ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ματθ. 6,22-33]
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑΣ
[Μέρος δεύτερο: υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ.6,24-27]
«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (:μην απατάτε τον εαυτό σας με την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θησαυρίζει κανείς και στη γη και ταυτόχρονα να είναι προσκολλημένος και στον Θεό. Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δύο κυρίους· διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό)» [Ματθ.6,24].
Βλέπεις με ποιο τρόπο μάς απομακρύνει σιγά-σιγά από τα υλικά πράγματα και με περισσότερα λόγια εισάγει την εντολή για την ακτημοσύνη και κατατροπώνει την τυραννία της φιλαργυρίας; Διότι δεν αρκέστηκε, βέβαια, σε όσα είπε προηγουμένως, αν και ήταν πολλά και σπουδαία, αλλά προσθέτει και άλλα περισσότερα και φοβερότερα· διότι τι είναι πιο φοβερό από όσα τώρα έχουν λεχθεί, εάν βέβαια, επρόκειτο εμείς να σταματήσουμε να είμαστε δούλοι του Χριστού, εξαιτίας των χρημάτων; Και τι είναι πιο ποθητό, εάν, βέβαια, πρόκειται να περιφρονήσουμε την τάση μας να αποταμιεύουμε περιττά επίγεια αγαθά και να συσσωρεύουμε χρήματα,από το να διατηρήσουμε τέλεια την αφοσίωση και την αγάπη μας προς τον Κύριο; Διότι εκείνο το οποίο πάντοτε λέγω, το ίδιο θα επαναλάβω και τώρα, ότι δηλαδή, και με τα δύο παρωθεί τον ακροατή προς την υπακοή των λόγων Του και με τα ωφέλιμα και με τα βλαβερά, υποδεικνύοντας ως άριστος ιατρός και την νόσο που προέρχεται από την απροσεξία και την υγεία που χαρίζει η υπακοή.
Πρόσεξε λοιπόν με ποιον τρόπο, πάλι, καθιστά φανερό το κέρδος αυτό και πώς αποδεικνύει το συμφέρον από την αποφυγή των αντίθετων πραγμάτων. Πραγματικά, «δεν μας προξενεί, μόνο αυτήν τη βλάβη», λέγει, «ο πλούτος, επειδή εξοπλίζει τους ληστές εναντίον μας, ούτε επειδή προκαλεί μεγάλο σκοτισμό στο μυαλό μας, αλλά και επειδή μας αποκόπτει από το να είμαστε δούλοι στον Θεό και μας καθιστά αιχμαλώτους των αψύχων χρημάτων και κατά συνέπεια μας βλάπτει διπλά, με το να μας υποδουλώνει σε εκείνα, που έπρεπε να εξουσιάζουμε, και με το να μας απομακρύνει από την υπηρεσία του θελήματος του Θεού, στον Οποίον προπάντων είναι ανάγκη να είμαστε δούλοι».

Όπως δηλαδή προηγουμένως απέδειξε ότι είναι διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου η φύλαξή τους είναι εξασφαλισμένη[πρβλ.Ματθ.6,19-21: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διαρύσσουσι καὶ κλέπτουσι·θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν(:Μη μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς πάνω στη γη, όπου ο σκόρος και η φθορά της σαπίλας ή της σκουριάς αφανίζουν τα αποθηκευμένα είδη του πλούτου κι όπου οι κλέφτες τρυπούν τους τοίχους των θησαυροφυλακίων και τα κλέβουν. Μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η σαπίλα και η σκουριά αφανίζουν τους αποθηκευμένους θησαυρούς σας και όπου οι κλέφτες δεν τρυπούν τους τοίχους των θησαυροφυλακίων σας ούτε κλέβουν. Πρέπει λοιπόν να θησαυρίζετε θησαυρούς στον ουρανό, για να είναι και η καρδιά σας προσκολλημένη στο Θεό και στα ουράνια. Διότι εκεί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας)»], κατά όμοιο τρόπο και εδώ δείχνει διπλή τη ζημία, αναφέροντας και εκείνα που απομακρύνουν από τον Θεό και εκείνα που υποτάσσουν στον μαμμωνά.
Ωστόσο δεν το θέτει ευθέως αυτό, αλλά το παρουσιάζει σιγά-σιγά με απλούς συλλογισμούς, λέγοντας τα εξής: «Κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους»· και αποκαλεί δύο διαφορετικούς «κυρίους», εκείνους οι οποίοι δίδουν αντίθετα προστάγματα· διότι εάν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήσαν και δύο· πράγματι, όπως αναφέρεται στο βιβλίο των Πράξεων για τους πρώτους Χριστιανούς, «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία(:συγχρόνως και το πλήθος εκείνων που είχαν πιστέψει στο Ευαγγέλιο είχαν αρμονική και αδιάσπαστη ομοφροσύνη, μια ψυχή και μια καρδιά ˙ διότι τόσο οι καρδιές τους όσο και ολόκληρη η πνευματική τους ύπαρξη ήταν ενωμένα. Επικρατούσε δηλαδή μεταξύ τους πλήρης συμφωνία και αρμονία φρονημάτων και συναισθημάτων. Και κανείς απ’ αυτούς δεν βρισκόταν να λέει ότι και το ελάχιστο από τα υπάρχοντά του και την περιουσία του ήταν δικό του, αλλά τα είχαν μεταξύ τους όλα σε κοινή ωφέλεια και χρήση)»[Πράξ.4,32] και μολονότι ήσαν διαιρεμένοι σε πολλά σώματα, ωστόσο η ομόνοια έκανε τους πολλούς σαν να ήταν ένας άνθρωπος.
Έπειτα, προεκτείνοντας αυτά, λέγει: «Όχι μόνο δεν θα δουλέψει στον πλούτο, αλλά θα τον μισήσει και θα τον αποστραφεί· διότι ή τον ένα θα μισήσει», λέγει, «και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό»[Ματθ.6,24]. Και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έχει λεχθεί το ίδιο πράγμα. Ασφαλώς, δεν το εξέθεσε τυχαία έτσι αυτό, αλλά για να αποδείξει ότι η μεταβολή προς το καλύτερο είναι εύκολη. Για να μη λες, λοιπόν, ότι «έγινα δούλος, βρίσκομαι υπό την τυραννία του χρήματος», σου υποδεικνύει ότι είναι δυνατή η αλλαγή θέσεως και όπως ακριβώς από τη μία κατάσταση πέρασες στην άλλη, έτσι και από αυτήν είναι δυνατόν να μεταπηδήσεις σε διαφορετική.
Ο πλούτος είναι τα αγαθά της Γης σε σημαντική ποσότητα, που σκοπό έχει να καλύψει τις ανάγκες του ανθρώπου. Άρα ο πλούτος έρχεται να υπηρετήσει τις ανάγκες του. Και συνεπώς αφού υπηρετεί, είναι υπηρέτης και όχι αφεντικό του ανθρώπου, που δυστυχώς μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, θεοποίησε την υλική δημιουργία εφόσον έχασε από τον οπτικό ορίζοντά του τον Θεό που ως τότε αναγνώριζε ως Δημιουργό, τροφέα και κυβερνήτη του.
Είναι επομένως διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου είναι η φύλαξή τους εξασφαλισμένη, όπως λίγο πριν σε άλλο σημείο της επί του όρους ομιλίας Του μας είχε υποδείξει. Ο πλούτος, λοιπόν, εφόσον υπάρχει, θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Δηλαδή ο πλούτος είναι θέμα χρήσεως, όχι υποδουλώσεως, αφού βεβαίως θα καλύπτει τις ανάγκες και όχι τις επιθυμίες εκείνου που κατέχει τον πλούτο.
Αφού λοιπόν μίλησε γενικά και αόριστα, για να πείσει τον ακροατή να καταστεί αμερόληπτος κριτής των όσων λέγονται και να λάβει την απόφασή του επί τη βάσει της φύσεως των πραγμάτων, όταν πλέον τον έκανε να συμφωνήσει με τους λόγους Του[με τη γενική αρχή αυτή δηλαδή που εκφράστηκε μέσα από τα λόγια του Κυρίου στο Ματθ.6,24-βλ. και αμέσως παρακάτω], τότε αποκαλύπτει και την πραγματική Του σκέψη. Πρόσθεσε λοιπόν: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ(:Μην απατάτε τον εαυτό σας με την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θησαυρίζει κανείς και στη γη και ταυτόχρονα να είναι προσκολλημένος και στο Θεό. Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δύο κυρίους· διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό)»[Ματθ.6,24]. Ας αισθανθούμε φρίκη, αφού αντιληφθούμε τι διαπράξαμε ώστε ο Χριστός να πει και να τοποθετήσει τον χρυσό σε ίδια θέση με τον Θεό… Εάν όμως αυτό είναι φρικτό, ασφαλώς είναι πολύ πιο φρικτό να γίνεται στην πράξη και να προτιμούμε την τυραννία του χρυσού από τον φόβο του Θεού.
Τι λοιπόν; Δεν υπήρξαν Δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης που να ήσαν πλούσιοι; Ο Αβραάμ, για παράδειγμα, ή ο Ιώβ δεν ήσαν πλούσιοι και μάλιστα πάρα πολύ; Και βέβαια. «Τότε με ποιον τρόπο», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «προόδευσαν στην αρετή ο Αβραάμ και ο Ιώβ;»; Ναι· ήσαν πλούσιοι. Όμως ήσαν αφεντικά και όχι υπηρέτες του πλούτου, καταναλώνοντας τον πλούτο σε εκείνους που τον είχαν ανάγκη· διότι και ο Ιώβ ήταν πλούσιος, αλλά δεν ήταν δούλος στον μαμμωνά, μα τον είχε υπό την εξουσία του και ήταν κύριος και όχι δούλος του. Σαν να ήταν λοιπόν διαχειριστής ξένων χρημάτων, έτσι θεωρούσε τα αγαθά του, χωρίς να αρπάζει τα χρήματα των άλλων, αλλά έδινε και τα δικά του στους φτωχούς. Και το σπουδαιότερο, βέβαια, είναι ότι δεν χαιρόταν, όταν τα είχε, πράγμα το οποίο αποδείκνυε, όταν έλεγε «εἰ δὲ καὶ εὐφράνθην πολλοῦ πλούτου μοι γενομένου, εἰ δὲ καὶ ἐπ᾿ ἀναριθμήτοις ἐθέμην χεῖρά μου(:ποτέ δεν δοκίμασα υλόφρονη χαρά και αγαλλίαση για τον πλούτο, τον οποίο απέκτησα, ποτέ δεν άπλωσα το χέρι μου προς απόκτηση αναρίθμητου πλούτου)»[Ιώβ,31,25],γι’ αυτό και δεν λυπήθηκε, όταν τα έχασε.
Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι από τους σημερινούς πλουσίους δεν είναι παρόμοιοι με εκείνους τους δικαίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αλλά έχουν γίνει χειρότεροι από κάθε δούλο, σαν να πληρώνουν φόρους σε κάποιο φοβερό τύραννο. Πραγματικά, ο έρωτας για την απόκτηση όλο και περισσότερων χρημάτων έχει κυριεύσει την διάνοιά τους, σαν να ήταν κάποια ακρόπολις, και από εκεί εκδίδει κάθε μέρα τα παράνομα διατάγματά του και δεν υπάρχει κανένας, που να τα παρακούει. Δεν μπορούν να αναβλέψουν στον ουρανό, καθώς είναι μονίμως προσηλωμένοι και αγχωμένοι για τη συγκέντρωση επιγείων και μόνο θησαυρών. Και κατά κανόνα ποτέ δεν είναι ευτυχισμένοι, εφόσον έχουν χάσει από τον οπτικό τους ορίζοντα τον Θεό και δεν αξιοποιούν το χάρισμα (διότι περί ταλάντου πρόκειται κι εδώ) που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός για ανακούφιση του πόνου του πλησίον, παρά μόνο στο να υπηρετούν αμέτρητες και βλαβερές επιθυμίες στις οποίες γίνονται ταλαίπωροι δούλοι.
Μη φιλοσοφείς λοιπόν περιττά πράγματα, καθόσον μίλησε μία φορά ο ίδιος ο Θεός και είπε ότι είναι αδύνατο να συνυπάρχουν η δουλεία προς τον πλούτο και η δουλεία προς τον Θεό. Μη λέγεις λοιπόν εσύ ότι είναι δυνατόν αυτό· διότι πώς είναι δυνατό να συνυπάρξουν, όταν ο μεν ένας αφέντης προστάζει να αρπάζεις όσα ανήκουν στους συνανθρώπους σου, ο δε άλλος να χαρίζεις ακόμη και αυτά που εσύ έχεις στην κατοχή σου; Όταν ο ένας αφέντης σού δίνει εντολή να σωφρονείς, ενώ ο άλλος να πορνεύεις; Όταν ο μεν ένας σού δίνει εντολή να εξουσιάζεις την κοιλιά σου ενώ ο άλλος να μεθάς και να ζεις ζωή ακόλαστη; · και ο μεν ένας διδάσκει να περιφρονείς τα υλικά πράγματα, ο δε άλλος να προσηλώνεσαι στα γήινα; · ο μεν ένας να θαυμάζεις μάρμαρα και τοίχους και ορόφους, ενώ ο άλλος και να περιφρονείς αυτά και να τιμάς την ευσέβεια;
Σε αυτήν την περίπτωση ονόμασε τον μαμμωνά «κύριο», όχι επειδή εκ φύσεως είναι κύριος, αλλά εξαιτίας της ταλαιπωρίας αυτών που υποτάσσονται σ’ αυτόν. Κατά παρόμοιο τρόπο και την κοιλιά την ονομάζει «θεό», όχι από το αξίωμα του αφεντικού, αλλά από την αθλιότητα αυτών που γίνονται δούλοι σε αυτήν, πράγμα το οποίο είναι χειρότερο από κάθε τιμωρία και ικανό να τιμωρήσει πριν από την τελική κόλαση αυτόν που συλλαμβάνει στα δίχτυά της· διότι από ποιους καταδίκους δεν θα ήσαν αθλιότεροι αυτοί που, ενώ έχουν Κύριο τον Θεό, φεύγουν όμως οικειοθελώς από την ήμερη βασιλεία Του προς τη φοβερή και σκληρή εκείνη τυραννία, όταν μάλιστα όλα αυτά προξενούν ακόμη και σε αυτήν τη ζωή τόση ζημία; Διότι πράγματι είναι απερίγραπτη και ανυπολόγιστη η ζημία από αυτό το πράγμα, καθόσον λαμβάνουν χώρα εξαιτίας αυτού και δίκες και αδικίες και διαμάχες και κόποι και βλάβη της ψυχής· και το φοβερότερο από όλα είναι το ότι χάνει κανείς τα ουράνια αγαθά, που τα παρέχει η υπηρεσία στο θέλημα του Θεού.
Αφού δίδαξε λοιπόν με όλα αυτά το συμφέρον που έχει κανείς να περιφρονεί τα χρήματα και μίλησε και για τον τρόπο που μπορεί κανείς να ασφαλίσει τα χρήματα, καθώς και για την ηδονή της ψυχής και για την απόκτηση της ευσέβειας και με ποιον τρόπο θα ασφαλίσει κανείς την ευσέβεια, παρουσιάζει στη συνέχεια δυνατή την εφαρμογή της εντολής αυτής της συμβουλής. Διότι αυτό είναι προπάντων το δείγμα της άριστης νομοθεσίας, το να μην παραγγέλλει μόνο αυτά που συμφέρουν, αλλά και να παρέχει τη δυνατότητα να εφαρμοστούν.
Για τον λόγο αυτό και συνεχίζει προσθέτοντας τα εξής: «Μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε(:η καρδιά σας λοιπόν πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στο Θεό. Γι’ αυτό σας λέω, κόψτε τη ρίζα της πλεονεξίας˙ και μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας τι ένδυμα θα φορέσετε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή, και το σώμα πιο πολύ από το ένδυμα; Ο Θεός λοιπόν που σας έδωσε αυτά τα ανώτερα, θα σας δώσει κα τα κατώτερα, την τροφή δηλαδή και το ένδυμα)»[Ματθ.6,25]. Για να μη λένε: «Τι λοιπόν; Πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε, εάν δώσουμε όλα τα χρήματά μας;». Σε αυτήν λοιπόν την αντίρρηση λαμβάνει θέση κατά τρόπο πολύ κατάλληλο. Όπως δηλαδή, εάν έλεγε από την αρχή «μὴ μεριμνᾶτε», θα φαινόταν ότι είναι βαριά η εντολή, κατά όμοιο τρόπο, αφού απέδειξε τη βλάβη που προκαλείται από τη φιλαργυρία, καθιστά πλέον στη συνέχεια ευπρόσδεκτη την παραίνεση αυτή. Γι’ αυτό ακριβώς και τώρα δεν είπε μόνο «μὴ μεριμνᾶτε», αλλά πρώτα ανέφερε την αιτία , και στη συνέχεια έδωσε αυτήν την εντολή.
Πραγματικά αφού είπε: «Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι του Θεού και δούλοι του πλούτου»[Ματθ.6,24], πρόσθεσε: «Αφού λοιπόν η καρδιά σας θα πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, για τον λόγο αυτό σας λέγω να κόψετε τη ρίζα της πλεονεξίας και να μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε και για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε». Τι εννοεί με τη λέξη «τοῦτο», όταν λέγει «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε»; Εννοεί το απερίγραπτο της ζημίας που προκαλούν όλα αυτά στην ψυχή μας· διότι η ζημία δεν περιορίζεται μόνο στα χρήματα, αλλά η πληγή αναφέρεται στα σπουδαιότερα σημεία και στην απώλεια της σωτηρίας μας, επειδή μας απομακρύνει από τον Θεό, ο οποίος μας δημιούργησε, μας φροντίζει και μας αγαπά.
Επειδή λοιπόν απέδειξε ότι η ζημία είναι απερίγραπτη, επιτείνει πλέον την εντολή. Πραγματικά δεν μας εντέλλεται να αποβάλλουμε τα υπάρχοντά μας μόνο, αλλά να μη φροντίζουμε ούτε για την αναγκαία τροφή, λέγοντας τα εξής: «μη μεριμνάτε για την ψυχή σας τι θα φάτε», όχι επειδή η ψυχή έχει ανάγκη από τροφή, αφού είναι ασώματη, αλλά μίλησε σύμφωνα με την κοινή συνήθεια· διότι, μολονότι δεν χρειάζεται την τροφή, δεν θα μπορούσε να παραμείνει διαφορετικά στο σώμα, παρά μόνο όταν τρέφεται αυτό.
Και αφού είπε αυτό, δεν το θέτει απλώς, αλλά και εδώ χρησιμοποιεί συλλογισμούς, άλλους μεν από όσα υπάρχουν σε εμάς, άλλους δε από άλλα παραδείγματα. Και από όσα συμβαίνουν σε εμάς λέγει: «οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; (:η καρδιά σας λοιπόν πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στο Θεό. Γι’ αυτό σας λέω, κόψτε τη ρίζα της πλεονεξίας˙ και μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας τι ένδυμα θα φορέσετε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή, και το σώμα πιο πολύ από το ένδυμα; Ο Θεός λοιπόν που σας έδωσε αυτά τα ανώτερα, θα σας δώσει κα τα κατώτερα, την τροφή δηλαδή και το ένδυμα»[Ματθ.6,25]. «Συνεπώς, Αυτός που σας έδωσε το πολυτιμότερο, δε θα σας δώσει και το κατώτερο;» Αυτός που δημιούργησε που έπλασε τη σάρκα που τρέφεται, πώς δε θα δώσει την τροφή; Για το λόγο αυτό ακριβώς δεν είπε απλώς «μη μεριμνάτε τι θα φάτε και τι θα πιείτε και τι θα ντυθείτε», αλλά «για το σώμα σας» και «για την ψυχή σας» επειδή σκόπευε από αυτά να λάβει τις αποδείξεις, οδηγώντας τον λόγο επί τη βάσει της συγκρίσεως.
Αλλά την μεν ψυχή την έδωσε μία φορά και παραμένει αναλλοίωτη, ενώ το σώμα κάθε μέρα δίνει και αυξάνει. Επεξηγώντας λοιπόν αυτά τα δύο, δηλαδή και της ψυχής την αθανασία και του σώματος τη φθαρτότητα, πρόσθεσε τα εξής: «Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;(:και για να καταλάβετε πόσο ανόητη και ανίσχυρη είναι αυτή η μέριμνα, σας ρωτώ: Ποιος από σας, οσοδήποτε κι αν φροντίσει, μπορεί να προσθέσει στο ανάστημά του έναν πήχη; Κανένας. Τι κατορθώνετε λοιπόν με τη μέριμνά σας;)»[Ματθ.6,27].Και χωρίς να κάνει λόγο για την ψυχή, επειδή δεν λαμβάνει αύξηση, μίλησε μόνο για το σώμα, καθιστώντας φανερό από αυτό και εκείνο, ότι δηλαδή δεν θα το αυξήσει αυτό η τροφή, αλλά η πρόνοια του Θεού. Το ίδιο πράγμα δηλώνοντας ο Παύλος με άλλες λέξεις έλεγε: «ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός(:συνεπώς ούτε εκείνος που φυτεύει αξίζει τίποτε, ούτε εκείνος που ποτίζει, αλλά ο Θεός που δίνει την αύξηση. Αυτός και μόνο είναι το παν)»[Α΄Κορ.3,7].
Από αυτά λοιπόν που συμβαίνουν σε εμάς προέτρεψε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ από άλλα παραδείγματα προέτρεψε με τα εξής λόγια: «Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ(:Κοιτάξτε τα πουλιά που πετούν στον αέρα και δείτε ότι αυτά δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε μαζεύουν τροφές σε αποθήκες για το χειμώνα ή τον καιρό της στερήσεως. Κι όμως ο επουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει. Εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερα από αυτά;)»[Ματθ.6,26]. Για να μη λέγει λοιπόν κανείς ότι αποκομίζουμε ωφέλεια όταν μεριμνούμε, τους αποστομώνει και με το παράδειγμα του ανώτερου και με το παράδειγμα του κατώτερου. Το σπουδαιότερο βέβαια είναι η ψυχή και το σώμα, το κατώτερο δε τα πτηνά. «Εάν λοιπόν τόσο πολύ ενδιαφέρεται», λέγει, «για τα ελάχιστα, γιατί δεν θα δώσει σε εσάς;» Και προς αυτούς μεν έτσι μίλησε( επειδή ήταν όχλος αμόρφωτος), ενώ προς τον διάβολο δεν μίλησε με αυτόν τον τρόπο. Αλλά πώς; «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ(:είναι γραμμένο στο Δευτερονόμιο ότι ο άνθρωπος δεν θα διατηρηθεί στη ζωή μόνο με τον άρτο, αλλά με κάθε προσταγή που θα εξέλθει από το στόμα του Θεού. Όταν το πει ο Θεός, και χωρίς τροφή ακόμη θα ζήσει ο άνθρωπος)»[Ματθ.4,4].
Εδώ αναφέρει τα πτηνά και μάλιστα με έντονο συμβουλευτικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο έχει μεγάλη δύναμη για να είναι αποτελεσματική η παραίνεση. Ωστόσο ορισμένοι από τους ασεβείς έφτασαν σε τόσο μεγάλη ανοησία, ώστε να αμφισβητούν την αξία του παραδείγματος. «Διότι» λέγουν, «δεν έπρεπε ομιλώντας για ενίσχυση της προαίρεσης, να προτρέπει προς τον σκοπό αυτόν με πλεονεκτήματα από τη φύση· διότι», λέγουν, «αυτό υπάρχει σε αυτά εκ φύσεως».
Τι λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε σχετικά με αυτά; Ότι αν και αυτά υπάρχουν στα πτηνά εκ φύσεως, όμως είναι δυνατό και σε μας να συμβεί αυτό κατ’ ελεύθερη επιλογή· διότι δεν είπε «κοιτάξτε ότι τα πτηνά πετούν, πράγμα που ήταν αδύνατο στον άνθρωπο, αλλά ότι τρέφονται χωρίς φροντίδα, πράγμα που και εμείς εύκολα μπορούμε να το επιτύχουμε, εάν θέλουμε. Και αυτό το απέδειξαν έμπρακτα αυτοί που το κατόρθωσαν. Για τον λόγο αυτόν πρέπει προπαντός να θαυμάσει κανείς τη σύνεση του νομοθέτη, ότι δηλαδή αν και μπορούσε να λάβει το παράδειγμα από τους ανθρώπους και μπορούσε να αναφέρει τον Ηλία και τον Μωυσή και τον Ιωάννη και άλλους παρόμοιους, που δεν κατέβαλαν καμία μέριμνα, και να τους αναφέρει ως παράδειγμα, για να τους κατηγορήσει, όμως ανέφερε τα άλογα ζώα· διότι εάν μεν ανέφερε εκείνους τους δικαίους, θα μπορούσαν αυτοί να πουν ότι δεν γίναμε ακόμη όπως εκείνοι.
Τώρα όμως αφού αποσιώπησε αυτούς και παρουσίασε τα πτηνά του ουρανού, αφαίρεσε από αυτούς τη δικαιολογία, μιμούμενος και εδώ παλαιό νόμο. Καθόσον μάλιστα και η Παλαιά Διαθήκη προτρέπει και προς τη μέλισσα και προς το μυρμήγκι και προς το τρυγόνι και προς το χελιδόνι. Και αυτό μάλιστα δεν είναι μικρή απόδειξη τιμής, όταν, αυτά που εκείνα έχουν εκ φύσεως, αυτά να μπορούμε εμείς να τα επιτύχουμε προαιρετικά. Εάν λοιπόν τόσο πολύ φροντίζει για αυτά που προορίζονται για μας, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για εμάς· εάν φροντίζει για τους δούλους, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για τον κύριο. Για τον λόγο αυτόν είπε: «προσέξτε τα πτηνά» και δεν είπε ότι ούτε εκμεταλλεύονται κάτι, ούτε εμπορεύονται· διότι κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς απαράδεκτο· αλλά τι είπε: «Δεν σπείρουν, ούτε θερίζουν».
«Τι λοιπόν;» θα ρωτήσει κάποιος· «δεν πρέπει να σπείρει κανείς;». Δεν είπε ότι δεν πρέπει να σπείρει κανείς, αλλά ότι δεν πρέπει να μεριμνά κανείς· ούτε ότι δεν πρέπει να εργάζεται κανείς, αλλά ότι δεν πρέπει κανείς να φρονεί μικρά και ταπεινά και να ασχολείται με όλη τη δύναμή του με τις φροντίδες· διότι έδωσε εντολή και να τρεφόμαστε αλλά όμως να μη μεριμνούμε. Αυτή την παραίνεση, εμπνεόμενος εξ ουρανού, προλέγει και ο Δαβίδ, λέγοντας τα εξής, κατά τρόπο αινιγματικό: «ἀνοίγεις σὺ τὴν χεῖρά σου καὶ ἐμπιπλᾷς πᾶν ζῷον εὐδοκίας(:ανοίγεις Εσύ τα παντοδύναμα και γενναιόδωρα χέρια Σου και γεμίζεις κάθε ζωντανό ον με όλα τα αγαθά, που του χρειάζονται)» [Ψαλμ.144,16]· και σε άλλο σημείο: «διδόντι τοῖς κτήνεσι τροφὴν αὐτῶν καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν(:Δοξολογήσατε Αυτόν, ο οποίος παρέχει τροφή στα κτήνη, όπως επίσης και στα μικρά πουλιά των κοράκων, τα οποία με τους κρωγμούς τους φαίνεται σαν να Τον επικαλούνται)» [Ψαλμ.146,9].
«Ποιοι λοιπόν», θα ρωτήσει κάποιος, «δεν μερίμνησαν;» Δεν άκουσες όλους εκείνους τους δικαίους που σου προανέφερα; Δεν βλέπεις μαζί με εκείνους τον Ιακώβ, ο οποίος αναχώρησε από την πατρική του οικία χωρίς τίποτε να έχει; Δεν ακούς τον Ιακώβ λοιπόν, ο οποίος προσεύχεται και λέγει: «ἐὰν ᾖ Κύριος ὁ Θεὸς μετ᾿ ἐμοῦ καὶ διαφυλάξῃ με ἐν αυτόςῇ ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ ἐγὼ πορεύομαι, καὶ δῷ μοι ἄρτον φαγεῖν καὶ ἱμάτιον περιβαλέσθαι(: εάν ο Κύριος και Θεός είναι μαζί μου και θελήσει να με διαφυλάξει στον δρόμο τον οποίο εγώ βαδίζω, και μου δώσει άρτο Αυτός τροφή και ιμάτιο για ενδυμασία και μου δώσει όσα μου χρειάζονται κατά αυτούς τους χρόνους της ξενιτείας μου)» [Γέν.28,20];Και τα λόγια αυτά που προφέρει στην προσευχή του ο Ιακώβ δεν φανερώνουν μέριμνα, αλλά είναι δείγμα ενός ανθρώπου που εμπιστεύεται το παν στον Θεό. Αυτό και οι απόστολοι το πέτυχαν, αφού απέρριψαν τα πάντα και δεν μερίμνησαν, καθώς και οι πέντε χιλιάδες και οι τρεις χιλιάδες[πρβλ. Πράξ.2,41: «οἱ μὲν οὖν ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι(:κι αυτοί δέχθηκαν ολοκάρδια και γεμάτοι χαρά το λόγο και τη διδασκαλία του Πέτρου, και βαπτίστηκαν. Κι έτσι προστέθηκαν στα μέλη της Εκκλησίας την ημέρα εκείνη περίπου τρεις χιλιάδες άνθρωποι)» και Πράξ.4,4: «πολλοὶ δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν λόγον ἐπίστευσαν, καὶ ἐγενήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ὡσεὶ χιλιάδες πέντε (:παρόλα αυτά, πολλοί απ’ αυτούς που άκουσαν τον λόγο του Πέτρου πίστεψαν, και ο αριθμός των πιστών του Ιησού Χριστού που βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα έφθασε περίπου στους πέντε χιλιάδες άνδρες, εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά)»].
Εάν όμως δεν δέχεσαι, ακούγοντας τόσα λόγια, να απαλλάξεις τον εαυτό σου από τα σκληρά αυτά δεσμά, κατάργησε τη φροντίδα, αφού πρώτα κατανοήσεις ότι αυτό αποτελεί ανοησία. «Διότι ποιος από σας», λέγει ο Κύριος, «μεριμνώντας μπορεί να προσθέσει ένα πήχυ στο ανάστημά του;». Βλέπεις πως από το γνωστό έκανε φανερό και το αόρατο; «Διότι όπως ακριβώς μεριμνώντας δεν θα μπορέσεις», λέγει, «να προσθέσεις στο σώμα ούτε το ελάχιστο, κατά τον ίδιο τρόπο δεν θα μπορέσεις ούτε τροφή να συγκεντρώσεις, έστω και αν έχεις αυτήν τη γνώμη». Από αυτό καθίσταται φανερό ότι δεν είναι η δική μας φροντίδα, αλλά η πρόνοια του Θεού είναι εκείνη που προξενεί το παν, ακόμη δε και εκεί όπου νομίζουμε ότι ενεργούμε μόνοι μας· ευθύς αμέσως αν ήθελε Εκείνος να μας εγκαταλείψει, ούτε φροντίδα, ούτε μέριμνα, ούτε πόνος, ούτε τίποτε άλλο από τα παρόμοια μπορεί να κάνει τίποτε, αλλά τα πάντα θα εξαφανιστούν.
Ας μην νομίζουμε λοιπόν ότι είναι ανεφάρμοστα τα προστάγματα του Θεού· διότι είναι πολλοί αυτοί που τα επιτυγχάνουν και τώρα και ζουν ευσεβή και μετρημένη ζωή. Εάν όμως εσύ το αγνοείς, δεν είναι καθόλου παράδοξο· διότι και ο Ηλίας νόμιζε ότι είναι μόνος, αλλά άκουσε τα εξής: «Καὶ καταλείψεις ἐν Ἰσραὴλ ἑπτὰ χιλιάδας ἀνδρῶν, πάντα γόνατα, ἃ οὐκ ὤκλασαν γόνυ τῷ Βάαλ, καὶ πᾶν στόμα, ὃ οὐ προσεκύνησεν αὐτῷ(:θα αφήσεις όμως ζωντανούς και ασφαλείς μεταξύ των Ισραηλιτών, επτά χιλιάδες άντρες, όλους εκείνους οι οποίοι δεν έκαμψαν γόνυ για να προσκυνήσουν τον Βάαλ, και όλα τα στόματα εκείνα τα οποία δεν τον προσκύνησαν)» [Γ΄Βασ.19,18].
Επομένως είναι ολοφάνερο ότι και τώρα υπάρχουν πολλοί που ζουν όπως τότε οι απόστολοι, όπως ακριβώς ζούσαν τότε οι τρεις χιλιάδες και οι πέντε χιλιάδες. Εάν όμως δεν πιστεύουμε, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν όσοι ασκούν την αρετή, αλλά ότι απέχουμε πάρα πολύ από την πραγματικότητα. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που μεθά δεν θα μπορούσε να πιστέψει εύκολα, ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που δεν γεύεται ούτε νερό, μολονότι βέβαια και αυτό που πέτυχαν πολλοί από τους δικούς μας μοναχούς· και αυτός που ζει με άπειρες γυναίκες, δεν μπορεί να πιστέψει, ότι είναι εύκολο κανείς να είναι παρθένος, ούτε και εκείνος που αρπάζει τα ξένα πράγματα, ότι και τα δικά του κάποιος εύκολα θα του τα αφαιρέσει, έτσι ούτε αυτοί που καταλιώνουν καθημερινά τους εαυτούς τους με μύριες φροντίδες δεν θα μπορούσαν εύκολα να το παραδεχτούν αυτό.
Το ότι βέβαια υπάρχουν πολλοί που το επιτυγχάνουν αυτό, είναι δυνατό να το αποδείξουμε από αυτούς που ζουν και στις μέρες μας ευσεβή ζωή. Γνωρίζω πολύ καλά βέβαια ότι το φορτίο της ακτημοσύνης προς το παρόν υπερβάλλει τις δυνάμεις σας, όσο κι αν αυτό είναι το τέλειο για κάθε Χριστιανό. Εσείς όμως προς το παρόν αρκεί να μάθετε τουλάχιστον να μην είστε πλεονέκτες και ότι είναι μέγιστη αρετή η ελεημοσύνη, και επιπλέον να γνωρίζετε ότι πρέπει να δίδετε με προθυμία στους φτωχούς από αυτά που έχετε. Ας απορρίψουμε, επίσης, την περιττή πολυτέλεια και να κρατήσουμε το μέτρο στη ζωή και τη συμπεριφορά μας και να μάθουμε να αποκτούμε με δικαίους κόπους όλα γενικώς εκείνα τα οποία μας είναι απαραίτητα.
Ας θυμηθούμε ότι και ο μακάριος Ιωάννης ο Βαπτιστής, όταν συνομιλούσε με εκείνους που ασχολούνται με την είσπραξη των φόρων και με τους στρατευόμενους, έδινε εντολή να αρκούνται στους μισθούς τους [Λουκ.3,12-14: «ἦλθον δὲ καὶ τελῶναι βαπτισθῆναι, καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· διδάσκαλε, τί ποιήσομεν; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδὲν πλέον παρὰ τὸ διατεταγμένον ὑμῖν πράσσετε. ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν καὶ στρατευόμενοι λέγοντες· καὶ ἡμεῖς τί ποιήσομεν; καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδένα συκοφαντήσητε μηδὲ διασείσητε, καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑμῶν(:Ήλθαν ακόμη ανάμεσα στους άλλους και κάποιοι τελώνες να βαπτιστούν και του είπαν: “Διδάσκαλε, τι να κάνουμε;” Και εκείνος τους είπε: “Μην εισπράττετε τίποτε παραπάνω από εκείνο που σας επιτρέπει ο νόμος να εισπράττετε”. Τον ρωτούσαν μάλιστα και κάποιοι στρατιωτικοί και του έλεγαν: “Κι εμείς τι να κάνουμε;” Και τους έλεγε: “Μην κατηγορήσετε με ψεύτικες κατηγορίες κανέναν και μην τον εκβιάσετε με το φόβο και την απειλή για να του αποσπάσετε χρήματα. Και να αρκείστε στο μισθό που παίρνετε”)»]· διότι πράγματι ήθελε να τους οδηγήσει και προς υψηλότερη φιλοσοφία, επειδή όμως δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένοι για αυτά, τους λέγει τα απλούστερα, διότι εάν τους έλεγε τα υψηλότερα από αυτά, δεν θα πρόσεχαν σε αυτά, και δεν θα μπορούσαν να εφαρμόσουν και τα απλούστερα. Για τον λόγο αυτόν βέβαια και εγώ σας διδάσκω τα απλούστερα· διότι πράγματι γνωρίζω πολύ καλά ότι το φορτίο της ακτημοσύνης προς το παρόν υπερβάλλει τις δυνάμεις σας και όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο απέχει και αυτή η φιλοσοφία από εσάς.
Επομένως ας ασχολούμαστε τουλάχιστον με τις απλές εντολές· διότι ούτε αυτό είναι μικρή παρηγορία. Μολονότι βέβαια ορισμένοι από τους Έλληνες και αυτό το πέτυχαν, αν και όχι με την κατάλληλη διάθεση, και εγκατέλειψαν όλα τα υπάρχοντά τους. Όμως εγώ θα είμαι ευχαριστημένος με σας να προσφέρετε με αφθονία την ελεημοσύνη· διότι σύντομα και προς εκείνα θα έλθουμε, εάν βαδίζουμε κατ’αυτόν τον τρόπο. Εάν όμως δεν πράττουμε ούτε αυτό, ποιας συγχωρήσεως θα μπορούσαμε να ήμασταν άξιοι, εμείς οι οποίοι λαμβάνουμε εντολή να ξεπεράσουμε τους ανθρώπους του Νόμου και αποδεικνυόμαστε κατώτεροι και από τους Έλληνες φιλοσόφους;
Εάν όμως δεν το πράττουμε ούτε αυτό, ποιας συγχωρήσεως θα μπορούσαμε να ήμασταν άξιοι εμείς, οι οποίοι λαμβάνουμε εντολή να είμαστε άγγελοι και τέκνα πιστά του Θεού, κι εμείς να μη φροντίζουμε να είμαστε έστω άνθρωποι; Διότι το να αρπάζει κανείς και να είναι αχόρταγος δεν είναι δείγμα της ημερότητας των ανθρώπων, αλλά της αγριότητας των θηρίων· μάλιστα δε είναι χειρότεροι και από εκείνα αυτοί που επιτίθενται εναντίον ξένων πραγμάτων· διότι στα θηρία μεν υπάρχει αυτή η ιδιότητα εκ φύσεως, εμείς όμως οι άνθρωποι, οι οποίοι τιμηθήκαμε με τη λογική και καταπίπτουμε σε αυτήν την παρά φύση άπρεπη ενέργεια να αρπάζουμε με πλεονεξία ακόμα και όσα ανήκουν στους άλλους, ποια συγχώρηση θα απολαύσουμε;
Αφού λοιπόν κατανοήσουμε το ύψος της φιλοσοφίας που βρίσκεται μπροστά μας, τουλάχιστον ας φθάσουμε στη μέση, για να αποφύγουμε τη μέλλουσα τιμωρία και βαδίζοντας αυτήν την οδό να μπορέσουμε να φθάσουμε στην κορυφή των αγαθών, τα οποία μακάρι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα κα η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
[Συνεχίζεται]
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
· https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΚΑ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 10, σελίδες 9-27 .
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 191- 200 (ή: 92- 97 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm