ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ[:Ιω. 1,44-52]
 
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ 
 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΑΘΑΝΑΗΛ 
«Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου(:την άλλη μέρα αποφάσισε ο Ιησούς να αναχωρήσει για τη Γαλιλαία. Βρίσκει τότε τον Φίλιππο και του λέει: “Ακολούθησέ με στο ταξίδι που πρόκειται να κάνω”. Ο Φίλιππος μάλιστα καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου)»[Ιω.1,44-45]. 
 
«Εκείνος που φροντίζει επιμελώς για κάτι, το λαμβάνει με περίσσεια», λέγει κάποια παροιμία. Ο Χριστός υπαινίχθηκε ωστόσο και κάτι επιπλέον, όταν είπε: «Ὁ ζητῶν εὑρίσκει(:όποιος αναζητεί, βρίσκει)»[Ματθ.7,8]. Από αυτό λοιπόν γεννιέται η απορία μου από ποια αιτία παρακινούμενος ο Φίλιππος ακολούθησε τον Χριστό· διότι ο μεν Ανδρέας ακολούθησε τον Χριστό, αφού πληροφορήθηκε γι’ Αυτόν από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και ο Πέτρος αφού παρακινήθηκε από τα λόγια του Ανδρέα, ενώ ο Φίλιππος πείστηκε αμέσως και Τον ακολούθησε· και όχι μόνο δεν έφυγε, αλλά και κήρυξε γι’ Αυτόν και σε άλλους, χωρίς να ακούσει και να μάθει τίποτε από κανένα, παρά μόνο τον λόγο «Ακολούθησέ με», που του είπε ο Χριστός· διότι έτρεξε αμέσως στον Ναθαναήλ και του είπε: «ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν(:εκείνον για τον Οποίο έγραψε ο Μωυσής στο νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες, Τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατάγεται από τη Ναζαρέτ)»[Ιω.1,46]. Βλέπεις πόσο καλά πληροφορημένος και κατατοπισμένος ήταν και συνεχώς μελετούσε όσα έγραψε ο Μωυσής και προσδοκούσε την έλευσή Του; Διότι το «εὑρήκαμεν» φανερώνει ότι πάντοτε Τον αναζητούσαν. 

 
«Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν(:την άλλη μέρα αποφάσισε ο Ιησούς να αναχωρήσει από την Ιουδαία για τη Γαλιλαία)»[Ιω.1,44]· διότι δεν προσκαλεί κανέναν κοντά Του, προτού ο ίδιος αποφασίσει αυτοπροαίρετα να Τον ακολουθήσει. Και ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο πράγματι όχι απλά και τυχαία, αλλά σύμφωνα με τη δική Του υπέρτατη σοφία και σύνεση· διότι, εάν ο Ίδιος τους είχε προσελκύσει κοντά Του, χωρίς αυτοί μόνοι τους εξ ιδίας προαιρέσεως και τελείως αυθόρμητα να Τον είχαν ακολουθήσει, υπήρχε η πιθανότητα να απομακρυνθούν· τώρα όμως, επειδή οι ίδιοι προτίμησαν με δική τους απόφαση να Τον ακολουθήσουν, παρέμεναν κοντά Του στο εξής σταθεροί και πιστοί μαθητές. 
 
Τον Φίλιππο όμως, ο οποίος ήταν περισσότερο γνώριμος σε Αυτόν, Τον προσκάλεσε· διότι τον γνώριζε καλύτερα, επειδή γεννήθηκε και ανατράφηκε στη Γαλιλαία. Αφού λοιπόν παρέλαβε μαζί Του τους μαθητές Του, πήγε έπειτα για αναζήτηση των υπολοίπων και να προσελκύσει κοντά Του τον Φίλιππο και τον Ναθαναήλ. Και δεν πρέπει να απορεί και τόσο κανείς με αυτό, διότι και η φήμη του Ιησού είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη Συρία. Το αξιοθαύμαστο, όμως, με όσους βρίσκονταν κοντά στον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Φίλιππο ήταν αυτό, ότι όχι μόνο είχαν πειστεί προτού λάβουν θαυμαστά αποδεικτικά σημεία για το ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο Ιησούς, αλλά και ότι, παρά το ότι κατάγονταν από τη Γαλιλαία, περιοχή δηλαδή από την οποία ούτε προφήτης ούτε κάποιο καλό ήταν δυνατόν να προέλθει, εντούτοις πίστεψαν και ακολούθησαν τον Χριστό· διότι οι κάτοικοι αυτής της περιοχής ήσαν κάπως περισσότερο απαίδευτοι και ατίθασοι και τραχείς. 
 
Ο Χριστός μάλιστα ακριβώς από αυτό το γεγονός απέδειξε τη δύναμή Του, από το ότι δηλαδή από αυτήν την περιοχή, η οποία δεν παρήγαγε κανένα καρπό, διάλεξε την πιο εκλεκτή μερίδα των μαθητών Του. Φυσικό, λοιπόν, αφενός, ήταν, ο Φίλιππος να Τον ακολουθήσει, τόσο επειδή είδε παράδειγμα του Πέτρου και των άλλων, οι οποίοι ακολούθησαν τον Χριστό, όσο και επειδή είχε ακούσει από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή για το Ποιος ήταν ο Ιησούς, φυσικό όμως αφετέρου ήταν επίσης η φωνή του ίδιου του Χριστού να συντέλεσε μέσα του στη δημιουργία μιας τέτοιας εσωτερικής καταστάσεως, προθυμίας και δεκτικότητας , ώστε να αποφασίσει χωρίς τον παραμικρό δισταγμό να Τον ακολουθήσει· διότι γνωρίζει ο Χριστός εκείνους οι οποίοι επρόκειτο να αναδειχθούν ικανοί και κατάλληλοι για το έργο Του. 
 
Ο ευαγγελιστής όμως Ιωάννης όλα αυτά τα αφηγείται με συνοπτικό τρόπο. Ότι επρόκειτο, λοιπόν, ο Χριστός να έλθει το γνώριζε καλά ο Φίλιππος, ότι όμως αυτός ήταν ο Χριστός που αναμενόταν, το αγνοούσε. Αυτό έχω τη γνώμη ότι το έμαθε ή από τον Πέτρο ή από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει στη συνέχεια και τον τόπο της καταγωγής του Φιλίππου, δηλαδή τη Βηθσαϊδά, για να μάθεις ότι ο Θεός τους αδυνάτους ως προς την κοσμική δύναμη και σοφία, επέλεξε ως μαθητές Του, προκειμένου δι’ αυτών να πραγματοποιηθεί το προαιώνιο σχέδιό Του για τη σωτηρία των ανθρώπων. 
 
«Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ(: βρίσκει στο μεταξύ ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: “Εκείνον για τον Οποίο έγραψε ο Μωυσής στον νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες, Τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατάγεται από τη Ναζαρέτ”)»[Ιω.1,46]. Και τα λέγει αυτά, για να κάνει με την αναφορά του στον Μωυσή και τους προφήτες, τη διήγησή του αξιόπιστη και να προδιαθέσει με αυτόν τον τρόπο ευνοϊκά τον ακροατή. Επειδή δηλαδή ο Ναθαναήλ όλα όσα αναφέρονταν στην έλευση του Μεσσία τα είχε ερευνήσει με ακρίβεια και με κάθε ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα, όπως ο ίδιος ο Χριστός βεβαίωσε και εμπράκτως το απέδειξε, εύλογα τον παρέπεμψε ο Φίλιππος στον Μωυσή και τους προφήτες, για να τον κάνει με τον τρόπο αυτό να αποδεχθεί και να ομολογήσει τον Κηρυττόμενο. 
 
Και δεν πρέπει καθόλου να θορυβηθείς, επειδή Τον αποκάλεσε «υιό του Ιωσήφ», διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή εθεωρείτο ακόμη παιδί του. Και από πού, Φίλιππε, γίνεται φανερό ότι αυτός είναι ο Μεσσίας, ο αναμενόμενος Χριστός; Ποια απόδειξη έχεις να μας παρουσιάσεις; Διότι δεν αρκεί μονάχα να το διακηρύττεις. Ποιο αποδεικτικό σημείο είδες και πίστεψες; Ποιο θαύμα; Δεν είναι χωρίς κίνδυνο να δίνει κανείς πίστη σε τέτοια πράγματα αφελώς. Ποια λοιπόν απόδειξη, έχεις; «Αυτή που είχε και ο Ανδρέας», λέγει. Διότι και εκείνος, μην μπορώντας να παραστήσει με λόγια τον θησαυρό που είχε ανακαλύψει, οδηγεί τον αδελφό του στον ίδιο τον Θησαυρό που ανακάλυψε. Έτσι και ο Φίλιππος δεν εξήγησε στον Ναθαναήλ, για ποιο λόγο Αυτός που ανακάλυψε είναι Εκείνος, ο Χριστός και με ποιον τρόπο οι προφήτες Τον είχαν προαναγγείλει, αλλά οδήγησε αυτόν στον ίδιο τον Ιησού, επειδή ήταν απολύτως βέβαιος ότι δε θα απομακρυνόταν από κοντά Του, αν είχε την τιμή να γευτεί τα λόγια Του και να ακούσει τη διδασκαλία Του. 
 
Και τον ρώτησε ο Ναθαναήλ: «ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι;(:’’Από τη Ναζαρέτ, το κακό και άσημο αυτό χωριό, μπορεί να προέλθει τίποτα καλό;”)»[Iω.1,47]. Και ο Φίλιππος του απάντησε: «ἔρχου καὶ ἴδε(: “Έλα, κι όταν Τον δεις μόνος σου με τα ίδια σου τα μάτια, θα πειστείς”). «εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι(:είδε ο Ιησούς τον Ναθαναήλ να έρχεται κοντά Του και λέει γι’ αυτόν: ‘’Να ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης, που δεν έχει στην καρδιά του καμία πονηριά και δόλο, αλλά ποθεί με ειλικρίνεια να βρει την αλήθεια”)»[Ιω. 1, 48]. 
 
Και επειδή ο Ναθαναήλ είχε ρωτήσει αν ήταν δυνατόν να προέλθει κάποιο καλό από τη Ναζαρέτ, γι’ αυτό τον επαινεί και τον θαυμάζει. Μήπως όμως έπρεπε ο Κύριος να του προσάψει κατηγορία που είπε κάτι τέτοιο; Δεν έκανε, όμως, καθόλου αυτό, διότι τα λόγια του δεν ήταν αποτέλεσμα απιστίας, ούτε άξια τιμωριών, αλλά επαίνων. Πώς και γιατί; Διότι ο Ναθαναήλ είχε ερευνήσει και γνώριζε καλύτερα από τον Φίλιππο, τους προφήτες. Και φυσικά είχε μάθει από τις Γραφές ότι ο Χριστός έπρεπε να κατάγεται από τη Βηθλεέμ και από το χωριό στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δαβίδ [πρβ. Ιω.7,42: «Οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυΐδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται;(:δεν είπε η Αγία Γραφή ότι ο Μεσσίας Χριστός θα προέρχεται από το γένος του Δαβίδ και από το χωριό της Βηθλεέμ, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δαβίδ;)»]. 
 
Αυτή λοιπόν η πεποίθηση επικρατούσε στους Ιουδαίους και ο προφήτης Μιχαίας από πολύ παλιά την είχε προαναγγείλει με τα εξής λόγια: «Καὶ σύ, Βηθλεέμ, οἶκος τοῦ Ἐφραθά, ὀλιγοστὸς εἶ τοῦ εἶναι ἐν χιλιάσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ μοι ἐξελεύσεται τοῦ εἶναι εἰς ἄρχοντα ἐν τῷ Ἰσραήλ, καὶ αἱ ἔξοδοι αὐτοῦ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐξ ἡμερῶν αἰῶνος(:και εσύ Βηθλεέμ, που αλλιώς ονομάζεσαι και «οίκος του Εφραθά», μικρή είσαι μεταξύ των πόλεων του Ιούδα. Δεν έχεις ούτε χιλίους κατοίκους. Αλλά από εσένα θα προέλθει προς δόξα δική μου ένας άντρας ο οποίος θα γίνει άρχοντας του ισραηλιτικού λαού. Η αρχή και η ενέργεια Αυτού ξεπερνά την αρχή των ημερών της δημιουργίας. Είναι ο Μεσσίας)»[Μιχ.5,2] και «Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ(:και εσύ, Βηθλεέμ, που περιλαμβάνεσαι στη χώρα της φυλής του Ιούδα, αν και φαίνεσαι μικρό χωριό, δεν είσαι όμως καθόλου η πιο ασήμαντη πόλη από τις πρωτεύουσες που ξεχωρίζουν στην περιοχή της φυλής του Ιούδα. Και δεν είσαι η πιο μικρή, διότι από σένα θα βγει άρχοντας, ο οποίος θα ποιμάνει το λαό μου τον Ισραήλ)»[Ματθ. 2,6]. 
 
Όταν λοιπόν ο Ναθαναήλ άκουσε ότι ο Χριστός προερχόταν από τη Ναζαρέτ, θορυβήθηκε και απόρησε, διότι η ευχάριστη κατά πάντα ανακοίνωση του Φιλίππου, απ’ ό,τι γνώριζε, δεν φαινόταν να συμφωνεί με την προφητική ρήση. Αλλά πρόσεξε τη σύνεση και την επιείκεια του Ναθαναήλ και στην έκφραση ακόμη της αμφιβολίας του· διότι δεν είπε αμέσως: «Με εξαπατάς, Φίλιππε, και ψεύδεσαι, δεν πιστεύω τα λόγια σου, ούτε έρχομαι για να διαπιστώσω την αλήθειά τους. Έμαθα από τους προφήτες ότι ο Χριστός πρέπει να έλθει από τη Βηθλεέμ, εσύ όμως μου λες ότι Τον βρήκες και ότι προέρχεται από τη Ναζαρέτ. Λοιπόν δεν είναι αυτός που βρήκες ο αναμενόμενος Μεσσίας». Αλλά δεν είπε τίποτε από αυτά, αλλά τι; Προσήλθε και αυτός, αφενός μεν για να δείξει, βάσει των μαρτυριών των Γραφών, τις οποίες γνώριζε με κάθε ακρίβεια, ότι ο Χριστός δεν είναι δυνατόν να προέλθει από τη Ναζαρέτ και ότι είναι συνεπώς αδύνατο ως προς το ζήτημα αυτό να αλλάξει τις πεποιθήσεις του, αφετέρου δε επειδή δε θέλησε να περιφρονήσει εκείνον που του ανακοίνωσε τον μεγάλο πόθο, τον οποίο είχε για την έλευση του Χριστού· διότι κατάλαβε ότι ήταν φυσικό ο Φίλιππος να έκανε λάθος ως προς τον τόπο της καταγωγής του Χριστού. 
 
Πρόσεξε όμως και τον τρόπο με τον οποίο αρνείται να δεχθεί την πληροφορία του Φιλίππου, πόσο ήπιος και επιεικής είναι και πώς υπό τύπον ερωτήσεως διατύπωσε την επιφύλαξή του· διότι δεν είπε: « Η Γαλιλαία κανένα καλό δεν φέρνει», αλλά τι; «Από τη Ναζαρέτ είναι δυνατόν να προέλθει κάποιο καλό;». Αλλά και ο Φίλιππος ήταν εξαιρετικά συνετός· διότι δεν δυσαρεστήθηκε, ούτε αγανάκτησε για τον δισταγμό και την αμφιβολία του Ναθαναήλ, αλλά επέμενε να τον οδηγήσει κοντά στον Χριστό και φανέρωσε έτσι εξαρχής σε μας την αρμόζουσα για έναν Απόστολο επιμονή και καρτερία. Για τους λόγους αυτούς ο Χριστός λέγει: «Ιδού ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης, στον οποίο δόλος δεν υπάρχει». Ώστε υπάρχει και πονηρός και ανειλικρινής Ισραηλίτης. Αυτός όμως δεν ήταν τέτοιος, διότι λέγει η κρίση του παρέμεινε σταθερή, αδέκαστη και αμετακίνητη. Τίποτε δεν είπε με διάθεση να καλοπιάσει ούτε να δυσαρεστήσει. 
 
Παρά το ότι οι Ιουδαίοι ήταν εκείνοι οι οποίοι απάντησαν ορθά όταν τους ρώτησαν πού γεννιέται ο Χριστός, ότι γεννιέται στη Βηθλεέμ και ανέφεραν μάλιστα και τη μαρτυρία την εξής: «Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ»[Ματθ.2,6]. Ωστόσο εκείνοι αφενός βεβαίωναν αυτά προτού να Τον δουν, αργότερα, όμως, όταν Τον είδαν, απέκρυψαν τη μαρτυρία και Τον αρνήθηκαν με τα ακόλουθα λόγια: «Ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστί(:’’Εμείς, που είμαστε σπουδασμένοι και αναγνωρισμένοι άρχοντες του έθνους, ξέρουμε ότι ο Θεός έχει μιλήσει στο Μωυσή και σε κανέναν άλλον. Αυτός μας είναι άγνωστος και δεν ξέρουμε από πού είναι και από πού στάλθηκε”)» [Ιω. 9,29], ενώ ο Ναθαναήλ δεν συμπεριφέρθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά τη γνώμη που είχε εξαρχής γι’ Αυτόν, αυτή και επέμενε να διατηρεί σταθερά, ότι ο Χριστός δεν είναι από τη Ναζαρέτ. 
 
Πώς λοιπόν οι προφήτες Τον ονομάζουν «Ναζωραίο»; Επειδή εκεί διέμενε και ανατράφηκε. Ώστε παράλειψε μεν ο Κύριος να πει: «δεν είμαι από τη Ναζαρέτ, όπως σου ανήγγειλε ο Φίλιππος, αλλά από τη Βηθλεέμ», για να κάνει αμέσως τον λόγο αντικείμενο αμφισβητήσεως και διαφωνίας. Αλλά εκτός από αυτά παρέλειψε και για έναν άλλο λόγο να πει αυτό, για τον λόγο, ότι αν και ήταν δυνατόν να γίνει πιστευτός, εντούτοις τούτο δεν θα αποτελούσε αρκετή απόδειξη του ότι Αυτός είναι ο Χριστός. Διότι τι εμπόδιζε και χωρίς να είναι Χριστός, να κατάγεται από τη Βηθλεέμ, όπως οι άλλοι που γεννήθηκαν εκεί; Ώστε αυτό μεν το παρέλειψε, εκείνο όμως το οποίο μάλιστα μπορούσε να προσθέσει, εκείνο και πρόσθεσε· διότι έδειξε ότι κατά τη στιγμή που αυτοί συνομιλούσαν, Εκείνος ήταν παρών. Μόλις λοιπόν εκείνος Τον ρώτησε: «Πόθεν με γινώσκεις;(:από πού με ξέρεις; Και πώς γνωρίζεις την ειλικρίνεια των μυστικών μου σκέψεων και ελατηρίων;)», απάντησε: «Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε(:πριν ακόμη σε φωνάξει ο Φίλιππος, όταν ήσουν κάτω από τη συκιά και προσευχόσουν μακριά από κάθε μάτι ανθρώπου, εγώ με το υπερφυσικό και θείο μου βλέμμα σε είδα)»[Ιω. 1,49]. 
 
Κοίταξε άνθρωπο σταθερό και σοβαρό. Διότι, μόλις είπε ο Χριστός: «ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι (:Να ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης, που δεν έχει στην καρδιά του καμία πονηριά και δόλο, αλλά ποθεί με ειλικρίνεια να βρει την αλήθεια)», δεν αποχαυνώθηκε απ΄τους επαίνους, δεν έτρεξε πίσω Του αμέσως και ανεπιφύλακτα παρασυρμένος από τον εγκωμιασμό, αλλά επέμενε να ρωτά και να ερευνά ακριβέστερα και ζητούσε να μάθει κάτι απολύτως σαφές. 
 
Ο Ναθαναήλ λοιπόν ως άνθρωπος ρωτούσε ακόμη, ο Ιησούς, όμως, ως Θεός απάντησε, καθόσον βεβαίωσε ότι «ανέκαθεν σε γνωρίζω»- και τη σοβαρότητα του χαρακτήρα του Ναθαναήλ και την ειλικρίνεια των διαθέσεών του, τη γνώριζε πάντοτε ως Θεός και όχι ως άνθρωπος ύστερα από προσεκτική παρακολούθηση- και «τώρα σε είδα κάτω από τη συκιά», όταν δεν ήταν κανένας εκεί, αλλά μόνο ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ και όλα αυτά τα είπαν ιδιαιτέρως και χωρίς κανείς να τους ακούσει. Για τον λόγο αυτό ειπώθηκε, ότι «αφού είδε αυτόν από μακριά, είπε: ‘’Ιδού, ένας γνήσιος και πραγματικός Ισραηλίτης’’», για να μάθει ο Ναθαναήλ ότι προτού ακόμη πλησιάσει ο Φίλιππος, έλεγε ήδη αυτά ο Χριστός, ώστε να μην καταστεί ύποπτη η μαρτυρία αυτή. Γι’ αυτό προσδιόρισε επακριβώς και τη στιγμή και ανέφερε και τον τόπο και το δέντρο. Διότι, αν έλεγε μονάχα: «Προτού να έλθει ο Φίλιππος κοντά σου, εγώ σε είδα», θα υποπτευόταν τουλάχιστον ότι Αυτός τον είχε στείλει και ότι τίποτε το σπουδαίο δεν λέγει, τώρα όμως με το να αναφέρει και τον τόπο, στον οποίο βρισκόταν, κατά τη στιγμή κατά την οποία τον φώναζε ο Φίλιππος και το όνομα του δέντρου, κάτω από το οποίο ήταν και με το να προσδιορίσει επακριβώς τη στιγμή της συνομιλίας τους, κατέστησε την πρόγνωση απολύτως ακριβή και αναμφισβήτητη. 
 
Με αυτόν επίσης τον τρόπο δεν κατέστησε φανερή μονάχα την πρόγνωση, αλλά και με άλλο τρόπο τον δίδαξε, διότι τον έκανε να θυμηθεί αυτά που ειπώθηκαν τότε, όπως το ότι «από τη Ναζαρέτ μπορεί να προέλθει κάποιο καλό;»- εξαιτίας του οποίου και πολύ πιο ευχάριστα τον δέχθηκε- και ότι, παρόλο που αυτός είπε αυτά, δεν τον κατέκρινε, αλλά μίλησε γι’ αυτόν επαινετικά και με θαυμασμό. Γι’ αυτό και κατάλαβε καλά κατόπιν τούτου ότι Αυτός που είχε μπροστά του ήταν πράγματι ο Χριστός και το κατάλαβε και από την πρόγνωση και από το γεγονός ότι ερεύνησε τη σκέψη του με κάθε ακρίβεια· πράγμα το οποίο αποδείκνυε ότι γνώριζε καλά και τις σκέψεις του. 
 
Αυτό, άλλωστε, έγινε φανερό και από το ότι ενώ εκείνος νόμισε ότι θα καταφερθεί εναντίον του, εντούτοις ο Χριστός όχι μόνο δεν τον κατηγόρησε, αλλά και τον επαίνεσε. Ότι λοιπόν ο Φίλιππος τον φώναξε, μας το είπε, τι του είπε όμως και τι εκείνος του απάντησε, το παρέλειψε, το άφησε στη συνείδησή του και δεν θέλησε να ερευνήσει αυτόν ακόμη περισσότερο. 
 
Τι λοιπόν; Προτού να τον φωνάξει ο Φίλιππος τον είδε μόνο, δεν τον έβλεπε και προηγουμένως με τον ακοίμητο οφθαλμό Του; Τον έβλεπε και κανείς δε θα μπορούσε να αντείπει τίποτε ως προς αυτό, αλλά προείχε να πει οπωσδήποτε αυτό προηγουμένως. Τι λοιπόν έκανε εκείνος; Όταν έλαβε αναμφισβήτητο τεκμήριο της προγνώσεως, τότε ομολόγησε αμέσως τον Χριστό και με αυτόν τον τρόπο φανέρωσε και την ακρίβεια στην προηγούμενη αναβολή του και την ευγνωμοσύνη με την συγκατάθεσή του μετά από αυτά. Διότι αποκρίθηκε, λέγει, σε Αυτόν και είπε: «ῥαββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ(:Διδάσκαλε, εσύ πράγματι είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλεύς του Ισραήλ που περιμέναμε σύμφωνα με τις προφητείες)»[Ιω. 1,50]. Είδες ψυχή, που καταχάρηκε ολόκληρη και τρυφερά αγκάλιασε με τα λόγια τον Ιησού; «Εσύ είσαι», λέγει, «Εκείνος που αναμέναμε, Εσύ είσαι Εκείνος που αναζητούσαμε». Είδες πόσο εξεπλάγη, θαύμασε, σκίρτησε από χαρά, πήδησε από ευχαρίστηση; 
 
Με τέτοιο τρόπο πρέπει να χαιρόμαστε κι εμείς, οι οποίοι αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε τον Υιό του Θεού. Να χαιρόμαστε μάλιστα όχι μόνο εσωτερικά, με την καρδιά μας, αλλά και στα έργα μας να το δείχνουμε αυτό. Ποιο όμως είναι το καθήκον όσων χαίρονται; Να πιστεύουν σε Εκείνον, που έγινε γνωστός. Να πιστεύει όμως κανείς σημαίνει να πράττει εκείνα ακριβώς τα οποία Εκείνος θέλει. Επειδή, εάν πρόκειται να πράττουμε όσα Τον εξοργίζουν, πώς θα φανερώσουμε ότι χαιρόμαστε; Δεν βλέπετε ότι και στα σπίτια κάτι τέτοιο περίπου γίνεται, όταν δηλαδή, κανείς υποδέχεται κάποιον από τους πολύ αγαπητούς του φίλους, δεν βλέπετε ότι κάνει τα πάντα με μεγάλη χαρά, τρέχει παντού και δεν λυπάται τίποτε, αλλά αν χρειαστεί είναι έτοιμος να προσφέρει ό,τι έχει, προκειμένου να ευχαριστήσει τον φιλοξενούμενό του; Και αν κανείς προσκαλεί στο σπίτι του κάποιον και δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της φιλοξενίας και δεν πράττει αυτά που τον ευχαριστούν, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να πείσει τον φιλοξενούμενό του ότι είναι χαρούμενος που τον έχει κοντά του, έστω κι αν του επαναλαμβάνει διαρκώς αυτό. Και πολύ δικαίως, διότι τη χαρά μας πρέπει να φανερώνουμε με τις πράξεις μας. 
 
Λοιπόν, επειδή και ο Χριστός ήλθε κοντά μας, ας δείξουμε τη χαρά μας και ας μην πράττουμε οτιδήποτε Τον δυσαρεστεί και Τον παροργίζει. Ας καλλωπίσουμε το σπίτι μας, στο οποίο ήλθε, διότι αυτό είναι το καθήκον όσων χαίρονται, όταν πραγματικά χαίρονται. Ας Του παραθέσουμε ό,τι εκλεκτότατο επιθυμεί να φάγει, διότι έτσι θα δείξουμε ότι πράγματι χαιρόμαστε πολύ. Ποιο, όμως, είναι αυτό το εκλεκτότατο γεύμα,το οποίο Εκείνος επιθυμεί να φάγει; Το λέγει ο ίδιος: «ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με(:δικό μου φαγητό, που με χορταίνει και με τρέφει, είναι να κάνω πάντοτε το θέλημα εκείνου που με απέστειλε στον κόσμο)»[Ιω. 4,34]. Ας παραθέσουμε, λοιπόν, γεύμα σε Αυτόν, εφόσον πεινά, ας Του δώσουμε νερό, εφόσον διψά. Δέχεται ακόμη και ένα ποτήρι δροσερό νερό, διότι σε αγαπά. Οτιδήποτε προσφέρεται ως δώρο από αυτούς που αγαπάμε, όσο μικρό κι αν είναι, φαίνεται μεγάλο σε Αυτόν που αγαπά. 
 
Πρόσεξε, λοιπόν, εσύ τούτο μόνο, να μην αδιαφορήσεις· διότι δεν αρνείται και αν ακόμη προσφέρεις δύο οβολούς, θεωρεί μάλιστα αυτούς μεγάλο πλούτο και τον δέχεται ευχαρίστως. Επειδή δηλαδή σε Αυτόν τίποτα δεν λείπει, αλλά είναι πλήρως και τελείως αυτάρκης, κατά συνέπεια δέχεται αυτά όχι από ανάγκη, εύλογα υπολογίζει το παν όχι σύμφωνα με το προσφερόμενο ποσό, αλλά από τη διάθεση του προσφέροντος και με το μέτρο αυτό της διαθέσεως προσδιορίζει και κρίνει κάθε πράξη μας. Μόνο δείξε σε Αυτόν που ήλθε την αγάπη σου, δείξε τον ζήλο σου και ότι κάνεις τα πάντα για να Τον ευχαριστήσεις, δείξε τη χαρά σου για τον ερχομό Του. Κοίταξε Αυτός πώς διάκειται απέναντί σου. Ήλθε προς χάριν σου, έδωσε τη ζωή του χάριν της δικής σου σωτηρίας και παρ’ όλ’ αυτά και μετά από όλα αυτά δεν παύει να σε παρακαλεί: «Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν(:εμείς λοιπόν αντιπροσωπεύοντας τον Χριστό ενεργούμε ως απεσταλμένοι Του και πρεσβευτές Του· διότι ο Θεός παρακαλεί με το δικό μας στόμα)»[Β΄Κορ. 5,20]. «Και ποιος είναι τόσο τρελός και ανόητος», λέγει, «ώστε να μην αγαπά τον Κύριό του;». Αυτό λέγω και εγώ και γνωρίζω μεν ότι κανείς από μας δεν θα αρνηθεί αυτό στα λόγια και στην καρδιά του, αλλά ο αγαπώμενος θέλει να αποδείξουμε αυτό και με τις πράξεις μας· διότι είναι ειρωνεία και καθαρή υποκρισία να βεβαιώνουμε με λόγια μόνο ότι αγαπάμε, χωρίς να πράττουμε συγχρόνως,όπως αυτοί που πραγματικά αγαπούν και τούτο δεν συμβαίνει μόνο με τον Θεό, αλλά και με τους ανθρώπους. 
 
Επειδή λοιπόν το να ομολογούμε πίστη και αγάπη με τα λόγια μόνο,ενώ με τα έργα μας να εναντιωνόμαστε, είναι όχι μόνο ανωφελές, αλλά και επιβλαβές σε μας, παρακαλώ, ας προτιμήσουμε την δια των έργων ομολογία, για να επιτύχουμε και την υπέρ ημών ομολογία Αυτού, κατά την ημέρα εκείνη της Κρίσεως, όταν ενώπιον του Πατρός θα ομολογεί τους αξίους στον Χριστό Ιησού τον Κύριό μας, δια του οποίου και μετά του οποίου στον Πατέρα πρέπει η δόξα και στο Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 
 
……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………. 
 
ΟΜΙΛΙΑ ΚΑ΄(επιλεγμένο απόσπασμα) 
 
«Ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ῥαββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει(: τότε ο Ναθαναήλ Τού αποκρίθηκε: ‘’Διδάσκαλε, Εσύ πράγματι είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλεύς του Ισραήλ που περιμέναμε σύμφωνα με τις προφητείες’’. Και ο Ιησούς τού απάντησε: ‘’Επειδή σου είπα ότι σε είδα κάτω από τη συκιά πιστεύεις; Θα δεις πιο μεγάλα και πιο θαυμαστά πράγματα απ’ αυτά’’)»[Ιω.1,50-51]. 
 
Μας χρειάζεται, αγαπητοί μου, επισταμένη μελέτη και κοπιώδης φροντίδα, χρειάζεται συνεχής εγρήγορση και μεγάλη προσπάθεια, για να κατορθώσουμε να ερευνήσουμε προσεκτικά το βάθος των θείων Γραφών· διότι δεν είναι δυνατόν απλά και επιπόλαια, ούτε ολιγωρώντας και μη δίνοντας την πρέπουσα σημασία, να εννοήσουμε τη βαθύτερη σημασία αυτών, αλλά χρειάζεται και ακριβής μελέτη όσων εκτίθενται σε αυτές και συνεχής και θερμή προσευχή, για να κατορθώσουμε λίγο να διακρίνουμε τα ιερά άδυτα των θείων λόγων. Ιδού λοιπόν, ότι και σήμερα βρίσκεται ενώπιόν μας προς εξέταση ένα ζήτημα, όχι μικρό και ασήμαντο, αντιθέτως μάλιστα και πάρα πολύ σπουδαίο και το οποίο έχει ανάγκη πολλής μελέτης και προσεκτικής έρευνας. Διότι μόλις ο Ναθαναήλ είπε : «Σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(:Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού)», ο Χριστός αμέσως του απάντησε: «ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει(:επειδή σου είπα ότι σε είδα κάτω από την συκιά, πιστεύεις; Θα δεις ακόμη μεγαλύτερα και πλέον αξιοθαύμαστα από αυτά)»[Ιω.1,51]. 
 
Ποιο λοιπόν είναι το ζήτημα που δημιουργείται από αυτά που ειπώθηκαν; Ότι ο μεν Πέτρος, όταν μετά από τόσα θαύματα και μετά από τέτοια διδασκαλία, ομολογεί ότι «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος(:Εσύ είσαι ο Χριστός, ο φυσικός και μονογενής Υιός του Θεού, που δεν είναι νεκρός όπως τα είδωλα, αλλά ζει παντοτινά)»[Ματθ.16,16], μακαρίζεται από τον Χριστό, επειδή δέχθηκε την αποκάλυψη αυτή από τον Πατέρα: «μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾿ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(:μακάριος και ευτυχισμένος είσαι, Σίμων, γιε του Ιωνά, διότι την αλήθεια αυτή της ορθής πίστεως δεν σου τη φανέρωσε κανείς άνθρωπος, αλλά ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς)»[Ματθ.16,17]˙ο Ναθαναήλ όμως παρά το ότι ομολογεί το ίδιο ακριβώς και μάλιστα προτού δει τα θαύματα του Χριστού και ακούσει τη διδασκαλία Του, εντούτοις δεν ακούει τίποτε ανάλογο προς αυτό που άκουσε ο Πέτρος και όχι μόνο τίποτε ανάλογο, αλλά και σαν να μην είπε τίποτε τόσο μεγάλο όσο έπρεπε να πει, τον βεβαιώνει ότι θα δει μεγαλύτερα. 
 
Ποια λοιπόν είναι η αιτία αυτών; Η αιτία είναι ότι ναι μεν τα ίδια λόγια είπαν και ο Πέτρος και ο Ναθαναήλ, ωστόσο όμως όχι με το ίδιο πνεύμα και με το ίδιο νόημα και οι δύο, αλλά ο μεν Πέτρος ομολόγησε ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, Θεός αληθινός, ο δε Ναθαναήλ ότι είναι απλός άνθρωπος. Και από πού το καταλαβαίνουμε αυτό; Από αυτά που ειπώθηκαν παρακάτω. Διότι, αφού είπε: «σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(: Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού)», πρόσθεσε αμέσως: «σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ(:εσύ είσαι ο βασιλέας του Ισραήλ)». Ο Υιός όμως του Θεού δεν είναι βασιλέας του Ισραήλ μόνο, αλλά και ολόκληρης της οικουμένης. Αλλά αυτό δεν το συμπεραίνουμε από αυτό μόνο, αλλά και από τα εξής: στον μεν Πέτρο δηλαδή, τίποτε περισσότερο δεν πρόσθεσε ο Χριστός, αλλά είπε, αφού διαπίστωσε ότι η πίστη του ήταν πλήρης και ολοκληρωμένη, ότι θα οικοδομήσει την Εκκλησία επάνω στην ομολογία του αυτή, ενώ στον Ναθαναήλ δεν έκανε καθόλου κάτι τέτοιο, αλλά μάλιστα και το αντίθετο· διότι σαν να έλειπε μεγάλο μέρος από την ομολογία του και μάλιστα το σπουδαιότερο, πρόσθεσε τα υπόλοιπα. 
 
Τι του είπε, λοιπόν; «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου(:αληθινά σας διαβεβαιώνω ότι από τώρα που άνοιξε ο ουρανός κατά τη βάπτισή μου, θα δείτε κι εσείς τον ουρανό ανοιγμένο, και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν στον Υιό του Θεού. Αυτός έγινε και τέλειος άνθρωπος, και ως υιός του ανθρώπου είναι μοναδικός αντιπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους˙ και πρόκειται να έλθει και πάλι ως Κριτής ένδοξος καθισμένος πάνω σε νεφέλες. Θα ανεβαίνουν και θα κατεβαίνουν οι άγγελοι προκειμένου να υπηρετούν αυτόν και την Εκκλησία Του)»[Ιω. 1,51]. 
 
Βλέπεις πώς τον αποσπά βαθμηδόν από τη γη και ολίγον κατ’ ολίγον τον υψώνει και τον κάνει να μη Τον θεωρεί πλέον απλώς έναν άνθρωπο; Διότι Εκείνος, τον οποίο υπηρετούν συνεχώς άγγελοι και επάνω στον οποίο ανεβαίνουν και κατεβαίνουν άγγελοι, πώς θα μπορούσε να είναι απλός άνθρωπος; Γι’ αυτό είπε: «Θα δεις μεγαλύτερα από αυτά» και το φανέρωσε αυτό με το να προσθέσει τα σχετικά με τη διακονία των αγγέλων. Αυτό επίσης που είπε, σημαίνει αναλυτικότερα τα εξής: «Σου φάνηκε μεγάλο πράγμα», είπε, « αυτό, Ναθαναήλ, και γι’ αυτό με αποκάλεσες βασιλέα του Ισραήλ; Τι λοιπόν θα πεις όταν θα δεις αγγέλους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν επάνω σε εμένα;». Και με αυτά τα λόγια τον έπειθε να ομολογήσει τον Χριστό ως Δεσπότη και των αγγέλων. 
 
Διότι σαν σε γνήσιο υιό βασιλέως, έτσι ακριβώς ανέβαιναν και κατέβαιναν οι βασιλικοί διάκονοι και κατά τη Σταύρωσή Του και κατά την Ανάσταση και την Ανάληψή Του, αλλά και προηγουμένως, όταν προσήλθαν και Τον υπηρετούσαν, όταν διαλαλούσαν το χαρμόσυνο γεγονός της Γεννήσεώς Του, όταν διαλαλούσαν παντού: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία(:Δοξασμένος ας είναι ο Θεός στα ύψιστα μέρη του ουρανού απ’ τους αγγέλους που κατοικούν εκεί˙ και στη γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη απ’ την αμαρτία και τα βίαια πάθη της, ας βασιλεύσει η θεία ειρήνη. Διότι ο Θεός εκδήλωσε τώρα εξαιρετικά την εύνοια και την ευαρέσκειά Του στους ανθρώπους με την ενανθρώπηση του Υιού Του)»[Λουκ.2,14],όταν επισκέφθηκαν την Μαρία, όταν εμφανίστηκαν στον Ιωσήφ. 
 
Αυτό μάλιστα ακριβώς, το οποίο έκανε σε πολλές άλλες περιπτώσεις, αυτό έκανε και στην παρούσα περίπτωση. Δύο προρρήσεις έκανε, και της μεν πρώτης απέδειξε ήδη την ορθότητα και αλήθεια, της δε άλλης, που αναφερόταν στο μέλλον, την αλήθειά της τη βεβαίωσε με την πραγματοποίηση της παρούσας, καθόσον από όσα ειπώθηκαν, άλλα μεν αποδείχθηκαν, όπως για παράδειγμα αποδείχτηκε το ότι γνώριζε όσα είχαν γίνει νωρίτερα, όταν είπε: «πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε(:προτού σε φωνάξει ο Φίλιππος, κάτω από τη συκιά σε είδα)», άλλα πάλι επρόκειτο να πραγματοποιηθούν και εν μέρει πραγματοποιήθηκαν· πραγματοποιήθηκαν, δηλαδή, η ανάβαση και κατάβαση των αγγέλων κατά τη Σταύρωση, κατά την Ανάσταση και την Ανάληψη˙ το οποίο και αυτό δια των λεχθέντων το καθιστά αξιόπιστο και πριν από την πραγματοποίησή του. 
 
Διότι αυτός ο οποίος γνώρισε και αντιλήφθηκε από όσα έγιναν στο παρελθόν την δύναμή Του, ήταν ευκολότερο να αποδεχθεί και αυτή την πρόρρηση, η οποία αναφερόταν στο μέλλον. Τι απάντησε λοιπόν ο Ναθαναήλ; Τίποτε δεν απάντησε σε αυτό. Για τον λόγο αυτό και ο Χριστός σταμάτησε εδώ τη συνομιλία Του με αυτόν και τον άφησε να σκεφθεί μόνος του όσα του είπε, επειδή άλλωστε και δεν ήθελε να τα προσφέρει όλα διαμιάς, αλλά ήθελε, αφού έριξε τα σπέρματα στην εύφορη γη, να την αφήσει πλέον με την ησυχία της σιγά σιγά με τον καιρό και με δική της προσπάθεια να βλαστήσει. 
 
Τον τρόπο αυτόν ακριβώς της διδασκαλίας και αλλού μας φανέρωσε μέσω των εξής λόγων: «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ σπείραντι καλὸν σπέρμα ἐν τῷ ἀγρῷ αὐτοῦ. ἐν δὲ τῷ καθεύδειν τοὺς ἀνθρώπους ἦλθεν αὐτοῦ ὁ ἐχθρὸς καὶ ἔσπειρε ζιζάνια ἀνὰ μέσον τοῦ σίτου καὶ ἀπῆλθεν(:ο Κύριος τούς δίδαξε και μια άλλη παραβολή: ‘’Η βασιλεία των ουρανών, η Εκκλησία δηλαδή που θα κατακτήσει τον κόσμο ολόκληρο, και ο λόγος της αλήθειας που κηρύττει σ’ όλο τον κόσμο δια της Εκκλησίας, μοιάζει με άνθρωπο που έσπειρε καλό σπόρο στο χωράφι του. Έτσι ο Κύριος σπέρνει πάντοτε τον καλό σπόρο της σωτήριας αλήθειας στον κόσμο που κατακτάται από την Εκκλησία. Την ώρα όμως που κοιμούνταν οι άνθρωποί του, ήλθε ο εχθρός του, ο διάβολος δηλαδή, κι έσπειρε ανάμεσα στο σιτάρι ‘’ήρα’’, το ζιζάνιο των σιτηρών, και έφυγε’’)»[Ματθ.13,24-25]. 
 
 
 
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ, 
 
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος 
 
ΠΗΓΕΣ: 
 
· http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Joannem.pdf 
 
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλίες Κ΄ και ΚΑ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 13, σελίδες 292-315. 
 
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 72, σελ. 44-61. 
 
 
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014. 
 
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009. 
 
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005. 
 
 
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm