Πλησίαζε Μεγάλη Σαρακοστή. Τά χαράματα τῆς Δευτέρας τῆς Τυρινῆς βρῆκαν τόν ὅσιο βυθισμένο στήν προσευχή:

-Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεός
τῶν ἐπιγείων καὶ τῶν ἐπουρανίων,
τῶν ὁρατῶν καὶ τῶν ἀοράτων,
ρίξε τὸ  βλέμμα Σου καί κοίταξε
τόν ἄσωτο καί τόν ἁμαρτωλό,
πού γι’ ἄλλη μιά φορά μπροστά Σου στέκεται
πνιγμένος μές στά πλήθη τῶν πταισμάτων του.
Ἐλέησέ με, εὔσπλαχνε,
τόν μολυσμένο στήν ψυχή καί στό σῶμα,
«καί ἱλάσθητι τῇ ἁμαρτία του,
πολλὴ γάρ ἐστι»144.
Ναί, ξεπερνοῦν οἱ ἁμαρτίες μου καὶ οὐρανό καὶ γῆ,
καὶ τῶν ἀνθρώπων τὸ γένος στιγματίζουν.
Μή μοῦ στερήσεις ὡστόσο, Κύριε μου,
τὴν παρουσία καί τήν προστασία Σου,

μεγάλε καί φοβερέ σ’ ὅλη τήν οἰκουμένη!

Ἀλλά καθώς εὐλόγησες τόν Ἀβραάμ,
τόν Ἰσαάκ, τόν Ἰακώβ,
εὐλόγησε κι ἐμένα, θαυματουργέ καί ἐλεήμων.
Ἁγίασέ μου τήν ψυχή, τό σῶμα,
τό νοῦ, τὰ χείλη, τὴν καρδιά,
τά μάτια καί τ’ αὐτιά,
ἀπό τίς ἄτοπες κινήσεις ἐμποδίζοντας
τά αἰσθητήριά μου ὅλα.
Ναί, Κύριε τῶν νοερῶν δυνάμεων,
τῶν ἐπουρανίων στρατευμάτων,
πού γύρω στέκονται στό φοβερό Σου θρόνο
καί τό πανάγιο Σου ὄνομα
ἀνέκφραστα ὑμονολογοῦν κι αἰώνια δοξάζουν!
Μή μέ ἀφήσεις ἀπροστάτευτο,
κι ἄς εἶμαι ὅλος ἕνα πάθος αἰσχρὸ καὶ βρωμερό,
ἀλλὰ βοήθησέ με, τόν νωθρό καί τιποτένιο,
 Δέσποτα ἐλεήμων.
Ἐσύ, πού μέ τόν Ἰακώβ
κατέβηκες στήν Αἴγυπτο,
καί πού τόν δοῦλο Σου Ἰωσήφ
ἀπό μίσος ἔσωσες τῶν ἀδελφῶν του
κι ἀπ’ τήν κακόβουλη ἐπίθεση τῆς Αἰγυπτίας
καί βασιλιά τόν ἔκανες στήν Αἴγυπτο,
κάνε κι ἐμένα βασιλιά
πάνω σέ κάθε μολυσμό
τῆς σάρκας καί τοῦ πνεύματος,
καί σῶσε με ἀπ’ τή μοιχαλίδα ἁμαρτία
κι ἀπ’ τῶν ἀκάθαρτων παθῶν τήν ἀθλιότητα.
Ἄκουσε με, ἅγιε καί τρισάγιε.
Ἐσύ, πού μέ τό δοῦλο Σου Ἰώβ
Δόξασες τό γλυκύ Σου ὄνομα,
κάνε νά δοξαστεῖ καί μέ τό βρωμερό ἐμένα
τῆς βασιλείας Σου, πανάγαθε, τό κράτος.
Ἐσύ, πού μέ τό Μωυσῆ
λύτρωσες τόν Ἰσραηλιτικό λαό
ἀπό τήν αἰγυπτιακή δουλεία,
καί μέ τό στύλο τοῦ πυρός καὶ τὴ νεφέλη
στὴ γῆ τοὺς ἔφερες τῆς ἐπαγγελίας,
ὁ ἴδιος εἶσαι, Κύριε, καί τώρα,
ὁ Θεός τῆς πλάσης ὅλης.
Τό χέρι Σου ἅπλωσε, λοιπόν,
τ’ ἀόρατο, τό φοβερό, τό κραταιό, τό ἔνδοξο,
κι εὐλόγησε με Σύ,
ὁ Σωτήρας καί Θεός μου,
ἡ ζωή μου καί τό φῶς μου!
Εὔφρανέ με μέ τή θεϊκή Σου ἀγάπη.
Καί τ’ ἁμαρτήματα ἤ σφάλματά μου,
τά ἑκούσια καί τά ἀκούσια,
σάν ἀγαθός Θεός, φιλάνθρωπος
καὶ μόνος ἀναμάρτηρος,
συγχώρεσέ τα, δείχνοντας εὐσπλαχνία καί συμπάθεια,
ἔλεος, οἰκτιρμό, μακροθυμία καί πραότητα.
Ἀξίωσέ με νά περάσω μέ ἀσφάλεια
τή θάλασσα τοῦ μάταιου τούτου βίου,
καί στή μακαρία γῆ νά φτάσω τῆς ἀπάθειας
καί τῆς αἰωνίας ζωῆς.
Ἀντί γιά στύλο πύρινο,
μέ τ’ ἅγιο φώτισέ με Πνεῦμα Σου.
Ἀντί γιά τή νεφέλη,
στεῖλε μου τή σοφία Σου,
καί στήν αἰώνια ἀνάπαυσή Σου ὁδήγησέ με.
Ἀντί γιά τό Μωυσῇ,
Ἐσύ ὁ ἴδιος, τοῦ Πατρός ὁ Λόγος ὁ μονογενής,
μέ τό δεξί Σου χέρι πιάσε με
καί στόν ἀπέραντο φέρε με θάλαμο
τῶν ἐπουρανίων μυστηρίων καί θαυμάτων,
καί μέ τήν βία ἀκόμα σώζοντάς με
ἀπό τή γέεννα τοῦ πυρός,
σάν πολυεύσπλαχνος προστάτης μου.
Κύριε καί τῶν δυνάμεων Θεέ,
πού σάν θυσία καθαρή
τοῦ Ζαχαρία δέχτηκες τό αἷμα*,
δέξου σά νά ’ταν καθαρά
καί τά λόγια τῆς ἀθλίας καρδιᾶς μου
στό νοερό κι ἀναίμακτο Σου θυσιαστήριο.
Φαίδρυνέ με, λάμπρυνέ με
καὶ ἀπαθής νά γίνω ἀξίωσέ με.
Ἐσύ πού ἔστειλες στά περάτα τῆς οἰκουμένης
τῶν ἁγίων ἀποστόλων τή χορεία, λέγοντάς τους,
«Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη,
βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς
καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»145,
συνέτισε μέ τίς εὐχές τους καί ἁγίασε,
μαλάκωσε καί ἡμέρωσε τήν πωρωμένη μου ψυχή,
πού ὁλοένα βασανίζεται
ἀπ’ τῶν πταισμάτων μου τά πλήθη.
Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεός,
Ἐσύ, πού τόν ἁγιώτατο Πέτρο ἀνέδειξες
κορυφαῖο τῶν μακαρίων ἀποστόλων
καί κλειδοῦχο τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν,
μέ τίς πρεσβεῖες του ἄνοιξέ μου
τή θύρα τοῦ παραδείσου,
ἄνοιξέ μου τήν ἀγκαλιά τῆς εὐσπλαχνίας Σου,
 καί στήριξέ με πάνω στήν πέτρα
τήν στέρεη καί ἀσάλευτη τῶν ἐντολῶν Σου,
στήν πέτρα πού εἶσ’ Ἐσύ,
ὁ Χριστός, ὁ Θεός καί ὁ Σωτήρας μου.
«Ἔπινον γάρ», λέει ἡ Γραφή,
«ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας,
ἡ δέ πέτρα ἦν ὁ Χριστός»146.
Σ’ αὐτή τήν πέτρα στήριξέ με, Χριστέ καί Θεέ,
Νά μή μέ χωρίσει ἀπό Σένα ὁ πονηρός δράκοντας,
ἐμένα, πού Σοῦ ψάλλω δυνατά τόν ὕμνο:
Ἅγιος εἶσαι, Κύριε, καί Σέ ὑμνοῦν
ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν!
Δέσποτα Χριστέ, ὁ Θεός,
Ἐσύ, πού τόν ἁγιώτατο Παῦλο ἀνέδειξες
τῶν ἀποστόλων κορυφαῖο
καί τῶν χριστιανῶν διδάσκαλο
γλυκόλαλο καί μελιστάλαχτο,
μέ τίς εὐχές του ἀνάδειξε κι ἐμένα
γλυκύτατο καί ὁλόφωτο θεολόγο,
μέ κάθε σοφία στολισμένο.
Κάνε με μέ τό Πνεῦμα Σου
σκεῦος ἐκλογῆς ἱερό, ἄχραντο, ἐκλεκτό,
ἀγαπημένο στή Θεότητά Σου.
Κάνε νά λάμπω ἀπό καθαρότητα
σάν φῶς οὐράνιο.
Κύριε καί Θεέ τῶν ἀγγέλων,
δοξασμένε κι ἀπ’ τή δόξα πιό μεγάλε,
ἄκουσέ με τόν ἄθλιο κι ἁμαρτωλό!
Ἰησοῦ, τοῦ Πατρός τό πανάχραντο γέννημα,
πού ἔβαλες στά χέρια τοῦ Μωυσῆ
τίς πλάκες τίς θεοχάρακτες
κι ἔτσι ἐπιβεβαίωσες τό μυστήριο τῆς βάτου,
κάνε νά πνεύσει καί σ’ ἐμένα
τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιο
καί νά με ἀναδείξει ὅλο καθαρό, θεόμορφο,
ἀκέραιο, γεμάτο χάρη καί ἀλήθεια
καί σοφία καί γνώση Θεοῦ.
Ἐλεήμων, ἅγιε,
Ἐσύ, πού ἔδωσες στόν Ἰησοῦ τοῦ Ναυή
τίς σάλπιγγες, γιά νά συντρίψει
τά τείχη τῆς Ἱεριχοῦς,
χάρισε καί σ’ ἐμένα, Θεέ μου,
πλούσια τή σοφία Σου,
γιά νά νικήσω τούς πανούργους δαίμονες
καί σάν κανάτια πήλινα νά τούς συντρίψω.
Ἐσύ, πού ἀπ’ τοῦ Ἀαρών τά χέρια
δέχτηκες τή φωτιά σάν καθαρή θυσία,
δέξου σάν καθαρά
κι εὐωδιαστά πολύ τά λόγια
τῆς ἀθλίας καρδιᾶς μου.
Ἐσύ, ὁ «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ
ἀρχιερεὺς γενόμενος»147,
μέ τίς εὐχές αὐτοῦ τοῦ μακαρίου ἀνθρώπου
ἀνάδειξε κι ἐμένα μιμητή Σου.
Καί καθώς ἔγινες Ἐσύ στόν ἀθάνατο Πατέρα Σου
«ὑπήκοος μέχρι θανάτου,
θανάτου, δὲ σταυροῦ»148,
ἔτσι κι ἐγώ νά κάνω πρόθυμα
ὑπακοή στίς ἐντολές Σου ὥς τό θάνατο.
Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεός,
ὁ ὑπερένδοξος καί αἰνετός,
Ἐσύ, πού τόν Ἠλία μέ τό πύρινο ἅρμα
σήκωσες στούς αἰθέρες,
κι ἐμένα, ζωοδότη, σήκωσε
ἀπό τῆς ἁμαρτίας τά σκοτάδια,
καί φέρε με στό φῶς τῆς δικαιοσύνης Σου.
Ἐσύ, πού χάρισες στόν Ἐλισσαῖο
διπλή τή χάρη τοῦ Ἠλία,
δῶσ’ μου κι ἐμένα τή χάρη ἐκείνη ἑκατονταπλάσια,
γιά νά μέ ὁδηγήσει στήν αἰώνια ζωή.
Ἐσύ, πού τόν προφήτη Ἱερεμία λύτρωσες
ἀπό τό βόρβορο τοῦ λάκκου,
κι ἐμένα λύτρωσε, Χριστέ ὁ Θεός,
ἀπό τό βόρβορο τῆς ἀσωτίας
κι ἀπό τήν πλάνη, τήν ἀπάτη 
καὶ τὴν λάσπη τῆς ματαιότητας.
Ἐσὺ, πού στοῦ Δαβίδ τά σπλάχνα καὶ τά αἰσθητήρια
τόν πόθο Σου ἄναψες
καί τήν ἀγάπη τῆς ἀγαθοσύνης Σου,
κάνοντας τόν μακάριο νά καίγεται γιά Σένα,
πού ὑπερβολικά ἀγαπᾶς ὅσους ποθοῦν τό κράτος Σου,
πύρωσε παρακαλῶ τή μεγάλη Σου Θεότητα,
πύρωσε, φιλάνθρωπε, καί τή δική μου τήν καρδιά
καί τούς νεφρούς καί τά αἰσθητήρια ὅλα
μέ τήν ἀγάπη καί τόν πόθο Σου,
ἔτσι πού νά φλογίζομαι
ἀπ’ τή φωτιά τοῦ Παρακλήτου,
καί σ’ Ἐσένα, πού τά πάντα ἐπιβλέπεις,
τόν «ἐτάζοντα καρδίας καί νεφρούς»149, νά ψάλλω:
«Ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντὸς μου
καὶ ἐν τῇ μελέτῃ μου ἐκκαυθήσεται πῦρ»150
τό πῦρ ἐκεῖνο, λέω, τόν Παράκλητο τόν μέγα,
τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας.
Κύριέ μου Ἰησοῦ Χριστέ,
ἡ ὑπέρτατη Ἐσύ ἡδονή,
πού στήν ἀπάθεια ὁδηγεῖς τήν ἀθλιότητά μου,
Ἐσύ, πού ἀνέδειξες τόν μεγαλοφωνότατο Ἡσαΐα
σάλπιγγα φοβερή, πού βροντοφώναξε
μεγάλες προφητεῖες,
ἀνάδειξε κι ἐμένα, Ἰησοῦ μου, Θεέ μου,
σάλπιγγα, πού θά σαλπίζει δυνατά
τά μυστήρια τῆς οἰκονομίας Σου
καί τούς δαίμονες τούς σκοτεινούς θά καψαλίζει.
Δῶσε μετάνοια κι ἐπιστροφή
στήν πλανεμένη καί ρυπαρή ψυχή μου
γιά νά σωθεῖ.
Ἐσύ, πού τούς χορούς τῶν προφητῶν,
τῶν ἀποστόλων καί τῶν ἁγίων ὅλων
στεφάνωσες, τίμησες καί ἁγίασες,
σῶσε μέ τίς πρεσβεῖες τους,
Θεέ μου, Βασιλιά μου,
κάθε ψυχή ἀπ’ τή γενιά τῶν χριστιανῶν,
καί μάλιστα κάθε μοναχό,
πού φοβερά τόν πολεμοῦν τά πονηρά δαιμόνια.
Ἀνάπαυσε, Θεέ μου, κι ὅσους ἔφυγαν
ἀπό τήν πρόσκαιρη αὐτή ζωή
κι ἦρθαν κοντά Σου.
Ἐλάφρωσε καί τό βάρος, Δέσποτα,
αὐτῶν πού δέν Σέ γνώρισαν.
Καί χάρισε μετάνοια, Κύριέ μου,
στούς ἀσύνετους κι ἀκόλαστους,
ἀπ’ τούς ὁποίους πρῶτος εἶμ’ ἐγώ,
ὁ ἁμαρτωλός καί βρωμερός.
Εὐεργέτησέ τους ὅλους.
Ἐλέησέ τους ὅλους.
Καθάρισε καί λάμπρυνέ τους ὅλους.
Σπλαχνίσου ὅλους ἐκείνους
πού Σ’ ἀναγνωρίζουν σάν ἀληθινό Θεό,
«Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν»151.
Κι ἔτσι ὅλοι μ’ ἕνα στόμα θά ὑμνοῦν
τό πάντιμο καί μεγαλόπρεπο ὄνομά Σου
τώρα καί παντοτινά
καί στούς ἀτέλειωτους αἰῶνες.
Ἀμήν!..

 





139. Ψαλμ. 54 1 κ.ἐ.
140.Δευτερ. 32:7.
141.Ματθ. 7:1. Λουκ. 6:37.
142.Ψαλμ.18:13-14.
143.Ματθ. 6:27. Λουκ. 12:25.
144. Ψαλμ. 24:11.
* Ὁ προφήτης Ζαχαρίας θανατώθηκε μέ λιθοβολισμό ἀπό τούς Ἰουδαίους «μεταξὺ τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου» (Ματθ. 23:35. Λουκ. 11:51) στά χρόνια τοῦ βασιλιά Ἰωάς (799 -784 π.Χ.) ἐπειδή τούς ἀποδοκίμασε γιά τήν ἀποστασία τους ἀπό τό Θεό (στό Β΄Παραλ. 24:19-22 ἀναφέρεται ὡς Ἀζαρίας).
145. Ματθ 28:19.
146.Α΄Κορ. 10:4.
147.Ἕβρ. 6:20.
148.ΦΙλιπ.2:8.
149.Ψαλμ. 7:10.
150. Ψαλμ. 38:4.
151.Α΄Κορ.1:24.
 Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
  (σελ.233-241)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/06/blog-post_62.html#more