ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ[:Α΄Κορ.6,12-20]
 
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ 
 
[Μέρος πρώτο:Υπομνηματισμός των εδαφίων Α΄Κορ.6,12-14] 
 
«Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος(:ας επανέλθω τώρα στο ηθικό ζήτημα. Όλα έχω εξουσία να τα κάνω, δεν συμφέρουν όμως όλα. Όλα είναι στην εξουσία μου, αλλά εγώ δεν θα εξουσιαστώ και δεν θα γίνω δούλος σε τίποτε)»[Α΄Κορ.6,12]. 
 
Εδώ υπαινίσσεται τους λαίμαργους. Επειδή δηλαδή πρόκειται πάλι να στραφεί κατά του πόρνου- καθώς η πορνεία προέρχεται από την τρυφηλότητα και την έλλειψη μέτρου στη ζωή- καταδικάζει με σφοδρότητα το πάθος. Και ούτε λέγει αυτό για τα απαγορευμένα τρόφιμα – διότι εκείνα δεν επιτρέπονται- αλλά και για εκείνα που θεωρούνται ως ουδέτερα. Εννοώ το εξής περίπου: «μου επιτρέπεται», λέει, «να φάω και να πιω, αλλά δεν συμφέρει να τα κάνω με ασωτία». Και το πλέον θαυμαστό και παράδοξο, το οποίο, ως γνωστό, σε πολλές περιπτώσεις συνήθιζε να κάνει στρέφοντας τον λόγο στο αντίθετο, αυτό το κάνει και εδώ, και αποδεικνύει ότι το δικαίωμα να κάνει κανείς κάτι, όχι μόνο δεν συμφέρει, αλλά ούτε καν δικαίωμα είναι, αλλά δουλεία. Και κατά πρώτον μεν τους αποτρέπει χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι είναι ασύμφορο και λέγοντας: «δεν συμφέρει»· δεύτερον χρησιμοποιεί και το εκ του αντιθέτου επιχείρημα λέγοντας ότι «εγώ δεν θα εξουσιαστώ από τίποτε». 


 
Αυτό λοιπόν που εννοεί είναι το εξής: «Έχεις δικαίωμα να φας», λέει· «μένε λοιπόν κύριος του φαγητού και πρόσεχε μήπως γίνεις δούλος αυτού του πάθους. Εκείνος δηλαδή που κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος όπως πρέπει, είναι κύριός του· εκείνος όμως που προχωρεί σε άμετρη χρήση δεν είναι πλέον κύριος, αλλά γίνεται δούλος του, εφόσον μέσα του είναι τυραννικός δυνάστης η λαιμαργία». Είδες πώς απέδειξε ότι βρίσκεται υπό την εξουσία άλλου αυτός, ο οποίος νόμιζε ότι ασκεί εξουσία; Αυτό δηλαδή συνήθιζε να κάνει ο Παύλος, όπως είπα και προηγουμένως, στρέφοντας το θέμα στο αντίθετο, πράγμα το οποίο έχει κάνει και εδώ. Και πρόσεξε. Κάθε ένας από εκείνους έλεγε: «Έχω δικαίωμα να χαίρομαι τις απολαύσεις»· ο Παύλος λέει ότι «Δεν το κάνεις σαν να έχεις εξουσία επί των απολαύσεων, αλλά σαν να βρίσκεσαι εσύ ο ίδιος υπό την εξουσία τους· εφόσον δηλαδή είσαι άσωτος, δεν εξουσιάζεις την κοιλία σου, αλλά αυτή σε εξουσιάζει». Αυτό είναι δυνατό να το πει κανείς και για τα χρήματα και για τα άλλα πάθη. 
 
«Τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ·(:τα φαγητά έχουν γίνει για την κοιλιά)»[Α΄Κορ.6,13]. Με την λέξη «κοιλία» δεν εννοεί την κοιλία την ίδια, αλλά τη λαιμαργία· όπως όταν λέει: «ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία(:αυτοί λατρεύουν ως Θεό την κοιλιά τους)»[Φιλιπ. 3,19], δεν εννοεί το μέλος του σώματος, αλλά τη λαιμαργία. Και για το ότι έτσι έχει το πράγμα, άκουσε τα επόμενα· «καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι(: και η κοιλιά για τα φαγητά. Ο Θεός όμως θα καταργήσει στην άλλη ζωή και αυτά και εκείνα. Μπορείτε λοιπόν να τρώτε ό,τι θέλετε, αρκεί μόνο να μην γίνεστε δούλοι του φαγητού και της κοιλιάς. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με τη γενετήσια επιθυμία· διότι το σώμα δεν έχει γίνει για την πορνεία αλλά για τον Κύριο, για να Του ανήκει ως μέλος Του. Και ο Κύριος είναι για το σώμα για να κατοικεί σε αυτό)»[Α΄Κορ.6,13]. Βεβαίως και η κοιλία είναι σώμα, αλλά χρησιμοποίησε δύο ζεύγη, τα φαγητά και τη λαιμαργία, την οποία ονόμασε «κοιλία», και τον Χριστό και το σώμα. Και τι σημαίνει «Τα φαγητά είναι για την κοιλιά»; «Τα φαγητά», λέει, έχουν σχέση με τη λαιμαργία και αυτή με αυτά. Δεν μπορεί λοιπόν να μας φέρει προς τον Χριστό, αλλά έλκει προς αυτά». Είναι δηλαδή φοβερό και θηριώδες πάθος, και κάνει τους ανθρώπους δούλους, που την υπηρετούν. 
 
Γιατί λοιπόν, άνθρωπε, αναστατώνεσαι και τα χάνεις για την τροφή; Διότι το τέλος εκείνης της φροντίδας είναι αυτό και δεν έχει να επιδείξει τίποτε περισσότερο· αλλά σαν να υπηρετεί κάποια δέσποινα διατηρεί συνεχώς τη δουλεία αυτήν, δεν προχωρεί περισσότερο και δεν έχει καμία άλλη αποστολή, αλλά αυτή μόνο τη μάταια. Και τα δύο είναι στενά συνδεδεμένα το ένα με το άλλο και συμπαρασύρονται στη φθορά, η κοιλία ανοίγει για τα φαγητά και τα φαγητά για την κοιλία ένα μάταιο δρόμο, σαν να γεννιούνται σκώληκες από το σώμα που βρίσκεται σε αποσύνθεση, και πάλι το σώμα κατατρώγεται από τους σκώληκες· ή όπως ένα κύμα υψώνεται και διαλύεται και δεν κάνει τίποτε περισσότερο. 
 
Αυτά δεν τα λέει για την τροφή και το σώμα, αλλά καταδικάζει το πάθος της γαστριμαργίας και τη χρήση των τροφών χωρίς μέτρο. Και το δείχνει με το να προσθέσει τα εξής: «ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει(:ο Θεός όμως θα καταργήσει στην άλλη ζωή και αυτά και εκείνα)»· δεν εννοεί την κοιλία αλλά την άμετρη επιθυμία, ούτε την τροφή, αλλά την τρυφηλή ζωή. Δηλαδή δεν δυσανασχετεί για εκείνα, αλλά τα επισημοποιεί και με τον νόμο του λέγοντας τα εξής: «ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα(:εφόσον λοιπόν κατά τη διάρκεια της ζωής μας έχουμε τροφές και ενδύματα και κατοικία για να μας σκεπάζει, θα αρκεστούμε σ’ αυτά)» [Α΄Τιμ.6,8]· αλλά έτσι αποδοκιμάζει το ελάττωμα, και αφού συμβούλεψε, αφήνει την διόρθωσή του στην ευχή. Μερικοί μάλιστα λένε ότι αυτό που είπε είναι προφητεία, η οποία φανερώνει την κατάσταση στο μέλλον και ότι εκεί δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι να τρώνε ούτε να πίνουν. Και εφόσον θα έχει τέλος κάτι που γίνεται με μέτρο, πολύ περισσότερο πρέπει οι πιστοί να απέχουν από το υπέρμετρο. 
 
Έπειτα για να μη νομίσει κανείς ότι κατηγορεί το σώμα και για να μην υποψιαστεί ότι κατηγόρησε το όλον αρχίζοντας από ένα μέρος του, και να μη λέει κανείς ότι η φύση είναι η  αιτία της λαιμαργίας ή της πορνείας, άκουσε τα εξής. «Δεν κατηγορώ», λέει, «τη φύση του σώματος, αλλά την υπέρμετρη ασωτία της ψυχής». Για τον λόγο αυτόν και προσθέτει: «τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι (:Δεν ισχύει όμως το ίδιο και με τη γενετήσια επιθυμία· διότι το σώμα δεν έχει γίνει για την πορνεία αλλά για τον Κύριο, για να Του ανήκει ως μέλος Του. Και ο Κύριος είναι για το σώμα για να κατοικεί σε αυτό)»[Α΄Κορ.6,13]. Δηλαδή δεν κατασκευάστηκε, για να είσαι άσωτος και πόρνος, όπως ούτε η κοιλία κατασκευάστηκε, για να είσαι λαίμαργος, αλλά για να ακολουθεί τον Χριστό ως κεφαλή και για να κυβερνά το σώμα ο Κύριος. Ας ντραπούμε λοιπόν, ας φρίξουμε, διότι, ενώ μας έκρινε άξιους τέτοιας τιμής, ώστε να γίνουμε μέλη Εκείνου, που έχει τον θρόνο Του στον ουρανό, ντροπιάζουμε τους εαυτούς μας με τόσα πάθη. 
 
Αφού κατηγόρησε λοιπόν αρκετά τους λαίμαργους, αποτρέπει τους πιστούς από αυτό το πάθος με την ελπίδα των μελλόντων λέγοντας: «ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ(:και δεν έχει σημασία που το σώμα διαλύεται με τον θάνατο. Ο Θεός και τον Κύριο ανέστησε και όλους εμάς θα αναστήσει με την δύναμή Του)»[Α΄Κορ.6,14]. Είδες πάλι σοφία αποστολική; Πάντοτε δηλαδή την αλήθεια της αναστάσεως τη στηρίζει στον Χριστό, και ιδίως τώρα. Εάν δηλαδή το σώμα μας είναι μέλος του Χριστού και αναστήθηκε ο Χριστός, τότε και το σώμα μας οπωσδήποτε θα ακολουθήσει την κεφαλή. 
 
«διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ (:με τη δύναμή Του)». Επειδή δηλαδή είπε πράγμα απίστευτο, που δεν είναι δυνατόν να το συλλάβει η λογική, για το ακατάληπτο της δύναμής Του χρησιμοποίησε τα της αναστάσεως του Χριστού δίνοντας έτσι και αυτήν ως ισχυρή απόδειξη ενάντια σε αυτούς. Και επί μεν της αναστάσεως του Χριστού δεν ανέφερε αυτό· δεν είπε δηλαδή, «ο δε Θεός και τον Κύριο θα αναστήσει», διότι το γεγονός συνέβη· αλλά πώς είπε; «Ο δε Θεός ανέστησε και τον Κύριο», και δεν χρειαζόταν απόδειξη. Όσον αφορά όμως τη δική μας ανάσταση, επειδή δεν έχει ακόμη συμβεί, δεν είπε έτσι, αλλά πώς; «Και εμάς θα αναστήσει με τη δύναμή Του», αποστομώνοντας έτσι όσους αντέλεγαν με την αλήθεια της δύναμής Του που ενεργεί. Και εάν αποδίδει στον Πατέρα την ανάσταση του Χριστού, αυτό καθόλου να μη σε θορυβεί· δεν ανέφερε τούτο, επειδή δήθεν δεν είχε δύναμη ο Χριστός· διότι ο Ίδιος είναι που λέει: «Λύσατε τὸν ναὸν τοῦτον, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις ἐγερῶ αὐτόν(:Γκρεμίστε τον ναό αυτό, και σε τρεις ημέρες θα τον ξαναχτίσω μόνο με τη δύναμή μου· διότι θα αναστηθώ από τον τάφο ως ζωντανός ναός του Θεού και αθάνατη κεφαλή της Εκκλησίας μου. Και η Εκκλησία μου αυτή θα αντικαταστήσει για πάντα τον ναό σας, που θα καταστραφεί)»[Ιω.2,19]· και πάλι: «ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν(:έχω εξουσία να προσφέρω τη ζωή μου, κι έχω εξουσία πάλι να την πάρω πίσω)» [Ιω.10,18]· και ο Λουκάς επίσης στις Πράξεις λέγει: «οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ(:μετά το πάθος Του και τον θάνατό Του παρουσιάστηκε σ’ αυτούς τους ίδιους ζωντανός. Και με πολλές αποδείξεις ο αναστημένος Κύριος τούς βεβαίωσε ότι πραγματικά ήταν ζωντανός. Και επί σαράντα ημέρες εμφανιζόταν σ’ αυτούς κατά διαστήματα και τους μιλούσε για τις αλήθειες και τα μυστήρια που αναφέρονταν στη βασιλεία του Θεού)» [Πράξ.1,3]. 
 
Για ποιο λοιπόν λόγο λέει έτσι ο Παύλος; Διότι και τα του Υιού τα αποδίδει στον Πατέρα, και τα του Πατρός στον Υιό. Λέγει ο Ίδιος ο Κύριος: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ (:αληθινά σας βεβαιώνω ότι υπάρχει απόλυτη συμφωνία μεταξύ του Υιού και του Πατρός. Γι’ αυτό ο Υιός είναι φυσικώς αδύνατο να κάνει από τον εαυτό του τίποτε, εάν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει αυτό. Εκείνα που ενεργεί ο Πατήρ, αυτά κάνει και ο Υιός ακριβώς όπως τα κάνει ο Πατήρ· διότι είναι κοινή και μία η θέληση, η δύναμη και η ενέργεια Πατρός και Υιού)»[Ιω.5,19]. Σε πολύ κατάλληλη στιγμή υπενθύμισε μάλιστα εδώ την ανάσταση καταστέλλοντας έτσι με εκείνες τις ελπίδες την τυραννία της λαιμαργίας και σχεδόν σαν να λέει: «Έφαγες, ήπιες άσωτα, και ποιο το τέλος; Τίποτε άλλο παρά μόνο φθορά. Ενώθηκες με τον Χριστό και ποιο το τέλος; Μέγα και θαυμαστό· η μέλλουσα ανάσταση, εκείνη η ένδοξος που υπερβαίνει κάθε λογική». 
 
Κανείς λοιπόν να μη δυσπιστεί για την ανάσταση· και αν κάποιος αμφιβάλλει, ας σκεφτεί πόσα δημιούργησε ο Θεός εκ του μηδενός και ας δεχτεί απόδειξη και για εκείνη· διότι όσα έχουν ήδη γίνει είναι πολύ πιο παράδοξα και αξιοθαύμαστα. Πρόσεξε λοιπόν. Αφού έλαβε χώμα, το ανέμιξε και έκανε άνθρωπο, ενώ δεν υπήρχε ούτε χώμα πριν από αυτό. Πώς λοιπόν το χώμα έγινε άνθρωπος; Και πώς αυτή δημιουργούνταν ενώ δεν υπήρχε; Πώς δημιουργήθηκαν από αυτήν τα πάντα, τα άπειρα γένη των αλόγων ζώων, οι σπόροι, τα φυτά, χωρίς να έχουν προηγηθεί για τη γέννηση εκείνων των ζώων πόνοι, χωρίς να έχουν πέσει βροχές για τη βλάστηση των σπόρων, χωρίς να υπάρξει καλλιέργεια, χωρίς να έχουν συντελέσει στη γένεση αυτών ούτε βόδια, ούτε άροτρο, ούτε τίποτε άλλο. Δηλαδή για αυτόν ακριβώς τον λόγο δημιούργησε στην αρχή τόσα πολλά γένη και φυτών και αλόγων ζώων από το άψυχο και αναίσθητο χώμα, για να σε διδάξει από τον ουρανό την έννοια της αναστάσεως· διότι τούτο είναι πιο θαυμαστό από την ανάσταση· το να ανάψει δηλαδή κανείς ένα σβησμένο λύχνο δεν είναι ίσο με το να παραγάγει πυρ εκ του μηδενός· το να αναστηλώσει κάποιος μία οικία, που κατέρρευσε, δεν είναι ίσο με το να κτίσει μία εκ του μηδενός. Στην πρώτη δηλαδή περίπτωση, αν όχι τίποτε άλλο, πάντως υπήρχε το υλικό, στη δεύτερη όμως περίπτωση δεν υπήρχε απολύτως τίποτε. Για τον λόγο αυτόν έκαμε πρώτα αυτό που εθεωρείτο δυσκολότερο, για να παραδεχτείς κατόπιν το ευκολότερο. 
 
Και το είπα δυσκολότερο όχι για τον Θεό, αλλά σύμφωνα με τις δυνάμεις της δικής μας λογικής, διότι τίποτε δεν είναι δύσκολο για τον Θεό· αλλά όπως ο ζωγράφος, που κάνει μια εικόνα, θα κάνει εύκολα μύριες, έτσι είναι πολύ εύκολο και για τον Θεό να κάνει μύριους και άπειρους κόσμους· μάλλον δε, όπως είναι εύκολο να σκεφτείς μία πόλη και τους άπειρους κόσμους, έτσι είναι εύκολο για τον Θεό να τους δημιουργήσει, μάλλον δε πολύ ευκολότερο και από αυτό· διότι εσύ μεν θα κατανάλωνες έστω και λίγο χρόνο σκεπτόμενος, ο Θεός όμως ούτε τούτον θα κατανάλωνε, αλλά όσο οι λίθοι είναι βαρύτεροι από τα ελαφρότερα πτηνά, μάλλον δε όσο είναι βαρύτεροι από τον νου μας, τόσο ο νους μας υπολείπεται της ταχύτητας του Θεού στο να δημιουργεί. 
 
Θαύμασες τη δύναμή Του επί της γης; Σκέψου πάλι πώς δημιουργήθηκε ο ουρανός από το μηδέν, πώς τα άπειρα άστρα, πώς ο ήλιος, πώς η σελήνη· και όλα αυτά δημιουργήθηκαν εκ του μηδενός. Επίσης, πες μου, πώς μετά τη δημιουργία τους στέκονται στον ουρανό και πάνω σε τι; Ποιο υπόβαθρο έχουν όλα αυτά και ποιο η γη; Και τι υπάρχει μετά τη γη; Και τι μετά από εκείνο, που βρίσκεται μετά τη γη; Βλέπεις σε πόσο ίλιγγο φτάνει ο νους σου, αν δεν καταφύγεις ταχέως στην πίστη και την ακατάληπτη δύναμη του Δημιουργού; Εάν θέλεις λοιπόν να στοχαστείς εξ αφορμής των ανθρωπίνων, θα μπορέσεις εντός ολίγου να δώσεις φτερά στη διάνοιά σου. 
 
«Ποιων ανθρωπίνων;», θα έλεγε κάποιος. Δεν βλέπεις τους κεραμοποιούς; Πώς διαπλάθουν το σκεύος, που έσπασε και έγινε άμορφο; Δεν βλέπεις αυτούς που ρίχνουν στο χώμα που περιέχει μέταλλο, πώς από το χώμα παρουσιάζουν χρυσό και σίδηρο και χαλκό; Δεν βλέπεις επίσης άλλους, που κατεργάζονται το γυαλί, πώς μετατρέπουν την άμμο σε ένα σώμα συνεχές και διαυγές; Να αναφέρω τους βυρσοδέψες, αυτούς που βάφουν τα κόκκινα ενδύματα, πώς εκείνο που έβαψαν το παρουσιάζουν διαφορετικό από ό,τι ήταν; Να αναφέρω τη γέννησή μας; Δεν είναι κατ΄αρχάς ένα σπέρμα μικρό, άμορφο και ασχημάτιστο αυτό που εισέρχεται στη μήτρα, η οποία το δέχεται; Πώς λοιπόν το ζώο απέκτησε τόσο μεγάλη διάπλαση; Τι είναι εξάλλου ο σίτος; Δεν ρίπτεται στη γη ένας γυμνός κόκκος; Μετά τη σπορά δεν σαπίζει; Πώς δημιουργούνται ο στάχυς και ο αθέρας του και η καλάμη και όλα τα άλλα; Ένας μικροσκοπικός σπόρος σύκου πολλές φορές, αφού πέσει στη γη, δεν δίνει ρίζα και κλαδιά και καρπό; Επομένως, κάθε ένα μεν από αυτά το δέχεσαι και δεν το πολυεξετάζεις, ενώ από τον Θεό μόνο απαιτείς ευθύνες, διότι μετασχηματίζει το σώμα μας; Και πώς είναι αυτά άξια συγνώμης; 
 
Αυτά και άλλα τέτοια λέμε προς τους εθνικούς, διότι στους πιστούς ούτε καν χρειάζεται να μιλήσω. Εάν δηλαδή πρόκειται να πολυεξετάζεις όλες τις ενέργειες Εκείνου, σε τι ο Θεός θα υπερέχει από τους ανθρώπους, εφόσον μάλιστα δεν περιεργαζόμαστε ακόμη και ανθρώπους πολλούς; Και αν έτσι φερόμαστε προκειμένου για ανθρώπους και δεν τους περιεργαζόμαστε, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να πολυεξετάζουμε τη σοφία του Θεού, ούτε να απαιτούμε λογικές αποδείξεις, διότι πρώτα μεν είναι αξιόπιστος ο Θεός που μας αποκαλύπτεται, και δεύτερο, διότι τα θέματα αυτά δεν επιδέχονται έρευνα της λογικής. Ο Θεός δηλαδή δεν είναι τόσο αδύνατος, ώστε να κάνει τέτοια μόνο, όσα είναι δυνατόν να γίνουν αντιληπτά από την ασθενή λογική σου. Εάν δηλαδή δεν κατανοείς το έργο ενός τεχνίτη, πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να κατανοήσεις το έργο του αριστοτέχνη Θεού. 
 
Μην απιστείτε λοιπόν στην ανάσταση, διότι έτσι θα είστε πολύ μακριά από την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Αλλά αυτών που αντιλέγουν, ποιο είναι το σοφό επιχείρημα, μάλλον το πλέον ανόητο επιχείρημά τους; «Όταν αναμιχτεί το σώμα με τη γη και γίνει γη και μεταφερθεί αυτή σε άλλο τόπο, πώς άραγε», θα έλεγε κάποιος, «θα αναστηθεί;» Τούτο φαίνεται ακατανόητο σε εσένα, αλλά όχι στον ακοίμητο Οφθαλμό· διότι σε Εκείνον είναι όλα φανερά. Και εσύ μεν δεν διακρίνεις τα διάφορα μέρη, όταν αναμιχθούν, Εκείνος όμως τα γνωρίζει όλα· επί παραδείγματι εσύ μεν αγνοείς τι υπάρχει στην καρδιά του πλησίον σου, Εκείνος όμως όλα τα γνωρίζει. Εάν λοιπόν, επειδή αγνοείς πώς ανασταίνει ο Θεός, δεν πιστεύεις καν ότι ανασταίνει, θα απιστήσεις και για το ότι γνωρίζει τις σκέψεις μας· διότι ούτε αυτές φαίνονται. Και όμως, όσον αφορά μεν στο σώμα, η ύλη είναι ορατή, και αν ακόμη διαλυθεί, εκείνες όμως οι σκέψεις είναι αόρατες. Αυτός λοιπόν που γνωρίζει τα αόρατα με κάθε ακρίβεια, δεν θα δει τα ορατά και θα διαλύσει το σώμα εύκολα; Είναι νομίζω ολοφάνερο. 
 
Μη λοιπόν απιστείς στην ανάσταση· η σκέψη αυτή είναι διαβολική· και καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια εδώ ο διάβολος, όχι μόνο για να υπάρξει απιστία στο θέμα της αναστάσεως, αλλά και για να καταργηθούν και τα έργα της αρετής. Ο άνθρωπος δηλαδή που δεν προσδοκά να αναστηθεί και να δώσει λόγο των πράξεών του, δεν θα ενδιαφερθεί ευθύς εξαρχής για την αρετή· μη ενδιαφερόμενος για την αρετή, θα εκδηλώσει στη συνέχεια απιστία για την ανάσταση. Το ένα δηλαδή προκαλεί το άλλο, η απιστία την κακία και η κακία την απιστία. Όταν δηλαδή η συνείδηση είναι γεμάτη από πονηρίες, επειδή φοβάται και τρέμει τη μέλλουσα τιμωρία, εφόσον δεν θέλει να λάβει την παρηγοριά με τη μεταστροφή στο καλό, θα αναπαυθεί με την απιστία. Επειδή δηλαδή εσύ λες ότι δεν υπάρχει ανάσταση, ούτε κρίση, και εκείνος θα πει: «Επομένως ούτε και εγώ θα δώσω λόγο για τα παραπτώματά μου». Αλλά όμως τι λέγει ο Χριστός; «Πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ(:Βρίσκεστε σε πλάνη και δεν γνωρίζετε ούτε τις Γραφές, οι οποίες δεν υποστηρίζουν υλιστικές και παχυλές αντιλήψεις για την ανάσταση, όπως εσείς την φαντάζεστε, ούτε τη δύναμη του Θεού, για την οποία τίποτε δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο)» [Ματθ.22,29]. 
 
Δεν θα δημιουργούσε τόσα πολλά ο Θεός, εάν βεβαίως δεν επρόκειτο να μας αναστήσει, αλλά να μας αφήσει στη διάλυση και τον πλήρη αφανισμό· δεν θα είχε εκτείνει τούτον τον ουρανό, δεν θα είχε δημιουργήσει εδώ κάτω τη γη, δεν θα είχε πλάσει όλα τα άλλα προς χάριν αυτής μόνο της σύντομης ζωής. Και αν αυτά τα έχει δημιουργήσει για την παρούσα ζωή, τι δεν θα κάνει για τη μέλλουσα; Εάν όμως δεν θα υπάρξει μέλλουσα ζωή, εμείς για τον εξής λόγο είμαστε πολύ πιο ανάξιοι των όσων έγιναν για χάρη μας· ο ουρανός δηλαδή και η γη και η θάλασσα και οι ποταμοί, ακόμη και μερικά από τα ζώα είναι μονιμότερα από εμάς· η κορώνη π.χ. και το γένος των ελεφάντων και πολλά άλλα ζώα χαίρονται την παρούσα ζωή περισσότερο χρόνο. Ο βίος ο δικός μας είναι σύντομος και επίπονος, ενώ ο βίος εκείνων δεν είναι τέτοιος, αλλά μακρός και μάλλον είναι απαλλαγμένος στενοχωρίας και φροντίδων. 
 
Τι λοιπόν, πες μου; Τους δούλους τούς έκανε ανώτερους από τους κυρίους; Μη, σε παρακαλώ, μην σκέπτεσαι, άνθρωπε, κάτι τέτοια και μη φαίνεσαι πτωχός στη διάνοια, μήτε να αγνοείς τον πλούτο του Θεού, τη στιγμή που έχεις τέτοιο Κύριο· διότι αληθώς, ο Θεός από την αρχή ήθελε να σε κάνει αθάνατο, αλλά εσύ δεν θέλησες. Πράγματι· ενδείξεις αθανασίας ήσαν εκείνα, δηλαδή η συνομιλία με τον Θεό, η έλλειψη από τη ζωή ταλαιπωριών, η απαλλαγή από λύπη και φροντίδες και κόπους και τα άλλα τα θνητά στοιχεία· διότι ο Αδάμ δεν είχε ανάγκη ούτε ενδυμάτων, ούτε στέγης, ούτε κανενός άλλου πράγματος αυτού του είδους, αλλά έμοιαζε μάλλον με τους αγγέλους, και πολλά από τα μελλοντικά τα γνώριζε εκ των προτέρων και ήταν πλήρης πολλής σοφίας. Και μάλιστα ό,τι έκανε ο Θεός κρυφά σχετικά με τη γυναίκα, αυτό εκείνος το γνώριζε, γι’ αυτό και έλεγε: «Τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου(:αυτό τώρα είναι οστό από τα οστά μου και σάρκα από τη σάρκα μου)»[Γέν.2,23]. Και ο πόνος αργότερα δημιουργήθηκε, αργότερα ο ιδρώτας, αργότερα η αισχύνη και η δειλία και η έλλειψη παρρησίας, ενώ τότε δεν υπήρχε λύπη, ούτε οδύνη, ούτε στεναγμός. Αλλά ο Αδάμ δεν έμεινε στην τιμητική εκείνη κατάσταση. 
 
«Τι λοιπόν εγώ θα πάθω;», θα έλεγε κάποιος· «εξαιτίας εκείνου θα χαθώ;». Βεβαιότατα και εξαιτίας εκείνου· ούτε και εσύ όμως έμεινες αναμάρτητος, αλλά και αν ακόμη δεν διέπραξες την ίδια αμαρτία, πάντως οπωσδήποτε διέπραξες άλλη. Άλλωστε δεν βλάφτηκες από την τιμωρία, αλλά αντιθέτως κέρδισες. Εάν δηλαδή επρόκειτο να μένεις αιωνίως θνητός, ίσως θα είχε κάποια ισχύ το επιχείρημά σου· τώρα όμως και αθάνατος είσαι και, αν θέλεις, θα μπορέσεις να λάμψεις περισσότερο και από τον ίδιο τον ήλιο. «Αλλά», θα έλεγε κάποιος, «εάν δεν είχα λάβει θνητό σώμα, δεν θα αμάρτανα». 
 
«Τι λοιπόν;», πες μου· εκείνος(ο Αδάμ) αμάρτησε, διότι είχε θνητό σώμα; Καθόλου· διότι εάν πράγματι ήταν θνητό, δεν θα είχε υποστεί τον θάνατο κατόπιν ως τιμωρία. Είναι φανερό από εκείνο το παράδειγμα ότι το θνητό σώμα καθόλου δεν αποτελεί εμπόδιο για την αρετή, αλλά απεναντίας συντελεί σε σωφροσύνη και βοηθάει πάρα πολύ. Εφόσον δηλαδή και μόνο η προσδοκία της αθανασίας παρέσυρε σε αλαζονεία τόσο πολύ τον Αδάμ, εάν είχε γίνει πράγματι αθάνατος, τούτο σε ποια μωρία δεν θα τον είχε οδηγήσει; Και τώρα μεν, όταν αμαρτάνεις, μπορείς να απαλλαγείς από τα αμαρτήματα, διότι το σώμα σου είναι ευτελές και καταρρέει και διαλύεται· και πράγματι, αυτές οι σκέψεις είναι ικανές να οδηγούν σε σωφροσύνη· εάν όμως είχες αμαρτήσει στο αθάνατο σώμα, ίσως επρόκειτο να ήσαν τα αμαρτήματα μονιμότερα. 
 
Η θνητότητα λοιπόν δεν είναι η αιτία της αμαρτίας- μην της αποδίδεις κατηγορία- αλλά η ρίζα των κακών είναι η πονηρή προαίρεση. Γιατί δηλαδή το σώμα δεν έβλαψε καθόλου τον Άβελ; Γιατί η έλλειψη σώματος δεν ωφέλησε καθόλου τους δαίμονες; Θέλεις να μάθεις ότι το ότι το σώμα πλάστηκε θνητό όχι μόνο δεν έβλαψε, αλλά και ωφέλησε; Άκουσε πόσα κερδίζεις από αυτό, εάν είσαι άγρυπνος. Σε αποσπά και σε απομακρύνει από την κακία με τις οδύνες και τις λύπες και τους πόνους και άλλα παρόμοια. 
 
«Αλλά», θα έλεγε κάποιος, «οδηγεί και σε πορνεία». Δεν φταίει το σώμα, αλλά η ακολασία. Αυτά δηλαδή, όσα ανέφερα, είναι εξ ολοκλήρου χαρακτηριστικά του σώματος· για τον λόγο αυτόν δεν είναι δυνατόν να έλθει άνθρωπος στον βίο αυτόν και να μη νοσήσει και να μην πονέσει και να μη στενοχωρηθεί, ενώ είναι δυνατόν να μην πορνεύσει. Ώστε, εάν και οι κακίες ήσαν χαρακτηριστικά της φύσεως του σώματος, θα τις είχαν όλοι οι άνθρωποι, διότι έτσι συμβαίνει με όσα προέρχονται από τη φύση· με την πορνεία όμως δεν συμβαίνει το ίδιο· ο πόνος μεν προέρχεται από τη φύση, ενώ η πορνεία από τη διάθεση. 
 
Μη λοιπόν κατηγορείς το σώμα· ας μην σου αφαιρεί ο διάβολος την τιμή, την οποία σου έδωσε ο Θεός. Αν θέλουμε, το σώμα είναι άριστος χαλινός, που συγκρατεί τα σκιρτήματα της ψυχής, που περιορίζει τη μωρία, που εμποδίζει την αλαζονεία, που μας υπηρετεί στα μεγαλύτερα κατορθώματά μας. Αλλά μην μου αναφέρεις τους μαινόμενους· διότι βλέπουμε και πολλούς ίππους να καλπάζουν προς τους γκρεμούς και να έχουν ρίξει κάτω τον ηνίοχο με το χαλινάρι, αλλά δεν θεωρούμε αίτιο το χαλινάρι· διότι δεν αποσπάστηκε εκείνο μόνο του και έτσι προκάλεσε αυτό το δυστύχημα, αλλά έφερε όλη τη συμφορά ο ηνίοχος, που δεν συγκράτησε τα ηνία. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο σκέψου εδώ· αν δεις ένα νέο ορφανό να κάνει μύρια κακά, μη θεωρείς υπεύθυνο το σώμα, αλλά τον συρόμενο ηνίοχο, εννοώ τον λογισμό του. 
 
Όπως δηλαδή τα ηνία δεν βλάπτουν τον ηνίοχο, αλλά ο ηνίοχος είναι αίτιος όλων, αν δεν κρατεί αυτά καλώς- για τον λόγο αυτόν και τιμωρούν αυτόν με το να περιπλέκονται με αυτόν και με το να τον παρασύρουν πολλές φορές και να τον αναγκάζουν να έχει και αυτός τη δική τους κακή τύχη- έτσι ακριβώς συμβαίνει και εδώ. «Εγώ μεν δηλαδή», λέει το χαλινάρι, «έσφιγγα το στόμα του ίππου μέχρις αίματος έως ότου με κρατούσες καλά· επειδή όμως με έριξες κάτω, νομίζω ότι σου αξίζει να σε καταφρονήσω, και περιπλέκομαι μαζί σου και σε παρασύρω, ώστε να μην πάθω άλλη φορά το ίδιο πάθημα». Κανείς λοιπόν να μην κατηγορεί τα ηνία, αλλά τον εαυτό του και την αμαρτωλή διάνοιά του, καθότι ηνίοχος σε εμάς είναι το λογικό, το δε σώμα είναι τα ηνία, που πειθαρχούν τους ίππους στον ηνίοχο. Αν λοιπόν αυτά είναι καλώς προσαρμοσμένα, δεν θα πάθεις κανένα κακό· αν όμως τα χαλαρώσεις, θα αφανίσεις και θα καταστρέψεις τα πάντα. 
 
Ας είμαστε σώφρονες λοιπόν και ας μην κατηγορούμε το σώμα, αλλά την πονηρή διάνοιά μας, διότι πράγματι είναι έργο του διαβόλου αυτό, το ότι δηλαδή κάνει τους ανόητους να κατηγορούν τους πάντες μάλλον και το σώμα και τον Θεό και τον πλησίον τους, παρά την αμαρτωλή διάνοιά τους, με σκοπό να μην βρουν την αιτία και απαλλαγούν από τη ρίζα των κακών. Αλλά εσείς, γνωρίζοντας καλά την επιβουλή του διαβόλου, στρέψτε τον θυμό σας εναντίον του και, αφού θέσετε τον ηνίοχο κυβερνήτη στο άρμα, στρέψτε τον οφθαλμό της διάνοιάς σας προς τον Θεό· διότι στα άλλα μεν αγωνίσματα εκείνος που θέσπισε τον αγώνα δεν δίνει τίποτε, αλλά αναμένει το τέλος του αγώνα· εδώ όμως ο αγωνοθέτης Θεός είναι το παν. Αυτός λοιπόν ας μας ευσπλαχνίζεται, και οπωσδήποτε θα λάβουμε τους μελλοντικούς στεφάνους· αυτούς είθε να τους λάβουμε όλοι εμείς με τη χάρη του Χριστού, του Οποίου η δόξα είναι αιώνια. Αμήν. 
 
[Συνεχίζεται] 
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ, 
 
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος 
 
 
 
ΠΗΓΕΣ: 
 
 
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην Α΄προς Κορινθίους επιστολήν, ομιλία ΙΖ΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 18, σελίδες 472-493. 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014. 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009. 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005. 
 
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016. 
 
 
 
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm