π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου

**

«Καί τί ἐστι καθαρότης συντόμως;

Καρδιά ἐλεήμων ὑπέρ πάσης τῆς κτιστῆς φύσεως.

Καί τί ἐστιν καρδία ἐλεήμων;

Καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ὀρνέων καί τῶν ζῲων καί τῶν δαιμόνων καί ὑπέρ παντός κτίσματος, καί ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν καί τῆς θεωρίας αὐτῶν ῥέουσιν οἱ ὀφθαλμοί αὐτοῦ δάκρυα… ἀμέτρως καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ»

Ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Ἀγαπητοί μου, ἄν οἱ πέντε προηγούμενοι μακαρισμοί, πού ἤδη ἀναπτύξαμε, καθορίζουν μιά κατάσταση πού μᾶλλονἐκφράζεται ἐξωτερικά, ὁ ἕκτος μακαρισμός καθορίζει μία κατάσταση ὁλότελα ἐσωτερική καί φανερώνει τήν ἀφετηρία ὅλωντῶν ἐξωτερικῶν ἐκδηλώσεων.

μακαρισμός αὐτός, ὁ ἕκτος, λέει: «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»1. Εὐτυχισμένοι αὐτοί πού εἶναικαθαροί στήν καρδιά, γιατί αὐτοί θά δοῦν τόν Θεό. Προσέξτε: τονίζει τό «αὐτοί»· «ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».

Ἀλλά ποιά εἶναι αὐτή ἡ καρδιά, πού πρέπει νά εἶναι καθαρή, καί ποιά εἶναι αὐτή ἡ καθαρότητα; Ἔχουμε λοιπόν νά δοῦμεδύο θέματα:

α΄)ποιά εἶναι ἡ καρδιά, πού πρέπει νά μείνει καθαρή,

β΄)καί ποιά εἶναι ἡ καθαρότητα πού κάνει τήν καρδιά νά εἶναι καθαρή.

Ὅλοι γνωρίζουμε τήν καρδιά μας, καί μάλιστα ἄν βάλουμε τό χέρι μας στό στῆθος μας κάπου ἀριστερά τήν αἰσθανόμαστενά κτυπάει. Ἡ καρδιά εἶναι ἕνας μῦς· δέν εἶναι κόκκαλα· πού ὅμως εἶναι σπουδαιότατο ὄργανο, καί ἄν σταματήσει λίγο,πεθαίνουμε.

Αὐτός ὁ μῦς πάλλεται ρυθμικά, καί εἶναι σάν μιά ἀντλία, πού διοχετεύει τό αἷμα μέχρι τό τελευταῖο κύτταρο τοῦ σώματόςμας. Μέ αὐτή τήν ὤθηση τό αἷμα πηγαίνει μέ τίς ἀρτηρίες καί στό τελευταῖο κύτταρο τοῦ ὀργανισμοῦ, μεταφέρονταςὀξυγόνο καί θρεπτικές οὐσίες. Μετά, ἐπειδή παίρνει ἀπό τά κύτταρα τίς ἄχρηστες οὐσίες, δηλαδή τά προϊόντα καύσεως, τόαἷμα –νά τό πῶ ἔτσι– λερώνεται· γι᾿ αὐτό περνάει πρῶτα ἀπό τά νεφρά γιά νά καθαριστεῖ κι ὕστερα ἀπό τούς πνεύμονες γιάνά ἀφήσει τό διοξείδιο τοῦ ἄνθρακα καί νά πάρει τό ὀξυγόνο, καί ἐπιστρέφει στήν καρδιά, γιά νά ξανακάνει τήν ἴδιαδιαδρομή στόν ὀργανισμό μας.

Αὐτῆς τῆς σαρκικῆς καρδιᾶς οἱ ρυθμικοί κτύποι γίνονται λίγο γρηγορότεροι, πιό γοργοί, ὅταν ἡ ψυχή αἰσθάνεται χαρά.Ὅταν ἡ ψυχή αἰσθάνεται ἐνοχή ἤ μῖσος ἤ φθόνο ἤ ἀγωνία, πάλι αὐτή ἡ καρδιά κτυπᾶ κάπως πιό γρήγορα. Ἔτσι, ἡ σαρκικήμας καρδιά γίνεται τό πρόσωπο τῆς ψυχῆς μας, γιατί ἐκφράζει στήν μορφή μας, στό πρόσωπό μας, τίς ποικίλες καταστάσειςτίς ποικίλες ἀντιδράσει της. Ἄν εἴμαστε χαρούμενοι, ἄν εἴμαστε λυπημένοι, ὅ,τι κι ἄν αἰσθανόμαστε, αὐτό φαίνεται στόπρόσωπό μας ἀμέσως. Ἔτσι, ὅπως εἶναι τό πρόσωπο, πού βλέπει ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἔτσι καί ἡ καρδιά εἶναι τό πρόσωπο τῆςψυχῆς, πού δείχνει πῶς αἰσθάνεται ἡ ψυχή.

Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἁγία Γραφή πολλές φορές ταυτίζει τήν ψυχή μέ τήν καρδιά. Ἀντί νά πεῖ τή λέξη ψυχή, λέει τή λέξη καρδιά,ὅπως ἐδῶ στόν μακαρισμό πού λέει «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ», ἐνῶ θά μποροῦσε νά εἰπωθεῖ «μακάριοι οἱ καθαροί τῇψυχῇ».

Ἡ ψυχή ὅμως ἔχει τρεῖς πτυχές: τή νόηση, τό συναίσθημα καί τή βούληση. Αὐτό πάντα νά τό θυμᾶστε. Γι᾿ αὐτό καί ἡ καρδιάἄλλοτε ἐκφράζει τή νόηση, ἄλλοτε ἐκφράζει τό συναίσθημα καί ἄλλοτε τή βούληση, ἀφοῦ εἶναι τό πρόσωπο τῆς ψυχῆς.

Ἔτσι, γιά παράδειγμα, ὡς πρός τό συναίσθημα, γράφει ἡ Ἁγία Γραφή: «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίαςσου»2. Καί ἐδῶ τή λέξη καρδιά ἄς τήν πάρουμε μέ τήν κύρια σημασία της, δηλαδή ὡς συναίσθημα, ὅπως αὐτό τό «σέ ἔχωστήν καριά μου» πού λέμε.

Ὡς πρός τή διάνοια, ὁ Κύριος λέει: «Ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρά ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;»3. Τό ρῆμα ἐνθυμοῦμαι ἐκφράζειμιά ἰδιότητα τῆς διανοίας. Ἐπίσης ὁ Κύριος ρωτάει: «καί διατί διαλογισμοί ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;»4. Ἐδῶπαρουσιάζει τήν καρδιά ὡς διάνοια, δηλαδή ἐκφράζεται ἡ πτυχή τῆς διανοίας. Αὐτό εἶναι πάρα πολύ σημαντικό.

Καί ὡς πρός τή βούληση διαβάζουμε: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου»5. Θά ἀγαπᾶς τόν Κύριο καί Θεόσου μέ ὅλη σου τή δύναμη. Έδῶ τώρα ἐκφράζει τήν καρδιά ὡς βούληση.

Καί τά τρία αὐτά συνοψίζονται πάλι στήν πρώτη ἐντολή, πού λέει: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σουκαί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου»6. Τά βάζει ὅλα. Ἐδῶ καλύπτεται ὅλο τό φάσμα τῶν δυνάμεων τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, καίσημαίνει ὅτι –ἀφοῦ βλέπει κανείς ποιά εἶναι ἡ καρδιά– ἡ καθαρότητα ὀφείλει νά καλύπτει ὅλο τό φάσμα τῆς ψυχῆς, δηλαδήὅλες τίς δυνάμεις της. Ἀκριβέστερα, πρέπει νά καλύπτει καί τό σῶμα. Ὄχι μόνο τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί τήνκαθαρότητα τοῦ σώματος. Θά τό δοῦμε αὐτό.

Καρδιά λοιπόν σημαίνει τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο: τή νόησή του, τό συναίσθημά του καί τή βούλησή του. Αὐτά πρέπει νάεἶναι καθαρά, μαζί βεβαίως μέ τό σῶμα.

Ποιά εἶναι τώρα αὐτή ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἀφοῦ ἡ καρδιά συγκεντρώνει ὅλες τίς πτυχές τῆς ψυχῆς; Ἡ καθαρότητάτης εἶναι πνευματική, εἶναι ἐσωτερική καθαρότητα. Εἶναι ἡ ἁγνότητα τῆς ψυχῆς, πού καταργεῖ καί καταστρέφει κάθερυπαρότητα καί ἀκαθαρσία πού δημιουργεῖ ἡ ἁμαρτία· εἶναι ὁ ἀκέραιος ἄνθρωπος, ὁ σωστός ἄνθρωπος, εἶναι ὁ ἄδολοςἄνθρωπος.

Κάποτε ὁ Κύριος, ὅταν εἶδε τόν Ναθαναήλ, μετά τήν πρόσκληση πού τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Φίλιππος, εἶχε πεῖ: «Νά ἕνας ἄδολοςἄνθρωπος, ἕνας ἄδολος Ἰσραηλίτης!»7. Αὐτό εἶναι μεγάλος τίτλος τιμῆς! Ποῦ νά μοῦ τό ἔλεγε ἐμένα ὁ Κύριος αὐτό, ὅτι εἶμαιἄδολος ἄνθρωπος…! Δηλαδή ὁ ἄδολος ἄνθρωπος εἶναι ὁ εὐθύς, ὁ εἰλικρινής, καί στίς πράξεις καί στίς προθέσεις, δηλαδή ὁἁγνός ἄνθρωπος· εἶναι ὁ ὡραῖος ἄνθρωπος, ὅπως βγῆκε ἀπό τά χέρια τοῦ Δημιουργοῦ του, ὅπως ἦταν ὁ πρωτόπλαστοςἈδάμ πρίν ἁμαρτήσει. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔλεγαν ὁ «ὁ χαρίεις ἄνθρωπος», ὁ χαριτωμένος ἄνθρωπος8. Βέβαια, ἔχουμεἀνθρώπους, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἀγόρια καί κορίτσια, πού βιώνουν αὐτή τήν κατάσταση. Καί τούς ἀγαπάει κανείς πάραπολύ, πάρα πολύ… Ἀποκαλύπτεται μπροστά τους πραγματικά!

Ἀλλά ἄς δοῦμε τά πράγματα ἐπί μέρους.

Καταρχάς, ὡς πρός τήν καθαρότητα τῆς νοήσεως, ἐννοοῦμε τίς καθαρές σκέψεις, ἐντυπώσεις, ἀναμνήσεις, φαντασίες.

Μποροῦμε νά φανταστοῦμε, ἀγαπητοί, ποιά ἄραγε ἦταν πραγματικά ἡ Θεοτόκος; Ἄν μποροῦμε νά ποῦμε χαριτωμένουςκάποιους ἀνθρώπους μας πού ἔχουν καθαρότητα καρδιᾶς, τότε ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς τῆς Θεοτόκου ποιά νά ἦταν;….Οὔτε κἄν διανοητικά, δηλαδή οὔτε μέ τή σκέψη, δέν μποροῦμε νά συλλάβουμε τό μέγεθος τῆς καθαρότητας τῆς Παναγίαςμας!… Εἶναι ἀσύλληπτο! Καί γιά νά μή νομισθεῑ ὅτι ἐγώ ἔτσι τό καταλαβαίνω, ὑπενθυμίζω ὅτι καί ὁ ἀγγελικός κόσμοςἀποκαλύπτεται μπροστά Της! Αὐτές οἱ ἐκφράσεις, ὅτι εἶναι «τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ» καί «ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ» καί εἶναι «ἡ πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν» καί εἶναι… καί εἶναι… δέν εἶναι ποιητικές ἐκφράσεις· εἶναι πραγματικότητα. Πέστε μου λοιπόν: πόσο ἁγνή πρέπει νά ἦταν ἡ διάνοια τῆς Παναγίας μας;… Εἶναι ἀσύλληπτο, πραγματικά ἀσύλληπτο!

Ἡ καθαρή διάνοια δηλαδή εἶναι ἡ ἀπαλλαγμένη ἀπό ψεύτικες ἰδέες, πλάνες, προλήψεις, δεισιδαιμονίες ἤ ἀπό σχέδια ἁμαρτωλά καί ἐγκληματικά, ἀπό κακές σκέψεις γιά τό πῶς θά κάνουμε τό κακό στόν ἄλλο.

Ἡ ἀπουσία τῆς κρυψίνοιας (κρυψίνους λέγεται αὐτός πού κρύβει τούς λογισμούς του, δέν ἀποκαλύπτει τίς σκέψεις του, συνήθως τίς κακές) φανερώνει καθαρή διάνοια. Βέβαια, καί ἡ Παναγία μας δέν ἔλεγε τίποτα γιά τόν Εὐαγγελισμό της, ἀκόμα οὔτε καί στόν μνήστορα Ἰωσήφ. Ὅμως ἐκεῖ ἦταν στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ· δέν ἔπρεπε νά πεῖ τίποτα ἡ Θεοτόκος. Ἦταν ἕνα μυστήριο τοῦ Θεοῦ, ἦταν τό μυστήριο τῶν μυστηρίων, μέ τήν ἔννοια τοῦ μυστικοῦ. Ἀλλά ὁ ἄνθρωπος εἶναι κρυψίνους συνήθως στά κακά πράγματα· δέν ξέρει κανείς τί πιστεύει, ποιές εἶναι οἱ προθέσεις του. Ἔχουμε ἀνθρώπους τέτοιους· καί λέμε: «Πῶς νά τοῦ ἐμπιστευθῶ ἐγώ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου…Δέν ξέρω τί πιστεύει, ποιές εἶναι οἱ ἰδέες τοῦ».

Καθαρότητα στή διάνοιά του δέν ἔχει ἐπίσης οὔτε ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, αὐτός πού ἔχει ὑψηλοφροσύνη. Ἡ Ἁγία Γραφή, στό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν, λέει «ἀκάθαρτος παρά Θεῷ πᾶς ὑψηλοκάρδιος»9. Συνεπῶς ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δέν ἔχει καθαρότητα.

Ἄς δοῦμε τώρα τήν καθαρότητα στόν χῶρο τοῦ συναισθήματος. Ἐδῶ ἐννοοῦμε τά ἁγνά αἰσθήματα τῆς ἀγάπης καί τῆς φιλίας, τῆς φιλοξενίας, τῆς γενναιοδωρίας. Ἡ ὑστεροβουλία στόν χῶρο τοῦ συναισθήματος νά εἶναι ἀνυπόστατη. Δέν πρέπει νά κινοῦμε τίς ὑποψίες τῶν ἄλλων, ὥστε νά λένε: «Γιατί αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο γενναιόδορος; Μήπως ἔχει κάτι στό μυαλό του; Μήπως σκέπτεται ὑστερόβουλα;». Ὄχι· ἁπλῶς θέλουμε νά εἴμαστε γενναιόδοροι.

Ἡ φιλοτιμία, ἡ ὡραία αὐτή ἀρετή, πρυτανεύει στόν ἄνθρωπο μέ καθαρό συναίσθημα, πρυτανεύει χωρίς ἐγωισμούς. Ἡ ἀντίδραση σέ ὅ,τι ἀγαθό εἶναι ἀνύπαρκτη. Ἡ ἀγαθή προαίρεση προέχει παντοῦ καί ἡ ἁγιότητα βασιλεύει.

Καί τέλος, ἄς ἔρθουμε στόν χῶρο τῆς βουλήσεως. Ἡ θέληση εἶναι βεβαίως ἐλεύθερη καί πάντοτε κινεῖται στόν χῶρο τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Δέν πιέζεται ὁ ἄνθρωπος· ἄν θέλει, δέχεται· κι ἄν δέν θέλει, δέν δέχεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, καθαρότητα τῆς βουλήσεως εἶναι νά μπορούμε νά ταυτίζουμε τό θέλημά μας μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός στήν ἀρχιερατική Του προσευχή ἔλεγε: «πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ»10. Ὄχι ὅπως θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅπως ἐσύ, Πάτερ. Ὁ καθαρός δηλαδή στή βούληση ἄνθρωπος κάνει ὅ,τι θέλει ὁ Θεός, ὅσο δύσκολο κι ἄν εἶναι αὐτό. Δέν ἔχει δικό του θέλημα· γι᾿ αὐτό θυσιάζει κάθε δικαίωμά του, θυσιάζει ἀνέσεις, δέν ὑπολογίζει κόπους, δίνει ἀκόμη καί τό αἷμα του καί τή ζωή του. Ἔχει μιά βούληση ἐλεύθερη ἀπό συγκαταθέσεις καί ἀποφάσεις ἁμαρτωλές, μία καθαρή πραγματικά βούληση.

Κι ὅλα αὐτά, στή συντομότατη ἀνάλυση πού ἤδη κάναμε γιά τούς τρεῖς χώρους τῆς ψυχῆς, συνοψίζονται, χωρίς βέβαια νά ἐξαντλοῦνται, σ᾿ ἐκεῖνο πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Φιλιππησίους: «Τό λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστίν ἀληθῇ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε… ταῦτα πράσσετε»11. Λοιπόν, ἀδελφοί μου, ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα ἔχουν καλή φήμη, ὁτιδήποτε ἐπαινεῖται, αὐτά νά σκέπτεσθε, αὐτά νά πράττετε. Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, ὁ ἀπόστολος Παῦλος θέλει νά τονίσει ἐδῶ τήν ἀξία αὐτοῦ τοῦ μακαρισμοῦ: «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».

Ἔχουμε ὅμως καί μιά εἰδικότερη καθαρότητα τῆς καρδιᾶς.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, πάνω σ᾿ αὐτό, γράφει: «Καθαρούς δέ ἐνταῦθά φησιν, ἤ τούς καθολικήν ἀρετήν κεκτημένους καί μηδέν ἑαυτοῖς συνειδότας πονηρόν, ἤ τούς ἐν σωφροσύνῃ διάγοντας»12. Δηλαδή: Καθαρούς ἐδῶ λένε εἴτε ἐκείνους πού ἔχουν ἀποκτήσει τήν ὅλη ἀρετή –γιά τήν ὁποία ἀμεσως μετά θά μιλήσουμε – καί πού δέν σκέφτονται τίποτε τό πονηρό, ἤ ἐκείνους πού ζοῦν μέ σωφροσύνη, δηλαδή ἁγνότητα ψυχῆς καί σώματος. Νά πῶς πέρνει θέση ὁ Ἅγιος γιά τό σῶμα! Προσέξτε το αὐτό, γιατί πρέπει νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μία περίεργη ἀντίληψη.

Μία φορά ἔκενα μία συζήτηση μ᾿ ἕναν γιατρό. Λαϊκός ἤμουν, νέος πολύ νέος, καί μοῦ ἔλεγε ὅτι δέν ἔχει καμία σχέση ἡ ἁγνότητα τῆς ψυχῆς, μέ τήν ἁγνότητα τοῦ σώματος, καί ἔφερε ὡς παράδειγμα τή Μαρία τή Μαγδαληνή, λέγοντας ὅτι δέν ἦταν ἁγνή στό σῶμα. Ἔλεγε ὅτι ἦταν μέν ἁγνή στήν ψυχή, ἐπειδή ἀκολούθησε τόν Κύριο, ὄχι ὅμως καί στό σῶμα, καί ἰσχυριζόταν ὅτι αὐτά εἶναι δυό ξεχωριστά πράγματα. Καταρχάς ἔκενε ἕνα λάθος, διότι πρῶτα-πρῶτα ἡ Μαρία ἡ μαγδαληνή δέν ὑπῆρξε ἀνήθικη, δέν ὑπῆρξε πόρνη.

Ἀλλά ἄς μήν ἀπατόμαστε: ἄν κανείς δέν ἔχει τό ὑπόβαθρο τῆς ἁγνότητος τῆς σωματικῆς, δέν μπορεῖ νά ἀναπτύξει καμία ἀρετή, καί μάλιστα τήν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς. Μέ κανένα τρόπο. Καί ἡ ἁγνότητα εἶναι σπουδαῖο στοιχεῖο, ὅπως εἶναι καί ἡ παρθενία, πού ἀναφέρεται καί στήν ψυχή καί στό σῶμα. Προσέξτε το, τό ὑπογραμμίζω: καί στήν ψυχή καί στό σῶμα!

Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀπό τόν Θεό δύο θησαυρούς: τήν πίστη καί τήν ἁγνότητα. Ἄν χάσει κανείς τήν ἁγνότητά του, τότε ἡ πρώτη, ἡ πίστη, χάνεται ἀπό μόνη της.

Προσέξτε ἐδῶ κάτι τό πολύ σημαντικό: Κάποιος σοφός ἔλεγε ὅτι κάθε φορά πού ἔπεφτε στό θέμα τῆς ἁγνότητος, εἶχε ἀμφιβολίες γιά τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Πίστεως. Αὐτό εἶναι πολύ ἀληθινό. Οὐδέποτε θά ἀκούσετε νέον ἤ νέα, ἁγνούς στήν ψυχή, πού νά ἔχουν ἀληθινή ἁγνότητα– ἐπειδή δέν πέφτουν σέ ἁμαρτίες– νά σᾶς προβάλουν θέματα ἀμφιβολίας, δυσπιστίας καί ἀπιστίας, καί ἀκόμα χειρότερα ἀθεΐας. Ἐκεῖνος πού ἔχασε τήν ἁγνότητά του, αὐτός ἔχει ἀμφιβολίες γιά τήν Πίστη.

Ὑπάρχει ἕνας μηχανισμός ἐδῶ, πού τόν ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «πᾶς γάρ ὁ φαύλα πράσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ»13. Αὐτός εἶναι ὁ μηχανισμός. Ἀπό τή στιγμή πού θέλεις καί ἐνδίδεις στήν ἀνηθικότητα, θά ἀρχίσεις νά προβάλεις ἀπορίες: «Καλά, ὑπάρχει Κόλαση; Καλά, ὁ Θεός εἶναι δίκαιος; Δηλαδή τιμωρεῖ ὁ Θεός; Θά κριθοῦμε; Θά ἀναστηθοῦμε;». Αὐτός εἶναι ὁ μηχανισμός, ἡ διαδικασία πράξεων καί λογισμῶν.

Γι᾿ αὐτό εἶχε δίκαιο αὐτός πού ἔλεγε ὅτι ἀπό τή στιγμή πού ἔφταιξε στό θέμα τῆς ἁγνότητος, μπῆκε σέ ἀμφιβολίες γιά θέματα Πίστεως. Χρειάζεται λοιπόν πολλή προσοχή! Ἡ ἁγνότητα τοῦ σώματος εἶναι βασική προϋπόθεση τῆς ἁγιότητος. Ἄν δέν εἶναι κανείς ἁγνός στό σῶμα, δέν μπορεῖ νά γίνει ἅγιος! Δέν γίνεται, παρά μόνο ἄν μετανοήσει.

Γι᾿ αὐτό μάλιστα ἡ ἁγνότητα τοῦ σώματος ἀποτελεῖ τήν ἀρνητική ὄψη τῆς ἁγιότητος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τό λέει ὡς ἑξῆς:«Τοῦτο γάρ ἐστι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμός ὑμῶν, ἀπέχεσθε ὑμᾶς ἀπό τῆς πορνείας»14. Αὐτό εἶναι λοιπόν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ: ὁ ἁγιασμός σας, δηλαδή ἐσεῖς νά ἀπέχετε ἀπό τήν πορνεία. Σαφῶς, σαφέστατα!

Ἀλλά πρέπει νά δοῦμε καί μία γενικότερη καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς μίλησε καί γιά μία γενική ἀρετή, μία καθολική ἁγιότητα, ἀλλά καί γιά μία εἰδική, πού ἀναφέρεται στό θέμα τοῦ σώματος. Ἡ συνολική ἀρετή δημιουργεῖ μία καθαρότητα· δηλαδή ἡ ἁγιότητα εἶναι μία καθαρότητα, καί μάλιστα θετικῆς ὄψεως. Καί ἡ σχέση καθαρότητος καρδιᾶς καί θεωρίας Θεοῦ θά μᾶς ἐξηγηθεῖ ἀπό ἕνα κείμενο τοῦ 3ου αἰῶνος, τοῦ Θεοφίλου Ἀντιοχείας. Εἶναι ἡ πρώτη ἀπό τίς τρεῖς ἐπιστολές πού εἶχε στείλει πρός κάποιον Αὐτόλυκον. Ἀκοῦσατε τί γράφει:

«Ἀλλά καί ἐάν φῇς “Δεῖξόν μοι τόν θεόν σου”, κἀγώ σοι εἴποιμι ἄν· “Δεῖξόν μοι τόν ἄνθρωπόν σου κἀγώ σοι δείξω τόν θεόν μου”. Βλέπεται γάρ θεός τοῖς δυναμένοις αὐτόν ὁρᾶν, ἔπαν ἔχωσι τούς ὀφθαλμούς ἀνεῳγμένους τῆς ψυχῆς καί οὐκ ὑποκεχυμένους τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς ὑπό τῶν ἁμαρτημάτων καί τῶν πράξεών των τῶν πονηρῶν. Ὥσπερ ἔσοπτρον ἐστιλβωμένον, οὕτως δεῖ τόν ἄνθρωπον ἔχειν καθαράν ψυχήν»15. Δηλαδή: Ἄν μοῦ πεῖς “δεῖξε μου τόν θεό σου”, θά σοῦ πῶ καί ἐγώ “δεῖξε μου ποιός εἶσαι, καί τότε θά σοῦ δείξω τόν Θεό μου”. Εἶναι αὐτό πού ἔλεγα προηγουμένως· ἀπό τή στιγμή πού χάλασες τήν ἁγνότητα, ἔχεις ἀμφιβολίες γιά τόν Θεό. Γιατί ὁ Θεός φανερώνεται μόνο σ᾿ ἐκείνους πού μποροῦν νά Τόν δοῦν καί ἔχουν τά μάτια τῆς ψυχῆς τους ἀνοιχτά, καί ὄχι σ᾿ αὐτούς πού ἔχουν χυθεῖ τά μάτια τους ἀπό τίς ἁμαρτίες καί τίς πονηρές τους πράξεις. Ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἕνα ἔσοπτρο στιλβωμένο, ἔτσι πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος νά ἔχει καθαρή καρδιά.

Τό στιλβωμένον ἔσοπτρον εἶναι ἕνας καθρέφτης. Πρέπει νά ξέρετε ὅτι τότε δέν ὑπῆρχαν οἱ καθρέφτες ὅπως τούς ἔχουμε σήμερα, ἀλλά ἦταν μέταλλα στιλβωμένα. Ὅταν πέσει μία ἀκτίνα ἐπάνω στόν καθρέφτη, αὐτή ἀνακλᾶται. Ὅταν ὅμως δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ καθαρότητα, δηλαδή ἡ στίλβωση τῆς ἐπιφανείας τοῦ καθρέφτη, τότε πῶς θά ἀνακλασθεῖ ἡ ἀκτίνα;

Σημειῶστε ὅτι ὅλες οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἔρχονται σέ μᾶς καί ἄν τίς ἀποδεχθοῦμε ἀνακλῶνται πρός τόν Θεό. Γιά παράδειγμα, ὁ Θεός μοῦ στέλνει τήν ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς πίστεως, καί ἐγώ, ἄν τήν ἀποδεχθῶ, ἄν εἶναι καθαρό τό κάτοπτρό μου, τήν ἀνακλῶ πίσω στόν Θεό. Ἀνακλῶ πρός τόν Θεό θά πεῖ ἀποδέχομαι, λέω, πιστεύω. Ἔτσι καί ἡ ἁγνότητα. Γι᾿ αὐτό λέει ἐδῶ ὁ Θεόφιλος Ἀντιοχείας ὅτι ἐξαρτᾶται σέ ποιά κατάσταση εἶναι ἡ ὅλη σου καρδιά ὡς πρός τά ἁμαρτήματα. « Δεῖξε μου, λοιπόν, τόν ἄνθρωπό σου». Εἶναι θεμελιώδους σημασίας ἀπάντηση. «Θέλεις νά σοῦ δείξω τόν Θεό μου; Μάλιστα. Δεῖξε μου πρῶτα ποιός εἶσαι, καί θά σοῦ δείξω μετά τόν Θεό μου».

Άκόμη ἔχουμε ἕνα θαυμάσιο κείμενο τοῦ ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου πού μᾶς μιλάει γι᾿ αὐτήν τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς:«Καί τί ἐστι καθαρότης συντόμως; Καρδιά ἐλεήμων ὑπέρ πάσης τῆς κτιστῆς φύσεως. Καί τί ἐστιν καρδία ἐλεήμων; Καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ὀρνέων καί τῶν ζῲων καί τῶν δαιμόνων καί ὑπέρ παντός κτίσματος, καί ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν καί τῆς θεωρίας αὐτῶν ῥέουσιν οἱ ὀφθαλμοί αὐτοῦ δάκρυα… ἀμέτρως καθ᾿ ὁμοιότητα τοῦ Θεοῦ»16.

Δηλαδή: Καί τί εἶναι, μέ δύο λόγια, καθαρότητα; Εἶναι ἡ καρδιά ἡ ἐλεήμων γιά ὅλη τήν κτιστή φύση· καί τί εἶναι ἐλεήμων καρδιά; Εἶναι ἡ καρδιά πού καίγεται μέσα της γιά ὅλη τήν κτίση, γιά τούς ἀνθρώπους καί γιά τά πουλιά καί γιά τά ζῶα, ἀκόμα καί γιά τούς δαίμονες – τούς λυπᾶται· «ταλαίπωρα πλάσματα, λέει, ποῦ φτάσατε…!»– καί γιά κάθε δημιούργημα. Καί μόνο γιατί τά θυμᾶται κανείς αὐτά, καί μόνο γιατί τά βλέπει, τρέχουν ἀπό τά μάτια του πολλά δάκρυα… μοιάζοντας στόν Θεό. Βλέπετε ἐδῶ τώρα τί θά πεῖ ἁγνότητα καρδιᾶς;

Αὐτήν τήν καύση τῆς καρδιᾶς αἰσθάνθηκαν καί οἱ δύο μαθητές πρός Ἐμμαούς, καθώς ἄκουγαν τά λόγια τοῦ Ἰησοῦ στόν δρόμο, καί εἶπαν: «Οὐχί ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμεῖν ἐν τῇ ὁδῶ καί ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τάς γραφάς;»17. Δέν καιγόταν ἡ καρδιά μας, καθώς μᾶς ἐξηγοῦσε στόν δρόμο τίς Γραφές; Ἀλλά οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ δύο μαθητές, ἔζησαν τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί αἰσθάνθηκαν αὐτό πού αἰσθάνθηκαν γιατί εἶχαν μία καθαρότητα καρδιᾶς· ἄν ἦταν ὅμως κανένας Καϊάφας καί κανένας Ἄννας, θά αἰσθάνονταν τό ἴδιο; Θά συνελάμβαναν πάλι τόν Ἰησοῦ, γιά νά Τόν ξανασταυρώσουν!

Καί ἡ ἀμοιβή αὐτῶν πού ἔχουν καθαρή καρδιά εἶναι νά δοῦν τόν Θεό· «ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»!

Εἴδαμε στόν ἅγιο Ἰσαάκ νά ταυτίζεται ἡ καθαρότητα μέ τήν ἀγάπη. Καί ἐπειδή «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί»18, γι᾿ αὐτό θά δοῦν τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή τή δόξα τοῦ Θεοῦ, καί ἐδῶ στή γῆ καί στόν Οὐρανό. Ἐδῶ «δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι», ἐκεῖ στόν Οὐρανό «πρόσωπον πρός πρόσωπον»19. Λυπᾶμαι πού δέν ἔχω χρόνο νά κάνω ἐδῶ περισσότερη ἀνάλυση.

Μᾶς λέει ὁ Ἰωάννης: «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καί οὕπω ἀφανερώθῇ τί ἐσόμεθα, οἴδαμε δέ ὅτι ἐάν φανερωθῇ ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτόν καθώς ἐστι. καί πᾶς ὁ ἔχων τήν ἀλπίδα ταύτην ἐπ᾿ αὐτῷ ἀγνίζει ἑαυτόν, καθώς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι»20. Ἀγαπητοί, τώρα εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν φανερώθηκε ἀκόμη τί θά εἴμαστε· ξέρουμε ὅμως ὅτι ὅταν θά φανερωθεῖ, θά εἴμαστε ὅμοιοι μ᾿ Ἐκεῖνον, διότι θά Τόν δοῦμε ὅπως εἶναι.

Καί ὅποιος ἔχει αὐτή τήν ἐλπίδα πρός Αὐτόν, καθαρίζει τόν ἑαυτό του, γίνεται ἁγνός, ὅπως ἁγνός εἶναι καί Ἐκεῖνος. ΣτήνἈποκάληψή του δέ ὁ Ἰωάννης λέει ὅτι θά δοῦμε τό πρόσωπό Του21.

Πῶς ὅμως βλέπεται ὁ Θεός ἐδῶ; Αὐτό γίνεται ἐνδιάθετα, ἀπό μέσα, – διακρίνοντας πάντοτε τήν οὐσία ἀπό τή δόξα, ἄν μποροῦμε βέβαια νά διακρίνουμε τά δυό αὐτά. Ὁ ἄλλος δίνει τή ζωή του γιά μαρτύριο· ἄν ὅμως δέν ἔβλεπε τόν Θεό, δέν θά τήν ἔδινε γιά χάρη Του, καί μάλιστα μέ μαρτυρικό τρόπο.

Ἀκόμη, ὁ Θεός ὁρᾶται μέ τίς ἐπεμβάσεις Του στήν Ἱστορία· ὅπως στήν Ἐρυθρά θάλασσα. Ὁ Μωυσῆς ὀνομάζεται Θεόπτης. Ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος ἀναφέρεται ὅτι εἶδε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ22. Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἔχουν τήν ἐμπειρία τῆς θεωρίας τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, καί γενικά τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του.

Ἀγαπητοί μου, ἀπόλυτη συναίσθηση νά προσευχόμαστε γιά ἐκεῖνο πού προσευχόταν κι ὁ Δαυίδ:

«Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου»23.

Κυριακή, 14 Ἰανουαρίου 1996

Συνεχίζεται…

Τέλος καί τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων

ἀφθάρτῳ ἀοράτῳ μόνῳ σοφῷ Θεῷ

τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

Ἀπό τό βιβλίο: “ΟΙ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΙ”

π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου

Ἐκδόσεις: “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”

1Ματθ. Ε΄ : 8.

2Δευτ. Στ΄: 5. Λουκ. Ι΄ : 27. Μᾶρκ. Ιβ΄ : 30.

3Ματθ. Η΄: 4.

4Λουκ. Κδ΄ : 38.

5Μᾶρκ. Ιβ΄ : 30.

6Λουκ. Ι΄ : 27.

7Λουκ. Α΄ : 48.

8Βλ. Plutarch’s moralia, vol. 11, De Herodoti malignitate, 869 D 4, «χαρίεις συγγραφεύς». Quaestiones convivales, 707 D 3, «χαρίεις ἀνήρ», κ.ἀ.

9Παρ. Ιστ΄: 5.

10Ματθ. Κστ΄ : 39. Λουκ. Κβ΄ : 42.

11Φιλ. Δ΄ : 8-9.

12Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος, Εἰς τό Κατά Ματθαῖον, Ὁμιλία

13Ἰωάν. Γ΄: 20.

14Α΄ Θεσ. Δ΄: 3.

15Θεόφιλος Ἀντιοχείας, Πρός Αὐτόλυκον Clarendon,1,2,1-20.

16Ἅγ. Ἰσαάκ ὁ Σύρος, Εὑρεθέντα Ἀσκητικά, Λόγος ΠΑ΄, 7, Περί διαφορᾶς ἀρετῶν καί περί τελειώσεως παντός δρόμου.

17Βλ. Λουκ. ΚΔ΄ : 13-35.

18Α΄ Ἰωάν. Δ΄ : 16.

19Βλ. Α΄Κορ. ΙΓ΄ :12.

20Α΄ Ἰωάν. Γ΄ : 2-3.

21Βλ. Ἀποκ. ΚΒ΄4.

22Βλ. Πράξ. Ζ ΄: 55.

23Ψαλμ. 50 : 12.