Θεοδούλου Μοναχού.
ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΠΤΑΣΙΕΣ ΣΤΟΝ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΜΟΝΑΧΟ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΘΕΙΚΟΥΣ ΥΜΝΟΥΣ ΤΟΝ 14 ΑΙΩΝΑ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.
Στήν ιστορία τῆς Ὀρθόδοξης Λατρείας ἔχουν καταγραφεῖ λαμπρά ποιητικά δημιουργήματα τά ὁποῖα, ἐκτός ἀπό τή λειτουργική τους χρήση και τήν ἀξιοποίησή τους στήν κοινή προσευχή τῶν πιστῶν, ἀποτελοῦν μνημεῖα τοῦ πολιτισμοῦ μας και ἐκφράζουν κατά τόν καλύτερο τρόπο τή δογματική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας. Μεταξύ τῶν δημιουργημάτων αὐτῶν εἶναι και οἱ Τριαδικοί Ὕμνοι τοῦ Θηκαρᾶ, ἕνα ἔργο σπουδαῖο, πού συνδέθηκε μέ τήν κατ’ ἰδίαν προσευχή κυρίως τῶν μοναχῶν και ἐκδόθηκε πρόσφατα ἀπό τήν Ἱερά Μονή Παντοκράτορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Μέ τό ὄνομα Θηκαρᾶς ἐννοοῦμε τόν λόγιο μοναχό και ἡσυχαστή ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὁ ὁποῖος ἔζησε κατά τήν περίοδο τοῦ ἡσυχασμοῦ (τέλη 13ου – ἀρχές 14ου αἰῶνα) και ἔλαβε τήν προσωνυμία αὐτή ἀπό τό γεγονός ὅτι ἦταν κατασκευαστής θηκῶν γιά μαχαίρια. Ἦταν πάρα πολύ ταπεινός μοναχός και τό πραγματικό του ὄνομα τό γνώριζε μόνο ὁ ὑποτακτικός και μαθητής του Θεόδουλος, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε δεσμευθεῖ μέ ὅρκο νά μήν ἀποκαλύψει ποιός εἶναι ὁ Θηκαρᾶς. Ἔχει βεβαίως ταυτισθεῖ κατά καιρούς μέ διάφορα πρόσωπα, ὅπως π.χ. μέ τόν προαναφερθέντα μαθητή του Θεόδουλο, τό μοναχό Διονύσιο, τό Θωμά Μάγιστρο ὁ ὁποῖος ἔγινε μοναχός μέ τό ὄνομα Θεόδουλος κ.ἄ. Ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα ἔχει ἀπορρίψει κάποιες ἀπό αὐτές τίς ταυτίσεις, ἀλλά δέν ἔχει καταλήξει μέ βεβαιότητα ποιός εἶναι ὁ Θηκαρᾶς . Μέ τήν ἐν λόγῳ προσωνυμία, ἐκτός ἀπό τό ψευδωνύμως φερόμενο πρόσωπο, ἐννοεῖται και ὁλόκληρη ἡ Συλλογή πού σχετίζεται μέ τό Θηκαρᾶ. Πρόκειται συγκεκριμένα γιά τό καθημερινό Ὡρολόγιο μέ τούς εἰδικούς Τριαδικούς Ὕμνους και τίς Εὐχές, τήν Ἀσκητική Ἀκολουθία γιά τήν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, διάφορα ἑρμηνευτικά ὑπομνήματα τοῦ ὑμνογραφικοῦ ἔργου τοῦ Θηκαρᾶ και Πατερικά Ἀνθολόγια πού περιέχουν κείμενα ἀναφερόμενα στή σπουδαιότητα τῆς δοξολογίας και εὐχαριστίας τοῦ Θεοῦ διά τῆς ὑμνολογίας. Ὁ ἴδιος ὁ Θηκαρᾶς μᾶς πληροφορεῖ γιά τόν ἀποκαλυπτικό τρόπο μέ τόν ὁποῖο διδάχθηκε και ἐμπνεύσθηκε τούς ὑψηλῆς γλωσσικῆς ἔκφρασης και θεολογίας ὕμνους του, ἀλλά και γιά τό βιβλικό και πατερικό ὑπόβαθρο τοῦ πρωτότυπου και προοριζόμενου γιά τήν ἀτομική προσευχή τῶν ἀσκητῶν Ὡρολογίου του.

Διήγηση περι των Ύμνων, πώς δωρήθηκαν από τον Θεό και ότι πρέπει όσοι έπέλεξαν να τους λέγουν να διατηρούν τούς εαυτούς τους καθαρούς από τα πάθη. Οσοι ποθούν να άπαγγίλουν τούς παρόντες Υμνους, είναι ανάγκη να διαβάζουν αύτη την Διήγηση δυο φορές το χρόνο ή και περισσότερο.
Πρέπει εμείς νά παραδώσουμε γραπτά όσα ακριβώς ακούσαμε και γνωρίσαμε εμπειρικά γιά αυτούς τούς Ύμνους, ώστε οι ενδιαφερόμενοι νά μπορέσουν νά μάθουν ότι δεν έχουν συντεθεί από ανθρώπινη σοφία, αλλά από αυτόν τον ίδιο τον υπέρλογο Λόγο κα Υιό του Θεού, τον αρχηγό τής σοφίας και χορηγό κάθε είδους γνώσεως.
Έδώ λοιπόν ό υπεράγαθος Θεός μάς έδωσε ώς δώρο καινούργιους Ύμνους, με την χάρη καί τη φιλανθρωπία του, με σκοπό τά ακόλουθα: γιά νά προστατευτούμε από τούς διάφορους πειρασμούς πού μάς συμβαίνουν και νά-νοιώσουμε μεγάλη άναψυχή στην γεμάτη κόπους ζωή μας γιά νά κρατηθούμε κοντά του και νά αγαπήσουμε με όλη μας την δύναμη την αγαθότητά του.
Πρέπει λοιπόν πρώτα νά φανερώσουμε από πού έγιναν γνωστοί και ποιος τούς προσέφερε, έπειτα δε νά προσφέρουμε στις φιλόθεες ψυχές την αρεστή ευθυμία γιά αυτούς. Και γιά το από πού έγιναν γνωστοί, θέλω νά πώ ό,τι άκουσα όμως γιά τό από ποιόν, αν και θά ήθελα νά τό άποκαλύψω, δεν τολμώ νά πώ, έπειδή μου έκλεισε τά χείλη με τό κλειδί του όρκου γιά νά μην φανερώσω τό όνομά του.
Και γιά νά μην μακρηγορήσω, τον ίκέτευσα νά μου πει με συντομία πώς ό Θεός του φανέρωσε μυστικά τον τρόπο γιά νά κατασκευάσει τους παρόντες Ύμνους [και του είπα] οτι εάν δεν μάθει κανείς με ακρίβεια οτι προέρχονται από τον Θεό, θά τους θεωρήσει άλλαζονικά αποκυήματα ανθρώπινης σοφίας και πάρα πολύ γρήγορα θά τους αποστραφεί. Αφού λοιπόν τον κατάφερα με αυτά και άλλα τέτοιου είδους λόγια, και του υποσχέθηκα νά διατηρήσω την ανωνυμία του, άρχισε νά διηγείται.
[Του Θηκαρά] Έγώ αδελφέ, αφού άφησα πίσω μου τον κόσμο και έγινα μοναχός, πενθούσα συνεχώς, οπως ήταν φυσικό, για τό άπειρο πλήθος τών αμαρτιών μου, κάθε φορά που γιά λίγο προσευχόμουν. Και πριν συμπληρωθούν τρία έτη, αφού πληροφορήθηκα οτι έλαβα άφεση άπό τό μέγα έλεος του Θεού, μεταβλήθηκαν εκείνα τά οδυνηρά μου δάκρυα σε χαρμόσυνα. Και ευχαριστώντας τον Θεό, έλεγα στον εαυτό μου’ “νά, γνώρισα τό έλεος του πανάγαθου Θεού”.
Δεν πρέπει λοιπόν νά προσεύχομαι μόνο γιά αυτό [τό έλεος του Θεού ] άλλά πρέπει νά άναπέμπω σ’ αυτόν και ύμνους και ευχαριστίες, ως δημιουργό και ευεργέτη. Και άπό τότε άγωνιζόμουν έντονα να βρώ ύμνους και ευχαριστίες, οπως τό διψασμένο γιά νερό ελάφι, κατά τον Δαυίδ. Και ενώ ερευνούσα τήν θεία γραφή και συγχρόνως ρωτούσα, δεν κατάφερνα νά εκπληρώσω τον πόθο μου’ και βρισκόμουν σε βαθιά στενοχώρια και στέναζα άπό βάθους καρδίας.
Οταν λοιπόν άκουγα στήν εκκλησία αίνο ή δοξολογία προς τον Θεό, ό ίδιος επέμενα σ’ αυτόν, πολλαπλασιάζοντάς τον. Παρακαλούσα λοιπόν τον Θεό με δάκρυα λέγοντας: “Κύριε, στείλε σε μένα, τον άχρείο δούλο σου, ύμνους άπό οπου εσύ ό ίδιος γνωρίζεις, γιά να δοξολογώ τήν άγαθότητά σου, διότι γι’ αυτό τον λόγο μέ έπλασες
Κύριε, γιά σένα είναι δυνατά τά πάντα, όδήγησέ με εκεί οπου βρίσκονται οι ύμνοι τής βασιλείας σου, ώστε, αφού ξεπουλήσω ολα τα θελήματα πού έχω, νά έντρυφήσω σ’ αυτούς, οταν τούς έχω χειροπιαστούς ενώπιον μου ”.
Άπό τότε λοιπόν, κάθε φορά πού προσευχόμουν μέ τήν συνηθισμένη μου σύντομη προσευχή, έβλεπα μέ τούς νοητούς οφθαλμούς νά αιωρείται επάνω μου τό μουσικό όργανο πού ονομάζεται διπλούν, και δεν είχα ιδέα τί να ήταν. Το αντιλαμβανόμουν αυτό για πολλές ήμερες, όταν προσευχόμουν, και φώναζα με φόβο λέγοντας: “Κύριε, τί είναι αυτό; Αποκάλυψε το μου σε μένα τον άθλιο”.
[Του Θεοδούλου] “Υστερα, αφού διέκοψε τή διήγηση, σιωπούσε. Έγώ πάλι τον ανάγκαζα [να συνεχίσει] παρακαλώντας τον με ταπείνωση να μοΰ έχει εμπιστοσύνη και να μιλήσει • και αυτός μου απάντησε •
[Του Θηκαρά] Φοβούμαι αδελφέ, επειδή είμαι αμαρτωλός και ανάξιος για τέτοιου είδους υποθέσεις, μήπως φανώ στους ανθρώπους λιγότερο οκνηρός από όσο είμαι και, επειδή είμαι ασθενής ό δύστυχος, χάσω τήν ψυχή μου διότι ή δόξα που προέρχεται από τους ανθρώπους γνωρίζει καλά να γεννά τήν υπερηφάνεια. “Οταν δοξαστεί λοιπόν ένας άνθρωπος για τήν αρετή του, εάν δεν εξασκήσει την νίψη, έχασε όλα όσα έχει. Εάν όμως υπερηφανευτεί, έστω και πάρα πολύ λίγο, εξακοντίζει τον εαυτό του σε μεγάλα βάθη κακίας.
Έγώ λοιπόν, δίχως νά εχω κανένα ίχνος αρετής, αν διηγηθώ αυτά πού είναι πάνω από τήν βιοτή μου, τί άραγε θά πάθω ό δύστυχος, αφού δεν μπορώ νά βαστάξω τον έπαινο;
[Του Θεοδούλου] Έγώ λοιπόν πάλι, αφού με πολλά λόγια τον ένθάρρυνα γι ’ αυτό, ασφάλισα τούς λόγους μου με όρκο νά μήν φανερώσω τό όνομά του. Έσφαλα λοιπόν από απερισκεψία, εγώ ό ανόητος, και όρκίσθηκα νά μην φανερώσω τό όνομά του. Επιθυμώντας λοιπόν νά μήν τον φανερώσω, δεν όρκίσθηκα γι` αυτόν, αλλά γιά τό όνομά του, αν και δεν ήταν γνωστός σ’ εκείνη τήν πόλη ούτε γιά τήν παιδεία του στά γράμματα ούτε γιά τήν αρετή του, ώστε το όνομά του νά είναι ένδοξο.
Τότε, σάν νά λύθηκε από τά δεσμά του φόβου, χαμογελώντας σεμνά μοΰ λέει:
[Του Θηκαρά] Θά μπορούσα νά πώ παραβολικά αδελφέ, αυτό πού λέει ό μύθος: «Εάν συναθροισθοΰν όλα τά πουλιά, αφού σηκώσει τό καθένα τά φτερά του, ή καλιακούδα παραμένει καλιακούδα».
Κι εγώ τον παρακάλεσα νά μου φανερώσει τό νόημα τής παραβολής. εκείνες• και οι δύο [ό Χριστός και τό άγιο Πνεύμα] κινούνταν ασταμάτητα προς τα επάνω, επειδή είναι αδιαίρετοι με τον Πατέρα. Και άφού έκλινε ό Κύριος Ιησούς λίγο την κεφαλή και κοίταξε προς τα κάτω με εύσπλαγχνία, μου φάνηκε ότι κρατούσε στα χέρια κάποιον κώδικα. Επειτα μού φάνηκε οτι τον άφησε ελεύθερο, και ξετυλίχθηκε ώσπου έφθασε μέχρι τα χέρια κάποιου παιδιού πού βρισκόταν πάνω στη γη, στεκόταν απέναντι μου και κοίταζε προς τα επάνω τον Δεσπότη. Πολύ σύντομα εγώ κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα τον ανάξιο και επειδή κατάλαβε ή άφατη άγαθότητα του ότι επιμένω στις ήδονές σαν νήπιο, μού υπέδειξε τήν μωρία τού νηπιώδους μου φρονήματος.
Καθώς λοιπόν εγώ στεκόμουν και κατανοούσα τήν θαυμαστή εκείνη οπτασία -επειδή διήρκεσε πολύ χρόνο-, ό Δεσπότης άπό επάνω ξετύλιγε τον κώδικα και τό παιδί κάτω στήν γη τον υποδεχόταν και τον ξανατύλιγε με χαρά. Και άκούω τό παιδί να αναφωνεί τρεις φορές: “μή, Κύριε, άλλο, μή!”. Αμέσως κι εγώ, παρακινούμενος όπως φαίνεται άπό τον φωτισμό τού αγίου Πνεύματος, με γεμάτα τα μάτια άπό δάκρυα χαράς -τα όποια μού κάλυπταν κατεβαίνοντας τα μάγουλά μου- φώναζα δυνατά λέγοντας κι εγώ τό ιδιο: “μή, Κύριε, άλλο, μή• επειδή είμαι ασθενής και δεν μπορώ περισσότερο”.
Και ό Κύριος συνέχισε να μού παρέχει. Και όταν με είδε να ζαλίζομαι -διότι άρχισε τό λαρύγγι μου να σκοτίζεται σαν να είχε γεμίσει ύπερβολικά άπό κάποιο ποτό- πήρε τον κώδικα στά χέρια του και ανέβηκε στον ουρανό• ανέβηκε μαζί του και τό πανάγιο και ζωοποιό Πνεύμα και τό παιδί πού ήταν κάτω εξαφανίσθηκε.
Έγώ δε ό άθλιος, όταν κατανόησα ότι όλα αυτά έγιναν γιά μένα, φοβήθηκα πάρα πολύ, επειδή μού ήρθε στο μυαλό τό πόσο αμαρτωλός και ανάξιος όλων αυτών είμαι. Και κλαίγοντας, έλεγα με φόβο: Αλίμονο Κύριε, τί αγαθό έχω κάνει εγώ πού είμαι αμαρτωλός άνθρωπος και ευδόκησες νά γίνουν όλα αυτά σε μένα; Είχα βέβαια προσχεδιασμένους λίγους ύμνους, όχι όπως είναι τώρα αλλά με διαφορετική μορφή.
~. Κάποια μέρα εκεί πού καθόμουνα, έπεσα ξαφνικά σε έκσταση. Και βλέπω στα χέρια μου τούς ύμνους, τον καθένα χωρισμένο
— τρία τμήματα, όπως είναι χωρισμένοι και τώρα. Αφού ήρθα γρήγορα εις εαυτόν και βαριαναστέναξα με δάκρυα, αναφώνησα προς τον θεό λέγοντας: “Κύριε, επειδή έχεις πλούσιο το έλεος, ευδόκησε γρήγορα έτσι να γίνει• άξίωσέ με, τον ανάξιο, να γεμίσει ή ψυχή μου σε
ολο της τό πλάτος με τέτοιου είδους Ύμνους τής βασιλείας σου. Δεν πέρασαν πολλές ημέρες, και βρίσκω κάπου τό βιβλίο του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και άφου διάβασα τα περιεχόμενά του και βρήκα ότι τα περισσότερα άναφέρονται στην θεολογία,συγκινηθηκα ύπερβολικά.
Αφού διάβασα λοιπόν όλο τό βιβλίο, συνέλεξα όσα ήταν ταιριαστά στους Ύμνους και τούς συνέταξα με την βοήθεια τής χάρης και τών οίκτιρμών του Κυρίου και Θεοϋ και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Οταν συνέγραφα συντάσσοντας τούς Αίνους, έβλεπα επάνω μου μέ τούς νοητούς οφθαλμούς πάντοτε -και όταν συνέγραφα και όταν προσευχόμουν- ένα ωραιότατο χέρι πού κρατούσε μικρό κοντύλι και έφριττα και μαζευόμουν από φόβο, λέγοντας μόνο τό Κύριε ελέησον
Άλλοτε καταλάβαινα ότι άγγελοι μου επεδείκνυαν κώδικα πού κρατούσαν στα χέρια τους και όσο έβλεπα αυτά, πολλαπλασιαζόταν μέσα μου ή προθυμία και ό αγώνας.
Πήρα βέβαια τα δόγματα και όλους τούς Αίνους από αγίους θεολόγους άνδρες, δηλαδή τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, τον Βασίλειο τον Μέγα, τον Μάξιμο τον Όμολογητή και τα περισσότερα από τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Αλλά και όπου τυχόν άκουγα και έβλεπα θείο αίνο, αμέσως, σάν τήν μέλισσα τον ανθολογούσα. Μόνο λοιπόν ή σύνταξη είναι δική μας ή καλύτερα όχι-δική μας αλλά τής χάρης του Θεού, όπως φανερώσαμε προηγουμένως.
Επομένως, μου ήταν ανοίκειο νά γράφω τό όνομά μου στον τίτλο σάν συγγραφέας• αλλά πρέπει νά αφιερωθούν όλοι σε αυτόν πού έδωσε τήν χάρη, στον αίτιο όλων τών καλών και θεμελιωτή των φρονημάτων μας. Συνέλεξα λοιπόν πολλούς αίνους και αμέσως ανθολόγησα από αυτούς τα καλύτερα μέρη. Και τούς συνέθετα καθώς ή χάρη με οδηγούσε. Και με πολύ κόπο και χρόνο και με πολλές δεήσεις και στεναγμούς, έχει τελειώσει με την χάρη τού Θεού αυτό το έργο τό όποιο ποθούσα πολύ.
(Τού Θεοδούλου) Εάν λοιπόν οι Υμνοι προέρχονται από το θειο Πνεύμα, θά πρέπει να προσέξουν όσοι θέλουν να καταργήσουν τους ‘Ύμνους τού Θεού, κινούμενοι από αυταρέσκεια, ακόμη και εάν Είναι πολύ σοφοί• γιά νά μην γίνει αυτό μεγάλο εμπόδιο στις ψυχές τους κατά την ημέρα τής εξόδου τους• γιά νά μην καταλήξει ή προσευχή τους σε αμαρτία, όταν λένε τούς Ύμνους πού αδίκησαν ενώπιον τού Θεού γιά νά μην θησαυρίσουν γιά τούς εαυτούς τους οργή κατά την ημέρα τής οργής και δικαιοκρισίας τού Θεού διότι και οι Ιδιοι οι Υμνοι κατηγορούν στον Θεό αυτούς πού τόλμησαν νά συμπεριφερθούν έτσι [δηλαδή νά τούς περικόψουν] και εμείς όχι μόνο δεν συγχωρούμε αυτή τήν περικοπή, αλλά και τήν αναφέρουμε στον θεό.
Κι αν κάποιος βρει κάποιο εσφαλμένο γράμμα ή συλλαβή ή λέξη ας τό διορθώσει. Διότι υπάρχουν πολλοί μεταγράφεις πού κάνουν σφάλματα. Αλλά ας επανέλθουμε στο προκείμενο.
Και έλεγε στή συνέχεια: [Τού Θηκαρά] Είδα αδελφέ, με τούς νοητούς οφθαλμούς νά ξεχειλίζει ή χάρη τού αγίου Πνεύματος, όταν αυτοί οι Υμνοι ψάλλονται στιβαρά’ και δεν υπάρχουν λόγια να άναπαραστήσει κανείς όσα είδα. Θά σού πώ λοιπόν, όσα σημεία μπορέσω νά θυμηθώ, από τήν στιγμή πού άρχισα νά γράφω τους Ύμνους. Και αναγκάζομαι νά μιλήσω εξαιτίας τών λόγων πού μού εξέθεσες, άν και δεν με συμφέρει.
[Τού Θεοδούλου] Εγώ τού είπα: Ναί, σε παρακαλώ, απ’ όσα είδες και θυμάσαι νά μήν μού κρύψεις τίποτα, γιά νά πιστεύσουν και αγαπήσουν τούς Ύμνους, και εγώ και άλλοι πολλοί• διότι όσο συνεχίζεις νά λες αυτά, τόσο ο πόθος γιά τούς Ύμνους μού καίει την καρδιά.
Νομίζω δε ότι το ίδιο θα συμβεί και σε όσους τα ακούσουν.
Πολλοί δηλαδή έξαιτίας των Ύμνων θα γίνουν γνήσιοι φίλοι του Θεού Και έλεγε:
[Τού Θηκαρά] “Οταν μάζεψα τούς Αίνους, τον καθένα από διαφορετικό βιβλίο, είχα ασταμάτητη έγνοια να τούς καταγράφω και τα σωθικά μου καίγονταν σαν να είχα μέσα μου άσίγαστη φωτιά. Μία ημέρα λοιπόν, πριν αρχίσω να τούς καταγράφω, αφού βγήκα από το κελί μου για κάποια ανάγκη, αντιλαμβάνομαι να στέκεται επάνω από το κεφάλι μου ό υπεράγαθος Κύριος Ιησούς Χριστός, και να υπάρχει κάτω από τα άχραντα πόδια του άνέκφραστη δόξα• και έκτεινε τα χέρια του και ευλογούσε όπως εξιστορείται στην Άνάληψη του να κάνει προς τούς Αποστόλους.
Άλλοτε, μετά από λίγες ημέρες, αφού έψαλα τον ’Όρθρο μου, έπεσα να κοιμηθώ για λίγο • και όταν ξύπνησα, βλέπω με τούς νοερούς οφθαλμούς έναν τεράστιο άετό στον άέρα -του οποίου ή όμορφιά προξενούσε άπορία και ή δόξα δεν μπορεί να περιγράφει- να έχει στο κεφάλι του φωτοστέφανο με σταυρό, όπως ό Κύριος ημών Ίησούς Χριστός, και να άνοίγει πολύ τα φτερά του. Μετά άκούω να βγαίνει άπό αυτόν μία νοητή φωνή πού μού προκάλεσε άφατη ηδονή ή οποία έλεγε: “βιάσου, κατάγραφε εμένα, τον ένα Θεό σε τρία πρόσωπα.
Αφού σκέφθηκα αυτά και θυμήθηκα όσα προανέφερα, άρχισα με μεγάλη ορμή νά καταγράφω τούς Ύμνους με πολύ επιμέλεια καί χωρίς καμία άμφιβολία. Οταν άρχισα λοιπόν νά γράφω τον Ύμνο τής πρώτης Ωδής, έπεσε ή νύχτα και αφού σηκώθηκα τό μεσονύκτιο, όπως συνηθίζουν οι μοναχοί, έψαλλα τήν διατεταγμένη μου ακολουθία• μετά τήν άπόλυση κάθησα νά κοιμηθώ γιά λίγο• και άμέσως καταλαβαίνω νά στέκεται επάνω μου κάποιο είδος άρχιστρατήγου, ό οποίος φορούσε βασιλικό διάδημα και είχε φτερά και στους δυό του ώμους και κρατούσε στο χέρι του χρυσό θυμιατήριο, διακοσμημένο με άνέκφραστη ποικιλία. Στο μέσον τού θυμιατηριού, εκεί πού βρίσκονταν τά κάρβουνα, βλέπω νά κείται τό σχεδίασμα το οποίο έγραφα την προηγούμενη ήμερα. Και δεν μου είναι δυνατόν να μιλήσω λεπτομερώς για κάθε Υμνο, γι ’ αυτό ας προχωρήσουμε στα τελευταία.
Οταν έγραφα τον Υμνο τής ένατης Ωρας, στο τέλος του τοποθέτησα Αίνο του αγίου Μαξίμου ό όποιος έλεγε: “και πάντων των Νοητών νοητός” και ακούω από επάνω μου νοερή φωνή, ή οποία μου έλεγε «και πάντων των νοητών άπερινόητος».
Στον Υμνο του Εσπερινού, στο δεύτερο μέρος, μελετούσα πώς να τοποθετήσω τα κεφάλαια τών Αίνων του • και αφού πήγα στην εκκλησία -διότι σήμανε τότε ό Εσπερινός- ακούω από τα δεξιά μέση τού αγίου βήματος κάποια νοερή φωνή να λέει: “Εύλογημένον το κράτος τής βασιλείας σου, και ύπερύμνητον και ύπερυψούμενον ” και αμέσως δόξασα τον Θεό, διότι αυτό με απασχολούσε.
Οταν τελείωσα την συγγραφή τής Ευχαριστίας τών Αποδείπνων, επρόκειτο να ύψώσω τά χέρια μου και να δοξάσω τον Θεό και να ευχαριστήσω, όπως όφειλα, αυτόν πού έξαιτίας τής αγαθότητάς του μού δώρισε όσα αγάπησε ή ψυχή μου, πάνω άπ’ όλα τά πολύτιμα αυτού τού κόσμου. Και πριν σηκωθώ βλέπω νά κατεβαίνουν με θορυβώδη ορμή, τρεις μεγάλες σταγόνες νερό• και έπεσαν επάνω στο χαρτί, στά γράμματα πού μόλις είχα γράφει και αφού κοίταξα ψηλά, δεν είδα ούτε σύνεφο ούτε πουλί. Μετά από λίγο, όταν τις σκούπισα, το χέρι μου και τό χαρτί ύγράνθηκαν, ενώ τά γράμματα δεν άλλαξαν καθόλου μορφήν αν και τό μελάνι ήταν ακόμη υγρό- και αυτό είναι τό μεγαλύτερο θαύμα, ότι ούτε μία τελεία δεν εξαφανίσθηκε. Εγώ λοιπόν αφού είδα αισθητά τήν φροντίδα τού πανάγαθου Θεού, σηκώθηκα γεμάτος δάκρυα, φόβο και αγαλλίαση, γιά νά του αποδώσω, όπως ήταν δίκαιο, τήν δόξα και τήν ευχαριστία και την προσκύνηση.
Στήν αρχή λοιπόν, όταν αποστήθισα τούς Ύμνους των Ωδών, στεκόμουν στο κελί μου τήν ώρα τού Όρθρου γιά νά προσευχηθώ και όταν άρχισα νά τούς άπαγγέλω, καταλαβαίνω νά εξέρχεται από τό στόμα μου ένας στύλος πλατύτερος άπό πήχυ όπως ακριβώς εξιστορείται από τους ζωγράφους στην άγια Βάπτιση του Κυρίου – και έφθανε δίχως έμπόδιο μέχρι την στέγη του κτιρίου 4 στα δεξιά του στύλου υπήρχαν τάγματα αγίων, προφητών, ιεραρχών, -αστέρων και άλλων δεν γνωρίζω ποιοι ήταν τα άλλα τάγματα.
Γνώρισα λοιπόν από τούς προφήτες τον Δαυίδ άπό τούς ιεράρχες τον τίμιο Χρυσόστομο και τό μέγα Βασίλειο και τον μέγα θεολόγο Γρηγόριο’ άπό τούς μάρτυρες, τον άγιο Γεώργιο και τον άγιο Θεόδωρο και αφού σταμάτησα μόνο στον άγιο Χρυσόστομο, καθώς είχα σε έκταση τα χέρια μου, άνεβόησα με μεγάλη χαρά: “κύριέ μου Χρυσόστομε”. Και άμέσως έγιναν άφαντοι. “Αν και έλεγα τους Ύμνους και πρωτύτερα, διαβάζοντας άπό τό χαρτί, και ή καρδιά μου γέμιζε με χαρά και ευφροσύνη πνευματική, όμως δεν αισθανόμουν κάποια θεωρία, μέχρι πού τούς αποστήθισα.
Μετά άπό λίγο χρόνο, έβλεπα πάλι άπό επάνω μου -καθώς προσευχόμουν- εκείνο τό ώραιότατο χέρι τό οποίο κρατούσε κοντύλι πολύ μεγάλο και ωραίο και άλλοτε έβλεπα αγγέλους νά μου δείχνουν, όπως και προηγουμένως, κώδικα. Εκεί λοιπόν πού απορούς και σκεφτόμουν τί νά γράφω, άκούω έξαφνα στον νού μου νοερή φωνή ή οποία μού έλεγε τά εξής: οτι θυμάσαι, γράφε”. Και από τότε συνέγραφα τις ευχές τού Μεσονυκτικού, όσες και όπως είναι.
Ώ, τί μεγάλη φροντίδα τού πανάγαθου Θεού! Επειδή και αυτό το “πρόσδεξαι ” πολλές φορές τό άκουσα νοητά.
Συγχώρησέ με, άδελφέ, επειδή έχω γίνει πιο άνόητος από τούς ανόητους, καθώς δέν έκρυφα τά μυστήρια τού Θεού. Και βέβαια γνωρίζω ότι καθόλου δέν μέ συμφέρει και πολύ μέ βλάπτει αυτό άλλ ’ επειδή είσαι όμόψυχος αδελφός μου και επειδή, όπως είπες, αυτά θά είναι μιά αξιόπιστη μαρτυρία γιά τούς Ύμνους, έχω πει άρκετά γιά όλα αυτά πού συνέβησαν.
Συμβουλεύω λοιπόν αυτούς πού έπέλεξαν νά κάνουν κτήμα τους αυτή τήν άνεκλάλητη πνευματική αγαλλίαση, νά εγκρατεύονται από τις ηδονές και νά μήν τις επιθυμούν νά έχουν περισσότερο φόβο ώστε νά μήν τούς πλησιάσει τό πάθος ούτε μία ημέρα, άλλά νά τό εξοστρακίζουν μακριά τους και γρήγορα να το άπομακρύνουν ώς εχθρό και πολεμιο να έχουν νίψη και να αποκαθαίρουν τό νου τους από τον μολυσμο τών πονηρών λογισμών. ’Έτσι λοιπόν ή θυσία μας θά είναι εύπρόσδεκτη σαν να προσφέρουμε μυριάδες παχιά αρνιά. Λέω λοιπόν ότι εάν μόνο περιφρονήσουν τά πάθη και τις ηδονές, καταψάλλοντας λίγους κόπους, θά λάβουν την ίδια δόξα με αυτούς πού έσπασαν στο άκρο της ασκήσεως και θά γίνουν άξιοι γιά ίσες θεωρίες με αυτούς.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΘΗΚΑΡΑΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΌΡΟΥΣ.
https://apantaortodoxias.blogspot.com/2020/05/14_16.html