ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄

  ΚΑΡΠΟΙ ΧΑΡΙΤΟΣ

  Ἀπό τόν καιρό πού ὁ Ἀρσένιος ἄρχισε τόν ὡραῖο ἀγῶνα του, πέρασαν ἀρκετά χρόνια. Ἄλλαξαν οἱ καιροί, μαζί καί οἱ βασιλιάδες κι οἱ τρανοί. Γέροντες ἔφυγαν γιά τήν αἰωνιότητα, βρέφη ἔγιναν ἔφηβοι καί νέοι μεσοκαιρίτες5.

 Ὁ Ἀρσένιος, ὥριμος πιά σέ ὅλα, φορτωμένος ἁγιωσύνη, Πνεῦμα Θεοῦ, πνευματικές ἐμπειρίες ἀνεξάληπτες, πού βγῆκαν ἀπό τήν πολυχρόνια καί πολύπλευρη ἄσκηση, ἦταν πλέον ἕνας φτασμένος Γέροντας, ἱκανός νά βοηθήση ἄλλες ψυχές. Ὁ ἴδιος βέβαια, δέν τὄχε συνειδητοποιήσει, ζώντας μέσα στήν “ἀγνωσία” τῆς προσωπικῆς του ἀξίας, μέσα στόν ὡραῖο κόσμο τῆς γνήσιας ταπεινοφροσύνης του.Τό γνώριζε ὅμως ὁ Θεός καί τό διαισθανόταν καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγνός καί ἄδολος, πού πάντα ἡ σκέψη του καί ἡ καρδιά του ἦταν στραμμένη πρός τόν Ἀσκητή τοῦ βουνοῦ, πρός τόν Γέροντα Ἀρσένιο.

Ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, τόσο καί ὡρίμαζε ἡ πεθυμιά νά δοῦν τό πρόσωπό του. Ὁ πόθος ἔγινε ἀβάσταχτος πρῶτα στούς εὐσεβέστερους. Εἴχανε μάθει ἀπό καιρό πώς ὁ ἱερεύς κρυφοανέβαινε συχνά τά τελευταῖα χρόνια καί μάλιστα πώς τοῦ πήγαινε καί Θεία Μεταλαβιά σ᾿ ἕνα μικρό χρυσό κουτί πού τὄκρυβε στό στῆθος. Κι ὅταν κατέβαινε ἀπ᾿ τό βουνό εἶχε πάντα νά πῆ πολλά καί θαυμαστά ἀπ᾿ ὅσα ἔβλεπε ἐκεῖ ἐπάνω καί ἀπό ὅσα ἄκουγε ἀπ᾿ τόν ἴδιο.


Κι ἔτσι, ὅταν γιά τά δύσκολα τούς χρειαζόταν μιά γνώμη φωτισμένη ἤ ὑπῆρχε κίνδυνος, ἀρρώστεια ἤ κακό, οἱ “ταχυδρόμοι” πύκνωναν ἀπ᾿ τή σπηλιά στήν κώμη.

  • Τό εἶπε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἔλεγαν ὅταν ἤθελαν νά πείσουν ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Κι ὅταν ἀκουγόταν αὐτό, ἡ διαφωνία τελείωνε. Κανείς δέν ἀμφέβαλε ὅτι ὁ “κεκαθαρμένος” καί “ταπεινός τῇ καρδίᾳ” Ἀρσένιος εἶχε τό θεῖο φωτισμό καί ὅ,τι ἔλεγε ἦταν θεάρεστο, ἀληθινό, σωστό κι ὠφέλιμο.

Ἔπειτα πῆραν εἴδηση πώς ὁ φιλάνθρωπος Χριστός τοὔδωσε Χάρη θεϊκή νά διώχνη τήν ἀρρώστεια. Τὄκρυβε ἐκεῖνος, μά ὁ Ἱερεύς τό διέκρινε καλά καί βεβαιώθηκε, ὅταν δικοί του ἄνθρωποι πού ἔφτασαν μπροστά στό θάνατο δέ γιατρευτῆκαν μήτε ἀπό γιατρό, μήτε ἀπό γιατροσόφι, ἀλλά ἀπό τήν προσευχή τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, ὅταν προσευχήθηκε λυγισμένος ἀπό τά δάκρυα τοῦ ἱερέως.

 Σπρωγμένοι ἀπ᾿ τήν ἀνάγκη ἄρχισαν ν᾿ ἀνηφορίζουν γιά τή σπηλιά συντοπίτες του, ἀλλά καί κάτοικοι ἀπό τήν εὐρύτερη περιοχή. Ἀνέβαιναν στό βουνό τοῦ ἄμισθου γιατροῦ νειᾶτα μαραζωμένα, πού τἄτρωγε τό κρυφό σαράκι τῆς ἀρρώστειας μαζί μέ τούς πικραμένους γονιούς τους κι ἄλλοι ἀπ᾿ τήν ἀρρώστεια χτυπημένοι. Ἐκεῖνος στήν ἀρχή ἀρνιότανε κι ἔλεγε συντριμμένος:

  • Τί ἤρθατε νά κάνετε σέ μένα τόν ἁμαρτωλό; Ἐγώ ἔχω ἀνάγκη προσευχῆς νά μ᾿ ἐλαήση ὁ Θεός, κι ὄχι ἐσεῖς, ἀδελφοί μου…

Αὐτό τό πάλεμα κράτησε ἀρκετά, μέχρι πού ἦρθε ἄνωθεν ἡ πληροφορία, πού ἦταν καί ἐντολή:

  • Ἀρσένιε, διακόνησε τούς πονεμένους ἀδελφούς καί μή φοβᾶσαι. Τώρα γνωρίζεις πιά καλά πώς ὁ Γιατρός εἶναι Ἕνας ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, τοῦ κόσμου ὁ Σωτῆρας. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι οἰκονόμοι τῆς Χάριτος”.

Μεριά λοιπόν ἡ ἐντολή, μεριά ἡ εὐσπλαγχνία πού ἔφθανε καί γινότανε ψυχικός πόνος μπροστά στό πονεμένο καί ἱκετευτικό βλέμμα τῶν ἀρρώστων, μπροστά στά δάκρυα πού αὐλάκωναν τά ρυτιδιασμένα πρόσωπα τῶν γονιῶν, ἔκαναν τόν Ἅγιο νά ὑποκύψη καί νά προσπαθῆ νά βοηθήση μέ κάθε τρόπο τούς πάσχοντας. Ἀφοῦ ἔλεγε τήν ἀγαπημένη του εἰσαγωγή παρακαλώντας νά προσεύχωνται οἱ προσευχόμενοι γιά τήν “ἀθλιότητά “ του, τούς ἔλεγε κατόπιν:

  • Νά πᾶρτε φάρμακο ἀλάθητο, λαδάκι ἁγιασμένο ἀπό τήν ἀκοίμητη κανδήλα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Αὐτή θά σᾶς θεραπεύση”.

Ὅταν ἔφευγαν ὅμως, ἡ πληγωμένη του καρδιά ἀπ᾿ τή συμπόνοια τόν ἔριχνε σέ προσευχή τέτοια, πού πότιζε τό βράχο μέ τά δάκρυά του. Ἐκεῖ ἐφύτρωσαν καί ὑπάρχουν ἀκόμη καί θά ὑπάρχουν τ᾿ ἀθάνατα, ἄϋλα λουλούδια τῆς ἀγάπης πού εὐωδιάζουν εἰς τούς αἰῶνες μπροστά στό Θεό καί ἑλκύουν τή Θεϊκή εὐλογία πού ἁγιάζει τόν τόπο.

ᾨδή α΄

Ἀρσένιε πάτερ θαυματουργέ, ταμεῖον ἀγάπης,
σοῦ δεόμεθα ἐκ ψυχῆς, εὐχαᾶς σου ἁγίαις πρός Δεσπότην,
παθῶν ποικίλων ἡμᾶς τάχει λύτρωσαι.

Ἀλλά ἡ “πολιορκία καί ἡ ἅλωση” τῆς ἀπομόνωσής του, δέν ἔγινε μόνο ἀπό τή μεριά τῶν ἀσθενῶν. Ἄρχισαν καί ἀνέβαιναν νειᾶτα “πεινασμένα” γιά Χριστό καί Θεϊκή σοφία στά χρόνια αὐτά τῆς ὡριμότητάς του ἀπ᾿ ὅλη τήν περιοχή, μέχρι καί ἀπό τή Ναύπακτο καί ἀπό τήν Αἰτωλία.

Στήν ἀρχή δειλά τριγύριζαν μέ σεβασμό πολύ μά καί λαχτάρα γύρω ἀπό τήν “κυψέλη” του, ποὔκρυβε μέσα τό πολύτιμο “μέλι” τῆς θείας ἀγάπης καί τῶν ἀρετῶν. Δέν τολμοῦσαν ὅμως νά τοῦ φανερωθοῦν. Μόνον θωροῦσαν συνεπαρμένα τό ἀνάλαφρο ἀγγελικό περπάτημά του, τό φωτεινό του πρόσωπο, τά πουλιά πού ἄφοβα τριγύριζαν κοντά του καί καμμιά φορά κάθονταν καί στούς ὤμους του. Οἱ πιό τολμηροί κατάφεραν καί κάτι περισσότερο: πλησίασαν ἀθόρυβα καί κοίταξαν ἀνάμεσα ἀπό τά χοντροσάνιδα καί τ᾿ ἀγριοπούρναρα ποὔφραζαν τή σπηλιά καί εἶδαν καί ἐθαύμασαν καί τούς ἔπιασε δέος! Ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος προσευχότανε μέσα σέ φῶς οὐράνιο καί ἡ σπηλιά ἐφάνταζε σάν φωτεινό ἀστέρι! Τρόμαξαν κι ὑποχώρισαν. Ἔχασαν τή μιλιά τους!

 Ἀπό ἐκείνη τή στιγμή μιά ἀγάπη ἱερή γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ φώλιασε στήν καρδιά τους. Ἤρθανε καί ξανάρθανε μά πάντα δέν τολμούσανε νά τοῦ μιλήσουν. Μέχρι πού ὁ Ἅγιος τούς ἀντιλήφθηκε ὁ ἴδιος καί μέ μειδίαμα γλυκό ἄφατης καλωσύνης τούς κάλεσε νά βγοῦν ἀπ᾿ τήν κρυψῶνα!

 Τούς παίνεψε, τούς ἐνεθάρρυνε, τούς ἔβαλε σιμά του, τούς μίλησε γιά τό Θεό καί τ᾿ ἀπειρά Του κάλλη. Ρουφούσανε ἀχόρταγα τό λόγο του σάν βρέφη πεινασμένα καί ἀπο τά μάτια κι ἀπ᾿ τ᾿ αὐτιά καί χορτασμό δέν εἶχαν.


ᾨδή δ΄
Ὁ ἐχθρός ἐκπειράζει με, ὅν περ ἀποδίωξον ὁσιώτατε,
ὡς τῆς ποίμνης σου ἐδίωκες, τῇ εὐχῶν σφενδόνῃ
τούς ἐχθραίνοντας.

Ὅπως ἡ πείνα γιά ψωμί εἶναι ἔντονη στούς νέους γιατί αὐξάνει τό κορμί καί γίνεται ἀκμαῖο, ἔτσι ἡ νεανική ψυχή ζητᾶ Ἀλήθεια καί Θεό νά στηλωθῆ στήν Πίστη.

Μία πατρική στοργή ἁγιασμένη ἀνάβλυσε ἀπ᾿ τήν καθάρια ψυχή του καθώς τά ἔβλεπε νά τόν χιλιορωτοῦν γιά ὅλα τά ἱερά μυστικά τῆς εὐσεβείας.

Τό δροσερό τό βλέμμα τους γεμᾶτο ἀπό ζωντάνια, ἡ νεανική ὁρμή γιά τά ψηλά κι ὡραῖα, καί πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ δίψα τους γιά τό Χριστό καί τήν ἀγάπη Του, τόν ἔκανε νά σκύψη ἐπάνω τους, νά τά ἐπιμεληθῆ καί νά τά θρέψη πνευματικά.

 Μέ τόν καιρό πληθαίνανε καί δέν περνοῦσε ἡμέρα πού νά μήν ἀνηφορίσουν πρός τόν Δάσκαλο τοῦ Θεοῦ, πότε ἀπό τό ἕνα χωριό καί πότε ἀπό τό ἄλλο.

Πῶς νά μπορέση γραφίδα ἀδύναμη νά ζωγραφήση τίς σκηνές πού ἦσαν γεμάτες χάρη ἐπάνω στό βουνό τοῦ θείου Ἀρσενίου; Πότε ἦταν ἐκεῖνος καθιστός ἐπάνω σέ βραχάκι καί στό γρασίδι κατάχαμα τά ἔμψυχα βλασταράκια πού ἀδιόρατα ποτίζονταν ἀπό τή θεόσδοτη σοφία του, πότε κάτω ἀπό δένδρα θαλερά μές στό μεγάλο δάσος, ὅταν ἦταν ἡμέρες τοῦ καλοκαιριοῦ κι ὁ ἥλιος πυρπολοῦσε. Κι ἄλλοτε, σέ χειμωνιάτικες ἡμέρες, παγερές, γιά νά γλυτώσουν τή βροχή καί τούς σκληρούς ἀνέμους, μές στή σπηλιά καθόντουσαν δίπλα του στριμωγμένα, παραδομένα σέ γλυκειά καί ἅγια θαλπωρή!

 Ἄχ, αὐτή ἡ σπηλιά! Λές κι ἦταν παραθῦρι π᾿ ἄνοιγε στά μάτια τους μπροστά καί βλέπανε τό θαυμαστό τόν κόσμο τοῦ Θεοῦ!

  Θεοτοκίον

  Ἀπό πτώσεων Μῆτερ, ἁμαρτιῶν φύλαξον, πάντας τούς τιμῶντάς σε πόθῳ, 

ὡς διεφύλαξας, κλεινόν Ἀρσένιον, ποτέ ἐξ ὕψους πεσόντα, καί

 τῇ πέτρᾳ στήριξον, Χριστοῦ τούς δούλους σου.

   Ἄρχισαν νά μειώνονται οἱ ὧρες τῆς μονώσεώς του. Αὐτό εἶναι ἀλήθεια πώς τόν πονοῦσε γιατί ἦταν ἕνα εἶδος στέρησης τῆς ἐπαφῆς μέ τό Θεό, ἤτανε μιά θυσία! Ὅμως ὑπῆρχε ἡ “ἄνωθεν πληροφορία”. Ἔτσι ἤθελε ὁ Κύριος. Νά γίνη ὁ Ἀρσένιος οἰκονόμος Χάριτος. Νά ζήση μετά τήν ἀσκητική καλλιέργια, τήν πνευματική πατρότητα.

 Τό μονοπάτι τοῦ βουνοῦ πατήθηκε πολύ. Ἡ φήμη του ἁπλώθηκε σ᾿ ὅλο τό θέμα τῆς Νικοπόλεως, μέχρι ἐπάνω στό Δυράχιο, ἀλλά καί στόν Μωρέα. Τόν μάθανε καί οἱ ἄρχοντες, ἀπό τίς ἔννοιες τίς βαρειές πολυβασανισμένοι. Ἐρχόντουσαν μέ θαυμασμό πολύ καί μέ ταπεινωσύνη γιά νά βοηθηθοῦνε. Ὅλους τούς καλοδέχονταν, μά πάντα ἐλεύθερα κι ἁπλᾶ. Μπροστά του ἔβλεπε ψυχές πού τίς πονοῦσε ὅλες. Δέ ζάρωνε, δέν κολάκευε, ὅταν ἀξιωματοῦχοι καί τρανοί ἔφθαναν στή σπηλιά του.

 Ἀκόμη ἀνηφόριζαν ἀπό τό ἀνατολικό μονοπάτι πού ἦταν πιό βατό, καλόγεροι καί ἱερεῖς πού θέλανε νά μάθουνε τά ἱερά τά μυστικά τῆς προσευχῆς καί νά τόν συμβουλευτοῦνε.

 Κάποτε πού ἡ ἡσυχία ἦταν παρθενική καί δέν ὑπῆρχε “ψυχή ζῶσα”, κάθισε ἔξω ἀπ᾿ τή σπηλιά, ἀκούμπισε στά γόνατα τό κεφάλι του καί τυλιγμένος στό ρᾶσο του, βυθίστηκε στήν ἀγαπημένη του προσευχή, σάν τόν παλιό καιρό πού ἐπισκέψεις δέν ὑπῆρχαν. Ἄρχισε ἀπομεσήμερο κι ἔφθασε δειλινό, χωρίς νά νοιώση χρόνο. Μέ τή μικρή μά δυνατή, τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με, γέμιζε ἡ ψυχή του ἀπό θεόσδοτη γαλήνη καί μιά χαρά ἀλλιώτικη ἀπ᾿ τίς χαρές τοῦ κόσμου.

 

Μήν ἀπελπίζεσθε ἀπό τούς δύο ληστές ὁ ἕνας σώθηκε.

Μήν ἐπαναπαύεσθε ἀπό τούς δύο ληστές ὁ ἕνας χάθηκε.

γωνίζεσθε.

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Ὅποιος καί νά ἐρχότανε στόν ἅγιο Ἀσκητή, εἴτε ἦταν γέρος ἤ παιδί, Ἁπλός ἤ διαβασμένος, οἱ συμβουλες του ἦταν τρεῖς καί σ᾿ ὅλους πάντα ἴδιες:

  • Ἐξομολογεῖσθε, ἀδελφοί μου, γιατί φαρμάκι εἶναι τό κρῖμα, πού φαρμακώνει τήν ψυχή καί ὅλη τή ζωή σας.

Παίρνετε μέσα σας Χριστό γιά νἄχετε ζωή· ἀλλοιῶς, χωρίς τό Θεϊκό τό Σῶμα καί τό Αἷμα, νεκροί ἄταφοι εἴσαστε, κι ἄς δρᾶτε καί μιλᾶτε.

 Προσέξατε, γιατί ὅταν ἔρθη ἡ ὥρα νά σᾶς βάλουνε στή γῆ, σάν τόν καμένο σπόρο τοῦ σταριοῦ βλαστό αἰώνιας ζωῆς δέν θά πετᾶξτε. Ὅσοι περιφρονοῦν τή θυσία τοῦ Χριστοῦ σ᾿ αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο, στήν ἄλλη τή ζωή τήν ἀληθινή, θἆναι τυφλοί καί Φῶς Θεοῦ δέν θά μποροῦν νά δοῦνε.

Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με

  «Κύριε Ἰησού Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με»

 εἶναι καί προσευχή καί εὐχή καί ὁμολογία πίστεως

  Καί τελείωνε μέ τήν προτροπή τῆς προσευχῆς:

  • Πρσεύχεσθε, τέκνα παμπόθητα, τέκνα εὐλογημένα. Προσεύχεσθε γιατί ἡ προσευχή εἶναι ἀνάσα τῆς ψυχῆς, μέ τό Θεό φιλία. Εἶναι αὐτό πού μᾶς κάνει νά διαφέρουμε ἐμεῖς ἀπό τά ζῶα. Ἄν καί αὐτά προσεύχονται ἀσυνείδητα, μ᾿ ἕνα δικό τους τρόπο. Τ᾿ ὀρνίθι σκύβει, πίνει τό νερό, μετά κοιτᾶ τόν οὐρανό. Τ᾿ ἀηδόνι τό γλυκόλαλο στίς φαραγγιές πουρνό – πουρνό, δικό του ψάλλει ὄρθο.




  • Προσεύχεσθε, ἀδελφοι, προσεύχεσθε. Τό πρωΐ μόλις ἀντικρύσετε τό φῶς τῆς νέας ἡμέρας, σηκῶστε τά μάτια σας στόν οὐρανό καί ζητεῖστε τό θεῖο ἔλεος. Πέστε μιά, πέστε δυό, πέστε ὅσες φορές μπορεῖτε “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Τό βράδυ πρίν νά κλείσετε τά μάτια σας γιά ὕπνο, πέστε πάλι προσευχή, γιατί κανείς δέν ξέρει ἄν τό πρωΐ ξανά σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο θά τ᾿ ἀνοίξη. Καί ὅταν δουλεύετε καί λέτε τήν προσευχή αὐτή, καί δύναμη θά παίρνετε καί ἡ δουλειά καλά θέ νά πηγαίνη. Τό ὄργωμα, τό κλάδεμα, ὁ τρύγος καί ὁ θέρος, καί τῶν κυράδων οἱ δουλειές καί τῶν λογίων οἱ γραφές καί τό κουμάντο θἄν ᾿ καλό, αὐτῶν πού κυβερνᾶνε, γιατί ἡ προσευχή γεννᾶ σωστές σκέψεις καί κρίσεις. Ὅλα εὐλογοῦνται μέ αὐτή καί τό κακό σκορπίζει. Καί – πάνω ἀπ᾿ ὅλα – ἡ ψυχή γεύεται γνήσια χαρά, ἀγάπη καί εἰρήνη…

Ἔτσι “πότιζε “ ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος τίς ψυχές μέ θεῖες διδαχές, ἁπλές καί μεστωμένες. Τά λόγια του τά δέχονταν ὅλοι. Κι αὐτό γιατί ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἦσαν σίγουροι πώς ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί ἦταν φωτισμένος.

Τό ξεβαμένο ρᾶσο του, τὄχε μονοφόρι, τούς ἐνέπενε τήν ἀγάπη γιά ἐλευθερία ἀπ᾿ τά ὑλικά ἀγαθά καί τίς ἀνθρώπινες φιλίες. Ἡ σπηλιά, γυμνή ἀπό κάθε περιττό ἀντικείμενο καί ἀπό κάθε ἄνεση, μέ μόνες τίς εἰκόνες του, τά δυό του καντηλέρια, μιά προβιά κατάχαμα κι ἕνα σταμνί στήν ἄκρη, τούς βεβαίωνε γιά τή γνησιότητα τῆς ἀκτημοσύνης του καί τό σταθερό προσανατολισμό του πρός τά ἀθάνατα καί αἰώνια ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

 

Κανόνας τῆς Θείας Μεταλήχεως

Θεοτοκίον

Ζωῆς τοῦ ἄρτου τράπεζα Παναγία, τοῦ ἄνωθεν δι᾿ ἔλεον καταβάντος,
καί κόσμῳ καινοτέραν ζωήν διδόντος, κἀμέ ἀξίωσον νῦν τόν ἀνάξιον,
μετά φόβου γεύσασθαι τούτου καί ζήσεσθαι.

 Κάποτε, τόν Ὅσιο τόν συνεπῆρε ὁ πόθος νά κοινωνήση τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Νά πάρη μέσα του Σῶμα καί Αἷμα Θεϊκό, νά πάρη τόν Χριστό του. Μόλις λοιπόν ἀκούστηκε ἀπόμακρη ἡ καμπάνα σ᾿ ἕνα ξωκκλῆσι τῆς Καρυᾶς, σάν νά πετοῦσε ἄρχισε νά κατεβαίνη τό βουνό, σάν νἄτανε ἀέρινος, σάν νά μήν εἶχε βάρος.

 Ὅσοι τόν εἶδαν νοιώσανε εὐλογημένη συστολή καί ἱερή χαρά. Μετά ἀπό τόσα χρόνια, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ κοντά τους! Τό βλέμμα τους συχνοπήγαινε στή σκοτεινή γωνίτσα τῆς Ἐκκλησιᾶς ποῦχε σταθεῖ καί ἡ ψυχή τους δέ χόρταινε τή ζεστασιά τῆς ἁγιασμένης παρουσίας του. Ἀκόμη κι ὁ ἱερεύς ἦταν συγκινημένος καί ἡ παράστασή του ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ἐκείνη τήν εὐλογημένη ἡμέρα ἦταν πιό συνειδητή καί πιό προσεκτική. Μέσα στόν ἀπέριττο ναΐσκο, ἐκτός ἀπ᾿ τόν ἄϋλο κόσμο τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, παρίστατο κι ἕνας ἐπίγειος Ἄγγελος σάν ἐκλεκτός ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἁγίου Θεοῦ.

 Στό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπως γίνεται συνήθως ὅταν κάποιος μοσχοβολᾶ ἁγιωσύνη καί ἕλκει σάν μαγνήτης τό λαό τοῦ Θεοῦ, ἔτρεξαν ὅλοι νά τοῦ ἀσπαστοῦν τό χέρι, κι ἄς μήν ἦταν ἱερεύς. Ἔφερνε δέος ἡ σκέψη τῆς ἱερωσύνης στόν Ἀρσένιο.

  • Αὐτό εἶναι ἔργο ἰσαγγέλου. Ἐγώ εἶμαι ἁμαρτωλός, ἔλεγε, ἄν κάποιος ἔφερνε τή συζήτηση σ᾿ αὐτό τό θέμα.

 Ἡ ταπεινοφροσύνη του ἦταν τόσο βαθειά πού δέν τόν ἄφηνε νά στέρξη νά ἱερωθῆ καί νά σταθῆ μπροστά στήν ἁγία Τράπεζα “ἐνώπιος ἐνωπίῳ” τοῦ Παναγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἄν πρός τό τέλος τῆς ζωῆς του ἐπῆρε τήν ἱερωσύνη, εἶναι ἄγνωστο.

 

Πάντως μέχρι τό 1077 πού ἔχτισε τόν πρῶτο πάνσεπτο Ναό τῆς Παναγιᾶς, ἦταν ἁπλός Μοναχός. Ἔφερε βέβαια τό Μέγα καί Ἀγγελικό Σχῆμα τῶν Μοναχῶν μέ τό ἔμβλημα τοῦ Μεγάλου Βασιλέως Χριστοῦ στό στῆθος του, ὅχι ὅμως τήν ἱερωσύνη.

Γι᾿ αὐτό βεβαιώνεται κανείς ἀπό τήν ἐντοιχισμένη κτητορική ἐπιγραφή τοῦ πρώτου αὐτοῦ Ναοῦ. Ἐκεῖ ἀναγράφει ὅτι ὁ Ναός “ἀνηγέρθη παρά τοῦ Ὁσιωτάτου μοναχοῦ κυροῦ Ἀρσενίου”.

Ὁσιωτάτου! Δέν ἀναγράφει “ὁσίου”! Καί ἡ λέξη “κυροῦ” – Ἀρσενίου, κι αὐτή δίνει τό βάρος τοῦ θείου κύρους τῆς ἁγιασμένης προσωπικότητός του. Τῆς ἀξιοθαύμαστης καί σεβαστῆς ζωῆς του. Τῆς ἡγετικῆς στόν πνευματικό καί ἁγιολογικό χῶρο παρουσίας του.

 Τό ξεκίνημα λοιπόν καί ἡ ὡρίμανση τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου, ἔγινε στά χρόνια τῆς κατά Θεόν καί διά τόν Θεόν μονώσεως του καί τῆς πολύπλευρης ἀσκήσεώς του στήν ἁγιασμένη σπηλιά τοῦ ἥμερου βουνοῦ πού πῆρε τ᾿ ὄνομα του.


  Ὁ Κύριος ὅμως θά τοῦ ἄνοιγε καινούργιους πνευματικούς ὁρίζοντες προσφορᾶς καί δημιουργίας. Αὐτό τό διαισθανόταν καί ὁ ἴδιος, βλέποντας τό σταθερό πυρῆνα τῶν μαθητῶν πού ἄρχισε νά δημιουργεῖται γύρω του.

 Τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἐκτυλισσόταν ἁπαλά , ἀνεπαίσθητα, ἀλλά σταθερά. Ὅπως τό ἀθέατο ἄνοιγμα ἑνός λουλουδιοῦ, πού χωρίς νά γίνεται ἀντιληπτό, σέ κάποια στιγμή παρουσιάζει ὁλοκληρωμένη τήν εὐχάριστη πραγματικότητα τῆς ὀμορφιᾶς του…

 συνεχίζεται….

Ἀπό τό βιβλίο: “Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΒΑΡΝΑΚΟΒΙΤΗΣ

ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ Ι.ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ

(1077Μ.Χ.)”

Ἔκδοσις: Ἱ. Μονῆς Παναγίας Βαρνάκοβας

 Δωρίδα 2005

 

5Μεσήλικες,μεσόκοποι.