Του αγίου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας μας, Ιωάννη του Δαμασκηνού
 
ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ 
 
ΠΡΟΣ OΣΟΥΣ ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ 
 
1. Θα έπρεπε βέβαια εμείς, συναισθανόμενοι πάντοτε την αναξιότητά μας, να σιωπούμε και να εξομολογούμαστε στον Θεό τις αμαρτίες μας, αλλά όταν όλα στον καιρό τους είναι καλά· επειδή όμως βλέπω την Εκκλησία, την οποία ο Θεός έκτισε πάνω στο θεμέλιο των αποστόλων και των προφητών με ακρογωνιαίο λίθο τον Χριστό τον Υιό Του, να βάλλεται, σαν σε θαλάσσια φουρτούνα που υψώνεται με αλλεπάλληλα κύματα, και να ανακατώνεται και να αναταράσσεται από τη βίαιη πνοή των πονηρών πνευμάτων, και τον χιτώνα του Χριστού, τον υφασμένο με τη χάρη του Θεού, Αυτόν που οι απόγονοι των ασεβών θέλουν με αυθάδεια να κομματιάσουν, τον βλέπω να σχίζεται, και το σώμα Του, δηλαδή τον λαό του Θεού και τη θεοπαράδοτη από παλιά διδασκαλία της Εκκλησίας να κατακερματίζεται σε διάφορες δοξασίες, γι’ αυτό θεώρησα πως δεν είναι σωστό να σιωπώ και να δέσω τη γλώσσα μου, φέροντας στη σκέψη μου την απόφαση που απειλεί λέγοντας: «ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεώς μου ζήσεται(:εάν κανείς κρύψει κάτι από φόβο και το συγκαλύψει, δεν επαναπαύεται η ψυχή μου σε αυτόν)»[Αββακ.2,4] και «ἐάν ἴδης τήν ῥομφαίαν ἐρχομένην και μή ἀναγγείλῃς τῷ ἀδελφῷ σου, ἐκ σοῦ ἐκζητήσω τὸ αἷμα αὐτοῦ (:αν δεις το φονικό μαχαίρι να πλησιάζει και δεν ειδοποιήσεις τον αδελφό σου, θα ζητήσω το αίμα του από σένα)»[Ιεζ. 33,8]. 
 
Επειδή λοιπόν με τάρασσε αφόρητος φόβος, αποφάσισα να μιλήσω, χωρίς να υπολογίσω μπροστά στην αλήθεια το μεγαλείο των βασιλέων· γιατί άκουσα τον θεοπάτορα Δαβίδ να λέει: «Καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καὶ οὐκ ᾐσχυνόμην» (: και μιλούσα για τις μαρτυρίες και τις εντολές Σου μπροστά σε βασιλιάδες και δεν ντρεπόμουνα αλλά με κάθε παρρησία μιλούσα μπροστά σε αυτούς)» [Ψαλμ.118,46] και μάλιστα κεντριζόμουνα από αυτό ακόμα πιο πολύ να μιλήσω. Γιατί είναι φοβερό πράγμα ο λόγος του βασιλιά που καταδυναστεύει τους υπηκόους, και είναι ανέκαθεν λίγοι εκείνοι που περιφρόνησαν τα βασιλικά διατάγματα, όσοι δηλαδή γνωρίζουν ότι ο επίγειος βασιλιάς εξουσιάζεται από τον Θεό και ότι οι νόμοι είναι ισχυρότεροι των βασιλέων. 

 
2. Πριν από όλα, αφού στερέωσα στον λογισμό, σαν σε κάποια καρίνα ή θεμέλιο, τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής παραδόσεως, με την οποία είναι φυσικό να εξασφαλίζεται η σωτηρία, άνοιξα τη βαλβίδα του λόγου και σαν άλογο καλά χαλιναγωγημένο το παρακίνησα να ξεκινήσει από την αφετηρία. Γιατί πραγματικά νόμισα πως είναι πάρα πολύ φοβερό η Εκκλησία που λάμπει με τόσα προτερήματα και είναι στολισμένη με τις θεοδίδακτες παραδόσεις των ευσεβεστάτων πατέρων να επιστρέφει στα φτωχά πράγματα, επειδή φοβάται εκεί που δεν υπάρχει φόβος, και, σαν να μην έχει γνωρίσει τον αληθινό Θεό, να παίρνει τον κατήφορο της ειδωλολατρίας και να εγκαταλείπει την τελειότητα για ασήμαντες αφορμές, σαν να έχει ένα μικρό ψεγάδι σε ένα ωραιότατο πρόσωπο που με την αδιόρατη παρεμβολή του καταστρέφει το σύνολο της ομορφιάς. Γιατί το μικρό δεν είναι μικρό, όταν προξενεί μεγάλο κακό, όπως δεν είναι μικρό ψεγάδι το να ανατραπεί η θεοδίδακτη παράδοση της Εκκλησίας, πράγμα που καταδίκασαν οι προηγούμενοι οδηγοί μας, των οποίων είναι χρέος μας, αφού εξετάσουμε καλά την πολιτεία τους, να μιμούμαστε την πίστη τους[Εβρ.13,17: «Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν»(:Να υπακούτε στους πνευματικούς προϊσταμένους σας και να υποτάσσεστε τελείως σε αυτούς· διότι αυτοί αγρυπνούν για τη σωτηρία των ψυχών σας, καθώς θα δώσουν λόγο στον Χριστό για τις ψυχές σας. Να τους υπακούτε, για να ενθαρρύνονται με την υπακοή σας, ώστε να επιτελούν το έργο τους αυτό με χαρά και όχι με στεναγμούς. Άλλωστε δεν σας συμφέρει να στενάζουν εξαιτίας σας οι πνευματικοί σας προεστοί, επειδή ο Θεός θα σας τιμωρήσει γι’ αυτό)»]. 
 
3. Παρακαλώ λοιπόν θερμά πρώτα τον παντοκράτορα Κύριο, μπροστά στον Οποίο όλα είναι γυμνά και ολοφάνερα, προς τον Οποίο απευθύνεται ο λόγος μου και ο Οποίος γνωρίζει στην περίπτωση αυτή την καθαρότητα της ταπεινής μου γνώμης και την ειλικρίνεια του σκοπού μου, να μου δώσει λόγο με το άνοιγμα του στόματός μου, και αφού πάρει στα χέρια του τα χαλινάρια του νου μου, να τον αποσπάσει προς τον εαυτό του, για να τραβήξω τον δρόμο μπροστά και ίσια, χωρίς να παρεκκλίνω προς εκείνα που νομίζονται καλά ή όσα είναι γνωστά ως ολότελα εσφαλμένα. Έπειτα, παρακαλώ όλον τον λαό του Θεού, το έθνος το άγιο, το βασίλειο ιεράτευμα, μαζί με τον καλό ποιμένα του λογικού ποιμνίου του Χριστού, ο οποίος απεικονίζει στον εαυτό του την ιεραρχία του Χριστού, να δεχθούν με αγαθή διάθεση τον λόγο μου, χωρίς να δίνουν σημασία στην ελάχιστη αξία του, ή να αναζητούν ευστροφία λόγων, γιατί σε αυτά δεν είμαι ειδήμων ο φτωχός εγώ, αλλά να ζητούν τη δύναμη των νοημάτων. «Οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει(:διότι η βασιλεία του Θεού δεν στερεώνεται στις ψυχές των πιστών με ευγλωττία, αλλά με θεία δύναμη που ελκύει και οικοδομεί τις καρδιές στον Χριστό)» [Α΄Κορ. 4,20])· άλλωστε σκοπός μου δεν είναι να νικήσω, αλλά να απλώσω χέρι στην αλήθεια που πολεμείται, χέρι δυνάμεως που το απλώνει η αγαθή διάθεση. Αφού λοιπόν επικαλέστηκα ως βοηθό την Ενυπόστατη αλήθεια, θα αρχίσω από εδώ τον λόγο μου. 
 
4. Γνωρίζω εκείνον που αδιάψευστα είπε: «Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι· (:Κύριος ο Θεός μας είναι ο ένας και μόνος Κύριος)»[ Δευτ. 6,4] και «Κύριον τὸν Θεόν σου φοβηθήσῃ καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις (:Κύριο τον Θεό σου θα ευλαβείσαι και Αυτόν μόνο θα λατρεύσεις)»[Δευτ.6,13] και «οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι»(:δεν θα υπάρχουν για σένα άλλοι θεοί)»[Δευτ. 5,7] και «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς(:δεν θα κατασκευάσεις κανένα γλυπτό ομοίωμα, από όσα υπάρχουν επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη)»[Δευτ.5,8] και «αἰσχυνθήτωσαν πάντες οἱ προσκυνοῦντες τοῖς γλυπτοῖς(: ας καταισχυνθούν όλοι όσοι προσκυνούν τα γλυπτά είδωλα)»[Ψαλμ.96,7] και «θεοί, οἳ τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποίησαν, ἀπολέσθωσαν(: θεοί, οι οποίοι δεν δημιούργησαν και δεν κατασκεύασαν τον ουρανό και τη γη, να χαθούν)»[Ιερ.10,11] και όλα όσα κατά αντίστοιχο τρόπο ο Θεός αφού μίλησε στους πατέρες μας μέσω των προφητών, κατά τις έσχατες ημέρες μίλησε με μας μέσω του μονογενούς Υιού Του, με τον Οποίο δημιούργησε το σύμπαν[ πρβ. Εβρ.1,1-2 :«Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ, ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι’ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν (:Πολλές φορές και με πολλούς τρόπους στα παλαιότερα χρόνια της προ Χριστού εποχής μίλησε ο Θεός στους προγόνους μας με το στόμα των προφητών. Σ’ αυτούς όμως εδώ τους έσχατους καιρούς, που τελείωσε η εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, μας μίλησε διαμέσου του Υιού Του, τον Οποίο κατέστησε κληρονόμο και κύριο όλων των κτισμάτων. Μέσω Αυτού ο Θεός δημιούργησε και όλα όσα έγιναν μέσα στον χρόνο)»]. Γνωρίζω εκείνον που είπε: «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν, καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (:Αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι άνθρωποι συνεχώς όλο και περισσότερο Εσένα, τον μόνο αληθινό Θεό, και τον Ιησού Χριστό, τον Οποίο απέστειλες στον κόσμο, έχοντας ζωντανή επικοινωνία με σένα και απολαμβάνοντας τις άπειρες τελειότητές Σου)»[Ιω.17,3]. Πιστεύω σε ένα Θεό, μια αρχή των όλων, άναρχο, άκτιστο, άφθαρτο και αθάνατο, αιώνιοι και αΐδιο, ακατάληπτο, ασώματο, αόρατο, απερίγραπτο, ασχημάτιστο, μια ουσία υπερουσία, υπέρθεη θεότητα, σε τρεις υποστάσεις, σε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, και Αυτόν μόνο λατρεύω και σε Αυτόν μόνο προσφέρω τη λατρευτική προσκύνηση. Ένα Θεό προσκυνώ, μία θεότητα, αλλά λατρεύω και τρεις υποστάσεις, Θεό Πατέρα και Θεό Υιό σαρκωμένο και Θεό άγιο Πνεύμα, έναν Θεό. 
 
Δεν προσκυνώ την κτίση αντί για τον Κτίστη, αλλά προσκυνώ τον Κτίστη που κτίσθηκε κατά την ανθρώπινη φύση και κατέβηκε στην κτίση χωρίς να μειωθεί και να αλλοιωθεί, για να δοξάσει τη δική μου φύση και να με κάνει κοινωνό της θείας φύσεως[πρβ. Β΄Πέτρ. 1,4: «δι᾿ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς(: με την ένδοξη τελειότητά Του μας έχει χαρίσει τις πιο πολύτιμες και μεγάλες υποσχέσεις, για να γίνετε κι εσείς, καθώς θα παρακινείστε και θα ενισχύεστε από αυτές, μέτοχοι της θείας φύσεως. Να γίνετε δηλαδή άγιοι και μέτοχοι της ζωής του Χριστού, αφού απαλλαγείτε από τη διαφθορά του κόσμου, η οποία προέρχεται από κάθε αμαρτωλή επιθυμία)»]. Μαζί με τον βασιλιά και Θεό, προσκυνώ και την αλουργίδα του σώματος[:ολομέταξο πορφυρό βασιλικό ένδυμα, με το οποίο εδώ ο ιερός πατήρ παρομοιάζει το ανθρώπινο πρόσλημμα του Υιού], όχι σαν ένδυμα, ούτε σαν τέταρτο πρόσωπο -μακριά μια τέτοια βλασφημία-, αλλά ως ομόθεη που διετέλεσε και έγινε, όπως και αυτό το ίδιο που την έχρισε, αμετάβλητη. Γιατί δεν έγινε θεότητα η φύση της σάρκας, αλλά όπως ακριβώς ο Λόγος έγινε σάρκα χωρίς να υποστεί τροποποίηση και παρέμεινε ό,τι ήταν και πριν, έτσι και η σάρκα έγινε Λόγος, χωρίς να χάσει αυτό ακριβώς που είναι, ταυτιζόμενη βέβαια με τον Λόγο κατά την υπόσταση. Γι΄αυτό παίρνω το θάρρος και εικονίζω τον αόρατο Θεό, όχι ως αόρατο, αλλά ως ορατό που έγινε για μας προσλαμβάνοντας σάρκα και αίμα. Δεν εικονίζω την αόρατη θεότητα, αλλά εικονίζω τη σάρκα του Θεού που έγινε ορατή. Γιατί, αν είναι αδύνατο να εικονίσεις την ψυχή, πόσο μάλλον τον Θεό που έδωσε στην ψυχή την άυλη ιδιότητα; 
 
5. Αλλά λένε: «Είπε ο Θεός μέσω του νομοθέτη Μωυσή: “Κύριον τὸν Θεόν σου φοβηθήσῃ καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις (:Τον Κύριο τον Θεό σου να προσκυνάς και Αυτόν μόνο να λατρεύεις)”[Δευτ.6,13] και “οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς»(:να μην κατασκευάσεις κανένα είδωλο για να το λατρεύεις, ούτε ομοίωμα κανενός από εκείνα που υπάρχουν επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη και μέσα στα νερά, κάτω από την επιφάνεια της γης)”» [Δευτ.5,8]. 
 
Αδελφοί, πραγματικά πλανώνται όσοι δεν γνωρίζουν τις Γραφές, ότι δηλαδή «τὸ γὰρ γράμμα ἀποκτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ(:ο γραπτός νόμος, επειδή δεν δίνει στον άνθρωπο την ενίσχυση και την εφαρμογή του, οδηγεί στον πνευματικό θάνατο. Το πνεύμα όμως της Καινής Διαθήκης, με τη χάρη και την ενίσχυση που μεταδίδει στους πιστούς, τους δίνει ζωή)»[Β΄Κορ.3,6], όσοι δεν ερευνούν το πνεύμα που κρύβεται κάτω από το γράμμα. Προς αυτούς θα άξιζε να πω: «Εκείνος που σας δίδαξε αυτό, ας σας διδάξει και το επόμενο. Μάθε λοιπόν ότι κάπως έτσι τα ερμηνεύει ο νομοθέτης στο Δευτερονόμιο, λέγοντας: «καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐκ μέσου τοῦ πυρὸς· φωνὴν ῥημάτων, ἣν ὑμεῖς ἠκούσατε, καὶ ὁμοίωμα οὐκ εἴδετε, ἀλλ᾿ ἢ φωνήν(: και μίλησε εκεί ο Κύριος προς εσάς μέσα από το πυρ με λόγια ανθρώπου, που τα ακούσατε οι ίδιοι. Δεν είδατε όμως καμία μορφή, αλλά μόνο φωνή ακούσατε)»[Δευτ.4,12] Και λίγο παρακάτω: «καὶ φυλάξεσθε σφόδρα τὰς ψυχὰς ὑμῶν, ὅτι οὐκ εἴδετε ὁμοίωμα ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐλάλησε Κύριος πρὸς ὑμᾶς ἐν Χωρὴβ ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός μὴ ἀνομήσητε καὶ ποιήσητε ὑμῖν ἑαυτοῖς γλυπτὸν ὁμοίωμα πᾶσαν εἰκόνα ὁμοίωμα ἀρσενικοῦ ἢ θηλυκοῦ, ὁμοίωμα παντὸς κτήνους τῶν ὄντων ἐπὶ τῆς γῆς, ὁμοίωμα παντὸς ὀρνέου πτερωτοῦ(: και να προσέξετε πολύ τους εαυτούς σας, διότι δεν είδατε καμία μορφή ειδώλου την ημέρα εκείνη, κατά την οποία μίλησε προς εσάς ο Κύριος στο όρος Χωρήβ, μέσα από το πυρ. Να μην παρανομήσετε και κάνετε για τους εαυτούς σας είδωλο γλυπτό, κάθε είδους εικόνα που να έχει μορφή αρσενικού ή θηλυκού, ή μορφή κάθε ζώου από όσα υπάρχουν στην επιφάνεια της γης, ή μορφή κάθε πτηνού, που έχει φτερά και πετά κάτω από τον ουρανό)» Δευτ.4,15-17] και τα λοιπά, και ύστερα από μερικά: «καὶ μὴ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδὼν τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην καὶ τοὺς ἀστέρας καὶ πάντα τὸν κόσμον τοῦ οὐρανοῦ, πλανηθεὶς προσκυνήσῃς αὐτοῖς καὶ λατρεύσῃς αὐτοῖς(:και πρόσεξε ώστε, όταν σηκώσεις τα βλέμματά σου προς τον ουρανό και δεις τον ήλιο και το φεγγάρι και τα άστρα και όλον τον στολισμό του ουρανού, να μην πλανηθείς από το μεγαλείο τους και προσκυνήσεις και λατρεύσεις σαν θεούς αυτά)» [Δευτ.4,19]. 
 
6. Βλέπεις πως ένας είναι ο σκοπός, να μη λατρεύουν την κτίση αντί για τον Κτίστη, ούτε να της προσφέρουν λατρευτική προσκύνηση, παρά μόνο στον Δημιουργό. Γι΄αυτό παντού συνδυάζει τη λατρεία με την προσκύνηση. Λέει λοιπόν πάλι: «Οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πρὸ προσώπου μου, οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς, οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδὲ μὴ λατρεύσῃς αὐτοῖς, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου(:Δεν θα έχεις άλλους θεούς, για να τους λατρεύεις εμπρός μου. Δεν θα κατασκευάσεις είδωλο, για να το λατρεύεις, ούτε ομοίωμα κανενός από εκείνα που υπάρχουν επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη και μέσα στα νερά, κάτω από την επιφάνεια της γης. Δεν θα προσκυνήσεις και δεν θα λατρεύσεις αυτά τα είδωλα και ομοιώματα, διότι Εγώ είμαι ο μόνος Κύριος, ο Θεός σου)»[Δευτ.5,7-9]· και πάλι: «Τούς βωμοὺς αὐτῶν καθελεῖτε καὶ τάς στήλας αὐτῶν συντρίψετε καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε, καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε ἐν πυρί·οὐ γὰρ μὴ προσκυνήσητε θεοῖς ἑτέροις(: τους βωμούς, όπου θυσιάζουν αυτοί στους θεούς τους, θα τους γκρεμίσετε, και τις στήλες που τις έχουν σαν σύμβολα των θεών τους, θα τις συντρίψετε και τα μικρά δάση, όπου λατρεύουν τους θεούς τους, θα τα κόψετε τελείως και τα αγάλματα των θεών τους θα τα κατακαύσετε στο πυρ. Διότι δεν πρέπει να προσκυνήσετε θεούς άλλους)»[Έξ.34, 13-14]. Και λίγο παρακάτω: «καὶ θεοὺς χωνευτοὺς οὐ ποιήσεις σεαυτῷ(:και δεν θα φτιάξεις θεούς σε χυτήρια, είδωλα δηλαδή για να τα έχεις και να τα λατρεύεις)»[Έξ.34,17]. 
 
7. Βλέπεις ότι εξαιτίας της ειδωλολατρίας απαγορεύει την εικονογραφία και ότι είναι αδύνατο να εικονίζεται ο άποσος και απερίγραπτος και αόρατος Θεός. «Οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε(: ούτε τη φωνή Του έχετε ακούσει ποτέ έως τώρα, ούτε τη μορφή Του έχετε δει˙ διότι ο Θεός είναι αόρατος και δεν τον αντιλαμβάνεται κανείς με τις σωματικές του αισθήσεις)» [Ιω.5,37], όπως είπε και ο Παύλος όταν στάθηκε στη μέση του Αρείου Πάγου: «Γένος οὖν ὑπάρχοντες τοῦ Θεοῦ οὐκ ὀφείλομεν νομίζειν χρυσῷ ἢ ἀργύρῳ ἢ λίθῳ, χαράγματι τέχνης καὶ ἐνθυμήσεως ἀνθρώπου, τὸ θεῖον εἶναι ὅμοιον»(:Αφού λοιπόν είμαστε γενιά του Θεού και απ’ αυτόν αποκτήσαμε ζωντανή και πνευματική φύση, δεν πρέπει να νομίζουμε ότι η θεότητα είναι κάτι που μοιάζει με τα άψυχα και τα νεκρά αντικείμενα˙ με το χρυσάφι δηλαδή ή το ασήμι ή το μάρμαρο, που έχουν χαραχθεί και πελεκηθεί από τη γλυπτική τέχνη και την καλλιτεχνική φαντασία και επινόηση του ανθρώπου σε μαρμάρινα ή ασημένια ή χρυσά αγάλματα και είδωλα. Όχι.)»[Πράξ.17,29]. 
 
8. Επομένως, αυτά είχαν νομοθετηθεί για τους Ιουδαίους που εύκολα γλιστρούσαν προς την ειδωλολατρία· εμείς όμως, για να μιλήσουμε θεολογικά, στους οποίους δόθηκε η δυνατότητα να αποφύγουμε την πλάνη της δεισιδαιμονίας και να πλησιάσουμε καθαρά τον Θεό, να γνωρίσουμε την αλήθεια και να λατρεύουμε μόνο τον Θεό, να αποκτήσουμε την τελειότητα της θεογνωσίας και, αφού ξεφύγουμε από τη νηπιακή κατάσταση, να φτάσουμε να γίνουμε τέλειοι άνδρες [πρβ.Εφ.4,13:«μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ(: μέχρι να φθάσουμε να έχουμε όλοι μία και την ίδια αληθινή πίστη και τέλεια γνώση του Υιού του Θεού και να προοδεύσουμε πνευματικά, έως ότου γίνουμε ένας τέλειος άνθρωπος˙ και ν’ αποκτήσουμε το μέτρο της πνευματικής ωριμότητος και τελειότητος του Χριστού, δηλαδή να έχουμε πλήρεις τις δωρεές και την πνευματική τελειότητά Του)»], δεν βρισκόμαστε πια κάτω από την κηδεμονία παιδαγωγού[ πρβ. Γαλ.3,25: «ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν(: όταν λοιπόν ήλθε η νέα κατάσταση, στην οποία ισχύει η πίστη, δεν είμαστε πλέον κάτω από την παιδαγωγία του νόμου)»],αφού πήραμε από τον Θεό τη διακριτική ικανότητα και γνωρίζουμε τι είναι αυτό που εικονίζεται και τι είναι αυτό που δεν μπορεί να περιγραφεί με εικόνα. Γιατί λέει: «οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε(: ούτε τη μορφή Του έχετε δει˙ διότι ο Θεός είναι αόρατος και δεν τον αντιλαμβάνεται κανείς με τις σωματικές του αισθήσεις)»[Ιω.5,37]. Πόσο μεγάλη είναι η σοφία του νομοθέτη! Πώς να εικονιστεί το αόρατο; Πώς να παρασταθεί το απερίγραπτο; Πώς να ζωγραφιστεί αυτό που δεν έχει ποσότητα, όγκο και όρια; Πώς να αποδοθεί ο χαρακτήρας Αυτού που δεν έχει μορφή; Πώς να παρασταθεί με χρώματα το ασώματο; 
 
Τι είναι λοιπόν αυτό που αποκαλύπτεται με αινιγματικό τρόπο; Είναι φανερό πως λέει: Όταν βλέπεις ο ασώματος να γίνεται άνθρωπος για σένα, τότε μπορείς να κάνεις την εικόνα της ανθρώπινης μορφής· όταν ο Αόρατος γίνεται Ορατός κατά τη σάρκα, τότε να απεικονίσεις το ομοίωμα Αυτού που φανερώθηκε· όταν ο ασώματος και ασχημάτιστος και άποσος και άπειρος και πέρα από κάθε μέγεθος με την υπεροχή της φύσεώς Του, Αυτός που, «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ(:ο Ιησούς Χριστός δηλαδή, αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και ως απαράλλακτη και ζωντανή εικόνα του Θεού είχε τη μορφή και τη φύση του Θεού, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό Πατέρα αποτέλεσμα αρπαγής. Διότι εάν ήταν αποτέλεσμα αρπαγής, δεν θα τολμούσε να το αποθέσει, από φόβο μήπως το χάσει)»[Φιλ.2,6], παίρνοντας μορφή δούλου, με αυτήν τη μορφή περιορίζεται σε όρια ποσού και μέτρου και αποκτά χαρακτηριστικά σώματος, τότε σχεδίαζέ Τον σε πίνακες και βάλε Τον να Τον βλέπουν, Αυτόν που καταδέχτηκε να γίνει ορατός. Ζωγράφιζε την ανέκφραστη συγκατάβασή Του, τη γέννησή Του από την Παρθένο, τη βάπτισή Του στον Ιορδάνη, τη μεταμόρφωσή Του στο Θαβώρ, τα πάθη Του που παρέχουν απάθεια, τα θαύματα, τα σύμβολα της θείας φύσεώς Του, τα οποία πραγματοποιούνται με θεϊκή ενέργεια μέσα από την ενέργεια της σάρκας, τον σωτήριο σταυρό, την ταφή, την ανάσταση, την ανάληψη στους ουρανούς. Όλα να τα ιστορείς με λόγο και με χρώματα. 
 
Μην φοβάσαι, μην διστάζεις˙ γνωρίζω τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στη μια προσκύνηση από την άλλη. Κάποτε ο Αβραάμ προσκύνησε τους υιούς του Εμμώρ, όταν αγόρασε τη διπλή σπηλιά για να τη χρησιμοποιήσει ως τάφο, άνδρες ασεβείς που είχαν άγνοια του αληθινού Θεού [βλ. Γέν.23,7-12: «ἀναστὰς δὲ ῾Αβραὰμ προσεκύνησε τῷ λαῷ τῆς γῆς, τοῖς υἱοῖς τοῦ Χέτ, καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς ῾Αβραὰμ λέγων· εἰ ἔχετε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, ὥστε θάψαι τὸν νεκρόν μου ἀπὸ προσώπου μου, ἀκούσατέ μου καὶ λαλήσατε περὶ ἐμοῦ ᾿Εφρὼν τῷ τοῦ Σαάρ, καὶ δότω μοι τὸ σπήλαιον τὸ διπλοῦν, ὅ ἐστιν αὐτῷ, τὸ ὂν ἐν μέρει τοῦ ἀγροῦ αὐτοῦ· ἀργυρίου τοῦ ἀξίου δότω μοι αὐτὸ ἐν ὑμῖν εἰς κτῆσιν μνημείου. ᾿Εφρὼν δὲ ἐκάθητο ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Χέτ· ἀποκριθεὶς δὲ ᾿Εφρὼν ὁ Χετταῖος πρὸς ῾Αβραὰμ εἶπεν, ἀκουόντων τῶν υἱῶν Χὲτ καὶ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὴν πόλιν πάντων, λέγων· παρ᾿ ἐμοὶ γενοῦ, κύριε, καὶ ἄκουσόν μου· τὸν ἀγρὸν καὶ τὸ σπήλαιον τὸ ἐν αὐτῷ σοὶ δίδωμι· ἐναντίον πάντων τῶν πολιτῶν μου δέδωκά σοι· θάψον τὸν νεκρόν σου· καὶ προσεκύνησεν ῾Αβραὰμ ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῆς γῆς (: όταν ο Αβραάμ είδε την προθυμία τους, σηκώθηκε και με ένα εδαφιαίο προσκύνημα χαιρέτισε με ευγνωμοσύνη και σεβασμό τον λαό της Χαναάν, τους Χετταίους. Κατόπιν τους μίλησε και τους είπε: “Αφού έχετε πράγματι την καλοσύνη και την επιθυμία να μου δώσετε την άδεια να θάψω τη νεκρή σύζυγό μου, τότε σας παρακαλώ ακούστε με και μεσιτεύσετε για λογαριασμό μου στον Εφρών, τον γιο του Σαάρ και ζητήστε από αυτόν να μου πουλήσει το διπλό σπήλαιο, το οποίο είναι στην άκρη του χωραφιού του. Ζητήστε από τον Εφρών να μου το πουλήσει στην πλήρη αξία του, τώρα, μπροστά σας, για να το αποκτήσω ως δικό μου και για να το κατέχω ως ιδιόκτητο τάφο”. Ο Εφρών, από τον οποίο ο Αβραάμ ζητούσε να αγοράσει το σπήλαιο, βρισκόταν στη συνάθροιση εκείνη των Χετταίων. Όταν λοιπόν άκουσε τα λόγια του Αβραάμ, του αποκρίθηκε μπροστά σε όλους τους Χετταίους που ήταν συγκεντρωμένοι στην είσοδο της πόλεως, και σε όλους όσοι έμπαιναν στην πόλη και του είπε: “Μάλιστα, κύριε· έλα κοντά μου και άκουσέ με σε όσα θα σου πω· το χωράφι μου και το σπήλαιο που υπάρχει σε αυτό, το δίνω σε σένα· να, σου τα έδωσα ως δικά σου παρουσία όλων των συμπολιτών μου· δέξου τα λοιπόν και θάψε με όλη την ελευθερία τον νεκρό σου”. Και τότε ο Αβραάμ με εδαφιαίο προσκύνημα χαιρέτησε με ευγνωμοσύνη και σεβασμό τον λαό της Χαναάν, τους Χετταίους)» και Πράξ.7,16: «καὶ μετετέθησαν εἰς Συμὲχ καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ μνήματι ᾧ ὠνήσατο Ἀβραὰμ τιμῆς ἀργυρίου παρὰ τῶν υἱῶν Ἐμμόρ τοῦ Συχέμ(:Αργότερα τα οστά τους μεταφέρθηκαν στη Συχέμ και τοποθετήθηκαν στο μνήμα που είχε αγοράσει ο Αβραάμ από τους γιους του Εμμόρ, ο οποίος έμενε στη Συχέμ, πληρώνοντας το αντίτιμο σε ασημένια νομίσματα)»]. 
 
Ο Ιακώβ επίσης προσκύνησε τον αδελφό του Ησαύ [Γέν.33,3: «Αὐτὸς δὲ προῆλθεν ἔμπροσθεν αὐτῶν καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν ἑπτάκις ἕως τοῦ ἐγγίσαι τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ(:ο ίδιος ο Ιακώβ προχώρησε και μπήκε μπροστά από όλους ώστε ο πρώτος, που θα συναντούσε ο Ησαύ, να είναι αυτός· έτσι θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο πρώτος ο Ιακώβ. Μόλις ο Ησαύ πλησίασε, ο Ιακώβ προχώρησε προς αυτόν ταπεινά και μέχρις ότου φτάσει κοντά του, τον προσκύνησε ως μεγαλύτερο αδερφό του με γονάτισμα και σκύψιμο βαθύ έως τη γη επτά φορές)»] και τον Φαραώ], άνδρα Αιγύπτιο [Γέν.47,7: «εἰσήγαγε δὲ Ἰωσὴφ Ἰακὼβ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐναντίον Φαραώ, καὶ ηὐλόγησεν Ἰακὼβ τὸν Φαραώ.(: και έφερε ο Ιωσήφ τον πατέρα του τον Ιακώβ και τον παρουσίασε στον Φαραώ και ο Ιακώβ ευλόγησε τον Φαραώ)», αλλά προσκύνησε ακόμα και την άκρη του μπαστουνιού του Ιωσήφ[Γέν.47,31: «εἶπε δέ· ὄμοσόν μοι. καὶ ὤμοσεν αὐτῷ. καὶ προσεκύνησεν Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ(:ο Ιακώβ όμως επέμεινε και του είπε: “Ορκίσου μου ότι θα το κάνεις”. Και ο Ιωσήφ ορκίστηκε στον πατέρα του. Τότε ο Ισραήλ, επειδή πίστεψε ότι ο Θεός θα βοηθούσε, ώστε να μεταφερθεί η σορός του στην Χαναάν για να ταφεί εκεί, έσκυψε και προσκύνησε τον Θεό, αφού ακούμπησε την κεφαλή του στην άκρη του ραβδιού του, στο οποίο στηριζόταν λόγω της γεροντικής αδυναμίας του. Με την προσκύνηση αυτή εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του προς τον Θεό)» και Εβρ.7,21: «ὁ δὲ μετὰ ὁρκωμοσίας διὰ τοῦ λέγοντος πρὸς αὐτόν· ὤμοσε Κύριος, καὶ οὐ μεταμεληθήσεται· σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ (:Ο Χριστός έγινε ιερεύς με όρκο. Ο όρκος αυτός δόθηκε από τον Θεό διαμέσου του ψαλμωδού, ο οποίος είπε προς τον Χριστό: “Ορκίστηκε ο Κύριος και δεν θα αλλάξει την απόφασή Του, και δεν θα αθετήσει τον όρκο Του: “Εσύ είσαι ιερεύς αιώνιος κατά την τάξη του Μελχισεδέκ”)»]· όμως προσκύνησαν, αλλά δεν λάτρευσαν. 
 
Προσκύνησαν και ο Ιησούς του Ναυή[Ιησ.5,14: «ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἐγὼ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου νυνὶ παραγέγονα. καὶ Ἰησοῦς ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπεν αὐτῷ· δέσποτα, τί προστάσσεις τῷ σῷ οἰκέτῃ; (: εκείνος όμως του απάντησε: ‘’Όχι, δεν είμαι τίποτα από αυτά· εγώ είμαι αρχιστράτηγος της δυνάμεως του Κυρίου· έχω έλθει εδώ μόλις τώρα’’. Και ο Ιησούς σε ένδειξη βαθυτάτου σεβασμού και λατρευτικής προσκυνήσεως έπεσε με το πρόσωπο κατά γης και του είπε: ‘’ Δέσποτα, τι διατάζεις τον δούλο σου;’’)»] και ο Δανιήλ, άγγελο του Θεού [Δαν.8,17: «καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐχόμενος τῆς στάσεώς μου, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐθαμβήθην, καὶ πίπτω ἐπὶ πρόσωπόν μου, καὶ εἶπε πρός με· σύνες, υἱὲ ἀνθρώπου· ἔτι γὰρ εἰς καιροῦ πέρας ἡ ὅρασις(: και ήλθε και στάθηκε κοντά μου· και όταν με πλησίασε, κυριεύτηκα από υπερβολικό θαυμασμό, μεγάλη έκπληξη και φόβο και έπεσα αμέσως κάτω με το πρόσωπο κατά γης. Και εκείνος μου είπε: Υιέ ανθρώπου εννόησε τούτο: Το όραμα αυτό δεν θα εκπληρωθεί επί του παρόντος· το όραμα αυτό αποκαλύπτει τα έσχατα χρόνια, κατά τα οποία θα τελειώσει η βασιλεία των θηρίων και θα αναλάβουν πλέον την εξουσία οι άγιοι του Υψίστου)»], αλλά δεν τον λάτρευσαν. Γιατί άλλο πράγμα είναι η λατρευτική προσκύνηση και άλλο εκείνη που προσφέρεται τιμητικά σε εκείνους που υπερέχουν σε κάποιο αξίωμα. 
 
9. Αλλά επειδή μιλάμε για την εικόνα και την προσκύνηση, ας κάνουμε γι’ αυτά μερικές διευκρινίσεις. Η εικόνα λοιπόν είναι ομοίωμα που φέρει τα χαρακτηριστικά του πρωτοτύπου, με κάποια διαφορά όμως προς αυτό. Γιατί η εικόνα δεν είναι όμοια εξ ολοκλήρου προς το αρχέτυπο. Εικόνα λοιπόν ζωντανή, φυσική και απαράλλακτη του αόρατου Θεού[Κολ.1,15: «ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως(:Αυτός ο Υιός είναι εικόνα του αόρατου Θεού, ο Οποίος δεν φαίνεται με τα σωματικά μας μάτια. Είναι πρωτότοκος, που δεν κτίσθηκε, αλλά γεννήθηκε από την ίδια την ουσία του Πατρός, πριν να δημιουργηθούν όλα τα κτίσματα)»] είναι ο Υιός, ο Οποίος φέρει στον εαυτό Του ολόκληρο τον Πατέρα και ταυτίζεται εξ ολοκλήρου προς Αυτόν, διαφέροντας μόνο ως προς το αιτιατό. Γιατί αίτιο φυσικό είναι ο Πατέρας, ενώ αιτιατό ο Υιός, επειδή δεν προέρχεται ο Πατέρας από τον Υιό, αλλά ο Υιός από τον Πατέρα. Από Αυτόν έξαλλου έχει την ύπαρξη, αν και όχι ύστερα από Αυτόν, πράγμα που σημαίνει τον γεννήτορα Πατέρα. 
 
10. Υπάρχουν όμως και στον Θεό εικόνες και παραδείγματα, όσων πρόκειται να γίνουν από Αυτόν, δηλαδή η προαιώνια και πάντοτε αμετάβλητη βούλησή Του. Γιατί το θείο είναι κατά πάντα άτρεπτο και δεν υπάρχει σε αυτό καμιά μεταβολή ή σκιά μετατροπής[Ιακ.1,17: «Πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ᾿ ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα(:Κάθε καλό που δίνεται στους ανθρώπους και κάθε τέλειο δώρο προέρχεται από τον ουρανό και κατεβαίνει από τον Θεό, ο Οποίος είναι ο δημιουργός των ουράνιων φωτεινών σωμάτων και η ύψιστη και μοναδική πηγή κάθε φωτισμού, φυσικού ή πνευματικού. Σ’ Αυτόν δεν υπάρχει καμία αλλοίωση και μεταβολή σαν αυτές που γίνονται στη σελήνη ή συντελούνται από τη διαδοχή της νύχτας και της ημέρας. Αλλά ούτε και σκιά υπάρχει σαν εκείνη που δημιουργείται από την περιστροφή και τη μετακίνηση των άστρων και των ουράνιων σωμάτων)»]. Αυτές τις εικόνες και τα παραδείγματα ονομάζει «προορισμούς» ο άγιος Διονύσιος[ο Αρεοπαγίτης], ο σπουδαίος γνώστης των θείων πραγμάτων, ο οποίος μαζί με τον Θεό μελέτησε τα σχετικά με τον Θεό πράγματα. Γιατί στη βούληση του Θεού ήταν αποτυπωμένα και απεικονισμένα όλα όσα είχαν προορισθεί από Αυτόν, πριν από τη δημιουργία, και θα γίνονταν οπωσδήποτε, ακριβώς όπως κάποιος που θέλει να κτίσει ένα σπίτι, συλλαμβάνει πρώτα και ζωγραφίζει το σχέδιο στο μυαλό του[Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων, P. G. 3,824C]. 
 
11. Υπάρχουν επίσης και εικόνες των αοράτων και ατύπωτων πραγμάτων, τα οποία αποτυπώνονται σωματικά για να κατανοηθούν αμυδρά. Άλλωστε και η θεία Γραφή παρουσιάζει τον Θεό και τους αγγέλους με τύπους, και ο ίδιος θείος άνδρας[Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, Ρ G. 3], ερμηνεύοντας την αιτία αυτού του πράγματος, λέει ότι δικαιολογημένα προβάλλονται οι τύποι των ατύπωτων και τα σχήματα των ασχημάτιστων, χωρίς να ισχυρίζεται κανείς ότι μόνη αιτία είναι η δική μας αναλογία που δεν μπορεί να ανάγεται άμεσα προς τις νοητές θεωρίες και έχει ανάγκη από γνώριμες και προσαρμοσμένες στη φύση μας αναγωγές. Αφού λοιπόν ο θείος Λόγος, φροντίζοντας για τη δική μας αναλογία και θέλοντας από παντού να βοηθήσει την αναγωγική μας ικανότητα, παρουσιάζει ακόμα και τα απλά και ατύπωτα με κάποιους τύπους, πώς να μην εξεικονίσει αυτά που έχουν πάρει σχήματα ανάλογα προς τη δική μας φύση και τα ποθούμε βέβαια, αλλά δεν μπορούμε να τα δούμε, επειδή δεν είναι ορατά; 
 
Γιατί με την αίσθηση σχηματίζεται κάποια εικόνα στο μπροστινό μέρος του εγκεφάλου και από εκεί διοχετεύεται στη λειτουργία της κρίσης και αποθηκεύεται στη μνήμη. Και ο θεολόγος Γρηγόριος λέει ότι, αν και καταβάλλει πολλές προσπάθειες ο νους, αδυνατεί να βγει έξω από τα σωματικά όρια[Γρηγορίου θεολόγου, Λόγος 28, P. G. 36, 44Α], αλλά και τα αόρατα του Θεού, από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, γίνονται ορατά, κατανοούμενα μέσω των δημιουργημάτων[Ρωμ. 1,20: «Τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, εἰς τὸ εἶναι αὐτοὺς ἀναπολογήτους(:διότι οι άπειρες τελειότητες του Θεού, οι οποίες δεν φαίνονται με τα αισθητά μάτια, από τότε που κτίστηκε ο κόσμος φαίνονται καθαρά μέσα από τα δημιουργήματα με τα μάτια της διανοίας: τόσο η δύναμή Του, που δεν έχει αρχή και τέλος αλλά είναι αιώνια, όσο και κάθε τελειότητα· ώστε να είναι αναπολόγητοι αυτοί και να μην μπορούν να προβάλουν καμία δικαιολογία)»].Γιατί βλέπουμε στα κτίσματα εικόνες οι οποίες μας φανερώνουν αμυδρά τις θείες ανταύγειες όπως όταν λέμε ότι η αγία Τριάδα, η υπεραρχία, εικονίζεται με τον ήλιο και το φως και τις ακτίνες· ή με την πηγή που αναβλύζει και με το νάμα που πηγάζει και με τη ροή ή με τον δικό μας νου και τον λόγο και το πνεύμα, ή μεν την τριανταφυλλιά, το τριαντάφυλλο και την ευωδιά. 
 
12. Εικόνα επίσης λέγεται και εκείνη που σκιαγραφεί συμβολικά όσα θα γίνουν στο μέλλον[Εβρ. 10,1: «Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ᾿ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκές, οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι(:Πράγματι οι θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ανεπαρκείς να προσφέρουν άφεση· διότι ο μωσαϊκός νόμος παρείχε βέβαια κάποια αμυδρή σκιά των αγαθών που επρόκειτο να μας προσφέρει ο Χριστός, δεν έδινε όμως σαφή και πλήρη εικόνα της ουράνιας πραγματικότητας. Και δεν μπορεί ποτέ ο μωσαϊκός νόμος να οδηγήσει στην τελειότητα αυτούς που πλησιάζουν το θυσιαστήριο με τις ίδιες θυσίες που συνεχώς κάθε χρόνο προσφέρουν οι ιερείς και αρχιερείς του)» και Κολ. 2,17: «ἅ ἐστι σκιὰ τῶν μελλόντων(:Αυτά είναι μια απλή σκιά της πραγματικότητος που επρόκειτο να έλθει στην Καινή Διαθήκη. Και η πραγματικότητα αυτή απ’ την οποία ριχνόταν η σκιά είναι ο Χριστός)»], όπως η κιβωτός[Έξ.25,9κ.ε.] και η ράβδος[Αριθμ.17,23-25: «Καὶ ἐγένετο τῇ ἐπαύριον καὶ εἰσῆλθε Μωυσῆς καὶ Ἀαρὼν ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἰδοὺ ἐβλάστησεν ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν εἰς οἶκον Λευὶ καὶ ἐξήνεγκε βλαστὸν καὶ ἐξήνθησεν ἄνθη καὶ ἐβλάστησε κάρυα. καὶ ἐξήνεγκε Μωυσῆς πάσας τὰς ῥάβδους ἀπὸ προσώπου Κυρίου πρὸς πάντας υἱοὺς Ἰσραήλ, καὶ εἶδον καὶ ἔλαβον ἕκαστος τὴν ῥάβδον αὐτοῦ. καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ἀπόθες τὴν ῥάβδον Ἀαρὼν ἐνώπιον τῶν μαρτυρίων εἰς διατήρησιν, σημεῖον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνηκόων, καὶ παυσάσθω ὁ γογγυσμὸς αὐτῶν ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ οὐ μὴ ἀποθάνωσι(:Την επόμενη ημέρα μπήκε με ευλάβεια ο Μωυσής και ο Ααρών στη Σκηνή του Μαρτυρίου. Και να: Όλα τα ραβδιά είχαν μείνει ξερά, εκτός από εκείνο του Ααρών, που είχε τοποθετηθεί εξ ονόματος της φυλής Λευί· αυτό πέταξε, μέσα σε λίγες ώρες, βλαστάρι πράσινο και δροσερό και το βλαστάρι άνθισε και ορισμένα από τα άνθη έδεσαν και παρουσίασαν ως καρπό καρύδια. Και ο Μωυσής έβγαλε όλα τα ραβδιά έξω από την Κιβωτό του Κυρίου και τα παρουσίασε σε όλο τον Ισραηλιτικό λαό και όλοι είδαν το θαύμα και έλαβε ο καθένας πάλι το ραβδί του. Ο Κύριος τότε είπε προς τον Μωυσή: “Φέρε και βάλε το ραβδί του Ααρών πάλι μπροστά στην κιβωτό του Μαρτυρίου, για να μένει εκεί φυλαγμένο, ως σημάδι στα παιδιά των ανυπότακτων και ανταρτών, που τιμωρήθηκαν για την επανάστασή τους· και ας σταματήσουν τα παράπονα εναντίον μου, για να μην πεθάνουν και εξαφανιστούν όλοι τους”)»] και η στάμνα[Έξ.16,33-34: «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Ἀαρών· λάβε στάμνον χρυσοῦν ἕνα καὶ ἔμβαλε εἰς αὐτὸν πλῆρες τὸ γομὸρ τοῦ μὰν καὶ ἀποθήσεις αὐτὸ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ εἰς διατήρησιν εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν. ὃν τρόπον συνέταξε Κύριος τῷ Μωυσῇ, καὶ ἀπέθηκεν Ἀαρὼν ἐναντίον τοῦ μαρτυρίου εἰς διατήρησιν(:Και είπε ο Μωυσής προς τον Ααρών: «Πάρε μία χρυσή στάμνα και βάλε μέσα σε αυτήν ένα ολόκληρο γομόρ από το μάννα και τοποθέτησέ την στον τόπο της λατρείας, μπροστά στον Κύριο, για να διατηρηθεί για τους απογόνους σας». Σύμφωνα λοιπόν προς την οδηγία, που έδωσε ο Κύριος στον Μωυσή, ο Ααρών τοποθέτησε κατόπιν τη χρυσή στάμνα με το μάννα στην Κιβωτό της Διαθήκης μέσα στη Σκηνή του Μαρτυρίου, για να διατηρείται ως θείο κειμήλιο ως ανάμνηση)»] συμβολίζουν την αγία Παρθένο και Θεοτόκο, και όπως το φίδι[Αριθμ.21,8-9: «καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν· ποίησον σεαυτῷ ὄφιν καὶ θὲς αὐτὸν ἐπὶ σημείου, καὶ ἔσται ἐὰν δάκῃ ὄφις ἄνθρωπον, πᾶς ὁ δεδηγμένος ἰδὼν αὐτὸν ζήσεται. καὶ ἐποίησε Μωυσῆς ὄφιν χαλκοῦν καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐπὶ σημείου, καὶ ἐγένετο ὅταν ἔδακνεν ὄφις ἄνθρωπον, καὶ ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὸν ὄφιν τὸν χαλκοῦν καὶ ἔζη(: Ο Κύριος λοιπόν είπε προς τον Μωυσή: “Κατασκεύασε ένα χάλκινο φίδι, όμοιο προς εκείνα που δαγκώνουν τον λαό, και κρέμασέ το ψηλά σε ένα πάσσαλο, ώστε να φαίνεται από όλα τα μέρη του στρατοπέδου. Θα γίνεται λοιπόν το εξής: Εάν ένα φίδι δαγκώσει έναν άνθρωπο, τότε εάν εκείνος που τον έχει δαγκώσει το φίδι σηκώσει το βλέμμα του και ρίξει βλέμμα μετάνοιας και πίστεως στο χάλκινο φίδι, θα θεραπεύεται και δεν θα πεθάνει”. O Μωυσής κατασκεύασε ένα χάλκινο φίδι και το κρέμασε ψηλά σε έναν πάσσαλο. Όταν λοιπόν κάποιο φαρμακερό και θανατηφόρο φίδι δάγκωνε κάποιον άνθρωπο και αυτός που τον είχε δαγκώσει το φίδι έστρεφε το βλέμμα του με διάθεση μετανοίας και πίστεως και κοίταζε το χάλκινο φίδι, δεν πέθαινε, αλλά θεραπευόταν και ζούσε)», και Ιω.3,14: «καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου(:Άκουσε τώρα και μιαν άλλη άγνωστη και ψυχοσωτήρια αλήθεια, που θα σου αποκαλύψω: Όπως κάποτε ο Μωυσής στην έρημο κρέμασε ψηλά το χάλκινο φίδι για να σώζονται με αυτό οι Ισραηλίτες από τα θανατηφόρα δαγκώματα των φιδιών, έτσι σύμφωνα με το μυστηριώδες σχέδιο του Θεού πρέπει να κρεμασθεί ψηλά πάνω στον σταυρό ο υιός του ανθρώπου και να προσλάβει έτσι το ομοίωμα της αμαρτίας, χωρίς όμως να έχει καμία πραγματική σχέση με αυτή)»] συμβολίζει εκείνον που με τον σταυρό κατάργησε το δάγκωμα του αρχέκακου φιδιού, και η θάλασσα[Η Ερυθρά θάλασσα κατά την έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο. Εξ. 14,15 έ.], το νερό και η νεφέλη[Έξ.14,19: «ἐξῇρε δὲ ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ὁ προπορευόμενος τῆς παρεμβολῆς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ καὶ ἐπορεύθη ἐκ τῶν ὄπισθεν· ἐξῇρε δὲ καὶ ὁ στῦλος τῆς νεφέλης ἀπὸ προσώπου αὐτῶν καὶ ἔστη ἐκ τῶν ὀπίσω αὐτῶν(: μετά από τα λόγια αυτά ο άγγελος, που εστάλη από τον Θεό και προχωρούσε επικεφαλής της στρατιάς των Εβραίων, μετακινήθηκε και ήλθε και στάθηκε πίσω από αυτούς· μετακινήθηκε επίσης από εμπρός τους και η στήλη της νεφέλης και στάθηκε και αυτή πίσω τους)»] το πνεύμα του βαπτίσματος[Α΄Κορ. 10,14: «Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρείας(:Γι’ αυτό ακριβώς, αγαπητοί μου, φεύγετε μακριά από την ειδωλολατρία χωρίς να φοβηθείτε γι’αυτό, μήπως σας δημιουργηθεί πειρασμός από τους ειδωλολάτρες)». Στον κανόνα και τους οίκους του Ακάθιστου ύμνου έχουμε αριστοτεχνική αναφορά στα γεγονότα που αναφέρει εδώ ο Ιερός Δαμασκηνός και στη σχέση τους ως προεικονίσεων των προσώπων και γεγονότων της Καινής Διαθήκης]. 
 
13. Ακόμα, εικόνα λέγεται των γεγονότων η μνήμη ενός θαύματος ή κάποιας τιμής ή αισχύνης ή αρετής ή κακίας, για τη μελλοντική ωφέλεια των θεατών, με σκοπό να αποφεύγουμε τα κακά και να μιμηθούμε τις αρετές. Η εικόνα αυτή γίνεται με δύο τρόπους, με τον λόγο που γράφεται στα βιβλία, όπως ο Θεός χάραξε τον νόμο στις πλάκες[Έξ.34,28: «Καὶ ἦν ἐκεῖ Μωυσῆς ἐναντίον Κυρίου τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας· ἄρτον οὐκ ἔφαγε καὶ ὕδωρ οὐκ ἔπιε· καὶ ἔγραψεν ἐπὶ τῶν πλακῶν τὰ ῥήματα ταῦτα τῆς διαθήκης, τοὺς δέκα λόγους(:και έμεινε ο Μωυσής εκεί στην κορυφή του Σινά σαράντα μέρες και σαράντα νύκτες. Κατά το διάστημα αυτό ούτε έφαγε ψωμί, ούτε ήπιε νερό. Και έγραψε ( ο Θεός) στις λίθινες πλάκες τα λόγια αυτά της συμφωνίας μεταξύ Θεού και Ισραήλ, τις δέκα δηλαδή εντολές)»], και έδωσε εντολή να αναγραφούν οι βίοι των θεοφιλών ανδρών, και με αισθητή θέα, όπως έδωσε εντολή να τοποθετηθούν μέσα στην κιβωτό η στάμνα και η ράβδος για ανάμνηση. Έτσι και εμείς τώρα παριστάνουμε τις εικόνες των γεγονότων και τις αρετές. Ή εξαφάνισε λοιπόν κάθε εικόνα και θέσπιζε νόμους αντίθετους προς Εκείνον που πρόσταξε να γίνονται οι εικόνες, ή να δέχεσαι κάθε εικόνα σύμφωνα με το λόγο και τον τρόπο που ταιριάζει στην καθεμιά. 
 
Αφού λοιπόν αναφέραμε τους τρόπους της εικόνας, ας μιλήσουμε και για την προσκύνηση. 
 
14. Η προσκύνηση είναι σύμβολο ταπείνωσης και τιμής. Αλλά και αυτής γνωρίσαμε διάφορες μορφές· πρώτη τη λατρευτική προσκύνηση που προσφέρουμε μόνο στον κατά φύση προσκυνητό Θεό. Έπειτα την προσκύνηση που, εξαιτίας του κατά φύση προσκυνητού Θεού, προσφέρουμε στους φίλους και τους λειτουργούς του, όπως ο Ιησούς του Ναυή στον αρχάγγελο Μιχαήλ[Ιησ. Ναυή 5,14: «ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἐγὼ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Κυρίου νυνὶ παραγέγονα. καὶ Ἰησοῦς ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπεν αὐτῷ· δέσποτα, τί προστάσσεις τῷ σῷ οἰκέτῃ; (: και εκείνος του απάντησε: “Όχι, δεν είμαι τίποτε από αυτά· εγώ είμαι αρχιστράτηγος της δυνάμεως του Κυρίου· έχω έλθει εδώ μόλις τώρα”. Και ο Ιησούς του Ναυή σε ένδειξη βαθύτατου σεβασμού και λατρευτικής προσκυνήσεως έπεσε με το πρόσωπο στη γη και του είπε: “Δέσποτα, τι διατάζεις τον δούλο σου;”)»] και ο Δανιήλ [Δαν.8,16-17: «καὶ ἤκουσα φωνὴν ἀνδρὸς ἀναμέσον τοῦ Οὐβάλ, καὶ ἐκάλεσε καὶ εἶπε· Γαβριήλ, συνέτισον ἐκεῖνον τὴν ὅρασιν. καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἐχόμενος τῆς στάσεώς μου, καὶ ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐθαμβήθην, καὶ πίπτω ἐπὶ πρόσωπόν μου, καὶ εἶπε πρός με· σύνες, υἱὲ ἀνθρώπου· ἔτι γὰρ εἰς καιροῦ πέρας ἡ ὅρασις(: Και άκουσα τη φωνή ενός άντρα μεταξύ των οχθών του ποταμού Ουβάλ, η οποία φώναξε και είπε: “Γαβριήλ, ερμήνευσε σε εκείνον το νόημα του οράματος”. Και ήλθε-ο αρχάγγελος Γαβριήλ -και στάθηκε πλησίον μου· και όταν με πλησίασε, κυριεύτηκα από υπερβολικό θαυμασμό, μεγάλη έκπληξη και φόβο, και έπεσα αμέσως κάτω με το πρόσωπο κατά γης. Εκείνος τότε μου είπε: “Υιέ ανθρώπου, κατανόησε το εξής: Το όραμα που είδες δεν θα εκπληρωθεί προς το παρόν· το όραμα αυτό αποκαλύπτει το τέλος του καιρού-ή: το όραμα αυτό αναφέρεται στα έσχατα χρόνια- κατά τον οποίο θα τελειώσει η βασιλεία των θηρίων και θα αναλάβουν πλέον την εξουσία οι άγιοι του Υψίστου”)»] προσκύνησαν τον άγγελο, ή στους τόπους του Θεού, όπως λέγει ο Δαβίδ: «να προσκυνήσουμε τον τόπο όπου στάθηκαν τα πόδια Του»[ βλ.Ψαλμ.131,7: «Εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ, προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ(: Τώρα όμως θα εισέλθουμε στα σκηνώματα του Θεού στη Σιών και θα προσκυνήσουμε στον τόπο, όπου στάθηκαν τα πόδια Του και όπου υπάρχει το υποπόδιο των ποδών Του, η ιερή κιβωτός της διαθήκης)»], ή στα αφιερώματα του Θεού, όπως όλος ο Ισραήλ προσκυνούσε τη σκηνή και τον ναό της Ιερουσαλήμ περικυκλώνοντάς τον και πηγαίνοντας σ’ αυτόν για προσκύνηση από όλα τα μέρη ακόμα και τώρα, ή στους άρχοντες που ορίστηκαν από αυτόν, όπως ο Ησαύ[Γέν.33,3: «Αὐτὸς δὲ προῆλθεν ἔμπροσθεν αὐτῶν καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν ἑπτάκις ἕως τοῦ ἐγγίσαι τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ(:Ο ίδιος λοιπόν ο Ιακώβ προχώρησε και μπήκε μπροστά από όλους, ώστε ο πρώτος που θα συναντούσε ο Ησαύ, να είναι αυτός· έτσι θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο πρώτος ο Ιακώβ. Μόλις ο Ησαύ πλησίασε, ο Ιακώβ προχώρησε προς αυτόν ταπεινά και μέχρις ότου φτάσει κοντά του, τον προσκύνησε ως μεγαλύτερο αδελφό με γονάτισμα και σκύψιμο βαθύ μέχρι τη γη επτά φορές)»]ως μεγαλύτερο αδελφό του, που τον κατέστησε ο Θεός, και τον Φαραώ[Γέν.47,7: «Εἰσήγαγε δὲ Ἰωσὴφ Ἰακὼβ τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ ἔστησεν αὐτὸν ἐναντίον Φαραώ, καὶ ηὐλόγησεν Ἰακὼβ τὸν Φαραώ(:και έφερε ο Ιωσήφ τον πατέρα του, τον Ιακώβ, και τον παρουσίασε στον Φαραώ, και ο Ιακώβ ευλόγησε τον Φαραώ)»]. 
 
Γνωρίζω και την τιμητική προσκύνηση που απονέμεται μεταξύ των ανθρώπων, όπως έκανε ο Αβραάμ στους γιους του Εμμώρ[Γέν.23,7-12: «Ἀναστὰς δὲ ῾Αβραὰμ προσεκύνησε τῷ λαῷ τῆς γῆς, τοῖς υἱοῖς τοῦ Χέτ, καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτοὺς ῾Αβραὰμ λέγων· εἰ ἔχετε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, ὥστε θάψαι τὸν νεκρόν μου ἀπὸ προσώπου μου, ἀκούσατέ μου καὶ λαλήσατε περὶ ἐμοῦ ᾿Εφρὼν τῷ τοῦ Σαάρ, καὶ δότω μοι τὸ σπήλαιον τὸ διπλοῦν, ὅ ἐστιν αὐτῷ, τὸ ὂν ἐν μέρει τοῦ ἀγροῦ αὐτοῦ· ἀργυρίου τοῦ ἀξίου δότω μοι αὐτὸ ἐν ὑμῖν εἰς κτῆσιν μνημείου. ᾿Εφρὼν δὲ ἐκάθητο ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Χέτ· ἀποκριθεὶς δὲ ᾿Εφρὼν ὁ Χετταῖος πρὸς ῾Αβραὰμ εἶπεν, ἀκουόντων τῶν υἱῶν Χὲτ καὶ τῶν εἰσπορευομένων εἰς τὴν πόλιν πάντων, λέγων· παρ᾿ ἐμοὶ γενοῦ, κύριε, καὶ ἄκουσόν μου· τὸν ἀγρὸν καὶ τὸ σπήλαιον τὸ ἐν αὐτῷ σοὶ δίδωμι· ἐναντίον πάντων τῶν πολιτῶν μου δέδωκά σοι· θάψον τὸν νεκρόν σου· καὶ προσεκύνησεν ῾Αβραὰμ ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῆς γῆς(: Όταν λοιπόν ο Αβραάμ είδε την προθυμία τους, σηκώθηκε και με ένα εδαφιαίο προσκύνημα χαιρέτησε με ευγνωμοσύνη και σεβασμό τον λαό της Χαναάν, τους Χετταίους. Κατόπιν τους μίλησε και τους είπε: Αφού έχετε πράγματι την καλοσύνη και την επιθυμία να μου δώσετε την άδεια να θάψω τη νεκρή σύζυγό μου, τότε σας παρακαλώ ακούστε με και μεσιτεύστε για λογαριασμό μου στον Εφρών, τον γιο του Σαάρ, και ζητήστε από αυτόν να μου πουλήσει το διπλό σπήλαιο, το οποίο είναι στην άκρη του χωραφιού του. Ζητήστε από τον Εφρών να μου το πουλήσει στην πλήρη αξία του, τώρα, μπροστά σας, για να το αποκτήσω ως δικό μου και για να το κατέχω ως ιδιόκτητο τάφο». Ο Εφρών, από τον οποίο ο Αβραάμ ζητούσε να αγοράσει το σπήλαιο, βρισκόταν στην συνάθροιση εκείνη των Χετταίων. Όταν λοιπόν άκουσε τα λόγια του Αβραάμ, του αποκρίθηκε μπροστά σε όλους τους Χετταίους που ήσαν συγκεντρωμένοι στην είσοδο της πόλεως, και σε όλους όσοι έμπαιναν στην πόλη και του είπε: Μάλιστα, κύριε· έλα κοντά μου και άκουσέ με σε όσα θα σου πω· το χωράφι μου και το σπήλαιο που υπάρχει σε αυτό, τα δίνω σε σένα· να σου τα έδωσα ως δικά σου, παρουσία όλων των συμπολιτών μου· δέξου τα λοιπόν και θάψε με όλη την ελευθερία τον νεκρό σου».Ο Αβραάμ με εδαφιαίο προσκύνημα χαιρέτισε με ευγνωμοσύνη και σεβασμό τον λαό της Χαναάν, τους Χετταίους)» και Πράξ.7,16: «Κατέβη δὲ Ἰακὼβ εἰς Αἴγυπτον καὶ ἐτελεύτησεν αὐτὸς καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν, καὶ μετετέθησαν εἰς Συμὲχ καὶ ἐτέθησαν ἐν τῷ μνήματι ᾧ ὠνήσατο Ἀβραὰμ τιμῆς ἀργυρίου παρὰ τῶν υἱῶν Ἐμμόρ τοῦ Συχέμ(:Κατέβηκε λοιπόν ο Ιακώβ στην Αίγυπτο, όπου και πέθανε και ο ίδιος και οι δώδεκα πατριάρχες, οι προπάτορές μας. Αργότερα τα οστά τους μεταφέρθηκαν στη Συχέμ και τοποθετήθηκαν στο μνήμα που είχε αγοράσει ο Αβραάμ από τους γιους του Εμμόρ, ο οποίος έμενε στη Συχέμ, πληρώνοντας το αντίτιμο σε ασημένια νομίσματα)»]. Ή απόρριψε λοιπόν κάθε προσκύνηση, ή να τις δέχεσαι όλες με τον οφειλόμενο λόγο και τρόπο. 
 
15. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: Είναι ένας Θεός, ο Θεός; «Ναι», θα μου πεις, όπως νομίζω, ένας νομοθέτης». Τι λοιπόν, νομοθετεί τα αντίθετα; Γιατί τα Χερουβίμ δεν είναι βέβαια έξω από την κτίση. Γιατί λοιπόν προστάζει να σκεπάζουν το ιλαστήριο [ιλαστήριο ονομαζόταν το χρυσό κάλυμμα της Κιβωτού] σκαλιστά χερουβίμ κατασκευασμένα από χέρια ανθρώπων[:Έξ. 25,16-19: «Καὶ ποιήσεις ἱλαστήριον ἐπίθεμα χρυσίου καθαροῦ, δύο πήχεων καὶ ἡμίσους τὸ μῆκος καί πήχεως καὶ ἡμίσους τὸ πλάτος. καὶ ποιήσεις δύο Χερουβὶμ χρυσοτορευτὰ καὶ ἐπιθήσεις αὐτὰ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν κλιτῶν τοῦ ἱλαστηρίου, ποιηθήσονται Χεροὺβ εἷς ἐκ τοῦ κλίτους τούτου καὶ Χεροὺβ εἷς ἐκ τοῦ κλίτους τοῦ δευτέρου τοῦ ἱλαστηρίου· καὶ ποιήσεις τοὺς δύο Χερουβὶμ ἐπὶ τὰ δύο κλίτη, ἔσονται οἱ Χερουβὶμ ἐκτείνοντες τὰς πτέρυγας ἐπάνωθεν, συσκιάζοντες ἐν ταῖς πτέρυξιν αὐτῶν ἐπὶ τοῦ ἱλαστηρίου, καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν εἰς ἄλληλα· εἰς τὸ ἱλαστήριον ἔσονται τὰ πρόσωπα τῶν Χερουβίμ (:Θα κατασκευάσεις και το Ιλαστήριο, το κάλυμμα δηλαδή της Κιβωτού, από χρυσάφι καθαρό. Θα έχει μήκος δύο πήχεις και μισό και πλάτος ένα πήχυ και μισό. Θα κατασκευάσεις και δύο ομοιώματα των Χερουβίμ, σκαλιστά με χρυσάφι και θα τα τοποθετήσεις στα δύο άκρα του καλύμματος της Κιβωτού. Θα βρίσκεται το ένα Χερούβ στη μία πλευρά του καλύμματος και το δεύτερο Χερούβ στην απέναντι πλευρά. Και θα στερεώσεις τα δύο Χερουβίμ στις δύο πλευρές του καλύμματος. Θα είναι έτσι τοποθετημένα τα Χερουβίμ, ώστε να απλώνουν τα φτερά τους επάνω από το κάλυμμα και να το σκιάζουν από όλα τα μέρη με τα φτερά τους, συγχρόνως δε το πρόσωπο του ενός θα είναι απέναντι από το πρόσωπο του άλλου. Η όψη τους θα είναι γυρισμένη προς τα κάτω, προς το Ιλαστήριο)»]; Ή είναι φανερό ότι είναι αδιανόητο να κάνουμε εικόνα του Θεού, επειδή είναι απερίγραπτος και ασχημάτιστος, ή κάποιου άλλου ως θεού, για να μην προσκυνείται η κτίση λατρευόμενη ως θεός; Ενώ την εικόνα των χερουβίμ, που είναι περιγραπτά και παρίστανται με δουλοπρέπεια στον θρόνο του Θεού, προστάζει να την κάνουμε για να σκεπάζει με δουλοπρέπεια το ιλαστήριο· γιατί έπρεπε η εικόνα των θείων μυστηρίων να επισκιάζεται με την εικόνα των ουράνιων λειτουργών. 
 
Τι λες πάλι για την κιβωτό, τη στάμνα, το ιλαστήριο; Δεν είναι χειροποίητα; Δεν είναι έργα ανθρώπινων χεριών; Δεν είναι κατασκευασμένα από ευτελή, όπως λες εσύ, ύλη; Τι ήταν και η σκηνή ολόκληρη; Δεν ήταν εικόνα; Δεν ήταν σκιά και προεικόνιση; Λέει λοιπόν ο θείος απόστολος αναφερόμενος στους ιερείς του μωσαϊκού νόμου: «Οἵτινες ὑποδείγματι καὶ σκιᾷ λατρεύουσι τῶν ἐπουρανίων, καθὼς κεχρημάτισται Μωϋσῆς μέλλων ἐπιτελεῖν τὴν σκηνήν· ὅρα γάρ φησι, ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ ὄρει(:Αυτοί όμως οι ιερείς προσφέρουν λατρεία που αποτελεί προτύπωση και σκιά των επουρανίων, της πνευματικής δηλαδή και αρχέτυπης λατρείας που τελείται στους ουρανούς, σύμφωνα με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή, όταν αυτός επρόκειτο να κατασκευάσει τη Σκηνή του Μαρτυρίου. Είπε τότε ο Θεός στον Μωυσή: “Πρόσεξε να τα κάνεις όλα σύμφωνα με τον τύπο και το υπόδειγμα που σου δόθηκε πάνω στο όρος”)»[Εβρ. 8,5]. Όμως ο μωσαϊκός νόμος δεν ήταν εικόνα, αλλά ένα προσχέδιο εικόνας· λέει λοιπόν ο ίδιος απόστολος ότι ο νόμος είναι η σκιά των μελλοντικών αγαθών και όχι η ίδια η εικόνα των πραγμάτων[Εβρ.10,1: «Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων(:Πράγματι οι θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης ήταν ανεπαρκείς να προσφέρουν άφεση· διότι ο νόμος παρείχε βέβαια κάποια αμυδρή σκιά των αγαθών που επρόκειτο να μας προσφέρει ο Χριστός, δεν έδινε όμως σαφή και πλήρη εικόνα της ουράνιας πραγματικότητας)»]. 
 
Εάν λοιπόν ο νόμος απαγορεύει τις εικόνες, ενώ ο ίδιος είναι ένα προσχέδιο εικόνας, τι θα πούμε; Αν η σκηνή είναι σκιά και προτύπωση τύπου, πώς προστάζει ο νόμος να μη εικονογραφούμε; Αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα, δεν είναι, αλλά υπάρχει οπωσδήποτε καιρός για το κάθε πράγμα [ βλ. Εκκλ.3,1: «Τοῖς πᾶσι χρόνος καὶ καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι ὑπὸ τὸν οὐρανόν(: Για όλα όσα γίνονται στη γη, υπάρχει ορισμένη χρονική περίοδος και για καθετί, που εκτελείται κάτω από τον ουρανό, πρέπει να δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία)»] 
 
16. Στα παλιά χρόνια ο Θεός, ο ασώματος και ασχημάτιστος, δεν εικονιζόταν καθόλου. Τώρα όμως, επειδή ο Θεός φανερώθηκε με σάρκα και επικοινώνησε με τους ανθρώπους, απεικονίζω το ορατό του Θεού. Δεν προσκυνώ την ύλη, προσκυνώ όμως τον Δημιουργό της ύλης, Αυτόν που έγινε ύλη για μένα και καταδέχτηκε να κατοικήσει μέσα στην ύλη και πραγματοποίησε τη σωτηρία μου μέσω της ύλης, και δεν θα παύσω να σέβομαι την ύλη, με την οποία πραγματοποιήθηκε η σωτηρία μου. Τη σέβομαι όμως όχι ως θεό- μακριά μια τέτοια βλασφημία· πώς άλλωστε θα μπορούσε, αυτό που δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, να είναι θεός; Αν και το σώμα του Θεού είναι θεός, αφού, με την υποστατική ένωση, έγινε αμετάβλητα ό,τι ακριβώς είναι και αυτό που το έχρισε, αλλά και παρέμεινε αυτό που ήταν κατά τη φύση του, σάρκα εμψυχωμένη με ψυχή λογική και νοερή, η οποία έλαβε αρχή, και δεν είναι άκτιστη. 
 
Αλλά και την υπόλοιπη ύλη, με την οποία συντελέσθηκε η σωτηρία μου, τη σέβομαι και την υπολήπτομαι, ως φορέα θείας ενέργειας και χάριτος. Ή μήπως δεν είναι ύλη το ξύλο του σταυρού το τρισευτυχισμένο και τρισμακάριστο; Ή μήπως δεν είναι ύλη το σεβάσμιο και άγιο όρος, ο τόπος του Γολγοθά; Ή μήπως δεν είναι ύλη η ζωοδότρια και ζωογόνος πέτρα, ο Άγιος Τάφος, η πηγή της αναστάσεώς μας; Ή δεν είναι ύλη το μελάνι και τα πανάγια βιβλία των ευαγγελίων; Ή δεν είναι ύλη η ζωογόνος τράπεζα, που μας χορηγεί τον άρτο της ζωής; Ή δεν είναι ύλη το χρυσάφι και το ασήμι, από τα οποία κατασκευάζονται σταυροί και πίνακες και αγγεία; Ή μήπως πριν από όλα αυτά το σώμα και το αίμα του Κυρίου μου; Ή κατάργησε λοιπόν τον σεβασμό και την προσκύνηση όλων αυτών, ή υποτάξου στην εκκλησιαστική παράδοση και στην προσκύνηση των εικόνων του Θεού και των φίλων Του, οι οποίοι αγιάζονται με το όνομα του Θεού και εξαιτίας αυτού επισκιάζονται με τη χάρη του θείου Πνεύματος. 
 
Μην κατηγορείς την ύλη· δεν είναι άξια περιφρονήσεως. Γιατί τίποτε από όσα έγιναν από τον Θεό δεν είναι άξιο περιφρονήσεως· αυτό είναι δοξασία των Μανιχαίων. Άτιμο είναι μόνο ό,τι δεν προήλθε από τον Θεό, αλλά είναι δική μας εφεύρεση, που οφείλεται στην αυτεξούσια παρέκκλιση και ροπή του θελήματός μας από το κατά φύση στο παρά φύση, δηλαδή η αμαρτία. Εάν εξαιτίας του νόμου ατιμάζεις τις εικόνες και τις απαγορεύεις, επειδή είναι κατασκευασμένες από ύλη, πρόσεξε τι λέει η Γραφή: «Και μίλησε ο Κύριος στον Μωυσή και είπε: “Να, κάλεσα ονομαστικά τον Βεσελεήλ, τον γιο του Ορεί, που είναι γιος του Ωρ, από τη φυλή του Ιούδα. Και τον γέμισα με θείο πνεύμα σοφίας, σύνεσης και γνώσης, ώστε σε κάθε έργο να σκέπτεται και να αρχιτεκτονεί και να επεξεργάζεται το χρυσάφι και το ασήμι και τον χαλκό και τα διάφορα είδη χρωμάτων, το γαλάζιο, το βαθύ κόκκινο και το κόκκινο το γνεσμένο και το βυσσινί το κλωσμένο και τα λαξευμένα λιθάρια και τις ξύλινες κατασκευές και να κάνει όλα τα έργα· εγώ λοιπόν έδωσα αυτόν και τον Ελιάβ, το γιο του Αχισαμάχ από τη φυλή του Δαν· σε κάθε συνετό στην καρδιά εγώ έδωσα την ικανότητα να κάνουν όλα όσα σε πρόσταξα να κάνεις”»[Έξ.31,1-6]. 
 
Και πάλι· είπε ο Μωυσής σ’ όλη τη συνάθροιση των Ισραηλιτών ακούστε τα λόγια που διέταξε ο Κύριος λέγοντας· συγκεντρώστε από τα υπάρχοντα σας και προσφέρετε τα στον Κύριο. Καθένας με πρόθυμη την καρδιά προσφέρετε τις προσφορές σας στον Κύριο, χρυσάφι, ασήμι, χαλκό, υφάσματα γαλάζια και πορφυρένια, κόκκινα δίμιτα και βυσσινιά κλωσμένα και μαλλιά κατσικιών και δέρματα κριαριών βαμμένα κόκκινα και δέρματα γαλάζια και ξύλα που δεν σαπίζουν και λάδι για το χρίσμα και θυμίαμα για την αρμονική συνένωση και πετράδια από σάρδιο και πετράδια πολύτιμα για την επωμίδα και τον ποδήρη χιτώνα. Και κάθε ικανός από σας να έρθει και να εργασθεί για όλα αυτά που διέταξε ο Κύριος να γίνουν, δηλαδή τη σκηνή «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν υἱῶν Ἰσραὴλ λέγων· τοῦτο τὸ ῥῆμα, ὃ συνέταξε Κύριος λέγων· λάβετε παρ᾿ ὑμῶν αὐτῶν ἀφαίρεμα Κυρίῳ· πᾶς ὁ καταδεχόμενος τῇ καρδίᾳ οἴσουσι τὰς ἀπαρχὰς Κυρίῳ, χρυσίον, ἀργύριον, χαλκόν, ὑάκινθον, πορφύραν, κόκκινον διπλοῦν διανενησμένον καὶ βύσσον κεκλωσμένην καὶ τρίχας αἰγείας, καὶ δέρματα κριῶν ἠρυθροδανωμένα καὶ δέρματα ὑακίνθινα καὶ ξύλα ἄσηπτα. καὶ λίθους σαρδίου καὶ λίθους εἰς τὴν γλυφὴν εἰς τὴν ἐπωμίδα καὶ τὸν ποδήρη. καὶ πᾶς σοφὸς τῇ καρδίᾳ ἐν ὑμῖν ἐλθὼν ἐργαζέσθω πάντα, ὅσα συνέταξε Κύριος· τὴν σκηνὴν καὶ τὰ παραρύματα καὶ τὰ κατακαλύμματα καὶ τά διατόνια καὶ τοὺς μοχλοὺς καὶ τοὺς στύλους, καὶ τὴν κιβωτὸν τοῦ μαρτυρίου καὶ τοὺς ἀναφορεῖς αὐτῆς καὶ τὸ ἱλαστήριον αὐτῆς καὶ τὸ καταπέτασμα(: Kaι είπε ο Μωυσής προς όλη τη συνάθροιση των Ισραηλιτών τα εξής: Αυτή είναι η εντολή που διέταξε ο Κύριος και μου είπε: Να ξεχωρίσετε και να μαζέψετε μεταξύ σας προσφορές και αφιερώματα για τον Κύριο. Οποιοσδήποτε επιθυμεί από όλη την καρδιά του, ας προσφέρει τα πρώτα και τα καλύτερα από τα αγαθά του στον Κύριο· χρυσάφι, ασήμι, χαλκό, νήματα πορφύρας με χρώμα γαλάζιο και ξανθοκόκκινο και διπλοβαμμένο βαθύ κόκκινο, καθώς και γνεσμένα λευκά νήματα βύσσου και τρίχες από κατσίκι· και δέρματα από κριάρια βαμμένα με ερυθρόδανο και δέρματα με γαλάζιο χρώμα και ξύλα, που δεν σαπίζουν· και πολύτιμα πετράδια σαρδίου, καθώς και άλλα πετράδια για να σκαλιστούν και να τοποθετηθούν στην Επωμίδα και τον Ποδήρη Χιτώνα, που θα φορεί ο Ααρών και ο κάθε αρχιερέας στη συνέχεια μετά από αυτόν. Ας έλθει και κάθε σοφός και επιδέξιος τεχνίτης, που υπάρχει μεταξύ σας και ας κατασκευάσει όλα όσα παρήγγειλε ο Κύριος. Τη Σκηνή, δηλαδή, τα εσωτερικά και εξωτερικά καλύμματά της, τους κρίκους, και τα οριζόντια κοντάρια και τους κατακόρυφους στύλους και την Κιβωτό της Διαθήκης, που θα περιέχει τα «μαρτύρια» και τα κοντάρια για τη μεταφορά της και το Ιλαστήριο επίθεμα και το Καταπέτασμα, που θα χωρίζει σε δύο τη Σκηνή και θα προστατεύει την Κιβωτό)» [Έξ.35,4-11] και τα λοιπά. 
 
Και ύστερα από άλλα: «καὶ ἐποίησαν ἀμφοτέρους τοὺς λίθους τῆς σμαράγδου συμπεπορπημένους καὶ περισεσιαλωμένους χρυσίῳ, γεγλυμμένους καὶ ἐκκεκολαμμένους ἐγκόλαμμα σφραγῖδος ἐκ τῶν ὀνομάτων τῶν υἱῶν Ἰσραήλ(:κατασκεύασαν και τα δύο πετράδια από σμαράγδι έτσι, ώστε να κουμπώνουν με πόρπη και να δένονται ολόγυρα με χρυσάφι. Ήσαν δε τα πετράδια σκαλιστά και χαραγμένα, όπως χαράσσονται οι σφραγίδες, με τα ονόματα των υιών του Ιακώβ)»[Έξ.36,13]· και πάλι: «καὶ οἱ λίθοι ἦσαν ἐκ τῶν ὀνομάτων τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ δώδεκα ἐκ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν, ἐγγεγλυμμένα εἰς σφραγῖδας, ἕκαστος ἐκ τοῦ ἑαυτοῦ ὀνόματος, εἰς τὰς δώδεκα φυλάς(:αυτά λοιπόν τα πολύτιμα πετράδια, που αντιστοιχούσαν στα ονόματα των υιών του Ιακώβ, ήταν δώδεκα, όσα και τα ονόματά τους, το καθένα από τα οποία είχε χαραγμένα ανάγλυφα σαν σφραγίδες, και το κάθε πετράδι έφερε το όνομα μιας από τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ)»[Έξ.36,21]· και πάλι: «καὶ ἐποίησαν τὸ καταπέτασμα ἐξ ὑακίνθου καὶ πορφύρας καὶ κοκκίνου νενησμένου καὶ βύσσου κεκλωσμένης, ἔργον ὑφάντου Χερουβίμ(:Και έφτιαξαν το Καταπέτασμα, που θα χώριζε σε δύο μέρη το εσωτερικό της Σκηνής, από γνεσμένα νήματα με χρώμα γαλάζιο, ξανθοκόκκινο και βαθύ κόκκινο, καθώς και από γνεσμένα λευκά νήματα βύσσου. Ήταν έργο επιδέξιου υφαντού και είχε επάνω του μορφές Χερουβίμ)»[Έξ.37,3· το «καταπέτασμα» ήταν το παραπέτασμα που χώριζε τα άγια από τα άγια των άγιων]· και πάλι: «καὶ ἐποίησε τὸ ἱλαστήριον ἐπάνωθεν τῆς κιβωτοῦ ἐκ χρυσίου καθαροῦ καὶ τοὺς δύο Χερουβὶμ χρυσοῦς (: και έφτιαξε από καθαρό χρυσάφι και το κάλυμμα, που σκέπαζε από επάνω την Κιβωτό και λεγόταν “ιλαστήριον”. Έκανε και έβαλε επάνω στο κάλυμμα αυτό και δύο Χερουβίμ από χρυσάφι)»[Έξ.38,5]. 
 
17. Να λοιπόν που η ύλη είναι σεβαστή και σεις τη θεωρείτε άτιμη. Πράγματι τι είναι ευτελέστερο από το κατσικίσιο μαλλί και τα χρώματα; Μήπως δεν είναι χρώματα το κόκκινο και το πορφυρένιο και το γαλάζιο; Να και ομοίωμα των χερουβίμ. Πώς λοιπόν ισχυρίζεσαι ότι εξαιτίας του νόμου απαγορεύεις αυτό που ο νόμος πρόσταξε να κάνουμε; Αν εξαιτίας του νόμου απαγορεύεις τις εικόνες, καιρός είναι να τηρείς την αργία του Σαββάτου και να περιτέμνεσαι, γιατί αυτά ο μωσαϊκός νόμος τα επιβάλλει ανυποχώρητα. Αλλά γνωρίζετε ότι «ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει. μαρτύρομαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ ὅτι ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι. κατηργήθητε ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ δικαιοῦσθε, τῆς χάριτος ἐξεπέσατε(:Να, εγώ ο Παύλος, ο απόστολος που εκλέχθηκα κατευθείαν από τον Χριστό, σας το λέω: Εάν περιτέμνεσθε, ο Χριστός δεν θα σας ωφελήσει σε τίποτε. Δίνω και πάλι βεβαίωση ενώπιον του Θεού σε κάθε άνθρωπο που περιτέμνεται, ότι έχει την υποχρέωση να τηρεί όλο τον νόμο, αφού με την περιτομή που κάνει, προτιμά τη δικαίωση μέσω του νόμου από τη δικαίωση που δίνει ο Χριστός. Εσείς λοιπόν που προσπαθείτε να δικαιωθείτε με το νόμο, αποξενωθήκατε από τον Χριστό. Έχετε χάσει τη χάρη του Θεού και δεν μοιάζετε πλέον με μας)»[:Γαλ.5,2-4]. 
 
Δεν έβλεπε τον Θεό ο παλαιός Ισραήλ, ενώ εμείς με ακάλυπτο το πρόσωπο καθρεπτιζόμαστε τη δόξα του Κυρίου [: «ἡμεῖς δὲ πάντες ἀνακεκαλυμμένῳ προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν, καθάπερ ἀπὸ Κυρίου Πνεύματος(:Και όλοι εμείς με ξέσκεπο το πρόσωπο του εσωτερικού μας ανθρώπου, σαν καθρέφτες πνευματικοί δεχόμαστε και αντανακλούμε τη δόξα του Κυρίου. Κι έτσι μεταμορφωνόμαστε και παίρνουμε την ίδια ένδοξη εικόνα του Κυρίου. Και προοδεύουμε από ένα βαθμό δόξας σε άλλο ανώτερο βαθμό, όπως είναι επόμενο να προοδεύει ο άνθρωπος που φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο είναι ο Κύριος)»:Β΄Κορ.3,18]. Και αισθητά παριστάνουμε παντού τον χαρακτήρα Του, εννοώ του σαρκωθέντος Θεού Λόγου, και αγιάζουμε την πρώτη από τις αισθήσεις (γιατί πρώτη αίσθηση είναι η όραση), όπως και με τους λόγους την ακοή· γιατί η εικόνα είναι υπόμνημα. Και ό,τι ακριβώς είναι το βιβλίο για όσους ξέρουν γράμματα, το ίδιο είναι για τους αγράμματους η εικόνα· και ό,τι είναι για την ακοή ο λόγος, το ίδιο είναι για την όραση η εικόνα, αλλά με νοητό τρόπο ενωνόμαστε με Αυτόν. 
 
Γι’ αυτό πρόσταξε ο Θεός να κατασκευασθεί κιβωτός από ξύλα άσηπτα και να τη χρυσώσουν ολόκληρη μέσα και έξω και να τοποθετήσουν σε αυτή τις πλάκες, τη ράβδο, τη χρυσή στάμνα με το μάννα, για να θυμίζει αυτά που έγιναν και να προτυπώνει όσα θα γίνουν. Και ποιος δεν θα τις ονομάσει αυτές τις εικόνες και ολοφάνερους κήρυκες; Και αυτά δεν βρίσκονταν στα πλάγια της σκηνής, αλλά μπροστά σε όλο τον λαό, και βλέποντάς τα, πρόσφερναν την προσκύνηση και τη λατρεία στον Θεό που ενήργησε μέσω αυτών. Είναι φανερό ότι δεν λάτρευαν αυτά, αλλά μέσω αυτών οδηγούνταν στην ανάμνηση των θαυμάτων και απέδιδαν την προσκύνηση στον θαυματουργό Θεό. Γιατί ήταν εικόνες που υπήρχαν για υπόμνηση, τιμώμενες όχι ως θεοί, αλλά ως μέσα που οδηγούν στην ανάμνηση των θείων ενεργειών. 
 
18. Και δώδεκα λίθους πρόσταξε ο Θεός να πάρουν από τον Ιορδάνη και λέει και για ποιον λόγο. Γιατί λέει: «Σύνταξον αὐτοῖς λέγων· ἀνέλεσθε ἐκ μέσου Ἰορδάνου ἑτοίμους δώδεκα λίθους καὶ τούτους διακομίσαντες ἅμα ὑμῖν αὐτοῖς, θέτε αὐτοὺς ἐν τῇ στρατοπεδείᾳ ὑμῶν, οὗ ἐὰν παρεμβάλητε ἐκεῖ τὴν νύκτα. καὶ ἀνακαλεσάμενος Ἰησοῦς δώδεκα ἄνδρας τῶν ἐνδόξων ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἕνα ἀφ᾿ ἑκάστης φυλῆς, εἶπεν αὐτοῖς· προσαγάγετε ἔμπροσθέν μου πρὸ προσώπου Κυρίου εἰς μέσον τοῦ Ἰορδάνου, καὶ ἀνελόμενος ἐκεῖθεν ἕκαστος λίθον ἀράτω ἐπὶ τῶν ὤμων αὐτοῦ κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, ἵνα ὑπάρχωσιν ὑμῖν οὗτοι εἰς σημεῖον κείμενον διαπαντός, ἵνα ὅταν ἐρωτᾷ σε ὁ υἱός σου αὔριον λέγων, τί εἰσιν οἱ λίθοι οὗτοι ἡμῖν; καὶ σὺ δηλώσεις τῷ υἱῷ σου λέγων· ὅτι ἐξέλιπεν ὁ Ἰορδάνης ποταμὸς ἀπὸ προσώπου κιβωτοῦ διαθήκης Κυρίου πάσης τῆς γῆς, ὡς διέβαινεν αὐτόν· καὶ ἔσονται οἱ λίθοι οὗτοι ὑμῖν μνημόσυνον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ ἕως τοῦ αἰῶνος. καὶ ἐποίησαν οὕτως οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, καθότι ἐνετείλατο Κύριος τῷ Ἰησοῖ, καὶ ἀναλαβόντες δώδεκα λίθους ἐκ μέσου τοῦ Ἰορδάνου, καθάπερ συνέταξε Κύριος τῷ Ἰησοῖ ἐν τῇ συντελείᾳ τῆς διαβάσεως τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ διεκόμισαν ἅμα ἑαυτοῖς εἰς τὴν παρεμβολὴν καὶ ἀπέθηκαν ἐκεῖ(:Διάταξέ τους ως εξής: “Βγάλετε από το μέσο της κοίτης του Ιορδάνη, από εκεί που στέκονταν οι ιερείς με την Κιβωτό, δώδεκα στερεούς και ομαλούς λίθους και μεταφέρετέ τους μαζί σας έξω από τον ποταμό και τοποθετήσετέ τους στο στρατόπεδό σας, εκεί όπου θα κατασκηνώσετε τη νύκτα”. Και ο Ιησούς του Ναυή, αφού κάλεσε δώδεκα άντρες από τους επισήμους του Ισραηλιτικού λαού, έναν από κάθε φυλή, είπε προς αυτούς: “Περάστε-προχωρήστε-από εμπρός μου και εμπρός από την Κιβωτό του Κυρίου και πηγαίνετε στο μέσο της κοίτης του Ιορδάνη, και πάρετε από εκεί ο καθένας σας από μία πέτρα στους ώμους του, κατά τον αριθμό των δώδεκα φυλών του Ισραήλ, για να υπάρχουν οι δώδεκα αυτές πέτρες ως παντοτινό αναμνηστικό μνημείο, ώστε, όταν θα σας ρωτούν αργότερα τα τέκνα σας: Εσείς θα απαντάτε στα παιδιά σας με την ακόλουθη απάντηση: “Οι δώδεκα αυτοί λίθοι δηλώνουν και μαρτυρούν ότι ο ποταμός Ιορδάνης σταμάτησε να τρέχει και ξεράθηκε, όταν βρέθηκε εμπρός στην Κιβωτό της Διαθήκης του Κυρίου όλης της γης, όταν η Κιβωτός περνούσε τον ποταμό. Και οι δώδεκα αυτοί λίθοι θα είναι παντοτινό αναμνηστικό μνημείο για τους Ισραηλίτες”. Και οι Ισραηλίτες έκαναν έτσι, όπως διέταξε ο Κύριος, τον Ιησού του Ναυή. Αφού δηλαδή πήραν δώδεκα λίθους από το μέσο της κοίτης του Ιορδάνη, όπως διέταξε ο Κύριος τον Ιησού μετά τη διάβαση των Ισραηλιτών από τον ποταμό, τους μετέφεραν μαζί τους στο στρατόπεδο και τους έθεσαν εκεί)» [Ιησ. Ναυή 4,3-8]. 
 
Πώς λοιπόν εμείς να μην εικονογραφήσουμε τα σωτήρια πάθη και τα θαύματα του Χριστού του Θεού μας, ώστε, όταν με ρωτάει ο γιος μου, τι είναι αυτό, να του λέω ότι ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και μέσω Αυτού δεν πέρασε μόνο ο Ισραήλ τον Ιορδάνη, αλλά ολόκληρη η φύση επανήλθε στην αρχαία μακαριότητα, και με Αυτόν η ανθρώπινη φύση από τα πιο χαμηλά της γης ανέβηκε πιο πάνω από κάθε εξουσία και κάθισε στον ίδιο τον πατρικό θρόνο. 
 
19. «Ναι, εντάξει», λέει ίσως κάποιος, «κάνε το εικόνισμα του Χριστού και αρκέσου σε αυτό, ή και το εικόνισμα της μητέρας Του, της Θεοτόκου». Πόσο μεγάλη ατοπία! Απερίφραστα ομολόγησες τον εαυτό σου εχθρό των αγίων γιατί, αν κάνεις εικόνα του Χριστού, κατά κανένα τρόπο όμως των αγίων, είναι φανερό ότι δεν απαγορεύεις την εικόνα, αλλά την τιμή των αγίων, πράγμα που κανείς στους αιώνες δεν τόλμησε να κάνει ή δεν προσπάθησε να κάνει παρόμοιο εγχείρημα. 
 
Γιατί κάνεις την εικόνα του Χριστού, επειδή είναι δοξασμένος, απορρίπτεις όμως με βδελυγμία την εξεικόνιση των αγίων επειδή είναι αδόξαστοι, και επιχειρείς να αποδείξεις ψεύτικη την αλήθεια. Γιατί λέει ο Κύριος: «Τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω, καὶ ὁ ἐξουθενῶν με ἀτιμασθήσεται (: Αυτούς που με τιμούν και δοξάζουν, θα τους δοξάσω και Εγώ· εκείνον όμως που με περιφρονεί, θα τον αφήσω να περιφρονηθεί και να ατιμαστεί)»[Α΄Βασ.2,30], και ο θειος απόστολος: «ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ᾿ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ(: Άρα λοιπόν, σύμφωνα με όλα αυτά, εσύ που πίστεψες στο Χριστό δεν είσαι πλέον δούλος, αλλά είσαι κατά χάριν υιός του Θεού. Εάν λοιπόν είσαι υιός, είσαι συγχρόνως και κληρονόμος του Θεού. Και γίνεσαι κληρονόμος διαμέσου του Χριστού)»[Γαλ.4,7] και αφού συμμετέχουμε στα πάθη, και θα δοξασθούμε μαζί με τον Θεό [Ρωμ.8,17: «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν (:Αφού λοιπόν είμαστε παιδιά, είναι φυσικό να είμαστε και κληρονόμοι˙ κληρονόμοι του Θεού ως πατέρας μας, και συγκληρονόμοι του Χριστού ως αδελφού μας. Και γινόμαστε συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βεβαίως πάσχουμε μαζί μ’ αυτόν, έτσι ώστε και να δοξαστούμε μαζί του)». 
 
Δεν ξεσήκωσες τον πόλεμο εναντίον των εικόνων, αλλά στην πραγματικότητα εναντίον των αγίων. Λέγει λοιπόν ο Ιωάννης ο Θεολόγος και επιστήθιος μαθητής του Χριστού, ότι θα γίνουμε όμοιοι με Αυτόν: «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὕπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐάν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι(:Αγαπητοί μου, τώρα είμαστε παιδιά Θεού, αλλά δεν μας έχει φανερωθεί ακόμη τι πρόκειται να γίνουμε στο μέλλον. Γνωρίζουμε όμως ότι όταν φανερωθεί ο Χριστός στη δευτέρα Του παρουσία, θα γίνουμε όμοιοι με Αυτόν στη δόξα, διότι θα Τον δούμε όπως είναι, στην κατάσταση της θείας Του δόξας, η οποία θα καθρεπτισθεί και θα λάμψει και σε μας σαν να είμαστε πνευματικοί καθρέπτες)»[Α΄Ιω.3,2]. Γιατί, όπως όταν ενώνεται το σίδερο με τη φωτιά, δεν γίνεται φωτιά ως προς τη φύση του, αλλά ως προς την ένωση και την πυράκτωση και τη μέθεξη, έτσι και αυτό που θεούται δεν γίνεται Θεός ως προς τη φύση, αλλά ως προς τη μέθεξη. 
 
Δεν μιλώ όμως για τη σάρκα του σαρκωθέντος Υιού του Θεού· γιατί εκείνη έγινε άτρεπτα Θεός με την υποστατική ένωση και μέθεξη της στη θεία φύση, χωρίς να χρισθεί με την ενέργεια του Θεού, όπως ο καθένας από τους προφήτες, αλλά με την παρουσία όλου εκείνου που τον έχρισε. Ότι όμως με τη θέωση και οι άγιοι γίνονται θεοί, μας το λέει ο ψαλμωδός: «Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ(:Ο Θεός στάθηκε στο μέσο συνάξεως κριτών και αρχόντων, τους οποίους ως αντιπροσώπους του εγκατέστησε και με θείο κύρος περιέβαλε, στην απονομή της δικαιοσύνης, εν μέσω δε αυτών αφού κατέλαβε την πρέπουσα σε Αυτόν θέση, θα κρίνει αυτούς που έχουν περιβληθεί τη θεία δόξα και τη διαχειρίζονται)»[Ψαλμ.81,1], όταν δηλαδή ο Θεός στέκεται ανάμεσα σε θεούς, κατανέμει τις αξίες, όπως λέει, ερμηνεύοντας αυτό, ο Γρηγόριος θεολόγος[Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος 40, P.G. 365Β]. 
 
20. Στον Δαβίδ έδωσε υπόσχεση ο Θεός ότι θα Του κτίσει ναό με τον υιό του, Σολομώντα και θα κατασκευάσει οίκο αναπαύσεώς Του[Όταν ο Δαβίδ ανάφερε στον προφήτη Νάθαν την πρόθεσή του να κτίσει ναό για να τοποθετήσει εκεί την κιβωτό του Θεού, ο Θεός τού απάντησε μέσω του προφήτη, ότι το έργο αυτό θα το πραγματοποιήσει ο γιος του, αφού πρώτα στερεωθεί η βασιλεία του· βλ. Β΄ Βασ. 7,1-13: «Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐκάθισεν ὁ βασιλεὺς ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ Κύριος κατεκληρονόμησεν αὐτὸν κύκλῳ ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ τῶν κύκλῳ, καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς πρὸς Νάθαν τὸν προφήτην· ἰδοὺ δὴ ἐγὼ κατοικῶ ἐν οἴκῳ κεδρίνῳ, καὶ ἡ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ κάθηται ἐν μέσῳ τῆς σκηνῆς. καὶ εἶπε Νάθαν πρὸς τὸν βασιλέα· πάντα, ὅσα ἂν ἐν τῇ καρδίᾳ σου, βάδιζε καὶ ποίει, ὅτι Κύριος μετὰ σοῦ. καὶ ἐγένετο τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ καὶ ἐγένετο ῥῆμα Κυρίου πρὸς Νάθαν λέγων· πορεύου, καὶ εἰπὸν πρὸς τὸν δοῦλόν μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος· οὐ σὺ οἰκοδομήσεις μοι οἶκον τοῦ κατοικῆσαί με· ὅτι οὐ κατῴκηκα ἐν οἴκῳ ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἀνήγαγον τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐξ Αἰγύπτου ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης καὶ ἤμην ἐμπεριπατῶν ἐν καταλύματι καὶ ἐν σκηνῇ, ἐν πᾶσιν, οἷς διῆλθον ἐν παντὶ Ἰσραήλ, εἰ λαλῶν ἐλάλησα πρὸς μίαν φυλὴν τοῦ Ἰσραήλ, ᾧ ἐνετειλάμην ποιμαίνειν τὸν λαόν μου Ἰσραὴλ λέγων· ἱνατί οὐκ ᾠκοδομήκατέ μοι οἶκον κέδρινον; καὶ νῦν τάδε ἐρεῖς τῷ δούλῳ μου Δαυίδ· τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἔλαβόν σε ἐκ τῆς μάνδρας τῶν προβάτων τοῦ εἶναί σε εἰς ἡγούμενον ἐπὶ τὸν λαόν μου ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἤμην μετὰ σοῦ ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύου, καὶ ἐξωλόθρευσα πάντας τοὺς ἐχθρούς σου ἀπὸ προσώπου σου καὶ ἐποίησά σε ὀνομαστὸν κατὰ τὸ ὄνομα τῶν μεγάλων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ θήσομαι τόπον τῷ λαῷ μου τῷ Ἰσραὴλ καὶ καταφυτεύσω αὐτόν, καὶ κατασκηνώσει καθ᾿ ἑαυτὸν καὶ οὐ μεριμνήσει οὐκέτι, καὶ οὐ προσθήσει υἱὸς ἀδικίας τοῦ ταπεινῶσαι αὐτὸν καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἀπὸ τῶν ἡμερῶν, ὧν ἔταξα κριτὰς ἐπὶ τὸν λαόν μου Ἰσραήλ, καὶ ἀναπαύσω σε ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν σου, καὶ ἀπαγγελεῖ σοι Κύριος ὅτι οἶκον οἰκοδομήσεις αὐτῷ. καὶ ἔσται ἐὰν πληρωθῶσιν αἱ ἡμέραι σου καὶ κοιμηθήσῃ μετὰ τῶν πατέρων σου, καὶ ἀναστήσω τὸ σπέρμα σου μετὰ σέ, ὃς ἔσται ἐκ τῆς κοιλίας σου, καὶ ἑτοιμάσω τὴν βασιλείαν αὐτοῦ· αὐτὸς οἰκοδομήσει μοι οἶκον τῷ ὀνόματί μου, καὶ ἀνορθώσω τὸν θρόνον αὐτοῦ ἕως εἰς τὸν αἰῶνα(:Όταν λοιπόν ο βασιλιάς Δαβίδ εγκαταστάθηκε στο ανάκτορό του και τον απάλλαξε ο Κύριος από όλους τους εχθρούς του που τον περικύκλωναν και εξαφάλισε την κληρονομιά του από τις γύρω εχθρικές χώρες, είπε ο βασιλιάς στον προφήτη Νάθαν: «Όπως βλέπεις εγώ μεν κατοικώ μέσα σε πολυτελές ανάκτορο, που κατασκευάστηκε με ξύλα κέδρου, ενώ η Κιβωτός της Διαθήκης του Θεού βρίσκεται μέσα σε μία απλή σκηνή». Και ο Νάθαν αποκρίθηκε στον βασιλιά: «Προχώρησε και κάνε όλα όσα ποθεί η καρδιά σου, διότι ο Κύριος είναι μαζί σου». Κατά τη νύκτα εκείνη όμως μίλησε ο Κύριος στον Νάθαν και του είπε: « Πήγαινε να πεις τα εξής στον δούλο μου τον Δαβίδ: ’’ Αυτή είναι η εντολή του Κυρίου: Δεν είσαι εσύ εκείνος που θα μου κτίσει ναό, για να κατοικώ σε αυτόν. Άλλωστε δεν έχω κατοικήσει ποτέ μέσα σε Ναό από την ημέρα που έβγαλα ελεύθερους από την Αίγυπτο τους Ισμαηλίτες μέχρι σήμερα. Διαρκώς βάδιζα μαζί σας και διέμενα σε πρόχειρο κατάλυμα, σε μία σκηνή. Καθ’ όλη τη διαδρομή της ιστορίας σας έως τώρα, κατά την οποία ήμουν μαζί σας, είπα άραγε ποτέ σε μία έστω φυλή του Ισραήλ ή σε κάποιον άρχοντα που τον όρισα για να οδηγεί τον λαό μου, τον Ισραήλ, γιατί δεν κτίσατε για χάρη μου Ναό από ξύλα κέδρου; Και τώρα λοιπόν να πεις τα εξής στον δούλο μου τον Δαβίδ: «Αυτά λέγει ο παντοκράτωρ Κύριος: ‘’Σε πήρα από το μαντρί των προβάτων, για να γίνεις άρχοντας και οδηγός του λαού μου, του Ισραήλ. Και ήμουνα μαζί σου έως τώρα παντού, όπου πήγαινες. Εξολόθρευσα επίσης από εμπρός σου όλους τους εχθρούς σου και έκανα το όνομά σου ένδοξο και ξακουστό, όπως το όνομα των μεγάλων ανδρών της γης. Σε βεβαιώνω επίσης ότι θα ορίσω και θα ετοιμάσω ένα τόπο ειδικά για τον λαό μου τον Ισραήλ και θα τον φυτεύσω εκεί, ώστε να ριζώσει. Και θα εγκατασταθεί σε αυτόν ασφαλής, χωρίς να έχει πλέον καμία ανησυχία. Κανείς άδικος και πονηρός λαός δεν πρόκειται να υποτάξει και να ταπεινώσει τον λαό μου, όπως συνέβη προηγουμένως, τότε δηλαδή που όρισα Κριτές στον λαό μου τον Ισραήλ. Θα σε απαλλάξω οπωσδήποτε από όλους τους εχθρούς σου και θα σου πει τότε ο Κύριος οτιδήποτε έχει σχέση με τη διάθεσή σου να οικοδομήσεις Ναό. Όταν λοιπόν συμπληρωθούν οι ημέρες της ζωής σου και κοιμηθείς και εσύ τον ύπνο του θανάτου μαζί με τους πατέρες σου, θα αναδείξω τον απόγονό σου μετά από εσένα, που θα είναι παιδί δικό σου, και θα στερεώσω τη βασιλική εξουσία σου. Αυτός είναι εκείνος που θα ανεγείρει Ναό προς τιμήν του Ονόματός μου και θα ανυψώσω και θα δοξάσω αιώνια τον θρόνο του’’)»]. 
 
Τον ναό αυτόν τον οικοδόμησε ο Σολομών και κατασκεύασε Χερουβίμ, όπως αναφέρει το βιβλίο των Βασιλειών και περιέβαλε τα χερουβίμ με χρυσάφι και όλους τους τοίχους τους γέμισε τριγύρω με ανάγλυφα χαραγμένα χερουβίμ και φοινικόδεντρα μέσα και έξω -δεν είπε στα πλάγια, αλλά «τριγύρω»- καθώς και με βόδια και λιοντάρια και ροΐσκους[Οι ροΐσκοι ήταν μικρές κόκκινες διακοσμήσεις σε σχήμα ροδιού (ροιάς)· βλ. Γ΄ Βασ. 6,28-29: «καὶ περιέσχε τὰ Χερουβὶμ χρυσίῳ. καὶ πάντας τοὺς τοίχους τοῦ οἴκου κύκλῳ ἐγκολαπτὰ ἔγραψε γραφίδι Χερουβίμ, καὶ φοίνικες τῷ ἐσωτέρῳ καὶ τῷ ἐξωτέρῳ(:και ο Σολωμών κάλυψε και τα δύο Χερουβίμ με χρυσάφι και λάξευσε επάνω σε όλους τους τοίχους τους κυρίως Ναού και του χώρου των Αγίων των Αγίων γύρω-γύρω, επάνω στην εσωτερική τους πλευρά, ανάγλυφα σχήματα Χερουβίμ και φοινικόδεντρων)»].Δεν είναι πολύ πιο σεβάσμιο να στολίζουμε όλους τους τοίχους του οίκου του Κυρίου με μορφές και απεικονίσεις άγιων, παρά με άλογα ζώα και δέντρα; Πού είναι ο νόμος που παραγγέλλει: «δεν θα κατασκευάσεις κανένα ομοίωμα»; 
 
Αλλά ο Σολομών, που δέχτηκε έκχυση σοφίας, χωρίς να εικονίζει τον Θεό, έκανε χερουβίμ και ομοιώματα λιονταριών και βοδιών-πράγματα που απαγορεύει ο νόμος- και εμείς, χωρίς να εικονίζουμε τον Θεό, κάνουμε τα εικονίσματα των αγίων. Γιατί, όπως τότε και ο ναός και ο λαός εξαγνίζονταν με αίμα άλογων ζώων και με στάχτη από δαμάλι [βλ. Εβρ. 9,12-14: «οὐδὲ δι᾿ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος, εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι; (:Ούτε χρησιμοποίησε ο Χριστός ως θυσία το αίμα τράγων και μόσχων, όπως οι αρχιερείς των Ιουδαίων. Αλλά με το δικό Του αίμα μπήκε μια για πάντα στα επουράνια Άγια και εξασφάλισε για μας απολύτρωση όχι προσωρινή, αλλά αιώνια. Διότι, εάν το αίμα των ταύρων και των τράγων και το ράντισμα με το νερό και τη στάχτη του δαμαλιού που κατακαιγόταν στο θυσιαστήριο δίνει στους θρησκευτικά μολυσμένους και ακάθαρτους έναν εξωτερικό καθαρμό και εξαγνίζει το σώμα τους, προκειμένου να μπορούν να μετέχουν στη λατρεία, πόσο μάλλον το αίμα του Χριστού, ο Οποίος με το αιώνιο Πνεύμα που κατοικούσε μέσα του πρόσφερε στον Θεό ως θυσία τον εαυτό Του ολοκληρωτικά καθαρό και ελεύθερο από κάθε ρύπο αμαρτίας, θα καθαρίσει τη συνείδησή σας από τα έργα της αμαρτίας που φέρνουν στην ψυχή νέκρωση, και θα σας αξιώσει να λατρεύετε αξίως τον ζωντανό Θεό;)»], ενώ τώρα εξαγνίζονται με το αίμα του Χριστού που μαρτύρησε την εποχή του Ποντίου Πιλάτου [βλ. Α΄Τιμ.6,13: «Παραγγέλλω σοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωοποιοῦντος τὰ πάντα καὶ Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν(:Σου παραγγέλλω ενώπιον του Θεού, ο Οποίος μεταδίδει ζωή στα πάντα, και ενώπιον του Ιησού Χριστού, ο Οποίος μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο έδωσε τη μαρτυρία της καλής ομολογίας ότι είναι ο Υιός του Θεού)»], καθιστώντας τον εαυτό Του απαρχή των μαρτύρων, αλλά ακόμα και η Εκκλησία έχει θεμελιωθεί και με το ιερό αίμα των αγίων, έτσι τότε ο οίκος του Θεού στολιζόταν με μορφές και παραστάσεις άλογων ζώων, ενώ τώρα με μορφές αγίων, οι οποίοι κατέστησαν τους εαυτούς τους, ναούς έμψυχους και λογικούς για να κατοικήσει ο ζωντανός Θεός πνευματικά. 
 
21. Ζωγραφίζουμε τον Χριστό, τον βασιλέα και Κύριο, χωρίς να τον απογυμνώνουμε από το στράτευμά Του˙ γιατί οι άγιοι είναι ο στρατός του Κυρίου. Ας απογυμνώσει ο επίγειος βασιλιάς τον εαυτό του από το στράτευμά του, και έπειτα τον βασιλιά του και Κύριο. Ας βγάλει πρώτα αυτός τη βασιλική αλουργίδα[πορφυρένιο ένδυμα, χαρακτηριστικό των βασιλέων] και το διάδημα [:ταινία που έδενε την κόμη των βασιλέων και συνεκδοχικά το στέμμα και η βασιλική εξουσία], και τότε να καταργήσει το σεβασμό προς εκείνους που θριάμβευσαν εναντίον του τυράννου και έγιναν κύριοι των παθών τους. Γιατί, αν είναι κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού [βλ. Ρωμ. 8,17: «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν(:αφού λοιπόν είμαστε παιδιά, είναι φυσικό να είμαστε και κληρονόμοι˙ κληρονόμοι του Θεού ως πατέρας μας, και συγκληρονόμοι του Χριστού ως αδελφού μας. Και γινόμαστε συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βεβαίως πάσχουμε μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξαστούμε μαζί Του)»] και μέτοχοι της θείας δόξας και βασιλείας Του, πώς δεν θα γίνουν και μέτοχοι της επί γης δόξας Του οι φίλοι του Χριστού; 
 
«Δεν σας αποκαλώ δούλους», λέγει ο Θεός, «αλλά εσείς είσθε φίλοι μου» [βλ. Ιω. 15,14-15: «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν. οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους, ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν(: Εσείς είστε φίλοι μου. Κι εγώ σας δείχνω την τέλεια και ανυπέρβλητη αγάπη μου θυσιάζοντας τη ζωή μου. Και θα εξακολουθείτε να είστε φίλοι μου, εάν κάνετε όσα εγώ σας ζητώ. Δεν σας ονομάζω πλέον δούλους, διότι ο δούλος χρησιμοποιείται ως απλό όργανο από τον κύριό του και δεν γνωρίζει ποιον σκοπό και ποιον λόγο έχει αυτό που θέλει να κάνει ο κύριός του, όταν του ζητά να εκτελέσει κάποια εντολή του. Σας ονόμασα φίλους, διότι όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου σας τα γνωστοποίησα· διότι σας θέλω συνεργάτες μου, για να συνεχίσετε με πλήρη επίγνωση το έργο μου)»[Ιω.15,14-15], θα τους στερήσουμε λοιπόν την τιμή που τους έχει δώσει η Εκκλησία; 
 
Πω πω θρασύ χέρι! Πω πω προκλητική γνώμη που αντιστρατεύεται στον Θεό και ενεργεί αντίθετα προς τα προστάγματά Του! Δεν προσκυνάς την εικόνα; Να μην προσκυνάς ούτε τον Υιό του Θεού, ο οποίος είναι εικόνα του αόρατου Θεού ζωντανή [βλ. Κολ. 1,15: «ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως(:Αυτός ο Υιός είναι εικόνα του αόρατου Θεού, ο οποίος δεν φαίνεται με τα σωματικά μας μάτια. Είναι πρωτότοκος, που δεν κτίσθηκε, αλλά γεννήθηκε από την ίδια την ουσία του Πατρός, πριν να δημιουργηθούν όλα τα κτίσματα)»] και χαρακτήρας απαράλλακτος. 
 
Προσκυνώ την εικόνα του Χριστού ως σαρκωμένου Θεού, της Δέσποινας όλων των ανθρώπων, της Θεοτόκου, ως μητέρας του Υιού του Θεού, των αγίων, ως φίλων του Θεού, οι οποίοι αντιστάθηκαν στην αμαρτία δίνοντας και το αίμα τους και μιμήθηκαν τον Χριστό χύνοντας το αίμα τους γι’ Αυτόν, ο Οποίος προηγουμένως είχε χύσει το δικό Του αίμα γι΄ αυτούς και για όσους πολιτεύθηκαν ακολουθώντας τα ίχνη Του. Αυτών τα κατορθώματα και τα πάθη ζωγραφίζω, επειδή με αυτά αγιάζομαι και καλλιεργείται ο ζήλος μου να τα μιμηθώ[Αυτή είναι η σωστή τοποθέτηση της έννοιας της προσκυνήσεως των άγιων εικόνων].Και αυτά τα σέβομαι και τα προσκυνώ· γιατί ο σεβασμός της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο, λέει ο Μέγας Βασίλειος[ Μ. Βασιλείου Περί του άγιου Πνεύματος, P.G. 32,149C]. 
 
Αν ανεγείρεις ναούς για τους αγίους του Θεού, τότε ύψωσε και τα τρόπαιά τους. Παλαιότερα δεν κτιζόταν ναός στο όνομα ανθρώπων, ούτε γιορταζόταν ο θάνατος των δικαίων, αλλά τον πενθούσαν, και όποιος άγγιζε νεκρό εθεωρείτο ακάθαρτος [Αριθμ. 19,11: «Ὁ ἁπτόμενος τοῦ τεθνηκότος πάσης ψυχῆς ἀνθρώπου ἀκάθαρτος ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας(:αυτός που αγγίζει το σώμα κάθε νεκρού ανθρώπου θα είναι νομικώς ακάθαρτος για επτά μέρες)»[Αριθμ.19,11], ακόμα και τον ίδιο τον Μωυσή αν άγγιζε. Τώρα όμως γιορτάζονται οι μνήμες των αγίων· πένθησαν το νεκρό σώμα του Ιακώβ [ Γέν. 50, 11-12: 
 
« Καὶ εἶδον οἱ κάτοικοι τῆς γῆς Χαναὰν τὸ πένθος ἐπὶ ἅλωνι Ἀτὰδ καὶ εἶπαν· πένθος μέγα τοῦτό ἐστι τοῖς Αἰγυπτίοις· διὰ τοῦτο ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Πένθος Αἰγύπτου, ὅ ἐστι πέραν τοῦ Ἰορδάνου. καὶ ἐποίησαν αὐτῷ οὕτως οἱ υἱοὶ αὐτοῦ(: και είδαν οι κάτοικοι της Χαναάν το μεγάλο και βαρύ πένθος όλου εκείνου του πλήθους στο αλώνι Ατάδ και είπαν: ”Αυτό είναι πένθος μεγάλο των Αιγυπτίων”. Για τον λόγο αυτόν ονομάστηκε ο τόπος εκείνος: “Πένθος Αιγύπτου”. Ο τόπος αυτός είναι στην ανατολική όχθη του Ιορδάνη. Και τα παιδιά του Ιακώβ έτσι έκαναν για τον νεκρό πατέρα τους)»], αλλά πανηγυρίζεται ο θάνατος του Στεφάνου. Ή λοιπόν κατάργησε και τις πανηγυρικές μνήμες των αγίων, που γίνονται αντίθετα προς τον παλαιό νόμο, ή επίτρεψε και τις εικόνες που είναι, όπως εσύ ισχυρίζεσαι, αντίθετες προς τον νόμο. 
 
Όμως είναι αδύνατο να μην γιορτάζουμε τις μνήμες των αγίων, γιατί αυτές προστάζει να γίνονται ο χορός των αγίων αποστόλων και των θεοφόρων πατέρων. Από τη στιγμή που ο Θεός Λόγος έγινε σάρκα και ομοιώθηκε εξ ολοκλήρου με εμάς, χωρίς αμαρτία, και ενώθηκε ασύγχυτα με την ανθρώπινη φύση και θέωσε αμετάβλητα τη σάρκα με την ασύγχυτη περιχώρηση της θεότητάς Του και της σάρκας Του, πραγματικά αγιασθήκαμε. Και από τη στιγμή που ο Υιός του Θεού και Θεός, ο Οποίος, ενώ ήταν απαθής κατά τη θεότητα, έπαθε κατά το ανθρώπινο πρόσλημμα και ξεπλήρωσε το δικό μας χρέος, χύνοντας για μας πολύτιμο και αξιοθαύμαστο λύτρο (γιατί το αίμα του Υιού κινεί το έλεος του Πατέρα και είναι σεβαστό από Αυτόν), πραγματικά ελευθερωθήκαμε. 
 
Και από τη στιγμή που, κατεβαίνοντας στον άδη στις ψυχές, που από αιώνες ήταν δεμένες σαν αιχμάλωτες, κήρυξε άφεση και σαν τυφλές που ήταν, τους ξανάδωσε το φως τους[Λουκά 4,19: «κηρῦξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, κηρῦξαι ἐνιαυτὸν Κυρίου δεκτόν(:Με έστειλε να κηρύξω άφεση και ελευθερία στους δούλους και αιχμάλωτους της αμαρτίας και να χαρίσω το φως σε εκείνους που έχουν τυφλωμένο τον νου τους από τον σκοτισμό των παθών. Με έστειλε να ελευθερώσω από κάθε ενοχή εκείνους που έχουν καταπληγωθεί και συντριβεί από την αμαρτία. Με έστειλε να κηρύξω και να αναγγείλω την έναρξη της νέας περιόδου, η οποία είναι αρεστή στον Θεό και επιθυμητή στους ανθρώπους˙ διότι την περίοδο αυτή πραγματοποιείται από τον Μεσσία η βουλή του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων)»], και, αφού έδεσε τον ισχυρό του άδη με την υπεροχή της δύναμής Του [Ματθ.12,29: «ἢ πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἁρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυρόν; καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει(:Ή – αν δεν σας πείθει η απόδειξη αυτή – σας ρωτώ: Πώς μπορεί κάποιος να μπει στο σπίτι του δυνατού διαβόλου και να αρπάξει τους δαιμονισμένους, που τους κατέχει σαν άψυχα σκεύη, εάν δεν κατανικήσει και δεν δέσει πρωτύτερα τον ισχυρό; Και τότε θα διαρπάσει το σπίτι του. Η δύναμη του διαβόλου λοιπόν όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με Εμένα, αλλά αντίθετα κατανικήθηκε και εκμηδενίστηκε από τη δύναμή μου)»], ανέστησε τη σάρκα που γι΄ Αυτόν πήρε από μας, κάνοντάς την άφθαρτη, γίναμε πραγματικά άφθαρτοι. 
 
Από τη στιγμή επίσης που γεννηθήκαμε μέσω του ύδατος και του Πνεύματος [Ιω.3,5: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(:Αληθινά, αληθινά σου λέω ό,τι εάν δεν γεννηθεί κανείς πνευματικά από το νερό του αγίου Βαπτίσματος και από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο αοράτως με το νερό αυτό αναγεννά τον άνθρωπο, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού)»], πραγματικά υιοθετηθήκαμε και γίναμε κληρονόμοι του Θεού [βλ. Ρωμ.8,17: «Εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν(:Αφού λοιπόν είμαστε παιδιά, είναι φυσικό να είμαστε και κληρονόμοι˙ κληρονόμοι του Θεού ως πατέρα μας, και συγκληρονόμοι του Χριστού ως αδελφού μας. Και γινόμαστε συγκληρονόμοι του Χριστού, αν βεβαίως πάσχουμε μαζί με Αυτόν, έτσι ώστε και να δοξαστούμε μαζί Του)»]. Γι΄αυτό ο Παύλος τους πιστούς τους ονομάζει αγίους. Γι’ αυτό δεν πενθούμε, αλλά γιορτάζουμε τον θάνατο των αγίων. Γι’ αυτό δεν βρισκόμαστε κάτω από την κυριαρχία του νόμου, αλλά της χάριτος [Ρωμ.6,14: «Ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει· οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν(:Και μπορείτε να το κατορθώσετε αυτό, διότι η αμαρτία δεν θα σας κυριεύσει. Διότι δεν είστε πλέον κάτω από την εξουσία του νόμου, που πρόσταζε το ορθό και το δίκαιο, δεν έδινε όμως και την ενίσχυση προκειμένου να το κατορθώσει κανείς αυτό. Αλλά είστε τώρα μέσα στην εξουσία της χάριτος, η οποία και μας συγχωρεί για όσα κακά κάναμε στο παρελθόν, ενώ παράλληλα μας ενισχύει και μας ασφαλίζει για να βαδίζουμε τον δρόμο της αγιότητος)»], επειδή δικαιωθήκαμε με την πίστη [Ρωμ.5,1:«Δικαιωθέντες οὖν ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ(:Αφού λοιπόν γίναμε δίκαιοι μέσω της πίστεως, έχουμε ειρήνη με τον Θεό διαμέσου της μεσιτείας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού)»] και γνωρίσαμε τον μόνο αληθινό Θεό – για τον δίκαιο δεν υπάρχει νόμος[Α΄Τιμ.1,9: «εἰδὼς τοῦτο, ὅτι δικαίῳ νόμος οὐ κεῖται, ἀνόμοις δὲ καὶ ἀνυποτάκτοις, ἀσεβέσι καὶ ἁμαρτωλοῖς, ἀνοσίοις καὶ βεβήλοις, πατρολῴαις καὶ μητρολῴαις, ἀνδροφόνοις (:Ας γνωρίζει λοιπόν αυτό όποιος χρησιμοποιεί τον νόμο, ότι δηλαδή ο νόμος δεν ορίστηκε ούτε είναι αναγκαίος για τον δίκαιο· διότι αυτός έχει οδηγό του τον έμφυτο ηθικό νόμο, που φυσικά είναι γραμμένος στην καρδιά του. Ο νόμος ορίστηκε για τους άνομους και τους ανυπότακτους, για τους ασεβείς και αμαρτωλούς, για εκείνους που δεν έχουν ιερό και όσιο και βεβηλώνουν τα πάντα, για όσους κακοποιούν και σκοτώνουν τον πατέρα τους και τη μητέρα τους, για τους φονιάδες)»]-, δεν είμαστε υποδουλωμένοι σαν νήπια στα στοιχεία του νόμου, αλλά, αφού γίναμε άνδρες ώριμοι [Εφ.4,13: «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ(:μέχρι να φθάσουμε να έχουμε όλοι μία και την ίδια αληθινή πίστη και τέλεια γνώση του Υιού του Θεού και να προοδεύσουμε πνευματικά, έως ότου γίνουμε ένας τέλειος άνθρωπος˙ και να αποκτήσουμε το μέτρο της πνευματικής ωριμότητος και τελειότητος του Χριστού, δηλαδή να έχουμε πλήρεις τις δωρεές και την πνευματική τελειότητά Του)»], τρεφόμαστε με στέρεη τροφή, όχι με εκείνη που οδηγεί προς την ειδωλολατρία. Ο νόμος είναι καλός γιατί φωτίζει σαν λυχνάρι [ Ψαλμ. 118,105: «Λύχνος τοῖς ποσί μου ὁ νόμος σου καὶ φῶς ταῖς τρίβοις μου(:Ο νόμος είναι φως που με καθοδηγεί για να πολιτεύομαι ορθά και απρόσκοπτα, όπως και ο λύχνος φωτίζει τον καιρό της νύκτας να μην σκοντάφτουν τα πόδια μου. Το θείο Σου αυτό λυχνάρι είναι φως που φωτίζει τις οδούς της ζωής μου)»] σε τόπο κακοτράχηλο, αλλά μέχρι να φωτίσει η ημέρα˙ ήδη όμως ανέτειλε ήλιος στις καρδιές μας και ζωντανό νερό της θεογνωσίας κάλυψε τις θάλασσες των εθνών και όλοι γνωρίσαμε τον Κύριο. 
 
Πέρασαν τα παλαιά, να, όλα έγιναν καινούργια [ Β΄Κορ. 5,17: «ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις· τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε καινὰ τὰ πάντα (:αλλά εφόσον πεθάναμε μαζί με τον Χριστό, αυτό σημαίνει ότι καθένας που είναι ενωμένος με Αυτόν είναι νέο δημιούργημα. Η αρχαία κατάσταση, την οποία είχε δημιουργήσει ο μωσαϊκός νόμος και η αμαρτία, πέρασε. Ιδού, έχουν γίνει όλα νέα)»]. Λέει λοιπόν ο θείος απόστολος στον Πέτρο, τον πρωτοκορυφαίο των αποστόλων: «Εάν εσύ, ενώ είσαι Ιουδαίος, ζεις ως εθνικός και όχι ως Ιουδαίος, γιατί αναγκάζεις τους εθνικούς να ζουν σαν Ιουδαίοι;» [ Γαλ. 2,14: «ἀλλ᾿ ὅτε εἶδον ὅτι οὐκ ὀρθοποδοῦσι πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, εἶπον τῷ Πέτρῳ ἔμπροσθεν πάντων· εἰ σὺ Ἰουδαῖος ὑπάρχων ἐθνικῶς ζῇς καὶ οὐκ ἰουδαϊκῶς, τί τὰ ἔθνη ἀναγκάζεις ἰουδαΐζειν; (: εγώ όμως όταν είδα ότι δεν βαδίζουν σωστά, σύμφωνα με την αλήθεια του Ευαγγελίου, είπα στον Πέτρο μπροστά σε όλους: Εάν εσύ, ενώ είσαι γεννημένος Ιουδαίος, τώρα που έγινες μαθητής του Χριστού ζεις και συμπεριφέρεσαι όπως οι εθνικοί Χριστιανοί και όχι όπως οι Ιουδαίοι, γιατί με αυτό που κάνεις τώρα αναγκάζεις τους εθνικούς Χριστιανούς να ακολουθούν τα έθιμα και τις παραδόσεις των Ιουδαίων;)»]. 
 
Προς τους Γαλάτες πάλι γράφει: «Πληροφορώ κάθε άνθρωπο που περιτέμνεται ότι είναι υποχρεωμένος να τηρήσει ολόκληρο τον νόμο»[Γαλ. 5,3: «Μαρτύρομαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ ὅτι ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι (: Δίνω και πάλι βεβαίωση ενώπιον του Θεού σε κάθε άνθρωπο που περιτέμνεται, ότι έχει την υποχρέωση να τηρεί όλο τον νόμο, αφού με την περιτομή που κάνει, προτιμά τη δικαίωση μέσω του νόμου από τη δικαίωση που δίνει ο Χριστός)». 
 
22. Στα παλιά τα χρόνια, επειδή δεν γνωρίζαμε τον Θεό, δουλεύαμε σε θεούς που δεν ήταν εκ φύσεως θεοί· τώρα όμως που γνωρίσαμε τον Θεό, ή καλύτερα που μας γνώρισε ο ίδιος ο Θεός, πώς να επιστρέψουμε πάλι στα ανίσχυρα και φτωχά στοιχεία; [ Γαλ. 4, 8-9: «Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ φύσει οὖσι θεοῖς· νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε;(: αλλά βέβαια τότε που ήσασταν στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας, επειδή δεν γνωρίζετε τον Θεό, είχατε υποδουλωθεί σε θεούς που δεν είναι πραγματικοί. Τώρα όμως που γνωρίσατε τον αληθινό Θεό, ή για να πω καλύτερα, τώρα που σας γνώρισε ο Θεός ως παιδιά Του, πώς επιστρέφετε πάλι στη στοιχειώδη και ατελή θρησκευτική διδασκαλία, που είναι φτωχή, αδύνατη και ανίκανη να σας σώσει; Και θέλετε να υποδουλωθείτε σε αυτήν πάλι τώρα απ’ την αρχή, όπως παλαιότερα;)»]. Είδα τη μορφή του Θεού την ανθρώπινη «και σώθηκε η ψυχή μου» [:Γέν. 32, 30: «καὶ ἐκάλεσεν Ἰακὼβ τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Εἶδος Θεοῦ· εἶδον γὰρ Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή(: τότε αντιλήφθηκε ο Ιακώβ Ποιος ήταν Εκείνος με τον Οποίο πάλεψε, και γεμάτος ευγνωμοσύνη δοξάζει και ευχαριστεί τον Θεό. Για τον λόγο αυτόν ονόμασε τον τόπο εκείνον “Εμφάνιση Θεού”, διότι είπε: “Είδα τον Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο και όμως δεν πέθανα, αλλά εξακολουθώ να ζω! Μεγάλη η συγκατάβαση του Θεού”)». Βλέπω την εικόνα του Θεού όπως την είδε ο Ιακώβ, αν και διαφορετικά στη μια και διαφορετικά στην άλλη περίπτωση· γιατί εκείνος είδε την άυλη μορφή Του, που προμήνυε το μελλοντικό γεγονός, με τα άυλα μάτια του νου, ενώ εγώ βλέπω την εικόνα που ζωντανεύει σαν φωτιά τη μνήμη του Θεού που έγινε ορατός με τη σάρκα. Η σκιά των αποστόλων και τα σουδάρια και τα μαντήλια απομάκρυναν τις αρρώστιες και φυγάδευαν τα δαιμόνια˙ πώς λοιπόν να μη δοξάζεται η σκιά και η εικόνα των αγίων; Ή κατάργησε την προσκύνηση κάθε ύλης, ή μη καινοτομείς ούτε να μετακινείς όρια αιώνια που έθεσαν οι πατέρες σου [ Παροιμ. 22,28: «Μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες σου(: Μην μετατοπίζεις τα αιώνια και παμπάλαια σύνορα των κτημάτων ή οικοπέδων, τα οποία όρισαν και κανόνισαν οι πρόγονοί σου. Μην μεταβάλλεις και μη νοθεύεις τις ιερές σου παραδόσεις και μην εγκαταλείπεις ούτε να αλλάζεις τα αγνά ήθη των προγόνων σου)»] 
 
23. Δεν παρέδωσαν μόνο γραπτώς την εκκλησιαστική θεσμοθεσία, αλλά και με μερικές άγραφες παραδόσεις. Λέει λοιπόν ο θεσπέσιος Μέγας Βασίλειος στο εικοστό έβδομο από τα τριάντα κεφάλαια Περί του αγίου Πνεύματος, που απευθύνονται προς τον Αμφιλόχιο, κατά λέξη τα εξής: «Από τα δόγματα και τις διδασκαλίες που φυλάγονται στην Εκκλησία, άλλα τα έχουμε από τη γραπτή διδασκαλία, και άλλα από την παράδοση των αποστόλων, που μας παραδόθηκαν και τα παραλάβαμε με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, που και τα δύο έχουν το ίδιο κύρος για την ευσέβεια. Κανείς λοιπόν να μη αντιλέγει σε αυτά, έστω και αν έχει μικρή πείρα των εκκλησιαστικών θεσμών γιατί, αν επιχειρούσαμε να απορρίψουμε όλες τις παραδόσεις μας που δεν περιέχονται στην Αγία Γραφή, επειδή τάχα δεν έχουν μεγάλη ισχύ, θα κάναμε λάθος ζημιώνοντας το Ευαγγέλιο στα πιο καίρια σημεία του»[Μ. Βασιλείου, Περί του αγίου Πνεύματος, P.G. 32,188A].Αυτά τα λόγια είναι του Μεγάλου Βασιλείου. 
 
Από πού άλλωστε γνωρίζουμε τον άγιο τόπο του κρανίου[Ματθ.27,33: «Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ, ὅ ἐστι λεγόμενος κρανίου τόπος(:και αφού ήλθαν σε κάποιον τόπο που λεγόταν Γολγοθάς, όνομα που σημαίνει τόπος κρανίου)»], τον Γολγοθά, το μνήμα της ζωής; Δεν το παρέλαβαν τα παιδιά από τους πατέρες τους αγράφως; Γιατί, το ότι ο Κύριος σταυρώθηκε στον τόπο του κρανίου και θάφτηκε σε μνήμα που το σκάλισε ο Ιωσήφ στον βράχο, είναι γραμμένο[Ματθ.27,33-60], το ότι όμως αυτά είναι εκείνα που προσκυνούμε τώρα, τα γνωρίζουμε από άγραφη παράδοση, και πολλά αλλά παρόμοια με αυτά. Από πού ξέρουμε την τριπλή κατάδυση στο βάπτισμα; Από πού την συνήθεια να προσευχόμαστε στραμμένοι προς την Ανατολή; Από πού την παράδοση των μυστηρίων; Γι’ αυτό και ο θεσπέσιος απόστολος Παύλος λέει: «Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾿ ἐπιστολῆς ἡμῶν(: Άρα λοιπόν, αδελφοί, σύμφωνα με όσα σας είπαμε, να μένετε αμετακίνητοι και να κρατάτε τις παραδόσεις που διδαχθήκατε είτε με τον προφορικό μας λόγο, είτε με επιστολή μας)»[Β΄Θεσ.2,15]. 
 
Αφού λοιπόν πολλά και τόσο σημαντικά παραδόθηκαν στην Εκκλησία αγράφως και φυλάχθηκαν μέχρι τώρα, γιατί λεπτολογείς για τις εικόνες; 
 
24. Οι ρήσεις λοιπόν της Γραφής και των πατέρων που αναφέρεις δεν καταδικάζουν την προσκύνηση των δικών μας εικόνων, αλλά των ειδωλολατρών που τις θεοποιούν. Δεν πρέπει λοιπόν, εξαιτίας της καταχρήσεως των εθνικών, να καταργήσουμε και τη δική μας προσκύνηση που γίνεται με ευσέβεια. Εξορκίζουν οι μάγοι και οι γόητες, εξορκίζει και η Εκκλησία τους κατηχουμένους, αλλά εκείνοι βέβαια επικαλούμενοι δαίμονες, ενώ η Εκκλησία τον Θεό εναντίον των δαιμόνων. Οι ειδωλολάτρες αφιερώνουν τις εικόνες στους δαίμονες και τις αποκαλούν θεούς, ενώ εμείς τις αφιερώνουμε στον αληθινό Θεό, που σαρκώθηκε, και στους δούλους[Η έννοια της λέξεως «δούλος» εδώ αναφέρεται στη σχέση του ανθρώπου ως κτίσματος προς τον κτίστη Θεό και δεν σημαίνει εκείνους που δουλικά δέχονται τις εντολές του Θεού] και φίλους του Θεού [Ιω. 15,14: «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν(: Εσείς είστε φίλοι μου. Κι εγώ σας δείχνω την τέλεια και ανυπέρβλητη αγάπη μου θυσιάζοντας τη ζωή μου. Και θα εξακολουθείτε να είστε φίλοι μου, εάν κάνετε όσα εγώ σας ζητώ)»], που απομακρύνουν τα στίφη των δαιμόνων. 
 
25. Εάν πάλι ισχυρίζεσαι ότι ο θείος και θαυμάσιος Επιφάνιος[Πρόκειται για τον επίσκοπο Σαλαμίνας Κύπρου(315-403), ο οποίος φέρεται ότι έγραψε μεταξύ άλλων και ένα έργο εναντίον των αγίων εικόνων, τη γνησιότητα του οποίου αμφισβητεί εδώ ο Ιερός Δαμασκηνός] τις απαγόρευσε κατηγορηματικά, πρώτον είναι ενδεχόμενο να είναι ο λόγος του νόθος και πλαστός, να είναι δηλαδή κόπος άλλου και να έχει την επωνυμία άλλου, πράγμα που πολλοί συνηθίζουν να κάνουν. Δεύτερον, γνωρίζουμε ότι ο μακάριος Αθανάσιος απαγόρευσε να τοποθετούν τα λείψανα των αγίων σε λειψανοθήκες, ή μάλλον διέταξε να τα θάβουν στη γη, επειδή ήθελε να καταργήσει την άτοπη συνήθεια των Αιγυπτίων, οι οποίοι δεν έθαβαν τους νεκρούς τους, αλλά τους τοποθετούσαν σε κρεβάτια και φορεία. Ίσως και ο μέγας Επιφάνιος, θέλοντας να διορθώσει κάτι τέτοιο, νομοθέτησε να μην κατασκευάζουν εικόνες, εάν βέβαια δεχθούμε ότι είναι δικός του ο λόγος· γιατί, ότι σκοπός του δεν ήταν να τις απομακρύνει, το μαρτυρεί η εκκλησία του ιδίου του θεσπέσιου Επιφανίου, που μέχρι σήμερα είναι στολισμένη με εικόνες. 
 
Τρίτον, το σπάνιο δεν μπορεί να γίνει νόμος στην Εκκλησία, ούτε ένα χελιδόνι φέρνει την άνοιξη, όπως και ο Γρηγόριος ο θεολόγος[Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 39, P.G.36,352] δέχεται και η αλήθεια είναι ότι ούτε ένας λόγος είναι σε θέση να ανατρέψει την παράδοση όλης της Εκκλησίας, από τα πέρατα της γης μέχρι τα πέρατα αυτής. 
 
26. Να δέχεσαι λοιπόν το πλήθος των γραφικών και πατερικών ρήσεων, που, αν και η Γραφή λέγει: «τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν, ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων (: τα είδωλα που λατρεύουν οι εθνικοί είναι μεν αργυρά και χρυσά, όμως δεν παύουν να είναι μέταλλα άψυχα, τα οποία επεξεργάστηκαν και τους προσέδωσαν τη μορφή των ειδώλων ανθρώπινα χέρια)» [Ψαλμ.113,12], όμως δεν απαγορεύει την προσκύνηση άψυχων ή χειροποίητων έργων, αλλά των εικόνων των δαιμόνων. 
 
27. Ότι βέβαια οι προφήτες προσκύνησαν αγγέλους και ανθρώπους και βασιλείς και ασεβείς και ράβδο, έχει λεχθεί· λέει επίσης και ο Δαβίδ: «Ὑψοῦτε Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ προσκυνεῖτε τῷ ὑποποδίῳ τῶν ποδῶν αὐτοῦ, ὅτι ἅγιός ἐστι(: Κατανοήστε λοιπόν το ύψος του Κυρίου και αντάξια προς το ύψος αυτό δοξολογείτε Κύριο τον Θεό μας και προσκυνείτε με ευλάβεια τον τόπο μέσα στον Ναό της Σιών, επάνω στον οποίο πατούν οι πόδες Του, διότι είναι αυτός τόπος ιερός και άγιος)»[Ψαλμ.98,5]· [«Υποπόδιο» είναι το στήριγμα που έβαζαν κάτω από τα πόδια τους]. Ο Ησαΐας εξ ονόματος του Θεού λέει: «Ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι; καὶ ποῖος τόπος τῆς καταπαύσεώς μου;(: ο ουρανός ολόκληρος είναι θρόνος μου, ενώ η γη είναι στήριγμα κάτω από τα πόδια μου. Ποιο λοιπόν οίκο θα οικοδομήσετε για Εμένα, ικανό να με περιλάβει; Και ποιος τόπος είναι κατάλληλος για να αναπαυθώ;)»[ Ησ. 66,1]. Ο ουρανός και η γη στον καθένα είναι φανερό ότι είναι κτίσματα. Και ο Μωυσής επίσης και ο Ααρών μαζί με όλο τον λαό προσκύνησαν χειροποίητα πράγματα. 
 
Λέει λοιπόν ο Παύλος, ο χρυσός μελωδός (τέττιξ) της Εκκλησίας στην προς Εβραίους επιστολή: «Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ᾿ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως(: Αντίθετα ο Χριστός ήλθε ως αρχιερεύς των μελλοντικών αγαθών, των αγαθών δηλαδή της Καινής Διαθήκης. Και εισήλθε στα επουράνια Άγια των Αγίων μέσα από μια ανώτερη και τελειότερη σκηνή, που δεν κατασκευάστηκε από χέρια ανθρώπων. Δηλαδή δεν εισήλθε μέσα από μια επίγεια σκηνή, όπως ήταν η Σκηνή του Μαρτυρίου, αλλά δεδομένου ότι το σώμα Του ήταν η σκηνή και κατοικία του Θεού Λόγου, ασυγκρίτως ανώτερη και τελειότερη, εισήλθε μέσα από τη σκηνή αυτή του σώματός Του. Ακριβώς μάλιστα το σώμα Του αυτό, επειδή συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, δεν προερχόταν από την κτίση αυτή, αλλά από νέα πνευματική κτίση)»[ Εβρ.9,11]· και πάλι ο Χριστός δεν εισήλθε σε χειροποίητα άγια, αντίγραφα των αληθινών, αλλά στον ουρανό: «Οὐ γὰρ εἰς χειροποίητα Ἅγια εἰσῆλθεν ὁ Χριστός, ἀντίτυπα τῶν ἀληθινῶν, ἀλλ᾿ εἰς αὐτὸν τὸν οὐρανόν, νῦν ἐμφανισθῆναι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ ἡμῶν(: διότι ο Χριστός δεν μπήκε σε Άγια Αγίων που έκτισαν άνθρωποι και αποτελούν απομίμηση και εικόνα των αληθινών Αγίων˙ αλλά μπήκε στον ίδιο τον ουρανό, για να παρουσιαστεί τώρα μπροστά στο πρόσωπο του Θεού και να πρεσβεύει για μας)»[Εβρ.9,24]. Ώστε τα προηγούμενα άγια και η σκηνή και όλα όσα υπήρχαν μέσα σε αυτήν ήταν χειροποίητα, και ότι τα προσκυνούσαν κανείς δεν αντιλέγει. 
 
Μαρτυρίες παλαιών και δοκίμων Πατέρων περί των ιερών εικόνων. 
 
[Στο εξής ο ιερός Δαμασκηνός παραθέτει και σχολιάζει μαρτυρίες παλαιότερών του δοκίμων πατέρων για τις ιερές εικόνες· βλ. Migne, P. G. 94,1260A] 
 
28. Του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη από την επιστολή προς Τίτον: 
 
«Χρή τοιγαροῦν καὶ ἡμᾶς ἀντὶ τῆς δημώδους περὶ αὐτῶν ὑπολήψεως εἴσω τῶν ἱερῶν συμβόλων ἱεροπρεπῶς διαλαβεῖν καὶ μηδὲ ἀτιμάζειν αὐτὰ τῶν θείων ὄντα χαρακτήρων ἔκγονα καὶ ἀποτυπώματα καὶ εἰκόνας ἐμφανεῖς τῶν ἀπορρήτων καὶ ὑπερφυῶν θεαμάτων (:Πρέπει λοιπόν και εμείς, αντί να έχουμε την απλοϊκή γι’ αυτά τα πράγματα αντίληψη, να διεισδύσουμε ιεροπρεπώς στο βαθύτερο νόημα των ιερών συμβόλων και να μην ατιμάζουμε αυτά που είναι καρποί και αποτυπώσεις και φανερές εικόνες των άγνωστων και υπερφυσικών θεαμάτων)». 
 
29. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:)Πρόσεξε ότι είπε να μην ατιμάζουμε τις εικόνες των αγίων. 
 
30. Επίσης του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, από το σύγγραμμά του «Περί θείων ονομάτων»: 
 
«Ταύτης καὶ ἡμεῖς μεμυήμεθα· νῦν μὲν ἀναλόγως ἡμῖν διὰ τῶν ἱερῶν παραπετασμάτων τῆς τῶν λογίων καὶ ἱεραρχικῶν παραδόσεων φιλανθρωπίας αἰσθητοῖς τὰ νοητὰ καὶ τοῖς οὖσι τὰ ὑπερούσια περικαλυπτούσης καὶ μορφὰς καὶ τύπους τοῖς ἀμορφώτοις τε καὶ ἀτυπώτοις περιτιθείσης καὶ τὴν ὑπερφυᾶ καὶ ἀσχημάτιστον ἁπλότητα τῇ ποικιλίᾳ τῶν μεριστῶν συμβόλων πληθυούσης τε καὶ διαπλαττούσης(:Σ’ αυτήν έχουμε μυηθεί και εμείς· τώρα δηλαδή ανάλογα με τη δυνατότητά μας, κατανοούμε τα θεία πράγματα μέσα από τα ιερά παραπετάσματα της φιλανθρωπίας των λογίων και ιεραρχικών παραδόσεων, η οποία καλύπτει τα νοητά με τα αισθητά και τα υπερούσια με αυτά που υπάρχουν, και δίνει μορφές και τύπους σε αυτά που είναι χωρίς μορφή και τύπο, και με την ποικιλία των επί μέρους συμβόλων πληθύνει και διαπλάθει την υπερφυσική και ασχημάτιστη απλότητα)». 
 
31. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:) Εάν είναι πράξη φιλανθρωπίας το να δίνει κανείς μορφές και τύπους σε αυτά που είναι ατύπωτα και αμορφοποίητα και στα απλά και ασχημάτιστα, ανάλογα προς τις δικές μας προσλαμβάνουσες παραστάσεις, πώς να μη εικονίσουμε, ανάλογα προς τη δική μας αντιληπτική ικανότητα, αυτά που έγιναν ορατά με μορφές και σχήματα, για να διατηρούμε τη μνήμη τους και από τη μνήμη να παρακινούμαστε προς μίμηση; 
 
32. Του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, από το σύγγραμμά του «Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας»: 
 
«Ἀλλ’ αἱ μὲν ὑπὲρ ἡμᾶς οὐσίαι καὶ τάξεις, ὧν ἤδη μνήμην ἱερὰν ἐποιησάμην, ἀσώματοί τέ εἰσι, καὶ νοητὴ καὶ ὑπερκόσμιός ἐστιν ἡ κατ’ αὐτὰς ἱεραρχία. Τὴν καθ’ ἡμᾶς δὲ ὁρῶμεν ἀναλόγως ἡμῖν αὐτοῖς τῇ τῶν αἰσθητῶν συμβόλων ποικιλίᾳ πληθυνομένην, ὑφ’ ὧν ἱεραρχικῶς ἐπὶ τὴν ἑνοειδῆ θέωσιν ἐν συμμετρίᾳ τῇ καθ’ ἡμᾶς ἀναγόμεθα θεόν τε καὶ θείαν ἀρετήν, αἱ μὲν ὡς νόες νοοῦσιν κατὰ τὸ αὐταῖς θεμιτόν, ἡμεῖς δὲ αἰσθηταῖς εἰκόσιν ἐπὶ τὰς θείας, ὡς δυνατόν, ἀναγόμεθα θεωρίας (:Αλλά οι ουσίες και οι τάξεις που βρίσκονται πάνω από μας, τις οποίες μνημόνευσα ήδη με τρόπο ιερό, είναι ασώματες και η μεταξύ τους ιεράρχηση είναι νοητή και υπερκόσμια. 
 
Τη δική μας όμως ιεραρχία τη βλέπουμε, ανάλογα με τη δυνατότητά μας, να πληθύνεται με την ποικιλία των αισθητών συμβόλων, με τα οποία ιεραρχικώς αναγόμαστε στην ενιαία θέωση, στον Θεό δηλαδή και στη θεία αρετή, συμμετρικά προς τα δικά μας. Οι νοερές βέβαια τάξεις κατανοούν όσο επιτρέπεται σε αυτές, ενώ εμείς με αισθητές εικόνες αναγόμαστε στις θείες θεωρίες, όσο είναι δυνατό)». 
 
33. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:) Εφόσον λοιπόν ανάλογα με τις δυνάμεις μας αναγόμαστε με αισθητές εικόνες στη θεϊκή και άυλη θεωρία και η θεία πρόνοια από φιλανθρωπία, για τη δική μας χειραγωγία, περιβάλλει με τύπους και σχήματα τα ασχημάτιστα και ατύπωτα, γιατί είναι απρεπές να εικονίζουμε, ανάλογα με τη δική μας φύση, Εκείνον που καταδέχτηκε να πάρει και σχήμα και μορφή και από φιλανθρωπία για μας να γίνει ορατός ως άνθρωπος με τρόπο φυσικό; 
 
Παράδοση που μας έρχεται από πολύ παλιά, αναφέρει ότι ο Αύγαρος, ο βασιλιάς της Έδεσσας, από τη φήμη του Κυρίου πυρπολήθηκε με θείο έρωτα και έστειλε πρέσβεις να τον παρακαλέσουν να τον επισκεφθεί. Εάν όμως αρνιόταν να κάνει αυτό, τους πρόσταξε να κάνουν το ομοίωμά Του σε ζωγράφο. Επειδή το γνώριζε αυτό Εκείνος, που γνωρίζει τα πάντα και όλα τα μπορεί, πήρε ένα πανί και τοποθετώντας το στο πρόσωπό Του, αποτύπωσε σε αυτό τη μορφή Του και αυτό σώζεται μέχρι σήμερα[:εδώ ο Ιερός Δαμασκηνός αναφέρεται στο άγιο Μανδήλιο της Έδεσσας, όπου κατά την παράδοση έχει αποτυπωθεί το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού]. 
 
34. Του αγίου Βασιλείου από τον λόγο του στον Μακάριο Βαρλαάμ τον μάρτυρα, του οποίου λόγου η αρχή είναι προηγουμένως οι θάνατοι των αγίων: 
 
«Ἀνάστητέ μοι νῦν, ὦ λαμπροὶ τῶν ἀθλητικῶν κατορθωμάτων ζωγράφοι, τὴν τοῦ στρατηγοῦ κολοβωθεῖσαν εἰκόνα ταῖς ὑμετέραις μεγαλύνατε τέχναις· Ἀμαυρότερον παρ’ ἐμοῦ τὸν στεφανίτην γραφέντα τοῖς τῆς ὑμετέρας σοφίας περιλάμψατε χρώμασιν. Ἀπέλθω τῇ τῶν ἀριστευμάτων τοῦ μάρτυρος παρ’ ὑμῶν νενικημένος γραφῇ· χαίρω τὴν τοιαύτην τῆς ὑμετέρας ἰσχύος σήμερον ἡττώμενος νίκην· ἴδω τῆς χειρὸς πρὸς τὸ πῦρ ἀκριβέστερον παρ’ ὑμῶν γραφομένην τὴν πάλην· ἴδω φαιδρότερον ἐπὶ τῆς ὑμετέρας τὸν παλαιστὴν γεγραμμένον εἰκόνος. Κλαυσάτωσαν δαίμονες καὶ νῦν ταῖς τοῦ μάρτυρος ἐν ὑμῖν ἀριστείαις πληττόμενοι. Φλεγομένη πάλιν αὐτοῖς ἡ χεὶρ καὶ νικῶσα δεικνύσθω. Ἐγγραφέσθω τῷ πίνακι καὶ ὁ τῶν παλαισμάτων ἀγωνοθέτης Χριστός, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας (:Σηκωθείτε τώρα, εξαίρετοί μου ζωγράφοι των αθλητικών κατορθωμάτων και με τις τέχνες σας δώστε μεγαλοπρέπεια στην παραμορφωμένη εικόνα του στρατηγού˙ επειδή εγώ περιέγραψα αμυδρά τον στεφανωμένο με τη νίκη, δώστε του εσείς τη λάμψη που του πρέπει με τα χρώματα της σοφίας σας. Θα αποχωρήσω εγώ ηττημένος από τη δική σας παράσταση των κατορθωμάτων του μάρτυρα. Χαίρομαι που σήμερα ηττώμαι από μια τέτοια νίκη της δικής σας δυνάμεως.Βλέπω ζωγραφισμένη από σας με περισσότερη ακρίβεια την πάλη του χεριού με τη φωτιά. Βλέπω πιο φωτεινά τον παλαιστή ζωγραφισμένο στη δική σας εικόνα. Ας κλάψουν οι δαίμονες και τώρα που χάρη σε σας πλήττονται από τα αριστεία του μάρτυρα. Ας επιδειχθεί και πάλι σε αυτούς το χέρι που καίεται και νικά. Ας ζωγραφισθεί στην εικόνα και ο αγωνοθέτης της πάλης Χριστός, στον οποίο ανήκει η δόξα αιώνια)». 
 
35. Επίσης του Μεγάλου Βασιλείου, από τα τριάντα κεφάλαια προς Αμφιλόχιον Περί του αγίου Πνεύματος (από το κεφάλαιο 17): 
 
«Ὅτι βασιλεὺς λέγεται καὶ ἡ τοῦ βασιλέως εἰκών, καὶ οὐ δύο βασιλεῖς· οὔτε γὰρ τὸ κράτος σχίζεται οὔτε ἡ δόξα διαμερίζεται. Ὡς γὰρ ἡ κρατοῦσα ἡμῶν ἀρχὴ καὶ ἐξουσία μία, οὕτως καὶ ἡ παρ’ ἡμῶν δοξολογία μία καὶ οὐ πολλαί, διότι ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει. Ὃ οὖν ἐστιν ἐνταῦθα μιμητικῶς ἡ εἰκών, τοῦτο ἐκεῖ φυσικῶς ὁ υἱός. Καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῶν τεχνητῶν κατὰ τὴν μορφὴν ἡ ὁμοίωσις, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς θείας καὶ ἀσυνθέτου φύσεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς θεότητός ἐστιν ἡ ἕνωσις(:Επειδή και η εικόνα του βασιλιά λέγεται βασιλιάς, δεν υπάρχουν δυο βασιλείς· γιατί ούτε το κράτος διαιρείται, ούτε η δόξα μοιράζεται. Όπως λοιπόν η αρχή και η εξουσία που μας κυβερνά είναι μία, έτσι και σε εμάς η δοξολογία είναι μία και όχι πολλές, γιατί η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο. Αυτό λοιπόν που εδώ είναι η εικόνα κατ΄ απομίμηση, εκεί είναι φυσικώς ο Υιός. Και όπως τα τεχνητά πράγματα η ομοίωση αναφέρεται στη μορφή, έτσι και στη θεία και ασύνθετη φύση η ένωση υπάρχει στην κοινωνία της θεότητας)». 
 
36. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:) Αν η εικόνα του βασιλιά είναι ο βασιλιάς, και η εικόνα του Χριστού είναι ο Χριστός και η εικόνα του αγίου είναι ο άγιος, και ούτε το κράτος διαιρείται ούτε η δόξα μοιράζεται, αλλά η δόξα της εικόνας γίνεται δόξα του εικονιζόμενου. Οι δαίμονες φοβούνται τους αγίους και φεύγουν από τη σκιά τους· σκιά όμως είναι και η εικόνα και την κατασκευάζω ως διώκτρια των δαιμόνων. Αν όμως ισχυρίζεσαι ότι πρέπει μόνο νοερά να ενώνεσαι με το Θεό, κατάργησε όλα τα υλικά, τα φώτα, το ευωδιαστό θυμίαμα, την ίδια την προσευχή που γίνεται με τη φωνή, τα ίδια τα θεία μυστήρια που τελούνται με υλικά στοιχεία, τον άρτο, τον οίνο, το λάδι του χρίσματος, το σχήμα του σταυρού. Γιατί όλα αυτά είναι ύλη· ο σταυρός, το σφουγγάρι και το καλάμι, η λόγχη που τρύπησε τη ζωηφόρο πλευρά.Ή κατάργησε λοιπόν τον σεβασμό όλων αυτών, πράγμα αδύνατο, ή μην αρνείσαι ούτε την τιμή των εικόνων. 
 
Δίνεται θεία χάρη στα υλικά στοιχεία με την προσαγόρευση των εικονιζόμενων. Όπως είναι φτωχό το κογχύλι καθεαυτό [:το θαλασσινό κογχύλι που αναφέρει εδώ ο ιερός συγγραφέας ήταν εκείνο από το οποίο παραγόταν το βαθύ κόκκινο χρώμα με το οποίο έβαφαν τις πολυτελείς βασιλικές αλουργίδες.] και το μετάξι και το ιμάτιο που υφαίνεται και από τα δύο, και δεν έχει καμιά αξία καθεαυτό, αν όμως το φορέσει ο βασιλιάς, από την αξία που υπάρχει σε αυτόν που το φοράει, δίνεται και στο ένδυμα, έτσι και τα υλικά στοιχεία, αυτά καθεαυτά βέβαια είναι απροσκύνητα, όταν όμως ο εικονιζόμενος είναι γεμάτος χάρη, μετέχουν κι αυτά στη χάρη[Οι εικόνες είναι φορείς της θείας χάριτος, ανάλογης προς τη χάρη του εικονιζόμενου] ανάλογα με την πίστη. Τον Κύριο τον είδαν οι απόστολοι με τα σωματικά μάτια και τους αποστόλους τους είδαν άλλοι και τους μάρτυρες άλλοι. Ποθώ και εγώ να τους βλέπω με την ψυχή και το σώμα και να τους έχω φάρμακο που απομακρύνει τα κακά, επειδή έχει πλασθεί με διπλή φύση, και βλέποντας προσκυνώ αυτό που φαίνεται όχι ως Θεό, αλλά ως τίμιο εικόνισμα τιμίων προσώπων. 
 
Εσύ ίσως έγινες υψηλός και άυλος και πάνω από το σώμα και σαν άσαρκος περιφρονείς καθετί που βλέπεται, εγώ όμως, επειδή είμαι άνθρωπος και φέρω σώμα, ποθώ και σωματικώς να επικοινωνώ και να βλέπω τα άγια πράγματα. Δείξε συγκατάβαση στο ταπεινό μου φρόνημα, συ ο υψηλός, για να διατηρήσεις το δικό σου το υψηλό. Ο Χριστός δέχεται τον πόθο μου γι’ Αυτόν και τους φίλους Του, γιατί χαίρεται ο Κύριος όταν εγκωμιάζεται ο ευγνώμων δούλος, είπε ο μέγας Βασίλειος, εγκωμιάζοντας τους Σαράντα μάρτυρες. 
 
Πρόσθεσε όμως και αυτά που λέει και στον αείμνηστο Γόρδιο τιμώντας τον με το λόγο του. 
 
37. Του αγίου Βασιλείου από τον λόγο του στο μάρτυρα Γόρδιο. 
 
«Εὐφραίνονται λαοὶ εὐφροσύνην πνευματικὴν ἐπὶ μόνῃ τῇ ὑπομνήσει τῶν τοῖς δικαίοις κατωρθωμένων εἰς ζῆλον καὶ μίμησιν τῶν ἀγαθῶν, ἀφ’ ὧν ἀκούουσιν, ἐναγόμενοι· ἡ γὰρ τῶν εὐπολιτεύτων ἀνδρῶν ἱστορία οἷόν τι φῶς τοῖς σῳζομένοις πρὸς τὴν τοῦ βίου ὁδὸν ἐμποιεῖ. Καὶ μετ’ ὀλίγα· Ὥστε, ὅταν διηγώμεθα τοὺς βίους τῶν διαπρεψάντων ἐν εὐσεβείᾳ, δοξάζομεν πρῶτον τὸν δεσπότην διὰ τῶν δούλων, ἐγκωμιάζομεν δὲ τοὺς δικαίους διὰ τῆς μαρτυρίας, ὧν ἴσμεν, εὐφραίνομεν δὲ τοὺς λαοὺς διὰ τῆς ἀκοῆς τῶν καλῶν (:Οι λαοί αισθάνονται πνευματική ευφροσύνη και με μόνη την ανάμνηση αυτών που έχουν κατορθώσει οι δίκαιοι, παρακινούμενοι σε άμιλλα και μίμηση των αγαθών από αυτά που ακούνε· γιατί η εξιστόρηση της καλής πολιτείας των αγίων ανδρών σαν κάποιο φως οδηγεί τους σωζόμενους στον δρόμο της ζωής. Και ύστερα από μερικά. Ώστε, όταν διηγούμαστε τους βίους εκείνων που διέπρεψαν με την ευσέβεια τους, δοξάζουμε πρώτα τον Κύριο μέσω των δούλων, και εγκωμιάζουμε τους δίκαιους μέσω της μαρτυρίας αυτών που ξέρουμε, και ευφραίνουμε τους λαούς με την ακρόαση των καλών έργων)». 
 
38. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:) Πρόσεχε ότι η μνήμη των αγίων αποτελεί δόξα του Θεού, εγκώμιο των αγίων και χαρά και σωτηρία των λαών. Γιατί λοιπόν την αφαιρείς; Ότι η μνήμη γίνεται με τον λόγο και τις εικόνες το λέει ο ίδιος ο θεσπέσιος Μέγας Βασίλειος. 
 
39. Από τον ίδιο λόγο του Μεγάλου Βασιλείου στον μάρτυρα Γόρδιο. 
 
«Ὥσπερ γὰρ τῷ πυρὶ αὐτομάτως ἕπεται τὸ φωτίζειν καὶ τῷ μύρῳ τὸ εὐωδεῖν, οὕτω καὶ ταῖς ἀγαθαῖς πράξεσιν ἀναγκαίως ἀκολουθεῖ τὸ ὠφέλιμον. Καίτοι οὐδὲ τοῦτο μικρόν, ἀκριβῶς τυχεῖν τῆς ἀληθείας τῶν τότε· ἀμυδρὰ γάρ τις μνήμη εἰς ἡμᾶς διεδόθη τὰς ἐπὶ τῶν ἀγώνων ἀνδραγαθίας τοῦ ἀνδρὸς διασῴ ζουσα. Καί πως δοκεῖ τὸ καθ’ ἡμᾶς τῷ τῶν ζωγράφων προσεοικέναι· καὶ γὰρ ἐκεῖνοι, ἐπειδὰν ἐξ εἰκόνων μεταγράφωσι τὰς εἰκόνας, πλεῖστον ὡς εἰκὸς τῶν ἀρχετύπων ἀπολιμπάνονται, καὶ ἡμᾶς αὐτῆς τῆς θέας τῶν πραγμάτων ἀπολειφθέντας κίνδυνος οὐ μικρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐλαττῶσαι (:Όπως αυτόματα τη φωτιά την ακολουθεί ο φωτισμός και το μύρο η μυρουδιά, έτσι και τις αγαθές πράξεις κατ΄ ανάγκη τις ακολουθεί το ωφέλιμο. Αν και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, ας δούμε με ακρίβεια την αλήθεια αυτών που έγιναν τότε˙ γιατί σε μας διασώθηκε κάποια αμυδρή ανάμνηση που διασώζει τις ανδραγαθίες των αγώνων του μάρτυρα. Φαίνεται πως το έργο μας μοιάζει κάπως με εκείνο των ζωγράφων, γιατί εκείνοι, όταν κάνουν τις εικόνες αντιγράφοντας άλλες εικόνες, είναι φυσικό να απομακρύνονται κατά πολύ από τα πρωτότυπα. Και εμείς που βρισκόμαστε μακριά από του να έχουμε δει τα πράγματα, δεν είναι μικρός ο κίνδυνος να μειώσουμε την αλήθεια)». 
 
40. Και στο τέλος του ιδίου λόγου: «Ὡς γὰρ τὸν ἥλιον ἀεὶ καθορῶντες ἀεὶ θαυμάζομεν, οὕτω καὶ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου ἀεὶ νεαρὰν τὴν μνήμην ἔχομεν (:Όπως βλέποντας διαρκώς τον ήλιο, πάντοτε τον θαυμάζουμε, έτσι και του αγίου εκείνου διατηρούμε πάντοτε ζωντανή τη μνήμη)». 
 
41. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:). Είναι φανερό ότι τον βλέπουμε διαρκώς με τον λόγο και τα εικονίσματα. 
 
42. Και στον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου όμως για τους υπέρτιμους Σαράντα μάρτυρες λέει τα έξης. 
 
«Μαρτύρων δὲ μνήμης τίς ἂν γένοιτο κόρος τῷ φιλομάρτυρι; Διότι ἡ πρὸς τοὺς ἀγαθοὺς τῶν ὁμοδούλων τιμὴ ἀπόδειξιν ἔχει τῆς πρὸς τὸν κοινὸν δεσπότην εὐνοίας (:Πώς θα ήταν δυνατό να επέλθει κόρος της μνήμης των μαρτύρων στον φιλομάρτυρα;Γιατί η τιμή που αποδίδουν οι ομόδουλοι προς τους αγαθούς, φανερώνει την καλή διάθεση προς τον κοινό Δεσπότη)». 
 
Και πάλι: «Μακάρισον γνησίως τὸν μαρτυρήσαντα, ἵνα γένῃ μάρτυς τῇ προαιρέσει καὶ ἐκβῇς χωρὶς διωγμοῦ, χωρὶς πυρός, χωρὶς μαστίγων τῶν αὐτῶν ἐκείνοις ἐπαίνων ἠξιωμένος (:Μακάρισε ειλικρινά αυτόν που μαρτύρησε, για να γίνεις και εσύ μάρτυρας ως προς την προαίρεση και να βρεθείς χωρίς διωγμό, χωρίς φωτιά, χωρίς μαστίγια αξιωμένος με τους ίδιους με εκείνους επαίνους)». 
 
43. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:). Πώς λοιπόν με εμποδίζεις από την τιμή των αγίων και με φθονείς για τη σωτηρία; 
 
Το ότι πάλι αναγνωρίζει ότι είναι συνυφασμένη η χρωματική μορφή με τον λόγο, άκου τον ίδιο άγιο που λίγο πιο κάτω λέει: 
 
44. Του Μεγάλου Βασιλείου. 
 
«Δεῦρο δὴ οὖν εἰς μέσον αὐτοὺς ἀγαγόντες διὰ τῆς ὑπομνήσεως κοινὴν τὴν ἀπ’ αὐτῶν ὠφέλειαν τοῖς παροῦσι καταστησώμεθα, προδείξαντες πᾶσιν ὥσπερ ἐν γραφῇ τὰς τῶν ἀνδρῶν ἀριστείας(:Εμπρός λοιπόν, αφού τους φέρουμε ανάμεσά μας, ας κάνουμε με την υπόμνησή μας κοινή στους παρόντες την ωφέλεια από αυτούς, δείχνοντας σε όλους σαν σε ζωγραφιά τα κατορθώματα των αγίων)». 
 
45. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:) Βλέπεις πως το έργο της εικόνας και του λόγου είναι ένα; «Ὡς ἐν γραφῇ (:σαν σε ζωγραφιά)», είπε, «προδείξωμεν τῷ λόγῳ(:να τα παρουσιάσουμε με τον λόγο)». 
 
46. Και πάλι στη συνέχεια του ίδιου λόγου: 
 
«Ἐπεὶ καὶ πολέμων ἀνδραγαθήματα καὶ λογογράφοι πολλάκις καὶ ζωγράφοι διασημαίνουσιν, οἱ μὲν τῷ λόγῳ κοσμοῦντες, οἱ δὲ τοῖς πίναξιν ἐγχαράττοντες, καὶ πολλοὺς ἐπήγειραν εἰς ἀνδρείαν ἑκάτεροι. Ἃ γὰρ ὁ λόγος τῆς ἱστορίας διὰ τῆς ἀκοῆς παρίστησι, ταῦτα γραφικὴ σιωπῶσα διὰ μιμήσεως δείκνυσι (:Επειδή πολλές φορές και οι λογογράφοι και οι ζωγράφοι εκφράζουν τα κατορθώματα των πολέμων, οι πρώτοι κοσμώντας τα με τον λόγο, και οι δεύτεροι σχεδιάζοντάς τα σε εικόνες, παρακίνησαν πολλούς στην ανδρεία και οι δυο. Γιατί, όσα παριστάνει ο λόγος της εξιστόρησης με την ακρόαση, τα ίδια δείχνει και η ζωγραφική σιωπηρά με τη μίμηση)». 
 
47. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:). Τι από αυτά είναι πιο φεγγοβόλο για να αποδείξει ότι οι εικόνες είναι βιβλία για τους αγράμματους και κήρυκες ακατάπαυστοι της τιμής των αγίων, που με την άηχη φωνή τους διδάσκουν εκείνους που τις βλέπουν και αγιάζουν την δράση τους; Δεν έχω βιβλία, δεν έχω καιρό να διαβάσω, μπαίνω στο κοινό ιατρείο των ψυχών, στην εκκλησία, ενώ με πνίγουν οι λογισμοί σαν αγκάθια˙ με τραβάει η ομορφιά της ζωγραφικής να δω και σαν λειμώνας ευχαριστεί τη δράση μου και ασυναίσθητα βάζει μέσα στην ψυχή μου τη δόξα του Θεού. Βλέπω την καρτερικότητα του μάρτυρα, την ανταπόδοση των στεφανιών και σαν φωτιά ανάβει ο ζήλος και η προθυμία μου και πέφτοντας προσκυνώ τον Θεό μέσω του μάρτυρος και κερδίζω τη σωτηρία. 
 
Δεν έχεις ακούσει τον ίδιο θεοφόρο πατέρα που λέει στον λόγο του στην αρχή των ψαλμών, ότι επειδή το άγιο Πνεύμα γνωρίζει ότι το ανθρώπινο γένος οδηγείται δύσκολα προς την αρετή και είναι ράθυμο, ανέμιξε το μέλος με τις ψαλμωδίες; Τι λες; Δεν θα παραστήσω και με τον λόγο και με τα χρώματα το μαρτύριο των μαρτύρων και δεν θα το αγκαλιάσω και με τα μάτια και με τα χείλια αυτό το θαυμαστό και στους αγγέλους και σε όλη την κτίση, αλλά οδυνηρό στο Διάβολο, και φοβερό στους δαίμονες, όπως είπε ο ίδιος ο φωστήρας της Εκκλησίας; 
 
Και τι λέει προς το τέλος του λόγου, εγκωμιάζοντας τους Σαράντα μάρτυρες; 
 
«Ὦ χορὸς ἅγιος, ὦ σύστημα ἱερόν, ὦ συνασπισμὸς ἀρραγής, ὦ κοινοὶ φύλακες τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἀγαθοὶ κοινωνοὶ φροντίδων, δεήσεων συνεργοί, πρεσβευταὶ δυνατώτατοι, ἀστέρες τῆς οἰκουμένης, ἄνθη τῶν ἐκκλησιῶν (ἐγὼ δέ φημι, νοητά τε καὶ αἰσθητά). Ὑμᾶς οὐχ ἡ γῆ κατέκρυψεν, ἀλλ’ οὐρανὸς ὑπεδέξατο. Ἠνοίγησαν ὑμῖν παραδείσου πύλαι, ἄξιον θέαμα τῇ στρατιᾷ τῶν ἀγγέλων, ἄξιον πατριάρχαις, προφήταις, δικαίοις(:Ω χορός άγιος, ω σύστημα ιερό, ω συνασπισμός ακατάλυτος, ω κοινοί φύλακες του ανθρωπίνου γένους, αγαθοί κοινωνοί φροντίδων, βοηθοί στις δεήσεις, ισχυρότατοι πρεσβευτές[πρβ. Ιάκ.5,16: «Πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη(:Γενικότερα σας προτρέπω να εξομολογείσθε μεταξύ σας τις αμαρτίες σας και να προσεύχεσθε ο ένας για χάρη του άλλου, για να γιατρευτείτε όχι μόνο από τις σωματικές σας ασθένειες αλλά και από τις ψυχικές. Έχει μεγάλη δύναμη η δέηση του δικαίου και ενεργεί δραστικά και αποτελεσματικά επιφέροντας μεγάλες ωφέλειες)»], αστέρια της οικουμένης, άνθη των εκκλησιών (εγώ μάλιστα λέω νοητά και αισθητά).Εσάς δεν σας έκρυψε η γη, αλλά σάς υποδέχτηκε ο ουρανός. Ανοίχτηκαν για σας οι πύλες του Παραδείσου, θέαμα άξιο για τη στρατιά των αγγέλων, άξιο για τους πατριάρχες, τους προφήτες, τους δικαίους)». 
 
48. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:). Πώς να μην ποθήσω να δω, αυτό που ποθούν να δουν οι άγγελοι; 
 
Σύμφωνα λοιπόν με αυτούς και ο αδελφός του και ομόγνωμος Γρηγόριος, ο επίσκοπος Νύσης, λέει: 
 
49. Του αγίου Γρηγορίου, Επισκόπου Νύσσης, από το συμπληρωματικό έργο, δηλαδή από την πραγματεία του “Περί κατασκευής άνθρωπου”, κεφάλαιο τέταρτο. 
 
«Ὥσπερ κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην συνήθειαν οἱ τὰς εἰκόνας τῶν κρατούντων κατασκευάζοντες τόν τε χαρακτῆρα τῆς μορφῆς ἀναμάσσονται καὶ τῇ περιβολῇ τῆς πορφυρίδος τὴν βασιλικὴν ἀξίαν συμπαραγράφουσι καὶ λέγεται κατὰ τὴν συνήθειαν καὶ εἰκὼν καὶ βασιλεύς, οὕτω καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἐπειδὴ πρὸς ἀρχὴν τῶν ἄλλων κατεσκευάζετο, οἷόν τις ἔμψυχος εἰκὼν ἀνεστάθη κοινωνοῦσα τῷ ἀρχετύπῳ καὶ τῆς ἀξίας καὶ τοῦ ὀνόματος. Τοῦ αὐτοῦ ἐκ τοῦ πέμπτου κεφαλαίου τῆς αὐτῆς πραγματείας· Τὸ δὲ θεῖον κάλλος οὐ σχήματί τινι καὶ μορφῆς εὐμοιρίᾳ διά τινος εὐχροίας ἐναγλαΐζεται, ἀλλ’ ἐν ἀφράστῳ μακαριότητι κατ’ ἀρετὴν θεωρεῖται. Ὥσπερ τοίνυν τὰς ἀνθρωπίνας μορφὰς διὰ χρωμάτων τινῶν ἐπὶ τοὺς πίνακας οἱ γραφεῖς μεταφέρουσι τὰς οἰκείας τε καὶ καταλλήλους βαφὰς ἐπαλείφοντες τῷ μιμήματι, ὡς ἂν δι’ ἀκριβείας τὸ ἀρχέτυπον κάλλος μετενεχθείη πρὸς τὸ ὁμοίωμα (:Όπως, κατά τη συνήθεια των ανθρώπων, εκείνοι που κατασκευάζουν τις εικόνες των αρχόντων αποτυπώνουν τον χαρακτήρα της μορφής και με τη στολή της πορφύρας ζωγραφίζουν ταυτόχρονα και τη βασιλική αξία, και, όπως συνηθίζεται, λέγεται και εικόνα και βασιλιάς, έτσι και η ανθρώπινη φύση, επειδή δημιουργήθηκε για να εξουσιάζει τα αλλά κτίσματα, έγινε σαν μια έμψυχη εικόνα που έρχεται σε κοινωνία με το αρχέτυπο και με την αξία και με το όνομά του)». 
 
50. Του ιδίου, από το πέμπτο κεφάλαιο της ίδιας πραγματείας. 
 
«Τὸ δὲ θεῖον κάλλος οὐ σχήματί τινι καὶ μορφῆς εὐμοιρίᾳ διά τινος εὐχροίας ἐναγλαΐζεται, ἀλλ’ ἐν ἀφράστῳ μακαριότητι κατ’ ἀρετὴν θεωρεῖται. Ὥσπερ τοίνυν τὰς ἀνθρωπίνας μορφὰς διὰ χρωμάτων τινῶν ἐπὶ τοὺς πίνακας οἱ γραφεῖς μεταφέρουσι τὰς οἰκείας τε καὶ καταλλήλους βαφὰς ἐπαλείφοντες τῷ μιμήματι, ὡς ἂν δι’ ἀκριβείας τὸ ἀρχέτυπον κάλλος μετενεχθείη πρὸς τὸ ὁμοίωμ (: Η λαμπρότητα του θείου κάλλους δεν παριστάνεται με κάποιο σχήμα και συμμετρική μορφή μέσω κάποιου καλού χρώματος, αλλά θεωρείται με την εμπειρία μιας απερίγραπτης μακαριότητας που παρέχει η αρετή. Όπως λοιπόν οι ζωγράφοι μεταφέρουν στις εικόνες με τα χρώματα τις ανθρώπινες μορφές, στρώνοντας τις ταιριαστές και κατάλληλες βαφές σε αυτό που μιμούνται, για να μεταφερθεί όσο γίνεται ακριβέστερα η ομορφιά του αρχετύπου στο ομοίωμα)». 
 
51. (Σχόλιο Ιερού Δαμασκηνού:). Πρόσεχε, ότι το θεϊκό κάλλος δεν λαμπρύνεται με κάποιο σχήμα και με κάποιο ωραίο χρώμα («τὸ δὲ θεῖον κάλλος οὐ σχήματί τινι καὶ μορφῆς εὐμοιρίᾳ διά τινος εὐχροίας ἐναγλαΐζεται») και γι΄ αυτό δεν εικονίζεται, ενώ η ανθρώπινη μορφή με τα χρώματα μεταφέρεται στις εικόνες. 
 
Εφόσον λοιπόν ο Υιός του Θεού παρουσιάστηκε με ανθρώπινη μορφή, παίρνοντας μορφή δούλου, και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους και βρέθηκε κατά το σχήμα ως άνθρωπος[Φιλ.2,7-8: «ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ(:Αλλά κένωσε τον εαυτό Του συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητός του. Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους. Και ενώ παρουσιάστηκε με την εξωτερική όψη του ανθρώπου, δεν ήταν μόνον άνθρωπος, όπως φαινόταν, αλλά ήταν συγχρόνως και Θεός. Και ταπείνωσε τον εαυτό Του δείχνοντας τέλεια υπακοή μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού, που είναι ο πλέον οδυνηρός και ατιμωτικός θάνατος)»], πώς δεν θα εικονισθεί; 
 
Και εφόσον κατά τη συνήθεια «λέγεται ἡ τοῦ βασιλέως εἰκὼν βασιλεὺς(:η εικόνα του βασιλιά λέγεται βασιλιάς)» και «ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπὶ τὸ πρωτότυπον ἀναβαίνει (:η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο)», όπως λέει ο θεσπέσιος Μέγας Βασίλειος, πώς η εικόνα δεν θα τιμηθεί και δεν θα προσκυνηθεί, όχι ως Θεός, αλλά ως εικόνα του σαρκωμένου Θεού; 
 
52. Του αγίου Γρηγορίου του Νύσσης από λόγο που εκφωνήθηκε στην Κωνσταντινούπολη για τη θεότητα του Υιού και του Πνεύματος και Εις τον Αβραάμ, από τον λόγο 44, του οποίου η αρχή είναι «κάτι τέτοιο παθαίνουν στους ωραίους λειμώνες όσοι αρέσκονται στο να βλέπουν τα άνθη». Και ύστερα από μερικά λέγει: 
 
«Ἐντεῦθεν δεσμοῖς πρότερον διαλαμβάνει ὁ πατὴρ τὸν παῖδα. Εἶδον πολλάκις ἐπὶ γραφῆς εἰκόνα τοῦ πάθους καὶ οὐκ ἀδακρυτὶ τὴν θέαν παρῆλθον ἐναργῶς τῆς τέχνης ὑπ’ ὄψιν ἀγούσης τὴν ἱστορίαν. Πρόκειται ὁ Ἰσαὰκ παρ’ αὐτῷ τῷ θυσιαστηρίῳ ὀκλάσας ἐπὶ τὸ γόνυ καὶ περιηγμένας ἔχων εἰς τοὐπίσω τὰς χεῖρας, ὁ δὲ ἐπιβεβηκὼς κατόπιν τῷ ποδὶ τῆς ἀγκύλης καὶ τῇ ἀριστερᾷ χειρὶ τὴν κόμην τοῦ παιδὸς πρὸς ἑαυτὸν ἀνακλάσας ἐπικύπτει τῷ προσώπῳ ἐλεεινῶς πρὸς αὐτὸν ἀναβλέποντι καὶ τὴν δεξιὰν καθωπλισμένος τῷ ξίφει πρὸς τὴν σφαγὴν κατευθύνει. Καὶ ἅπτεται ἤδη τοῦ σώματος ἡ τοῦ ξίφους ἀκμή, καὶ τότε αὐτῷ γίνεται θεόθεν φωνὴ τὸ ἔργον κωλύουσα (:Από εδώ παίρνει προηγουμένως ο πατέρας το παιδί του δεμένο. Είδα πολλές φορές σε τοιχογραφία τη σκηνή του πάθους και δεν προσπέρασα τη θέα χωρίς να δακρύσω, γιατί η τέχνη μου έδειχνε με ζωντάνια την υπόθεση.Παρίσταται ο Ισαάκ δίπλα στο θυσιαστήριο γονατισμένος και έχοντας δεμένα τα χέρια πίσω, ενώ ο πατέρας πατάει πίσω τα λυγισμένα πόδια και τραβώντας με το αριστερό χέρι τα μαλλιά του παιδιού προς το μέρος του, σκύβει στο πρόσωπό του, που τον ατενίζει με οδύνη, και κρατώντας στο δεξί το μαχαίρι το κατεβάζει για τη σφαγή. Και η κόψη του μαχαιριού αγγίζει κιόλας το σώμα, και τότε του έρχεται φωνή από το Θεό που εμποδίζει την πράξη)». 
 
53. Του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου από την ερμηνεία της προς Εβραίους Επιστολής: 
 
«Καί πως εἰκὼν τοῦ δευτέρου τὸ πρῶτον, ὁ Μελχισεδὲκ τοῦ Χριστοῦ, ὥσπερ ἄν τις εἴποι σκιὰν τῆς γραφῆς τῆς ἐν χρώμασι τὸ πρὸ ταύτης σκίασμα τοῦ γραφέως· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ νόμος καλεῖται σκιά, ἡ δὲ χάρις ἀλήθεια, πράγματα δὲ τὰ μέλλοντα. Ὥστε ὁ μὲν νόμος καὶ ὁ Μελχισεδὲκ προσκίασμα τῆς ἐν χρώμασι γραφῆς, ἡ δὲ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια ἡ ἐν χρώμασι γραφή, τὰ δὲ πράγματα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ὡς εἶναι τὴν παλαιὰν τύπου τύπον καὶ τὴν νέαν τῶν πραγμάτων τύπον(:Κατά κάποιο τρόπο το πρώτο είναι εικόνα του δευτέρου, ο Μελχισεδέκ του Χριστού, όπως θα μπορούσε κανείς να ονομάσει το αρχικό σκιαγράφημα του ζωγράφου σκιά της ζωγραφικής με χρώματα˙γι’ αυτό και ο νόμος ονομάζεται σκιά, ενώ η χάρη αλήθεια και πράγματα τα μέλλοντα. Ώστε ο νόμος και ο Μελχισεδέκ είναι το προσχέδιο της ζωγραφικής με χρώματα, η χάρη και η αλήθεια είναι η ζωγραφική με χρώματα, ενώ τα πράγματα είναι η μελλοντική αιωνιότητα, όπως η Παλαιά Διαθήκη είναι τύπος τύπου και η Νέα είναι τύπος των πραγμάτων)». 
 
54. Λεοντίου Νεαπόλεως της Κύπρου από τον λόγο Κατά Ιουδαίων, για την προσκύνηση του σταυρού του Χριστού και των εικόνων των αγίων και των ιδίων των αγίων μεταξύ τους και για τα λείψανα των αγίων: 
 
«Ἐάν μοι ἐγκαλῇς πάλιν, ὦ Ἰουδαῖε, λέγων, ὅτι ὡς θεὸν προσκυνῶ τὸ ξύλον τοῦ σταυροῦ, διὰ τί οὐκ ἐγκαλεῖς τῷ Ἰακὼβ προσκυνήσαντι ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου; Ἀλλὰ πρόδηλον, ὅτι οὐ τὸ ξύλον τιμῶν προσεκύνησεν, ἀλλὰ διὰ τοῦ ξύλου τῷ Ἰωσὴφ προσεκύνησεν, ὥσπερ καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ σταυροῦ τὸν Χριστόν, ἀλλ’ οὐ τὸ ξύλον δοξάζομεν(:Εάν λοιπόν με κατηγορείς πάλι, Ιουδαίε, λέγοντας ότι προσκυνώ το ξύλο του σταυρού ως Θεό, γιατί δεν κατηγορείς τον Ιακώβ που προσκύνησε την άκρη του μπαστουνιού;[[Γέν.47,31: «εἶπε δέ· ὄμοσόν μοι. καὶ ὤμοσεν αὐτῷ. καὶ προσεκύνησεν Ἰσραὴλ ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ(:ο Ιακώβ όμως επέμεινε και του είπε: ‘’Ορκίσου μου ότι θα το κάνεις’’. Και ο Ιωσήφ ορκίστηκε στον πατέρα του. Τότε ο Ισραήλ, επειδή πίστεψε ότι ο Θεός θα βοηθούσε, ώστε να μεταφερθεί η σορός του στην Χαναάν για να ταφεί εκεί, έσκυψε και προσκύνησε τον Θεό, αφού ακούμπησε το κεφάλι του στην άκρη του ραβδιού του, στο οποίο στηριζόταν λόγω της γεροντικής αδυναμίας του. Με την προσκύνηση αυτή εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του προς τον Θεό)» και Εβρ.11,21: «Πίστει Ἰακὼβ ἀποθνήσκων ἕκαστον τῶν υἱῶν Ἰωσὴφ εὐλόγησε, καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου αὐτοῦ(:Με πίστη ο Ιακώβ, όταν πέθαινε, ευλόγησε καθένα από τα δύο παιδιά του Ιωσήφ και ανέδειξε και τα δύο αρχηγούς φυλών σύμφωνα με τον φωτισμό που του έδινε η πίστη. Και προσκύνησε τον Θεό ακουμπώντας το κεφάλι του στην άκρη του ραβδιού, πάνω στο οποίο στηριζόταν λόγω της γεροντικής του αδυναμίας)»]]Αλλά είναι ολοφάνερο ότι προσκύνησε το ξύλο χωρίς να το τιμά, αλλά μέσω του ξύλου προσκύνησε τον Ιωσήφ, όπως ακριβώς και εμείς μέσω του σταυρού δοξάζουμε το Χριστό και όχι το ξύλο)». 
 
55. (Σχόλιο ιερού Δαμασκηνού:) Εφόσον λ%