Ἐρώτηση 37
 
Λέει στὶς Πράξεις γιὰ τὸν ἅγιο Παῦλο «ὥστε νὰ παίρνουν ἀπὸ τὸ σῶμα του καὶ νὰ βάζουν μαντήλια καὶ πετσέτες καὶ νὰ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τους». Γινόταν αὐτὸ ἄραγε γιὰ χάρη τῆς διακονίας καὶ τῶν ἀπίστων, ἢ πραγματικὰ εἶχε ἐξαγνιστεῖ τὸ σῶμα κι ἔκανε αὐτὰ τὰ θαύματα τὸ σῶμα του; Κι ἂν γι’ αὐτὸ δὲν ἔπαθε τίποτα καὶ στὴν περίπτωση τῆς ὀχιᾶς, γιὰ ποιὸ λόγο τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου δὲν ἔπαθε βέβαια τίποτα ἀπὸ τὸ δηλητήριο τοῦ θηρίου, ὑπέκυψε ὅμως τὸ ξίφος; Τὸ ἴδιο ἐρωτῶ καὶ γιὰ τὸ σῶμα τοῦ Ελισσαίου. Καὶ τί εἶναι τὰ σιμικίνθια;
 
Ἀπόκριση
 
Δὲν πραγματοποιοῦσε τὸ σῶμα τὶς θεραπεῖες μὲ τὰ μαντήλια καὶ τὶς πετσέτες ἐξαιτίας τῆς ἁγιότητας μόνο τοῦ Ἁγίου Παύλου οὔτε μόνο ἐξαιτίας τῆς πίστης ἐκείνων ποὺ δέχονταν τὴν ἴαση, ἀλλὰ ἐπειδὴ μοιρασμένη ἡ θεία χάρη σ’ αὐτὸν καὶ σὲ ἐκείνους ἔκανε ἐνεργὸ μὲ φιλανθρωπία μέσῳ τῆς πίστης τὴν ἁγιότητα τοῦ ἀποστόλου. Ἔτσι λοιπὸν πάλι μὲ τὴ θέλησή της Χάριτος, ἔμεινε τὸ σῶμα του ἀπαθές, χωρὶς νὰ πάθει τίποτα ἀπὸ τὸ δηλητήριο τοῦ φιδιοῦ, εἴτε γιατί μετέβαλε τὴν δραστικότητα τοῦ δηλητηρίου τοῦ φιδιοῦ, εἴτε γιατί εἶχε καταστήσει τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου τέτοιο ποὺ νὰ καταπολεμᾶ αὐτὴ τὴ φθορά, εἴτε μὲ ἑνὸς ἄλλου εἴδους οἰκονομία ποὺ γνωρίζει ὁ Θεὸς ποὺ ἐνεργεῖ καὶ τροποποιεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα. Στὸ ξίφος πάλι ὑπέκυψε, ἐπειδὴ τὸ θέλησε ἡ Χάρις. Γιατί δὲν ἦταν ἀθάνατη ἡ φύση του κι ἕνα ἀκόμα μὲ τὴ δύναμη τῆς Χάριτος ἦταν θαυματουργή. Ἄν ἦταν φύση ἀθάνατη θὰ ζητούσαμε σωστὰ τὸ λόγο ποὺ ὑπέκυψε στὸ ξίφος ἀντίθετα μὲ τὴ φύση του. Ἐφόσον ὅμως καὶ μετὰ τὴν ἁγιότητα παρέμεινε θνητός, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συζητήσουμε γιὰ ποιὸ λόγο ὁ θεῖος Ἀπόστολος πέρασε ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς σάρκας ὄχι μὲ αὐτὸν ἀλλὰ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο. Γιατί μ’ ὅποιον τρόπο θέλει, ὁ Θεὸς ποὺ καθόρισε τὴ ζωή του καθενὸς πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες, ὁδηγεῖ τὸν καθένας στὸ δικό του τέλος τῆς ζωῆς, δίκαιο ἢ ἄδικο.

 
Ἄν λοιπὸν ἦταν ἕνας καὶ ὁ αὐτὸς ὁ λόγος τῆς φύσεως καὶ τῆς Χάριτος, θὰ ἦταν ἄξιο θαυμασμοῦ καὶ κατάπληξης ἐκεῖνο ποὺ γίνεται κατὰ φύση ἀντίθετα μὲ τὴ χάρη καὶ ἐκεῖνο ποὺ γίνεται κατὰ χάρη ἀντίθετα μὲ τὴ φύση. Ἄν ὅμως εἶναι μᾶλλον ἄλλος ὁ λόγος τῆς φύσης καὶ ἄλλος τῆς Χάριτος, εἶναι φανερὸ καὶ σαφές, ὅτι οἱ ἅγιοι θαυματουργούσαν ἐξαιτίας τῆς Χάριτος, καὶ ὡς ἄνθρωποι υπόφεραν ἐξαιτίας τῆς φύσης τους ἐπειδὴ ἡ χάρη δὲν ἔχει ἐξάλειψε τὴν παθητότητα τῆς φύσης, χωρὶς νὰ ἀναμειχθοῦν οἱ λόγοι τῆς φύσης καὶ τῆς Χάριτος. Ἔτσι ἂς δεχτοῦμε ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ κατ’ οἰκονομία κάθε προνοητικὴ ἐνέργεια Τοῦ γιὰ τοὺς Ἁγίους καὶ ὅσο ζοῦν καὶ ὅταν πεθάνουν προνοῶντας μ’ αὐτοὺς σὰν ὄργανα της τή σωτηρία των ἄλλων, ἀλλὰ οἱ Ἅγιοι δὲν τὰ ἐνεργοῦν αὐτὰ κατά φύση καὶ στοὺς ἄλλους ἐξαιτίας τῆς Χάριτος. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸ σῶμα τοῦ Ελισσαίου.
 
Ἐπειδὴ ὅμως ἀπὸ ὅσα ἱστοροῦνται εὐφραίνουν περισσότερο τὴν ψυχὴ τῶν φιλόθεων ὅσα νοοῦνται, σῶμα λέμε πὼς εἶναι ἡ εὐσέβεια τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου κι ἡ εὐσέβεια αὐτὴ ἦταν «γι’ ἄλλους ὀσμὴ ἀπὸ ζωὴ σὲ ζωὴ καὶ γι’ ἄλλους ὀσμὴ ἀπὸ θάνατο σὲ θάνατο» μαντήλια οἱ φανεροὶ λόγοι τῆς γνωστικῆς θεωρίας του, ἐνῶ πετσέτες εἶναι οἱ σεμνοὶ τρόποι τῆς πρακτικῆς φιλοσοφίας ποὺ ἐπιδιώκει τὴν αρετή∙ γιατί τὰ σιμικίνθια λένε πὼς εἶναι οἱ πετσέτες τῶν χεριῶν. Τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ τρόπους ποὺ ἔπνεαν κι ανάδιδαν σὰν εὐωδία τὰ σώματα, δηλαδὴ τὴ μεγάλη εὐσέβεια τοῦ Ἀποστόλου, ὅποιοι τὴ δέχονταν ἔπαιρναν τὴν ἴαση ἀπὸ τὴν ἀσθένεια ποὺ τοὺς ταλαιπωροῦσε, ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς διώχνοντας μὲ τοὺς λόγους περὶ θεωρίας ποὺ ἦταν κατὰ κάποιο τρόπο τὰ μαντήλια τὴ νόσο τῆς ἀγνωσίας, καὶ ἄλλοι μὲ τοὺς ἔμπρακτους τρόπους τῆς ἀρετῆς ἀφανίζοντας τελείως τὴ νόσο τῆς κακιᾶς. Ἔτσι ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ ζοφερὴ κακοκαιρία ποὺ τοῦ ἔτυχε εἶναι οἱ βαρεῖς ἑκούσιοι πειρασμοί του, τὸ νησὶ σταθερὴ κι ἀσάλευτη ἀπόκτηση τῆς θείας Ἐλπίδας, ἡ φωτιὰ ἡ ἕξη της γνώσεις, καὶ τὰ φρύγανα ἡ φύση ὅσο βλέπομε, τὴν ὁποία συνέστρεψε μὲ τὸ χέρι του, ἐνῶ μὲ τὴ θεωρητικὴ ψηλάφητική δύναμη τοῦ νοῦ, διατρέφοντας μὲ τὰ νοήματα τὴν ἕξη τῆς γνώσης, ποὺ θεράπευε τὴν μελαγχολία ποὺ ἔπιανε τὴν ψυχὴ ἐξαιτίας τῶν πειρασμῶν τοῦ χειμῶνα. Ἡ ἔχιδνα πάλι εἶναι πονηροὶ καὶ ὀλέθρια δύναμη, ποὺ ἦταν ἀθέατα κρυμμένη στὴ φύση τῶν αἰσθητῶν, ποῦ τοῦ δάγκωσε βέβαια τὸ χέρι, δηλαδὴ τὴ νοερὴ ψηλαφητική ἐνέργεια τῆς θεωρίας, δὲν ἔβλαψε ὅμως τὸ διορατικὸ νοῦ, κατακαίοντας ἀμέσως μὲ τὸ φῶς τῆς γνώσης, σὰν μὲ φωτιά, τὴν ὀλέθρια δύναμη ποὺ ἀπὸ τὸ κοίταγμα τῶν αἰσθήσεων εἶχε προσαφθεῖ στὴν πρακτικὴ ἐνέργεια τοῦ νοῦ.
 
Ὅμοια σκέφτομαι καὶ γιὰ τὸν Ελισσαίο καθένας δηλαδὴ ποὺ εἶναι νεκρὸς ἀπὸ τὰ παραπτώματα του, ὅταν τοποθετηθεῖ ἐπάνω στὸ μνῆμα, ὅπου ἦταν τὸ σῶμα τοῦ προφήτη, ἐπάνω δηλαδὴ στὴ μνήμη ποὺ εἶχε τὸ ἴχνος τοῦ προφητικοῦ βίου, ὅπου φυλαγόταν ἀσφαλισμένο τὸ σῶμα τῶν ἀρετῶν, παίρνει ζωὴ μεταστρεφόμενος μὲ τὴ μίμηση τῶν τρόπων, μεταβαίνοντας στὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς ἀπὸ τὴ νεκρότητα τῆς κακιᾶς τῶν παθῶν.
 
Σχόλια
 
1. ἡ πίστη, λέει, ἐκείνων ποὺ χρειάζονταν θεραπεία προκαλοῦσε τὴ δύναμη τοῦ πνεύματος τοὺς Ἁγίους ὥστε μὲ τὴν πίστη ἡ ὡς τότε λανθάνουσα δύναμη νὰ φανερωθεῖ καὶ ἡ κρυμμένη πίστη νὰ γίνουμε τὴ δύναμη σὲ ὅλους καταφάνερη. Γιατί ὁ ἀληθινὸς τρόπος τῶν θεραπειῶν τότε γίνεται ὁλοφάνερο, ὅταν μὲ τὴν πίστη ὅλων ἐκείνων ποὺ θεραπεύονται συμπίπτει ἡ δύναμη ἐκείνων ποὺ ἐνεργοῦν μὲ τὴ δύναμη τοῦ πνεύματος.
 
2. Ὅποιος, λέει, μένει ἑκούσια καθαρὸς ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας, φθείρει τὴ φθορὰ ἐκείνων ποὺ ἔχουν στὴ φύση τους νὰ φθείρουν. Ἡ ἀφθαρσία δηλαδὴ τῆς προαίρεσης εἶναι φυσικὸ νὰ συντηρεῖ ἄφθαρτη τή φθορά τῆς φύσης, μὴ ἐπιτρέποντας προνοητικὰ μὲ τὴ χάρη τοῦ πνεύματος ποὺ ἔχει νὰ τὴν δυναστεύουν οἱ ἀντίθετες δυνάμεις.
 
3. Ἐπειδή, λέει, δὲν εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ ἡ φύση καὶ ἡ χάρη, δὲν εἶναι ἄξιο γι’ ἀπορία πῶς μερικοὶ ἦταν ἄλλοτε ἀνώτεροι ἀπὸ τὰ πάθη κι ἄλλοτε ὑποτάσσονταν στὰ πάθη∙ γιατί γνωρίζουμε ὅτι τὸ θαῦμα του προκαλοῦσε ἡ χάρη ἐνῶ τὸ πάθος εἶναι ἐκδήλωση τῆς φύσης.
 
4. Ὁ ἀπόστολος ἦταν ὀσμὴ ἀπὸ ζωὴ σὲ ζωή, ἐπειδὴ ἔκανε τοὺς πιστοὺς μὲ τὸ παράδειγμα του νὰ βαδίζουν πρὸς τὴν εὐωδία τῶν ἀρετῶν ἤ, ἀλλιῶς, μεταβιβάζοντας ὡς κήρυκας καὶ ὅσους πείθονταν στὸ λόγο τῆς Χάριτος ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν αἰσθήσεων στὴ ζωὴ τοῦ Πνεύματος∙ καὶ ἦταν ὀσμὴ ἀπὸ θάνατο σὲ θάνατο γιὰ ἐκείνους ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς ἄγνοιας στὸ θάνατο τῆς ἀπιστίας, δίνοντάς τους νὰ συνειδητοποιήσουν τὴν κατάσταση ποὺ τοὺς περιμένει. Ἢ πάλι εἶναι ὀσμὴ ἀπὸ ζωὴ σὲ ζωὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ μεταβαίνουν ἀπὸ τὴν πράξη στὴ θεωρία, κι ὀσμὴ ἀπὸ θάνατο σὲ θάνατο γι’ αὐτοὺς ποὺ ἀπὸ τὴ νέκρωση τῶν ἐπὶ τῆς γῆς μελῶν τους μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ ἀργία, μεταβαίνουν στὴν νέκρωση τὴν επαινέτη τῶν ἐμπαθῶν νοημάτων καὶ φαντασιῶν.
 
5. Ὅποιος, λέει, διατηρεῖ τὴ μνήμη τῶν Ἁγίων μὲ τὴ μίμηση τῆς ἀναστροφῆς τους, ἀποθέτει τὴ νέκρωση τῶν παθῶν καὶ δέχεται τὴ ζωὴ τῶν ἀρετῶν.
 
Πρὸς Θαλάσσιον, περὶ ἀποριῶν, Ἐρώτηση ΛΖ’
 
ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ 
ΠΡΟΣ ΘΑΝΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α΄- ΝΣΤ’ 
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ : 
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
 
 
 
 
https://wra9.blogspot.com/2020/09/blog-post_86.html