Εδω, εἶν’ ἀλήθεια, σχεδόν κανένας δέν ἔδινε σημασία στόν μακάριο Νήφωνα. Ἐλάχιστοι ἦταν ἐκεῖνοι πού ἀναγνώριζαν τήν ἁγιότητά του. Αὐτό, βέβαια, εἶχε ζητήσει κι ὁ ἴδιος ἀπό τό Θεό: Νά τόν θεωροῦν οἱ ἄνθρωποι μηδαμινό. Κι Ἐκεῖνος τόν ἄκουσε. Ἔτσι ὄχι μόνο ἅγιο δέν τόν θεωροῦσαν, ἀλλά καί πολλοί, ἄσωτοι μάλιστα καί ἀκόλαστοι οἱ ἴδιοι, τόν κορόιδευαν καί τόν κακολογοῦσαν ἀπερίφραστα.

Καμμιά φορά πήγαινε κανένας γνωστός του καί τοῦ ἔλεγε:

-Πάτερ, εἶναι μερικοί πού λένε φοβερά πράγματα ἐναντίον σου.

Αὐτό ἀπαντοῦσε ἤρεμα:

-Τίποτε φοβερόν δέν μπόρεσε νά κάνει ὥς τώρα κανείς στό Νήφωνα, παρά μόνο ὁ διάβολος. Αὐτος κι ἐγώ, ὅσο θά εἴμαστε στό τοῦτο τόν κόσμο, θά τρωγόμαστε…

Προσευχόταν μάλιστα γιά τούς κατηγόρους του, λέγοντας:

-Ἐλέησε, Κύριε, ὅσους μέ περιγελοῦν,

ὅσους μέ κακολογοῦν ἤ μέ μισοῦν

ἤ μοῦ κάνουν ὁποιοδήποτε κακό.

Ἐσύ δά ξέρεις, Κύριε, ὅτι κι αὐτούς

ὁ πονηρός διάβολος τούς σπρώχνει

μές στή βρωμιά καί τήν ἀκολασία,

ὅπως παραικινεῖ κι ἐμένα κάθε μέρα

τό ἅγιο Σου νά καταπικραίνω Ὄνομα.

Σέ παρακαλῶ λοιπόν, Πατέρα παντοκράτορα,

Θεέ καί Κύριε του ἐλέους,

σκύψε μέ εὐσπλαχνία πάνω ἀπό τούς ἀνθρώπους

πού σκέφτονται τό  πονηρό γιά μένα,

καί κάνε τους ὅλους φωτεινούς,

ὅλους ἁγίου μεγάλους.

Δῶσ’ τους ἀγαθοσύνη, Κύριέ μου, καί πραότητα.

Χάρισέ τους εἰρήνη, Δέσποτά μου, καί φωτισμό,

Κι ἀξίωσέ τους ν’ ἀπολαύσουν τήν αἰώνια δόξα Σου,

ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος.

Πολύ τόν παρηγοροῦσαν καί τόν γλύκαιναν τέτοιες προσευχές. Ὅταν παρακαλοῦσε τόν Κύριο γιά τούς ἐχθρούς καί τούς συκοφάντες του, τό πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπό πνευματική ἡδονή καί γινόταν ρόδινο, σάν δροσερό τριαντάφυλλο.

-Ἄς ἔρθουν ἐδῶ, ἔλεγε ἀλλοιωμένος. Ἄς ἔρθουν ἐδῶ νά τούς φιλήσω τά πόδια!  Χωρίς νά τό καταλαβαίνουν, μοῦ πλέκουν μεγάλα στεφάνια.  Γι’ αὐτό τούς ἀποζητάει ἡ ψυχή μου «ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων»63.

Καί πρόσθετε:

-Αὐτός πού μισεῖ τίς βρισιές καί τίς κακολογίες καί τούς ἐξευτελισμούς τῶν ἀνθρώπων, δέν βρίσκεται μέσα στή δόξα του Θεοῦ οὔτε θά κληρονομήσει τή βασιλεία Του. Ὅποιος θέλει νά σωθεί, ἄς τό ξερει: ὅπου οἱ ἄνθρωποιιι μᾶς περιφρονοῦν καί μᾶς ἐξουθενώνουν, ἐκεῖ νά μένουμε, κάνοντας ὑπομονή, καί θά στεφανωθοῦμε ἀπό  τό Θεό μέ μεγάλη δόξα. Ἀντίθετα, ὅπου   ἀπολαμβάνουμε τιμή κι ἐπαίνους ἀπό τούς ἀνθρώπυς, νά μήν καθόμαστε, ἀλλά νά φεύγουμε σ’ ἄλλο τόπο. Ἔτσι θά μπορέσουμε νά σωθοῦμε καί νά κερδίσουμε ἐπάξια τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.  Στούς δουλους τοῦ Θεοῦ λοιπόν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἐξουθένωση, ὅπως ἀπαραίτητα εἶναι στήν ἐκκλησία τό ἱερό εὐαγγέλιο καί ἡ κατανυκτική ψαλμωδία.  Γιατί- πράγμα θαυμαστό- ὅταν μᾶς κατηγοροῦν οἱ ἄνθρωποι, τότε εἶναι πού βαδίζουμε στό δρόμο του Θεου μέ πολλή ταπείνωση, τηρώντας μέ ἐπιμέλεια τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου μας Ἰησου Χριστοῦ. Ὅταν ὅμως, ἀντίθετα, ἀρχίσουν νά μᾶς παινεύουν, τότε μᾶς κυριεύει ἡ ἀλαζονεία, ἡ ματαιοδοξία, ἡ κενοδοξία.  Κι ἔτσι φεύγουμε μακριά ἀπό τό Θεό.

 

60.Ματθ. 25:21.

61.Πρβλ. Ἐφεσ.4:10.

62. Α΄Κορ. 10:27.

63. Ψαλμ. 41:1.

Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος

Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς

(σελ.132-134)

Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου

Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

http://makkavaios.blogspot.gr/2015/02/511.html