θεόν στον κόσμο.
 
’Άς άρχίσωμε όλοι, είτε στο μοναστήρι είμαστε είτε στον κόσμο, νά άσχολούμεθα με την μετάβασί μας στήν ούράνια όχθη, άτενίζοντας τήν αιώνια βασιλεία. Όλες μας οί σκέψεις να κατευθύνωνται προς τα έκεί. Νά μήν υπάρχει μονοπάτι τής ζωής μας πού νά μήν καταλήγη έκεί πέρα. Είτε διακονούμε είτε σπουδάζομε, όπου καί νά είμεθα, νά κάνωμε τά πάντα για τήν άγάπη τού Θεού. Τότε όλοι οί δρόμοι μας όδηγούν στον κοινό σκοπό μας.
Απ’ όλα αύτά τί παραμένει; Μία διηνεκής νοσταλγία τής άγάπης του Θεού!
Αύτή ή νοσταλγία στρέφεται, πάντοτε προς τον Δημιουργόν, πού μάς έπλασε, και θέλει δική Του την ζωή πού μάς έδωσε. Αυτήν τήν νοσταλγία, οχι μόνο δεν τήν παραγνωρίζει ό Θεός, άλλα τήν διαφυλάττει συνεχώς καί επιθυμεί να αύξηθή. Καί όσο αυξάνεται η νοσταλγία μας τόσο περισσότερο ό Κύριος μάς χαριτώνει μάς εχει κοντά Του, μάς άναμένει.
Έάν άναμένη ή Χάρις έναν αμαρτωλό να μετανοήση, καί στέκη από πάνω του έτοιμη να τον σκεπάση, πόσο περισσότερο θά μεριμνήση γιά μία ψυχή πού τήν νοσταλγεί; Ό Θεός δεν έχει ίδιοτελή αγάπη, όπως εμείς. Άνταποκρίνεται άμέσως στήν άγάπη τού άνθρώπου, διότι είναι δική του ή άγάπη. Δική του είναι καί ή ψυχή καί τήν θέλει κοντά Του. Όπως λέγουν οι Πατέρες, ό Κύριος είναι ζηλότυπος, θέλει την ψυχή ολόκληρη δική Του. Άν δοθούμε, λοιπόν, ολόκληροι στον Θεόν, έπετύχαμε τού σκοπού μας, όπου κι άν βρισκώμαστε….
Γερόντισσα: Οί Πατέρες μάς ύποδεικνύουν τήν ταπείνωσή. Είναι και ή πίστις μεγάλη αρετή, άλλα και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι.
Τήν ταπείνωσι, όμως, δεν τήν έχουν οί δαίμονες. Ή Κυρία Θεοτόκος με τήν ταπείνωσι της προσείλκυσε τον Θεόν να σαρκωθή μέσα Της. Ό ταπεινός ελκύει καί τα άγρια ζώα, τα δαμάζει. Διότι εύρίσκεται στήν προπτωτική κατάστασι.
’Άν θά είχαμε ταπείνωσι, θά είχαμε καί εύγένεια, άγάπη κ.λπ.
Παππούς: Ή πίστις χωρίς τήν ταπείνωσι δεν είναι γνωστή στον Θεόν, είναι άγνωστη. Όταν ό άνθρωπος πιστεύη, νάχετε ύπ ’ όψιν σας, ταπεινούται.
Γερόντισσα: Είναι ύπεύθυνος κανείς γιά τον δύσκολο χαρακτήρα του;
 
Παππούς: «Όπου Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις». Όλοι φέρομε τά χαρακτηριστικά τής κληρονομικότητος. Άλλα ένας φωτισμένος άνθρωπος, με τήν Χάρι του Θεού, καταργεί τις άδυναμίες του. Μπορεί να έχει ώρισμένες ύποτροπές, αλλά πάλι ισορροπεί. Δεν μπορούμε νά δικαιολογούμεθα με τό γεγονός της κληρονομικότητος. Όταν κάποιος δεν εχη φωτισθή έν Χριστώ, διατηρεί όσα πάθη έχει κληρονομήσει άπό τούς προγόνους του. Όμως, διά τής πίστεως εις Χριστόν, τα κληρονομικά πάθη άτροφούν.
Ό πιστός διά τής ταπεινώσεως φωτίζεται καί ερχεται εις έπίγνωσιν. Αρχίζει νά τηρή τις θείες εντολές καί ό νούς του καθαίρεται. Γίνεται εχθρός τού «εγώ» καί βρίσκει την ανάπαυση καί την ειρήνη που ζητά ή ψυχή. Ό εγωιστής δεν μπορεί νά άναπαυθή πουθενά. Πουθενά άπολύτως δεν ίκανοποείται. Ένώ ό ταπεινός άναπαύεται καί στο τίποτα.
Οταν ό άνθρωπος καταλάβη ότι δεν είναι τίποτα, τότε είναι κάτι. Γιατί; Διότι άποβάλλει τον κόσμο άπό μέσα του. Όχι τούς άνθρώπους. Όταν πεθάνη ό κόσμος άπό μέσα του, καί ζήση μόνο ή αίωνιότης, ή βασιλεία του Θεου, τότε είναι κάτι. Τώρα, μπορώ νά πώ ότι είμαι κάτι; Τίποτα δεν είμαι. Μηδέν είμαι. Βγάλε τό «εγώ» άπό τήν μέση. Κράτησε το θέλημα του Θεου. Τότε προσγειώνεσαι, άντιλαμβάνεσαι ότι είσαι ελεύθερος. Έδώ πού τα λέμε, δεν είναι δουλειά μιας ήμέρας. Για να γίνης θεολόγος, πρέπει νά σπουδάσης θεολογία. Γιά νά γίνης ιατρός, πρέπει νά σπουδάσης ιατρική. Χρειάζεται έκπαίδευσις γιά νά κατανόησης ή νά γνωρίσης κάτι.
 
Έρώτησις: Νοητικώς τό καταλαβαίνω ότι δεν είμαι τίποτα, άλλά πώς θά τό βιώσω στην πράξι;
Παππούς: Μόνο με την φώτισι του Αγίου Πνεύματος. Τότε ό κόσμος πεθαίνει και ζή πράγματι ή ύπαρξις του άνθρώπου, όπως έπλάσθη άπό τα χέρια του Θεού. Δεν προσπαθούμε νά άπατήσωμε τον εαυτό μας λέγοντας οτι δεν είμαστε τίποτα, άλλά πιστεύομε οτι πραγματικά δεν είμαστε τίποτα. Όμως είμαστε κάτι γιά την βασιλεία τού Θεου. Διά τής πίστεως έρχόμεθα εις έπίγνωσι καί ταπεινούμεθα.
Ό μοναχισμός είναι επιστήμη ολόκληρη. Επιστήμη έπιστημών! Ξεκινάμε άπό τό Δημοτικό σχολείο- β+α = βα. Καί τό σημείον, οτι ό άνθρωπος πορεύεται καλά, είναι ή ειρήνη της ψυχής.
Γερόντισσα: Ό Κύριος «έταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος ύπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού». Δηλαδή θά φθάσωμε στην ταπεί- νωσι περνώντας από έμπόδια, θλίψεις καί δοκιμασίες. Οί Πατέρες, πού έζησαν την ταπείνωσι, γράφουν πάρα πολλά γιά την άρετή αυτή, τι είναι ταπείνωσις και πώς κατορθούται. Διότι μόνον κάποιος, που έχει ζήσει τήν ταπείνωσι, μπορεί νά μιλήση περί αύτής. Δηλαδή έγώ δεν θά μπορούσα ποτέ νά μιλήσω γι’ αύτήν την άρετή, διότι δεν τήν ξέρω. Ό ‘Άγιος Ισαάκ άφιερώνει τρεις λόγους στο θέμα αύτό.
 
Παππούς: Όπως σάς είπα, Γερόντισσα, το πρώτο κατόρθωμα τής ταπεινοφροσύνης είναι νά νέκρωση μέσα μας τον κόσμο, δηλαδή την έπιθυμία τού κόσμου, τήν δόξα τού κόσμου κ.λπ. Έάν οί ματαιότητες αύτές υποχωρήσουν, έρχεσαι σε γνώσι τού Θεού. Αύτό είναι τό ξεκίνημα. Μετά, βεβαίως, έχεις καθημερινώς δουλειά. Συμβαίνουν ύποτροπές, πάλι άγωνίζεσαι νά έπιβληθής επί τών παθών, καί πάλι νά πνίξης τις κακίες πού ξαναφυτρώνουν.
Άγωνιζόμεθα κυρίως γιά τήν ταπείνωσι, διότι αύτή είναι ή σωτηρία• φέρει τήν ειρήνη, την αγάπη τού Θεού κ.λπ. Με τήν ταπεινοφροσύνη ό άνθρωπος χαριτώνεται καί θωρακίζεται. «Ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν». Τότε πάνε περίπατο καί οί πειρασμοί, ξέρεις. Κατά τον
άγιο Σιλουανό, έχομε πειρασμούς μέχρι να ταπεινωθούμε. Μόλις ταπεινωθούμε, φεύγουν οί πειρασμοί, διότι μάς περικυκλώνει ή Χάρις τού Θεού.
Είπες προηγουμένως γιά τά έμπόδια πού συναντάμε. Ό Θεός πειράζει ούδένα. Δεν βάζει έμπόδια ό Θεός. Απλώς παραχωρεί δοκιμασίες, όσο μπορείς νά σηκώσης, καί μετά σε ενισχύει άμέσως. Ύπομένομε, λοιπόν, τούς πειρασμούς, έπειδή φέρουν τήν ταπείνωσι.
Συγχρόνως ή άπλότης διευκολύνει πολύ τον άγώνα μας. «’Ός έάν μή δέξηται τήν βασιλείαν τού Θεού ώς παιδίον, ού μή εισέλθη εις αύτήν». Έάν έχωμε πλήρη έμπιστοσύνη στον Θεόν, όπως το παιδάκι στή μάνα του, πολύ εύκολα θά διερχώμεθα τΙς δυσκολίες. «Έάν μη στραφήτε καί γένησθε ώς τά παιδία…». Το παιδάκι έχει πλήρη έμπιστοσύνη. Δεν έξετάζει αν πρέπη να φάη αύτό πού τού δίνει ή μητέρα,αν είναι καλό τό ρούχο με τό όποιο τό ντύνει.’Άν μείνωμε, λοιπόν, στην πίστι με την οποία ξεκινήσαμε, σε πολύ μικρό διάστημα μαθαίνομε αύτήν την έπιστήμη. Ό τρόπος αύτός, που αναφέρει ό Κύριος, είναι πολύ εύκολος. Έάν άντιληφθής πόσο εύκολύνει τον άγώνα ή άπλότης, τελειώνει τό θέμα. ’Άν είναι κανείς λίγο έξυπνος κατά Θεόν, βρίσκει την οδό. Μερικοί την ανακαλύπτουν άμέσως, άλλοι μετά άπό πολλούς κόπους, παλεύοντας μέχρι τελευταίας άναπνοής.
Καί αύτοί, όμως, πού βασανίζονται άγωνιζόμενοι, θά άνταμειφθούν άπό την Χάρι τού Θεού.
Γερόντισσα: Διδάσκει ό ‘Άγιος Βαρσανούφιος: ’Έχε τό άψήφιστον, την έκκοπήν του θελήματος καί τό μή σεαυτόν ίσώσαί τινι• δηλαδή όχι μόνο νά μή θεωρής τον εαυτόν σου άνώτερον άπό κάποιον, άλλά ούτε καί ’ίσον.
 
Παππούς: Καλά, αύτά τά λέγουν οί ήγιασμένοι.
Γερόντισσα: Πάντως μέ άπασχολεΐ αύτό το θέμα συνεχώς: Πώς να θέσωμε τον εαυτό μας, εί δυνατόν, κάτω απ’ όλη την κτίσι. Καί όταν μου έρχεται κάποιος λογισμός έπάρσεως, λέγω:
Πω, πω! Πάλι τά ϊδια έκανα!
Παππούς: Ό ‘Άγιος Βαρσανούφιος έγραψε αύτά τά λόγια, όταν είχε πλέον φθάσει σε μέτρα άρετής. Δεν τά έγραψε τά πρώτα χρόνια της άποταγης του. ’Έτσι είναι. Λίγοι άνθρωποι έφθασαν άμέσως στην τελειότητα. Οί απλοί άνθρωποι. Π.χ. Ό Όσιος Παύλος ό άπλούς.
Ένώ ό μέγας Αντώνιος έπάλευε άπό τά πρώτα χρόνια της ζωής του σάν λιοντάρι, μούγκριζε σάν θηρίο στον άγώνα, ό Παύλος, αν καί έγινε μοναχός σε μεγάλη ήλικία, άμέσως έφθασε στην ταπείνωσι.
Ένα βήμα κάνουμε εμείς προς τον Θεόν, εκατό κάνει ό Θεός προς εμάς. Κάναμε ένα βηματάκι; Τά ενενήντα έννέα θά τά συμπλήρωσή άμέσως ό Θεός. Εύχομαι νά μάς άξιώση ό Κύριος τής αιωνίου καί άτελευτήτου μακαριότητος. Αμήν!
 
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗ
ΛΟΓΟΣ ΕΣΘΙΟΜΕΝΟΣ – Β’ ΤΟΜΟΣ
http://apantaortodoxias.blogspot.com/2020/09/blog-post_850.html