ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ

Τελειώνοντας τό Σεμινάριο τόν βλέπουμε νά ἐπιδίδεται στόν διδασκαλικό κλάδο. Ἐπί ἑνάμισυ ἔτος ἀνέλαβε καθήκοντα ἰδιωτικοῦ διδασκάλου στήν οἰκογένεια ἑνός πλουσίου γαιοκτήμονος. Σ᾿ αὐτό τό σπίτι ἔκαναν συχνά ἐπισκέψεις διάφοροι προύχοντες καί ἀξιωματοῦχοι, ἕνας κόσμοςς ἐντελῶς διαφορετικός, μέ τόν ὁποῖο ἦρθε γιά πρώτη φορά σέ γνωριμία.

Οἱ οἰκοδεσπόται φαίνεται πώς ἐξετίμησαν ὑπερβολικά τήν ὅλη διαγωγή τοῦ νεαροῦ Ἀλεξάνδρου. Τούς εἶχε ἐπιβληθῆ σάν ἕνα πρόσωπο ἀξιοσέβαστο καί μέ κῦρος, παρ᾿ ὅλο τό νεαρό τῆς ἡλικίας του. Πολλές φορές τοῦ ἐξωμολογοῦντο καί τίς διάφορες στενοχώριες τους. Ἀπό τόσο ἐνωρίς φάνηκε ἡ χάρις τοῦ μελλοντικοῦ στάρετς ν᾿ ἀκούη τίς θλίψεις τῶν ἀνθρώπων καί νά τούς παρηγορῆ. Συνέβαινε μερικές φορές (διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος) νά ἔρθουν σέ κάποια διαμάχη ὁ ἄνδρας μέ τήν γυναῖκα. Ἀπευθύνονταν τότε σ᾿ ἐμένα καί μοῦ ἔλεγαν ὁ καθένας τά παράπονά του ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ζητῶντας νά τούς δικαιώσω. Ἡ θέσις μου ὅμως ἦταν λεπτή. Σκεφτόμουν: «Αὐτοί τώρα διεφώνησαν καί σέ λίγο πάλι θά συμφιλιωθοῦν! Ἐγώ γιατί νά ὑποστηρίξω τόν ἕνα καί νά τά χαλάσω μέ τόν ἄλλον»; Ἔτσι, ἄκουγα μέ προσοχή τά παράπονά τους, τούς κοιτοῦσα μέ κατανόησι καί ἐνδιαφέρον, χαμογελοῦσα λίγο καί τηροῦσα σιωπή. Δέν ἔπαιρνα κανενός τό μέρος. Ἐκεῖνοι σέ λίγο, ὅπως τό εἶχα προβλέψει, ξεχνοῦσαν τίς διαφωνίες τους. Ἀλλά καί ἐγώ διατηροῦσα καί μέ τούς δύο καλές σχέσεις.

Ἐδώ θαυμάζει κανείς μέ πόση προσοχή, σύνεσι καί περίσκεψι ἀντιμετώπιζε ὁ Ἀλέξανδρος τίς σοβαρές καταστάσεις πού συναντοῦσε, παρ᾿ ὅλο πού δέν διέθετε ἀκόμη πλουσία πεῖρα τῆς ζωῆς καί τῶν διεξόδων της.

Τόν Μάρτιο τοῦ 1838 ἀνέλαβε ἐπισήμως καθήκοντα διδασκάλου στήν Ἐνοριακή Σχολή τῆς πόλεως Λίπετσκ, πού ἀνῆκε στήν δικαιοδοσία τῆς ἐπισκοπῆς τοῦ Ταμπώφ. Ἀνάμεσα σέ ἄλλα μαθήματα, τόν ἔκριναν ἱκανό νά διδάσκη καί τά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἡ παρουσία στόν Σύλλογο τῶν Διδασκάλων δύο φίλων του ἀπό τό Σεμινάριο τόν χαροποίησε ἰδιαίτερα. Ὁ ἕνας μάλιστα ἐξ αὐτῶν ὁ Παῦλος Ποκρόφσκι τοῦ συμπαραστάθηκε ἀργότερα σέ κάποια δοκιμασία του.

Στίς σχέσεις του μέ τούς μαθητάς ὑπῆρξε μᾶλλον αὐστηρός. Οἱ ὀκνηροί καί ἄτακτοι μαθηταί δέν εἶχαν λόγους νά τόν συμπαθοῦν. Καί ὁ ἴδιος τόσο στό Ἐνοριακό Σχολεῖο, ὅσο καί στό Σεμινάριο ἀνετράφη σέ πρόγραμμα μεγάλης αὐστηρότητος καί δέν ἐγνώριζε νά φαίνεται χαλαρός. Οἱ μαθηταί ἔπρεπε νά εἶναι ἐπιμελεῖς καί νά μαθαίνουν καλά τά μαθήματά τους.

Δύο μεγάλα ξύλινα οἰκήματα στήν αὐλή τῆς Σχολῆς βαμμένα τό ἕνα κίτρινο καί τό ἄλλο γαλάζιο, προωρίζονταν γιά κατοικίες τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ. Αὐτός θά ἔμενε στό κίτρινο.

Πολλές οἰκογένειες τῆς πόλεως καλοῦσαν συχνά τούς διδασκάλους στά σπίτια τους νά τούς προσφέρουν ἕνα τσάϊ, λίγη μουσική, κάποια ψυχαγωγία. Μοιραίως ἔπρεπε νά λαμβάνη μέρος σ᾿ αὐτές τίς ἐκδηλώσεις καί ὁ Ἀλέξανδρος. Ἐκ πρώτης ὄψεως τοῦ ἄρεσαν, ἀλλά δέν ἄργησε νά διαπιστώση πόσο κουρασμένη νιώθει ἡ ψυχή ἀπό διασκεδάσεις ἐμποτισμένες μέ κοσμικό πνεῦμα. Ὅσες φορές ἔπαιρνε μέρος στίς συζητήσεις, στά ἀστεῖα, στίς φλυαρίες πού ἀπαιτοῦσαν οἱ συγκεντρώσεις αὐτές, πάντοτε ἔνιωθε μετανοημένος.

Ἐπιστρέφοντας στό δωμάτιό του, ἔπειτα ἀπό αὐτοῦ τοῦ εἴδους τίς συναθροίσεις, ἔβλεπε στήν ψυχή του ἕνα μεγάλο κενό. Καί τότε, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, ἄκουγε μέσα του μιά φωνή νά διαμαρτύρεται:

Ἀλέξανδρε, μήν ξεχνᾶς τήν ὑπόσχεσι πού ἔδωσες στόν Θεό!

Ἀλλά ποιά ἦ ταν αὐτή ἡ ὑπόσχεσις;

Ἕνα ἔτος προτοῦ τελειώση τό Σεμινάριο, πέρασε μέ τήν ὑγεία του κάποια φοβερή δοκιμασία. Ἀσθένησε μέ πολύ βαρειά καί ἐπικίνδυνη ἀρρώστια. Καί ὁ ἴδιος καί οἱ ἄλλοι ἐπίστευσαν ὅτι τελειώνει. Σέ μιά κρίσιμη φάσι ἔτρεξαν νά τοῦ φέρουν Πνευματικό. Ὁ Πνευματικός ἀργοῦσε νά φανῆ, καί ὁ Ἀλέξανδρος ἐντελῶς ἀπελπισμένος γιά τήν κατάστασί του ἀνεφώνησε περίλυπα:

Σέ ἀποχαιρετῶ φῶς τοῦ Θεοῦ!

Στήν τραγική αὐτή στιγμή ἔστρεψε ἀμέσως τίς σκέψεις του πρός τόν Θεό, τόν Κύριον τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου.

Θεέ μου, προσευχήθηκε, κάνε με καλά, καί ἐγώ σοῦ ὑπόσχομαι νά φορέσω τό μοναχικό σχῆμα.

Πέρασαν τρία χρόνια ἀπό τότε. Τό περιστατικό αὐτό δέν ἦταν ἀπό ἐκεῖνα πού εὔκολα λησμονοῦνται. Ὁ Θεός τόν θεράπευσε. Τόν ἔσωσε ἀπό βέβαιο θάνατο. Τώρα ἦταν ἡ σειρά του, νά τηρήση ὅ,τι ὑποσχέθηκε. Σ᾿ ὅλο τό διάστημα τῶν τριῶν ἐτῶν ποτέ δέν ξέχασε τό τάμα, ἀλλά καί ποτέ δέν πῆρε τήν ἀπόφασι νά τό ἐκπληρώση. Ὁ ἀνοικτός καί πρόσχαρος τύπος του, τό νεαρό τῆς ἡλικίας του, οἱ χαρές καί οἱ προκλήσεις τοῦ κόσμου, τόν ἐκαναν νά ἀναβάλλη.

Τώρα ὅμως μέ τίς διάφορες κοσμικές ἐκδηλώσεις ὅμως μέ τίς διάφορες κοσμικές ἐκδηλώσεις τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἄρχισε νά συγκρούεται ἔντονα μέσα του μέ τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καί ζοῦσε δύσκολες στιγμές. Κάποτε μάλιστα σκέφθηκε νά ἐγκαταλείψη τά διδασκαλικά καθήκοντα καί νά στραφῆ πρός τό στρατιωτικό στάδιο.

«Κύριε, ρῦσαι τήν ψυχήν μου ἀπό χειλέων ἀδίκων

καί ἀπό γλώσσης δολίας.

τί δοθείη καί τί προστεθείη σοι πρός γλῶσσαν δολίαν;»

Ψαλμ. 119. 2 – 3

Στίς εὐγενικές ψυχές οἱ καταστάσεις αὐτές προσφέρονται ἰδιαιτέρως γιά τήν καλλιέργεια τῆς προσευχῆς. Τά ὡραιότερα ἄνθη προσευχῆς μποροῦν νά φυτρώσουν σ᾿ ἕνα τέτοιο κλῖμα. Στό δωμάτιο του εἶχε, εὐλογία ἀπό τούς γονεῖς του, τήν εἰκόνα τῆς «Παναγίας τοῦ Ταμπώφ». Ἡ ἁγία αὐτή εἰκόνα, τίς ἥσυχες νυκτερινές ὧρες, κατέστη μάρτυς τῶν ἀλαλήτων στεναγμῶν τῆς συντετριμμένης ψυχῆς του. Καί γι᾿ αὐτόν ἡ Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν, ὅπως γιά μυριάδες Χριστιανούς, ἦταν λιμάνι παρηγορίας, ἄγκυρα σωτηρίας, πύργος ἀσφαλείας, τεῖχος καί ὀχύρωμα.

Οἱ φλογερές αὐτές προσευχές ἐπλήγωσαν βαρειά τόν ἐχθρό καί τόν ἔκαναν νά ἀντεπιτεθῆ.

Πέρασαν λίγες ἡμέρες καί κάποιος συνάδελφός τοῦ Ἀλεξάνδρου, ὁ ὁποῖος μάλιστα παρουσιαζόταν σάν ἐκλεκτός φίλος, μέ τρόπο ἀχαρακτήριστο ἄρχισε νά διαδίδη:

Ἄχ! Συμφορά μεγάλη μᾶς βρῆκε!

Τί συνέβη;

Νά τί συνέβη. Ὁ καημένος Ἀλέξανδρος Γρένκωφ, ἕνας τόσο προικισμένος καί ἔξυπνος ἄνθρωπος, ἔπαθε μεγάλο κακό. Δέν εἶναι στά καλά του. Τοῦ σάλεψε τό μυαλό. Νά ἀκούσετε τί παραμιλήματα καί τί ἀναστεναγμούς πού κάνει κάθε βράδυ στό δωμότιό του! Τόν δυστυχῆ! Τρελάθηκε! Κρῖμα!

Ὅπως τά ἔλεγε, προσποιούμενος τόν θλιμμένο, μέ στεναγμούς, καί μέ τήν ὀδύνη ζωγραφισμένη στό πρόσωπό του, τούς ἔκανε ὅλους νά τόν πιστεύσουν.

Γιά τόν Ἀλέξανδρο αὐτό ἦταν πολύ βαρύ. Δέν ἦταν συνηθισμένος νά ἀνέχεται τέτοιες συκοφαντικές προσβολές. Ὁ Ψαλμῳδός γιά τίς περιπτώσεις αὐτές ἔκραζε: «Κύριε ῥῦσαι τήν ψυχήν μου ἀπό χειλέων ἀδίκων καί ἀπό γλώσσσης δολίας» (Ψαλμ. 119. 2). Στό ἑξῆς ἀπεφάσισε νά ἀνεβαίνη στήν σοφίτα γιά τίς βραδυνές προσευχές του, ἀλλά οἱ κακοί συνάδελφοι κι᾿ ἐδῶ τόν ἀνεκάλυψαν καί συνέχισαν τήν κακογλωσσιά τους.

Ἀλήθεια, τί φοβερά ἐμπόδια πού συναντᾶ ἡ ψυχή, ἄν θελήση ν᾿ ἀκολουθήση στά σοβαρά τόν δρόμο τῆς εὐσεβείας!

Τί νά κάνη τώρα ὁ ταλαιπωρημένος Ἀλέξανδρος; Θά ἔπρεπε νά καταφύγη σέ κάποιο ἐντελῶς ἀπομονωμένο μέρος, γιά νά συνομιλῆ μέ τόν Θεόν «μόνος πρός Μόνον». Καταλληλότερος τόπος ἀπό τό δάσος δέν ὑπῆρχε. Ἀπέναντι ἀπό τόν ποταμό, «τόν ποταμό τοῦ Βορονέζ» ὅπως ὠνομαζόταν, στό ὡραῖο δάσος πού δέν ἀπεῖχε καί πολύ ἀπό τήν πόλι, μέσα στήν ἡσυχία καί στήν γαλήνη, μέσα στό θρόϊσμα ἀπό τά φύλλα καί τόν φλοῖσβο ἀπό τά ρυάκια θά μποροῦσε νά ἐπικοινωνήση μέ τόν Κύριόν του.

Κάποια φορά, σέ μιά του ἐπίσκεψι στό δάσος, ἐνῶ προχωροῦσε πρός τό μέρος ἑνός ρυακιοῦ δέχθηκε κάποια εὐλογημένη ἐπίσκεψι τῆς Χάριτος.

Τά νερά τοῦ ρυακιοῦ κυλοῦσαν καί κελάρυζαν ἁρμονικά. Καί σέ μιά στιγμή – στιγμή ἀνεπανάληπτη καί ἀλησμόνητη – λές καί πῆραν ἀνθρώπινη φωνή. Τά ἄκουσε νά μιλοῦν:

«Χ β α λ ί τ ε Μ π ό γ α » ! (Δοξολογεῖτε τόν Θεόν).

«Χ ρ α ν ί τ ε (*) Μ π ό γ α » ! (Φυλάξατε τόν Θεόν).

(* Τό «χρανίτε»δέν μεταφράζεται εὔκολα στήν ἑλληνική. Σημαίνει: Νά φυλάξετε, νά κρατήσετε, νά διατηρήσετε, νά προσέξετε μήπως χάσετε κάτι. Τό «χρανίτε Μπόγα» μπορεῖ νά ἀποδοθῆ σέ ἐλεύθερο ἑλληνικό λόγο μέ τήν φράσι, «τόν Θεόν καί τά μάτια μας»!)

Ἐκστατικός καί ἀκίνητος ἀκροαζόταν γιά πολλή ὥρα τά γλυκά καί ρυθμικά καί μελῳδικά καί ὑπερκόσμια αὐτά λόγια. Σ᾿ αὐτές τίς στιγμές ὁ ἄνθρωπος παύει νά ζῆ ἐπάνω στήν γῆ.

Πολύ ὥρα (διηγεῖτο ὁ ἴδιος ἀργότερα) στεκόμουν σιωπηλός καί στοχαστικός. Ἄκουγα τήν μυστηριώδη αὐτή φωνή τῆς φύσεως καί γέμιζα ἀνέκφραστο θαυμασμό.

Τό περιστατικό αὐτό μᾶς θυμίζει κάτι ἀνάλογο πού ἀναφέρεται στόν βίο τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου. Καί ὁ ἅγιος αὐτός Πατήρ σέ κάποια κρίσιμη φάσι τῆς πνευματικῆς του ζωῆς ἀξιώθηκε νά ἀκούση κάποια γλυκειά μυστηριώδη φωνή πού περιελάμβανε καί αὐτή δύο ρήματα σέ ἔγκλισι προστακτική. Ὑπάρχουν πολλοί καί ποικίλοι τρόποι μέ τούς ὁποίους ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐπισκέπτεται τούς δούλους Του.

«Ὅτι δέ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ,

ἀλλ᾿ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου,

διά τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος »

Ἰωαν. ιε΄ : 19

Τώρα πιά ὁ Ἀλέξανδρός Γρένκωφ ἄρχισε νά σκέπτεται σοβαρά τήν ἀποχώρησί του ἀπό τόν κόσμο. Οἱ κρούσεις τῆς Χάριτος, οἱ τόσο λεπτές καί διακριτικές, δέν μποροῦσε νά μήν ἔχουν ἀντίκτυπο στήν ψυχή του. Ἄλλωστε καί ὁ κόσμος τώρα τελευταῖα ἄρχισε νά τόν ἀποστρέφεται. Ἄν ἦταν γιά νά παραμείνη στόν κόσμο, ὁ κόσμος θά ἔπρεπε πιό φιλικά νά τοῦ συμπεριφερόταν. Τώρα τά λογια τοῦ Κυρίου ἠχοῦσαν ἔντονα στά αὐτιά του: «Ὅτι δέ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διά τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος»(Ἰωαν. ΙΕ΄ 19).

Στά μέσα τοῦ Ἰουλίου –βρισκόμαστε στό 1839– ἡ Σχολή ἔκλεινε γιά νά ἀνοίξη πάλι τόν Σεπτέμβριο. Οἱ μαθηταί σκόρπιζαν στά σπίτια τους καί οἱ διδάσκαλοι ἦταν ἐλεύθεροι γιά τίς θερινές διακοπές τους. Αὐτή τήν φορά ὁ Ἀλέξανδρος διψοῦσε νά ἐπισκεφθῆ κανένα ἅγιο ἀσκητή, νά ταξειδεύση σέ κάποιο ἱερό τόπο νά βοηθηθῆ στά πνευματικά του προβλήματα. Ἀλλά ἦταν δύσκολο νά μετακινῆται μόνος. Χρειαζόταν καί κάποιο σύντροφο, καί αὐτός – δόξα τῷ Θεῷ! – βρέθηκε. Ἦταν ὁ συνάδελφος του Παῦλος.

Στό χωριό τοῦ Παύλου, στό Σλάνκωφ, στήν περιφέρεια Λεμπιάνσκ, ὁ ἐκλεκτός καί γεμᾶτος καλωσύνη πατέρας του Ἱερεύς π. Στέφανος ὑποδέχθηκε καί τόν Ἀλέξανδρο μέ πολλή ἐγκαρδιότητα. Ἦταν εὐπρόσδεκτος τόν ἑνάμισυ μῆνα τῶν διακοπῶν νά τόν περάση κοντά τους. Ἡ ὑποδοχή αὐτή συγκίνησε πολύ τόν πικραμένο ἀπό τούς συναδέλφους του Ἀλέξανδρο.

Τριάντα βέρστια, δηλαδή τριανταδύο χιλιόμετρα, μακρυά ἀπό τό χωριό βρισκόταν τό Τροεκουρώφ. Ἦταν λοιπόν πολύ εὐκολο νά πραγματοποιηθῆ ἡ μεγάλη ἐπιθυμία του – πού ἦταν καί τοῦ Παύλου ἐπιθυμία – νά ἐπισκεφθοῦν τόν θεοφόρο ἀσκητή π. Ἱλαρίωνα, ὁ ὁποῖος ζοῦσε βίον ἐγκλείστου – δέν ἀπομακρυνόταν δηλαδή ἀπό τό κελλί του – καί ἔδινε στούς εὐλαβεῖς ἐπισκέπτας του τίς πιό ἀλάνθαστες καί σοφές ἀπαντήσεις στά πολυποίκιλα προβλήματά τους.

Θά πήγαιναν πεζοπορῶντας, γιατί τά ἄλογα καί οἱ ἀγωγιάτες τόν Ἰούλιο είχαν πολλές ἀγροτικές δουλειές. Περνῶντας ἔπειτα ἀπό ἑπτά βέρστια τό χωριό Σεζένωφ ἐθαύμαζαν τό ὡραίο ἀσκητήριο τοῦ π. Ἰωάννη (Ἰβάν Ἰβάνοβιτσ). Ήταν κοντά σέ μία Ἐκκλησία, περιτριγυρισμένο μέ δέντρα, διώροφο, ὅμοιο κάπως μέ τούς στύλους τῶν στυλιτῶν.

Πέρασαν καί τήν πόλι Λεμπετιάν καί μέ ἀγωνία μεγάλη ν᾿ ἀντικρύσουν τόν θεόπνευστο ἐρημίτη κατέληξαν στό Τροεκουρώφ. Τί εὐλογία νά ἀτενίσουν τήν ὁσιακή του μορφή καί νά δεχθοῦν τά θεϊκά λόγια πού θά ἔβγαιναν ἀπό τό στόμα του!

Ὑπῆρχαν κι ἄλλοι ἐπισκέπται, ἀλλά ὁ π. Ἱλαρίων δέχθηκε πρώτους τούς δύο κουρασμένους ἀπό τήν ὁδοιπορία διδασκάλους. Ἡ ἠρεμία του καί ἡ ἐγκαρδιότης του τούς ἐντυπωσίασαν. Στό τέλος τῆς συζητήσεως ἀπηύθυνε στόν καθένα τά προφητικά του λόγια. Στόν Παῦλο εἶπε:

Ἐσύ Παῦλε, θά μείνης ἀκόμη στόν κόσμο.

Στόν Ἀλέξανδρο μίλησε διαφορετικά:

Νά πᾶς στήν Ὄπτινα.

Σταμάτησε λίγο καί πρόσθεσε τά ἀξιοπρόσεκτα τοῦτα λόγια:

Ἐσύ ἐκεῖ χρειάζεσαι.

Ὁ ἔγκλειστος ἀσκητής δέν διαψεύσθηκε, γιατί καί ὁ Παῦλος ἄργησε νά ἀσπασθῆ τήν μοναχική ζωή, καί ὁ Ἀλέξανδρος φάνηκε χρησιμώτατος στήν Ὄπτινα.

Ὅταν ἐρωτοῦσαν τόν Ἀλέξανδρο γιατί ὁ π. Ἱλαρίων τοῦ ἐσύστησε τήν Ὄπτινα, ἀπό τήν ταπεινοφροσύνη του ἐδίσταζε νά πῆ τήν φράσι, «ἐσύ χρειάζεσαι ἐκεῖ», καί τούς ξέφευγε μέ ἕνα χαριτωμένο λογοπαίγνιο. Τούς ἔλεγε:

Φαίνεται ὅτι ὁ ἄσκητής συνιστοῦσε τήν Ὄπτινα, γιατί στήν Ὄπτινα ὑπάρχουν ὄ π υ τ ν ι .

Ὄ π υ τ ν ι μοναχοί σημαίνει π ε π ε ι ρ α μ έ ν ο ι μοναχοί. Μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο προσπαθοῦσε νά κρύψη τήν ἀλήθεια, ἀλλά ὁ φίλος του Παῦλος εἶχε ἀκούσει πολύ καλά τά λόγια τοῦ Γέροντος, καί ἔτσι δέν πετύχαινε τό τέχνασμα.

Μιά δεύτερη εὐλογία πού εἶχαν οἱ δύο φίλοι αὐτό τό καλοκαίρι ἦταν τό προσκύνημα στήν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σεργίου τοῦ Ρντονέζ, κοντά στήν περιοχή τῆς Μόσχας.

Τό ταξείδι αὐτό ἦταν καί ἕνα τόλμημα, γιατί ἔπρεπε νά διανυθῆ ἀπόστασις γύρω στά 300 βέρστια (= 320 χιλιόμετρα). Ὁ καλός π. Στέφανος δέν τούς ἔφερε ἀντίρρησι. Μάλιστα τούς παρεχώρησε καί τό ἄλογό του. Βρέθηκε κι᾿ ὁ ἀγωγιάτης, βρέθηκε κι᾿ ἕνα χωριάτικο ἁμάξι, στό ὁποῖο ἡ ἐφευρετικότης τοῦ Γρένκωφ προσήρτισε ἕνα θαυμάσιο σκέπασμα πού τό ἔφτιαξε ὁ ἴδιος μέ ψάθες καί λυγισμένα κλαδιά δένδρων, γιά νά τούς προστατεύη ἀπό τόν ἥλιο καί τίς βροχές.

Γιά νά φθάσουν στόν προορισμό τους ταξείδευαν ἐπί μία ἑβδομάδα. Ἡ μεγάλη τους ὅμως εὐλάβεια πρός τόν Ὅσιο τούς ἔκανε ξεκούραστο τό ταξείδι.

Ὁ Ὅσιος Σέργιος τοῦ Ραντονέζ (1314 -1392) ὑπῆρξε τόν 14ο αἰῶνα γιά τούς Ρώσους ὅ,τι ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος τοῦ Κιέβου τόν 11ο αἰῶνα. Μεγάλη μορφή, ἀπαράμιλλη σέ ἁγιότητα, δῶρο τοῦ Θεοῦ στήν Μεγάλη Ἡγεμονία τῆς Μόσχας πού ἐταλαιπωρεῖτο τά χρόνια ἐκεῖνα ἀπό τίς μογγολικές ἐπιδρομές.

Τί εὐλογία γιά τούς δύο νεαρούς διδασκάλους νά βρίσκωνται στόν τόπο πού τόν ἁγίασε ἕνας τόσο μεγάλος Ἅγιος! Οἱ ὑπεράνθρωποι ἀγῶνες τοῦ Ὁσίου, οἱ προσευχές του, τά θαύματά του, τά εὐωδιαστά καί χαριτόβρυτα λείψανα του… ἐνθουσίασαν καί τούς δύο, ἀλλά στήν καρδιά τοῦ Ἀλεξάνδρου ἰδιαίτερα ἄναψαν φλόγες. Γοητευμένος μάλιστα ἀπό τήν πτωχεία καί ἀκτημοσύνη τοῦ Ὁσίου, ἄρχιζε νά μοιράζη τά χρήματά του στούς πτωχούς, καί χρειάσθηκε ἡ αὐστηρή ἐπέμβασις τοῦ Παύλου νά φυλάξη λίγα γιά τήν ἐπιστροφή τους.

Τελείωσε τό εὐλογημένο αὐτό καλοκαίρι καί ὁ Σεπτέμβριος βρῆκε πάλι τόν Ἀλέξανδρο στό κίτρινο σπίτι στήν Σχολη τοῦ Λίπετσκ. Θά περίμενε κανείς νά τόν εὕρισκε στήν Ὄπτινα, ἀλλά ὁ καρπός δέν εἶχε ὡριμάσει ἀκόμη. Κάποια φωνή τόν κρατοῦσε ἀκόμη στόν κόσμο.

Νά γίνης μοναχός, τοῦ ἔλεγε ἡ φωνή αὐτή. Κανένας δέν σέ ἐμποδίζει. Ἀλλά δέν ὑπάρχει λόγος νά βιασθῆς. Νά! δέν βλέπεις καί τόν φίλο σου Παῦλο πού δέν εἶναι βιαστικός; Τό Μοναστήρι ἄλλωστε δέν φεύγει ἀπό τήν θέσι του.

Αὐτά τοῦ ψιθύριζε ὁ πονηρός, γιατί ἤξερε πώς τά λόγια τοῦ ἀσκητοῦ Ἱλαρίωνος «ἐσύ ἐκεῖ χρειάζεσαι» ἐσήμαιναν κάτι τό πολύ δυσάρεστο γι᾿ αὐτόν καί πολύ εὐχάριστο γιά τόν Θεόν. Ὁ Ἀλέξανδρος στήν Ὄπτινα μπορεῖ νά γινόταν ἔνας δυνατός μοναχός. Μπορεῖ νά ἐξελισσόταν σ᾿ ἕναν φοβερό ἀντίπαλό του. Γι᾿ αὐτό τόν ἐμπόδιζε μέ τόση τέχνη ἀπό τήν ἀπόφασί του.

Κάποιος γνωστός ἐκάλεσε περί τά τέλη τοῦ Σεπτεμβρίου τόν Ἀλέξανδρο καί ἄλλους διδασκάλους στό σπίτι του γιά ἕνα εὐχάριστο βραδυνό. Στήν συζήτησι πού ἀνοίχθηκε, ὁ καθένας ὅπως πάντοτε ἔκανε ἐπίδειξι τῆς σοφίας του καί τῆς ψυχαγωγικῆς του ἱκανότητος.

μακάριος ἀνήρ, οὗ ἐστι τό ὄνομα Κυρίου ἐλπίς αὐτοῦ,

καί οὐκ ἐπέβλεψεν εἰς ματαιότητας καί μανίας ψευδεῖς.»

Ψαλμ. 39 : 5

Ὁ Ἀλέξανδρος ἀπό καιρό είχε ἀποφασίσει νά φανῆ ὀλιγόλογος καί σοβαρός, ἐάν βρεθῆ σέ παρόμοια συγκέντρωσι. Ἀλλά τήν φορά αὐτή – τί πειρασμός ἦταν αὐτός! – παρεσύρθη σέ μία ἄνευ προηγουμένου φλυαρία. Ὅλοι τόν ἐθαύμασαν. Ἦταν ἀστείρευτη πηγή εὐφυολογημάτων καί εὐθυμίας. Τέτοιο εὐχάριστο τόνο δέν εἶχε δώσει κανένας μέχρι τώρα σ᾿ αὐτές τίς συναθροίσεις. «Μπράβο στόν Γρένκωφ! Εἶναι κρυμμένο ταλέντο! » ὡμολογοῦσαν ὅλοι μέ ἀνεπιφύλακτο θαυμασμό.

Αὐτός ὅμως ὅταν ἐπέστρεψε στό δωμάτιό του κάθε ἄλλο παρά σάν θριαμβευτής ἔνιωθε. Αἰσθανόταν βαρειά ἔνοχος. Ἐκάλυψε τό πρόσωπό του ἡ ἐντροπή. Γι᾿ αὐτόν ἦταν θλιβερό νά καταλήξη νά σκορπίζη εὐφυΐες καί χιοῦμορ σέ μία κοσμική συγκέντρωσι. Ἡ συνείδησίς του ἐπανεστάτησε ἄγρια.

Παλαιότερα, πρίν κάνη τήν ὑπόσχεσι γιά μοναχός, δέν σκεπτόταν ποτέ τήν μοναχική ζωή. Ἐν τούτοις – πρᾶγμα περίεργο – τοῦ ἔλεγαν πολλοί: «Ἐσύ σέ Μοναστήρι θά καταλήξης». Γιατί τοῦ μιλοῦσαν ἔτσι; διότι τόν ἔβλεπαν πολύ προσεκτικό καί θεοφοβούμενο. Δέν ἦταν ἀπό ἐκείνους πού εὔκολα καταπατοῦσαν τήν συνείδησί τους.

Τώρα λοιπόν οἱ τύψεις τῆς συνειδήσεως γιγαντώθηκαν μέσα του. Μαρτύριο ἦταν αὐτή ἡ νύχτα. Δέν ἦταν παραδεκτό νά ἀγνοήση περισσότερο τίς προσκλήσεις τοῦ Θεοῦ καί νά παίζη τόν φθηνό ρόλο τοῦ εὐθυμολόγου σέ κοσμικά βραδυνά. Ἡ ὑπόσχεσις πού ἔδωσε στόν Θεό, ἡ ἐπίσκεψις τῆς Χάριτος μέ τό κελάρυσμα τοῦ ρυακιοῦ, ἡ μορφή τοῦ ἐγκλείστου π. Ἱλαρίωνος, ἡ κλῆσις τῆς Ὄπτινα, τό προσκύνημα στήν Λαύρα τοῦ Ἀγίου Σεργίου, ὅλα αὐτά σάν πολύβουες σάλπιγγες τοῦ ἐσάλπιζαν τήν φυγή ἀπό τόν κόσμο, τήν παράδοσι στόν μοναχισμό. Ἔπρεπε πιά νά σπάση τά δίχτυα, νά διαρρήξη τά δεσμά, νά περιφρονήση τήν ματαιότητα καί νά τρέξη στήν πολιτεία τῶν ἀγγέλων.

Φάνηκε ἐπί τέλους τό φῶς τῆς καινούριας ἡμέρας. Βιάσθηκε νά ἀναφέρη κάτι τό ἐμπιστευτικό στόν φίλο του Παῦλο καί ἀμέσως ἐξετέλεσε τήν μεγάλη του ἀπόφασι. Ἐκείνη τήν ἡμέρα σ᾿ ὅλη τήν πόλι τοῦ Λίπετσκ ἀκουγόταν ἡ ἐντυπωσιακή εἴδησις:

Ὁ διδάσκαλος Γρένκωφ ἐξαφανίσθηκε!

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

καί ἐγένετό μοι Κύριος εἰς καταφυγήν καί

ὁ Θεός μου εἰς βοηθόν ἐλπίδος μου·»

 Ψαλμ. 93 : 19, 22

  Συνεχίζεται…

Ἀπό τό βιβλίο: “Ο ΟΣΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ”

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ.