ΕΥΧΗΚΑΙΠΛΑΝΗ

 μέρος β΄

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι μέσα στήν φαντασία μας, μποροῦμε νά βάλουμε ὅ,τι καί ὅσα πράγματα θέλουμε. Ἔτσι μ᾿ αὐτή μπορεῖ νά σχηματίζουμε μέσα μας σχηματικά, φανταστικά εἴδωλα, ἀκόμη καί τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου. νοῦς ὅμως ἔτσι πλανᾶται καί προσευχή καταντᾶ φανταστική καί σχηματική. Γι᾿ αὐτό καί προτροπή τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι: Ποτέ «μή σχηματίσῃς τό θεῖον ἐν σεαυτῷ προσευχόμενος» (Ὁσίου Νείλου τοῦ Ἀσκητοῦ, Περί προσευχῆς 153 κεφ. , Φιλοκαλία…, τ. Α΄, σελ. 226).

 Ἀκόμη καί ὅταν ἔχουμε ἁπλούς μετεωρισμούς καί νοῦς μας τρέχη πότε ἐδῶ καί πότε ἐκεῖ, ἀκόμη καί τότε εἶναι ἐπικίνδυνη προσευχή. Γιατί, ὅταν προσευχώμεθα, νοῦς πρέπει νά μένη ἀμετεώριστος, ἀσχημάτιστος, ἀφάνταστος, ἀνεικόνιστος, ἀνείδεος. Δηλαδή δέν πρέπει νά ἔχη φαντασίες μέσα του, εἰκόνες, ἰδέες, σκέψεις, περιπλανήσεις καί σχήματα, ἔστω κι ἄν αὐτά εἶναι ἀγαθά καί οὐράνια. Ἀφοῦ καί τά ἀγαθά καί τά οὐράνια εἶναι δῆθεν ἀγαθά καί δῆθεν οὐράνια, δηλαδή προθάλαμος τῆς φανταστικῆς προσευχῆς.

 Γιά παράδειγμα, κάνουμε προσευχή κι ἀκοῦμε θορύβους. Χωρίς νά μᾶς ἀνησυχῆ ἀπολύτως τίποτα, θά συνεχίσουμε τήν προσευχή μας!Μά ἄφησα τό φῶς ἀνοιχτό!Ἄφησέ το ἀνοιχτό! Κάνε τήν προσευχή σου, μή δίνης σημασία σέ τίποτα, γιατί δέν εἶναι παρά φανταστικές προσβολές τοῦ διαβόλου.Θά πρέπει λοιπόν νοῦς νά εἶναι τελείως καθαρός, γιά νά παραμένη καί καρδιά καθαρή. Ἑπομένως, κλεῖσε τά μάτια σου καί μή φαντάζεσαι οὔτε τήν Παναγία οὔτε τόν Χριστό οὔτε τούς Ἁγίους. Τίποτα! Σκοτάδι μέσα σου. Διαφορετικά, ὅ,τι βλέπεις, εἶναι φαντασία, εἶναι εἴδωλο. Ὅπως ἀκριβῶς ὅταν βλέπης τόν ἑαυτό σου στόν καθρέπτη, καί αὐτό πού βλέπεις ἀπέναντί σου, δέν εἶσαι σύ, ἀλλά τό εἴδωλό σου. Ἐμεῖς ὅμως δέν προσκυνᾶμε εἴδωλα, δέν εἴμαστε εἰδωλολάτρες, ἀφοῦ «Πνεῦμα Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. Δ΄: 24).

 Πῶς ὅμως θά εἶναι καρδιά καθαρή κι νοῦς καθαρός, ἄν πιστός χριστιανός δέν ἔχη καθαρισθῆ προηγουμένως ἀπό τά πάθη καί τίς ἀδυναμίες του; Ἄν δέν ἔχη μπολιάση τήν κακή του κλίσι καί ροπή, ἀπό ἀγριελαία σέ καλλιελαία μέ τά σωτηριώδη μέσα πού παρέχει Ἐκκλησία μας; Τά ἔχουμε τονίσει ἐπανειλημμένως: εἶναι πρῶτα ἱερά Ἐξομολόγησις, Θεία Κοινωνία καί ἐκκλησιασμός καί ἀκολουθοῦν τήρησις τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν καί καλλιέργεια τῶν ἀντιστοίχων ἀρετῶν· ἐφαρμογή καί ὑπακοή τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Πνευματικοῦ· μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων· ἐνεργουμένη ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον· καί μαζί μ᾿ ὅλα αὐτά, καί τό «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. Ε΄: 17), πού εἶναι φάρμακον ἀθανασίας καί αἰωνίου ζωῆς.

 Ὑπαρχει, ὡστόσο, κι ἕνας ἄλλος κίνδυνος πλάνης στό διάστημα τῆς προσωρινῆς καθαρότητος τῶν λογισμῶν καί τῆς φαινομενικῆς ἡσυχίας τῶν πέντε αἰσθήσεων καί τῆς δῆθεν κάποιας ἀδράνειας τῶν σωματικῶν παθῶν καί τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς. Τότε, παρασυρόμενος ἀγωνιζόμενος χριστιανόςκαί μάλιστα ἐκεῖνος, πού θέλει νά προσευχηθῆ νοερά καί ἀδιάλειπταἀπό τήν προσωρινή διακοπή προσβολῆς τῶν πονηρῶν καί ἀκαθάρτων καί ἁμαρτωλῶν λογισμῶν, μπορεῖ, δυστυχῶς, νά πιστέψη ὅτι εἶναι καθαρός, ἁγνός καί ἀπρόσβλητος, ἐνῶ οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς του ἐξακολουθοῦν νά παραμένουν κρυφίως βρώμικες, ἀκανθώδεις καί ἀνενέργητες. Γι᾿ αὐτό γέμισε Ἑλλάδα ἀπό πλανεμένους καί αἱρετικούς, ἀπό φωτισμένους καί φωτιστάς. Προσοχή λοιπόν! Γιατί χωρίς ἔμπειρο Πνευματικό ὁδηγό καί ὑπομονή στήν προσπάθεια γιά κάθαρσι, εὔκολα μπορεῖ νά ξεγελαστῆ καθένας ἀπό μᾶς!

 Μιά τέτοια τραγική περίπτωσι μᾶς διηγεῖται ἁγιασμένος Γέροντας Παΐσιος, ἀσκητής τῆς Παναγούδας:

  Ἕνας μοναχός μέ ἀγωνιστικό φρόνημα ἀλλά χωρίς διάκρισι καί ὑπακοή,γιατί ζοῦσε σέ ἰδιόρρυθμο μοναστήρι, ἄρχισε νά κάνη σκληρούς ἀγῶνες, πού δυστυχῶς ὅμως τοῦ τούς ἔκλεβε μιά λεπτή οἴησις κατ᾿ ἀρχάς καί μιά ἀλαζονική ἔπαρσις καί ὑπερηφάνεια στό τέλος, μέ ἀποτέλεσμα τήν σκληροκαρδία.

 Πέτρα καρδιά του! Δέν τόν ἐνδιέφερε ἄν διπλανός του κινδύνευε σπαρταροῦσε, ἀρκεῖ νά συμπλήρωνε τά κομποσχοίνια του τά πολλά καί τίς πολλές μετάνοιες. Εἶχε γεμίσει ὅλες τίς ὧρες, ἀκόμη καί τά λεπτά, μέ ἀγῶνες, Παρακλήσεις, μέχρι πού δημιούργησε ἄγχος στόν ἑαυτό του.

 Νήστευε τρομερά, ἔκανε συνέχεια ἐνάτες καί τριήμερα. Ὅποιος τόν ἔβλεπε ἐξωτερικά, σκυφτό, σκελετωμένο, μέ σοβαρό ὕφος, σχημάτιζε τήν γνώμη ὅτι εἶναι μεγάλος ἀσκητής. Ἐπειδή καί τό διακόνημά του ἦτο δασονόμος καί τόν περισσότερο χρόνο τόν περνοῦσε στό δάσος, κι αὐτό τόν ἔβλαψε.

 Ὅταν ἐπέστρεφε στήν Μονή, λές καί κατέβαινε Μέγας Ἀντώνιος! Δέν ὡμιλοῦσε μέ κανέναν ἀδελφό, κλεινόταν στό κελλί του καί πίεζε τόν ἑαυτό του στούς ἀγῶνες ἐγωϊστικά γιά νά ἁγιάση.

 Κάποια μέρα ἔπεσε ἕνας ἐργάτης ἀπό τό δένδρο καί σακατεύτηκε. ”ἀσκητήςμας, παρ᾿ ὅλο πού σάν προϊστάμενοςτοῦ δάσους ὤφειλε νά τόν φροντίση, ἀδιαφόρησε, γιατί… δέν θά προλάβαινε τάπνευματικάτου!

 Μετα ἀπό τέτοια ἀσπλαχνία, ἐπόμενο ἦτο νά ἀπομακρυνθῆ τελείως Χάρις τοῦ Θεοῦ καί νά σκοτισθῆ σιγά-σιγά ταλαίπωρος. Ἄρχισε δέ νά καυχᾶται ὅτι ἔφθασε στά μέτρα τῶν ἁγίων Πατέρων καί βλέπει Ἁγίους, Ἀγγέλους, φῶτα… Μιά μέρα λοιπόν τοῦ παρουσιάσθηκε πάλι ἕνας δῆθεν ἄγγελος καί τοῦ εἶπε:

  • Ἑτοιμάσου γρήγορα, πάτερ…, γιατί σέ λίγο θά περάσω νά σέ πάρω.

Ἐκεῖνος ἀπάντησε:

  • Νά ᾿ ναι εὐλογημένο!

Καί γρήγορα-γρήγορα φόρεσε τά καινούργια του ράσα καί τό Σχῆμα. Ἐν τῷ μεταξύ τοῦ ξαναφωνάζει:

  • Ἄντε, γρήγορα ἀνέβα στό παράθυρο νά σέ πάρω.

Καί πατήρ ἀπάντησε:

  • Κάνε ὑπομονη νά βρῶ ἕνα σκαμνί γιά ν᾿ ἀνέβω.

 Μετά ἀπό αὐτόν τόν διάλογο ἀκούστηκε ἕνα πέσιμο κι᾿ ἕναὤχ!Ὥσπου νά τρέξουν οἱ πατέρες, εἶχε τελειώσει. Εἶχε γίνει σύντριμμα, γιατί ἦτο σωματώδης καί τό ὕψος ἀπό τόν τρίτο ὄροφο κάτω στήν πλακοστρωμένη αὐλη ἦτο μεγάλο.

 Οἱ πατέρες τόνμάζεψανσέ μιά κουβέρτα μέ διπλό πόνο, γιατί περισσότερο σκέφτονταν τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του. Ἀνέβηκαν μετά στό κελλί του, γιά νά τό τακτοποήσουν καί βρῆκαν μιά κόλλα μέ μεγάλα γράμματα νά λέη τά ἑξῆς: «Κάτω ἀπ᾿ αὐτή τήν κόλλα ἔχω τρεῖς χιλιάδες δραχμές γιά ἕνα Σαρανταλείτουργο. Ἐάν δέν μοῦ τό κάνετε, νά ἔχετε τήν λέπρα τοῦ Γιεζῆ, τήν ἀγχόνη τοῦ Ἰούδα καί τήν ἀρά τῶν 318 Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου» καί στό τέλος εἶχε τήν ὑπογραφή του.

  Καί πατήρ Παΐσιος καταλήγει:

«Ὁ Καλός Θεός, πού εἶναι ὅλο σπλάχνα οἰκτιρμῶν, ἄς λυπηθῆ τό ταλαίπωρο πλάσμα Του καί διπλῆ αὐτή πτῶσις τοῦ πλανεμένου ἀδελφοῦ ἄς γίνη διπλό φρένο γιά μᾶς, γιά νά ἀγωνιζώμαστε μέ πολλή ταπείνωσι καί ἀγάπη, νά πλησιάσουμε στόν Θεό. Ἀμήν. (Παϊσίου Γέροντος Ἁγιορεῖτου, Ἁγιορεῖται Πατέρες καί ἁγιορείτικα, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1993, σελ. 138.)

 Αὐτό πού διαπιστώνουμε στό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως εἶναι ὅτι οἱ ἁμαρτίες μόνο μέ τόν πόνο καί τήν ἀληθινή μετάνοια συγχωροῦνται καί διαγράφονται μιά γιά πάντα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ. Οἱ κακές ὅμως συνήθειες μέσα μας παραμένουν. Αὐτό νά μήν τό ξεχνᾶμε ποτέ, ὅτι καί μετά τήν Ἐξομολόγησι οἱ συνήθειες παραμένουν! Καί αὐτές πρέπει νά πολεμήσουμε καί νά τίς ἐξουδετερώσουμε μετατρέποντάς τες σέ καλές.

 Ἄρα λοιπόν παίρνοντας ὁδηγίες καί συμβουλές ἀπό τόν ἱερέα Πνευματικό, πρέπει κατόπιν νά ἀγωνισθοῦμε, ὥστε οἱ κακές συνήθειες νά μετατραποῦν σέ ἀντίστοιχες ἀρετές.

 Δηλαδή:

  • μέθυσος νά γίνη νηστευτής,

  • φιλάργυρος νά μεταβληθῆ σέ ἐλεήμονα,

  • ὀργίλος καί θυμώδης σέ πρᾶο καί νηφάλιο,

  • τεμπέλης καί ράθυμος νά γίνη ἐργατικός,

  • μοιχός καί πόρνος, ἁγνός καί σώφρων,

  • σπάταλος νά γίνη οἰκονόμος,

  • ὑπερήφανος, ταπεινός,

  • πικρόχολος, γλυκύλαλος,

  • ἐπιπόλαιος, συγκρατημένος,

  • πολυλογάς, μετρημένος, σιωπηλός καί σοφός,

  • σκληρόκαρδος, σπλαγχνικός,

  • φθονερός καί ζηλιάρης νά γεμίση ἀπό ἀγάπη,

  • μνησίκακος νά γίνη συγχωρητικός.

  Μόνο κεκαθαρμένη ψυχή μέ τόν πεφωτισμένο νοῦ καί τό ἡγνισμένον σῶμα ἑλκύουν τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί τότε ἔρχεται πλήρωσις τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀγωνιζομένου πιστοῦ χριστιανοῦ μέ τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 Ἀντίθετα, ὁ ἐμπαθής νοῦς κατ᾿ οὐδένα λόγο δέν μπορεῖ νά ἑνωθῆ μέ τόν ἐν Τριάδι Θεό, ἄρα καί νά στραφῆ καί πρός τήν καρδιά, δηλαδή νά γυρίση ἀπό τήν ἔξω περιπλάνησι τοῦ ἁμαρτωλοῦ τούτου κόσμου μέσα στόν ἑαυτό του, μέσα στό βάθος τοῦ “εἶναι” του, διότι δέν βρίσκει τόν δρόμο. Κι ἄν τυχόν τόν βρῆ, εἶναι τόσο ἀγκαθωτός πού, μέ τήν ἀδυναμία καί τόν σκοτισμό πού τόν διακρίνει, εἶναι ἀδύνατον νά περάση. Καθότι νοῦς χριστιανοῦ «ἐκστάς ἐκ τοῦ Θεοῦ, τότε ἤ δαιμονιώδης γίνεται ἤ κτηνώδης καθίσταται».

«Μπορεῖ νά γίνη ἀκόμη καί διαβολικόν σκεῦος ἐμπαθής νοῦς, μεστός πάσης ἀκαθαρσίας καί πονηρίας, φυσιώσεως καί ὑπερηφανείας, παραφροσύνης καί κακοηθείας, ἔχων ζοφεράν ὄψιν πόρνης καί μοιχαλίδος… τοιοῦτος σκοτεινός καί ἐμπαθής νοῦς εἶναι ἀκόμα φιλόχρυσος, φιλάργυρος καί πλεονέκτης, ἀγροῖκος, μιαρός, δολερός καί συκοφάντης, παράφρων, ἀλλοπρόσαλλος καί ἀναιδής, ἄσεμνος, χοιρώδης καί βωμολόχος» (Ἱερομονάχου Ἰω., Νήψη καί προσευχή,…σελ. 146). Αὐτά τά εἶπε ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, διατυπώνοντας μέ ἄλλα λόγια ὅτι ἀπό τόν ἐμπαθῆ νοῦ ἀπουσιάζουν:

  • ἡ Χάρις τῆς Νοερᾶς Καρδιακῆς προσευχῆς,

  • ἡ Χάρις τῶν ἁγιοτριαδικῶν Μυστηρίων καί

  • ἡ ζέουσα πίστις μέ τήν ἐνεργουμένη ἀγάπη.

 

Ἔτσι θά λέμε τήν Εὐχή εἴτε μέ τόν προφορικό λόγο εἴτε μέ τόν ἐνδιάθετο, πότε ἀργά ἀργά, μία μία τίς λέξεις, γιά νά μπαίνουν μέσα μας, καί πότε ἀρκετά γρήγορα, καί μάλιστα μερικές φορές πάρα πολύ γρήγορα, ὄχι γιά ἀλλο λόγο, ἀλλά γιά νά μήν ἐπιτρέψουμε στόν βομβαρδισμό τῶν λογισμῶν νά περνᾶ ἀνάμεσα ἀπό τίς λέξεις μέσα μας. Διότι ὁ πρῶτος πού βομβαρδίζεται εἶναι ὁ νοῦς, κι ἐκεῖνο πού ἐπιδιώκει ὁ διάβολος εἶναι, ἀφοῦ αἰχμαλωτίση τόν νοῦ, νά διεγείρη ἐπιθυμίες, νά ξύση τήν πληγή τῶν παθῶν, νά μᾶς ρίξη στήν ἁμαρτία.

Μπορεῖ ὅμως ὁ διάβολος νά προκαλέση ἀκόμη καί ” ἀγαθούς ” λογισμούς ἤ καί ” ἀγαθό” μετεωρισμό, μέ σκοπό νά ἑλκύση τήν προσοχή μας καί νά μᾶς διακόψη ἀπό τήν νοερά ἐργασία τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό καί πρέπει νά προσέχουμε πολύ.

 Ἔξω ἀπό τίς προσευχές τῶν Πατέρων καί τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐπικίνδυνο νά χρησιμοποιοῦμε αὐτοσχέδιες προσευχές, ὅπως οἱ Προτεστάντες, ἐάν αὐτές δέν εἶναι ἀπλανές ἀπαύγασμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι μόνο τό Ἅγιο Πνεῦμα γνωρίζει νά προσεύχεται σωστά καί ἀληθινά. Κι ᾿ Αὐτό εἶναι πού διδάσκει ὅλους μας τό πῶς πρέπει νά προσευχώμεθα ἀληθῶς. «Τό γάρ τί προσευξόμεθα καθό δεῖ οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ᾿ αὐτό τό Πνεῦμα (τό Ἅγιον) ὑπερεντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» (Ρωμ. Η΄: 26), καί αὐτή εἶναι πλέον σαφής διαβεβαίωσις τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ διά στόματος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἑπομένως, τό Ἴδιο τό Ἅγιον Πνεῦμα γιά λογαριασμό μας, Αὐτό δοξολογεῖ, Αὐτό εὐχαριστεῖ καί Αὐτό ἐκφράζει τά «πρός σωτηρίαν» αἰτήματά μας.

 Ἐάν, ὡστόσο, κατά τήν διάρκεια τῆς νυκτερινῆς μας νοερᾶς ἐργασίας διακοπῆ ἡ Εὐχή καί βρεθῆ ὁ νοῦς μας σέ παράδοξο “χῶρο” ἀνυπέρβλητης καλλονῆς, ὅπου στέκεται μέ θαυμασμό ἐνώπιόν της, ἀπό ποῦ ἄραγε θά ἀναγνωρίση ἡ ψυχή μας ἐάν εἶναι ἀπό τόν Θεό ἤ τῆς φαντασίας ὅραμα; Καί ἐάν ἄλλοτε πάλι τυλιχθῆ ἀπό ψηλαφητό σκοτεινό νέφος, πῶς θά τό ἀντιμετωπίση καί πῶς θά ἐξέλθη ἀλώβητος ἀπ᾿ αὐτό; Ἤ ἐάν δῆ τόν ἑαυτό του νά εἶναι ἔξω ἀπό τό σῶμα του καί νά περιπολῆ ὁ νοῦς του στόν γνωστό γι᾿ αὐτόν κτιστό κόσμο “βλέποντας” ἀκόμη καί τόν ἑαυτό του στό σκαμνάκι προσευχόμενο, πῶς θά ξεχωρίση τήν πλάνη ἀπό τήν πραγματικότητα, τό ψεῦδος ἀπό τήν ἀλήθεια; Ἐδῶ ἀκριβῶς ἀπαιτεῖται διακριτικός Πνευματικός καί Γέροντας, πού θά δώση λύσεις, ταπεινώνοντας τήν κρυφή ὑπερηφάνεια, οἴησι καί κενοδοξία.

  Τῷ Θεῷ πρέπει δόξα τώρα καί πάντοτε καί
στούς
αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!

 

συνεχίζεται…

Ἀπό τό βιβλίο: «Εὐχή μέσα στόν κόσμο

Πρωτ. Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστόπουλου

Ἐκδ. Γ. Γκέλμπεσης