ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Ματθ. 6,22-33]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; (:και δεν είναι μικρή συμφορά να κολλήσει ο νους και η καρδιά σας στα γήινα και μάταια. Για να το καταλάβετε αυτό, σας φέρνω μια εικόνα: Το λυχνάρι που δίνει φως στο σώμα είναι το μάτι και το λυχνάρι που φωτίζει την ψυχή είναι ο νους. Εάν λοιπόν το μάτι σου είναι υγιές, όλο το σώμα σου θα είναι γεμάτο φως, σαν να ήταν ολόκληρο το σώμα σου μάτι. Έτσι θα φωτίζεται και η ψυχή σου, εάν ο νους σου και η καρδιά σου δεν έχουν τυφλωθεί απ’ τη φιλαργυρία και την προσκόλληση στα μάταια. Εάν όμως το μάτι σου είναι βλαμμένο και τυφλωμένο, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν εκείνο που σου δόθηκε για να σου μεταδίδει φως γίνει σκοτάδι, σε πόσο σκοτάδι θα βυθιστείς; Κάτι ανάλογο θα συμβεί, εάν και ο νους σκοτιστεί από την προσκόλληση στον πλούτο. Σε πόσο ηθικό σκοτάδι θα βυθιστεί τότε η ψυχή σου!)»[Ματθ.6,22-23].
Επειδή προηγουμένως είχε αναφέρει τον νου και είπε γι’ αυτόν ότι γίνεται ολότελα υπόδουλος και αιχμάλωτος, αλλά αυτό δεν ήταν εύκολα κατανοητό από τους πολλούς ανθρώπους, γι’ αυτό στρέφει τη διδασκαλία προς τα εξωτερικά και τα πράγματα που βρίσκονται μπροστά μας και που είναι περισσότερο αντιληπτά με τις αισθήσεις μας και τα καθημερινά μας βιώματα, ώστε διαμέσου αυτών να κατανοήσουν και τα πνευματικά θέματα. «Εάν λοιπόν, δεν αντιλήφθηκες», λέγει, «τι είναι τέλος πάντων η βλάβη του νου, να το καταλάβεις από τα υλικά πράγματα, διότι ό,τι είναι ο οφθαλμός για το σώμα, αυτό είναι ο νους για την ψυχή».
Όπως λοιπόν δεν θα προτιμούσες να στολίζεσαι με χρυσά κοσμήματα και να φορείς μεταξωτά ενδύματα, όμως τα μάτια σου να έχουν χάσει την όρασή τους, αλλά θεωρείς την υγεία αυτών πιο ποθητή από την αφθονία όλων αυτών των αγαθών(διότι εάν χάσεις και καταστρέψεις την όρασή σου, δεν έχεις πλέον καμία ωφέλεια από την υπόλοιπη ζωή σου)· όπως δηλαδή όταν τυφλωθούν τα μάτια σου, χάνουν ως επί το πλείστον την ενεργητικότητά τους και τα υπόλοιπα μέλη του σώματος, αφού θα σβήσει γι’ αυτά το φως, έτσι και όταν διαφθαρεί η διάνοιά σου, θα γεμίσει η ζωή σου από αμέτρητα κακά. Συνεπώς, όπως στη φροντίδα του σώματος, αυτό θέτουμε ως προτεραιότητα και αυτό κυρίως προσέχουμε, το να είναι υγιή τα μάτια μας, έτσι και στη φροντίδα της ψυχής πρέπει ως προτεραιότητα να θέτουμε να διατηρείται ο νους υγιής.

Εάν όμως τυφλώσουμε αυτόν, ο οποίος οφείλει να δίνει φως και στα άλλα μέλη του σώματος, τότε πώς θα βλέπουμε πλέον; Όπως εκείνος, που στέρεψε την πηγή, ξήρανε και τον ποταμό, κατά όμοιο τρόπο και εκείνος που αφάνισε τον νου του, έριξε στο σκοτάδι κάθε πράξη της επίγειας ζωής του. Γι’ αυτό ο Κύριος λέγει: «εάν το εσωτερικό σου φως είναι σκοτάδι, σε πόσο μεγάλο σκοτάδι θα βυθιστείς;». Πραγματικά όταν ο κυβερνήτης του πλοίου πνιγεί, όταν ο λύχνος σβήσει και όταν ο αρχηγός αιχμαλωτιστεί, τότε ποια ελπίδα θα έχουν οι υπήκοοι;
Για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, αφού παρέλειψε να αναφέρει τώρα τους κινδύνους, τις διαμάχες και τις δίκες, οι οποίες προκαλούνται εξαιτίας του πλούτου( τις είχε υπονοήσει, βέβαια, αυτές και παραπάνω, όταν είπε: «Ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτη, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ(:να είσαι συμβιβαστικός και να έχεις συμφιλιωτικές διαθέσεις απέναντι στο δανειστή με τον οποίο βρίσκεσαι σε δίκη. Και δείξε τις διαθέσεις σου αυτές γρήγορα, για όσο διάστημα βρίσκεσαι μαζί του στον δρόμο που οδηγεί στο δικαστήριο. Πρόλαβε, μην τυχόν σε παραδώσει ο αντίδικος στο δικαστή, κι ο δικαστής σε καταδικάσει και σε παραδώσει στον εκτελεστή των ποινών και σε ρίξει στη φυλακή)»[Ματθ.5,25], με το να αναφέρει τώρα τα χειρότερα από όλα, που συμβαίνουν, απομακρύνει με τον τρόπο αυτόν από την πονηρή επιθυμία.
Πραγματικά, είναι πολύ χειρότερο το να υποδουλωθεί ο νους στο πάθος αυτό, παρά να κλειστεί στη φυλακή. Και το τελευταίο δεν συμβαίνει οπωσδήποτε, ενώ το πρώτο είναι συνδεδεμένο με την επιθυμία των χρημάτων. Γι’ αυτό και θέτει την υποδούλωση του νου, επειδή είναι βαρύτερο κακό, μετά τη φυλάκιση, που οπωσδήποτε βέβαια συμβαίνει. «Διότι ο Θεός», λέγει, «μας έδωσε τον νου, για να εξαλείψουμε την άγνοιά μας και να κρίνουμε ορθά τα πράγματα και χρησιμοποιώντας τον νου σαν ένα όπλο και φως εναντίον του καθενός που μας λυπεί και μας βλάπτει, να παραμένουμε σε ασφάλεια». Εμείς ,όμως, σπαταλούμε την δωρεά αυτή για περιττά και ανώφελα πράγματα.
Πραγματικά, τι ωφελούνται οι χρυσοντυμένοι στρατιώτες, όταν ο στρατηγός τους σύρεται στην αιχμαλωσία; Ποιο το κέρδος για ένα όμορφα διακοσμημένο πλοίο, όταν πνιγεί ο κυβερνήτης του; Τι αξία έχει ένα σώμα δυνατό, όταν τα μάτια έχουν στερηθεί την οπτική τους ικανότητα; Δηλαδή, όπως ακριβώς εάν κάποιος, τον γιατρό, ο οποίος οφείλει να παραμένει υγιής για να θεραπεύει τις ασθένειες, αφού τον κάνει να ασθενήσει, ορίσει έπειτα να τον ξαπλώσουν σε αργυρό κρεβάτι και να βρίσκεται μέσα σε χρυσό θάλαμο, δεν θα μπορεί πλέον άρρωστος ο γιατρός να προσφέρει καμία ωφέλεια στους ασθενείς, κατά όμοιο τρόπο, αν και εσύ, αφού διαφθείρεις τον νου, ο οποίος έχει τη δύναμη να διαλύει τα πάθη, καθίσεις έπειτα κοντά στον θησαυρό σου, όχι μόνο δεν θα έχεις καμία ωφέλεια, αλλά θα πάθεις μεγάλη ζημία και την ψυχή ολόκληρη θα βλάψεις.
Είδες ότι διαμέσου εκείνων, με τα οποία επιθυμούν σε κάθε περίπτωση οι άνθρωποι την πονηρία, απομακρύνει αυτούς από αυτήν και τους επαναφέρει στην αρετή; «Για ποιο λόγο», λέγει, «θέλεις τα χρήματα; Όχι για να απολαύσεις την ηδονή και την τρυφή; Αυτό λοιπόν δεν θα το επιτύχεις με τα χρήματα, αλλά με την τελείως αντίθετη κατάσταση». Πραγματικά, εάν όταν τυφλωθούμε, δεν αισθανόμαστε κανένα από τα ευχάριστα εξαιτίας της συμφοράς αυτής, πολύ περισσότερο θα πάθουμε το ίδιο, όταν διαστραφεί και διαφθαρεί ο νους μας. «Γιατί, πάλι, τα κρύβει μέσα στη γη; Για να προφυλάσσονται εκεί με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια; Αλλά και εδώ», λέγει, «το αντίθετο συμβαίνει. Όπως δηλαδή, εκείνον που νηστεύει, που ελεεί, που προσεύχεται για λόγους κενοδοξίας, διαμέσου εκείνων τα οποία προπάντων επιθυμεί, τον αποσπά από την κενοδοξία («Διότι, για ποιο λόγο προσεύχεσαι και ελεείς με τέτοιο τρόπο;», λέγει. «Επειδή επιθυμείς τη δόξα των ανθρώπων; Λοιπόν, μην προσεύχεσαι έτσι», λέγει, «και τότε θα επιτύχεις τη δόξα αυτήν κατά τη μελλοντική ημέρα της κρίσεως)», έτσι και τον φιλάργυρο διαμέσου εκείνων τα οποία προπάντων επιθυμεί, τον προσελκύει και τον αποσπά από το φοβερό αυτό πάθος του. «Τι θέλεις λοιπόν; Να φυλάσσονται τα χρήματά σου και να απολαμβάνεις την ηδονή; Και τα δύο αυτά θα σου τα δώσω με μεγάλη αφθονία, εάν καταθέσεις τα χρήματά σου εκεί που σε προτρέπω».
Βέβαια, πιο καθαρά απέδειξε τη ζημία του νου, που προκαλείται από την αιτία αυτή, στη συνέχεια, όταν έκανε λόγο για τα αγκάθια. Αλλά και τώρα στην προκειμένη περίπτωση δεν έθιξε τυχαία αυτό, αφού έδειξε ότι έχει βυθιστεί στο σκοτάδι ο άνθρωπος που κατέχεται από τη μανία της φιλαργυρίας. Και όπως εκείνοι που βρίσκονται και βαδίζουν στο σκοτάδι δεν βλέπουν τίποτε καθαρά, αλλά εάν δουν ένα σχοινί, έχουν την πλανεμένη εντύπωση ότι είναι φίδι, κι αν πάλι δουν βουνά και χαράδρες πεθαίνουν από τον φόβο τους, έτσι και αυτοί εκείνα, που δεν προκαλούν φόβο σε όσους τα βλέπουν, τα υποψιάζονται ότι μπορεί να τους βλάψουν.
Πραγματικά, φοβούνται την πενία. Ή μάλλον όχι την πενία μόνο, αλλά και την όποια ζημία θα τύχαινε να τους συμβεί. Και όταν χάσουν κάτι το ελάχιστο, λυπούνται και κλαίνε περισσότερο από εκείνους που δεν έχουν ούτε την αναγκαία τροφή. Εξάλλου, πολλοί πλούσιοι κατέφυγαν στον εκούσιο δια πνιγμού θάνατο, επειδή δεν μπόρεσαν να υποφέρουν τις δυσκολίες. Επίσης, θεωρούν τόσο σοβαρό το να υβρίζονται και να αδικούνται, ώστε και εξαιτίας αυτού, πάλι, πολλοί έθεσαν τέρμα βίαια στη ζωή τους· διότι ο πλούτος τούς κατέστησε αδύνατους για να αντιμετωπίσουν κάθε δυσχέρεια, εκτός από του να υπηρετούν τον ίδιο. Πραγματικά, όταν τους προστάζει να δουλεύουν σε αυτόν και τους φόνους αψηφούν και τις μαστιγώσεις και τις ύβρεις και κάθε προσβολή. Αυτό βέβαια είναι απόδειξη εσχάτης αθλιότητας, αφού σε εκείνα που έπρεπε να φιλοσοφούν, είναι πιο ανίσχυροι από όλους, ενώ σε εκείνα, που έπρεπε να είναι πιο προσεκτικοί, είναι πιο αναίσχυντοι και αυθάδεις. Ασφαλώς, με αυτούς συμβαίνει το ίδιο με εκείνο, το οποίο θα πάθει, όποιος ξόδεψε όλα τα χρήματά του σε ασήμαντα πράγματα. Αυτός λοιπόν όταν έλθει η στιγμή για την αναγκαία δαπάνη, επειδή δεν έχει τίποτε να ξοδέψει, υφίσταται τα ανίατα κακά, αφού όλη η περιουσία του δαπανήθηκε κακώς.
Και όπως ακριβώς οι άνθρωποι του θεάτρου γνωρίζουν τις πονηρές εκείνες τέχνες επάνω στη σκηνή και κατά την ώρα της ασκήσεώς τους υπομένουν πολλά παράδοξα και επικίνδυνα, ενώ σε άλλα πράγματα χρήσιμα και αναγκαία είναι πιο γελοίοι από όλους, έτσι και αυτοί εδώ. Πραγματικά εκείνοι που βαδίζουν επάνω στο τεντωμένο σχοινί και δείχνουν τόση ανδρεία, όταν κάποιο αναγκαίο θέμα απαιτεί τόλμη και ανδρεία, δεν είναι σε θέση ούτε να σκεφτούν κάτι, ούτε μπορούν να ανεχθούν κάτι παρόμοιο. Κατά όμοιο τρόπο και οι πλούσιοι, ενώ τολμούν τα πάντα χάριν των χρημάτων, δεν ανέχονται, ούτε μικρό ούτε μεγάλο να υποστούν για να συνηθίσουν να ασκούνται στην πνευματική ζωή και τις θυσίες που αυτή απαιτεί. Και όπως όσοι εργάζονται σε θέατρα και σε τσίρκα ασκούν κάτι και επικίνδυνο και ανώφελο, έτσι και οι πλούσιοι υπομένουν πολλούς κινδύνους και δυσκολίες, χωρίς να φθάνουν ποτέ σε κάποιο χρήσιμο αποτέλεσμα, και συγχρόνως, βρίσκονται σε διπλό σκοτάδι, αφενός μεν το προερχόμενο από την τύφλωση, που προκαλεί η διαστροφή του νου, και αφετέρου υπομένοντας το μεγάλο σκοτάδι που δημιουργεί η απατηλή θολούρα των βιοτικών μεριμνών. Γι’ αυτό βέβαια δεν μπορούν να βλέπουν με ευκολία. Οπωσδήποτε, όποιος βρίσκεται στο σκοτάδι, απαλλάσσεται από το σκοτάδι, μόνο όταν φανεί ο ήλιος, ενώ όποιος έχει τυφλωθεί, δεν πετυχαίνει αυτό, ούτε και όταν ανατείλει ο ήλιος. Αυτό, λοιπόν, έπαθαν και αυτοί· διότι δεν ακούνε ούτε τον Ήλιο της δικαιοσύνης, ο οποίος έλαμψε και τους συμβουλεύει, επειδή ο πλούτος τούς έκλεισε τους οφθαλμούς. Γι’ αυτό και υπομένουν διπλό σκοτάδι, το ένα από τον εαυτό τους και το άλλο επειδή δεν προσέχουν στον Διδάσκαλο.
Ας προσέχουμε, λοιπόν, σε Αυτόν με ακρίβεια, ώστε να αναβλέψουμε έστω και αργά. Και πώς είναι δυνατόν να αναβλέψεις; Εάν μάθεις το πώς τυφλώθηκες. Πώς τυφλώθηκες λοιπόν; Από την πονηρή επιθυμία. Όπως δηλαδή, ένα βλαβερό υγρό, όταν στάξει επάνω στην καθαρή κόρη ενός οφθαλμού, φέρει την τύφλωση, έτσι και ο έρωτας των χρημάτων δημιουργεί μπροστά στα μάτια μας πυκνή νεφέλη. Αλλά είναι εύκολο να διασκορπίσουμε και να διαλύσουμε τη νεφέλη αυτήν, εάν δεχτούμε την ακτίνα της διδασκαλίας του Χριστού, εάν ακούσουμε Αυτόν να μας συμβουλεύει και να λέγει: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς(:μη μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς πάνω στη γη, όπου ο σκόρος και η φθορά της σαπίλας ή της σκουριάς αφανίζουν τα αποθηκευμένα είδη του πλούτου και όπου οι κλέφτες τρυπούν τους τοίχους των θησαυροφυλακίων και τα κλέβουν)»[Ματθ. 6,19].
«Και τι θα κερδίσω», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «από την ακρόαση του λόγου του Θεού, όταν με κατέχει η επιθυμία;». Μα προπάντων η συνεχής ακρόαση του θείου λόγου θα μπορέσει να νικήσει και να εξαλείψει και κάθε εμπαθή επιθυμία. Συνεπώς, εάν επιμένεις να κατέχεσαι από το πάθος αυτό, τότε σκέψου ότι δεν πρόκειται για επιθυμία· διότι τι είδους επιθυμία είναι αυτή να υπομένεις σκληρή δουλεία, να υφίστασαι την τυραννία, να δένεσαι από κάθε πλευρά, να παραμένεις στο σκοτάδι, να είσαι γεμάτος ταραχή, να υποβάλλεσαι σε ανωφελείς κόπους και να φυλάσσεις τα χρήματα για τους άλλους, πολλές φορές μάλιστα ακόμα και για τους εχθρούς σου; Ποιας επιθυμίας είναι άξια αυτά; Ποια φυγή ή δρόμο δεν αξίζουν; Τι επιθυμία είναι αυτή να εμπιστεύεσαι τον θησαυρό σου στους κλέφτες; Εάν βέβαια επιθυμείς υπερβολικά τα χρήματα, να τα μεταφέρεις εκεί όπου είναι δυνατόν να παραμένουν ασφαλή και απείρακτα· διότι όσα κάνεις τώρα, δεν αποδεικνύουν άνθρωπο, ο οποίος επιθυμεί τα χρήματα, αλλά άνθρωπο που επιθυμεί τη δουλεία, την αδικία, τη ζημία και τη συνεχή οδύνη. Εσύ λοιπόν, εάν κάποιος άνθρωπος σού υποδείξει έναν τόπο ασφαλή πάνω στη γη, είτε σε οδηγήσει και στην έρημο ακόμη, υποσχόμενος ασφάλεια στη φύλαξη των χρημάτων, δεν διστάζεις, ούτε αρνείσαι, αλλά έχεις εμπιστοσύνη και μεταφέρεις εκεί τα χρήματα. Όταν όμως αντί των ανθρώπων, σου το υπόσχεται αυτό ο Θεός και σου προτείνει όχι την έρημο, αλλά τον ουρανό, εσύ δέχεσαι τα αντίθετα αυτού.
Μολονότι, και αν ακόμη τα χρήματά σου βρίσκονται σε απόλυτη ασφάλεια εδώ στη γη, εντούτοις ουδέποτε θα μπορέσεις να απαλλαγείς από την φροντίδα. Και στην περίπτωση ακόμη που δεν τα χάσεις, δεν θα απαλλαγείς σε καμία περίπτωση από την έγνοια και την αγωνία να μη σου τα αρπάξουν. Στον ουρανό, όμως, εάν τα αποταμιεύεις, δεν θα πάθεις τίποτε από αυτά. Και επιπλέον θα ωφεληθείς, διότι δεν κρύβεις το χρυσάφι σου μόνο, αλλά και το φυτεύεις για να λάβεις εκατονταπλάσιο καρπό· διότι το ίδιο γίνεται και θησαυρός και σπόρος, μάλλον όμως κάτι ανώτερο και από τα δύο αυτά: διότι ο μεν σπόρος δεν διατηρείται συνεχώς, ενώ αυτό μένει παντοτινά, ο δε θησαυρός δεν βλαστάνει, ενώ η ενέργεια αυτή της τήρησης των εντολών του Θεού φέρει καρπούς αθάνατους.
Εάν τώρα μου αναφέρεις τον χρόνο και την αναβολή της αποδόσεως, μπορώ και εγώ να σου δείξω και να σου πω όσα απολαμβάνεις και εδώ στη γη. Εκτός αυτών, θα προσπαθήσω να σου αποδείξω από τα ίδια τα επίγεια πράγματα και τις βιοτικές φροντίδες, ότι ματαίως προβάλλεις αυτές τις προφάσεις. Πραγματικά, πολλά πράγματα κατασκευάζεις και στην παρούσα ζωή, τα οποία δεν πρόκειται να τα απολαύσεις ο ίδιος. Και όταν σε κατηγορεί κανένας, προβάλλεις τα παιδιά σου και τα παιδιά εκείνων και έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεις ικανοποιητική δικαιολογία για τους περιττούς κόπους στους οποίους υποβάλλεσαι. Όταν λοιπόν ενώ βρίσκεσαι σε βαθύ γήρας, οικοδομείς λαμπρές οικίες, πολλές μάλιστα φορές θα αποθάνεις προτού να τελειώσουν αυτές. Επίσης, όταν φυτεύεις δέντρα τα οποία θα καρποφορήσουν ύστερα από πολλά έτη (δηλαδή, όταν φυτεύεις σε ένα χωράφι δέντρα που ο καρπός τους θα έλθει ύστερα από αναρίθμητα έτη),όταν αγοράζεις περιουσίες και κτήματα, τα οποία θα περιέλθουν στην κυριότητά σου ύστερα από πολύ χρόνο, και άλλα πολλά παρόμοια με ζήλο εκτελείς, από τα οποία δεν θα λάβεις ο ίδιος την απόλαυση, άραγε για τον εαυτό σου ή για τους μεταγενέστερους τα κάνεις;
Κατά ποια λογική, λοιπόν, δεν είναι απόδειξη μεγάλης ανοησίας, εδώ από τη μια πλευρά να μην αγανακτείς καθόλου για την αναβολή του χρόνου, και μάλιστα, όταν πρόκειται με την αναβολή αυτή να χάσεις ολόκληρη την αμοιβή των κόπων σου, και από την άλλη να σε κυριεύει η αδιαφορία από την εκεί αναβολή, όταν μάλιστα σου επιφέρει μεγαλύτερο κέρδος και δεν μεταβιβάζει τα αγαθά στους άλλους, αλλά μεταφέρει σε εσένα τις δωρεές;
Πέραν τούτων, και η αναβολή δεν είναι μεγάλη· διότι τα πράγματα είναι πολύ κοντά μας, και δεν γνωρίζουμε, εάν δεν λάβουν τέλος όλα τα επίγεια κατά τη διάρκεια της δικής μας γενεάς και δεν έλθει η φοβερή εκείνη ημέρα, παρουσιάζοντας σε μας το φρικτό και αδέκαστο δικαστήριο· διότι πολλά από τα σημεία, που θα προηγηθούν αυτής, ήδη πραγματοποιήθηκαν, διότι και το Ευαγγέλιο κηρύχθηκε πλέον σε όλη την οικουμένη και οι πόλεμοι και οι σεισμοί και η πείνα συνέβησαν και δεν μας χωρίζει μεγάλη απόσταση από αυτήν. Αλλά δεν παρακολουθείς τα σημεία; Και αυτό είναι μέγιστο σημείο· διότι και οι άνθρωποι της εποχής του Νώε δεν αντιλήφθηκαν τα προμηνύματα της πανωλεθρίας εκείνης, αλλά ενώ διασκέδαζαν, έτρωγαν, νυμφεύονταν και ασχολούνταν με τις συνηθισμένες εργασίες, έτσι απροετοίμαστους τους κατέλαβε η καταστροφή εκείνη. Επίσης, και οι κάτοικοι των Σοδόμων κατά όμοιο τρόπο κατακάηκαν από τους κεραυνούς που έπεσαν τότε, ενώ ζούσαν απολαμβάνοντας, χωρίς να αντιληφθούν τίποτε από τα συμβαίνοντα.
Όλα αυτά σκεπτόμενοι, λοιπόν, ας στρέψουμε την προσοχή μας στην προετοιμασία της αποδημίας μας από τη γη· διότι και αν ακόμη δεν έλθει ποτέ η κοινή ημέρα της συντέλειας, το τέλος του καθενός είναι κοντά μας, είτε είναι γέρος κανείς, είτε νέος. Και δεν είναι δυνατόν, όταν φύγουμε από τη γη, ούτε λάδι να αγοράσουμε πλέον, ούτε να παρακαλέσουμε και να βρούμε συγνώμη, είτε παρακαλεί για εμάς ο Αβραάμ, ο Νώε, ο Ιακώβ και ο Δανιήλ. Συνεπώς, εφόσον έχουμε ακόμη καιρό, ας αποταμιεύσουμε εκ των προτέρων μεγάλη παρρησία απέναντι στον Θεό, ας συγκεντρώσουμε άφθονο λάδι, ας μεταφέρουμε τα πάντα στον ουρανό, ώστε και στον κατάλληλο καιρό, κατά τον οποίο προπάντων χρειαζόμαστε αυτά, να απολαύσουμε τα πάντα, με την χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΚΑ΄
του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
στο Υπόμνημά του στο Κατά Ματθαίον ευαγγέλιον
«Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ (:μην απατάτε τον εαυτό σας με την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θησαυρίζει κανείς και στη γη και ταυτόχρονα να είναι προσκολλημένος και στον Θεό. Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δύο κυρίους· διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό)» [Ματθ.6,24].
Βλέπεις με ποιο τρόπο μάς απομακρύνει σιγά-σιγά από τα υλικά πράγματα και με περισσότερα λόγια εισάγει την εντολή για την ακτημοσύνη και κατατροπώνει την τυραννία της φιλαργυρίας; Διότι δεν αρκέστηκε, βέβαια, σε όσα είπε προηγουμένως, αν και ήταν πολλά και σπουδαία, αλλά προσθέτει και άλλα περισσότερα και φοβερότερα· διότι τι είναι πιο φοβερό από όσα τώρα έχουν λεχθεί, εάν βέβαια, επρόκειτο εμείς να σταματήσουμε να είμαστε δούλοι του Χριστού, εξαιτίας των χρημάτων; Και τι είναι πιο ποθητό, εάν, βέβαια, πρόκειται να περιφρονήσουμε την τάση μας να αποταμιεύουμε περιττά επίγεια αγαθά και να συσσωρεύουμε χρήματα,από το να διατηρήσουμε τέλεια την αφοσίωση και την αγάπη μας προς τον Κύριο; Διότι εκείνο το οποίο πάντοτε λέγω, το ίδιο θα επαναλάβω και τώρα, ότι δηλαδή, και με τα δύο παρωθεί τον ακροατή προς την υπακοή των λόγων Του και με τα ωφέλιμα και με τα βλαβερά, υποδεικνύοντας ως άριστος ιατρός και την νόσο που προέρχεται από την απροσεξία και την υγεία που χαρίζει η υπακοή.
Πρόσεξε λοιπόν με ποιον τρόπο, πάλι, καθιστά φανερό το κέρδος αυτό και πώς αποδεικνύει το συμφέρον από την αποφυγή των αντίθετων πραγμάτων. Πραγματικά, «δεν μας προξενεί, μόνο αυτήν τη βλάβη», λέγει, «ο πλούτος, επειδή εξοπλίζει τους ληστές εναντίον μας, ούτε επειδή προκαλεί μεγάλο σκοτισμό στο μυαλό μας, αλλά και επειδή μας αποκόπτει από το να είμαστε δούλοι στον Θεό και μας καθιστά αιχμαλώτους των αψύχων χρημάτων και κατά συνέπεια μας βλάπτει διπλά, με το να μας υποδουλώνει σε εκείνα, που έπρεπε να εξουσιάζουμε, και με το να μας απομακρύνει από την υπηρεσία του θελήματος του Θεού, στον Οποίον προπάντων είναι ανάγκη να είμαστε δούλοι».
Όπως δηλαδή προηγουμένως απέδειξε ότι είναι διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου η φύλαξή τους είναι εξασφαλισμένη[πρβλ.Ματθ.6,19-21: «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διαρύσσουσι καὶ κλέπτουσι·θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν(:Μη μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς πάνω στη γη, όπου ο σκόρος και η φθορά της σαπίλας ή της σκουριάς αφανίζουν τα αποθηκευμένα είδη του πλούτου κι όπου οι κλέφτες τρυπούν τους τοίχους των θησαυροφυλακίων και τα κλέβουν. Μαζεύετε για τον εαυτό σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η σαπίλα και η σκουριά αφανίζουν τους αποθηκευμένους θησαυρούς σας και όπου οι κλέφτες δεν τρυπούν τους τοίχους των θησαυροφυλακίων σας ούτε κλέβουν. Πρέπει λοιπόν να θησαυρίζετε θησαυρούς στον ουρανό, για να είναι και η καρδιά σας προσκολλημένη στο Θεό και στα ουράνια. Διότι εκεί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας)»], κατά όμοιο τρόπο και εδώ δείχνει διπλή τη ζημία, αναφέροντας και εκείνα που απομακρύνουν από τον Θεό και εκείνα που υποτάσσουν στον μαμμωνά.
Ωστόσο δεν το θέτει ευθέως αυτό, αλλά το παρουσιάζει σιγά-σιγά με απλούς συλλογισμούς, λέγοντας τα εξής: «Κανείς δεν μπορεί να δουλεύει σε δύο κυρίους»· και αποκαλεί δύο διαφορετικούς «κυρίους», εκείνους οι οποίοι δίδουν αντίθετα προστάγματα· διότι εάν δεν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήσαν και δύο· πράγματι, όπως αναφέρεται στο βιβλίο των Πράξεων για τους πρώτους Χριστιανούς, «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία(:συγχρόνως και το πλήθος εκείνων που είχαν πιστέψει στο Ευαγγέλιο είχαν αρμονική και αδιάσπαστη ομοφροσύνη, μια ψυχή και μια καρδιά ˙ διότι τόσο οι καρδιές τους όσο και ολόκληρη η πνευματική τους ύπαρξη ήταν ενωμένα. Επικρατούσε δηλαδή μεταξύ τους πλήρης συμφωνία και αρμονία φρονημάτων και συναισθημάτων. Και κανείς απ’ αυτούς δεν βρισκόταν να λέει ότι και το ελάχιστο από τα υπάρχοντά του και την περιουσία του ήταν δικό του, αλλά τα είχαν μεταξύ τους όλα σε κοινή ωφέλεια και χρήση)»[Πράξ.4,32] και μολονότι ήσαν διαιρεμένοι σε πολλά σώματα, ωστόσο η ομόνοια έκανε τους πολλούς σαν να ήταν ένας άνθρωπος.
Έπειτα, προεκτείνοντας αυτά, λέγει: «Όχι μόνο δεν θα δουλέψει στον πλούτο, αλλά θα τον μισήσει και θα τον αποστραφεί· διότι ή τον ένα θα μισήσει», λέγει, «και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό»[Ματθ.6,24]. Και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έχει λεχθεί το ίδιο πράγμα. Ασφαλώς, δεν το εξέθεσε τυχαία έτσι αυτό, αλλά για να αποδείξει ότι η μεταβολή προς το καλύτερο είναι εύκολη. Για να μη λες, λοιπόν, ότι «έγινα δούλος, βρίσκομαι υπό την τυραννία του χρήματος», σου υποδεικνύει ότι είναι δυνατή η αλλαγή θέσεως και όπως ακριβώς από τη μία κατάσταση πέρασες στην άλλη, έτσι και από αυτήν είναι δυνατόν να μεταπηδήσεις σε διαφορετική.
Ο πλούτος είναι τα αγαθά της Γης σε σημαντική ποσότητα, που σκοπό έχει να καλύψει τις ανάγκες του ανθρώπου. Άρα ο πλούτος έρχεται να υπηρετήσει τις ανάγκες του. Και συνεπώς αφού υπηρετεί, είναι υπηρέτης και όχι αφεντικό του ανθρώπου, που δυστυχώς μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, θεοποίησε την υλική δημιουργία εφόσον έχασε από τον οπτικό ορίζοντά του τον Θεό που ως τότε αναγνώριζε ως Δημιουργό, τροφέα και κυβερνήτη του.
Είναι επομένως διπλή η ζημία, και όταν αποθησαυρίζουμε εδώ στη γη τα χρήματά μας, όπου ο σκόρος τα αφανίζει, και όταν δεν τα εναποθέτουμε στον ουρανό, όπου είναι η φύλαξή τους εξασφαλισμένη, όπως λίγο πριν σε άλλο σημείο της επί του όρους ομιλίας Του μας είχε υποδείξει. Ο πλούτος, λοιπόν, εφόσον υπάρχει, θα πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Πρέπει να χρησιμοποιείται στη φιλανθρωπία. Δηλαδή ο πλούτος είναι θέμα χρήσεως, όχι υποδουλώσεως, αφού βεβαίως θα καλύπτει τις ανάγκες και όχι τις επιθυμίες εκείνου που κατέχει τον πλούτο.
Αφού λοιπόν μίλησε γενικά και αόριστα, για να πείσει τον ακροατή να καταστεί αμερόληπτος κριτής των όσων λέγονται και να λάβει την απόφασή του επί τη βάσει της φύσεως των πραγμάτων, όταν πλέον τον έκανε να συμφωνήσει με τους λόγους Του[με τη γενική αρχή αυτή δηλαδή που εκφράστηκε μέσα από τα λόγια του Κυρίου στο Ματθ.6,24-βλ. και αμέσως παρακάτω], τότε αποκαλύπτει και την πραγματική Του σκέψη. Πρόσθεσε λοιπόν: «οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ(:Μην απατάτε τον εαυτό σας με την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θησαυρίζει κανείς και στη γη και ταυτόχρονα να είναι προσκολλημένος και στο Θεό. Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δύο κυρίους· διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό)»[Ματθ.6,24]. Ας αισθανθούμε φρίκη, αφού αντιληφθούμε τι διαπράξαμε ώστε ο Χριστός να πει και να τοποθετήσει τον χρυσό σε ίδια θέση με τον Θεό… Εάν όμως αυτό είναι φρικτό, ασφαλώς είναι πολύ πιο φρικτό να γίνεται στην πράξη και να προτιμούμε την τυραννία του χρυσού από τον φόβο του Θεού.
Τι λοιπόν; Δεν υπήρξαν Δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης που να ήσαν πλούσιοι; Ο Αβραάμ, για παράδειγμα, ή ο Ιώβ δεν ήσαν πλούσιοι και μάλιστα πάρα πολύ; Και βέβαια. «Τότε με ποιον τρόπο», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «προόδευσαν στην αρετή ο Αβραάμ και ο Ιώβ;»; Ναι· ήσαν πλούσιοι. Όμως ήσαν αφεντικά και όχι υπηρέτες του πλούτου, καταναλώνοντας τον πλούτο σε εκείνους που τον είχαν ανάγκη· διότι και ο Ιώβ ήταν πλούσιος, αλλά δεν ήταν δούλος στον μαμμωνά, μα τον είχε υπό την εξουσία του και ήταν κύριος και όχι δούλος του. Σαν να ήταν λοιπόν διαχειριστής ξένων χρημάτων, έτσι θεωρούσε τα αγαθά του, χωρίς να αρπάζει τα χρήματα των άλλων, αλλά έδινε και τα δικά του στους φτωχούς. Και το σπουδαιότερο, βέβαια, είναι ότι δεν χαιρόταν, όταν τα είχε, πράγμα το οποίο αποδείκνυε, όταν έλεγε «εἰ δὲ καὶ εὐφράνθην πολλοῦ πλούτου μοι γενομένου, εἰ δὲ καὶ ἐπ᾿ ἀναριθμήτοις ἐθέμην χεῖρά μου(:ποτέ δεν δοκίμασα υλόφρονη χαρά και αγαλλίαση για τον πλούτο, τον οποίο απέκτησα, ποτέ δεν άπλωσα το χέρι μου προς απόκτηση αναρίθμητου πλούτου)»[Ιώβ,31,25],γι’ αυτό και δεν λυπήθηκε, όταν τα έχασε.
Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι από τους σημερινούς πλουσίους δεν είναι παρόμοιοι με εκείνους τους δικαίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, αλλά έχουν γίνει χειρότεροι από κάθε δούλο, σαν να πληρώνουν φόρους σε κάποιο φοβερό τύραννο. Πραγματικά, ο έρωτας για την απόκτηση όλο και περισσότερων χρημάτων έχει κυριεύσει την διάνοιά τους, σαν να ήταν κάποια ακρόπολις, και από εκεί εκδίδει κάθε μέρα τα παράνομα διατάγματά του και δεν υπάρχει κανένας, που να τα παρακούει. Δεν μπορούν να αναβλέψουν στον ουρανό, καθώς είναι μονίμως προσηλωμένοι και αγχωμένοι για τη συγκέντρωση επιγείων και μόνο θησαυρών. Και κατά κανόνα ποτέ δεν είναι ευτυχισμένοι, εφόσον έχουν χάσει από τον οπτικό τους ορίζοντα τον Θεό και δεν αξιοποιούν το χάρισμα (διότι περί ταλάντου πρόκειται κι εδώ) που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός για ανακούφιση του πόνου του πλησίον, παρά μόνο στο να υπηρετούν αμέτρητες και βλαβερές επιθυμίες στις οποίες γίνονται ταλαίπωροι δούλοι.
Μη φιλοσοφείς λοιπόν περιττά πράγματα, καθόσον μίλησε μία φορά ο ίδιος ο Θεός και είπε ότι είναι αδύνατο να συνυπάρχουν η δουλεία προς τον πλούτο και η δουλεία προς τον Θεό. Μη λέγεις λοιπόν εσύ ότι είναι δυνατόν αυτό· διότι πώς είναι δυνατό να συνυπάρξουν, όταν ο μεν ένας αφέντης προστάζει να αρπάζεις όσα ανήκουν στους συνανθρώπους σου, ο δε άλλος να χαρίζεις ακόμη και αυτά που εσύ έχεις στην κατοχή σου; Όταν ο ένας αφέντης σού δίνει εντολή να σωφρονείς, ενώ ο άλλος να πορνεύεις; Όταν ο μεν ένας σού δίνει εντολή να εξουσιάζεις την κοιλιά σου ενώ ο άλλος να μεθάς και να ζεις ζωή ακόλαστη; · και ο μεν ένας διδάσκει να περιφρονείς τα υλικά πράγματα, ο δε άλλος να προσηλώνεσαι στα γήινα; · ο μεν ένας να θαυμάζεις μάρμαρα και τοίχους και ορόφους, ενώ ο άλλος και να περιφρονείς αυτά και να τιμάς την ευσέβεια;
Σε αυτήν την περίπτωση ονόμασε τον μαμμωνά «κύριο», όχι επειδή εκ φύσεως είναι κύριος, αλλά εξαιτίας της ταλαιπωρίας αυτών που υποτάσσονται σ’ αυτόν. Κατά παρόμοιο τρόπο και την κοιλιά την ονομάζει «θεό», όχι από το αξίωμα του αφεντικού, αλλά από την αθλιότητα αυτών που γίνονται δούλοι σε αυτήν, πράγμα το οποίο είναι χειρότερο από κάθε τιμωρία και ικανό να τιμωρήσει πριν από την τελική κόλαση αυτόν που συλλαμβάνει στα δίχτυά της· διότι από ποιους καταδίκους δεν θα ήσαν αθλιότεροι αυτοί που, ενώ έχουν Κύριο τον Θεό, φεύγουν όμως οικειοθελώς από την ήμερη βασιλεία Του προς τη φοβερή και σκληρή εκείνη τυραννία, όταν μάλιστα όλα αυτά προξενούν ακόμη και σε αυτήν τη ζωή τόση ζημία; Διότι πράγματι είναι απερίγραπτη και ανυπολόγιστη η ζημία από αυτό το πράγμα, καθόσον λαμβάνουν χώρα εξαιτίας αυτού και δίκες και αδικίες και διαμάχες και κόποι και βλάβη της ψυχής· και το φοβερότερο από όλα είναι το ότι χάνει κανείς τα ουράνια αγαθά, που τα παρέχει η υπηρεσία στο θέλημα του Θεού.
Αφού δίδαξε λοιπόν με όλα αυτά το συμφέρον που έχει κανείς να περιφρονεί τα χρήματα και μίλησε και για τον τρόπο που μπορεί κανείς να ασφαλίσει τα χρήματα, καθώς και για την ηδονή της ψυχής και για την απόκτηση της ευσέβειας και με ποιον τρόπο θα ασφαλίσει κανείς την ευσέβεια, παρουσιάζει στη συνέχεια δυνατή την εφαρμογή της εντολής αυτής της συμβουλής. Διότι αυτό είναι προπάντων το δείγμα της άριστης νομοθεσίας, το να μην παραγγέλλει μόνο αυτά που συμφέρουν, αλλά και να παρέχει τη δυνατότητα να εφαρμοστούν.
Για τον λόγο αυτό και συνεχίζει προσθέτοντας τα εξής: «Μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε(:η καρδιά σας λοιπόν πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στο Θεό. Γι’ αυτό σας λέω, κόψτε τη ρίζα της πλεονεξίας˙ και μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας τι ένδυμα θα φορέσετε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή, και το σώμα πιο πολύ από το ένδυμα; Ο Θεός λοιπόν που σας έδωσε αυτά τα ανώτερα, θα σας δώσει κα τα κατώτερα, την τροφή δηλαδή και το ένδυμα)»[Ματθ.6,25]. Για να μη λένε: «Τι λοιπόν; Πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε, εάν δώσουμε όλα τα χρήματά μας;». Σε αυτήν λοιπόν την αντίρρηση λαμβάνει θέση κατά τρόπο πολύ κατάλληλο. Όπως δηλαδή, εάν έλεγε από την αρχή «μὴ μεριμνᾶτε», θα φαινόταν ότι είναι βαριά η εντολή, κατά όμοιο τρόπο, αφού απέδειξε τη βλάβη που προκαλείται από τη φιλαργυρία, καθιστά πλέον στη συνέχεια ευπρόσδεκτη την παραίνεση αυτή. Γι’ αυτό ακριβώς και τώρα δεν είπε μόνο «μὴ μεριμνᾶτε», αλλά πρώτα ανέφερε την αιτία , και στη συνέχεια έδωσε αυτήν την εντολή.
Πραγματικά αφού είπε: «Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι του Θεού και δούλοι του πλούτου»[Ματθ.6,24], πρόσθεσε: «Αφού λοιπόν η καρδιά σας θα πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, για τον λόγο αυτό σας λέγω να κόψετε τη ρίζα της πλεονεξίας και να μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε και για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε». Τι εννοεί με τη λέξη «τοῦτο», όταν λέγει «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε»; Εννοεί το απερίγραπτο της ζημίας που προκαλούν όλα αυτά στην ψυχή μας· διότι η ζημία δεν περιορίζεται μόνο στα χρήματα, αλλά η πληγή αναφέρεται στα σπουδαιότερα σημεία και στην απώλεια της σωτηρίας μας, επειδή μας απομακρύνει από τον Θεό, ο οποίος μας δημιούργησε, μας φροντίζει και μας αγαπά.
Επειδή λοιπόν απέδειξε ότι η ζημία είναι απερίγραπτη, επιτείνει πλέον την εντολή. Πραγματικά δεν μας εντέλλεται να αποβάλλουμε τα υπάρχοντά μας μόνο, αλλά να μη φροντίζουμε ούτε για την αναγκαία τροφή, λέγοντας τα εξής: «μη μεριμνάτε για την ψυχή σας τι θα φάτε», όχι επειδή η ψυχή έχει ανάγκη από τροφή, αφού είναι ασώματη, αλλά μίλησε σύμφωνα με την κοινή συνήθεια· διότι, μολονότι δεν χρειάζεται την τροφή, δεν θα μπορούσε να παραμείνει διαφορετικά στο σώμα, παρά μόνο όταν τρέφεται αυτό.
Και αφού είπε αυτό, δεν το θέτει απλώς, αλλά και εδώ χρησιμοποιεί συλλογισμούς, άλλους μεν από όσα υπάρχουν σε εμάς, άλλους δε από άλλα παραδείγματα. Και από όσα συμβαίνουν σε εμάς λέγει: «οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; (:η καρδιά σας λοιπόν πρέπει να ανήκει αποκλειστικά στο Θεό. Γι’ αυτό σας λέω, κόψτε τη ρίζα της πλεονεξίας˙ και μη φροντίζετε με αγωνία και στενοχώρια για τη ζωή σας τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας τι ένδυμα θα φορέσετε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερο από την τροφή, και το σώμα πιο πολύ από το ένδυμα; Ο Θεός λοιπόν που σας έδωσε αυτά τα ανώτερα, θα σας δώσει κα τα κατώτερα, την τροφή δηλαδή και το ένδυμα»[Ματθ.6,25]. «Συνεπώς, Αυτός που σας έδωσε το πολυτιμότερο, δε θα σας δώσει και το κατώτερο;» Αυτός που δημιούργησε που έπλασε τη σάρκα που τρέφεται, πώς δε θα δώσει την τροφή; Για το λόγο αυτό ακριβώς δεν είπε απλώς «μη μεριμνάτε τι θα φάτε και τι θα πιείτε και τι θα ντυθείτε», αλλά «για το σώμα σας» και «για την ψυχή σας» επειδή σκόπευε από αυτά να λάβει τις αποδείξεις, οδηγώντας τον λόγο επί τη βάσει της συγκρίσεως.
Αλλά την μεν ψυχή την έδωσε μία φορά και παραμένει αναλλοίωτη, ενώ το σώμα κάθε μέρα δίνει και αυξάνει. Επεξηγώντας λοιπόν αυτά τα δύο, δηλαδή και της ψυχής την αθανασία και του σώματος τη φθαρτότητα, πρόσθεσε τα εξής: «Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;(:και για να καταλάβετε πόσο ανόητη και ανίσχυρη είναι αυτή η μέριμνα, σας ρωτώ: Ποιος από σας, οσοδήποτε κι αν φροντίσει, μπορεί να προσθέσει στο ανάστημά του έναν πήχη; Κανένας. Τι κατορθώνετε λοιπόν με τη μέριμνά σας;)»[Ματθ.6,27].Και χωρίς να κάνει λόγο για την ψυχή, επειδή δεν λαμβάνει αύξηση, μίλησε μόνο για το σώμα, καθιστώντας φανερό από αυτό και εκείνο, ότι δηλαδή δεν θα το αυξήσει αυτό η τροφή, αλλά η πρόνοια του Θεού. Το ίδιο πράγμα δηλώνοντας ο Παύλος με άλλες λέξεις έλεγε: «ὥστε οὔτε ὁ φυτεύων ἐστί τι οὔτε ὁ ποτίζων, ἀλλ᾿ ὁ αὐξάνων Θεός(:συνεπώς ούτε εκείνος που φυτεύει αξίζει τίποτε, ούτε εκείνος που ποτίζει, αλλά ο Θεός που δίνει την αύξηση. Αυτός και μόνο είναι το παν)»[Α΄Κορ.3,7].
Από αυτά λοιπόν που συμβαίνουν σε εμάς προέτρεψε κατ’ αυτόν τον τρόπο, ενώ από άλλα παραδείγματα προέτρεψε με τα εξής λόγια: «Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ(:Κοιτάξτε τα πουλιά που πετούν στον αέρα και δείτε ότι αυτά δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε μαζεύουν τροφές σε αποθήκες για το χειμώνα ή τον καιρό της στερήσεως. Κι όμως ο επουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει. Εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερα από αυτά;)»[Ματθ.6,26]. Για να μη λέγει λοιπόν κανείς ότι αποκομίζουμε ωφέλεια όταν μεριμνούμε, τους αποστομώνει και με το παράδειγμα του ανώτερου και με το παράδειγμα του κατώτερου. Το σπουδαιότερο βέβαια είναι η ψυχή και το σώμα, το κατώτερο δε τα πτηνά. «Εάν λοιπόν τόσο πολύ ενδιαφέρεται», λέγει, «για τα ελάχιστα, γιατί δεν θα δώσει σε εσάς;» Και προς αυτούς μεν έτσι μίλησε( επειδή ήταν όχλος αμόρφωτος), ενώ προς τον διάβολο δεν μίλησε με αυτόν τον τρόπο. Αλλά πώς; «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ(:είναι γραμμένο στο Δευτερονόμιο ότι ο άνθρωπος δεν θα διατηρηθεί στη ζωή μόνο με τον άρτο, αλλά με κάθε προσταγή που θα εξέλθει από το στόμα του Θεού. Όταν το πει ο Θεός, και χωρίς τροφή ακόμη θα ζήσει ο άνθρωπος)»[Ματθ.4,4].
Εδώ αναφέρει τα πτηνά και μάλιστα με έντονο συμβουλευτικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο έχει μεγάλη δύναμη για να είναι αποτελεσματική η παραίνεση. Ωστόσο ορισμένοι από τους ασεβείς έφτασαν σε τόσο μεγάλη ανοησία, ώστε να αμφισβητούν την αξία του παραδείγματος. «Διότι» λέγουν, «δεν έπρεπε ομιλώντας για ενίσχυση της προαίρεσης, να προτρέπει προς τον σκοπό αυτόν με πλεονεκτήματα από τη φύση· διότι», λέγουν, «αυτό υπάρχει σε αυτά εκ φύσεως».
Τι λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε σχετικά με αυτά; Ότι αν και αυτά υπάρχουν στα πτηνά εκ φύσεως, όμως είναι δυνατό και σε μας να συμβεί αυτό κατ’ ελεύθερη επιλογή· διότι δεν είπε «κοιτάξτε ότι τα πτηνά πετούν, πράγμα που ήταν αδύνατο στον άνθρωπο, αλλά ότι τρέφονται χωρίς φροντίδα, πράγμα που και εμείς εύκολα μπορούμε να το επιτύχουμε, εάν θέλουμε. Και αυτό το απέδειξαν έμπρακτα αυτοί που το κατόρθωσαν. Για τον λόγο αυτόν πρέπει προπαντός να θαυμάσει κανείς τη σύνεση του νομοθέτη, ότι δηλαδή αν και μπορούσε να λάβει το παράδειγμα από τους ανθρώπους και μπορούσε να αναφέρει τον Ηλία και τον Μωυσή και τον Ιωάννη και άλλους παρόμοιους, που δεν κατέβαλαν καμία μέριμνα, και να τους αναφέρει ως παράδειγμα, για να τους κατηγορήσει, όμως ανέφερε τα άλογα ζώα· διότι εάν μεν ανέφερε εκείνους τους δικαίους, θα μπορούσαν αυτοί να πουν ότι δεν γίναμε ακόμη όπως εκείνοι.
Τώρα όμως αφού αποσιώπησε αυτούς και παρουσίασε τα πτηνά του ουρανού, αφαίρεσε από αυτούς τη δικαιολογία, μιμούμενος και εδώ παλαιό νόμο. Καθόσον μάλιστα και η Παλαιά Διαθήκη προτρέπει και προς τη μέλισσα και προς το μυρμήγκι και προς το τρυγόνι και προς το χελιδόνι. Και αυτό μάλιστα δεν είναι μικρή απόδειξη τιμής, όταν, αυτά που εκείνα έχουν εκ φύσεως, αυτά να μπορούμε εμείς να τα επιτύχουμε προαιρετικά. Εάν λοιπόν τόσο πολύ φροντίζει για αυτά που προορίζονται για μας, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για εμάς· εάν φροντίζει για τους δούλους, πολύ περισσότερο θα φροντίσει για τον κύριο. Για τον λόγο αυτόν είπε: «προσέξτε τα πτηνά» και δεν είπε ότι ούτε εκμεταλλεύονται κάτι, ούτε εμπορεύονται· διότι κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς απαράδεκτο· αλλά τι είπε: «Δεν σπείρουν, ούτε θερίζουν».
«Τι λοιπόν;» θα ρωτήσει κάποιος· «δεν πρέπει να σπείρει κανείς;». Δεν είπε ότι δεν πρέπει να σπείρει κανείς, αλλά ότι δεν πρέπει να μεριμνά κανείς· ούτε ότι δεν πρέπει να εργάζεται κανείς, αλλά ότι δεν πρέπει κανείς να φρονεί μικρά και ταπεινά και να ασχολείται με όλη τη δύναμή του με τις φροντίδες· διότι έδωσε εντολή και να τρεφόμαστε αλλά όμως να μη μεριμνούμε. Αυτή την παραίνεση, εμπνεόμενος εξ ουρανού, προλέγει και ο Δαβίδ, λέγοντας τα εξής, κατά τρόπο αινιγματικό: «ἀνοίγεις σὺ τὴν χεῖρά σου καὶ ἐμπιπλᾷς πᾶν ζῷον εὐδοκίας(:ανοίγεις Εσύ τα παντοδύναμα και γενναιόδωρα χέρια Σου και γεμίζεις κάθε ζωντανό ον με όλα τα αγαθά, που του χρειάζονται)» [Ψαλμ.144,16]· και σε άλλο σημείο: «διδόντι τοῖς κτήνεσι τροφὴν αὐτῶν καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν(:Δοξολογήσατε Αυτόν, ο οποίος παρέχει τροφή στα κτήνη, όπως επίσης και στα μικρά πουλιά των κοράκων, τα οποία με τους κρωγμούς τους φαίνεται σαν να Τον επικαλούνται)» [Ψαλμ.146,9].
«Ποιοι λοιπόν», θα ρωτήσει κάποιος, «δεν μερίμνησαν;» Δεν άκουσες όλους εκείνους τους δικαίους που σου προανέφερα; Δεν βλέπεις μαζί με εκείνους τον Ιακώβ, ο οποίος αναχώρησε από την πατρική του οικία χωρίς τίποτε να έχει; Δεν ακούς τον Ιακώβ λοιπόν, ο οποίος προσεύχεται και λέγει: «ἐὰν ᾖ Κύριος ὁ Θεὸς μετ᾿ ἐμοῦ καὶ διαφυλάξῃ με ἐν αυτόςῇ ὁδῷ ταύτῃ, ᾗ ἐγὼ πορεύομαι, καὶ δῷ μοι ἄρτον φαγεῖν καὶ ἱμάτιον περιβαλέσθαι(: εάν ο Κύριος και Θεός είναι μαζί μου και θελήσει να με διαφυλάξει στον δρόμο τον οποίο εγώ βαδίζω, και μου δώσει άρτο Αυτός τροφή και ιμάτιο για ενδυμασία και μου δώσει όσα μου χρειάζονται κατά αυτούς τους χρόνους της ξενιτείας μου)» [Γέν.28,20];Και τα λόγια αυτά που προφέρει στην προσευχή του ο Ιακώβ δεν φανερώνουν μέριμνα, αλλά είναι δείγμα ενός ανθρώπου που εμπιστεύεται το παν στον Θεό. Αυτό και οι απόστολοι το πέτυχαν, αφού απέρριψαν τα πάντα και δεν μερίμνησαν, καθώς και οι πέντε χιλιάδες και οι τρεις χιλιάδες[πρβλ. Πράξ.2,41: «οἱ μὲν οὖν ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι(:κι αυτοί δέχθηκαν ολοκάρδια και γεμάτοι χαρά το λόγο και τη διδασκαλία του Πέτρου, και βαπτίστηκαν. Κι έτσι προστέθηκαν στα μέλη της Εκκλησίας την ημέρα εκείνη περίπου τρεις χιλιάδες άνθρωποι)» και Πράξ.4,4: «πολλοὶ δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν λόγον ἐπίστευσαν, καὶ ἐγενήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ὡσεὶ χιλιάδες πέντε (:παρόλα αυτά, πολλοί απ’ αυτούς που άκουσαν τον λόγο του Πέτρου πίστεψαν, και ο αριθμός των πιστών του Ιησού Χριστού που βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα έφθασε περίπου στους πέντε χιλιάδες άνδρες, εκτός από τις γυναίκες και τα παιδιά)»].
Εάν όμως δεν δέχεσαι, ακούγοντας τόσα λόγια, να απαλλάξεις τον εαυτό σου από τα σκληρά αυτά δεσμά, κατάργησε τη φροντίδα, αφού πρώτα κατανοήσεις ότι αυτό αποτελεί ανοησία. «Διότι ποιος από σας», λέγει ο Κύριος, «μεριμνώντας μπορεί να προσθέσει ένα πήχυ στο ανάστημά του;». Βλέπεις πως από το γνωστό έκανε φανερό και το αόρατο; «Διότι όπως ακριβώς μεριμνώντας δεν θα μπορέσεις», λέγει, «να προσθέσεις στο σώμα ούτε το ελάχιστο, κατά τον ίδιο τρόπο δεν θα μπορέσεις ούτε τροφή να συγκεντρώσεις, έστω και αν έχεις αυτήν τη γνώμη». Από αυτό καθίσταται φανερό ότι δεν είναι η δική μας φροντίδα, αλλά η πρόνοια του Θεού είναι εκείνη που προξενεί το παν, ακόμη δε και εκεί όπου νομίζουμε ότι ενεργούμε μόνοι μας· ευθύς αμέσως αν ήθελε Εκείνος να μας εγκαταλείψει, ούτε φροντίδα, ούτε μέριμνα, ούτε πόνος, ούτε τίποτε άλλο από τα παρόμοια μπορεί να κάνει τίποτε, αλλά τα πάντα θα εξαφανιστούν.
Ας μην νομίζουμε λοιπόν ότι είναι ανεφάρμοστα τα προστάγματα του Θεού· διότι είναι πολλοί αυτοί που τα επιτυγχάνουν και τώρα και ζουν ευσεβή και μετρημένη ζωή. Εάν όμως εσύ το αγνοείς, δεν είναι καθόλου παράδοξο· διότι και ο Ηλίας νόμιζε ότι είναι μόνος, αλλά άκουσε τα εξής: «Καὶ καταλείψεις ἐν Ἰσραὴλ ἑπτὰ χιλιάδας ἀνδρῶν, πάντα γόνατα, ἃ οὐκ ὤκλασαν γόνυ τῷ Βάαλ, καὶ πᾶν στόμα, ὃ οὐ προσεκύνησεν αὐτῷ(:θα αφήσεις όμως ζωντανούς και ασφαλείς μεταξύ των Ισραηλιτών, επτά χιλιάδες άντρες, όλους εκείνους οι οποίοι δεν έκαμψαν γόνυ για να προσκυνήσουν τον Βάαλ, και όλα τα στόματα εκείνα τα οποία δεν τον προσκύνησαν)» [Γ΄Βασ.19,18].
Επομένως είναι ολοφάνερο ότι και τώρα υπάρχουν πολλοί που ζουν όπως τότε οι απόστολοι, όπως ακριβώς ζούσαν τότε οι τρεις χιλιάδες και οι πέντε χιλιάδες. Εάν όμως δεν πιστεύουμε, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν όσοι ασκούν την αρετή, αλλά ότι απέχουμε πάρα πολύ από την πραγματικότητα. Όπως ακριβώς λοιπόν αυτός που μεθά δεν θα μπορούσε να πιστέψει εύκολα, ότι υπάρχει κάποιος άνθρωπος που δεν γεύεται ούτε νερό, μολονότι βέβαια και αυτό που πέτυχαν πολλοί από τους δικούς μας μοναχούς· και αυτός που ζει με άπειρες γυναίκες, δεν μπορεί να πιστέψει, ότι είναι εύκολο κανείς να είναι παρθένος, ούτε και εκείνος που αρπάζει τα ξένα πράγματα, ότι και τα δικά του κάποιος εύκολα θα του τα αφαιρέσει, έτσι ούτε αυτοί που καταλιώνουν καθημερινά τους εαυτούς τους με μύριες φροντίδες δεν θα μπορούσαν εύκολα να το παραδεχτούν αυτό.
Το ότι βέβαια υπάρχουν πολλοί που το επιτυγχάνουν αυτό, είναι δυνατό να το αποδείξουμε από αυτούς που ζουν και στις μέρες μας ευσεβή ζωή. Γνωρίζω πολύ καλά βέβαια ότι το φορτίο της ακτημοσύνης προς το παρόν υπερβάλλει τις δυνάμεις σας, όσο κι αν αυτό είναι το τέλειο για κάθε Χριστιανό. Εσείς όμως προς το παρόν αρκεί να μάθετε τουλάχιστον να μην είστε πλεονέκτες και ότι είναι μέγιστη αρετή η ελεημοσύνη, και επιπλέον να γνωρίζετε ότι πρέπει να δίδετε με προθυμία στους φτωχούς από αυτά που έχετε. Ας απορρίψουμε, επίσης, την περιττή πολυτέλεια και να κρατήσουμε το μέτρο στη ζωή και τη συμπεριφορά μας και να μάθουμε να αποκτούμε με δικαίους κόπους όλα γενικώς εκείνα τα οποία μας είναι απαραίτητα.
Ας θυμηθούμε ότι και ο μακάριος Ιωάννης ο Βαπτιστής, όταν συνομιλούσε με εκείνους που ασχολούνται με την είσπραξη των φόρων και με τους στρατευόμενους, έδινε εντολή να αρκούνται στους μισθούς τους [Λουκ.3,12-14: «ἦλθον δὲ καὶ τελῶναι βαπτισθῆναι, καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν· διδάσκαλε, τί ποιήσομεν; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδὲν πλέον παρὰ τὸ διατεταγμένον ὑμῖν πράσσετε. ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν καὶ στρατευόμενοι λέγοντες· καὶ ἡμεῖς τί ποιήσομεν; καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· μηδένα συκοφαντήσητε μηδὲ διασείσητε, καὶ ἀρκεῖσθε τοῖς ὀψωνίοις ὑμῶν(:Ήλθαν ακόμη ανάμεσα στους άλλους και κάποιοι τελώνες να βαπτιστούν και του είπαν: “Διδάσκαλε, τι να κάνουμε;” Και εκείνος τους είπε: “Μην εισπράττετε τίποτε παραπάνω από εκείνο που σας επιτρέπει ο νόμος να εισπράττετε”. Τον ρωτούσαν μάλιστα και κάποιοι στρατιωτικοί και του έλεγαν: “Κι εμείς τι να κάνουμε;” Και τους έλεγε: “Μην κατηγορήσετε με ψεύτικες κατηγορίες κανέναν και μην τον εκβιάσετε με το φόβο και την απειλή για να του αποσπάσετε χρήματα. Και να αρκείστε στο μισθό που παίρνετε”)»]· διότι πράγματι ήθελε να τους οδηγήσει και προς υψηλότερη φιλοσοφία, επειδή όμως δεν ήταν ακόμη προετοιμασμένοι για αυτά, τους λέγει τα απλούστερα, διότι εάν τους έλεγε τα υψηλότερα από αυτά, δεν θα πρόσεχαν σε αυτά, και δεν θα μπορούσαν να εφαρμόσουν και τα απλούστερα. Για τον λόγο αυτόν βέβαια και εγώ σας διδάσκω τα απλούστερα· διότι πράγματι γνωρίζω πολύ καλά ότι το φορτίο της ακτημοσύνης προς το παρόν υπερβάλλει τις δυνάμεις σας και όσο απέχει ο ουρανός από τη γη, τόσο απέχει και αυτή η φιλοσοφία από εσάς.
Επομένως ας ασχολούμαστε τουλάχιστον με τις απλές εντολές· διότι ούτε αυτό είναι μικρή παρηγορία. Μολονότι βέβαια ορισμένοι από τους Έλληνες και αυτό το πέτυχαν, αν και όχι με την κατάλληλη διάθεση, και εγκατέλειψαν όλα τα υπάρχοντά τους. Όμως εγώ θα είμαι ευχαριστημένος με σας να προσφέρετε με αφθονία την ελεημοσύνη· διότι σύντομα και προς εκείνα θα έλθουμε, εάν βαδίζουμε κατ’αυτόν τον τρόπο. Εάν όμως δεν πράττουμε ούτε αυτό, ποιας συγχωρήσεως θα μπορούσαμε να ήμασταν άξιοι, εμείς οι οποίοι λαμβάνουμε εντολή να ξεπεράσουμε τους ανθρώπους του Νόμου και αποδεικνυόμαστε κατώτεροι και από τους Έλληνες φιλοσόφους;
Εάν όμως δεν το πράττουμε ούτε αυτό, ποιας συγχωρήσεως θα μπορούσαμε να ήμασταν άξιοι εμείς, οι οποίοι λαμβάνουμε εντολή να είμαστε άγγελοι και τέκνα πιστά του Θεού, κι εμείς να μη φροντίζουμε να είμαστε έστω άνθρωποι; Διότι το να αρπάζει κανείς και να είναι αχόρταγος δεν είναι δείγμα της ημερότητας των ανθρώπων, αλλά της αγριότητας των θηρίων· μάλιστα δε είναι χειρότεροι και από εκείνα αυτοί που επιτίθενται εναντίον ξένων πραγμάτων· διότι στα θηρία μεν υπάρχει αυτή η ιδιότητα εκ φύσεως, εμείς όμως οι άνθρωποι, οι οποίοι τιμηθήκαμε με τη λογική και καταπίπτουμε σε αυτήν την παρά φύση άπρεπη ενέργεια να αρπάζουμε με πλεονεξία ακόμα και όσα ανήκουν στους άλλους, ποια συγχώρηση θα απολαύσουμε;
Αφού λοιπόν κατανοήσουμε το ύψος της φιλοσοφίας που βρίσκεται μπροστά μας, τουλάχιστον ας φθάσουμε στη μέση, για να αποφύγουμε τη μέλλουσα τιμωρία και βαδίζοντας αυτήν την οδό να μπορέσουμε να φθάσουμε στην κορυφή των αγαθών, τα οποία μακάρι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα κα η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΚΒ΄
του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
στο Υπόμνημά του στο Κατά Ματθαίον ευαγγέλιον
«Καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων(:αλλά και για το ένδυμα γιατί κυριεύεστε από ανήσυχη και αγωνιώδη φροντίδα; Παρατηρήστε τα αγριολούλουδα, που φυτρώνουν μόνα τους στον αγρό, με ποιο τρόπο αυξάνουν. Δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν˙κι όμως σας λέω ότι ούτε ο σοφός σε επινοήσεις Σολομώντας, με όλη την ξακουσμένη βασιλική του μεγαλοπρέπεια και τη λαμπρή και ένδοξη περιβολή και εμφάνισή του, δεν ντύθηκε με ένδυμα τόσο ωραίο και θαυμάσιο, όπως περιβάλλεται ένα από τα αγριολούλουδα αυτά)»[:Ματθ.6,28-29].
Αφού μίλησε για την αναγκαία τροφή και απόδειξε ότι δεν πρέπει να μεριμνά κανένας ούτε γι’ αυτήν, προχωρεί λοιπόν προς το ευτελέστερο· διότι δεν είναι τόσο αναγκαία τα ρούχα όσο η τροφή. Εξαιτίας ποιου πράγματος λοιπόν δεν χρησιμοποιεί και εδώ το ίδιο παράδειγμα των πτηνών, ούτε μας αναφέρει το παγώνι και τον κύκνο και το πρόβατο; Καθόσον ήταν δυνατό πολλά τέτοια παραδείγματα να λάβει από τα πτηνά· επειδή θέλει και από τα δύο να αποδείξει την υπερβολή και από την ευτέλεια αυτών που έχουν τέτοια ευπρέπεια και από τη μεγαλοδωρία του καλλωπισμού που δόθηκε στα κρίνα.
Για τον λόγο αυτόν όταν συμπλήρωσε τον λόγο Του, δεν τα ονομάζει πλέον κρίνα, αλλά «χορτάρι του αγρού». Και δεν αρκείται σε αυτό το όνομα, αλλά πάλι προσθέτει κι άλλη ακόμη ευτέλεια σε αυτό, ονομάζοντάς το «σήμερον ὄντα»: «και αν ο Θεός ντύνει με τόση μεγαλοπρέπεια τα αγριόχορτα, που φυτρώνουν μόνα τους στον αγρό και δεν έχουν προορισμό να ζήσουν αιώνια, όπως εσείς, αλλά σήμερα υπάρχουν και αύριο ρίχνονται στο φούρνο ως καύσιμη ύλη, δεν θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας και δεν θα σας δώσει ένδυμα, ολιγόπιστοι;)»[:Ματθ.6,30]. Και δεν είπε ότι και αύριο δεν θα υπάρχουν, αλλά και πάλι χρησιμοποιεί μια ευτελέστερη φράση ότι δηλαδή «ρίχνονται στο φούρνο ως καύσιμη ύλη». Και δεν είπε απλώς «το ενδύει», αλλά ότι το ενδύει κατά τόσο ωραίο τρόπο.
Βλέπεις ότι παντού χρησιμοποιεί τις υπερβολές και τις επιτάσεις; Και το κάνει αυτό για να τους ψέξει· γι΄ αυτό βέβαια και πρόσθεσε: «δεν θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας και δεν θα σας δώσει ένδυμα, ολιγόπιστοι;)». Πράγματι και αυτό έχει πάρα πολύ έμφαση·. διότι με το «σας» δεν εννοεί τίποτα άλλο παρά το πολυτίμητο και πάρα πολύ αξιόλογο του ανθρώπινου γένους· είναι σαν να τους λέει: «εσάς τους οποίους έδωσε ψυχή, στους οποίους διέπλασε το σώμα, για τους οποίους δημιούργησε όλα όσα βλέπουμε, για τους οποίους απέστειλε προφήτες και έστειλε τον νόμο και έκανε τόσα αμέτρητα καλά για τους οποίους έδωσε τον Μονογενή Υιό Του και δώρισε γι’ Αυτόν τα αμέτρητα χαρίσματά Του». Αφού λοιπόν τους έδωσε σαφείς αποδείξεις, στη συνέχεια τους επιπλήττει αποκαλώντας τους ως ολιγόπιστους· διότι τέτοιος πρέπει να είναι αυτός που δίνει συμβουλές· δεν συμβουλεύει μόνο αλλά και ψέγει, για να τους παρακινήσει περισσότερο ώστε να πιστέψουν στους λόγους Του.
Με αυτά μας διδάσκει όχι μόνο να μη μεριμνούμε, αλλά ούτε να κατακυριευόμαστε από την πολυτέλεια των ενδυμάτων· διότι η ευπρέπεια είναι ιδιότητα της χλόης και το κάλλος του χόρτου· και μάλιστα έχει περισσότερη αξία το χορτάρι από μια τέτοιου είδους στολή. Γιατί λοιπόν μεγαλοφρονείς για πράγματα, μεταξύ των οποίων το βραβείο της νίκης το έχει η βοτάνι, με πολλή μάλιστα υπεροχή;
Και πρόσεχε πως από την αρχή αποδεικνύει το πρόσταγμα εύκολο, και πάλι τους διδάσκει από τα αντίθετα και από εκείνα που φοβούνται· διότι αφού είπε «Παρατηρήστε τα αγριολούλουδα, που φυτρώνουν μόνα τους στον αγρό», πρόσθεσε· «Δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν». Ώστε έδωσε αυτήν την εντολή επειδή θέλει να μας απαλλάξει από τους κόπους. Δεν είναι λοιπόν κόπος το να μη μεριμνά κανείς γι’ αυτά, αλλά κόπος είναι το να μεριμνά κανείς. Και όπως ακριβώς με το να πει «δεν σπείρουν», δεν κατάργησε τον σπόρο αλλά την φροντίδα, έτσι λέγοντας «δεν κοπιάζουν, ούτε γνέθουν», δεν αφαίρεσε την εργασία αλλά την μέριμνα.
Και αν ο Σολομών νικήθηκε από την ομορφιά αυτών, και όχι μόνο μια φορά ούτε δύο, αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια της βασιλείας του (διότι δεν μπορούσε κανείς να πει ότι κάποτε μεν ενδυόταν με παρόμοια, όχι όμως και στη συνέχεια, αλλά ότι δεν καλλωπίστηκε κατά αυτόν τον τρόπο ούτε μια μέρα· διότι αυτό το δήλωσε λέγοντας: «καθ’ όλη την βασιλεία του»). Και ούτε μπορεί να πει ότι από αυτό μεν το άνθος νικήθηκε, όμως το άλλο το απομιμήθηκε , αλλά ότι νικήθηκε από όλα γενικώς· (γι’ αυτό και έλεγε ότι «(:δεν ντύθηκε με ένδυμα τόσο ωραίο και θαυμάσιο, όπως περιβάλλεται ένα από τα αγριολούλουδα αυτά)»· διότι όσο απέχει η αλήθεια από το ψεύδος, τόση είναι η απόσταση των ενδυμάτων εκείνων και αυτών των ανθών). Εάν λοιπόν εκείνος ομολόγησε την ήττα του, ο πιο ένδοξος από όλους που ποτέ γίνονταν βασιλείς, πότε εσύ θα μπορέσεις να υπερβάλλεις και μάλλον να πλησιάσεις, έστω και στο ελάχιστο, αυτού του είδους την ομορφιά; Από όλα αυτά μας διδάσκει να μην επιθυμούμε καθόλου αυτού του είδους τον καλλωπισμό· διότι πρόσεξε το τέλος αυτού: μετά τη νίκη, ρίπτεται στον φούρνο.
Εάν λοιπόν για τα ευτελή και τα κανενός λόγου αξία, που παρέχουν κάποια τυχαία ωφέλεια, τόσο μεγάλη πρόνοια απέδειξε ο Θεός, που θα εγκαταλείψει εσένα το σπουδαιότερο από όλες τις ζωντανές υπάρξεις; Και γιατί τότε τα δημιούργησε τόσο ωραία; Για να καταστήσει γνωστή την σοφία Του και τη μεγάλη δύναμη Του, για να γνωρίσουμε από παντού την δόξα Του· διότι δεν διηγούνταν μόνο οι ουρανοί την δόξα του Θεού[Ψαλμ.18,2: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα(:οι ουρανοί με τη μεγαλοπρεπή αρμονία και το κάλλος τους διηγούνται σε κάθε νοήμονα άνθρωπο την ένδοξη σοφία και δύναμη του Θεού που τους δημιούργησε. Την υπερθαύμαστη κτίση, την οποία δημιούργησαν οι χείρες Του, εξαγγέλλει ο ουρανός που ως απέραντος στερεωμένος θόλος εκτείνεται πάνω από εμάς)»], αλλά και η γη· και αυτό δηλώνοντας ο Δαυίδ, έλεγε: «(αἰνεῖτε τὸν Κύριον) τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί, ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι(: δοξολογείτε τον Κύριο τα όρη τα υψηλά και όλοι οι λόφοι, όλα τα καρποφόρα και όλα τα άγρια δέντρα όπως οι κέδροι)»[Ψαλμ.148,9]. Άλλα μεν με τον καρπό, άλλα πάλι με το μέγεθος και άλλα με το κάλλος τους αναπέμπουν την δοξολογία προς Αυτόν που τα δημιούργησε· διότι και αυτό είναι απόδειξη πολλής αφθονίας της σοφίας, όταν και στα πάρα πολύ ευτελή (διότι τι πιο ευτελές από αυτό που σήμερα υπάρχει και αύριο δεν υπάρχει;) παρέχει τόσο πολύ κάλλος. Εάν λοιπόν στο χορτάρι έδωσε αυτό που δεν του είναι αναγκαίο (διότι σε τι συντελεί το κάλλος αυτού στην τροφή της φωτιάς;), πώς δεν θα δώσει σε εσένα ό,τι σου είναι αναγκαίο; Εάν το πλέον αφελές το στόλισε με αφθονία, και αυτό όχι για κάποια ανάγκη, αλλά το έκανε από γενναιοδωρία, πολύ περισσότερο θα δώσει σε εσένα, που είσαι ο σπουδαιότερος όλων των δημιουργημάτων, όλα εκείνα που σου είναι αναγκαία.
Αφού λοιπόν απέδειξε ότι είναι πάρα πολύ μεγάλη η πρόνοια του Θεού, και επειδή έπρεπε να τους επιπλήξει στη συνέχεια, χρησιμοποιεί εδώ την επιείκεια κατηγορώντας αυτούς όχι για απιστία, αλλά για ολιγοπιστία. «Διότι εάν το χόρτο του αγρού» λέει «ο Θεός το ενδύει κατά αυτό τον τρόπο, πολύ περισσότερο θα ενδύσει εσάς ολιγόπιστοι». Και είναι αλήθεια πως όλα αυτά τα έκανε Αυτός: «πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν(:όλα τα δημιουργήματα δημιουργήθηκαν δι’ Αυτού, σε συνεργασία με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα˙ και χωρίς Αυτόν δεν έγινε το παραμικρό απ’ όλα όσα έχουν γίνει)»[Ιω.1,3], αλλά όμως στην αρχή πουθενά δεν μνημονεύει τον εαυτό Του· διότι ήταν αρκετό κατά αρχήν να αποδείξει την αυθεντία Του, το να λέει σε κάθε μια από τις εντολές: «Έχετε ακούσει από την ανάγνωση του Νόμου στις συναγωγές ότι είπε ο Θεός στους προγόνους μας – Εγώ όμως σας λέω…»[Ματθ.5,21,22ε].
Μην απορήσεις λοιπόν όταν και στη συνέχεια αποκρύπτει τον εαυτό Του ή λέει κάτι ταπεινό για τον εαυτό Του· διότι στην αρχή ένα σκοπό είχε, να κάνει παραδεκτό τον λόγο Του σε αυτούς, και με όλα να αποδείξει ότι δεν είναι κάποιος αντίθετος, αλλά ότι βρίσκεται σε αρμονία και συμφωνία με τον Πατέρα· πράγμα βέβαια που κάνει και εδώ· διότι στον τόσο μακρό λόγο Του, συνεχώς αναφέρει τον Πατέρα Του, θαυμάζοντας την σοφία Αυτού, την πρόνοια, την μέριμνα Του για όλα, και για τα μεγάλα και για τα μικρά·διότι και όταν μιλάει για την Ιερουσαλήμ, ονόμασε αυτήν «πόλη του μεγάλου βασιλέως»[Ματθ.5,35:«Μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως(:μην ορκισθείτε ούτε στην Ιερουσαλήμ, διότι εξαιτίας του ναού του Θεού που είναι εκεί κτισμένος, είναι πόλη του μεγάλου βασιλέως Θεού)»· και όταν μνημόνευσε τον ουρανό, τον ονόμασε πάλι θρόνο του Θεού[βλ.Ματθ.5,34: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ (:Εγώ όμως σας λέω να μην ορκισθείτε καθόλου. Μην ορκιστείτε ούτε στον ουρανό, διότι ο ουρανός είναι θρόνος του Θεού)»] και όταν μιλούσε για την οικονομία στον κόσμο, σε Αυτόν πάλι αποδίδει το παν, λέγοντας ότι: «Για να μοιάσετε έτσι και να γίνετε παιδιά του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς· διότι και Αυτός τον ήλιο, που είναι δικός Του, τον ανατέλλει χωρίς διακρίσεις σε πονηρούς και καλούς, και βρέχει τη βροχή Του σε δικαίους και αδίκους»[Ματθ.5,45].
Και στην προσευχή δίδασκε κανείς να λέει πως «ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν(:τα ζητούμε όλα αυτά από Εσένα, διότι δική Σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν)»[Ματθ.6,13β]. Και εδώ μιλώντας για την πρόνοια Αυτού και αποδεικνύει ότι είναι αριστοτέχνης και στα ασήμαντα λέει ότι «ενδύει το χόρτο του αγρού». Και πουθενά δεν τον ονομάζει Πατέρα Του να μην αγανακτούν πλέον. Και αν για τα ασήμαντα και αναγκαία δεν πρέπει να μεριμνά κανείς, ποιας συγχώρησης θα μπορούσαν να τύχουν αυτοί που μεριμνούν για τα πολυτελή πράγματα; Μάλλον και ποιας συγχωρήσεως θα μπορούσαν να είναι άξιοι αυτοί που δεν κοιμούνται για να αφαιρέσουν τα πράγματα των άλλων;
«Μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων(:μην καταληφθείτε λοιπόν ποτέ από αγωνιώδη φροντίδα λέγοντας: “τι θα φάμε, ή τι θα πιούμε, ή με ποιο ένδυμα θα ντυθούμε;” Διότι οι εθνικοί και ειδωλολάτρες, οι οποίοι αγνοούν εντελώς τα ουράνια αγαθά που έχουν ασυγκρίτως ανώτερη αξία, ζητούν όλα αυτά τα μάταια και φθαρτά ως τα μόνα σοβαρά και απαραίτητα. Εσείς όμως μην ανησυχείτε γι’ αυτά, διότι ο ουράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά και συνεπώς θα σας τα δώσει)»[Ματθ.6,31-32].
Είδες πως πάλι η συμβουλή Του έγινε εντονότερη και κατέστησε γνωστό ότι δεν πρόσταξε τίποτα το ενοχλητικό, ούτε το δυσάρεστο; Όπως ακριβώς λοιπόν όταν έλεγε: «ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτω ποιοῦσιν;(:διότι εάν αγαπήσετε μόνο εκείνους που σας αγαπούν, ποια ανταμοιβή έχετε να πάρετε από τον Θεό; Δεν κάνουν το ίδιο και οι τελώνες; Κι αν χαιρετάτε μόνο τους φίλους σας Ιουδαίους, τι σπουδαίο κάνετε; Δεν κάνουν έτσι και οι τελώνες;)»[Ματθ.5,46-47], παρότρυνε αυτούς υπενθυμίζοντας τους εθνικούς, έτσι και τώρα αναφέρει εκείνους επιπλήττοντας εμάς και δείχνοντας ότι ζητάει από εμάς κάποιο αναγκαίο χρέος· διότι ενώ πρέπει να ξεπεράσουμε κατά πολύ περισσότερο τους Γραμματείς και Φαρισαίους, ποια αξία θα δικαιούμασταν εμείς, που όχι μόνο δεν ξεπεράσαμε εκείνους, αλλά και που παραμένουμε και στην ευτέλεια των εθνικών και μιμούμαστε τη μικροψυχία τους;
Μάλιστα δεν αρκέστηκε μόνο στην επίπληξη, αλλά αφού τους επέπληξε με όλα αυτά και διήγειρε την προθυμία τους, και αφού τους έκανε να νιώσουν μεγάλη ντροπή, στη συνέχεια τους προτρέπει και με άλλο τρόπο λέγοντας: «Οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων(:εσείς όμως μην ανησυχείτε γι’ αυτά, διότι ο ουράνιος Πατέρας σας γνωρίζει ότι έχετε ανάγκη απ’ όλα αυτά και συνεπώς θα σας τα δώσει)». Δεν είπε: «γνωρίζει ο Θεός», αλλά «γνωρίζει ο Πατέρας σας ο ουράνιος», ώστε να δημιουργήσει σε αυτούς μεγαλύτερη ελπίδα· διότι εάν είναι Πατέρας μας και μάλιστα τέτοιος Πατέρας, δεν θα μπορέσει να αδιαφορήσει για τους υιούς Του να βρίσκονται στα χειρότερα κακά, κατά τη στιγμή μάλιστα που ούτε οι άνθρωποι που είναι πατέρες δεν το ανέχονται αυτό.
Και μετά από αυτό προσθέτει και άλλον συλλογισμό. Ποιος λοιπόν είναι αυτός; «ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων (:ότι έχετε ανάγκη όλων αυτών)». Αυτό λοιπόν που λέγει σημαίνει το εξής. Μήπως δηλαδή αυτά είναι ασήμαντα για να τα περιφρονήσει ο Θεός; Και όμως ούτε τα ασήμαντα περιφρόνησε, όπως δηλαδή στην περίπτωση του χορταριού· στην παρούσα περίπτωση μάλιστα είναι και αναγκαία. Ώστε αυτό που θεωρείς ότι είναι αιτία της φροντίδας σου, αυτό είναι ικανό νομίζω να σε απομακρύνει από αυτήν τη φροντίδα· διότι αν ισχυρίζεσαι ότι «για τον λόγο αυτόν πρέπει να μεριμνώ, επειδή είναι αναγκαία», αντιθέτως εγώ λέγω ότι ακριβώς για τον λόγο αυτόν δεν πρέπει να μεριμνήσεις, επειδή είναι αναγκαία. Αλλά και αν ακόμη ήταν περιττά, πάλι δεν θα έπρεπε έτσι να οδηγούμαστε σε απόγνωση, αλλά θα έπρεπε να ελπίζαμε στη χορηγία τους· επειδή όμως είναι αναγκαία, δεν πρέπει καθόλου να αμφιβάλλουμε· διότι ποιος είναι εκείνος ο πατέρας, ο οποίος ανέχεται, ώστε να μην εξασφαλίσει στα παιδιά Του ούτε τα αναγκαία;
Επομένως και γι΄αυτόν τον λόγο ο Θεός οπωσδήποτε θα σου χορηγήσει· καθόσον μάλιστα Αυτός είναι δημιουργός της φύσεως και γνωρίζει με ακρίβεια Αυτός την ανάγκη της. Φυσικά ούτε αυτό δεν θα μπορούσες να πεις, ότι είναι μεν Πατέρας και ότι αναγκαία είναι αυτά που ζητούμε, όμως αγνοεί ότι έχουμε την ανάγκη τους· διότι Αυτός που γνωρίζει τη φύση, και είναι δημιουργός αυτής, και διέπλασε αυτήν κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι ολοφάνερο ότι και την ανάγκη της γνωρίζει περισσότερο από εσένα που έχεις την ανάγκη αυτών· καθόσον έτσι έκρινε Αυτός σκόπιμο ώστε αυτή να βρίσκεται σε τέτοιου είδους ανάγκη. Δεν θα εναντιωθεί λοιπόν σε αυτά που θέλησε ο Ίδιος, που δημιούργησε μεν αυτή τη μεγάλη ανάγκη, και θα απαλλάξει πάλι αυτήν από τη φυσική ανάγκη και τα αναγκαία.
Ας μη φροντίζουμε λοιπόν· διότι δεν θα κερδίσουμε τίποτε περισσότερο εκτός από το να βασανίζουμε τους εαυτούς μας· διότι όταν ο Θεός μάς δίνει και όταν μεριμνούμε και όταν δεν μεριμνούμε, και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν δεν μεριμνούμε, ποιο είναι από τη φροντίδα επιπλέον κέρδος σου, παρά το να απαιτείς για τον εαυτό σου περιττή τιμωρία; Διότι ούτε όταν πρόκειται κάποιος να μεταβεί σε πλουσιοπάροχο γεύμα, θα φτάσει στο σημείο να φροντίζει για την τροφή, ούτε αυτός που πηγαίνει προς πηγή φροντίζει για νερό. Ας μη μεριμνούμε λοιπόν ούτε και εμείς και ας μη μικροψυχούμε τη στιγμή που έχουμε εμείς και από κάθε πηγή και από άπειρα προετοιμασμένα δείπνα, πλουσιότερη τη χορηγία της πρόνοιας του Θεού.
Μετά λοιπό από όσα προειπώθηκαν, προσθέτει και άλλον πάλι συλλογισμό για να μη χάνουμε το θάρρος μας για τέτοια πράγματα. Λέγει: «Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν(:Να ζητάτε πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα τα πνευματικά αγαθά της βασιλείας του Θεού και την απόκτηση των αρετών που ο Θεός σάς ζητά ως όρο για να σας χαρίσει τα αγαθά αυτά. Και τότε αυτά τα επίγεια θα σας δοθούν μαζί με εκείνα)»[Ματθ.6,33].
Αφού λοιπόν ελευθέρωσε την ψυχή από τη μέριμνα, μνημόνευσε τότε και τα σχετικά με τον ουρανό· διότι ήλθε να ελευθερώσει από τα παλαιά και να καλέσει προς μία μεγαλύτερη πατρίδα. Για τον λόγο αυτόν τα πράττει όλα ώστε να μας απαλλάξει από τα περιττά και από την προσήλωσή μας στα γήινα. Για τον λόγο αυτόν μνημόνευσε και τους εθνικούς, λέγοντας ότι οι εθνικοί τα επιζητούν αυτά, οι οποίοι κοπιάζουν μόνο για την παρούσα ζωή και οι οποίοι δεν κάνουν κανένα λόγο για τα μελλοντικά αγαθά, ούτε έχουν ιδέα για τα ουράνια πράγματα. Σε σας όμως δεν είναι αυτά τα πρωτεύοντα πράγματα, αλλά άλλα· διότι δεν δημιουργηθήκαμε γι’ αυτό, για να τρώμε κα να πίνουμε και να ντυνόμαστε, αλλά για να γίνουμε αρεστοί στον Θεό και να επιτύχουμε τα μελλοντικά αγαθά. Όπως ακριβώς αυτά καταλαμβάνουν κατά την προσπάθειά μας δευτερεύουσα θέση, έτσι και κατά την προσευχή μας ας είναι δευτερεύουσας σημασίας.
Γι’ αυτό και έλεγε: «Να ζητείτε τη βασιλεία των ουρανών και όλα αυτά θα προστεθούν σε σας». Και δεν είπε «θα δοθούν» αλλά «θα προστεθούν», για να μάθεις ότι κανένα από αυτά που δίνονται κατά το παρόν δεν είναι μεγαλύτερο από το μέγεθος των μελλοντικών αγαθών. Για τον λόγο λοιπόν αυτόν προτρέπει να μην τα ζητεί κανείς αυτά, αλλά να ζητεί μεν άλλα, να έχει πίστη όμως ότι και αυτά θα προστεθούν σε εκείνα. Επομένως να ζητάς τα μελλοντικά αγαθά και θα λάβεις και τα παρόντα· να μη ζητάς αυτά που βλέπεις, οπωσδήποτε όμως να είσαι βέβαιος πως και εκείνα θα τα λάβεις. Καθόσον δεν σου ταιριάζει να ζητείς από τον Κύριο τέτοια πράγματα· διότι ενώ οφείλεις να δαπανάς όλη τη φροντίδα και τη μέριμνα για εκείνα τα απερίγραπτα αγαθά, ντροπιάζεις πάρα πολύ τον εαυτό σου, ξοδεύοντας αυτήν στην επιθυμία των εφήμερων πραγμάτων.
«Μα τι λοιπόν;», θα ρωτήσει κάποιος· «δεν πρόσταξε να ζητεί κανείς στην προσευχή του τον άρτο;» Αλλά όμως πρόσθεσε «τόν ἐπιούσιον», και σε αυτόν πάλι πρόσθεσε το «σήμερον»[Λουκ.11,3]· πράγμα το οποίο βέβαια κάνει και τώρα· διότι δεν είπε: «μη μεριμνήσετε», αλλά «μη μεριμνήσετε για την αυριανή ημέρα»· και έτσι μας παρέχει και την ελευθερία και την ψυχή μάς προσηλώνει στα πλέον αναγκαία. Καθόσον και εκείνα πρόσταξε γι’ αυτό να τα ζητάει κανείς, όχι επειδή ο Θεός έχει ανάγκη της δικής μας υπενθυμίσεως, αλλά για να μάθουμε ότι με τη δική Του τη βοήθεια επιτυγχάνουμε αυτά τα οποία επιτυγχάνουμε, και για να εξοικειωθούμε με τη συνεχή προσευχή γι΄αυτά.
Είδες πώς τους έπεισε και σε αυτήν την περίπτωση ότι θα λάβουν οπωσδήποτε τα παρόντα αγαθά; Διότι Αυτός που χορηγεί τα μεγαλύτερα, θα δώσει πολύ περισσότερο τα μικρότερα· διότι, λέγει, «δεν είπα για τον λόγο αυτόν να μη μεριμνάτε ούτε και να ζητείτε για να ταλαιπωρείστε και να περιφέρεστε γυμνοί, αλλά για να έχετε και αυτά σε αφθονία· πράγμα που βέβαια περισσότερο από όλα ήταν ικανό να προσελκύσει αυτούς». Όπως ακριβώς λοιπόν στην περίπτωση της ελεημοσύνης αποτρέποντας αυτούς να επιδεικνύονται στους ανθρώπους, τους έπειθε περισσότερο με αυτό, με το ότι υποσχόταν ότι θα τους δίνει με περίσσεια γενναιοδωρία- «διότι ο Πατέρας σου», λέγει, «που βλέπει στα κρυφά, θα σου το αποδώσει στα φανερά)» [Ματθ.6,4] – έτσι και εδώ, αποτρέποντας αυτούς από το να ζητούν αυτά, με αυτό προπάντων τους πείθει, με το ότι δηλαδή υπόσχεται ότι θα δώσει με περίσσεια τα αγαθά σε αυτούς που δεν ζητούν· διότι λέγει, « γι’ αυτό παραγγέλλω να μη ζητείς, όχι για να μη λάβεις, αλλά για να λάβεις με αφθονία· για να τα λάβεις όπως ακριβώς σου ταιριάζει, και με την ωφέλεια που σου αρμόζει· για να μην κάνεις τον εαυτό σου, με το να μεριμνάς και να καταπονείσαι με τη φροντίδα τους, ανάξιο και αυτών και των πνευματικών αγαθών· για να μην υπομείνεις περιττή ταλαιπωρία και εκπέσεις πάλι από αυτό που επιζητείς».
«Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον· ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς(:Μην κυριευτείτε λοιπόν από ανήσυχη φροντίδα για όσα ενδέχεται να παρουσιαστούν αύριο· διότι η αυριανή ημέρα θα φροντίσει για όλα όσα θα σας συμβούν τότε. Αρκεί για την κάθε ημέρα η δική της σκοτούρα και ταλαιπωρία)»[Ματθ.6,34], δηλαδή η ταλαιπωρία, η συντριβή. Δεν σου είναι αρκετό το να τρως τον άρτο σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου; [Γέν.3,19: «ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου, ἕως τοῦ ἀποστρέψαι σε εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθης, ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ(:σε όλο το διάστημα της ζωής σου θα τρως τον άρτο σου με τον ιδρώτα του προσώπου σου, μέχρι τη στιγμή που θα πεθάνεις και επιστρέψει το σώμα του στη γη, από την οποία έχει πλασθεί· διότι χώμα είναι το σώμα σου, στο χώμα θα καταλήξει και χώμα πάλι θα γίνει)» ], Γιατί προσθέτεις και άλλη, την ταλαιπωρία από τη φροντίδα, κατά την στιγμή που πρόκειται να ελευθερωθείς και από τους προηγούμενους κόπους;
«Κακία» λοιπόν εδώ δεν ονομάζει την πονηρία, μη γένοιτο, αλλά την ταλαιπωρία και τον πόνο και τις συμφορές· όπως ακριβώς και αλλού λέγει: «Εἰ φωνήσει σάλπιγξ ἐν πόλει, καὶ λαὸς οὐ πτοηθήσεται; εἰ ἔσται κακία ἐν πόλει, ἣν Κύριος οὐκ ἐποίησε;(: είναι δυνατόν να σαλπίσει πολεμική σάλπιγγα σε κάποια πόλη και ο λαός να μην ταραχτεί; Είναι δυνατόν να υπάρξει κάποια σύμφορα σε μία πόλη, την οποία ο Κύριος να μην έχει παραχωρήσει;)»[Αμώς 3,6], που εννοεί όχι τις αρπαγές, ούτε τις πλεονεξίες, ούτε κανένα άλλο από τα παρόμοια, αλλά τις πληγές που προέρχονται από πάνω.
Και αλλού λέγει: « ἐγὼ ὁ κατασκευάσας φῶς καὶ ποιήσας σκότος, ὁ ποιῶν εἰρήνην καὶ κτίζων κακά· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν πάντα ταῦτα(:εγώ κατασκεύασα το φως και έκαμα το σκοτάδι. Επιφέρω και αποκαθιστώ ειρήνη αλλά και παραχωρώ να έρχονται συμφορές και θλίψεις. Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός, ο οποίος κάνω όλα αυτά)» [Ησ. 45,7] · διότι ούτε εδώ εννοεί την κακία, αλλά τις ελλείψεις τροφών και τις ασθένειες, τα οποία θεωρούνται από τους πολλούς ότι είναι κακά· διότι συνηθίζεται από τον πολύ κόσμο να τα ονομάζει αυτά κακά. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν και οι ιερείς και οι μάντεις των πέντε εκείνων σατραπειών, όταν έζεψαν στην κιβωτό της Διαθήκης τις αγελάδες και τις άφησαν να βαδίζουν χωρίς τις δαμάλεις, «κακία» ονόμαζαν τις θεόσταλτες εκείνες πληγές και την ολιγοψυχία και την οδύνη που συνέβη σε αυτούς εξαιτίας αυτών [πρβλ. Α΄Βασ. 6,1 κ.ε.]. Αυτό λοιπόν δηλώνει και εδώ λέγοντας: «Είναι αρκετή στην κάθε μέρα η κακία της»· διότι τίποτε δεν κάνει να πονέσει τόσο η ψυχή όσο η μέριμνα και η φροντίδα.
Έτσι και ο Παύλος προτρέποντας για παρθενία έδινε την εξής συμβουλή: «θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ(:θέλω λοιπόν να είστε ελεύθεροι από φροντίδες που σας ζαλίζουν και σας ρίχνουν σε μεγάλη ανησυχία. Ο άγαμος στρέφει ολόκληρη την προσοχή και την φροντίδα του σε όσα παραγγέλλει ο Κύριος· φροντίζει πολύ πώς να αρέσει στον Κύριο)»[Α΄Κορ.7,32]. Επίσης όταν ο Κύριος λέγει ότι η αυριανή ημέρα θα μεριμνήσει για τον εαυτό της, δεν εννοεί ότι η ημέρα θα μεριμνήσει γι’ αυτά, αλλά επειδή μιλούσε προς ένα λαό πνευματικά ατελέστερο, θέλοντας να κάνει περισσότερο κατανοητά τα λεγόμενά Του, προσωποποιεί τον καιρό, ομιλώντας προς αυτούς σύμφωνα με τη συνήθεια των πολλών.
Και εδώ μεν συμβουλεύει απλώς, στη συνέχεια όμως και νομοθετεί λέγοντας: «Μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν, μὴ πήραν εἰς ὁδὸν μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ῥάβδον· ἄξιος γάρ ἐστιν ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ(:μην αποκτήσετε και μη φυλάγετε στις ζώνες σας χρυσά νομίσματα, ούτε αργυρά, ούτε χάλκινα. Ούτε να αποκτήσετε σάκο για να βάζετε σε αυτόν ψωμί για τον δρόμο που θα κάνετε. Ούτε δύο πουκάμισα να αποκτήσετε, ούτε υποδήματα εκτός από τα πέδιλα που θα φοράτε, αλλά ούτε και ραβδί. Αυτά σας είναι περιττά· διότι είστε εργάτες που εργάζεστε για την πνευματική ωφέλεια των ανθρώπων, και κάθε εργάτης δικαιούται να δέχεται την τροφή του από εκείνους για τους οποίους μοχθεί)»[Ματθ.10,9-10]. Αφού δηλαδή τα απέδειξε αυτά έμπρακτα, τότε πλέον εισάγει και τη νομοθεσία που ήταν εντονότερη από τους λόγους, όταν και ο λόγος έγινε ευπρόσδεκτος, αφού επιβεβαιώθηκε προηγουμένως με τα δικά Του έργα.
Πού λοιπόν επιβεβαίωσε τους λόγους Του με τα έργα Του; Άκουσε Αυτόν που λέγει: «Καἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ(:οι αλεπούδες έχουν τρύπες που τις χρησιμοποιούν ως φωλιές, και τα πουλιά του ουρανού έχουν μέρη για να κουρνιάζουν, ενώ ο υιός του ανθρώπου -δηλαδή εγώ που γεννήθηκα από την Παρθένο και είμαι ο κατεξοχήν άνθρωπος γνωστός από τις υποσχέσεις του Θεού στον Αδάμ, και ως Μεσσίας πρόκειται να έλθω πάλι Κριτής ένδοξος πάνω στις νεφέλες του ουρανού- δεν έχει ούτε πού να ακουμπήσει το κεφάλι του. Μην περιμένεις λοιπόν κι εσύ να έχεις σωματικές ανέσεις και αναπαύσεις, αλλά πάρε τις αποφάσεις σου γνωρίζοντας από πριν ότι η ζωή των ακολούθων μου είναι γεμάτη από στερήσεις και θυσίες, όπως η δική μου)»[Ματθ. 8,20]. Και δεν αρκείται μόνο σε αυτό, αλλά παρέχει και στους μαθητές την δυνατότητα να αποδείξουν αυτά, διότι και αυτούς τους προετοίμασε έτσι και δεν τους άφησε να έχουν από τίποτε ανάγκη.
Πρόσεξε επίσης και την κηδεμονία Του, που ξεπερνά τη φιλοστοργία κάθε πατέρα· «διότι», λέγει, «σας δίνω αυτήν την εντολή όχι για τίποτε άλλο, αλλά για να σας απαλλάξω από περιττές φροντίδες· διότι και αν σήμερα μεριμνήσεις για την επόμενη ημέρα, και αύριο πάλι θα μεριμνήσεις. Για ποιο λόγο λοιπόν το περιττό; Γιατί καταναγκάζεις την ημέρα να λαμβάνει περισσότερο από την ταλαιπωρία που έτυχε να έχει, και μαζί με τους δικούς της κόπους προσθέτεις και το φορτίο της επόμενης ημέρας, και όλα αυτά κατά τη στιγμή που ως προς τίποτε δεν πρόκειται να ανακουφίσεις την άλλη ημέρα από την προσθήκη που γίνεται, παρά μόνο θα φανερώσεις περίσσευμα περιττών κόπων;».
Για να τους ψέξει επίσης περισσότερο, σχεδόν σαν να έδωσε ψυχή στον χρόνο, τον παρουσιάζει ως αδικούμενο και να φωνάζει ενάντια σε αυτούς για την περιττή καταπόνησή του. Και βέβαια έλαβες την ημέρα, για να φροντίζεις για όσα ανήκουν σε αυτήν. Εξαιτίας τίνος λοιπόν προσθέτεις σε αυτήν και όσα ανήκουν στην επόμενη; Μήπως δεν είναι αρκετό φορτίο η δική της φροντίδα; Για ποιον λόγο λοιπόν τη βαρύνεις περισσότερο;Όταν μάλιστα ο νομοθέτης τα λέγει αυτά, και αυτός που πρόκειται να σε δικάσει, αναλογίσου τις αγαθές ελπίδες που προβάλλει μπροστά μας, όταν ο Ίδιος επιβεβαιώνει ότι αυτή η ζωή είναι γεμάτη από ταλαιπωρίες και κόπους, ώστε να είναι αρκετή και η φροντίδα της μιας ημέρας να μας βλάψει και να μας συντρίψει.
Παρ’ όλα αυτά όμως, αν και έχουν λεχθεί τόσα πολλά και τόσο σπουδαία, εμείς φροντίζουμε μεν για τα επίγεια, αλλά δεν φροντίζουμε καθόλου για τα ουράνια, αλλά αντιστρέψαμε την τάξη, πολεμώντας και από τις δύο πλευρές τους λόγους του Κυρίου. Πρόσεξε λοιπόν· «μη ζητείτε», μας λέγει, «καθόλου τα παρόντα»· εμείς όμως ζητούμε αυτά συνεχώς. «Ζητείτε», λέγει, «τα επουράνια»· εμείς όμως ούτε για ελάχιστη ώρα δεν ζητούμε εκείνα, αλλά αντιθέτως όση μέριμνα καταβάλλουμε για τα βιοτικά, τόση αδιαφορία επιδεικνύουμε για τα πνευματικά, και μάλιστα και πολύ μεγαλύτερη.
Ωστόσο όμως δεν μπορεί να γίνεται πάντοτε αυτό, ούτε πάντοτε είναι δυνατό αυτά να συμβαίνουν. Καλά περιφρονούμε τους λόγους Του για δέκα μέρες, για είκοσι, για εκατό· μα δεν πρέπει τέλος πάντων να επιστρέψουμε και να πέσουμε στα χέρια Αυτού που δικάζει; Ίσως όμως παρέχει παρηγορία η αναβολή. Και ποια είναι η παρηγορία, το να αναμένεις καθημερινά κόλαση και τιμωρία; Διότι εάν θέλεις κάποια παρηγορία να έχεις από αυτήν την αναβολή, λάβε τη διόρθωση που προέρχεται από τη μετάνοια· διότι και αν νομίζεις ότι η αναβολή της τιμωρίας ότι σου παρέχει κάποια ανακούφιση, πολύ μεγαλύτερο είναι το κέρδος το να μην υποπέσεις στην τιμωρία.
Ας χρησιμοποιήσουμε λοιπόν αυτήν την αναβολή που κάνει ο Θεός προκειμένου να μας τιμωρήσει για την αδιαφορία μας, ώστε να απαλλαγούμε εντελώς από τα επικείμενα κακά· διότι δεν είναι κανένα από τα παραγγέλματά Του ούτε φορτικό, ούτε και βαρύ, αλλά είναι όλα τόσο εύκολα και εφαρμόσιμα, ώστε εάν προσφέρουμε μόνο γνήσια προαίρεση, θα μπορέσουμε να τα εφαρμόσουμε και αν ακόμη είμαστε υπεύθυνοι μυρίων αμαρτημάτων.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
· https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλίες Κ΄, ΚΑ΄ και ΚΒ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 9 σελίδες 712-727 και τόμος 10, σελίδες 9-27 και 30-53 αντίστοιχα.
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 183-212.
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
· https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Κ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 9, σελίδες 712-727.
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 64, σελ. 183- 190 (ή: 88- 92 του PDF) .
https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLUnhXelZwYTVqWWs/view
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm