ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Α΄Κορ.1,10-17]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
Μέρος δεύτερο: υπομνηματισμός των εδαφίων Α΄Κορ.1,14-17
«Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον (:καθώς βλέπω τώρα ποια κατάχρηση του ονόματός μου κάνετε, ευχαριστώ τον Θεό, διότι προνόησε να μη βαπτίσω αυτοπροσώπως κανέναν από εσάς, εκτός από τον Κρίσπο και τον Γάιο)»[Α΄Κορ. 1,14]. «Γιατί μεγαλοφρονείτε για το ότι βαπτίζετε, ενώ εγώ απεναντίας ευχαριστώ τον Θεό επειδή δεν το έκανα αυτό;». Και λέγοντας αυτά, αφαιρεί με επιμέλεια την αλαζονεία για την εκτέλεση του βαπτίσματος, όχι τη δύναμη του βαπτίσματος- μη γένοιτο- αλλά τη μωρία όσων μεγαλοφρονούσαν για το βάπτισμα, πρώτα μεν με το να δείχνει ότι δεν είναι δικό του δώρο και δεύτερο με το να ευχαριστεί τον Θεό για αυτό· διότι είναι μεν το βάπτισμα μέγα, αλλά το καθιστά μέγα όχι αυτός που βαπτίζει αλλά Εκείνος που καλεί στο βάπτισμα· το βάπτισμα βεβαίως απαιτεί σημαντικό ανθρώπινο κόπο, αλλά είναι πολύ ευκολότερο από τον ευαγγελισμό. Είναι δηλαδή μέγα μεν το βάπτισμα -το επαναλαμβάνω- και χωρίς το βάπτισμα είναι αδύνατον να επιτύχει ο άνθρωπος τη Βασιλεία· αλλά αυτό δύναται να το πραγματοποιήσει και άνθρωπος που δεν είναι πολύ γενναίος, ο ευαγγελισμός όμως χρειάζεται πολύ κόπο.
Λέει επίσης και την αιτία, για την οποία ευχαριστεί ότι κανέναν δεν βάπτισε. Ποια λοιπόν είναι αυτή; Λέει: «ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβάπτισα. Και έτσι τώρα δεν μπορεί κανείς να πει ότι στο δικό μου όνομα βάπτισα)» [Α΄Κορ. 1,15]. Έλεγαν λοιπόν αυτό για εκείνους; Καθόλου; «Αλλά φοβούμαι», λέγει, «μήπως το νόσημα προχωρήσει μέχρις αυτού του σημείου. Εάν δηλαδή έχει γίνει εκλογή μεταξύ ευτελών ανθρώπων που βαπτίζουν χωρίς οι ίδιοι να έχουν καμία αξία, εάν εγώ που κήρυξα το βάπτισμα βάπτισα πολλούς, θα ήταν φυσικό αυτοί αφού συνενωθούν όχι μόνο να ονομάζονται από το όνομά μου, αλλά και να ταυτίζουν το βάπτισμα με εμένα»· διότι εάν προκλήθηκε τόσο μεγάλο κακό από δευτερεύοντα θέματα, ίσως θα δημιουργούνταν χειρότερες καταστάσεις από σοβαρότερες αιτίες.
Αφού λοιπόν έλεγξε όσους είχαν αμαρτήσει στο θέμα αυτό και αφού πρόσθεσε: «ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον(:βάπτισα επίσης και την οικογένεια του Στεφανά)», πάλι ελαττώνει την αλαζονεία τους λέγοντας: «λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα (:εκτός από αυτούς, δεν γνωρίζω αν βάπτισα κανέναν άλλον)»[Α΄Κορ.1,16]· εδώ δηλαδή δείχνει ότι καθόλου δεν τον ενδιέφερε το να τον τιμούν οι πολλοί· για τον λόγο αυτόν ούτε βάπτιζε για να αποκτήσει δόξα.
Και όχι μόνο αυτά, αλλά και με τα εξής περιορίζει πολύ την ένταση της ασθένειάς τους, λέγοντας: «οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾿ εὐαγγελίζεσθαι (:και δεν έκανα κύριο έργο μου το βάπτισμα, διότι ο Χριστός δεν μου ανέθεσε τη διακονία του Αποστόλου για να βαπτίζω, πράγμα που μπορεί να κάνει και ένας απλός λειτουργός· αλλά με απέστειλε ο Θεός να κηρύττω το Ευαγγέλιο)»[Α΄Κορ. 1,17]. Αυτό δηλαδή ήταν το πλέον επίπονο που ήθελε πολύ μόχθο και σιδηρά ψυχή και το οποίο περιλάμβανε τα πάντα· για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος αυτό το έργο αναλάμβανε.

Και για ποιο λόγο βάπτιζε, ενώ δεν απεστάλη να βαπτίζει; Το έκανε όχι εναντιούμενος προς Εκείνον που τον απέστειλε, αλλά από περίσσεια ζήλου· διότι δεν είπε ότι του είχε απαγορευθεί να βαπτίζει, αλλά ότι δεν απεστάλη αποκλειστικά για το έργο αυτό, αλλά γι’ αυτό που ήταν το πλέον αναγκαίο· ο ευαγγελισμός δηλαδή θα μπορούσε να είναι έργο ίσως ενός ή δύο ανθρώπων, ενώ το βάπτισμα μπορούσε να το κάνει οποιοσδήποτε είχε την ιεροσύνη· το να πάρει δηλαδή κανείς έναν κατηχούμενο που είχε πειστεί στα της πίστεως και να τον βαπτίσει θα είχε τη δυνατότητα να το κάνει οποιοσδήποτε· διότι η βούληση εκείνου που προσερχόταν στην πίστη και η χάρη του Θεού εργάζονται στη συνέχεια τα πάντα· όταν όμως πρέπει να κατηχήσει κανείς απίστους, χρειάζεται πολύς κόπος και πολλή σοφία· τότε μάλιστα διέτρεχε κανείς και κίνδυνο.
Στο βάπτισμα δηλαδή έχει ήδη συντελεστεί όλη η προεργασία και έχει πειστεί αυτός που πρόκειται να βαπτιστεί και δεν είναι καθόλου δύσκολο το να βαπτίσει κάποιος έναν που πείστηκε· η κατήχηση όμως έχει πολύ κόπο, ώστε να μεταπείσει κανείς τη βούληση, να μεταβάλει τον νου, να αναταράξει την πλάνη, να εμφυτεύσει καλώς την αλήθεια. Αυτά όμως δεν τα λέει χωρίς λόγο, ούτε επινοεί και ισχυρίζεται ότι το βάπτισμα δεν έχει κανέναν κόπο, αλλά η κατήχηση· διότι γνωρίζει πάντοτε να τηρεί το μέτρο, αλλά κατά τη σύγκριση της πίστεως με την κοσμική σοφία απευθύνει έντονες ερωτήσεις όπου μπορούσε να χρησιμοποιήσει ορμητικότερο λόγο.
Δεν βάπτιζε λοιπόν εναντιούμενος σε Εκείνον που τον έστειλε, αλλά όπως ακριβώς στην περίπτωση των χηρών, ενώ οι απόστολοι είπαν «οὐκ ἀρεστόν ἐστιν ἡμᾶς καταλείψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις (:δεν μας φαίνεται σωστό να αφήσουμε εμείς το κήρυγμα του λόγου του Θεού και να υπηρετούμε σε τραπέζια φαγητού)» [Πράξ.6,2], εργάστηκε χειρωνακτικά όχι από αντίθεση προς εκείνους, αλλά ενεργώντας από περίσσεια ζήλου, έτσι και στην περίπτωση αυτήν.
Εξάλλου και τώρα στους μεν απλοϊκότερους από τους πρεσβύτερους αναθέτουμε αυτό, ενώ τη διδασκαλία την αναθέτουμε στους περισσότερο μορφωμένους, διότι εκεί υπάρχει ο κόπος και ο ιδρώτας· για τον λόγο αυτόν και ο ίδιος λέγει: «Οἱ καλῶς προεστῶτες πρεσβύτεροι διπλῆς τιμῆς ἀξιούσθωσαν, μάλιστα οἱ κοπιῶντες ἐν λόγῳ καὶ διδασκαλίᾳ(:όσοι από εκείνους που έχουν το αξίωμα του πρεσβυτέρου είναι καλοί προεστοί και κοπιάζουν για το ποίμνιο, είναι άξιοι να ανταμείβονται διπλά για τη συντήρησή τους. Προπαντός εκείνοι που κοπιάζουν στο κήρυγμα και τη διδασκαλία)» [Α΄Τιμ. 5,17]. Όπως ακριβώς δηλαδή η διδασκαλία της πάλης είναι έργο γενναίου ανδρός και σοφού παιδοτρίβη, το να στεφανωθεί όμως ο νικητής είναι έργο και εκείνου ακόμη που δεν μπορεί να παλεύει, αν και βέβαια ο στέφανος καθιστά λαμπρότερο τον νικητή, έτσι και σχετικά με το βάπτισμα: είναι δηλαδή αδύνατον να σωθεί κανείς χωρίς αυτό, εκείνος όμως που βαπτίζει δεν κάνει καθόλου δύσκολο έργο, διότι λαμβάνει προετοιμασμένη τη βούληση.
«Οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ (:και να το κηρύττω όχι με ανθρώπινη τέχνη και απατηλά επιχειρήματα, για να παρουσιάζεται η διδασκαλία μου σοφή και λαμπρή, αλλά να το κηρύττω έτσι ώστε να μη χάσει τη θεία του δύναμη το κήρυγμα για τον σταυρικό θάνατο του Χριστού)»[Α΄Κορ.1,17]. Αφού κατέστειλε την αλαζονεία όσων μεγαλοφρονούσαν για το ότι βάπτιζαν, στη συνέχεια ασχολείται με όσους κόμπαζαν για την κοσμική σοφία τους και οπλίζεται περισσότερο εναντίον τους· διότι προς μεν όσους υπερηφανεύονταν για το ότι βάπτιζαν έλεγε «Ευχαριστώ επειδή κανέναν δεν βάπτισα» και ότι «δεν με απέστειλε ο Χριστός για να βαπτίζω», και δεν ομίλησε ούτε με σφοδρότητα, ούτε με νέα επιχειρήματα, αλλά παρέκαμψε το θέμα, αφού απλώς έθιξε όσα ήθελε με λίγες λέξεις· εδώ όμως από το προοίμιο ακόμη επιτίθεται με σφοδρότητα λέγοντας «ώστε να μη χάσει τη θεία του δύναμη το κήρυγμα για τον σταυρικό θάνατο του Χριστού». Γιατί λοιπόν μεγαλοφρονείς για θέμα για το οποίο έπρεπε να ντρέπεσαι;
Εάν δηλαδή η σοφία αυτή πολεμάει τον σταυρό και μάχεται τα ευαγγέλια, δεν πρέπει να επαίρεσαι για αυτήν, αλλά αντίθετα να αισθάνεσαι ντροπή· διότι η αιτία για την οποία οι απόστολοι δεν υπήρξαν κατά κόσμον σοφοί δεν είναι η αδυναμία του χαρίσματος, αλλά η πρόνοια να μη αποβεί αυτό σε βάρος του κηρύγματος. Επομένως εκείνοι δεν καλλιεργούσαν τον ρητορικό λόγο, αλλά αντιθέτως παραβίαζαν τους κανόνες του· οι ιδιώτες ήσαν εκείνοι που τον ενίσχυαν. Η πρόνοια αυτή δύναται να καταδικάσει την αλαζονεία, να αναχαιτίσει την ασθένεια, να πείσει για μετριοφροσύνη.
«Και αν είναι αληθές ότι δεν κήρυτταν με κοσμική σοφία λόγου, για ποιο λόγο έστειλαν τον Απολλώ, που ήταν λόγιος;» θα έλεγε κάποιος. Τον έστειλαν όχι διότι είχαν εμπιστοσύνη στη δύναμη των λόγων του, αλλά διότι ήταν πολύ καταρτισμένος στις Γραφές και έλεγχε τους Ιουδαίους. Αντίθετα, άλλο επιδίωκαν, το να μην είναι δηλαδή λόγιοι οι ηγέτες και όσοι έσπειραν πρώτοι τον λόγο· διότι αυτοί χρειάζονταν πολλή δύναμη, ώστε ευθύς εξαρχής να απωθήσουν την πλάνη και στην αρχή αυτής της προσπάθειας χρειαζόταν πολλή δύναμη.Αυτός λοιπόν που δεν χρειάστηκε μορφωμένους στην αρχή, εάν κατόπιν γνώριζε λογίους, δεν θα ήταν κάτι που θα το χρειαζόταν, αλλά κάτι που δεν θα του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση· όπως δηλαδή δεν χρειαζόταν σοφούς, για να κατορθώσει όσα ήθελε, έτσι ούτε θα τους απέκλειε γι΄αυτόν τον λόγο, εάν κατόπιν τους είχε.
Εσύ λοιπόν απόδειξέ μου το εξής, εάν δηλαδή ο Πέτρος και ο Παύλος ήσαν λόγιοι· δεν θα μπορούσες διότι ήσαν κοινοί και αγράμματοι άνθρωποι. Λοιπόν όπως ακριβώς ο Χριστός, όταν έστελνε τους μαθητές Του στην οικουμένη, αφού προηγουμένως τους έδειξε την δύναμή Του στην Παλαιστίνη και αφού τους είπε: «ὅτε ἀπέστειλα ὑμᾶς ἄτερ βαλλαντίου καὶ πήρας καὶ ὑποδημάτων, μή τινος ὑστερήθητε; οἱ δὲ εἶπον· οὐθενός(:όταν στην πρώτη σας περιοδεία σάς έστειλα χωρίς χρήματα και χωρίς ταξιδιωτικό σάκο και υποδήματα, μήπως στερηθήκατε τίποτε;” Και αυτοί απάντησαν: “Όχι. Δεν στερηθήκαμε τίποτε”)»[Λουκά 22,35], τότε στη συνέχεια τους επέτρεψε να έχουν και σάκκο και βαλάντιο· το ίδιο έκανε και εδώ· ο αντικειμενικός δηλαδή σκοπός ήταν να δειχθεί η δύναμη του Χριστού και όχι εξαιτίας της κοσμικής σοφίας να αποκλείονται της πίστεως οι προσερχόμενοι.
Όταν λοιπόν οι Έλληνες κατηγορήσουν τους μαθητές ως απλοϊκούς, εμείς τους κατηγορούμε περισσότερο από εκείνους. Και ας μη λέγει κανείς ότι ο Παύλος ήταν σοφός· αλλά ενώ εξαίρουμε τους δικούς τους μεγάλους που θαυμάστηκαν για την σοφία και την ευγλωττία τους, ας λέμε ότι όλοι οι δικοί μας υπήρξαν κοινοί άνθρωποι, διότι και σε αυτό το σημείο θα υπερισχύσουμε αυτών, και έτσι η νίκη μας θα είναι λαμπρή.
Τα είπα αυτά, επειδή κάποτε άκουσαν κάποιον Χριστιανό να συζητεί με έναν Έλληνα κατά τρόπο γελοίο και στον αγώνα τους ο καθένας από αυτούς εξουδετέρωνε τα ίδια τα επιχειρήματά του· διότι όσα έπρεπε να πει ο Χριστιανός, αυτά τα έλεγε ο Έλληνας και όσα ήταν φυσικό να πει ο Έλληνας, αυτά τα προέβαλλε ο Χριστιανός. Η συζήτηση δηλαδή ήταν για τον Παύλο και τον Πλάτωνα και ο μεν Έλληνας προσπαθούσε να αποδείξει ότι ο Παύλος ήταν αμαθής και απλοϊκός, ο δε Χριστιανός από αφέλεια προσπαθούσε να παρουσιάσει ότι ο Παύλος ήταν λογιότερος του Πλάτωνα. Και έτσι νικητής ήταν ο Έλληνας, διότι ο λόγος του ήταν ισχυρότερος· εάν δηλαδή ο Παύλος ήταν λογιότερος του Πλάτωνα, θα ήταν επόμενο πολλοί να υποστηρίζουν ότι υπερίσχυσε όχι με τη χάρη, αλλά με την ευγλωττία· ώστε τα όσα έλεγε ο Χριστιανός ήσαν υπέρ του Έλληνα και ό,τι έλεγε ο Έλληνας ήταν υπέρ του Χριστιανού· εάν δηλαδή ο Παύλος ήταν απαίδευτος και όμως υπερίσχυσε του Πλάτωνα- πράγμα που το υποστήριζαν- η νίκη ήταν λαμπρή διότι ο αμαθής, όταν συνάντησε όλους τους μαθητές Εκείνου, τους έπεισε και τους κέρδισε. Και έτσι είναι φανερό ότι το κήρυγμα δεν έχει γίνει με την ανθρώπινη σοφία, αλλά με τη χάρη του Θεού.
Για να μην παθαίνουμε λοιπόν αυτά και να μη μας περιγελούν, όταν έτσι συζητάμε με Έλληνες και αγωνιζόμαστε εναντίον τους, ας κατηγορούμε τους αποστόλους ως αμαθείς, διότι η κατηγορία αυτή είναι εγκώμιο. Και όταν εκείνοι πουν ότι οι απόστολοι ήταν αγροίκοι, ας προσθέσουμε και εμείς και ας πούμε ότι ήσαν και αμαθείς και αγράμματοι και πτωχοί και ευτελείς και ασύνετοι και αφανείς. Αυτά δεν είναι βλασφημία για τους αποστόλους, αλλά δόξα, το ότι τέτοιοι άνθρωποι αποδείχτηκαν λαμπρότεροι όλης της οικουμένης. Αυτοί δηλαδή οι απλοϊκοί και αγροίκοι και αμαθείς κατανίκησαν τους σοφούς και δυνατούς και τους τυράννους και όσους κόμπαζαν για τον πλούτο και τη δόξα και όλα τα εξωτερικά, τους εξουδετέρωσαν πλήρως σαν να μην ήσαν άνδρες. Έτσι έγινε φανερό ότι η δύναμη του σταυρού είναι μεγάλη και ότι αυτά δεν γίνονταν με ανθρώπινη ισχύ. Τα όσα συνέβησαν και κατορθώθηκαν δεν ήσαν φυσικά, αλλά υπερέβαιναν την φύση· και όταν κάτι γίνει παρά τη φύση, και μάλιστα πάρα πολύ παρά τη φύση, και συγχρόνως είναι πρέπον και ωφέλιμο, είναι σαφές ότι τούτο γίνεται με κάποια θεϊκή δύναμη και βοήθεια.
Και πρόσεξε το εξής: ο ψαράς, ο σκηνοποιός, ο τελώνης, ο απλοϊκός, ο αγράμματος, ήλθαν από την Παλαιστίνη, μια μακρινή χώρα, και αφού απώθησαν από την ίδια τους τη χώρα τους φιλοσόφους, τους ρήτορες, τους δεινούς ομιλητές, εντός ολίγου χρόνου και με πολλούς κινδύνους τους νίκησαν, αν και τους επιτίθεντο λαοί και βασιλείς, η ίδια η φύση τους μαχόταν, αν και η παλαιότητα του χρόνου και η πολλή συνήθεια με σφοδρότητα τους ανταγωνίζονταν, αν και οι δαίμονες ήσαν οπλισμένοι και ο διάβολος είχε παραταχτεί και κινούσε εναντίον τους τα πάντα, βασιλείς, άρχοντες, λαούς, έθνη, πόλεις, βαρβάρους, εθνικούς, φιλοσόφους, ρήτορες, σοφιστές, δικηγόρους, νόμους, δικαστήρια, ποικίλες τιμωρίες, αναρίθμητους και παντός είδους θανάτους· αλλά όμως όλα αυτά με το κήρυγμα των αλιέων ανασκευάζονταν και υποχωρούσαν όπως η λεπτή σκόνη δεν μπορεί να αντέξει την ορμή των ανέμων.
Ας μάθουμε λοιπόν έτσι να συζητούμε με τους εθνικούς, για να μην είμαστε σαν ζώα και βοσκήματα, αλλά να είμαστε προετοιμασμένοι για την υπεράσπιση της ελπίδας μας. Προηγουμένως ας μελετήσουμε αυτό το θέμα που δεν είναι μικρό και ας λέμε προς αυτούς: Πώς οι ασθενείς νίκησαν τους ισχυρούς, οι δώδεκα την οικουμένη, ενώ δεν χρησιμοποιούσαν τα ίδια όπλα, αλλά πολεμούσαν γυμνοί εναντίον ενόπλων;
Πες μου δηλαδή, εάν δώδεκα άντρες άπειροι από πολεμικά πράγματα βρίσκονταν αιφνιδίως σε πολύ μεγάλη και οπλισμένη παράταξη στρατιωτών, και αυτοί οι ίδιοι ήσαν όχι μόνο άοπλοι, αλλά και με ασθενικό σώμα, και όμως δεν πάθαιναν τίποτε από εκείνους και ούτε τραυματίζονταν, αν και με άπειρα βέλη τους χτυπούσαν οι εχθροί, και ενώ τα βέλη είχαν διατρυπήσει το γυμνό σώμα, αυτοί κατανίκησαν όλους χωρίς να χρησιμοποιούν όπλα, αλλά χτυπώντας με το χέρι τους τελικά άλλους φόνευσαν, άλλους συνέλαβαν αιχμαλώτους, χωρίς οι ίδιοι να τραυματιστούν· άραγε θα έλεγε κανείς ότι το αποτέλεσμα είναι ανθρώπινο;
Και όμως η νίκη των αποστόλων είναι πολύ πιο αξιοθαύμαστη από εκείνο· διότι από το να μην πληγωθεί κάποιος γυμνός, πολύ παραδοξότερο είναι ο απλοϊκός και αγράμματος και ψαράς να νικήσει τόσο δεινούς αντιπάλους και να μην εμποδιστεί ούτε από τον μικρό αριθμό τους, ούτε από την πενία, ούτε από τους κινδύνους, ούτε από τη μακροχρόνια συνήθεια, ούτε από τη μεγάλη αυστηρότητα των διαταγών, τις οποίες έπαιρναν, ούτε από τους καθημερινούς θανάτους, ούτε από το πλήθος των απατηθέντων, μήτε από το αξίωμα αυτών που τους εξαπάτησαν.
Έτσι λοιπόν ας νικήσουμε αυτούς και ας πολεμούμε εναντίον εκείνων και αντί με λόγους ας τους καταπλήξουμε με τη ζωή μας· η μεγάλη μάχη, το ακαταγώνιστο επιχείρημα είναι η παρουσίαση έργων, διότι ακόμη και αν φιλοσοφήσουμε πάρα πολύ με τα λόγια, δεν παρουσιάζουμε όμως ζωή καλύτερη από εκείνους, τίποτε δεν είναι το κέρδος· διότι δεν προσέχουν σε όσα λέμε, αλλά εξετάζουν τις πράξεις μας και λένε: «Εσύ πρώτα πείσου στα λόγια σου και τότε συμβούλευε άλλους. Εάν όμως λες ότι υπάρχουν μύρια αγαθά στο μέλλον, εσύ όμως φαίνεσαι προσηλωμένος στα παρόντα σαν να μην υπάρχουν τα μέλλοντα, τότε τα έργα σου είναι για εμένα πιο πιστευτά. Όταν δηλαδή σε δω να αρπάζεις τα ξένα, να θρηνείς υπερβολικά για τους νεκρούς και να κάνεις πολλά άλλα σφάλματα, πώς να πιστέψω σε σένα ότι υπάρχει ανάσταση;». Και αν δεν τα λένε αυτά, τα σκέφτονται και τα γυρίζουν στον νου τους, και αυτό είναι που εμποδίζει τους απίστους να γίνουν Χριστιανοί.
Ας προτρέψουμε λοιπόν αυτούς με τη ζωή μας. Πολλοί απλοϊκοί άνθρωποι έτσι κατέπληξαν τον νου των φιλοσόφων με το να δείξουν τη φιλοσοφία των έργων και με το να χρησιμοποιήσουν δια της ζωής και της ασκήσεώς τους φωνή λαμπρότερη από τη σάλπιγγα· και αυτή είναι ισχυρότερη από τη γλώσσα. Όταν λοιπόν πω ότι δεν πρέπει να μνησικακούμε και κατόπιν κάνω άπειρα κακά στον εθνικό, πώς θα μπορέσω να τον προτρέψω με τα λόγια, ενώ τον αποτρέπω με τα έργα μου;
Ας θηρεύσουμε λοιπόν αυτούς με τη ζωή μας και με τις ψυχές τους ας οικοδομούμε την Εκκλησία και αυτόν τον πλούτο ας συγκεντρώσουμε. Τίποτε δεν είναι ισάξιο της ψυχής· ούτε ο κόσμος όλος. Ώστε και αν δώσεις άπειρα χρήματα στους φτωχούς, δεν κάνεις τίποτε ισάξιο αυτού που κάνει κάποιος που συντελεί στην επιστροφή μιας ψυχής. «ἐὰν ἐξαγάγῃς τίμιον ἀπὸ ἀναξίου, ὡς τὸ στόμα μου ἔσῃ(:εάν από ανάξιο κάνεις κάποιον πολύτιμο θα είσαι ως το στόμα μου)», λέγει [Ιερ.15,19]. Είναι μεν μεγάλη αρετή η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς, αλλά δεν είναι καθόλου το ίδιο με το να απαλλάσσει κάποιος τους ανθρώπους από την πλάνη· διότι όποιος κάνει αυτό, μοιάζει με τον Παύλο και τον Πέτρο.
Είναι δηλαδή δυνατόν να δεχτήκαμε το κήρυγμα εκείνων, όχι για να κινδυνεύουμε όπως εκείνοι και να υποφέρουμε πείνα και ασθένειες και άλλα- διότι ζούμε σε ειρηνική περίοδο- αλλά για να δείξουμε τη μεγάλη προθυμία μας· και μάλιστα είναι δυνατόν να μένουμε στην οικία τους και συγχρόνως να αλιεύουμε ψυχές. Όποιος έχει φίλο, συγγενή και γνωστό, έτσι ας ενεργεί, αυτά ας τους λέει και θα είναι με τον Πέτρο και τον Παύλο. Και τι λέω με τον Πέτρο και τον Παύλο; Θα είναι στόμα του Χριστού. «Διότι εκείνος που από ανάξιο κάνει κάποιον πολύτιμο θα είναι ως το στόμα μου», λέγει. Και αν δεν πείσεις σήμερα, θα πείσεις αύριο· και αν δεν πείσεις ποτέ, εσύ θα έχεις πλήρη τον μισθό· και αν δεν πείσεις τους πάντες, θα μπορέσεις να πείσεις λίγους από τους πολλούς· διότι και οι απόστολοι δεν έπεισαν όλους τους ανθρώπους, αλλά όμως κήρυξαν προς όλους, και έχουν μισθό για όλο το έργο τους. Ο Θεός δηλαδή ορίζει τους στεφάνους όχι από το αποτέλεσμα των ενεργειών, αλλά από τη διάθεση όσων ενεργούν. Και αν προσφέρεις δύο οβολούς, τους δέχεται, και ό,τι έκανε στην περίπτωση της χήρας, αυτό πράττει και στην περίπτωση όσων διδάσκουν τον λόγο Του.
Μη λοιπόν περιφρονείς και τους λίγους επειδή δεν μπορείς να σώσεις την οικουμένη, ούτε να αποσπάσεις τον εαυτό σου από τα μικρά, επειδή επιθυμείς τα μεγάλα. Και αν δεν μπορείς να πείσεις εκατό, φρόντισε για τους δέκα· και αν δεν μπορείς δέκα, μην περιφρονήσεις τους πέντε· και αν δεν μπορείς να πείσεις πέντε, μην αδιαφορήσεις για τον ένα· και αν δεν μπορέσεις τον ένα, ούτε τότε να στενοχωριέσαι και να μην εμποδίζεις τον εαυτό σου από το έργο αυτό. Δεν βλέπεις ότι και στις συναλλαγές όχι μόνο με χρυσό αλλά και με άργυρο εμπορεύονται αυτοί που ασχολούνται με το εμπόριο; Αν δηλαδή δεν περιφρονούμε ούτε τα μικρά, θα επιτύχουμε και στα μεγάλα· αν όμως αδιαφορήσουμε για τα μικρά, ούτε εκείνα θα τα επιτύχουμε εύκολα. Έτσι γίνεται πλούσιος ο καθένας, με το να συλλέγει δηλαδή και μικρά και μεγάλα. Έτσι ας κάνουμε και εμείς, για να πλουτίσουμε σε όλα και να επιτύχουμε τη βασιλεία των ουρανών με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δια του οποίου και μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα ανήκει δόξα, δύναμη, τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολήν,ομιλία Γ΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2015, τόμος 18, σελίδες 67-83.
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm