Αποτέλεσμα εικόνας για Κυριακή Δ Λουκά

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ΛΟΥΚΑ : Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, κεφ. η΄, χωρία 4 έως 15

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ

[Μέρος δεύτερο: υπομνηματισμός των χωρίων Ματθ.13,10-23 ]

«Κα προσελθόντες ο μαθητα επον ατ· διατί ν παραβολας λαλες ατος; δ ποκριθες επεν ατος· τι μν δέδοται γνναι τ μυστήρια τς βασιλείας τν ορανν, κείνοις δ ο δέδοται(:Και οι μαθητές, αφού Τον πλησίασαν, του είπαν: “γιατί τους ομιλείς με παραβολές;”. Και ο Ιησούς τους αποκρίθηκε και τους είπε: “διότι σε σας που έχετε καλή και ειλικρινή διάθεση, σας έχει δοθεί από τον Θεό ως χάρη να μάθετε τις μυστηριώδεις αλήθειες της βασιλείας των ουρανών, σε εκείνους όμως δεν έχει δοθεί αυτή η χάρη)»[Ματθ.13,10-11].

Αξίζει να θαυμάσουμε τους μαθητές, πώς, επιθυμώντας να μάθουν, γνώριζαν πότε έπρεπε να ρωτήσουν. Δεν έκαναν δηλαδή παρουσία όλων την ερώτηση, πράγμα που το δήλωσε ο ευαγγελιστής Ματθαίος, λέγοντας: «κα προσελθόντες(:και αφού προσήλθαν)». Και το ότι οι λόγοι αυτοί δεν είναι φανταστικοί, το δήλωσε σαφέστερα ο ευαγγελιστής Μάρκος, λέγοντας ότι κατ ’ιδίαν προσήλθαν σε Αυτόν[βλ. Μαρκ.4,10: «τε δ γένετο κατ μόνας, ρώτησαν ατν ο περ ατν σν τος δώδεκα τν παραβολήν(:Όταν λοιπόν αναχώρησε ο λαός και έμεινε μόνος, τον ρώτησε ο ευρύτερος κύκλος των μαθητών Του μαζί με τους δώδεκα τη σημασία της παραβολής)». Αυτό λοιπόν έπρεπε να κάνουν προηγουμένως και οι αδελφοί και η μητέρα Του, και όχι να Τον καλέσουν έξω και να επιδειχθούν κατ’ αυτόν τον τρόπο[βλ. Μαρκ.γ΄,31-32: « ρχονται ον μήτηρ ατο κα ο δελφο ατο, κα ξω σττες πέστειλαν πρς ατν φωνοντες ατόν·επον δ ατ· δο μήτηρ σου κα ο δελφοί σου ξω ζητοσί σε. (: Έφθασαν τότε η μητέρα Του και αυτοί που πολλοί νόμιζαν ότι είναι κατά σάρκαν αδελφοί Του, κι αφού στάθηκαν έξω από το σπίτι, έστειλαν κάποιους σε Αυτόν και Τον φώναξαν. Κι ενώ γύρω Του καθόταν πολύς λαός, Του είπαν: ‘’Για δες, η μητέρα σου και οι αδελφοί σου στέκονται έξω και σε ζητούν’’.

Αλλά πρόσεξε και τη φιλοστοργία των μαθητών· πώς δηλαδή συζητούν με τον διδάσκαλό τους για χάρη των άλλων και πρωτίστως ενδιαφέρονται για εκείνους και έπειτα για του εαυτούς τους. Διότι λέγουν: «Διατί ν παραβολας λαλες ατος;(:Για ποιο λόγο τους μιλάς με παραβολές;)». Δεν είπαν: «Γιατί ομιλείς προς εμάς με παραβολές;». Αλλά και σε άλλες περιπτώσεις φαίνονται με πολλούς τρόπους να εκδηλώνουν τη φιλοστοργία τους προς όλους, όπως για παράδειγμα όταν λένε: «πόλυσον τν χλον, να πορευθέντες ες τς κύκλ κώμας κα τος γρος καταλύσωσι κα ερωσιν πισιτισμόν, τι δε ν ρήμ τόπ σμέν(:Δώσε εντολή στα πλήθη του λαού να φύγουν, να πάνε στα γύρω χωριά και τα χωράφια και να βρουν εκεί και καταλύματα να περάσουν τη νύχτα τους και τρόφιμα να φάνε. Διότι εδώ βρισκόμαστε σε ερημικό τόπο)»[Λουκ.9,12]· και επίσης: «τότε προσελθόντες ο μαθητα ατο επον ατ· οδας τι ο Φαρισαοι σκανδαλίσθησαν κούσαντες τν λόγον;(: τότε αφού Τον πλησίασαν οι μαθητές Του είπαν σε Αυτόν: ‘’γνωρίζεις ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν και αγανάκτησαν, όταν άκουσαν τον λόγο που είπες για τις τροφές;’’)»[Ματθ.15,12].

Και ποια απάντηση λοιπόν δίνει ο Χριστός; «μν (:Σε εσάς)», λέγει, «δέδοται γνναι τ μυστήρια τς βασιλείας τν ορανν·κείνοις δ ο δέδοται (:έχει δοθεί το προνόμιο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, σε εκείνους όμως δεν δόθηκε αυτό το προνόμιο». Και αυτό το είπε όχι για να δηλώσει ότι αυτό συνέβη κατ’ ανάγκην, ούτε ότι έγινε απλώς και ως έτυχε κάποια προτίμηση προς αυτούς, αλλά για να δείξει ότι οι ίδιοι οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είναι αίτιοι όλων των συμφορών, και επειδή ίσως θέλει να καταστήσει γνωστό ότι αυτό το γνώρισμα είναι δωρεά και χάρη που δίνεται άνωθεν· επειδή όμως είναι δωρεά δεν σημαίνει ότι έχει καταργηθεί το δικαίωμα να ενεργήσουν ελεύθερα. Και αυτό καθίσταται φανερό από τα όσα ειπώθηκαν στη συνέχεια.

Πρόσεξε λοιπόν πώς φανερώνει ότι μέσα μας βρίσκεται η αιτία της ελεύθερης εκλογής, ώστε ούτε εκείνοι να απογοητευθούν, αλλά ούτε και αυτοί να αδιαφορήσουν όταν θα ακούσουν γιατί τους δόθηκε το προνόμιο αυτό. «στις γρ χει, δοθήσεται ατ κα περισσευθήσεται· στις δ οκ χει, κα χει ρθήσεται π᾿ ατο(:Διότι σε εκείνον που έχει πίστη και προθυμία, θα δοθεί η γνώση των θείων μυστηρίων, και θα δοθεί πλούσια και με πλεονασμό. Από εκείνον όμως που δεν έχει πίστη και αγαθή διάθεση, θα του αφαιρεθεί και η λίγη ακόμη γνώση που έχει.)»[Ματθ.13,12]. Και είναι μεν γεμάτα από ασάφεια όσα ειπώθηκαν, παρά ταύτα όμως φανερώνουν ανεκδιήγητη δικαιοσύνη. Το νόημα των λόγων Του είναι το εξής: «Όταν κανείς δείχνει προθυμία και ενδιαφέρον, θα δοθούν σε αυτόν από τον Θεό και όλα τα άλλα, όταν όμως είναι άδειος από αυτά και δεν προσπαθεί όσο εξαρτάται από τον ίδιο, τότε δεν του δίνονται ούτε και αυτά του Θεού». «Καθόσον», λέγει, «αυτό που νομίζει ότι έχει θα του αφαιρεθεί»· όχι ότι του το αφαιρεί ο Θεός, αλλά επειδή ο ίδιος δεν αξιοποιεί αυτά που είχε. Το ίδιο κάνουμε και εμείς· όταν δηλαδή δούμε κάποιον να ακούει με ραθυμία και δεν μπορούμε παρά όλες τις παρακλήσεις μας να τον πείσουμε να προσέχει, παύουμε στη συνέχεια να επιμένουμε. Διότι εάν συνεχίσουμε να επιμένουμε, τότε μεγαλώνει η αδιαφορία του. Εκείνον όμως που ενδιαφέρεται για να μάθει, τον προσελκύουμε και του διδάσκουμε πάρα πολλά. Και πολύ ορθά είπε «και αυτό που νομίζει ότι έχει»· διότι ούτε και αυτό που νομίζει ότι έχει το έχει.

Ακολούθως κατέστησε περισσότερο σαφές αυτό που είπε, αφού εξήγησε τη σημασία των λόγων Του «στις γρ χει, δοθήσεται ατ κα περισσευθήσεται· στις δ οκ χει, κα χει ρθήσεται π᾿ ατο(:Διότι σε εκείνον που έχει πίστη και προθυμία, θα δοθεί η γνώση των θείων μυστηρίων, και θα δοθεί πλούσια και με πλεονασμό. Από εκείνον όμως που δεν έχει πίστη και αγαθή διάθεση, θα του αφαιρεθεί και η λίγη ακόμη γνώση που έχει.)». «Δι τοτο(:Για τον λόγο αυτόν), λέγει, «ν παραβολας ατος λαλ, να βλέποντες μ βλέπωσι (:ομιλώ με παραβολές προς αυτούς, διότι αν και έχουν μάτια και βλέπουν τα θαύματά μου, εντούτοις δεν θέλουν να δουν και να πιστέψουν)». «Έπρεπε λοιπόν», θα μπορούσε να πει κανείς, «να ανοίξουν τα μάτια τους, εφόσον τα έχουν κλειστά». Αλλά εάν μεν η τύφλωσή τους αυτή ήταν εκ φύσεως, έπρεπε να ανοίξουν τα μάτια τους, επειδή όμως η τύφλωσή τους οφείλεται στους ίδιους και είναι αυθαίρετη, για τούτο δεν είπε απλώς «δεν βλέπουν», αλλά «μολονότι έχουν μάτια, δεν βλέπουν».

Επομένως η τύφλωσή τους οφείλεται στην πονηρία τους. Διότι είδαν οι Φαρισαίοι και δαίμονες να εκβάλλονται από τους δαιμονισμένους κα έλεγαν: «οτος οκ κβάλλει τ δαιμόνια εμ ν τ Βεελζεβούλ, ρχοντι τν δαιμονίων(:αυτός δεν βγάζει τα δαιμόνια παρά μόνο με τη βοήθεια κα τη δύναμη του Βεελζεβούλ, που είναι ο άρχοντας των δαιμονίων)»[Ματθ. 12,24]. Τον άκουσαν να τους οδηγεί προς τον Θεό και να συμφωνεί απολύτως προς Αυτόν και όμως λέγουν ότι «οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ(:αυτός ο άνθρωπος δεν προέρχεται από τον Θεό»[Ιω.9,16]. Επειδή λοιπόν διεκήρυσσαν τα αντίθετα και από όσα έβλεπαν και από όσα άκουγαν, «για τον λόγο αυτόν», λέγει, «τους αφαιρώ και τη δυνατότητα να ακούνε. Διότι δεν έχουν να ωφεληθούν τίποτε επιπλέον από αυτό, αντίθετα μάλιστα αυξάνουν και επιπλέον την καταδίκη τους». Διότι όχι μόνο δεν πίστευαν, αλλά και Τον κατέκριναν, Τον κατηγορούσαν και Τον επιβουλεύονταν. Αλλά όμως δεν το λέγει αυτό· διότι δε θέλει να είναι σκληρός κατήγορός τους κατά παρόμοιο τρόπο, αλλά αυτό συνέβη με πάρα πολλή σαφήνεια. Επειδή όμως ήσαν διεστραμμένοι και δεν έβλεπαν αυτά, για τον λόγο αυτόν στο εξής μιλάει με παραβολές.

Έπειτα, για να μη νομίσει κανείς ότι τα όσα ειπώθηκαν είναι απλώς και μόνο κατηγορίες και ούτε να λένε ότι επειδή είναι εχθρός μας, μας κατηγορεί για όλα αυτά και μας διαβάλλει, επικαλείται και τους λόγους του προφήτη που συμφωνούν με τους δικούς Του. Διότι, λέγει, «κα τότε πληρωθήσεται ατος προφητεία σαΐου λέγουσα·κο κούσετε κα ο μ συντε, κα βλέποντες βλέψετε κα ο μ δητε· παχύνθη γρ καρδία το λαο τούτου, κα τος σ βαρέως κουσαν, κα τος φθαλμος ατν κάμμυσαν, μήποτε δωσι τος φθαλμος κα τος σν κούσωσι κα τ καρδί συνσι κα πιστρέψωσι, κα άσομαι ατούς (:έτσι επαληθεύεται πλήρως σε αυτούς η προφητεία του Ησαΐα που λέει: ‘’Θα ακούσετε με τα σωματικά σας αυτιά το κήρυγμα της αλήθειας και δεν θα το καταλάβετε. Και βλέποντας με τα σωματικά σας μάτια, θα δείτε, αλλά δε θα δουν και οι ψυχές σας για να φωτιστούν, αλλά θα παραμείνετε πνευματικώς τυφλοί. Και θα τους συμβεί αυτό, διότι εξαιτίας της κακής τους διαθέσεως ο νους του λαού αυτού σκληρύνθηκε και σκοτίστηκε, και με τα πνευματικά τους αυτιά άκουσαν με δυσφορία και έκλεισαν τα μάτια της ψυχής τους, μη θέλοντας να δουν κάποια φορά με τα πνευματικά τους μάτια και να ακούσουν με τα εσωτερικά τους αυτιά και να κατανοήσουν με την καρδιά τη σωτηριώδη αλήθεια και με τη μετάνοια να επιστρέψουν, οπότε και θα τους θεραπεύσω’’»[Ησ. 6,9-10].

Είδες ότι είναι ακριβώς ίδια και η κατηγορία του Ησαΐα; Διότι ούτε και αυτός είπε ότι «δεν βλέπετε», αλλά «θα βλέπετε και δε θα κατανοείτε»· ούτε είπε ότι «δε θα ακούτε» αλλά «θα ακούσετε και δε θα καταλαβαίνετε». Ώστε λοιπόν από την αρχή αυτοί οι ίδιοι απομάκρυναν τους εαυτούς τους από τη δυνατότητα να σωθούν, αφού βούλωσαν τα αυτιά τους, έκλεισαν τα μάτια τους και σκλήρυναν την καρδιά τους. Διότι όχι μόνο δεν πρόσεχαν τις εντολές του Θεού, αλλά και «βαρέως κουον(:τις άκουγαν με δυσφορία)». «Και αυτό το έκαναν», λέγει, «μήπως επιστρέψουν και τους θεραπεύσω», εννοώντας με αυτά τη μεγάλη πονηρία τους και την, κατά τρόπο πολύ πεισματώδη, αποστροφή τους.

Και αυτό το λέγει με σκοπό να τους προσελκύσει και να διεγείρει την προσοχή τους και να τους δείξει ότι θα τους θεραπεύσει εάν επιστρέψουν. Είναι σαν να έλεγε κάποιος: «Δε θέλησε να με δει και τον ευγνωμονώ· διότι αν αξιωνόμουνα να τον δω, επρόκειτο αμέσως να υποχωρήσω». Αυτό λοιπόν το λέγει για να δείξει με ποιον τρόπο θα ήταν δυνατόν να συμφιλιωθεί. Το ίδιο βέβαια λέγει και εδώ· «μήπως κάποτε επιστρέψουν και τους θεραπεύσω», δείχνοντας ότι και η επιστροφή είναι δυνατή, και ότι,εφόσον μετανοήσουν, είναι δυνατό να σωθούν· και ότι όλα τα έκανε όχι για τη δόξα Του, αλλά χάριν της σωτηρίας τους.

Διότι,εάν δεν ήθελε να ακούσουν και να σωθούν, έπρεπε να σιγήσει και να μην τους ομιλούσε με παραβολές. Τώρα όμως ακριβώς για τούτο το πράγμα τους προτρέπει, με το να τους ομιλεί κατά τρόπο αλληγορικό. «Μ θελήσει θελήσω τν θάνατον το νόμου, λέγει Κύριος, ς τ ποστρέψαι ατν κ τς δο τς πονηρς κα ζν ατόν;(: Μήπως, τάχα, εγώ θέλω τον θάνατο του αμαρτωλού, λέγει ο Κύριος, όπως και όσο θέλω και επιθυμώ να απαρνηθεί αυτός τον αμαρτωλό τρόπο της ζωής, να επιστρέψει μετανοημένος προς εμένα, για να ζήσει επί μακρόν;)»[Ιεζ. 18,23]. Το για το ότι βέβαια η αμαρτία δεν οφείλεται στη φύση, ούτε είναι αποτέλεσμα ανάγκης και βίας αλλά ελεύθερης επιλογής του κάθε ανθρώπου, άκουσε τι λέγει προς τους αποστόλους: «μν δ μακάριοι ο φθαλμοί, τι βλέπουσι, κα τ τα μν, τι κούουσιν(:Αυτά προείπε ο προφήτης για εκείνους. Τα δικά σας όμως πνευματικά μάτια είναι άξια μακαρισμού, διότι βλέπουν. Αλλά και τα αυτιά των ψυχών σας είναι μακάρια, διότι ακούνε)». Και δεν εννοώ την όραση ούτε την ακοή του σώματος, αλλά της διανοίας. Καθόσον και οι απόστολοι ήσαν Ιουδαίοι και είχαν την ίδια ανατροφή με αυτούς, αλλά όμως δεν υπέστησαν καμία βλάβη από την προφητεία, επειδή είχαν ευμενώς διακείμενη την προαίρεση και τη διάθεση, που αποτελεί τη ρίζα των αγαθών.

Βλέπεις ότι το «δόθηκε σε σας» δεν ήταν αποτέλεσμα ανάγκης; Διότι δε θα μακαρίζονταν, εάν το κατόρθωμα δεν ήταν προσωπικό. Αλλά, σε παρακαλώ, μη μου πεις ότι δεν ήσαν σαφή αυτά που τους έλεγε· διότι μπορούσαν να Τον πλησιάσουν και να Τον ρωτήσουν, όπως ακριβώς έκαναν και οι μαθητές Του. Αλλά δεν θέλησαν, επειδή ήσαν ράθυμοι και αναίσθητοι. Αλλά γιατί λέγω «δεν θέλησαν»; Διότι έκαναν τα τελείως αντίθετα. Όχι δηλαδή μόνο δεν πίστευαν, ούτε μόνο δεν άκουγαν, αλλά και Τον καταπολεμούσαν και περιφρονούσαν τελείως τους λόγους Του· και ακριβώς για τούτον τον λόγο παρουσιάζει τον προφήτη να τους κατηγορεί, λέγοντας ότι «βαρέως κουον(:με δυσφορία άκουγαν)».

Αλλά όμως δεν ήσαν τέτοιοι και οι μαθητές Του και για τον λόγο λοιπόν αυτόν και τους μακάριζε. Και σε άλλη ευκαιρία τους παρέχει την ίδια διαβεβαίωση πάλι, λέγοντας: «μν γρ λέγω μν τι πολλο προφται κα δίκαιοι πεθύμησαν δεν βλέπετε, κα οκ εδον, κα κοσαι κούετε, κα οκ κουσαν(: Και οι πνευματικές σας αισθήσεις είναι μακάριες, διότι αληθινά σας λέω ότι πολλοί προφήτες και δίκαιοι επιθύμησαν να δουν αυτά που βλέπετε εσείς και δεν αξιώθηκαν να τα δουν. Επιθύμησαν και να ακούσουν αυτά που εσείς ακούτε, και δεν τα άκουσαν. Διότι έζησαν σε παλαιότερα χρόνια και δεν πρόφτασαν να δουν την επίγεια παρουσία μου· «και λέγοντας αυτά εννοώ», λέγει, «την έλευσή Μου στον κόσμο, αυτά τα θαύματα, τη φωνή, τη διδασκαλία μου». Στην προκειμένη περίπτωση τούς παρουσιάζει ως καλύτερους όχι μόνο από τους διεφθαρμένους, αλλά και από εκείνους που είχαν προκόψει στην αρετή, καθόσον λέγει ότι είναι περισσότερο αξιομακάριστοι αυτοί από εκείνους. Και τι σημαίνουν οι λόγοι αυτοί; Σημαίνουν ότι αυτοί βλέπουν όχι μόνο όσα δεν είδαν οι Ιουδαίοι, αλλά και όσα επιθύμησαν εκείνοι να δουν. Διότι οι Δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης μεν Τον είδαν μόνο δια της πίστεως, ενώ αυτοί Τον βλέπουν και με τα μάτια τους και πολύ πιο καθαρότερα. Βλέπεις πώς πάλι συνδέει την Παλαιά Διαθήκη με την Καινή, παρουσιάζοντας όχι μόνο εκείνους να γνωρίζουν τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά και με το να τα επιθυμούν πάρα πολύ; Δε θα ήταν δυνατό να το επιθυμήσουν εάν ήσαν οπαδοί κάποιου ξένου και αντίθετου Θεού.

« μες ον κούσατε τν παραβολν το σπείραντος(:Εσείς λοιπόν που δεχθήκατε από τον Θεό τη δωρεά να γνωρίσετε τα μυστήρια της Βασιλείας των ουρανών, ακούστε τη σημασία της παραβολής του σπορέα)»,λέγει· και αναφέρει όλα όσα προηγουμένως ειπώθηκαν, δηλαδή τα περί ραθυμίας και προσπάθειας, τα περί δειλίας και ανδρείας, τα περί χρημάτων και ακτημοσύνης, δείχνοντας έτσι τη βλάβη που προέρχεται από το ένα μέρος και την ωφέλεια από το άλλο. Στη συνέχεια επίσης παρουσιάζει και τους διάφορους τρόπους της αρετής. Διότι σαν φιλάνθρωπος που είναι δεν όρισε μία μόνο οδό, ούτε είπε ότι εάν κανείς δεν αυξήσει σε εκατό αυτά που έλαβε θα χαθεί· αλλά και αυτός που τα αυξάνει σε εξήντα, σώζεται· και όχι μόνο αυτός, αλλά και αυτός που τα αυξάνει σε τριάντα. Και αυτό το έκανε, για να κάνει εύκολη την σωτηρία.

Και εσύ λοιπόν δεν μπορείς να ασκήσεις παρθενία; Σύναψε γάμο με σωφροσύνη. Δεν μπορείς να ασκήσεις την ακτημοσύνη; Δώσε κάτι από αυτά που έχεις. Δεν μπορείς να σηκώνεις εκείνο το φορτίο; Μοίρασε τα υπάρχοντά σου με τον Χριστό. Δε θέλεις να Του τα παραχωρήσεις όλα; Δώσε Του έστω και τα μισά ή και το ένα τρίτο μόνο. Αδελφός του φτωχού Χριστιανού αδερφού σου είσαι και συγκληρονόμος· κάνε τον και στην εδώ ζωή συγκληρονόμο. Όσα επρόκειτο να δώσεις σε εκείνον, τα δίνεις στον εαυτό σου. Δεν ακούς τι λέει ο προφήτης; « Διάθρυπτε πεινντι τν ρτον σου κα πτωχος στέγους εσαγε ες τν οκόν σου· ἐὰν δς γυμνόν, περίβαλε, κα π τν οκείων το σπέρματός σου οχ περόψει(:Κόβε το ψωμί σου και μοιράσου το με τον πτωχό. Βάλε αστέγους στο σπίτι σου· εάν δεις γυμνό, ντύσε τον. Και απέναντι των οικείων σου μη δείξεις αδιαφορία και καταφρόνηση [Ησ.58,7].

Εάν λοιπόν δεν πρέπει να περιφρονούμε τους συγγενείς, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να περιφρονούμε τον Δεσπότη, που μας έδωσε όχι μόνο το δικαίωμα της δεσποτείας αλλά και της συγγένειας και άλλα ακόμη πολύ περισσότερα. Καθόσον και μέτοχο των αγαθών Του μας κατέστησε, χωρίς μάλιστα να πάρει τίποτε από εμάς, αλλά και πρώτος έκανε αρχή της ανέκφραστης αυτής ευεργεσίας. Επομένως πώς δεν είναι έσχατη ανοησία το να μη γίνει κανείς φιλάνθρωπος ούτε χάρη αυτής της δωρεάς, ούτε να δώσει αμοιβή έναντι της χάριτος, και να προσφέρει ελάχιστα, έναντι τόσο πολλών και σπουδαίων που έλαβε; Διότι αυτός μεν σε έκανε κληρονόμο των ουρανών, ενώ εσύ δεν Του δίνεις ούτε τα γήινα πράγματά σου; Αυτός, χωρίς καμία δική σου προκοπή, αλλά και μολονότι ήσουν εχθρός Του, σε συμφιλίωσε με τον εαυτό Του, ενώ εσύ δεν δίνεις ούτε σε αυτόν που είναι φίλος και ευεργέτης σου; Άραγε δε θα ήταν δίκαιο πριν από τη βασιλεία και πριν από όλες τις δωρεές να ευγνωμονεί κανείς αυτόν και για τον λόγο ότι του χαρίζει όλες αυτές; Καθόσον και οι δούλοι, όταν προσκαλούν τους κυρίους τους για να τους προσφέρουν γεύμα, πιστεύουν ότι δεν προσφέρουν, αλλά λαμβάνουν. Εδώ όμως συνέβη το αντίθετο. Διότι δεν προσκάλεσε ο δούλος τον κύριό του, αλλά ο Κύριος πρώτος προσκάλεσε τον δούλο Του στην τράπεζά Του. Εσύ όμως ούτε και μετά από αυτό τον προσκαλείς; Πρώτος σε έβαλε μέσα στην οικία Του, εσύ όμως δεν κάνεις το ίδιο ούτε και δεύτερος; Αυτός όταν εσύ ήσουν γυμνός σε έντυσε, εσύ όμως δεν Τον βάζεις στην οικία σου, τώρα που είναι ξένος, ούτε και μετά από αυτά; Πρώτος σε πότισε από το ποτήριό Του, αλλά εσύ δεν Του δίνεις ούτε λίγο κρύο νερό; Σε πότισε με το άγιο Πνεύμα, εσύ όμως δεν ικανοποιείς ούτε τη σωματική Του δίψα; Αυτός, αν και είσαι άξιος κολάσεως, σε πότισε με Πνεύμα, εσύ όμως, αν και διψάει, Τον περιφρονείς, αν και πρόκειται όλα αυτά να τα κάνεις από τις δικές Του δωρεές;

Δε θεωρείς δηλαδή σπουδαίο πράγμα το να κρατήσεις στα χέρια σου το ποτήρι, από το οποίο πρόκειται να πιει ο Χριστός, και να το φέρεις στο στόμα σου; Δε βλέπεις ότι μόνο στον ιερέα επιτρέπεται να προσφέρει το ποτήριο του Αίματος; «Εγώ όμως», λέγει, «δεν έχω ακριβή απαίτηση για όλα αυτά, αλλά δέχομαι και αν ακόμη ο ίδιος το προσφέρεις· και αν ακόμη είσαι λαϊκός δε σε αποφεύγω. Και δε ζητώ να μου δώσεις αυτό που σου έδωσα· διότι δε σου ζητώ αίμα, αλλά κρύο νερό». Αναλογίσου σε Ποιον δίνεις νερό και φρίξε. Σκέψου ότι εσύ γίνεσαι ιερέας του Χριστού, δίνοντάς Του με το ίδιο το χέρι σου, όχι σάρκα, αλλά άρτο, όχι αίμα, αλλά ποτήριο κρύου νερού. Σε έντυσε με το ένδυμα της σωτηρίας, σε έντυσε με τον ίδιο Του τον εαυτό· εσύ ντύσε Τον στο πρόσωπο κάθε φτωχού και αναγκεμένου συνανθρώπου σου, έστω και με το ένδυμα δούλου. Σε έκανε ένδοξο στους ουρανούς· εσύ τουλάχιστον απάλλαξέ τον από τη φρίκη και τη γυμνότητα και την ασχημοσύνη. Σε έκανε συμπολίτη των αγγέλων· εσύ δώσε Του έστω και στέγη μόνο, δέξου Τον στην οικία σου έστω και όπως θα δεχόσουνα τον υπηρέτη σου. «Δεν περιφρονώ αυτό εδώ το καταφύγιο, και αν ακόμη προς χάριν σου άνοιξα ολόκληρο τον ουρανό. Σε απάλλαξα από πάρα πολύ φοβερή φυλακή· εγώ δε ζητώ αυτό, ούτε λέγω, απάλλαξέ με και εσύ· αλλά και μόνο να με δεις με συμπάθεια, όταν θα είμαι δεμένος, αρκεί αυτό για να με παρηγορήσει. Εγώ, ενώ εσύ ήσουν νεκρός, σε ανέστησα· όμως δε ζητώ το ίδιο και από εσένα, αλλά απλώς λέγω να με επισκεφτείς όταν θα είμαι άρρωστος».

Όταν λοιπόν είναι τόσο μεγάλα αυτά που μας έχει δώσει και τόσο ασήμαντα αυτά που ζητεί από εμάς, και δεν Του παρέχουμε ούτε αυτά, πόσης τιμωρίας άραγε δεν θα είμαστε άξιοι; Δικαιολογημένα θα οδηγηθούμε στο πυρ, το ετοιμασμένο για τον διάβολο και τους αγγέλους του, εφόσον είμαστε πιο αναίσθητοι και από την πέτρα. Διότι, πες μου, πόσο μεγάλη είναι η αναισθησία μας, που, αν και λάβαμε τόσα πολλά και πρόκειται να λάβουμε ακόμη περισσότερα, παραμένουμε δούλοι των χρημάτων, τα οποία μετά από λίγο θα αποχωριστούμε και χωρίς να το θέλουμε; Και άλλοι μεν και την ψυχή τους έδωσαν και και το αίμα τους έχυσαν · εσύ όμως ούτε τα περιττά δεν απορρίπτεις χάριν των ουρανών και χάριν των τόσων στεφάνων; Και ποιας συγνώμης θα μπορούσες να αξιωθείς και ποιας απολογίας, κατά τη στιγμή που ευχαρίστως μεν κάνεις τα πάντα για τον σπόρο της γης και δανείζεις στους ανθρώπους χωρίς καμία φειδώ, όμως, όταν πρόκειται να φιλοξενήσεις τον Κύριό σου, δια μέσου αυτών που έχουν ανάγκη, γίνεσαι τόσο ωμός και απάνθρωπος;

Όλα αυτά λοιπόν αφού τα χαράξουμε βαθιά στον νου μας και αναλογιστούμε αυτά που έχουμε λάβει, αυτά που πρόκειται να λάβουμε και αυτά που ζητούμε από τον Θεό, ας συγκεντρώσουμε όλο το ενδιαφέρον μας στα πνευματικά πράγματα. Ας γίνουμε επιτέλους ήπιοι και φιλάνθρωποι, για να μην επισύρουμε κατά του εαυτού μας την ανυπόφορη καταδίκη. Διότι τι δε θα είναι ικανό να μας καταδικάσει; Οι τόσο πολλές και τόσο σπουδαίες δωρεές του Θεού σε σχέση με τη δική μας αχαριστία; Το ότι δεν επιδιώξαμε τίποτε το αξιόλογο; Το ότι δεν ενδιαφερθήκαμε για τέτοια πράγματα, τα οποία θα αφήσουμε εδώ και αν ακόμη δεν το θέλουμε; Το ότι συγκεντρώσαμε όλο το ενδιαφέρον μας και την αγάπη μας στα βιοτικά πράγματα; Διότι το καθένα από αυτά είναι ικανό και μόνο του να μας καταδικάσει· ποια όμως θα είναι η ελπίδα για τη σωτηρία μας όταν συγκεντρωθούν όλα μαζί;

Ώστε λοιπόν για να αποφύγουμε όλη αυτήν την καταδίκη πρέπει να επιδείξουμε γενναιοδωρία προς τους πτωχούς· διότι έτσι θα απολαύσουμε όλα τα αγαθά, και τα εδώ και τα εκεί, τα οποία μακάρι να επιτύχουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμις στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:

  • https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-matthaeum.pdf

  • Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΜΕ΄, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11, σελίδες 196-213.

  • Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 66, σελ. 123-131 (ή: 58- 62 του PDF) .

https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLNGl0aDRXWHNiUDg/view

  • Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

  • Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

  • Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

  • http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

πηγή:ἠλεκτρονικό ταχυδρομεῖο