Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΥΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ, Η ΔΕ 

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ

 πρ. Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης, Καθηγητής Πανεπιστημίου  

Μετατροπή από την καθαρεύουσα στη νεοελληνική (Ρωμαίικη) γλώσσα από τον Θ.Φ.Δ.

Πηγή Πρωτότυπου κειμένου: http://www.romanity.org/htm/rom.e.02.i_thriskeia_einai_neurobiologiki_astheneia.01.htm

4. Νευρολογική Κλινική

Η Εκκλησία στην περιγραφή του Παύλου μοιάζει με ψυχιατρική κλινική. Η αντίληψή του όμως για την νόσο της ανθρώπινης προσωπικότητας είναι πολύ πιο διορατική απ’ ό,τι είναι σήμερα γνωστή στην σύγχρονη ιατρική. Για να κατανοήσουμε αυτήν την πραγματικότητα, πρέπει να δούμε μέσω του Παύλου την Βιβλική κατανόηση της φυσιολογικής και της μη φυσιολογικής καταστάσεως του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος που νοσεί,  επανέρχεται στην φυσιολογική του κατάσταση, όταν οδηγείται “εις πάσαν την αλήθειαν” από το Πνεύμα της Αλήθειας, δηλαδή στην θέα του Χριστού μέσα από τη δόξα του Πατρός Του (Ιω. 17). Οι άνθρωποι που δεν βλέπουν την δόξα του Θεού δεν είναι φυσιολογικοί. “Πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού” (Ρωμ. 3:23). Με άλλα λόγια ο μόνος άνθρωπος, που γεννήθηκε στην φυσιολογική Του κατάσταση είναι ο Κύριος της δόξας ο Οποίος γεννήθηκε από την σάρκα της Θεοτόκου κι ανέλαβε εκούσια τα αδιάβλητα πάθη (τ.έ. πείνα, δίψα, κούραση, ύπνο, φθορά, θάνατο, φόβο θανάτου), παρόλο που ως κατά φύση πηγή της ακτίστου “δόξας,” τα καταργεί.Η άλλη όψη του εν λόγω θέματος είναι, ότι ο Θεός δεν αποκαλύπτει την δόξα Του στον καθένα, διότι δεν θέλει να κολάσει με ανιδιοτελή αγάπη τους μη κατάλληλα προετοιμασμένους. Η έκπληξη των προφητών της Π. Δ., ότι μπορούν να ζουν ακόμη, παρ’ ότι είδαν τον Θεό, και η παράκληση του λαού προς τον Μωϋσή να ζητήσει από τον Θεό να σταματήσει να δείχνει την δόξα Του, την οποία δεν μπορούν να υποφέρουν πια, είναι εν προκειμένω σαφώς επιβεβαιωτικά.

Η Εκκλησία των αποστόλων και των πατέρων δεν ασχολούταν με τον Θεό με στοχασμούς και αφηρημένες σκέψεις σχετικά με Αυτόν. Και αυτό, διότι ο Θεός παραμένει μυστήριο στην λογική ακόμα και αυτών, στους οποίους αποκαλύπτει την εν Χριστώ δόξα και βασιλεία Του και οι οποίοι μετέχουν έτσι στο μυστήριο του σταυρού μέσω του δοξασμού, δηλαδή της θεώσεώς τους. Η μόνη απασχόληση των προφητών, αποστόλων και πατέρων ήταν 1) η θεραπεία των “ιδιωτών” (λαϊκών) μέσω της καθάρσεως της καρδιάς τους και 2) η μύηση τους α) στην κατάσταση ως μελών του σώματος του Χριστού και ναών του Αγίου Πνεύματος μέσω του φωτισμού της καρδιάς, και β) “στο τέλειο” (Α’ Κορ. 13:12), δηλαδή στην θέα του Χριστού εν δόξη “πρόσωπο προς πρόσωπο” (Α’ Κορ. 13:12), μέσω του δοξασμού (Α’ Κορ. 12:26; Ρωμ. 8:30) για την διακονία της ανθρωπότητας (Ιω. 17). Το “…ους εδικαίωσεν, τούτους και εδόξασεν” (Ρωμ. 8:30) σημαίνει, ότι ο φωτισμός και ο δοξασμός συνδέονται μεταξύ τους σε αυτή την ζωή, αλλά δεν ταυτίζονται.

Η αρρώστια της ανθρώπινης προσωπικότητας συνίσταται στην εξασθένηση της κοινωνίας της καρδιάς με την δόξα του Θεού (Ρωμ. 3:23) και την υποδούλωσή της στον κόσμο, με τον κατακλυσμό της από λογισμούς εξαρτημένους από το περιβάλλον (Ρωμ. 1:21-24, 2:5). Σ’ αυτήν την κατάσταση ο άνθρωπος φαντάζεται τον Θεό σύμφωνα με  την εικόνα του νοσούντος εαυτού του ή ακόμη και των ζώων (Ρωμ. 1:22). Έτσι ο εσωτερικός άνθρωπος υφίσταται τον πνευματικό θάνατο, “εφ’ ω (λόγω του οποίου) πάντες ήμαρτον” (Ρωμ. 5:12).[4] Δηλαδή η αγάπη υποδουλώνεται από το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως, το οποίο την παραμορφώνει και την μεταμορφώνει σε εγωκεντρική και ιδιοτελή ενέργεια, υποβαθμισμένη σε απλή αναζήτηση επιβίωσης, ασφαλείας και ευτυχίας. 

Η πτώση κάθε ανθρώπου και η δουλεία του στην κτίση συνίσταται στην σύγχυση της ενέργειας του ανθρώπινου πνεύματος[5] με αυτή της διάνοιας, κατά την οποία σύγχυση, οι προερχόμενοι από το περιβάλλον λογισμοί γίνονται λογισμοί του πνεύματος, με αποτέλεσμα να εξασθενεί κατά ποικίλους βαθμούς η κοινωνία της καρδιάς με την άκτιστη ενέργεια και βασιλεία του Θεού. Η θεραπεία της νόσου αυτής αρχίζει με την κάθαρση του πνεύματός του από όλους τους λογισμούς, καλούς και κακούς, και τον περιορισμό τους στην διάνοια. Συγχρόνως το πνεύμα (δηλαδή η νοερή ενέργεια) του ανθρώπου ελευθερώνεται από την διάνοια και επιστρέφει με την νοερή ευχή στην καρδιά. Στην φυσική του κατάσταση το πνεύμα του ανθρώπου ενεργεί σαν στρόβιλος μέσα στην καρδιά, ενώ στην πτωτική του κατάσταση βρίσκεται διάχυτο στον εγκέφαλο ταυτιζόμενο με τα νοήματα και τα ρήματά του και υπόδουλο σε αυτά.

Έτσι αντί να βασιλεύει μαζί με τον Θεό στη φύση, καθίσταται δούλος αυτής. Για να αποκατασταθεί η φυσιολογική λειτουργία της ανθρώπινης προσωπικότητας μέσω της περιτομής  της ίδιας της καρδιάς από όλους τους λογισμούς (Ρωμ. 2:29), πρέπει να ελευθερωθεί ο εσωτερικός άνθρωπος από την δουλεία σε ό,τιδήποτε έχει σχέση με το περιβάλλον του, λ.χ. αυτοϊκανοποίηση, πλούτο, ιδιοκτησία, ακόμη και τους γονείς και συγγενείς του (Ματθ. 10:37; Λουκ. 14:26). Ο σκοπός δεν είναι η απόκτηση Στωϊκής απάθειας για την κατάργηση της συμπάθειας, αλλ’ η παροχή της δυνατότητας στην καρδιά να δεχθεί τις προσευχές και τους ψαλμούς, που το Άγιο Πνεύμα μεταφέρει εκεί από την διάνοια και ενεργοποιεί αδιάλειπτα. Έτσι ο επικεφαλής του νευρικού συστήματος εγκέφαλος απασχολείται με τις καθημερινές δραστηριότητες και τον ύπνο, ενώ συγχρόνως το πνεύμα του ανθρώπου προσεύχεται με  την καρδιά αδιάλειπτα. Δηλαδή γίνεται σαν επισκευασμένη δισκέτα υπολογιστού στην οποία κείμενα προσευχών μεταφέρονται από τον εγκέφαλο και επανέρχονται σε αυτόν. Όμως οι προσευχόμενοι με το πνεύμα αδιάλειπτα, προσεύχονται και μεγαλόφωνα με την λογική προκειμένου να συνεισφέρουν στην κατήχηση και οικοδομή των ιδιωτών και απίστων. Αυτό εννοεί ο Παύλος με το “προσεύξωμαι τω πνεύματι, προσεύξωμαι τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ και τω νοΐ” (Α’ Κορ. 14:15).

Αυτό είναι το πλαίσιο της αναφοράς του Αποστόλου Παύλου και του Ευαγγελιστή Ιωάννου στο Παράκλητο Πνεύμα το Οποίο απευθύνεται στην καρδιά μας. Το Άγιο Πνεύμα καθ’ αυτό απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους “στεναγμοίς αλαλήτοις” (Ρωμ. 4:26). Αλλά βρίσκει ανταπόκριση σε εκείνους, που συνεργάζονται 1) στην κάθαρση του πνεύματός τους, δηλαδή του “εσωτερικού ανθρώπου” ή “της νοερής ενέργειας” από όλους τους λογισμούς, καλούς και κακούς, 2) στον επαναχωρισμό του πνεύματος αυτού από την λογική και 3) στην επάνοδο του πνεύματος στην καρδιά μαζί με προσευχές και ψαλμούς της διάνοιας. Έτσι η θεραπεία της ανθρώπινης προσωπικότητας εισέρχεται στο στάδιο του φωτισμού. Αυτά προϋποθέτει ο Παύλος όταν γράφει, “προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι δε τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και τω νοΐ.” (1 Κορ. 14:15).

Μόλις μας είπε ο Παύλος, ότι η προσευχή του πνεύματος περιλαμβάνει ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης. Επομένως δεν μιλά για ακατάληπτες και μεγαλόφωνες προσευχές, αφού οι ψαλμοί ήταν γνωστοί σε όλους.

Ο Παύλος μιλά για τα “γένη γλωσσών,” τα οποία συμπεριλαμβάνουν προσευχές και ψαλμούς του πνεύματος του ανθρώπου στην καρδιά και τα οποία ακούγονται μόνο από εκείνους που έχουν το ίδιο χάρισμα. Όσοι ιδιώτες δεν είχαν ακόμα το χάρισμα αυτό δεν μπορούσαν να ακούσουν τις προσευχές και τους ψαλμούς στην καρδιά αυτών που έχουν αυτό το χάρισμα των “γλωσσών.” Κορίνθιοι στην κατάσταση του φωτισμού είχαν εισαγάγει την καινοτομία να τελούν ακολουθίες νοερώς στην καρδιά παρόντων των “ιδιωτών,” που δεν είχαν λάβει ακόμα “τα γένη γλωσσών.” Έτσι όμως ήταν αδύνατο στους ιδιώτες να οικοδομούνται και να απαντούν με το “αμήν” τους στα κατάλληλα μέρη της ακολουθίας, διότι απλώς δεν άκουγαν τίποτε. 

Ο Παύλος δηλώνει σαφώς, ότι “ουδείς ακούει” (Α’Κορ.14:2). “Εάν έλθω προς υμάς γλώσσαις λαλών, τι υμάς οφελήσω, εάν μη υμίν λαλήσω…;” (Α’Κορ. 14:6-7). Οι μη έχοντες το χάρισμα των γλωσσών πρέπει να ακούσουν την “δύναμη της φωνής” των προσευχών και των ψαλμών για να απαντήσουν με το δικό τους “αμήν” (Α’ Κορ. 14:11,16). “…εάν άδηλον σάλπιγξ φωνήν δω, τις παρασκευάσεται εις πόλεμον; ούτως και υμείς δια της γλώσσης, εάν μη εύσημον λόγον δώτε, πώς γνωσθήσεται το λαλούμενον; έσεσθε γαρ εις αέρα λαλούντες. τοσαύτα ει τύχοι γένη φωνών εισιν εν κόσμω, και ουδέν άφωνον.” (1 Κορ, 14:8-10). Δεν πρέπει οι φωτισμένοι να περιορισθούν στο “λαλείν γλώσσαις” με “άδηλον φωνήν” παρουσία των “ιδιωτών” (Α’ Κορ. 14:10-11). “Συ μεν γαρ καλώς ευχαριστείς, αλλ’ ο έτερος ουκ οικοδομείται” (Α’ Κορ. 14:17).

Όταν ο Παύλος λέει “μείζων ο προφητεύων ή ο λαλών γλώσσαις, εκτός ει μη διερμηνεύει, ίνα η Εκκλησία οικοδομήν λάβη” (Α’ Κορ. 14:5), εννοεί σαφώς, ότι εκείνος, ο οποίος μιλά μόνο “γλώσσες,” πρέπει να αποκτήσει το χάρισμα να “διερμηνεύει” τις προσευχές και τους ψαλμούς του πνεύματος με την καρδιά, συγχρόνως σε προσευχές και ψαλμούς του νου, για να απαγγέλονται και μεγαλόφωνα προς ιδιώτες που οικοδομούνται. “Διο ο λαλών γλώσση προσευχέσθω, ίνα διερμηνεύη. Εάν γαρ προσεύχωμαι γλώσση, το πνεύμά μου προσεύχεται, ο δε νους μου άκαρπός εστιν. Τι ουν εστιν; προσεύξωμαι τω πνεύματι, προσεύξωμαι δε (συγχρόνως) και τω νοΐ, ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ δε και (συγχρόνως) τω νοΐ. Επεί εάν ευλογής εν πνεύματι, ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου, Πως ερεί το αμήν επί τη ση ευχαριστία, επειδή τι λέγεις ουκ οίδεν, συ μεν καλώς ευχαριστείς, αλλ’ ο έτερος ουκ οικοδομείται. Ευχαριστώ τω Θεώ, πάντων υμών μάλλον γλώσσαις λαλώ, αλλ’ εν εκκλησία θέλω πέντε λόγους τω νοΐ μου λαλήσαι, ίνα και άλλους κατηχήσω ή μυρίους λόγους εν γλώσση” (Α’ Κορ. 14: 13- 19).

Ο Παύλος ποτέ δεν είπε, ότι ο καθένας διερμηνεύει εκείνα που ο άλλος ονομάζει “γλώσσες.” Ο καθένας διερμηνεύει αυτά που ο ίδιος ονομάζει “γλώσσες.” Αυτό προϋποθέτουν και τα όσα λέγονται στο Α’ Κορ. 14:27- 28: “είτε γλώσση τις λαλεί, κατά δύο ή το πλείστον τρεις και ανά μέρος και εις διερμηνευέτω. Εάν δε μη ή διερμηνευτής, σιγάτω εν εκκλησία, εαυτώ λαλείτω και τω Θεώ.” Δηλαδή εάν αυτός που μιλάει τη γλώσσα δεν είναι διερμηνευτής, τότε σιωπά στην εκκλησία. Όμως μιλά στον εαυτό του και στον Θεό. Η καθεαυτό χρήση άλλων λέξεων της γλώσσας  γίνεται μέσα στην καρδιά και όχι μεγαλόφωνα. Με την εντολή αυτή ο Παύλος στερεί τους έχοντες μόνο “τα γένη γλωσσών” από τη δύναμη να επιβάλλουν την εν λόγω καινοτομία τους μέσω της πλειοψηφίας τους.

Ο Παύλος μιλά σαφώς για προσευχές και ψαλμούς οι οποίοι δεν απαγγέλονται με “την δύναμη της φωνής,” αλλ’ ακουγόμενοι μέσα από την καρδιά. Ο φωτισμός αυτός της καρδιάς εξουδετερώνει την υποδούλωση στο ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως και αρχίζει την μεταμόρφωση της ιδιοτελούς αγάπης σε ανιδιοτελή αγάπη. Αυτό αποτελεί το χάρισμα της πίστεως που πηγάζει από μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο, το οποίο είναι η δικαίωση, καταλλαγή, υιοθεσία, ειρήνη, ελπίδα και ζωοποίηση.

Οι προσευχές και οι ψαλμοί αδιάλειπτα (Β’ Θεσ. 5:17) ενεργούμενοι νοερά μέσα στην καρδιά (Εφ. 5:18-20), τ.έ. “τα γένη γλωσσών” (Α’ Κορ. 12:10,28), μεταμορφώνουν τον “ιδιώτη” (λαϊκό) σε ναό του Αγίου Πνεύματος και μέλος του σώματος του Χριστού και του βασιλείου ιερατεύματος. Αυτή είναι η αρχή της απελευθερώσεως του πιστού από την δουλεία στο περιβάλλον, όχι με τη φυγή απ’ αυτό, αλλά με τον έλεγχο  αυτού, όχι μέσω της ιδιοτελούς εκμεταλλεύσεως, αλλά μέσω της ανιδιοτελούς αγάπης. Εντός των πλαισίων αυτών “ο νόμος του Πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού ηλευθέρωσέ με από του νόμου της αμαρτίας και του θανάτου… Ει δε τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστιν αυτού. Ει δε Χριστός εν υμίν, το μεν σώμα νεκρόν δι’ αμαρτίαν, το δε πνεύμα ζωή δια δικαιοσύνην” (Ρωμ. 8:2,9, 10). 

Με το πέρασμα του χρόνου η θεραπεία του φωτισμού αυξάνει την τελειότητα της αγάπης, και μάλιστα με ήττα του διαβόλου, ο φωτισμένος λαμβάνει ανάλογα τα απαριθμούμενα στο  Α’ Κορ. 12.28 ανώτερα χαρίσματα, με κορύφωση τον δοξασμό. Ο Παύλος δηλώνει, ότι “ει δοξάζεται εν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη” (Α’ Κορ. 12: 26), με σκοπό να εξηγήσει, γιατί οι προφήτες είναι δεύτεροι μετά τους αποστόλους και πριν από όλα τα άλλα μέλη του σώματος του Χριστού. Η υπό του Πνεύματος μεταβίβαση από τη διάνοια στην καρδιά προσευχών και ψαλμών είναι η δικαίωση και η ζωοποίηση του εσωτερικού ανθρώπου και η θέα του Χριστού “δι’ εσόπτρου εν αινίγματι” (Α’ Κορ. 13:12). Δοξασμός είναι η έλευση του “τελείου” (Α’ Κορ. 13:10), δηλαδή η θέα του Χριστού εν δόξα “πρόσωπο προς πρόσωπο” (Α’ Κορ. 13:12). Όταν γράφει ο Παύλος, “άρτι γιγνώσκω εκ μέρους” (αυτόθι), αναφέρεται στην τρέχουσα κατάσταση του φωτισμού του ή της δικαιώσεως. Με την επομένη φράση του: “τότε δε επιγνώσομαι, καθώς και επεγνώσθην” (αυτόθι), ο Παύλος λέει, ότι θα δοξασθεί, όπως είχε ήδη δοξασθεί. Στην κατάσταση του φωτισμού ο πιστός είναι “νήπιος.” Αφού δοξασθεί, επιστρέφει στον φωτισμό ως “ανήρ” (Α’ Κορ. 13:11).

Κατά την διάρκεια του δοξασμού, που είναι θέωση και αποκάλυψη, η προσευχή μέσα από την καρδιά (“γλώσσες”), η γνώση και η προφητεία, μαζί με την πίστη και την ελπίδα, καταργούνται, αφού αντικαθίστανται από τον ίδιο τον Χριστόν μέσα στην άκτιστη βασιλεία και δόξα του Πατρός. Μόνον η αγάπη δεν εκπίπτει (Α’ Κορ. 13:8-11). Κατά την διάρκεια του δοξασμού καταργούνται τα σχετικά με τον Θεό και τα εν ευχή προς τον Χριστό νοήματα και ρήματα. Μετά την θέωση και με την επιστροφή στον φωτισμόν, επιστρέφουν γνώση, προφητεία, γλώσσες, πίστη και ελπίδα και επανενώνονται με την αγάπη, η οποία δεν είχε “εκπέσει.” Τα ρήματα και νοήματα που χρησιμοποιούνται από τους θεουμένους στην διδασκαλία και την προσευχή για την καθοδήγηση άλλων μέχρι τον δοξασμό είναι θεόπνευστα, αλλά μόνο στην χρήση και κάτω από την καθοδήγηση φωτισμένων και θεουμένων. Αυτοί που δεν  γνωρίζουν ότι ο σκοπός αυτών των ρημάτων και νοημάτων είναι η κατάργηση τους κατά την διάρκεια της θεώσεως, βαδίζουν με βάση  την φαντασία τους.

Αυτή είναι η θέα του εν δόξη αναστάντος Χριστού, την οποία είχε ο Παύλος και για την οποία ο Θεός θέτει στην κεφαλή (Α’ Κορ. 12:28) και το θεμέλιο (Εφ. 2:20) της Εκκλησίας τους αποστόλους και προφήτες. Αυτό το “θεμέλιο,” το οποίο περιλαμβάνει και γυναίκες προφήτες (Πράξ. 2:17; 21:9; Α’ Κορ. 11:5), αποτελεί το πλαίσιο της δηλώσεως του Παύλου, ότι εν Χριστώ “ουκ ένι άρσεν και θήλυ” (Γαλ. 3:28).

 Ο δοξασμός δεν είναι θαύμα. Είναι το τελικό φυσικό στάδιο της μεταμορφώσεως της ιδιοτελούς αγάπης σε ανιδιοτελή αγάπη και η άφιξη του ανθρώπου στην κατάστασιν για την οποία δημιουργήθηκε. Και ο Παύλος και ο Ιωάννης σαφώς θεωρούν αυτήν την θέα του Χριστού εν δόξη μέσα στη ζωή αναγκαία για την τελείωση της αγάπης και της διακονίας προς την κοινωνία (Ιω. 14:21-24, 16:22, 17:24; Α’ Κορ. 13:10-13; Εφ. 3:3-6). Οι εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού εν δόξη δεν ήταν και δεν είναι θαύματα, για να εκθαμβώσουν τους θεατές και να τους πείσουν να πιστεύσουν στην θεότητά Του. Θαύμα δεν ήταν η ανάσταση του Κυρίου της δόξας. Θαύμα ήταν η σταύρωση και ο θάνατός Του. Ο αναστημένος Χριστός εμφανίζεται μόνο για την τελείωση της αγάπης, ακόμη και στην περίπτωση του Παύλου, ο οποίος είχε φθάσει το κατώφλι του δοξασμού (Γαλ. 1:14 εξ.), μη γνωρίζων, ότι ο Κύριος της δόξας, τον οποίο επρόκειτο να δει, είχε γεννηθεί, σταυρωθεί και αναστηθεί. Οι εμφανίσεις του αναστημένου Κυρίου της δόξας στο Α’ Κορ. 15: 1-11 είναι οι δοξασμοί με τους οποίους ο Παύλος ολοκληρώνει την περί χαρισμάτων ανάπτυξη που είχε αρχίσει στο 12:1.

Όλοι όσοι θεοποιήθηκαν στην συνέχεια μαζί  με τους αποστόλους αποτελούν το θεμέλιο της Εκκλησίας, διότι “…την ίσην δωρεάν έδωκεν αυτοίς ο Θεός ως και ημίν,” λέει ο Πέτρος (Πράξ. 11:17, 10:47). Δηλαδή οδηγήθηκαν, όπως οι απόστολοι κατά την Πεντηκοστή, σε “πάσα την αλήθεια,” η οποία είναι ο αναστημένος και αναληφθείς εν δόξα Χριστός, ο οποίος επιστρέφει με  σάρκα στις άκτιστες πύρινες γλώσσες του Πνεύματός Του, για να κατοικήσει ως άνθρωπος μαζί με  τον Πατέρα  Του στους  ναούς του Αγίου Πνεύματος που φτιάχθηκαν με πίστη όπως  ακριβώς υποσχέθηκε (Ιω. 14-17). Έτσι, η Εκκλησία των ναών του Αγίου Πνεύματος προφητών έγινε το Σώμα του Χριστού, κατά του Οποίου “πύλαι άδου (θανάτου) ου κατισχύσουσιν.”

Δοξασμός είναι η συμμετοχή όχι μόνο της ψυχής αλλά και του σώματος στην αθανασία και αφθαρσία για την τελείωση της αγάπης. Δύναται να είναι θέα μικρής ή μακρής διάρκειας. Μετά από κάποια έκσταση αποπροσανατολισμού ο νέος θεοποιούμενος βλέπει τα πάντα γύρω του διαβρωμένα με την δόξα/βασιλεία του Θεού, η οποία, αφού δεν είναι ούτε φως, ούτε σκότος, και δεν μοιάζει με τίποτε το κτιστό, υπερβαίνει πάντα τα ρήματα και νοήματα και, παρ’ ότι αποκαλυπτομένη, παραμένει μυστήριο αδιαπέραστη, ανέκφραστη και ως εκ τούτου απερίγραπτη. Κατά την διάρκεια της θέας τα πάθη, τα οποία είχαν ουδετεροποιηθεί και καταστεί αδιάβλητα με τον φωτισμό, καταργούνται. Ο θεούμενος ούτε τρώει, ούτε πίνει, ούτε κοιμάται, ούτε κουράζεται και δεν επηρεάζεται από την ζέστη ή το κρύο. Αυτά τα φαινόμενα στους βίους των αγίων, πριν και μετά την ενσάρκωση του Κυρίου της δόξας, δεν είναι θαύματα, αλλ’ η αποκατάσταση της υγείας της ανθρώπινης φύσεως που νοσεί.

Οι Γεροντολόγοι[6]  έχουν αποδείξει ότι το γήρας είναι αρρώστια και ερευνούν, μήπως και ο ίδιος ο Θάνατος είναι αρρώστια. Θα ήταν δυνατόν να συμβάλλουν στην εν λόγω έρευνα οι θεούμενοι και τα λείψανά τους. Τα σώματα εκατοντάδων θεουμένων παραμένουν σχετικά ακέραια επί αιώνες σε μία κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Από τα παλαιότερα παραδείγματα είναι το ακέραιο σώμα του Αγίου Σπυρίδωνος στο νησί της Κέρκυρας, ο οποίος έλαβε μέρος το 325 στην Α’ Οικ. Σύνοδο. Μόνο στην Μονή των Σπηλαίων στο Κίεβο υπάρχουν 120 ακέραια ιερά λείψανα.

Αυτό είναι το πλαίσιο των όσων έχουν λεχθεί από τον Απόστολο Παύλο, ότι “και η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού” (Ρωμ. 8:21). Από τα συμφραζόμενα είναι φανερό, ότι η “ελευθερία της δόξας” είναι εδώ ελευθερία από την φθορά και την θνητότητα. Αλλ’ ακόμη και εκείνοι, των οποίων ο εσωτερικός άνθρωπος έφθασε στην υιοθεσία του φωτισμού, ως και εκείνοι, των οποίων και τα σώματα είχαν για τη θέωση πρόγευση της αθανασίας και της αφθαρσίας, περιμένουν “την υιοθεσίαν, την απολύτρωσιν του σώματος ημών” (Ρωμ. 8:23). “Οι νεκροί εγερθήσονται άφθαρτοι και ημείς αλλαγησόμεθα… Δει γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν” (Α’ Κορ. 15:53,54).

Αυτά τα γνωρίζει κανείς όχι από στοχασμό επάνω σε βιβλικά κείμενα, αλλά από την εμπειρία του δοξασμού, τουτέστι από “την ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού.” Η εμπειρία του δοξασμού και όχι μόνο βιβλικά κείμενα είναι το θεμέλιο της πίστεως της Εκκλησίας στην σωματική ανάσταση του βιολογικού μέρους της ανθρώπινης προσωπικότητας.

[4] Για την Πατερική ερμηνεία του “εφ’ ω” στο χωρίο Ρωμ. 5:12 βλέπε J. S. Romanides, Original Sin According to Saint Paul,” εν St. Vladimir’s Quartedly (με την παλαιά αρίθμηση της εποχής του π. Γεωργίου Φλωρόβσκυ που κατήργησαν οι διάδοχοί του) Νew Υοrk, 1955, τόμος ΙV, τεύχοι 1 και 2: Το Προπατορικό Αμάρτημα, Αθήνα 1957, 2α έκδοση Δόμος Αθήνα 1989, κεφ. 6.

[5] Δηλαδή την κατά τους πατέρες νοερή ενέργεια της ψυχής.

http://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/nevrobiolog1.htm#IIb