ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[:Α΄Κορ.9,2-12]
 
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου
 
με θέμα:
 
« ΘΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ»
 
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 4-9-1994]
 
[Β305]
 
Ο Παύλος, αγαπητοί μου, αγαπούσε πολύ τους Κορινθίους. Εντούτοις, ήταν η Εκκλησία εκείνη, που της χάρισε βέβαια δύο μεγάλες επιστολές, με θέματα τέτοια όμως που έδειχναν ότι πολύ οι Κορίνθιοι τον είχαν λυπήσει. Και αιτία ήταν άλλοτε οι διχοστασίες τους , άλλοτε η στάση τους απέναντι εις τον αιμομίκτη συμπατριώτη τους, για την οποία υπόθεση είπε ο Παύλος: «Και δεν επενθήσατε; Και μένετε ψυχροί και αδιάφοροι;». Άλλοτε η υποτίμηση που του έκαναν, έναντι άλλων εργατών του Ευαγγελίου: «Ο Απολλώς; Α, είναι καλύτερος από τον Παύλο!». Άλλοτε ότι δεν ήταν ο Παύλος ἐκ τῶν ὑπέρ λίαν Ἀποστόλων. Επειδή –ακούσατε- ηργάζετο χειρονακτικά! Που είναι η σημερινή αποστολική περικοπή κ.ο.κ. Ένα σωρό θέματα, που τα καταγράφει στις επιστολές του και δείχνει πόσο εκείνος μεν τους αγαπούσε, εκείνοι δε διαρκώς τον ελύπιζαν. Γι’αυτό κάπου λέει: «Πλατύνθητε, ὦ Κορίνθιοι». «Πλατύνατε την καρδιά σας, ω Κορίνθιοι. Εγώ ένας, δεν χωρώ μες στην καρδιά σας, σεις όλοι χωράτε μες στην καρδιά μου». Με πικρία τα έγραφε αυτά και με παράπονο ο Παύλος.
 
Έτσι, γράφει, από τη σημερινή αποστολική περικοπή: «Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι (:Μπορεί σε άλλους να μην είμαι απόστολος, αλλά για σας είμαι). Ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ(:Γιατί η σφραγίδα της δικής μου αποστολής εσείς είσαστε εν Κυρίω). Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί». Και συνεχίζει παρακάτω. «Η δική μου απολογία…» ομιλεί περί απολογίας… Διότι συχνά πυκνά τον κάθιζαν στο σκαμνί του κατηγορουμένου. Τον Παύλο. Ναι! Οι Κορίνθιοι! Γι’αυτό λέγει «η δική μου απολογία, για κείνους που με ανακρίνουν και μου λέγουν τούτο ή εκείνο, αυτή είναι». Και συνεχίζει και λέει κι άλλα πολλά. Και όλα αυτά γιατί; Γιατί οι Κορίνθιοι ήσαν πεφυσιωμένοι, ήσαν υπερήφανοι. Έτσι ο Παύλος …ίσως επειδή ήταν κάτοικοι μιας πολύ μεγάλης πόλεως της Μεσογείου, ήταν κοσμοπολίτικη η Κόρινθος και είχε πάρει το μυαλό τους αέρα. Ήσαν πραγματικά φαντασμένοι άνθρωποι.
 
Έτσι ο Παύλος έφθασε να γράψει, σε σχέση με υλικά πράγματα, που δεν εδέχετο, χρήματα κ.λπ. θυσιάζοντας τα δικαιώματά του, χάριν της απροσκόπτου διαδόσεως του Ευαγγελίου. Και τι γράφει; «Ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων (:Όχι· δεν έκανα χρήση απ’ όσα τυχόν θα θέλατε να μου προσφέρετε, σε τίποτα). Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα ἵνα οὕτω γένηται ἐν ἐμοί(:Και δεν τα έγραψα αυτά, για να μου γίνουν έτσι . Δηλαδή «τώρα να μου δίνετε το σιτηρέσιό μου». Περί σιτηρεσίου ο λόγος. Περί διατροφής του Παύλου και των συνεργατών του. Ο Παύλος ηργάζετο με τα χέρια του για να βγάλει το ψωμί του. Καταπληκτικό! Και δεν τα γράφω, λέει, αυτά, για να μου δώσετε τώρα το σιτηρέσιον)· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἢ τὸ καύχημά μου ἵνα τις κενώσῃ (:είναι προτιμότερο να πεθάνω, παρά κανείς να μου αφαιρέσει αυτό το καύχημα, ότι δεν παίρνω χρήματα από σας, δεν παίρνω το σιτηρέσιό μου)». Και το καύχημα του Παύλου τι ήταν; Να προσφέρει αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού. Χωρίς χρήματα. Αδάπανον το Ευαγγέλιον. Και οι Κορίνθιοι, αντί να αισθάνονται καύχημα για έναν τέτοιον απόστολό τους, που ήταν ανώτερος πάντων, ακριβώς για να μη γίνεται βάρος εις αυτούς ως προς τα οικονομικά, τώρα τον κατηγορούν. Τον κατηγορούν και τι λένε; «Α, για να μην παίρνει χρήματα, πρέπει να είναι δευτέρας κατηγορίας απόστολος, γιατί η πρώτης κατηγορίας απόστολος, εκ των – έτσι ελέγοντο- υπέρ λίαν αποστόλων αν ήταν, -επειδή δε συνέπεσε η περίπτωση εκ των υστέρων ο Παύλος να κριθεί από τον Χριστόν-, γι’αυτό δεν παίρνει χρήματα και δουλεύει. Είναι κατώτερος απόστολος». Ακούστε, ακούστε… Αλήθεια, θα έλεγε κανείς, θα απορούσε με τους Κορινθίους, πόσο απουσία ικανότητος υπήρχε σ’ αυτούς, ορθής εκτιμήσεως των πραγμάτων.

 
Eντούτοις ο Παύλος επιμένει: «Τίς οὖν μοί ἐστιν ὁ μισθός;(:Ποιος λοιπόν είναι ο μισθός μου; -λέει ο Παύλος) ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ». «Ποιος είναι ο μισθός μου; Να ευαγγελίζομαι», λέγει, «εγώ θέλω μισθόν από τον Χριστόν, αδάπανον το Ευαγγέλιον, χωρίς χρήματα». Πούουου, Παύλε άγιε! Πού να σ’ ακούγαμε! «Να θέσω», λέει, «αδάπανον το Ευαγγέλιον του Χριστού, στο να μη φθάσω να κάνω ενδεχομένως κατάχρησιν της εξουσίας μου εις το Ευαγγέλιον». Τι σημαίνει «ἐξουσία»; Ναι, είχε εξουσία. Η εξουσία δεν είναι τι άλλο, παρά τα δικαιώματα. Προσέξτε, η λέξις «ἐξουσία» σημαίνει δικαιώματα. Να το ενθυμείσθε, γιατί θα το χρησιμοποιήσομε πιο κάτω αρκετά. Δηλαδή ο Παύλος παραιτείται των δικαιωμάτων του, για προσωπική του συντήρηση, ακριβώς για να μη δώσει αφορμή κατηγορίας εις το Ευαγγέλιον· «ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δώσῃ». «Ἐγκοπή», «ἐγκόπτω» θα πει «κάτι που σταματώ, κάτι που βλάπτω». Υπάρχουνε διάφορα συνώνυμα. Και λέει μάλιστα ο Ιερός Χρυσόστομος: «Είδες; Όχι μόνον απλώς φοβάται την ἐγκοπήν, την βλάβη αλλά κι εκείνο το ‘’τι’’, ‘’ἐγκοπήν τινά’’, τοσοδούτσικη βλάβη να μην επιφέρω εις το Ευαγγέλιον του Χριστού. Τοσοδούτσικη. Εκείνο το ‘’τι’’, το ‘’τόσο δα’’». «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν(:Δεν δώσαμε, λέει, δεν κάναμε χρήση σ’ αυτό μας το δικαίωμα, αλλά όλα τα υποφέρομε, ‘’πάντα στέγομεν’’, όλα τα υποφέρομε), ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινά -τινά, ε;- δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ».
 
Εμείς τι θα λέγαμε σε όλα αυτά; Όποιος καταλαβαίνει τον Παύλο, όποιος τον ζει, θα έλεγε: «Ω αθάνατε Παύλε, γνησιότατε ερμηνευτά του Χριστού… Ω αθάνατε Παύλε!». Έτσι σήμερα, με την αποστολική περικοπή που μας δίδεται αυτή η ευκαιρία να δούμε το θέμα, ποιο θέμα; Της θυσίας των δικαιωμάτων. Της θυσίας των δικαιωμάτων… Και τα δικαιώματα, πλάι στα καθήκοντα, υπάρχουν σε πολλούς τομείς της ζωής.
 
Και πρώτα πρώτα στον χώρο του Ευαγγελίου. Ο Παύλος ήταν κορυφαίος στη θυσία των δικαιωμάτων του. Αναφέρεται βέβαια στα δικαιώματα που έδωσε ο Χριστός στους διακόνους Του, όπως και ο παλαιός νόμος το προέβλεπε, είναι ο μόνος απόστολος που μίλησε για τα δικαιώματα των διακόνων του Χριστού, άλλο ότι δεν έπαιρνε τίποτε- και το πόρισμα των όσων γράφει είναι τούτο- που είναι παρμένο από την Παλαιά Διαθήκη: «Ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ». «Άξιος είναι ο εργάτης του μισθού του». Δούλεψε στο Ευαγγέλιο, θα ζήσει από το Ευαγγέλιο. Λέγει: «Δεν ξέρετε ότι εκείνοι που ηργάζοντο εις το θυσιαστήριον ετρέφοντο εκ του θυσιαστηρίου;». Στην Παλαιά Διαθήκη. Σήμερα, θα λέγαμε: «Να πάρει ο ιερεύς το πρόσφορο». Να. Τα πολλά πρόσφορα. Παράδειγμα. Και μάλιστα, με την ευκαιρία, μια που ανέφερα, που είπα αυτό, στο βιβλίο των Αποστολικών Διαταγών, αναφέρει πόσα πρόσφορα θα πάρει ο Επίσκοπος, πόσα θα πάρει ο πρεσβύτερος ή οι πρεσβύτεροι, ο διάκονος και πάει παρακάτω. Ώστε εκ του θυσιαστηρίου θα ζήσει ο εργάτης του Ευαγγελίου.
 
Μάλιστα, λέγει, το λέει η Παλαιά Διαθήκη και το ερμηνεύει ο Παύλος : «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». «Δεν θα βάλεις φίμωτρο εις το βόδι που αλωνίζει». Είναι γνωστό, ότι όπως γυρίζει, στα παλιά αλώνια, αν ενθυμείσθε, σε εκείνα τα παλιά πέτρινα αλώνια και γύριζε γύρω γύρω ένα ή δύο βόδια μαζί, πατημένα, ξύλο, σανίδι από πίσω και λιάνιζαν εκεί το σιτάρι να βγει το άγανο και να μείνει ο σίτος. Για μια στιγμή το βόδι μπορούσε να σκύψει και κάτι να φάει. «Μην του βάλεις φίμωτρο. Δουλεύει. Άστο να φάει», έλεγε ο παλιός νόμος. Και λέει ο Παύλος: «Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; (:Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια;) Οὐχί περί ἡμῶν ἐγράφη;». «Δεν εγράφησαν», λέει, «αυτά τα πράγματα για μας;». Ότι δεν θα φιμώσεις τον εργάτη του Ευαγγελίου. Θα φάει εκείνο που του ανήκει από το Ευαγγέλιο.
 
Ενώ κατοχυρώνει τα πράγματα έτσι, ο Παύλος δεν παίρνει τίποτα. Εδώ είναι το καταπληκτικόν. Παραιτείται από το δικαίωμά του αυτό, μόνο και μόνο για να μην πουν: «Πολλά πήρε ο Παύλος… Κατάχρηση έκανε». Χρησιμοποιήθηκε εξάλλου το ρήμα. «Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ». «Δεν κάναμε κατάχρηση αυτής της εξουσίας». Όμως ο Παύλος παραιτείται από το δικαίωμα μένοντας στο αξίωμά του: «Μηδεμίαν ἐν μηδενὶ διδόντες προσκοπήν, ἵνα μὴ μωμηθῇ ἡ διακονία». «Σε κανέναν καμία δεν δίνομε ‘’προσκοπήν’’, σκόνταμμα, σκάνδαλο, για να μη ‘’μωμηθῇ ἡ διακονία’’, να μην κατηγορηθεί η διακονία του Ευαγγελίου».
 
Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες το Ευαγγέλιον; Ω Παύλε, τόσο πολύ αγαπούσες τον λόγο του Θεού; Που θα ήθελες να τον πάρουν οι ακροαταί σου ατόφιον και πουθενά να μην σκοντάψουν; Ω μεγάλε Παύλε…. Ο ίδιος έγραψε ακόμη στον Τιμόθεο: «Παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας(:μη έχοντας την αλήθεια ή την χάρη του Θεού), νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν(:που νομίζουν ότι η ευσέβεια είναι πορισμός. Να πλουτίσεις, με το να είσαι ευσεβής ή να είσαι ιερεύς, να πλουτίσεις…)». Και γράφει στον Τιμόθεο: «Ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων (:Μακριά απ΄ αυτούς, μακριά απ’ αυτούς)»… Και αυτό είναι δυστυχώς, το ότι μέσα στην Ιστορία, διαμέσου των αιώνων, είχαμε και έχομε πάντοτε αυτούς τους «διεφθαρμένους τὸν νοῦν» ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν καταλαβαίνουν. Χοιρώδεις άνθρωποι. Εργάζονται εις την Εκκλησίαν για να κερδίσουν και για να πλουτίσουν. Και θα προσθέσει ο Παύλος στον Τιμόθεο, στην Α΄προς Τιμόθεο: « Ἒστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας». «Πορισμός» θα πει πλούτος. «Είναι μέγας ο πλούτος, το να έχεις την ευσέβειαν με την αυτάρκεια». Εκείνο το … «μου φθάνει να ζήσω». Ακούστε: «Μου φθάνει να ζήσω. Δεν πρέπει να πλουτίσω».
 
Και θα φιλοσοφήσει ο Παύλος: «Οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα· ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα». «Είναι φανερό», λέει, «στον κόσμο αυτόν δεν φέραμε τίποτα. Καθένας που γεννιέται, δεν φέρνει ούτε λεφτά, ούτε κουβέρτες, ούτε παπούτσια, τίποτα. Από την κοιλιά της μάνας του φέρνει τίποτα; Γυμνός γεννιέται». Φανερόν. Και ποιος δεν το ξέρει αυτό; Κι όταν φύγομε από τον κόσμον αυτόν, δεν παίρνομε πάλι τίποτα. Έτσι φιλοσοφεί ο Παύλος. Κοινός νους· που ο καθένας μπορεί αυτό να το δει. Και βγάζει το συμπέρασμά του. Έχοντες λοιπόν διατροφάς και σκεπάσματα… -σκέπασμα είναι τα ρούχα, είναι τα παπούτσια, είναι η στέγη. Κι αυτό σκέπασμα είναι. «Έχοντες», λέει, «διατροφάς και σκεπάσματα, έχοντες να ζήσομε και να σκεπαστούμε, σ’ αυτά να αρκεστούμε». Αυτά είναι για όλους. Και για τους κληρικούς, πολλῷ δέ μᾶλλον…
 
Εάν όμως κανείς θέλει να προσφέρει την διακονία του στην Εκκλησία, μάλιστα εάν δεν είναι κληρικός, είναι λαϊκός, και έχει άλλοθεν έσοδα, έχει χωράφια, έχει μαγαζί, ξέρω ΄γω, ποτέ μη δεχθεί αμοιβή για την διακονία του αυτή εις την Εκκλησία. Ποτέ μη δεχθεί αμοιβή. Επίτροπος; Τι κάνεις; Ερανική επιτροπή; Μην πάρεις τίποτα! Πρόσεξε αδελφέ. Μην πάρεις τίποτα! Μιμήσου τον Παύλο. Ακόμη, μην υπάρξει σε σένα καμία υστεροβουλία, σε αυτήν την διακονία του Ευαγγελίου. Ότι… «Ε, αργότερα, εις το μέλλον, κάτι θα ζητήσω, κάπου, κάπως θα ωφεληθώ», μελλοντικά οφέλη δηλαδή. Ούτε φήμη, ούτε προνόμια, ούτε δόξα. Με ταπείνωση υπηρέτησε, διακόνησε την Εκκλησία, τον λόγο του Θεού, ό,τι είναι. Το αξίωμα του Παύλου δια ένα αδάπανον Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι διαρκώς μπροστά στα μάτια μας. Να το ΄χουμε στον νου μας διαρκώς. Να ζούμε για την Εκκλησία και όχι από την Εκκλησία, όπως υπάρχει μία σύγχρονη έκφρασις. Σήμερα δυστυχώς πάσχομε. Πάσχομε, πάσχομε. Γιατί λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή καλύτερα …βλέπετε κάθε χρόνο ακούγεται η περικοπή αυτή. Ποιος την προσέχει; Ποιος την θεολογεί; Ποιος την βαθαίνει; Λησμονήσαμε τον Παύλο. Ή, καλύτερα, τις επιταγές του Αγίου Πνεύματος. Και η εποχή μας έχει πολύ μεγάλη ευαισθησία. Εάν δει εσένα ή κληρικός ή λαϊκός που υπηρετεί στην Εκκλησία να αρπάζεις, το μυαλό σου, το μάτι σου να είναι στα υλικά αγαθά, πρόσεξε, γύρω σου θα σκανδαλισθούν. Γι’αυτό σήμερα είναι πολλοί οι σκανδαλιζόμενοι.
 
Η θυσία των δικαιωμάτων, αγαπητοί μου, είναι το αντίθετο της φιλαυτίας. Είσαι φίλαυτος; Ουδέποτε θα θυσιάσεις τα δικαιώματά σου. Θυσιάζεις τα δικαιώματά σου; Δεν είσαι φίλαυτος. Δύο ποσά αντιστρόφως ανάλογα. Δεν ζητώ τα δικά μου, αλλά των άλλων. Όπως λέει ο Παύλος, πάλι στην Α΄προς Κορινθίους, στο επόμενο κεφάλαιο το λέει: «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω(:Κανείς να μη ζητά το δικό του), ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος (:αλλά το κέρδος του αλλουνού)». Μέχρι ενός βαθμού, βέβαια, θα κοιτάξω και το δικό μου. Αλλά όχι διαρκώς το δικό μου. Γιατί αλλιώτικα μεταβάλλομαι σε φίλαυτον, όπως σας είπα.
 
Συνεπώς, κίνητρον της παραιτήσεως δικαιωμάτων ποιο είναι; Η αγάπη. Η αγάπη στον Χριστό. Η αγάπη στην Εκκλησία Του. Η αγάπη στον κάθε άνθρωπο, κατά τον τύπο της παραβολής του Καλού Σαμαρείτου. Όποιος και να είναι αυτός ο άλλος άνθρωπος, δείξε του την αγάπη σου, δείξε του την εξυπηρέτηση. Έτσι, παραιτείται ο θυσιαζόμενος από χρήματα, από προνόμια, από προσωπική ανάπαυση, ακόμη και από την σωματική του υγεία. Παραιτείται. Για να προσφέρει. Να προσφέρει προσφερόμενος. Να δαπανά εαυτόν, δαπανώμενος.
 
Πολλάκις ακόμη, ο άνθρωπος της θυσίας, που το έχει μέσα του ή που το διδάχτηκε από το Ευαγγέλιον, πολλάκις διαλέγει επάγγελμα που να είναι προσφορά. Όπως είναι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού -Έπαψε να ΄ναι. Κάνουν απεργίες οι εκπαιδευτικοί. Ας είναι…-. Για να προσφερθεί. Το επάγγελμα του γιατρού. Για να προσφέρει -Έπαψε να είναι. Για να βγάζουν χρήματα σήμερα…-. Το επάγγελμα του νοσηλευτού, της νοσοκόμου, του νοσοκόμου. Ξέρετε τι προσφορά είναι αυτή; Ξέρετε ότι οι αδερφές νοσοκόμες είναι σαν άγγελοι μέσα εις το νοσοκομείο; Και με εκείνη την άσπρη στολή τους, νομίζεις ότι κατέβηκαν από τον ουρανό να υπηρετήσουν και πάλι να ξαναφύγουν.
 
Ακόμη, παραιτείται ο πιστός, αγαπητοί, και από κοινωνικά δικαιώματα, κοινωνικά δικαιώματα, προκειμένου να διατηρήσει την ειρήνη. Και από κοινωνικά δικαιώματα. Ο Ισαάκ, επί παραδείγματι, ο γιος του Αβραάμ, έκανε μια ανόρυξη φρέατος, έσκαβε, για να βρει νερό. Είχε ποίμνια κ.τ.λ. κάπου έκανε την εγκατάστασή του, έσκαβε για να βγάλει νερό. Μόλις το έβλεπαν οι πλαϊνοί λαοί, πήγαιναν και του έπαιρναν το πηγάδι και λέγανε: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Πήγαινε πιο πέρα… ποτέ δεν μάλωσε, πήγαινε πιο πέρα, ξανάσκαβε, έβρισκε νερό, πήγαιναν άλλοι…: «Α, αυτό είναι δικό μας!». Αγαπητοί μου ο Ισαάκ, τύπος του Ιησού Χριστού, πράος, ποτέ δεν στράφηκε εναντίον των ή να κάνει μία μάχη, αλλά παρητείτο από το κάθε πηγάδι που έσκαβε. Κι αυτό εγίνετο κατ’ επανάληψιν. Μόνο και μόνο για να μην έχει προστριβές με τους γειτονικούς εκεί – μικρές φυλές, μικρούς λαούς.
 
Ομοίως, αγαπητοί, είναι και τα λεγόμενα «κληρονομικά δικαιώματα»· που λίγο πολύ βρισκόμαστε κάτω απ’ αυτά. Προκειμένου να διατηρήσει κανείς την ειρήνη του και την αγάπη με τα αδέλφια του και με τους στενούς συγγενείς του, δέχεται να του δώσουν ό,τι αυτοί κρίνουν. Ξέρω ΄γω, ένα οικόπεδο, το χωρίζομε στα τέσσερα, ποιος θα πάρει τη γωνία. «Να ρίξομε κλήρο». «Όχι αδερφοί, πάρτε εσείς και δώστε μου όποιο θέλετε». Ας πούμε, ένα τυφλό κομμάτι του οικοπέδου, που δεν είναι γωνιά, που δεν βλέπει σε δρόμο. Και ακόμη μπορεί να φθάσει να παραιτηθεί τελείως. Να πει: «Παραιτούμαι από την περιουσία και κάνετε ό,τι θέλετε». Ή δέχεται ό,τι του δώσουν ή παραιτείται ολότελα, όταν βλέπει ότι μαλώνουν τα αδέλφια και οι συγγενείς. Στα δικαστήρια αυτός ο άνθρωπος δεν τρέχει ποτέ. Γι’αυτό και ο Θεός τον ευλογεί. Πόσες φορές έχω πει σε σας, στην Εξομολόγηση, που το’ χω χαρεί μέχρι τον ουρανό, να μου λέτε, άνδρες, γυναίκες: «Πάτερ μου, σκέφτηκα να παραιτηθώ». «Άγιος ο Θεός!», λέγω. «Και να δεις πόσο θα σε ευλογήσει ο Θεός. Δεν θα πεινάσεις ούτε συ, ούτε τα παιδιά σου».
 
Αλλά και μέσα στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, υπάρχουν θυσιαζόμενα δικαιώματα. Όπως μια προτεραιότητα κάπου, στο αυτοκίνητο, στην τράπεζα, σε ένα μαγαζί πάμε να ψωνίσομε, και προσφέρει κανείς την προτεραιότητά του, γιατί είναι κάποιος ηλικιωμένος άνθρωπος, είναι ένας ανήμπορος άνθρωπος. Θυσιάζει ακόμη την άνεσή του στο λεωφορείο, στο τρένο, δεν ξέρω πού. Αυτά είναι καθημερινά-καθημερινά. Θυσιαζόμενα δικαιώματα. Γι’αυτό λέει ο αββάς Δωρόθεος, είναι στην πέμπτη του διδασκαλία: «Ὅταν γάρ κρατῶμεν τό ἴδιον θέλημα καί στοιχῶμεν –γιατί όταν ζητάω τα δικαιώματά μου, ζητάω το δικό μου το θέλημα- τοῖς δικαιώμασιν ἡμῶν, τότε λοιπόν ὡς καλόν πρᾶγμα ποιοῦντες ἑαυτοῖς ἐπιβουλεύομεν καί οὔτε οἴδαμεν πῶς ἀπολλύμεθα». Να σας το μεταφράσω: «Όταν μένομε δεμένοι με το θέλημά μας και ρυθμίζομε την ζωή μας με βάση τα δικαιώματά μας, υπάρχουν άνθρωποι – οι πιο πολλοί ίσως, που δεν θυσιάζουν τίποτε από τα δικαιώματά τους -‘’Τίποτε’’, σου λέει: ‘’Μου ανήκει’’, ‘’Έχω δικαίωμα’’-, τότε έχοντας την εντύπωση», συνεχίζει ο αββάς Δωρόθεος, «ότι κάνομε κάτι καλό, προετοιμάζομε άθελά μας το κακό μας και χανόμαστε χωρίς να το καταλαβαίνομε». Γιατί χωρίς να το καταλαβαίνομε; Γιατί μιλάμε για τα δικαιώματά μας εν ονόματι της δικαιοσύνης… Εκεί –επιτρέψατέ μου την λέξη- την πατάμε!
 
Η θυσία των δικαιωμάτων στην καθημερινότητα, αγαπητοί μου, εξορίζει, όπως σας είπα, την φιλαυτία. Και εγκαθιδρύει την αγάπη και την χριστιανική κοινωνικότητα.
 
Αγαπητοί, έφθασε ο Παύλος να πει κάποτε από αγάπη για τους συμπατριώτες του: «Ηὐχόμην γὰρ αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα, οἵτινές εἰσιν Ἰσραηλῖται». «Θα ευχόμουν – «ἀνάθεμα» θα πει χώρισμα- να χωριστώ από τον Χριστόν -Ποιος; Ο Παύλος· που αγαπούσε τόσο τον Χριστόν- για λογαριασμό των συμπατριωτών μου, προκειμένου να γνωρίσουν τον Χριστό οι Ισραηλίται». Είδατε κουβέντα; Όταν ο Χριστιανός θυσιάζει τα δικαιώματά του, τότε όλα αυτά, θα τα έχει εξασφαλίσει στη Βασιλεία του Θεού. Μην το πάρετε περίεργον. Στην Αποκάλυψη γράφει τα εξής: «Καὶ ἐδόθη αὐτῇ(:δόθηκε εις την Εκκλησία δηλαδή, εις την νύμφην) ἵνα περιβάληται βύσσινον λαμπρὸν καθαρόν· τὸ γὰρ βύσσινον -δηλαδή βυσσινί χρώμα χιτώνα- τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί ». Είναι «τὰ δικαιώματα τῶν ἁγίων». Παρότι, «δικαιώματα» εδώ σημαίνει η αγιότητα, οι αρετές των αγίων, όμως μπορούμε να πούμε ότι οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού διασώζουν, διασώζουν τα δικαιώματά τους. Ποια; Εκείνα που θυσίασαν εις τον παρόντα κόσμον. Εκεί ακριβώς τα απολαμβάνουν. Και μάλιστα όταν φθάνουν εις το ύψιστον δικαίωμα της ζωής και εκεί να παραιτούνται, γινόμενοι μάρτυρες για την αγάπη του Χριστού, τότε εκεί βρίσκουν και την αληθινή ζωή.
 
Αγαπητοί, ας συνηθίζομε, με κάποιαν ευκολία, από τα μικρά, να θυσιάζομε τα δικαιώματά μας, από τα μικρά… Πρότυπό μας αιώνιον ο Παύλος, ο αιώνιος Παύλος· που κι αυτός είχε πρότυπο τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν.
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ
 
και με απροσμέτρητη ευγνωμοσύνη στον πνευματικό μας καθοδηγητή
 
μακαριστό γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο,
 
ψηφιοποίηση και ηλεκτρονική επιμέλεια της απομαγνητοφωνημένης ομιλίας:
 
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
 
 
 
ΠΗΓΕΣ:
 
· Απομαγνητοφώνηση ομιλίας δια χειρός του αξιοτίμου κ. Αθανασίου Κ.
 
· https://www.arnion.gr/mp3/omilies/p_athanasios/omiliai_kyriakvn/omiliai_kyriakvn_615.mp3