[Ἰω. 10, 9: 16]
 
«Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμήν ὁ καλός»[1], μᾶς λέγει ὁ Κύριος, στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή. Καί αὐτό τό Εὐαγγέλιο ἁρμόζει βεβαίως στόν Ἅγιο πού ἑορτάζουμε σήμερα, τόν κορυφαῖο Ἱεράρχη της Ἐκκλησία μας, τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Ἀλλά ὁπωσδήποτε ὁ Ἅγιος αὐτός, ἐκτός ἀπό Ποιμήν μεγάλος, ἀνεδείχθη καί μέγας ἡσυχαστής. Εἶναι ὁ ἀρχηγός τῶν ἡσυχαστῶν, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, καί αὐτός ὁ ὁποῖος ὑπερασπίστηκε τόν ἡσυχασμό ἀπέναντι στόν αἱρετικό Βαρλαάμ. Καί δίκαια θά λέγαμε ἐξεπροσώπησε τήν Ἀνατολή, τήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή εἰς τούς ἀγῶνες ἐναντίον τῆς αἱρετικῆς Δύσεως. Καί δίκαια ὀνομάστηκε ὡς «Κῆρυξ τῆς Χάριτος». Ὁ Ἅγιος αὐτός ἔγινε ἀντικείμενο μιμήσεως καί πολλῶν ἄλλων. Καί ἕνας ἀπό αὐτούς ἤτανε καί ὁ σύγχρονος Ἅγιος Πορφύριος, ὁ ὁποῖος ὑπερβαλλόντως ἀγάπησε τήν ἡσυχία καί τήν μόνωση καί τήν σιωπή καί τήν νοερά προσευχή, ὅπως καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού γιορτάζουμε σήμερα.
 
Ὁ Ἅγιος Πορφύριος, ὅπως ὁ ἴδιος διηγεῖται, ἤθελε νά φύγει μόνος μέ μόνο τόν Θεό εἰς τήν ἔρημο. Νά εἶναι μόνος μέ μόνο τόν Θεό εἰς τήν ἔρημο. «Ἐγώ ἐκεῖ», λέει, «τόν νοῦ μου εἶχα νά φύγω. Νά ζητήσω ἀπ’ τόν Γέροντα ἄδεια κι ἕνα σακί μέ παξιμάδια καί νά χαθῶ, γιά νά ὑμνῶ καί νά δοξάζω ἀδιαλείπτως τόν Θεό. Ἀλλά σκεπτόμουνα: «Ποῦ νά πάω; Δέν ἔχω μάθει καλά τό ἐργόχειρο». Δέν μοῦ τό εἴχανε διδάξει. Ἴσως φοβόντουσαν νά μήν φύγω. Αὐτός ὁ φόβος κυριαρχοῦσε στό Ἅγιον Ὄρος. Δέν τοῦ μάθαιναν τοῦ ὑποτακτικοῦ νά τελειώνει τό ἐργόχειρο, γιά νά μήν τούς φύγει. Ἐνῶ εἶναι ἀέρας γιά τόν μοναχό νά ξέρει ἐργόχειρο, γιατί ἔχει τρόπο νά πάρει τό παξιμάδι του.

 
Μοῦ μπῆκε, λοιπόν, στόν νοῦ», λέει ὁ Ἅγιος Πορφύριος, «αὐτό τό πράγμα, νά φύγω στήν ἔρημο μόνος μόνῳ Θεῷ. Ἀνιδιοτελῶς. Χωρίς ὑπερηφάνεια, χωρίς ἐγωισμό, χωρίς κενοδοξία, χωρίς, χωρίς, χωρίς…». Εἶχε παραδειγματιστεῖ ἀπό ἐκεῖνο τό πουλάκι, τό ἀηδονάκι, πού τό ἔβλεπε νά κελαδάει χωρίς νά ἐπιδιώκει κανέναν ἔπαινο καί χωρίς νά τό γνωρίζει κανένας. «Ἀπό ἐκεῖ μοῦ γεννήθηκε τό ἀνιδιοτελές. Τό ἀκραιφνές, τό τέλειο, ἐπέτυχαν μερικοί ἀσκηταί πού χάθηκαν μέσα στήν ἔρημο. Δέν ἐπιδίωκαν οὔτε κόσμο, οὔτε τίποτα, τίποτα!»[2]. Ὁ Ἅγιος ἤθελε νά ἐκπληρώσει 100% τόν νόμο τοῦ Θεοῦ καί νά μήν ἔχει καμιά ἀφορμή κενοδοξίας, καμιά ἀφορμή δόξας.
 
«Ἀνελύοντο σέ δάκρυα», λέγει, οἱ ἡσυχασταί, «πρός τόν Θεό καί προσηύχοντο ὅλοι γιά τήν Ἐκκλησία. Ὅλοι ἐκόπτοντο πρῶτα γιά τόν κόσμο καί τήν Ἐκκλησία καί μετά γιά τόν ἑαυτό τους. Λοιπόν, ἐμένα, μοῦ καρφώθηκε ὁ σκοπός τοῦ ἀηδονιοῦ. Ποιός ὁ σκοπός νά ξελαρυγγιάζεται μέσα στήν ἐρημιά; Ἡ λατρεία, ἡ ὑμνωδία, ἡ δοξολογία στόν Θεό τόν Δημιουργό. Γιατί, λοιπόν, νά μήν πάω στήν ἔρημο νά λατρεύω τόν Θεό ἐν σιωπῇ, χαμένος ἀπ’ τόν κόσμο κι ἀπό τήν κοινωνία; Ὑπάρχει τελειότερο πράγμα; Ὅλα αὐτά τά νοήματα τά εἶχα βγάλει ἀπ’ τό ἀηδόνι. Καί ἔκανα», λέει ὁ Ἅγιος, «πολλά σχέδια, πῶς θά πήγαινα στήν ἐρημιά, πῶς θά χαιρόμουνα, πῶς θά πέθαινα! Θά ἔτρωγα χόρτα, θά ἔκανα τό ἕνα, τό ἄλλο! Θά πήγαινα ὡς ρακένδυτος κι ὡς ἄγνωστος σέ κανένα μοναστήρι, νά μοῦ δίνανε κανένα παξιμάδι καί θά τό ἔτρωγα, χωρίς νά λέω ποῦ κάθομαι καί ποῦ μένω καί ποιός εἶμαι. Εἶχα κάνει ὁλόκληρο σχέδιο. Αὐτό ἦταν τό μυστικό μου. Ἐγύρισα στό κελλί γεμάτος ἀπ’ ὅλα αὐτά τά συναισθήματα καί τά ὄνειρα. Τό ἐξομολογήθηκα στόν Γέροντα. Ὁ Γέροντας ἐμειδίασε. – Πλάνη, μοῦ λέει, βγάλτ’ τα ἀπ’ τό μυαλό σου∙ οὔτε καί νά τό ξανασκεφθεῖς, γιατί θά σοῦ κόψουνε καί τήν προσευχή αὐτά τά πράγματα»[3]. Κατάλαβε ὁ ἔμπειρος πνευματικά Γέροντάς του, ὅτι ὁ διάβολος τόν ἔσπρωχνε σέ ἄκαιρη ἀναχώρηση. Γιατί βεβαίως εἶναι καλή ἡ ἔρημος καί ἡ ἡσυχία, ἀλλά εἶναι γι’ αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἔχουνε πρῶτα καταρτιστεῖ πολύ καλά στήν κοινοβιακή ζωή, ἔχουν ἐνεργό μέσα τους τή χάρη καί τήν νοερά προσευχή καί ἔτσι δέν κινδυνεύουν νά ἐξαπατηθοῦν ἀπό τόν διάβολο. Καί ὁπωσδήποτε θά πρέπει νά ἔχουν τήν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ τους ὁδηγοῦ γιά νά ἀναχωρήσουν ἀπό τό κοινόβιο.
 
Ἔτσι λοιπόν, ὁ Γέροντας ἀποτρέπει τόν Ἅγιο, πού ἦταν ἀκόμα νεαρός καλόγερος, νά φύγει ἄκαιρα στήν ἔρημο. «Ὅπως σᾶς ἔχω πεῖ», λέει ὁ Γέροντας, «εἶχα ἕνα μεγάλο καλό. Ὅ,τι εξὁμολογιόμουνα στόν Γέροντα, τέλειωνε τήν ἴδια στιγμή κι ἔνιωθα μέσα μου μιά μεγάλη χαρά. Ἦταν φαίνεται, ἡ εὐχή τοῦ Γέροντα. Ἔτσι ζοῦσα σάν ὑποτακτικός μέσα στόν ἐπίγειο παράδεισο τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ποτέ δέν θά ἤθελα νά φύγω ἀπό ἐκεῖ, ἀλλά τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἦταν διαφορετικό»[4]. Καί ὅπως θά δοῦμε στήν συνέχεια, ὁ Θεός τόν Ἅγιο τόν ἔβγαλε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί τόν ὁδήγησε στόν κόσμο γιά νά βοηθήσει πολλές ψυχές καί νά σωθοῦν πολλοί διά αὐτοῦ.
 
«Τό σχῆμα τῶν μοναχῶν», λέει ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, «ὀνομάζεται ἀγγελικό, γιά τήν ἀγγελική ζωή πού πρέπει νά ζοῦν οἱ μοναχοί. Καί ὅπως οἱ ἄγγελοι στόν οὐρανό δέν κάνουν ἄλλο ἔργο παρά νά δοξολογοῦν ἀπαύστως τόν Θεό, ἔτσι παρομοίως καί οἱ μοναχοί στή γῆ πρέπει νά ἔχουν ἀκατάπαυστο ἔργο τό νά προσεύχονται καί νά δοξολογοῦν τόν Θεό»[5]. Καί αὐτό βέβαια γίνεται καί στά κοινόβια, ἀλλά κατεξοχήν αὐτό τό ἔργο πρέπει νά τό κάνουν αὐτοί πού ζοῦν μόνοι τους, πού εἶναι ἡσυχασταί εἰς τήν ἔρημο. Βεβαίως κάθε μοναχός πρέπει νά ἔχει ὡς ἀδιάλειπτο ἔργο τήν προσευχή, ὅμως κατεξοχήν, ὅπως λέει καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος, αὐτός πού ζεῖ μόνος του, μοιάζει μέ ἄγγελο ἐπίγειο καί ὑμνολογεῖ καί δοξάζει συνεχῶς τόν Θεό.
 
«Ἐκεῖνος πού ἐγκατέλειψε τά ἐξωτερικά μόνο πράγματα, παραδείγματος χάριν, γυναῖκες, χρήματα κ.λπ., ἔγινε μοναχός μόνο ἐξωτερικά, ὄχι ὅμως ἐσωτερικά», λέει ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος. «Ἐκεῖνος ὅμως πού ἀπαρνήθηκε καί τίς ἐμπαθεῖς σκέψεις των, αὐτός εἶναι ἀληθινός μοναχός»[6]. Δέν ὀφελεῖ μόνο ἡ ἀναχώρηση στήν ἡσυχία καί ἡ μόνωση ἡ ἐξωτερική, ἀλλά καί ἡ ἐσωτερική ἡσυχία, ἡ ὁποία εἶναι τό ζητούμενο. Καί αὐτό πρέπει νά εἶναι ὁ κύριος στόχος τοῦ μοναχοῦ, δηλαδή νά μήν ἔχει μέσα του λογισμούς, νά μήν ἔχει ἐπιθυμίες, νά μήν ἔχει προσκολλήσεις σέ τίποτε. Αὐτό πού ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, νά μήν εἶμαι μέ τίποτα, μέ κανέναν, νά εἶμαι τελείως μόνος μέ τόν Θεό καί νά μήν ἐπιδιώκω τίποτε ἄλλο, παρά τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, τήν λατρεία πρός τόν Θεό.
 
«Ὅπως ἀκριβῶς τά ψάρια πεθαίνουν», ἔλεγε καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος, «ὅταν μένουν γιά μεγάλο χρονικό διάστημα στήν στεριά, ἔτσι καί οἱ μοναχοί ὅταν καθυστεροῦν ἔξω ἀπό τό κελλί ἤ περνοῦν τήν ὥρα τους μέ κοσμικούς, χαλαρώνει μέσα τους ὁ ρυθμός τῆς ἄσκησης. Ὅπως λοιπόν τό ψάρι βιάζεται νά ἐπιστρέψει στήν θάλασσα, ἔτσι καί ἐμεῖς νά βιαζόμαστε νά γυρίσουμε στό κελλί μας. Γιατί ἀργοπορώντας ἔξω, ὑπάρχει κίνδυνος νά λησμονήσουμε τήν ἐσωτερική ἐπαγρύπνηση»[7].
 
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού διέπρεψε ὡς ἡσυχαστής στό Ἅγιον Ὄρος, στήν σκήτη τῆς Βεροίας, κ.ἄ. ἅταν ἔγινε ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, δέν ἔπαψε νά ἀσκεῖται καί νά ἡσυχάζει. Καί ἐκεῖ πού ἔμενε, εἶχε ἕνα δωμάτιο ἐσωτερικό ἀφεγγές, πού δέν εἶχε φῶς δηλαδή, δέν εἶχε παράθυρα, καί ἐκεῖ πήγαινε καί προσηύχετο, ἀσκοῦσε τήν νοερά προσευχή, παρόλο πού εἶχε πάρα πολλές ὑποχρεώσεις ὡς Ἐπίσκοπος, καί συνάμα εἶχε νά ἀντιμετωπίσει καί τίς αἱρετικές δοξασίες τοῦ Βαρλαάμ καί τῶν ἄλλων ὑποστηρικτῶν του. Ἔτσι βλέπουμε ὅτι ὁ Χριστιανός, ὅπου καί νά βρίσκεται, θά πρέπει νά ἐπιδιώκει τήν ἡσυχία καί τήν μόνωση καί τήν νοερά προσευχή, καί νά δημιουργεῖ ἔτσι συνθῆκες ἡσυχίας, ὥστε νά μπορεῖ ἀνετότερα νά προσεύχεται καί νά ἑνώνεται μέ τόν Θεό.
 
Ἄν ὁ Θεός, ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Τσαλίκης, σέ καλέσει νά γίνεις μοναχός, αὐτά τά δύο νά ἔχεις μέσα σου: τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη. Γιατί αὐτά θά μᾶς πᾶνε στόν παράδεισο.
 
«Οἱ μοναχοί, αὐτοί οἱ φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, σάν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, μᾶλλον πρό τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, ἀφοῦ σηκωθοῦν ἀπό τό κρεβάτι τους ὑγιεῖς, γεμᾶτοι πνευματική διαύγεια καί νηφαλιότητα, στήνουν ψαλμικό χορό καί ὅλοι μαζί μέ χαρούμενη τήν συνείδηση καί μέ ἕνα στόμα ψέλνουν ὕμνους στόν οὐράνιο Θεό τῶν πάντων. Τόν δοξολογοῦν καί Τόν εὐχαριστοῦν, γιά ὅλες τίς εὐεργεσίες Του στό ἄτομό τους, ἀλλά καί σέ ὅλο τόν κόσμο.
 
Τά μοναστήρια εἶναι σάν τούς φάρους, πού εἶναι τοποθετημένοι στά λιμάνια καί φαίνονται ψηλά καί δέν ἐπιτρέπουν νά γίνονται ναυάγια. Καί οἱ μοναχοί μοιάζουν μέ τούς ἀσυρματιστές, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τά μηνύματα τοῦ Θεοῦ καί τά διοχετεύουν στήν Ἐκκλησία. Τόσο χειρότερο ἁμάρτημα ἀπό τήν μοιχεία κάνει ὁ μοναχός πού παντρεύεται, ὅσο ἀνώτερος εἶναι ὁ Θεός ἀπό τούς ἀνθρώπους»[8], λέγει πάλι ὁ Ἱερός Χρυσόστομος.
 
«Μοναχός εἶναι αὐτός πού ἀπομάκρυνε τόν νοῦ του ἀπό κάθε ὑλικό πράγμα», λέει καί ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. «Πιό μεγάλος ἡρωισμός ἀπό τό νά εἶναι κανείς μοναχός, δέν ὑπάρχει στόν κόσμο»[9], ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος Γαβριήλ ὁ διά Χριστόν Σαλός.
 
«Μοναχός εἶναι ὁ τηρητής τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, ὁ τέλειος Χριστιανός». Ὅπως ἔλεγε καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος, θέλω νά πάω στήν ἔρημο γιά νά ἀσκήσω τήν τέλεια χριστιανική ζωή, χωρίς καμία κενοδοξία, χωρίς καμία ἀνθρωπαρέσκεια. «Ὁ μοναχός εἶναι ὁ μιμητής καί μέτοχος τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, ὁ καθημερινός μάρτυρας, ὁ ἑκούσιος νεκρός», λέγει ὁ Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι. «Αὐτός πού πρόθυμα νεκρώνεται μέ τούς πνευματικούς ἀγῶνες.
 
Μοναχός εἶναι ὁ στῦλος τῆς ὑπομονῆς, τό βάθος τῆς ταπεινώσεως, ἡ πηγή τῶν δακρύων, ὁ χλευαστής ὅλων ὅσων θεωροῦνται λαμπρά, ἔνδοξα καί ἑλκυστικά σέ αὐτόν τόν κόσμο»[10]. Τέτοιος ἀνεδείχθη καί ὁ σήμερα ἑορταζόμενος ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς.
 
«Μοναχός εἶναι μιά ψυχή γεμάτη πένθος, διαρκῶς ἀπασχολημένη μέ τήν μνήμη τοῦ θανάτου, εἴτε εἶναι ξύπνια εἴτε κοιμᾶται. Μοναχός εἶναι μιά συνεχής βία τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί μιά ἀδιάκοπη φυλακή τῶν αἰσθήσεων. Μοναχός εἶναι τάξη καί κατάσταση τῶν ἀσωμάτων ἀγγέλων, ἄν καί βρίσκεται μέσα σέ ὑλικό σῶμα πού συλλογίζεται σέ κάθε ὥρα καί τόπο μόνο ὅ,τι εἶναι θεϊκό»[11].
 
Ἄς παρακαλοῦμε καί τόν Ἅγιο Πορφύριο καί τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ πού ἑορτάζουμε σήμερα καί ὅλους τους ἁγίους μας, νά μᾶς δίνουν αὐτή τή νήψη, τήν ἐγρήγορση τήν πνευματική, τήν ἀγάπη γιά τήν κοινωνία μέ τόν Θεό, γιά τήν ἕνωση μέ τόν Θεό, ἡ ὁποία κατεξοχήν ἐπιτυγχάνεται μέσα στήν ἡσυχία, στήν μόνωση, στή σιωπή.
 
Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
 
Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης
 
[1]Ἰωάν. 10, 11.
 
[2] Βίος καί Λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, ἐκδ. Ἱ.Μ. Χρυσοπηγῆς, Χανιά, (στό ἑξῆς: Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου).
[3] Βίος καί Λόγοι, Ἁγίου Πορφυρίου.
 
[4] Ὅ.π.
[6] Ὅ.π.
 
[7] Ὅ.π.
 
[8] Ὅ.π.
 
[9] Ὅ.π.
 
[10] Ὅ.π.
 
[11] Ὅ.π.