ΛΕΩΝ ΛΕΟΝΤΩΝ ΠΟΙΜΗΝ!
 
Ὁ ἐνενηντάχρονος -τότε- καθηγητής τῆς ἐρήμου Μέγας Ἀντώνιος, ὁ ὁποῖος ζοῦσε ἀπό νεαρᾶς ἡλικίας εἰς τήν αὐχμηράν ἔρημον, ἀναρωτήθηκε ἄν ὑπῆρχε μοναχός πού νά ἀσκῆται στά ἐνδότερα τῆς ἐρήμου. Παρουσιάσθηκε τότε άγγελος Κυρίου και του είπε: «Πήγαινε στα ενδότερα της ερήμου, να βρης τον Αββά Παύλον, ο οποίος είναι πιο ενάρετος από εσένα και θα λάβης από εκείνον μεγάλην ωφέλειαν». Ο Αντώνιος υπήκουσε και αφού περπάτησε τρεις ημέρες, κατά τις οποίες συναντούσε μόνον ίχνη αγριμιών, μεγάλων θηρίων και… δαιμόνων, είδε λιοντάρι το οποίο στάθηκε ήρεμο μπροστά του. Κατέβασε μάλιστα το κεφάλι του, σαν να υποκλινόταν στον Άγιο και μετά έκανε μεταβολή και άρχισε να ανεβαίνη στο βουνό, κοιτάζοντας κάθε τόσο πίσω του. Ήτο προφανές ότι προετρέπετο τον καθηγητή της ερήμου να το ακουλουθήση. Έφθασαν στην είσοδο του σπηλαίου και ο λέων εισήλθεν. Ο Άγιος Αντώνιος διέκρινε φως και κατάλαβε ότι εκεί διέμενεν ο Όσιος Παύλος ο Θηβαίος που αναζητούσε.
Ο Όσιος πατήρ ημών Παύλος ο Θηβαίος (15/1) εγεννήθη στην Θηβαϊδα της Αιγύπτου κι έζησε στα χρόνια των φοβερών πολεμίων των Χριστιανών, Δεκίου και Ουαλεριανού. Το 250 ανεχώρησε για την έρημο, ζώντας σε σπήλαιον 91 ολόκληρα χρόνια!.. Εκοιμήθη σε ηλικία 114 ετών!
Επανερχόμεθα: Ο Όσιος Παύλος υποδέχθηκε στο σπήλαιό του τον Άγιον Αντώνιο φιλαδέλφως και αφού αλληλοασπάσθηκαν, άρχισαν να συνευφραίνωνται, συνομιλούντες πνευματικώς. Κάποια στιγμήν ο άγιος Αντώνιος είδε πάνω σε δένδρο ένα κοράκι, το οποίο κρατούσε στο ράμφος του ένα ολόκληρο ψωμί. Ξαφνικά το πτηνόν άνοιξε τα φτερά του, πέταξε κοντά τους και αφού έκανε μερικούς κύκλους πάνω από τα κεφάλια τους, απέθεσε τον άρτο στα πόδια τους μπροστά!Ο Άγιος Αντώνιος εθαύμασε για το παράδοξο γεγονός και ο Όσιος Παύλος του εξήγησε ότι επί 60 ολόκληρα χρόνια, το κοράκι του έφερνε καθημερινώς τροφή, μισόν όμως άρτο κάθε φορά. «Σήμερα όμως, λόγω της δικής σου παρουσίας, εδιπλασίασε το σιτηρέσιον!». Αυτό είπε ο Όσιος Παύλος και από κοινού οι δύο μεγάλοι άγιοι εδόξασαν τον Θεόν.

Όταν έφθασε η ώρα να φύγη ο Αντώνιος, ο Παύλος του είπε εξομολογητικώς: «Αδελφέ, ο Θεός μου υποσχέθηκε ότι θα σε έβλεπα πριν φύγω από την ζωή. Σε έστειλε σε μένα, για να εναποθέσης το σώμα μου στο χώμα. Γι’ αυτό, πήγαινε στην σκήτη σου και φέρε μου τον μανδύα τού Μεγάλου Αθανασίου, για να με σκεπάσης.
Στην επιστροφή κι ενώ πλησίαζε την σπηλιά του Οσίου Παύλου, είδε σε όραμα Αγγέλων τάγματα, Προφητών και Αποστόλων χορούς, Μαρτύρων και Οσίων στρατεύματα και ανάμεσά τους την ψυχή τού Οσίου Παύλου! Ο Μέγας Αντώνιος άρχισε να τρέχη προς την σπηλιά. Όταν έφθασε, βρήκε τον Όσιο γονατιστό, με τα χέρια υψωμένα. Έχοντας την εντύπωσιν ότι ήτο ακόμη ζωντανός και προσευχόταν, άρχισε να προσεύχεται κι εκείνος. Αφού πέρασε πολλή ώρα χωρίς να κινηθή καθόλου ο Όσιος, ο Άγιος Αντώνιος αντελήφθη ότι είχε τελειωθεί προσευχόμενος. Τον ετύλιξε με τον μανδύα του, είπε τους συνήθεις ψαλμούς και όσα τροπάρια ήξερε. Μετά θέλησε να τον ενταφιάση, αλλά δεν ήξερε πώς να σκάψη την γη, γιατί δεν είχε κανένα εργαλείο μαζί του.
Καθώς στεκόταν περίλυπος, είδε δύο άγρια λιοντάρια να έρχωνται τρέχοντας από την έρημο και στην αρχή –ως άνθρωπος– εφοβήθηκε. Τα θηρία πλησίασαν πρώτα το λείψανο του Οσίου Παύλου κουνώντας την ουρά τους και άρχισαν να γλείφουν τα πόδια του, σαν να ήτο ζωντανός. Ύστερα, όταν κατάλαβαν ότι ο Όσιος Παύλος είχε αποβιώσει, έβγαλαν βρυχηθμό, σαν κραυγή απελπισίας κι έπεσαν συντετριμμένα στα πόδια του!..
Ο Άγιος Αντώνιος απόρησε που, ακόμη και τα λιοντάρια θεωρούσαν συμφορά την αναχώρηση του Οσίου! Θαύμασε όμως ακόμη περισσότερον, όταν τα είδε να σκάβουν με τα νύχια τους την γη και να πετούν το χώμα έξω, ανοίγοντας έναν λάκκο ίσον σε μέγεθος με το λείψανο του Οσίου Παύλου!..
Μόλις τελείωσαν την εργασία, τα λιοντάρια πλησίασαν τον Άγιο Αντώνιο, κουνώντας τις ουρές τους και τα αυτιά τους και κλίνοντας το κεφάλι, σαν να του ζητούσαν ευλογίαν. Εκείνος, υψώνοντας τα χέρια του, είπε:
-Κύριε ο Θεός της γνώσεως, χωρίς το πρόσταγμά Σου ούτε φύλλο πέφτει από το δένδρο, ούτε πουλί πέφτει στην γη. Συ Κύριε, όπως γνωρίζεις, δώσε και στα θηρία αυτά τον μισθό τους.
Έπειτα έκανε με το χέρι του νόημα στα λιοντάρια να φύγουν. Εκείνα πλησίασαν πρώτα το λείψανο του Οσίου Παύλου, το ασπάσθηκαν και μετά έφυγαν.
Ο Άγιος Αντώνιος ενταφίασε το ιερό λείψανο (15 Ιανουαρίου 341) και αφού περίμενε μίαν ημέραν ακόμα, μήπως εμφανισθεί το κοράκι με τον άρτο –κάτι που δεν έγινε- επέστρεψε στο κελλί του.
Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ´. Θείας πίστεως…
Θείου Πνεύματος, τὴ ἐπινεύσει, πρῶτος ὤκησας ἐν τὴ ἐρήμω, Ηλιού τὸν ζηλωτὴν μιμησάμενος καὶ δι’ ὀρνέου τραφείς ὡς ἰσάγγελος, ὑπ’ Ἀντωνίου τῷ κόσμῳ ἐγνώρισαι. Παῦλε ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον
Ήχος δ´. Επεφάνης σήμερον…
Τον φωστήρα άπαντες τον εν τω ύψει, αρετών εκλάμψαντα, ανευφημήσωμεν πιστοί, Παύλον τον θείον κραυγάζοντες· Συ των οσίων Χριστέ αγαλλίαμα.
 
 
Ἐ μ μ α ν ο υ ή λ Μ ε λ ι ν ό ς
Θεολόγος Συγγραφεύς
Διευθυντής Βιβλιοθήκης
τῆς Ἱερᾶς Συνόδου
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
Email: ManolisMelinos@gmail.com
http//: www.manolismelinos.com
 
 
http://apantaortodoxias.blogspot.com/2021/01/blog-post_806.html