π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου

Βρισκόμαστε, ἀγαπητοί μου, μπροστά στόν τέταρτο μακαρισμό τοῦ Χριστοῦ μας,πού ἀναφέρεται στή μεγάλη ἀρετή τῆς δικαιοσύνης. Λέει: «μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται»1, δηλαδή εὐτυχισμένοι εἶναι αὐτοί πού πεινοῦν καί διψοῦν γιά τή δικαιοσύνη, γιατί αὐτοί θά χορτάσουν.

Θά πρέπει ὅμως νά ντρεπόμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ὅταν μιλᾶμε γιά δικαιοσύνη, διότι ἁπλούστατα, δικαιοσύνη ἐπάνω στή γῆ δέν ὑπάρχει. Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός συνιστᾶ καί λέει διά τοῦ προφήτου Ἡσαΐου: «δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπί τῆς γῆς»2, μάθετε νά εἶστε δίκαιοι, ὅλοι ἐσεῖς πού κατοικεῖτε ἐπάνω στή γῆ, ὄχι βέβαια μόνο στή γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλά σέ ὅλη τήν οἰκουμένη.

Ἐκεῖνο γιά τό ὁποῖο τόσο πείνασε καί δίψασε ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι ἡ δικαιοσύνη, τόσο σέ μικρή κλίμακα, ὅπως στίς σχέσεις ἀνάμεσα σέ δύο ἀνθρώπους, ὅσο καί σέ μεγαλύτερη κλίμακα, ὅπως στίς σχέσεις ἀνάμεσα σέ δύο ἤ καί περισσότερους λαούς.

Ὅλα τά πολιτικά καί τά κοινωνικά συστήματα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία προσπάθεια γιά τήν ἀπονομή τῆς δικαιοσύνης. Ἔτσι λένε. Ὡστόσο, ποτέ μά ποτέ δέν ὑπῆρξε, οὔτε θά ὑπάρξει πάνω στή γῆ, κράτος δικαίου ἤ κοινωνία δικαίου, σέ ἱκανοποιητικό βαθμό. Πότε! Εἶναι μία δυστυχία αὐτό, καί συμβαίνει γιατί τό πρόβλημα βρίσκεται μέσα στόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο. Νομίζουν πολλοί ὅτι ἄν ἀλλάζουμε συστήματα πολιτικά, κοινωνικά, τότε θά πετυχαίνουμε περισσότερη δικαιοσύνη. Ἔτσι, βλέπουμε τό ἕνα πολίτευμα νά διαδέχεται τό ἄλλο, στήν προσπάθεια πάντοτε νά πετύχουμε αὐτή τήν κοινωνική δικαιοσύνη, ὄχι μόνο ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί στούς λαούς.

Ξαναλέω ὅμως, καί ἴσως αὐτό νά εἶναι ἕνα βασικό σημεῖο τῆς ἀποψινῆς μας ὁμιλίας, ὅτι τό θέμα τῆς δικαιοσύνης εἶναι θέμα μέσα στόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο. Καί ἐπειδή ὁ κάθε ἄνθρωπος ἐπιμένει νά μή λύνει τό πρόβλημα αὐτό μέσα του, γι᾿ αὐτό ἡ ἀδικία τελικά ἐπικρατεῖ στή ζωή, ἀπό τήν ἐποχή τῶν πρωτοπλάστων.

Ὅταν λέω ὅτι πρέπει νά γίνουμε πνευματικοί ἄνθρωποι, ὥστε νά μποροῦμε νά ἔχουμε τό αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης. Καί τότε, ἄν ὅλοι κάνουν τό ἴδιο, θά φτιάξουμε μία κοινωνία δικαιοσύνης.

Ἀλλά σᾶς ρωτῶ: Ὅσο κι ἄν εἶναι κανείς ρομαντικός ἄνθρωπος, ἀπόλυτος, ἰδεατός, θά μποροῦσε ποτέ νά φανταστεῖ ὅτι θά εἴχαμε μιά κοινωνία δικαίου;

Ποτέ. Γιατί ἁπλούστατα τό πρόβλημα αὐτό δέν λύνεται ἀπό τόν κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά, ἐπειδή δέν ἔχουμε πνευματικούς ἀνθρωπούς, παρά πάντοτε μόνο λίγους. Ἔτσι, ἀφοῦ ἡ κοινωνία μας δέν ἀποτελεῖται ἀπό πνευματικούς ἀνθρώπου, ἑπόμενο εἶναι νά ἀναζητᾶμε συνεχῶς τή δικαιοσύνη, χωρίς ποτέ νά τήν ἀγγίζουμε, παρά μόνον ἐλάχιστα καί μεμονωμένα.

Ἀλλά τί εἶναι δικαιοσύνη;

Ἡ λέξη δικαιοσύνη στήν Ἁγία Γραφή ἔχει διπλῆ σημασία. Δικαιοσύνη ἐννοεῖ, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, «ἤ τήν καθ᾿ ὅλου ἀρετήν, ἤ τήν μερικήν ταύτην τήν ἀπεναντίας τῆ πλεονεξίᾳ κειμένην»3. Δηλαδή ἡ δικαιοσύνη ἔχει δύο ὄψεις, τουλάχιστον δύο, γιατί θά δοῦμε καί μία τρίτη στό τέλος.

Ἡ μία ὄψη δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά τό νά ζεῖ ὁ ἄνθρωπος καί νά πολιτεύεται σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ δικαίου. Αὐτή ἡ ἔννοοια ταιριάζει μάλιστα στή λέξη δικαιοσύνη.

Ἡ ἄλλη ὄψη εἶναι τό νά ἔχει κανείς τήν «καθ᾿ ὅλου ἀρετήν», πού λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, διότι ἡ λέξη δικαιοσύνη σημαίνει καί ἁγιότητα, σημαίνει τό σύνολο τῶν ἀρετῶν. Καί τό νά εἶναι κανείς ἄνθρωπος πού θά ζεῖ σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ δικαίου εἶναι πολύ σπουδαῖο. Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος νά μή ζηλεύει τά ἀγαθά τοῦ ἄλλου, νά μήν τά ὑποβλέπει νά μήν τά ἐπιθυμεῖ, νά μή θέλει νά τοῦ τά ἁρπάξει, εἴτε κλέβοντας εἴτε ληστεύοντας εἴτε… ὅπως ἀλλιῶς μπορεῖ, πάντως νά μή θέλει νά ἁρπάζει τά ἀγαθά τοῦ ἄλλου.

Δικαιοσύνη εἶναι τό νά ὑπάρχουν ἀνάμεσα στόν Θεό, στόν ἑαυτό μου καί στόν πλησίον μου οἱ νόμιμες σχέσεις. Προσέξτε το αὐτό. Δικαιοσύνη εἶναι οἱ νόμιμες σχέσεις ἀνάμεσα σ᾿ ἐμένα καί τόν πλησίον. Ἡ δικαιοσύνη ἀπέναντι στόν Θεό εἶναι νά μέ διδάξει ὁ Θεός ποιό εἶναι τό θέλημα Του, ποιό εἶναι τό δίκαιον Του, κι ἐγώ νά τό κάνω. Ἔχετε προσέξει αὐτό πού λέμε συνήθως στίς προσευχές μας – καί μάλιστα κατά κόρον, καί στή μεγάλη Δοξολογία καί ἀλλοῦ – αὐτό τό «δίδαξόν με τά δικαιώματά σου»; Αὐτό σημαίνει δίδαξέ με τί εἶναι δίκαιο καί Σοῦ ἀνήκει, νά τό κάνω, νά Σοῦ τό ἀποδώσω. Αὐτά εἶναι τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ.

Λοιπόν. Ἡ δική μου δικαιοσύνη ἀπέναντι στόν Θεό εἶναι, κατά κάποιον τρόπο, νά μήν Τόν ἀδικήσω, νά Τοῦ ἀποδώσω ὅ,τι Τοῦ ἀνήκει. Αὐτό λέγετε εὐσέβεια. Ὕστερα, ἡ δικαιοσύνη ἀπέναντι στόν ἑαυτό μου εἶναι νά ἀποδώσω στόν ἑαυτό μου ἐκεῖνο πού τοῦ ὀφείλω, εἴτε σωματικά εἴτε πνευματικά· δηλαδή ἔχω χρέος νά ἐξασφαλίσω στόν ἑαυτό μου, μέ τόν τρόπο τῆς ζωῆς μου, τή σωτηρία. Αὐτό λέγεται σωφροσύνη.

Καί, τέλος, ἡ δικαιοσύνη ἀπέναντι στόν πλησίον εἶναι νά τοῦ ἀποδώσω ἐκεῖνο πού πρέπει. Αὐτό λέγεται δικαιοσύνη, δηλαδή παραμένει ἡ ἴδια λέξη.

Αὐτά ὅλα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τά συνοψίζει, καί μάλιστα μᾶς τά λέει σέ δύο σημεῖα στίς ἐπιστολές του. Σᾶς ἀναφέρω τή μία, Πρός Τίτον, στό 2ο κεφάλαιο, πού λέει: «σωφρόνως καί δικαίως καί εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι»4. Νά ζήσουμε στήν παροῦσα ζωή σωφρόνως καί δικαίως καί εὐσεβῶς. Δηλαδή νά ζήσουμε μέ σωφροσύνη καί ἐγκράτεια στόν ἑαυτό μας, μέ δικαιοσύνη ἀπέναντι στόν πλησίον, ἀλλά καί μέ εὐσέβεια ἀπέναντι στόν Θεό. Αὐτό μάλιστα καλό εἶναι νά τό γνωρίζουμε καί ἀπ᾿ ἔξω· εἶναι μία πολύ μικρή πρόταση: «σωφρόνως καί δικαίως καί εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι».

Θά μείνουμε βέβαια στή δικαιοσύνη, δηλαδή σ᾿ αὐτά πού ὀφείλουμε στόν πλησίον. Δέν θά μείνουμε οὔτε στήν εὐσέβεια οὔτε στή σοφροσύνη.

Ἡ δικαιοσύνη πρός τόν πλησίον ἐκφράζεται καί μέ ἔργα καί μέ λόγια.

Πάνω στήν πράξη, ἡ δικαιοσύνη ἐμφανίζεται κατά ἕναν πολύ ἀντιληπτό τρόπο σέ ὅλους. Γι᾿ αὐτό μᾶς προστάζει ὁ λόγο τοῦ Θεοῦ καί λέει: «Ζυγά δίκαια καί σταθμία δίκαια καί χοῦς δίκαιος ἔσται ἐν ὑμῖν»5. Δηλαδή: Τά ζυγίσματα, τά μετρήματα, αὐτό πού θά πουλήσεις, αὐτό πού θά δώσεις, νά εἶναι δίκαια· τά σταθμά νά εἶναι δίκαια. Ἀλλά καί ἀπό τήν περιοχή πού ἔχεις σάν χωράφι σου, σάν οἰκόπεδό σου, μήν πάρεις ἀπό τόν ἄλλο τίποτα περισσότερο· θά κρατᾶς ἐκεῖνο πού σοῦ ἀνήκει.

Ἀντίθετα, λέει ὁ Θεός: «ζυγοί δόλιοι βδέλυγμα ἐνώπιον Κυρίου»6. Ὅταν οἱ ζυγοί εἶναι δόλιοι, ὅταν δηλαδή προσπαθεῖς νά κλέψεις στό ζύγι, αὐτό εἶναι βδέλυγμα, εἶναι σίχαμα ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.

Ἀκόμα ἀδικία εἶναι καί ἡ νοθεία, διότι θέλεις νά κερδίσεις περισσότερο, καί γι᾿ αὐτό νοθεύεις τό προϊόν σου.

Πολλές φορές, κάποιοι δικηγόροι καί γιατροί – νά ἔρθω σέ κάποια ἐπαγγέλματα – ζητοῦν ὑπερβολική ἀμοιβή· καί γιά νά τό δικαιολογήσουν αὐτό, μακραίνουν χρονικά μία ὑπόθεση οἱ πρώτοι, ἤ μακραίνουν τή νοσηλεία οἱ δεύτεροι. Αὐτό ὅμως εἶναι ἀδικία.

Ἀνέφερα ἔτσι, ἐνδεικτικά, τό ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου ἤ τοῦ γιατροῦ· ἀλλά αὐτό συμβαίνει μέ ὅλα τά ἐπαγγέλματα. Λίγο – πολύ, ὅλοι στόν χῶρο τους, στό ἐπάγγελμά τους, στήν ἐργασία τους, μπορεῖ νά σκεφτοῦν κάτι γιά προσωπικό τους ὄφελος, καί τελικά νά ἀδικήσουν τόν ἄλλο μέ ὁποιονδήποτε τρόπο. Ὁ καθένας ἐπινοεῖ, τόν βρήσκει τόν τρόπο του!

Ἀκόμη εἶναι καί οἱ προϊστάμενοι, πού πρέπει νά ἀποδίδουν τήν δίκαιη μισθοδοσία στούς ὑπαλλήλους καί στούς ἐργάτες. Λέει μάλιστα τό Δευτερονόμιον: «Οὐκ ἀπαδικήσεις μισθόν πένητος καί ἐνδεοῦς». Τόν φτωχό ἐργάτη ἤ ὑπάλληλό σου δέν θά τόν ἀδικήσεις μέ τόν μισθό πού θάτοῦ δώσεις ἴσως λιγότερο ἤ θά καθυστερήσεις νά τοῦ τόν πληρώσεις. Μάλιστα τό τονίζει: «αὐθημερόν ἀποδώσεις τόν μισθόν αὐτοῦ»7, τήν ἴδια μέρα θά πληρώσεις τόν ἐργάτη σου.

Ἀλλά καί οἱ ὑπάλληλοι καί οἱ ἐργάτες δέν πρέπει νά ἀδικοῦν τόν ἐργοδότη μέ τήν ὀκνηρία τους, ἀλλά καί μέ θεληματικές ζημιές πού μπορεῖ νά προκαλέσουν ἀπό ἐκδίκηση. Ὑπάρχει μεγάλο ρεπερτόριο ἀδικίας τοῦ ἐργάτη πρός τόν ἐργοδότη!

Ἀκόμη, νά ἐργάζονται, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «μή κατ᾿ ὀφθαλμοδουλίαις»8. Ὀφθαλμοδουλία σημαίνει ὅτι δουλεύει κανείς ἐπιλεκτικά· δηλαδή λέει: «Μέ βλέπει ὁ ἐργοδότης, δουλεύω· δέ μέ βλέπει, δέν δουλεύω». Αὐτή εἶναι ἡ ὀφθαλμοδουλία, καί εἶναι πράγματι δουλεία τῆς ψυχῆς. Μόνο ἕνας ἄνθρωπος μέ δουλική ψυχή σκέπτεται μέ τόν τρόπο αὐτό. Ὅλα αὐτά λοιπόν πρέπει νά τηροῦνται σωστά καί ἀπό τούς μέν καί ἀπό τούς δέ.

Ἀκόμα, οἱ στρατιωτικοί πρέπει νά εἶναι δίκαιοι πρός τούς ὑφισταμένους τους.

Καί οἱ δικαστές πρέπει νά ἀποδίδουν τό δίκαιο, προπαντός σήμερα μέσα στήν κοινωνία πού ζοῦμε, πού εἶναι πολλοί οἱ ἀντίδικοι. Πρέπει νά ἀποδίδουν τό δίκαιο ἀπροσωπόληπτα, χωρίς δωροδοκίες καί δωροληψίες. Οὔτε νά πάρει ὁ δικαστής δῶρο –«τά δῶρα, λέει ἡ Ἁγία Γραφή, τυφλώνουν τόν δικαστή»9– οὔτε ἐκεῖνος πού δικάζεται νά σκέπτεται νά δώσει δῶρο στόν δικαστή. Αὐτό εἶναι τό γνωστό μαςλάδωμα –ἔτσι τό λένε– νά τό πῶ κι ἐγώ στήν ἁπλοελληνική.

Ἀκόμα καί στίς σχέσεις μας μέ τή γειτονιά πρέπει νά εἴμαστε δίκαιοι. Νά μή βάζουμε, ἄς ποῦμε, τά σκουπίδια μας μπροστά στήν πόρτα τῶν ἄλλων, ἀλλά νά τά ρίχνουμε στόν κάδο τῶν ἀπορριμάτων. Γιατί δηλαδή πρέπει νά σκουπίσει κανείς τήν πόρτα του, τήν αὐλή του, τό πεζοδρόμιό του, καί νά ρίχνει τά σκουπίδια στήν πόρτα τῶν ἄλλων; Αὐτό εἶναι συνηθέστατο! Τό ἀκούω διαρκῶς καί διαρκῶς. Φθάνουν καί μέχρι τό δικαστήριο! Πολλές φορές, ἐπίσης, ἐνοχλοῦμε τόν γείτονά μας βάζοντας τό ραδιόφωνο ἤ τήν τηλεόραση δυνατά, ἤ τραγουδᾶμε μεσάνυχτα, καί ἔχουμε τά παράθυρά μας ἀνοιχτά τό καλοκαίρι, γιατί ἔτσι μᾶς ἀρέσει! Ὁ ἄλλος κοιμᾶται, καί δέν ὑπάρχει πνεῦμα δικαιοσύνης.

Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι τό θέμα τῆς δικαιοσύνης στίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι εὐρύτατο. Αὐτός πού εἶναι δίκαιος στά λόγια, εἶναι βέβαια δίκαιος καί στά ἔργα. Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος λέει: «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ»10.Ἐκεῖνος πού δέν φταίει μέ τά λόγια του, δηλαδή δέν ἔχει κάτι τό ἐπιλήψιμο σ᾿ αὐτά,αὐτός εἶναι τέλειος ἄνθρωπος. Αὐτός βέβαια θά ἐνεργήσει καί κατά ἀνάλογο τρόπο.

Ἡ κατάκριση, ἡ συκοφαντία, ἡ δυσφήμιση, τό ψέμα, εἶναι ἀδικία τῆς γλώσσας,δηλαδή ἀδικοῦμε τόν ἄλλο μέ τά λόγια μας.

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος λέει γιά τή γλώσσα: «καί ἡ γλῶσσα πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας… ἀκατάσχετον κακόν, μεστή ἰοῦ θανατηφόρου». Δηλαδή: Ἡ γλώσσα εἶναι φωτιά, ἕνας κόσμος πολλῆς ἀδικίας…. ἕνα κακό πού δέν μπορεῖ νά τό περιορίσεις, γεμάτη ἀπό δηλητήριο θανατηφόρο. Εἶναι ἐκεῖνο πού λέει ὁ λαός, ὅτι “ἡ γλώσσα κόκκαλα δέν ἔχει–ἔχει ἕνας μῦς, δέν ἔχει κόκκαλα– καί κόκκαλα τσακίζει”.

Λέγεται ὅτι οἱ γιατροί, γιά νά ἐξακριβώσουν τήν ὅλη ὑγεία τοῦ σώματος, τό πρῶτο πράγμα πού ἔχουν νά κάνουν εἶναι νά κοιτάξουν τήν κατάσταση τῆς γλώσσας. Σοῦ λέει ὁ γιατρός: «Νά δῶ τή γλώσσα σου». Ἀπ᾿ αὐτό ἐξαρτᾶται ἡ νοσηρότητα ἤ ἡ ὑγεία. Ἡ γλώσσα εἶναι καθρέφτης τῆς ὑγείας. Ἀλλά κι ὁ καθράφτης τῆς δικαιοσύνης θά λέγαμε πώς εἶναι πάλι ἡ γλώσσα. Ἄν εἶσαι ἄνθρωπος κατήγορος, ἄν εἶσαι ἄνθρωπος συκοφάντης, δυσφημιστής, ψεύτης καί τά λοιπά, δέν εἶναι δυνατόν νά ἔχεις πνευματική ὑγεία, καί βέβαια θά εἶσαι πιθανότατα ἄδικος καί ψεύτικος ἄνθρωπος καί σέ ὅλους τούς ἄλλους τομεῖς τῆς ζωῆς σου.

Ἔχουμε ὅμως καί τή δικαιοσύνη σάν καθολική ἀρετή, πού εἶναι ἡ ἄλλη σημασία τῆς λέξεως, ὅπως σᾶς εἶπα στήν ἀρχή. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀναφέρει στό εὐαγγέλιό του: «Ζαχαρίας καί Ἐλισσάβετ ἦσαν δίκαιοι ἀμφότεροι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καί δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι»11. Ἦταν καί οἱ δύο δίκαιοι. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι εἶχαν τήν ἀρετή τῆς δικαιοσύνης, ἀλλά ὅτι τηροῦσαν τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἄρα λοιπόν ἦταν ἄμεμπτοι, ἀκατηγόρητοι, δηλαδή ζοῦσαν τήν καθολική ἀρετή, τήν ἁγιότητα.

Στήν Ἁγία Γραφή, πολλές φορές, ἴσως τίς περισσότερες, ἡ ἁγιότητα λέγεταιδικαιοσύνη. Τό χωρίο αὐτό μᾶς δίνει τήν ἔννοια αὐτῆς τῆς καθολικῆς δικαιοσύνης.

Ἡ δικαιοσύνη λοιπόν ἐδῶ εἶναι ἡ ἁγιότητα, εἶναι ἡ πλήρωση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη, θεωρία καί πράξη· αὐτά τά δύο.

Ἐδῶ ὁ μακαρισμός λέει: «μακάριοι οἱ πεινῶντες καί διψῶντες τήν δικαιοσύνην».πεῖνα καί ἡ δίψα εἶναι ἡ λαχτάρα γιά τήν πνευματική ζωή. Ἄς θυμηθοῦμε ἐκεῖνον τόν πλούσιο νεανίσκο, πού πῆγε καί ζήτησε ἀπό τόν Κύριο τήν αἰώνια ζωή. «Κύριε, ρώτησε, τί νά κάνω γιά νά κερδίσω τήν αἰώνια ζωή;»12. Τό πρῶτο ἐπίπεδο ἑρμηνείας τοῦ μακαρισμου εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ νά ἐπικρατήσει στή γῆ ἡ δικαιοσύνη, δηλαδή τό δίκαιο. Τό δεύτερο εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ νά ἐπικρατήσει ἡ δικαιοσύνη μέ τήν εὐρεῖα σημασία της, δηλαδή ἡ ἀρετή, ἡ ἁγιότητα, ὄχι μόνο στόν καθένα γιά τόν ἑαυτό του, ἀλλά καί στή γῆ.

Καί ἡ πνευματική τελειότητα, ἡ ἁγιότητα, πρέπει νά γίνει ὁ μοναδικός μεγάλος πόθος τῆς ζωῆς μας. Ἡ ἁγιότητα! Μή τό ξεχνᾶμε αὐτό.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: «τά πάντα ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστόν κερδήσω»13. Τά θεωρῶ ὅλα τιποτένια, μπροστά στό μεγάλο θέμα τό νά κερδίσω τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, νά κερδίσω τόν Χριστό.

Βέβαια ὁ πιστός ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἔχει μέσα του τήν ἀναζήτηση τοῦ ἄκρου ἐφετοῦ. Τό ἄκρον ἐφετόν εἶναι ὁ Θεός, ἡ ἀκρότητα· ἡ κορυφή τῶν ἐπιθυμιῶν εἶναι ὁ Θεός. Ὅλα τά ἄλλα δέν τά ἀπορρίπτει βέβαια, γιατί ὅλα μᾶς τά ἔδωσε ὁ Θεός. Καί θά δουλέψουμε, καί θά φᾶμε, καί θά πιοῦμε, θά κτίσουμε καί τό σπίτι μας, θά φροντίζουμε νά εἶναι καθαρό, θά τό στολίσουμε, χωρίς ὑπερβολές βέβαια· γενικά θά ἔχουμε τήν κοινωνική μας ζωή μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ὅλα ἀποκτοῦν ἀξία ὅταν ὑπάρχει τό κορυφαῖο, δηλαδή ἡ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Τό ἄκρον ἐφετόν, αὐτό νά ἀναζητήσουμε, καί μόνο τότε ὅλα παίρνουν τήν πραγματική τους διάσταση καί ἀξία.

Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι στόν μακαρισμό αὐτό δέν λέει «οἱ πεινάσαντες» καί «οἱ διψάσαντες», ἀλλά «οἱ πεινῶντες» καί «οἱ διψῶντες». Μέ αὐτό θέλει νά δείξει ὅτι πρόκειται γιά μία διαρκῆ κατάσταση!

Πρέπει ἀκόμη νά δοῦμε καί μία τρίτη σημασία τῆς λέξεως δικαιοσύνη, ὅπως σᾶς τήν προανήγγειλα ἀπό τήν ἀρχή. Καί ἐδῶ ἔχουμε βέβαια τή λέξη δικαιοσύνη, ἀλλά ἡ ἔννοιά της εἶναι πάλι μέσα στήν Ἁγία Γραφή, καί θά τή βρεῖτε στήν Παλαιά Διαθήκη, στό Δ΄ Μακκαβαίων, τό ἐκτός ἀριθμοῦ, πού εἶναι τό 50ό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Εἶναι γραμμένο στά ἑλληνικά, ἐκφρασμένο πραγματικά ὑπέροχα.

Εἶναι γνωστό ὅτι ἔχουμε τέσσερις κεφαλαιώδεις ἀρετές, ἀπό τίς ὁποῖες πηγάζουν ὅλες οἱ ἄλλες οἱ ἀρετές. Αὐτές εἶναι: ἡ φρόνηση, ἡ σωφροσύνη, ἡ ἀνδρεία καί ἡ δικαιοσύνη. Εἴδατε; δικαιοσύνη!

Ἡ ἔννοια τῆς ἀρετῆς τῆς δικαιοσύνης ἐδῶ εἶναι ὁ καθορισμός τῆς σχέσεως, σέ ποσότητα καί ποιότητα, ἀνάμεσα στίς τρεῖς πρῶτες ἀρετές. Δηλαδή, μ᾿ ἄλλα λόγια, δέν μπορεῖ νά ἔχει κανείς τεράστια φρόνηση, νά ἔχει πολύ μυαλό, ἀλλά νά ἔχει τήν ἀνδρεία …τοῦ λαγοῦ, δηλαδή νά εἶναι δειλός ἄνθρωπος! Δέν μπορεῖ αὐτό νά γίνει. Πρέπει λοιπόν νά ἔχει σέ μία ἰσοτιμία καί τή φρόνηση καί τή σωφροσύνη καί τήν ἀνδρεία. Μπορεῖ νά ἔχει σωφροσύνη, νά εἶναι ἁγνός ἄνθρωπος, ἀλλά νά εἶναι ἐπιπόλαιος, νά μήν ἔχει φρόνηση. Ἔρχεται λοιπόν ἡ δικαιοσύνη τώρα σάν ζυγαριά, γιά νά δώσει ἰσοτιμία σ᾿ αὐτά πού ἔχει κάποιος. Ἄρα λοιπόν ἡ δικαιοσύνη ἐδῶ ἔρχεται νά βοηθήσει νά ἔχει κανείς αὐτά τά τρία, φρόνηση, σωφροσύνη καί ἀνδρεία, ἀλλά σέ μία ἰσότητα μεταξύ τους. Ἄν ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, τότε ἡ δικαιοσύνη, ὅπως μᾶς τή λέει ἐδῶ, εἶναι ἀναγκαιότατη, καί τότε παίρνει ἕνα ἄλλο ὄνομα, πού λέγεται διάκριση.

Ἡ καινούργια, ἡ τρίτη ἔνοια τῆς δικαιοσύνης λοιπόν, εἶναι διάκριση. Δέν μπορεῖ, μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος νά ἔχει κάτι σέ μεγάλο βαθμό, καί κάπου ἀλλοῦ νά ὑστερεῖ. Συνεπῶς, ἄν λείψει ἡ δικαιοσύνη ὡς διάκριση, κινδυνεύει νά χάσει καί τίς τρεῖς ἄλλες ἀρετές.

Καί ἐρχόμαστε τώρα στήν ἀμοιβή: «Ὅτι αὐτοί χορτασθήσονται», αὐτοί θά χορτάσουν, συμπληρώνεται στόν μακαρισμό. Μιλάει γιά χορτασμό· ἀλλά ποῦ; Ἀγαπητοί μου, καί στήν παροῦσα ζωή, ἀλλά καί ὁλοκληρωτικά στή μέλλουσα.

Στήν παροῦσα ζωή, ἐκεῖνοι πού ποθοῦν τήν ἱκανοποίηση τῶν ἀναγκῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν τους μέ τήν ἀδικία, μοιάζουν μ᾿ ἐκείνους πού προσπαθοῦν νά ξεδιψάσουν μέ ἁλατισμένο νερό! Τό κενό, τό ἀνικανοποίητο, θά μένει πάντοτε μέσα στήν ψυχή τους, ὅταν προσπαθοῦν νά κερδίζουν χωρίς τή δικαιοσύνη. Ἐκεῖνοι πού διψοῦν καί πεινοῦν γιά τήν πνευματική τελειότητα, αὐτοί θά ἱκανοποιοῦν τούς βαθύτερους πόθους τῆς ψυχῆς τους, καί ὁ Θεός τῆς δικαιοσύνης βέβαια θά εἶναι μόνιμος συγκάτοικός τους.

Ἄν ἀσκοῦν τή δικαιοσύνη, θά ἔχουν μία βαθειά εἰρήνη στή συνείδησή τους, ὅτι δέν ἀδίκησαν κανέναν. Πολλές φορές, ξέρετε, τό λέμε: «Δέν ἀδίκησα κανέναν». Εἶναι πολύ ἐπιπόλαια ἐκφορά κουβέντας, «Δέν ἀδίκησα κανέναν»! Ἐγώ, ἄν ψάξω τόν ἑαυτό μου, θά δῶ ὅτι ἔχω ἀδικήσει καί ἐσᾶς. Ἄν δέν κάνω καλό μάθημα, σᾶς ἀδικῶ. Ἄν ὁ καθηγητής στό σχολεῖο δέν κάνει καλό μάθημα, ἀδικεῖ. Δέν ἀδικεῖ; Κι ὕστερα λέμε: «Δέν ἀδίκησα κανέναν»! Δέν ἀδικήσαμε κανέναν;….

Στή μέλλουσα ζωή, ἐκεῖνοι πού πεινοῦν καί διψοῦν γιά τή δικαιοσύνη, ἐκεῖ θά χορτάσουν πλήρως.

Μιλώντας ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γιά τήν καινούργια γῆ καί τούς καινούργιους οὐρανούς, μᾶς λέει ὅτι ἐκεῖ μόνιμα πιά θά κατοικεῖ ἡ δικαιοσύνη, μέ ὅλες τίς ἔννοιές της, καί μέ τήν πρώτη καί μέ τή δεύτερη καί μέ τήν τρίτη. Γράφει στήν Β΄ ἐπιστολή του: «Καινούς δέ οὐρανούς καί γῆν καινήν, κατά τό ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ»14. Κατά τήν ὑπόσχεσή Του, περιμένουμε καινούργια γῆ καί καινούργιους οὐρανούς, στούς ὁποίους κατοικεῖ δικαιοσύνη. Βλέπετε, ἐδῶ στή γῆ δέν κατοικεῖ δικαιοσύνη· ἐκεῖ ὅμως, δηλαδή στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, θά κατοικεῖ ἡ δικαιοσύνη.

Ἔτσι, ἀγαπητοί μου, ἄς ἀσκήσουμε τή δικαιοσύνη σέ ὅλες της τίς πλευρές, καί θά μᾶς δώσει ὅ,τι δικαιώνει τήν ὕπαρξή μας.

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 1995

Συνεχίζεται…

Τέλος καί τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων

ἀφθάρτῳ ἀοράτῳ μόνῳ σοφῷ Θεῷ

τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο: “ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ”

π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου

Ἐκδόσεις: “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”

1Ματθ. 5 : 6.

2Ἡσ. 26 : 9.

3Ἱερ. Χρυσόστομος, Εἰς τό Κατά Ματθαῖον, Ὁμιλία ιε΄, MPG 57, 227, 20-23.

4Τίτ. 2 : 12.

5Λευϊτ. 19 : 36.

6Παρ. 11 : 1.

7Δευτ. 24 : 14 – 15 .

8Ἐφεσ. 6 : 6. Κολ. 3 : 22.

9Βλ. Σ. Σειρ. 20 : 29. «ξένια καί δῶρα ἀποτυφλεῖ ὀφθαλμούς σοφῶν».

10Ἰακ. 3 : 6.

11Λουκ. 1 : 5-6.

12Λουκ. 18 : 18.

13Φιλ. 3 : 8.

14Β΄ Πέτρ. 3 : 13.