Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:«Οἱ ταπεινόφρονες διδάσκονται καί ἀπό τούς τυχόντες»

(Εὐεργετινός τόμ. Α΄- ὑπόθ. ΛΗ΄)

Ὁμιλία στίς 10-7-2018

 

Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, θά ποῦμε τή συνέχεια τῶν μαθημάτων μας πού κάνουμε ἀπό τόν Εὐεργετινό. Εἴμαστε στήν Ὑπόθεση 38η, ἡ ὁποία μᾶς λέει ὅτι μποροῦμε, ἐάν προσέχουμε τόν ἑαυτό μας καί ἔχουμε πίστη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, νά διδασκόμαστε καί ἀπό ἁπλούς ἀνθρώπους. Λέει ἡ Ὑπόθεση αὐτή τά ἑξῆς, ἔχει τόν ἑξῆς τίτλο: «Πολλές φορές ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει αὐτά πού πρέπει μέσω ἁπλῶν καί ἀγνώστων ἀνθρώπων καί ὅτι οἱ ταπεινόφρονες καταδέχονται νά διδάσκονται καί ἀπό τούς τυχόντες»[1]. Αὐτοί πού ἔχουνε ταπεινό φρόνημα, μποροῦν νά διδάσκονται καί ἀπό τούς τυχόντες. Καί ἀπό ἕνα μικρό παιδί ἀκόμα μποροῦμε νά παίρνουμε διδασκαλίες. Καί ὅλα τά ἀξιοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί διδάσκεται ἀπ’ ὅλα.

Θά ποῦμε μερικά περιστατικά. Ὁ Μέγας Ἐφραίμ -ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος- ἠσχολεῖτο συνεχῶς μέ τή σκέψη τοῦ Θεοῦ καί ἐθεωροῦσε -ἔβλεπε δηλαδή- συνεχῶς μέ τόν νοῦ του τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ξέρουμε ὅλοι τή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου μας, ἡ ὁποία θά γίνει ὅταν Ἐκεῖνος θά ἀποφασίσει. Κανένας δέν γνωρίζει πότε θά ξανάρθει ὁ Κύριος, ὅμως θά ’ρθεῖ ὁπωσδήποτε καί ὀφείλουμε ὅλοι οἱ χριστιανοί νά σκεφτόμαστε ὅτι ὁ Κύριος θά ξανάρθει καί θά μᾶς κρίνει ὅλους. Γι΄ αὐτό πρέπει νά ἔχουμε τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί νά μή νομίζουμε ὅτι δέ μᾶς βλέπει τώρα ὁ Θεός. Ὁ Θεός βλέπει τούς πάντες καί τά πάντα. Γι’ αὐτό πρέπει ὅ,τι κάνουμε νά τό κάνουμε μέ φόβο Θεοῦ καί μέ τήν αἴσθηση ὅτι μᾶς βλέπει ὁ Θεός καί δέν μποροῦμε νά κρυφτοῦμε. Ἀπό ἀνθρώπους ἴσως καταφέρουμε νά κρυφτοῦμε καί νά κάνουμε πράγματα χωρίς νά μᾶς καταλάβουν ἤ ἀκόμα καί νά κοροϊδέψουμε ἀνθρώπους. Ἀλλά τόν Θεό δέν μποροῦμε νά Τόν ἀποφύγουμε οὔτε νά ποῦμε ὅτι θά κρυφτοῦμε ἀπό τόν Θεό. Οὔτε φυσικά μποροῦμε νά ἐξαπατήσουμε, νά ξεγελάσουμε τόν Θεό.

Αὐτό λοιπόν ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ τό σκεφτόταν συνεχῶς, ὅτι θά γίνει ἡ κρίση, ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καί γι’ αὐτό συνεχῶς πενθοῦσε, στενοχωριόταν, λυπότανε μέ τήν καλή ἔννοια, γιατί συναισθανότανε τίς ἁμαρτίες του καί ζοῦσε σύμφωνα μέ τόν Ψαλμωδό, στήν ἔρημο σάν νά ἦταν ἕνας φυγάς γιά νά ἀποφύγει τούς θορύβους καί τίς τρικυμίες τῆς ζωῆς.

Πηγαίνοντας δέ ἀπό τόπο σέ τόπο χάριν ψυχικῆς ὠφελείας καί οἰκοδομῆς, γιατί σ΄ αὐτό ἐκινεῖτο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐγκαταλείπει κάποτε τήν πατρίδα του διαταχθείς ἀπό τόν Θεό, ὅπως ὁ Ἀβραάμ, καί ἔρχεται εἰς τήν Ἔδεσσα. Δηλαδή πῆρε πληροφορία ἀπό τόν Θεό. Τώρα πῶς γίνεται αὐτό, εἶναι δύσκολο νά τό ἐξηγήσουμε ἔτσι μέ λίγα λόγια. Ὅμως οἱ Ἅγιοι ξέρανε πότε ὁ Θεός τούς μιλάει καί πότε δέν τούς μιλάει ὁ Θεός καί εἶναι ὁ λογισμός τους ἤ εἶναι καί ὁ διάβολος.

Ὁ Ἅγιος κατάλαβε ὅτι εἶναι ἀπό τόν Θεό αὐτό τό μήνυμα καί πῆγε στήν Ἔδεσσα, ὄχι αὐτή πού εἶναι στή Μακεδονία ἀλλά σέ μιά πόλη τῆς Μεσοποταμίας, στήν ὁποία ἵδρυσε καί Θεολογική Σχολή ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος τό 353 μ.Χ. Σ’ αὐτή εἶχε βασιλεύσει νωρίτερα ὁ βασιλέας Ἄβγαρος, ὁ ὁποῖος ζήτησε καί ἔλαβε τήν ἀχειροποίητη εἰκόνα τοῦ Κυρίου, τό Ἅγιον Μανδήλιον. Ὅταν ζοῦσε ὁ Χριστός μας ἀκόμα ἐκεῖ σ’ αὐτή τήν πόλη, τήν Ἔδεσσα, ζοῦσε αὐτός ὁ βασιλέας ὁ Ἄβγαρος, ὁ ὁποῖος ἔστειλε ἕνα γράμμα -ἦταν ἄρρωστος αὐτός- στόν Χριστό καί Τόν παρακαλοῦσε νά τόν θεραπεύσει. Καί ὁ Χριστός μας πῆρε μία πετσέτα, ἕνα ὕφασμα, πλύθηκε τό πρόσωπό Του καί ἀποτυπώθηκε τό πρόσωπό Του στό ὕφασμα αὐτό καί μέ τόν ἀπεσταλμένο τοῦ βασιλέα τοῦ τό ἔστειλε καί τό πῆρε ὁ βασιλεύς καί ἔγινε καλά. Εἶναι τό Ἅγιο Μανδήλιο αὐτό, ἡ ἱστορία αὐτή. Εἶναι πραγματική ἱστορία. Βλέπουμε πόσο ὁ Κύριος ἦταν ταπεινός καί θεράπευε καί ἀπό μακριά. Γιατί εἶδε τήν πίστη αὐτοῦ τοῦ βασιλέα καί τόν θεράπευσε.

Στήν ἴδια πόλη λοιπόν πού ἦταν αὐτός ὁ Ἄβγαρος, μετά ἀπό 300 χρόνια πῆγε ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος -λέγεται Σύρος γιατί ἦταν ἀπ΄ τή Συρία- καί ἔφτιαξε καί Θεολογική Σχολή. Πρίν πάει ἐκεῖ ὅμως, πῆρε μήνυμα ἀπό τόν Θεό. Οἱ Ἅγιοι δέν κάνανε τίποτα μόνοι τους. Ὅ,τι κάνανε, παίρνανε πληροφορία ἀπό τόν Θεό. Σκοπός τοῦ ταξιδιοῦ του ἤτανε νά προσκυνήσει τά ἱερά λείψανα τῆς πόλης καί τόν τόπο, καί ἀφετέρου, νά συναντηθεῖ μ’ ἕναν ἀπό τούς λογίους τοῦ τόπου, ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ μορφωμένο κατά Θεόν, γιά νά πάρει πνευματική-ψυχική ὠφέλεια. Γι’ αὐτό καί προσευχήθηκε ὡς ἑξῆς στόν Θεό: «Ἰησοῦ Χριστέ, Δέσποτα καί Κύριε ὅλων, ἀξίωσέ με μόλις θά εἰσέλθω στήν πόλη Ἔδεσσα νά συναντήσω ἕναν τέτοιο ἄνδρα πού θά εἶναι ἱκανός νά συνομιλήσει μαζί μου γιά νά μέ οἰκοδομήσει ψυχικά καί νά μέ ὠφελήσει». Μέ τό πού θά μπῶ στήν πόλη νά δῶ ἕναν ἄνθρωπο δικό Σου, πού θά μοῦ πεῖ λόγια πνευματικά πού θά μέ ὠφελήσουν. Αὐτή τήν προσευχή ἔκανε. Σάν νά λέγαμε κι ἐμεῖς, θά πᾶμε στό Ἅγιο Ὄρος καί τόν πρῶτο ἄνθρωπο πού θά δοῦμε κατεβαίνοντας ἀπό τό καράβι νά ποῦμε, Θεέ μου, αὐτός νά εἶναι δικός Σου ἄνθρωπος καί νά μοῦ πεῖ αὐτά πού θέλεις νά μοῦ πεῖς Ἐσύ καί νά μέ ὠφελήσει πνευματικά.

Ἀφοῦ ἔκανε λοιπόν αὐτή τήν προσευχή ὁ Ἅγιος, μόλις ἔφτασε στήν εἴσοδο τῆς πόλης, τότε οἱ πόλεις εἶχαν τείχη γύρω-γύρω καί ὑπήρχανε οἱ πύλες, οἱ εἴσοδοι τῆς πόλης. Ἔφτασε στήν πύλη καί πῆγε νά μπεῖ μέσα σκεπτικός. Ἔλεγε μέσα του, μέ μιά καλή ἄς ποῦμε ἀγωνία, ἄραγε ποιόν ἄνθρωπο θά βρῶ τώρα; Ποιόν θά συναντήσω; Ἄκουσε ὁ Θεός τήν προσευχή μου; Θά μοῦ στείλει κανέναν ἄνθρωπο δικό Του νά μοῦ πεῖ τό μήνυμά Του; Τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ. Θά ἐκπληρωθεῖ ἡ προσευχή μου; Καί ποιά ὠφέλεια θά βγεῖ ἀπ’ αὐτή τή συνάντηση; Ἔτσι λοιπόν καθώς βάδιζε σκεπτικός καί πήγαινε νά μπεῖ στήν πόλη συναντᾶ μία γυναίκα, ἡ ὁποία μάλιστα ἦταν κακή γυναίκα, ἀνήθικη, κοινή γυναίκα. Ὅμως αὐτή ἡ συνάντηση ἦταν ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος πολλές φορές οἰκονομεῖ ἔτσι τίς περιστάσεις, ὥστε νά πετυχαίνει ἀπό τά φαινομενικά ἀντίθετα πράγματα τά ἀντίθετα αὐτῶν γιά τή σωτηρία μας κατά τρόπο μυστηριώδη καί ἀνέκφραστο.

Ὑπάρχει μιά ἔκφραση «τά ἐναντία τοῖς ἐναντίοις» χρησιμοποιεῖ ὁ Θεός. Δηλαδή πολλές φορές ἐμεῖς περιμένουμε κάτι καλό καί ὁ Θεός φαινομενικά μᾶς δίνει κάτι κακό. Ἐνῶ Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς δώσει κάτι καλό, ὁ Θεός μᾶς δίνει τό ἀντίθετο, καί λέμε, καλά Θεέ μου, ἐγώ σοῦ εἶπα, γιά παράδειγμα, νά μέ γλιτώσεις ἀπ’ αὐτόν πού μέ συκοφαντεῖ, κι Ἐσύ ὄχι μόνο δέν μέ γλίτωσες, ἀλλά ἔστειλες ἀκόμα ἕναν καί μέ συκοφαντοῦνε δύο τώρα! Κι ὅμως ὁ Θεός μέσα ἀπό αὐτά τά φαινομενικά ἀντίθετα μᾶς κάνει καλό κι αὐτό τό βλέπουμε μετά. «Τά ἐναντία τοῖς ἐναντίοις». Πολλές φορές τά ἀντίθετα ἀπό αὐτά πού περιμένουμε μᾶς βγαίνουν σέ καλό. Ὅπως καί τό φάρμακο πού πίνουμε εἶναι πικρό, δέν μᾶς ἀρέσει. Ἐνῶ μᾶς ἀρέσουν τά γλυκά… ἀλλά πολλές φορές τά πικρά εἶναι πού μᾶς χρειάζονται. Καί μᾶς κάνει καλά ὁ Θεός μέ πικρά, ὄχι μέ γλυκά. Ἐνῶ ἄν φᾶμε γλυκό, θά πάθουμε κακό.

Ἔτσι λοιπόν, αὐτή ἡ συνάντηση ἦταν ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ καθώς συνάντησε αὐτή τήν κακιά γυναίκα, τήν διεφθαρμένη, στάθηκε ἀπέναντί της καί τήν κοίταζε γεμάτος ἀπορία, ἐνῶ ἡ ψυχή του μέσα ταραζόταν καί ὑπέφερε, γιατί δέν πραγματοποιήθηκε αὐτό πού εἶχε ζητήσει στήν προσευχή του, ἀλλά τό ἐντελῶς ἀντίθετο. Αὐτός ζήτησε νά τοῦ δώσει ὁ Θεός ἕναν καλό ἄνθρωπο, ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο μέ τό πού θά μπεῖ στήν πόλη καί ὁ Θεός τοῦ στέλνει μία πού ἤτανε ὅ,τι νά ’ναι… γυναίκα τοῦ δρόμου. Λέει, τί γίνεται τώρα;

Ἡ γυναίκα πάλι, καθώς τόν εἶδε νά τήν κοιτάζει μέ τόση περιέργεια καί ἀπορία, τοῦ ρίχνει ἕνα διαπεραστικό βλέμμα. Ἀφοῦ ἔτσι λοιπόν ὁ ἕνας κοιτοῦσε τόν ἄλλον, παρατηροῦσε ὁ ἕνας τόν ἄλλον γιά ἀρκετή ὥρα, θέλησε ὁ μεγάλος ἀσκητής νά τήν κάνει νά ντραπεῖ καί νά τήν ἐπαναφέρει στή σεμνότητα, ὅπως πρέπει νά ἔχουνε οἱ γυναῖκες καί ὅλοι μας. Τῆς λέει λοιπόν: «Τί λοιπόν; Δέν κοκκινίζεις ἀπό ντροπή κυρά μου παρά μέ βλέπεις ἔτσι μέ καρφωμένα τά μάτια σου πάνω μου;». Τί μέ κοιτᾶς ἔτσι; Δέν ντρέπεσαι;, τῆς λέει, γιά νά τήν ἐπαναφέρει. Καί τί τοῦ ἀπαντάει αὐτή τώρα; «Σέ μένα αὐτό ταιριάζει νά βλέπω πρός ἐσένα, γιατί ἀπό τή δική σου πλευρά πλάστηκα». Τοῦ κάνει θεολογία τώρα, τοῦ θυμίζει τήν πλάση τῆς Εὔας ἀπό τόν Ἀδάμ. Ἀπό ποῦ πλάστηκε ἡ Εὔα; Ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ, ἔτσι δέν εἶναι; Ἀπό τό πλευρό τοῦ Ἀδάμ πῆρε ὁ Θεός, ἐνῶ κοίμισε τόν Ἀδάμ[2], ἔτσι λέει στήν Ἁγία Γραφή. Τόν ἔφερε σέ ὕπνωση καί τοῦ πῆρε μία πλευρά καί ἀπ’ αὐτή τήν πλευρά ὠκοδόμησε, ἔφτιαξε τήν γυναίκα, τήν Εὔα, τήν πρώτη γυναίκα.

Ὁπότε, τοῦ λέει αὐτή, ἐγώ ἔτσι πρέπει νά κάνω, νά σέ κοιτάω ὅπως σέ κοιτάω, γιατί πλάστηκα ἀπό ἐσένα, ἀπό τήν πλευρά σου. «Ἐσύ ὅμως δέν πρέπει νά μᾶς παρατηρεῖς ἐμᾶς τίς γυναῖκες τόσο περίεργα, ἀλλά νά βλέπεις πρός τή γῆ ἀπό τήν ὁποία πλάστηκες ἐσύ». Βλέπετε τί ὡραία ἀπάντηση τοῦ ’δωσε; Ἐνῶ ἦταν μία γυναίκα πού θά ἔλεγες, σιγά, ξέρει αὐτή ἀπό Θεό καί ἀπό Θεολογία; Κι ὅμως ἤξερε πολύ καλά. Τοῦ λέει, ἐγώ πρέπει νά κοιτάω σέ σένα. Γιατί θυμάστε καί τί εἶπε ὁ Θεός στήν Εὔα ἔ; «Πρός τόν ἄνδρα σου ἡ ἀποστροφή σου»[3]. Ἐσύ θά κοιτᾶς τόν ἄνδρα σου. Βέβαια ὁ Ἅγιος δέν τήν εἶχε γυναίκα αὐτή, ἀλλά ὅμως ἦταν γυναίκα καί ὅπως κάθε γυναίκα, ἀπό τήν πρώτη γυναίκα, τήν Εὔα, εἶχε πλαστεῖ ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἀδάμ. Τοῦ λέει αὐτό, ἐγώ ἐσένα πρέπει νά κοιτάω γιατί ἀπό σένα πλάστηκα. Ἐσύ ἀπό ποιόν πλάστηκες; Ἀπ’ τό χῶμα. Ἄρα πρέπει νά κοιτᾶς στό χῶμα κάτω καί νά μήν κοιτᾶς καί νά μή περιεργάζεσαι τίς γυναῖκες. Βλέπετε τί ὡραῖο μάθημα τοῦ ἔδωσε; Ἐνῶ αὐτός ἦταν ἅγιος, σοφός κ.λ.π. καί ἤξερε πάρα πολύ θεολογία καί χρόνια στήν ἄσκηση, ὅμως ἐκείνη τήν ὥρα πῆρε τό μάθημά του ἀπό μιά γυναίκα πού δέν τό περίμενε. Κι ὅμως αὐτή τοῦ τήν εἶχε στείλει ὁ Θεός γιά νά τόν ταπεινώσει, νά τοῦ δώσει ταπεινό φρόνημα καί νά τόν διδάξει κι αὐτός πῶς νά κοιτάει.

Βέβαια ὁ Ἅγιος δέν κοιτοῦσε πονηρά, ἀλλά αὐτό εἶναι ἕνα δίδαγμα γιά μᾶς, γιατί πολλές φορές ἐμεῖς βλέπουμε πονηρά καί δέν κάνει νά βλέπουμε πονηρά οὔτε τίς γυναῖκες οὔτε στήν τηλεόραση οὔτε στό ἴντερνετ, πουθενά. Ἀπό τά μάτια ξεκινᾶνε πάρα πολλές ἁμαρτίες καί πάρα πολλές ἐπιθυμίες, εἰδικά στίς μέρες μας πού ἔχουμε πάρα πολλές εἰκόνες. Πληθωρισμό εἰκόνων ἔχουμε. Ὀθόνες ἀπό δῶ, ὀθόνες ἀπό κεῖ, ὄχι τό κινητό, ὄχι τό τάμπλετ, ὄχι ἡ τηλεόραση, ὄχι ὁ ὑπολογιστής, ὁτιδήποτε.. χίλιες δυό εἰκόνες ἔχουμε. Καί πολλές ἀπ’ αὐτές τίς ὀθόνες δείχνουν πολύ βρώμικα θεάματα. Δέν πρέπει νά στυλώνουμε τά μάτια μας σ’ αὐτά. Νά κάνουμε μιά συμφωνία μέ τά μάτια μας καί νά ποῦμε δέν θά ξαναδῶ βρώμικα πράγματα. Γιατί ἀπό τό νά βλέπουμε γεννιέται τό ν’ ἀγαπᾶμε. Ἔτσι λέγανε οἱ ἀρχαῖοι: «ἀπό τό ὁρᾶν τίκτεται τό ἐρᾶν». Ἀπό τό νά βλέπεις γεννιέται τό νά ἐρωτεύεσαι, νά ἀγαπᾶς. Ὅταν βλέπεις κάτι λοιπόν, τό ἐπιθυμεῖς καί μετά τό ἀγαπᾶς καί θέλεις κι ἐσύ νά κάνεις αὐτά πού βλέπεις, νά μιμηθεῖς. Εἶναι φοβερό αὐτό πού γίνεται μέ τήν αἴσθηση τῆς ὅρασης. Ὅ,τι βλέπει ὁ ἄνθρωπος, τείνει νά τό κάνει κι αὐτός. Ἔχουν γίνει καί πειράματα ἀπό ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μέ τόν ἐγκέφαλο καί ἔχουνε βρεῖ ὅτι ἐδῶ στόν μετωπιαῖο λοβό τοῦ ἐγκεφάλου ὑπάρχουν κάποια κύτταρα πού τά λένε κύτταρα καθρέφτες. Καί τί κάνουν αὐτά τά κύτταρα; Μόλις ὁ ἄνθρωπος βλέπει κάτι, ἐνεργοποιοῦνται αὐτά καί ὁ ἄνθρωπος θέλει νά κάνει αὐτό πού βλέπει, νά μιμηθεῖ. Βλέπετε πῶς εἶναι τά πιθήκια ἔ; Μιμοῦνται, ὅ,τι κάνεις τό κάνουν κι αὐτά. Ἔτσι κι αὐτά τά κύτταρα ἐνεργοποιοῦνται, ὅταν ἐμεῖς βλέπουμε κάποιον νά τρώει ἄς ποῦμε καί μᾶς ἔρχεται κι ἐμᾶς ἡ ἴδια ἐπιθυμία. Ἀρχίζουν κι ἐμᾶς καί τρέχουν τά γαστρικά ὑγρά καί τά σάλια μας ἀπ’ αὐτό πού βλέπουμε. Εἶναι καί θέμα βιολογικό δηλαδή. Γι’ αὐτό πρέπει νά προσέχουμε νά μή βλέπουμε πράγματα πού δέν πρέπει καί ὅσο γίνεται νά εἴμαστε συγκεντρωμένοι μέ τόν νοῦ μας στόν Θεό καί ὄχι στά πράγματα γύρω μας.

Σέ μένα λοιπόν, τοῦ λέει αὐτή ἡ γυναίκα, ταιριάζει νά κοιτάω ἐσένα, ἀφοῦ πλάστηκα ἀπό σένα, ἐσένα ὅμως σοῦ ταιριάζει νά κοιτᾶς στή γῆ, στό χῶμα. Γιατί τόν Ἀδάμ πῶς τόν ἔπλασε ὁ Θεός; «Χοῦν» λέει λαβών «ἀπό τῆς γῆς»[4]. Χοῦν εἶναι τό χῶμα. Πῆρε ἀπό τή γῆ καί ἔπλασε τόν Ἀδάμ. Ἄρα πρέπει νά κοιτᾶμε χαμηλά, ταπεινά, πρός τά κάτω. Νά μήν ἀφήνουμε τά μάτια μας νά πηγαίνουν ἐδῶ κι ἐκεῖ, ὁπουδήποτε, καί μπαίνουμε σέ πειρασμούς.

Μόλις ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ἄκουσε αὐτά τά λόγια χωρίς νά τό περιμένει, καί στή γυναίκα ὁμολογοῦσε πολλή χάρη. Τήν εὐχαριστοῦσε. Βλέπετε πόσο ταπεινός ἦταν ὁ Ἅγιος! Δέν τῆς εἶπε, δέν ντρέπεσαι.. θά μοῦ κάνεις καί τό δάσκαλο;.. Ὄχι, τά ἄκουσε. Τό δέχτηκε. Ἦταν ταπεινός. Γιά τήν ὠφέλεια πού ἦρθε ἀπ’ τήν ἀπάντησή της. Ἀλλά καί τόν Θεό εὐχαριστοῦσε θερμῶς, πού πολλές φορές μπορεῖ νά μᾶς ὠφελήσει ἀπό κεῖ πού δέν περιμένουμε καί μᾶς προξενεῖ μεγαλύτερη ὠφέλεια ἀπ’ ὅση ἐλπίζουμε.

Ὅταν ἔχουμε λοιπόν ταπεινό φρόνημα, διδασκόμαστε ἀπό ὅλα, καί ἀπό μιά μύγα πού πετάει.

Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Παχωμίου. Ἄλλη ἱστορία τώρα. Ὁ Μέγας Παχώμιος ἦταν στήν Αἴγυπτο καί ἦταν αὐτός πού ἔφτιαξε τά πρῶτα μεγάλα μοναστήρια, τά πρῶτα μεγάλα κοινόβια (κοινός βίος). Εἶχε φτάσει νά ἔχει 8.500 καλογήρους, νά τούς κατευθύνει. Θά πεῖς, πῶς ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νά κάνει κουμάντο τόσες χιλιάδες; Εἶχε χωρισμένους τούς μοναχούς σέ τάγματα. 24 ὁμάδες, 24 τάγματα, ὅσα εἶναι τά γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου. Τό Α ἤτανε αὐτοί οἱ μοναχοί, τούς ἤξερε. Τό Β… καί κάθε τάγμα εἶχε ἕναν προϊστάμενο. Ὁπότε ὁ Ἅγιος ἐπικοινωνοῦσε μέ τούς προϊσταμένους καί ἔτσι κατεύθυνε χιλιάδες μοναχούς.

Εἶναι ὁ Ἅγιος Παχώμιος ὁ Μέγας. Αὐτός λοιπόν εἶχε ἕναν μαθητή μικρό, νέο παιδί ἤτανε, πού τόν λέγανε Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος ἄν καί ἤτανε νέος, στήριζε πολλούς ἀσθενέστερους στήν ἄσκηση καί πιό ἡλικιωμένους ἀπ’ αὐτόν, πιό μεγάλους στήν ἡλικία καί πιό πολλά χρόνια στήν ἄσκηση. Ἀλλά αὐτός ἦταν ταπεινός πολύ, γι’ αὐτό ἦταν καί ἁγιασμένος. Ὅσο πιό ταπεινοί εἴμαστε, τόσο πιό πολύ χάρη παίρνουμε ἀπό τόν Θεό. Γι’ αὐτό τόν ἔχουμε καί Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, εἶναι ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Ἡγιασμένος. Αὐτός λοιπόν, ἐνῶ ἦταν νέος στήν ἡλικία, ἦταν πολύ προοδευμένος πνευματικά, γιατί ἦταν ταπεινός καί ἔκανε ὑπακοή, ὅ,τι τοῦ ἔλεγε ὁ γέροντάς του, ὁ Ἅγιος Παχώμιος. Καί ὁ Ἅγιος Παχώμιος τόν ἔβλεπε καί χαιρόταν πάρα πολύ, γιατί πάντα ὁ Πνευματικός χαίρεται ὅταν ἔχει τέτοιους ταπεινούς μαθητές.

Ὅλοι στό κοινόβιο, ἐκεῖ πού ἦταν ὁ Ἅγιος Παχώμιος, συνηθίζανε κάθε ἀπόγευμα νά συγκεντρώνονται σ’ ἕνα μέρος τοῦ μοναστηριοῦ καί ν’ ἀκοῦνε μέ μεγάλη προσοχή τή διδασκαλία τοῦ Μεγάλου Παχωμίου. Ὅπως καλή ὥρα κι ἐμεῖς τώρα. Μαζευόντουσαν κάθε ἀπόγευμα καί κάνανε μάθημα, τούς δίδασκε ὁ Γέροντας. Ἕνα ἀπόγευμα λοιπόν, καθώς συγκεντρώθηκαν γιά νά κάνουν τό μάθημά τους, ὁ Μέγας Παχώμιος διατάσσει τόν Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος ὅπως ἐλέχθη ἤτανε νέος, ὄχι μεγαλύτερος τῶν εἴκοσι ἐτῶν, νά κηρύξει στούς ἀδελφούς του τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νά κηρύξει σέ μοναχούς πού ἤτανε 40..50..60..70.. χρόνια ἕνας νέος πού δέν ἦταν πάνω ἀπό εἴκοσι χρονῶν.

Ὁ Θεόδωρος ἀμέσως, χωρίς καμιά ἀντιλογία ἤ παρακοή, ἐκήρυξε στούς ἀδελφούς ἀρκετά γιά τήν ψυχική τους ὠφέλεια. Δέν εἶπε, Γέροντα.. ἔ τώρα.. ἐγώ εἶμαι νέος.. δέν κάνει.. Τίποτα ἀπ’ αὐτά! Ταπεινολογίες δηλαδή. Εἶπε ὁ Γέροντας νά κάνω κήρυγμα, θά κάνω. Αὐτός εἶναι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος.

Μερικοί ἀπό τούς γεροντότερους μόλις εἴδανε νά ὁμιλεῖ ὁ νεαρός Θεόδωρος δέν θέλησαν νά τόν ἀκούσουν. Σοῦ λέει, τώρα τί;.. αὐτό τό παιδαρέλι θά μᾶς μιλήσει ἐμᾶς πού ἔχουμε ἀσπρίσει στήν ἄσκηση;.. ἄσπρισαν τά μαλλιά μας καί τά γένια μας… Τόν περιφρόνησαν. Καί τί κάνανε λοιπόν; Σηκώθηκαν καί ἔφυγαν. Ἐγκατέλειψαν τή συγκέντρωση καί πῆγε ὁ καθένας στό κελί του. Ὅταν τέλειωσε τό κήρυγμα, ἔστειλε ὁ Μέγας Παχώμιος καί τούς κάλεσε. Τούς λέει, γιά ἐλᾶτε ἐδῶ πατέρες, γιά ποιό λόγο -τούς ρωτάει- ἐγκαταλείψατε τό κήρυγμα καί φύγατε στά κελιά σας; Ἀφήσατε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ; Κι ἐκεῖνοι ἀπάντησαν: – Γιατί ὅρισες δάσκαλο ἕνα παιδί νά διδάξει ἐμᾶς τούς ἡλικιωμένους πού γεράσαμε μέσα στό μοναστήρι. Ὅταν ἄκουσε αὐτή τή δικαιολογία ὁ Μέγας Παχώμιος, ἀναστέναξε βαθιά καί μέ διάθεση μελαγχολική τούς εἶπε: – Γνωρίζετε ἀπό ποῦ προῆλθαν στόν κόσμο τά κακά;

–           Ἀπό ποῦ ξεκινᾶνε τά κακά πού ὑπάρχουν στόν κόσμο;

– Ἀπό ποῦ; τόν ρωτοῦσαν ἐκεῖνοι. – Ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ἐξέπεσε ἀπό τόν οὐρανό ὁ ἑωσφόρος, πού ἀνατέλλει τό πρωί, καί συντρίφτηκε στή γῆ. Ὁ ἀρχηγός τῶν δαιμόνων ἤτανε ἀρχάγγελος καί μερικοί Πατέρες λένε -προσέξτε παιδιά- ὅτι ἦταν ὁ πιό ὡραῖος ἀπό ὅλους τούς ἀγγέλους καί ἀρχηγός ὅλων καί ὁ πιό σοφός. Κι ὅμως αὐτός, ἐπειδή ὑπερηφανεύτηκε, ἔπεσε. Καί τί σκέφτηκε; Νά κυριαρχήσει στόν οὐρανό. Ἔκανε πόλεμο στήν ἀρχή μέ τούς ἀγγέλους, μέ τούς ἄλλους ἀγγέλους. Πόλεμο κανονικό καί τό γράφει αὐτό τό πράγμα, ὅτι ἔγινε πόλεμος στόν οὐρανό[5], τό γράφει στήν Ἀποκάλυψη. Ἄν διαβάσετε τήν Ἀποκάλυψη, θά τό δεῖτε ἐκεῖ. Καί ποιός τόν νίκησε; Ξέρει κανείς; Ποιός; Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ τόν νίκησε μαζί μέ τούς καλούς ἀγγέλους. Τόν κατατρόπωσε. Καί οἱ δαίμονες, ὁ ἑωσφόρος καί οἱ ἄλλοι δαίμονες πού τόν εἶχαν ἀκολουθήσει, τά τσιράκια του πού λέμε, πέσανε στή γῆ, γκρεμίστηκαν ἀπό τόν οὐρανό. Γι’ αὐτό τώρα ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά πάει στόν οὐρανό. Εἶναι ἐδῶ στή γῆ. Πάνω στή γῆ εἶναι τώρα οἱ δαίμονες ὅλοι, ἔχουνε πέσει ἀπό τόν οὐρανό. Καί κάτω ἀπό τή γῆ καί λίγο στόν ἀέρα. Ἀλλά κοντά στή γῆ. Δέν μποροῦν ν’ ἀνέβουν στόν οὐρανό, ἀπαγορεύεται. Ἐκεῖ νικήθηκαν. Καί τώρα προσπαθοῦν νά νικήσουν ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους ἐδῶ στή γῆ καί μᾶς κάνουν πόλεμο. Γι’ αὐτό πρέπει νά προσέχουμε. Ἄν εἴχαμε τά μάτια τῆς ψυχῆς μας ἀνοιχτά, θά βλέπαμε τί γίνεται γύρω μας καί θά φρίτταμε. Πῶς οἱ δαίμονες προσπαθοῦν νά μᾶς παγιδέψουν, νά μᾶς ρίξουν στίς διάφορες ἁμαρτίες! Ἀκόμα κι ἐδῶ, καί μέσα στό Ἅγιο Ὄρος, παντοῦ… μᾶς κυνηγᾶνε… καί σοῦ λένε, νά τώρα ἐδῶ νά κάνεις αὐτό κι αὐτό.. κακά πράγματα. Παντοῦ.. Δέν σταματᾶνε αὐτοί. Γι’ αὐτό πρέπει νά τό ξέρουμε ὅτι μᾶς πολεμᾶνε, γιά νά τούς πολεμᾶμε κι ἐμεῖς.

–           Καί μάλιστα ξέρετε πόσο κοντά μας εἶναι;

Εἶναι μέσα μας. Εἶναι κοντά στήν καρδιά μας, γύρω-γύρω ἀπό τήν καρδιά μας. Ὅταν εἶναι κανείς ἀβάφτιστος εἶναι στό κέντρο-κέντρο τῆς καρδιᾶς. Ἐμεῖς, πού εἴμαστε βαφτισμένοι, εἶναι γύρω-γύρω, στήν περιφέρεια, καί μᾶς ρίχνουνε βέλη.

–           Ἔχετε δεῖ αὐτούς πού ρίχνουνε τόξα – βέλη;

Ἔτσι καί ὁ διάβολος μᾶς ρίχνει πειρασμούς καί προσπαθεῖ νά μᾶς κάνει νά συγκατατεθοῦμε στήν ἁμαρτία. Δέν πρέπει νά τόν ἀκοῦμε. Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι εἶναι στήν καρδιά μας, γιά νά τόν πολεμᾶμε μέ τήν προσευχή πού τή λέμε καρδιακή προσευχή, πού εἶναι μέσα στήν καρδιά μας. Ἐκεῖ νά μιλᾶμε στόν Χριστό, νά λέμε Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησέ με μέ τήν καρδιά μας, μ’ ὅλη μας τήν ψυχή. Ἤ ὅταν πᾶμε στή Θεία Λειτουργία, μέ τήν καρδιά μας νά μιλᾶμε στόν Χριστό, ὁπότε οἱ δαίμονες πού εἶναι γύρω ἀπ’ τήν καρδιά καίγονται ἀπ’ αὐτή τήν προσευχή.

Λοιπόν, τούς λέει ὁ Ἅγιος Παχώμιος αὐτούς πού φύγανε ἀπό τή σύναξη, δέν τό ξέρετε ὅτι ὁ διάβολος ἔπεσε ἀπό τήν ὑπερηφάνεια; Ἐνῶ ἦταν ὁ ἀνώτερος ἀπό ὅλους τούς ἀγγέλους, ἐπειδή σκέφτηκε.. τί σκέφτηκε; Νά πάρει τή θέση τοῦ Θεοῦ, νά μπεῖ στή θέση τοῦ Θεοῦ, νά καθίσει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἦταν ἡ σκέψη τοῦ διαβόλου, νά διώξει τόν Θεό ἀπ’ τή θέση Του καί νά πάρει αὐτός τή θέση Του. Καί ἔγινε αὐτός ὁ πόλεμος μέ τούς ἄλλους ἀγγέλους καί νικήθηκε.

–           Καί τώρα τί προσπαθεῖ νά κάνει;

Νά πάρει ὅσες περισσότερες ψυχές στήν κόλαση μαζί του. Ἐνῶ ξέρει ὅτι θά κολαστεῖ, ξέρει ὅτι θά τιμωρηθεῖ, δέν ταπεινώνεται πάλι, νά πεῖ ἕνα ἥμαρτον στόν Θεό, νά πεῖ συγγνώμη. Ὁ Θεός, ἅμα ἔλεγε συγγνώμη, θά τόν συγχωροῦσε. Δέν θέλει νά πεῖ. Αὐτό θά πεῖ ἐγωισμός. Ἔχετε δεῖ πού μερικές φορές λές σέ ἕναν, πές συγγνώμη.. δέν λέω συγγνώμη! Καί μικρά παιδιά ἀκόμα! Πές συγγνώμη. Δέν λένε! Κλειστό τό στόμα. Αὐτό εἶναι ἐγωισμός, εἶναι ὑπερηφάνεια. Ἔτσι εἶναι ὁ διάβολος, δέν θέλει νά πεῖ συγγνώμη. Καί τί προσπαθεῖ; Νά βάλει κι ἄλλους ἀνθρώπους στήν ἴδια ἀρρώστια, στήν ἀρρώστια τῆς ὑπερηφάνειας. Νά κάνει καί τούς ἀνθρώπους ὑπερήφανους. Γι’ αὐτό καί μᾶς σφυράει στό μυαλό τέτοιες ἰδέες ὑπερηφάνειας: «ἐσύ εἶσαι ὁ πρῶτος, ὁ καλύτερος.. εἶσαι ὁ πιό ἔξυπνος.. εἶσαι ὁ πιό δυνατός… ἐσύ μπορεῖς νά κάνεις τά πάντα. Μᾶς λέει τέτοιες ἰδέες ἐπαινετικές, μᾶς φουσκώνει πού λέμε, γιά νά μᾶς ρίξει στήν ὑπερηφάνεια καί νά μᾶς χωρίσει ἀπό τόν Θεό. Γιατί ὁ ὑπερήφανος δέν ἔχει μερίδιο μέ τόν Θεό. Εἶναι ἐχθρός τοῦ Θεοῦ ὁ ὑπερήφανος.

Αὐτό λοιπόν τούς εἶπε ὁ Ἅγιος Παχώμιος. Ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειας ἔπεσε ὁ ἑωσφόρος ἀπό τόν οὐρανό καί συντρίφτηκε στή γῆ, καί οἱ ἄλλοι ἄγγελοι πού ἦταν μαζί του. Καί ἀπό ἄγγελοι φωτεινοί, γίνανε μαῦροι ἄγγελοι, σκοτεινοί ἄγγελοι, δαίμονες.

Ἐξαιτίας τῆς ὑπερηφάνειας καί ὁ βασιλέας Ναβουχοδονόσορ -τόν ἔχετε ἀκούσει;- κατώκοισε μαζί μέ τά θηρία. Ἐπειδή ἦταν πολύ περήφανος κι αὐτός, ἔπαθε μιά ἀρρώστια σάν τρέλα. Τί ἔπαθε αὐτός; Νόμιζε ὅτι εἶναι ἄγριο ζῶο. Τή λένε αὐτή τήν ἀρρώστια λυκανθρωπία. Καί πῆγε μέσα στό δάσος καί πῶς κάνουν τά ζῶα; Ἔτσι ἔκανε κι αὐτός. Ἀπό τήν πολλή του ὑπερηφάνεια ἔπαθε αὐτή τήν ἀρρώστια, τρελάθηκε. Καί ἦταν αὐτό παιδαγωγία τοῦ Θεοῦ. Γιά σκεφτεῖτε τί μπορεῖ νά πάθουμε! Ἀπό τήν πολλή ὑπερηφάνεια νά νομίζει ὅτι εἶναι ζῶο καί νά κάνει ὅπως κάνουν τά ζῶα μέσα στό δάσος! Αὐτός ὁ μεγάλος βασιλιάς ὁ Ναβουχοδονόσορας, ὁ ὁποῖος μάλιστα εἶχε καταλάβει τά Ἱεροσόλυμα. Εἶχε καταστρέψει τά Ἱεροσόλυμα καί τόν ναό τοῦ Σολομῶντος. Αὐτός ὁ βασιλιάς. Ἀπ’ τή μεγάλη του ὑπερηφάνεια μετά κατήντησε νά εἶναι σάν ζῶο.

–           Δέν ἀκούσατε τί λέει ἡ Ἁγία Γραφή;

«Ἐνώπιον τοῦ Κυρίου κάθε ὑψηλοκάρδιος εἶναι βδέλυγμα»[6].

–           Βδέλυγμα τί θά πεῖ;

Βδελύσσομαι, ἀηδιάζω, σιχαίνομαι. Ὁ ὑπερήφανος μπροστά στόν Θεό εἶναι σίχαμα. Τόν ἀηδιάζει ὁ Θεός.

–           Γιατί ποιός εἶσαι πού κάνεις τόν καμπόσο; Ἒσύ ἔφτιαξες τόν ἑαυτό σου; Τί ἔφτιαξες;

Τίποτα. Ὁ Θεός ἔφτιαξε τά πάντα, καί ἐσένα, καί ὅλο τό σύμπαν… καί εἶναι τόσο ταπεινός.

–           Κι ἐσύ πού δέν ἔχεις κάνει τίποτα, τί κομπορρημονεῖς καί καυχιέσαι καί κάνεις τόν μεγάλο καί τόν σπουδαῖο; Ἐνῶ τί εἶσαι;

Τίποτα. Γι’ αὐτό μπροστά στόν Θεό ὁ ὑπερήφανος εἶναι βδέλυγμα, λεει ἡ Ἁγία Γραφή, καί αὐτός πού ὑψώνει τόν ἑαυτό του, θά ταπεινωθεῖ. Ἐνῶ αὐτός πού ταπεινώνει τόν ἑαυτό του, θά ὑψωθεῖ. Θυμηθεῖτε τόν τελώνη καί τόν Φαρισαῖο. Ὁ Φαρισαῖος φούσκωνε σάν μπαλόνι, ἔλεγε τίς καλές του πράξεις καί ἔλεγε ἐγώ δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἤ σάν αὐτόν ἐδῶ τόν τελώνη.. ἐγώ εἶμαι σπουδαῖος, εἶμαι καλός, εἶμαι ἅγιος.. Ὁ τελώνης ὁ καημένος ἔλεγε «ὁ Θεός ἱλάσθητι μοι τῷ ἁμαρτωλῷ»[7].. δέν εἶμαι ἄξιος οὔτε στόν οὐρανό νά κοιτάξω… τίποτα δέν εἶμαι.. καί χτυποῦσε τό στῆθος του, ἔτσι ἀπό συντριβή, ἀπό ταπείνωση. Καί τί εἶπε ὁ Θεός; Αὐτουνοῦ ἡ προσευχή ἀκούγεται. Τοῦ ἄλλου; Κλείνω τά αὐτιά Μου, δέν ἀκούω τίποτε. Γιατί εἶχε ὑπερηφάνεια. Ἐνῶ ἔκανε πράγματα, καλά πράγματα ἔκανε. Καί ἐλεημοσύνες.. Αὐτά πού ἔλεγε, τά ἔκανε. Τηροῦσε τόν νόμο, ἀλλά δέν ἄρεσε στόν Θεό ἡ ζωή του, γιατί τά ἔκανε μέ ὑπερηφάνεια γιά νά φανεῖ στούς ἀνθρώπους καί ὄχι γιά νά ἀρέσει στόν Θεό. «Αὐτός πού ὑψώνει τόν ἑαυτό του, θά ταπεινωθεῖ»[8], λέει ὁ Θεός, κι αὐτός πού ταπεινώνει τόν ἑαυτό του, τόν βάζει κάτω ἀπό τούς ἄλλους, αὐτός θά ὑψωθεῖ ἀπό τόν Θεό, παιδιά. Αὐτό εἶναι μεγάλο μυστικό, ἄν τό μάθεις.

–           Θέλεις νά ὑψωθεῖς; Θέλεις νά γίνεις μεγάλος πραγματικά;

Ταπεινώσου, κατέβα. Ὅποιος κατεβαίνει, ὑψώνεται ἀπό τόν Θεό. Ὅποιος πάει νά ὑψωθεῖ, τάχατες μέ τίς δυνάμεις του καί μέ τήν ἐξυπνάδα του καί δέν ξέρω μέ τί ἄλλο, αὐτός θά ταπεινωθεῖ, θά πάρει καρπαζιά. Νά σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα. Ἤτανε ἕνα παιδί πού σπούδαζε. Καί ἦταν νά δώσει ἐξετάσεις. Στό Πανεπιστήμιο εἶχε περάσει.. καί ἦταν νά δώσει ἕνα δύσκολο μάθημα καί τοῦ ἔλεγε ἡ μάνα του, νά διαβάζεις ἀλλά νά κάνεις καί προσευχή. Λέει, δέν χρειάζεται προσευχή. Πῶς, λέει, παιδί μου, δέν χρειάζεται προσευχή; Λέει, μάνα, ἐγώ τό ξέρω ἀπ’ ἔξω τό βιβλίο. Τί προσευχή νά κάνω; Δέν χρειάζεται, ἀφοῦ τά ξέρω ὅλα ἀπ’ ἔξω. Νά κάνεις προσευχή, τοῦ ἔλεγε, γιατί ἐκείνη τήν ὥρα, ἄν δέ σέ φωτίσει ὁ Θεός, δέν θά γράψεις τίποτα. Δέν χρειάζεται προσευχή, λέει, θά δεῖς πού θά τά γράψω ὅλα. Πῆγε λοιπόν, ἔδωσε ἐξετάσεις καί πῆρε μηδέν! Δέν ἔγραψε τίποτα. Ἐνῶ τά ἤξερε ὅλα ἀπ’ ἔξω, τά ξέχασε ὅλα.. γιά νά ταπεινοφρονεῖ! Βλέπετε; Εἶχε μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του καί ἔφαγε καρπαζιά. Ὁ ὑπερήφανος, αὐτός πού ὑψώνει τόν ἑαυτό του, θά ταπεινωθεῖ. Εἶναι νόμος αὐτό.

–           Ὑψώθηκες; Καυχήθηκες; Περηφανεύτηκες;

Θά πάρεις κατραπακιά.

–           Ταπεινώθηκες; Καί λές, Θέε μου, δέν ξέρω τίποτα.. εἶμαι ὁ χειρότερος, ὁ πιό ἁμαρτωλός; Δέν μπορῶ νά κάνω τίποτα χωρίς τή βοήθειά Σου;

Ἐσύ θά προχωρήσεις.

Ὥστε λοιπόν, τούς λέει τώρα ὁ Ἅγιος Παχώμιος, αὐτούς τούς γέροντες πού σηκώθηκαν καί ἔφυγαν καί δέν καταδέχτηκαν νά ἀκούσουν τόν νεαρό ἀλλά ἅγιο μαθητή, τόν Ἅγιο Θεόδωρο, ὥστε λοιπόν, ἐσεῖς τά ξεχάσατε, τούς λέει, αὐτά, ὅτι αὐτός πού ταπεινώνεται, θά ὑψωθεῖ καί αὐτός πού ὑψώνεται, θά ταπεινωθεῖ, νικηθήκατε ἀπό τόν διάβολο καί χάσατε ὅλη σας τήν ἀρετή. Μ’ αὐτό πού κάνατε, πού φύγατε ἀπό τή σύναξη, ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τί κάνατε; Ὑπερηφανευτήκατε. Τά χάσατε ὅλα, γιατί δέν ἐγκαταλείψατε τόν Θεόδωρο ὅταν φύγατε, ἀλλά φύγατε ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀποχωριστήκατε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καταφρονήσατε τόν Θεό δηλαδή. Γιατί μητέρα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτό ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, παιδιά, νά μήν ἀγαπᾶμε τά μπράβο καί τούς ἐπαίνους. Νά μή θέλουμε νά μᾶς λένε μπράβο. Οὔτε κι ἐμεῖς νά λέμε μπράβο. Καί στούς μεγάλους τό ἔλεγε αὐτό, νά μή λέτε μπράβο στά παιδιά γιατί τά κάνετε ὑπερήφανα. Ἀλλά κι ἐμεῖς, ἄν μᾶς λένε μπράβο, νά μή φουσκώνουμε, γιατί γινόμαστε ὑπερήφανοι καί ἀρρωσταίνουμε. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, τά παιδιά πού ἀκοῦνε πολλά μπράβο, γίνονται ὑπερήφανα, τούς καταλαμβάνει ὁ δαίμονας τῆς ὑπερηφάνειας.

–           Καί μετά αὐτός ὁ δαίμονας ξέρετε τί κάνει, παιδιά;

Δέν ἀφήνει τόν νέο καί τήν νέα μετά νά πᾶνε στήν ἐκκλησία. Ἀφοῦ εἶναι δαίμονας… Ὁ δαίμονας δέ θέλει ὁ ἄνθρωπος νά πηγαίνει στήν ἐκκλησία. Καί  βλέπετε τά παιδιά μετά ἀπό μιά ἡλικία, 17-18 συνήθως.. λέει, δέν πάω ἐκκλησία, γιατί ἔχει τραφεῖ μέσα του ἐγωισμός, ὑπερηφάνεια ἀπό τά πολλά μπράβο πού τοῦ λέγανε καί τά δεχότανε κι αὐτός -φταίει κι αὐτός βέβαια- καί μετά γίνεται ἄθεος καί νομίζει ὅτι εἶναι καί σπουδαῖος καί ὅτι εἶναι καί στή μόδα. Μητέρα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια.

– Εἶστε πραγματικά ἄξιοι οἴκτου, γιά λύπηση δηλαδή, τούς λέει, εἶστε. – Πῶς δέν καταλάβατε ὅτι ὁ σατανᾶς σᾶς παρέσυρε νά φτάσετε στό σημεῖο αὐτό πού ἤρθατε; Πόσο μεγάλο θαῦμα λησμονήσατε; Ὁ Θεός ταπεινώθηκε καί ἔγινε ὑπήκοος πρός χάριν μας μέχρι θανάτου. Βλέπετε; Ὁ Θεός πού εἶναι Θεός, ὁ Χριστός μας, καί γίνεται ὑποτακτικός καί κάνει ὑπακοή ὡς ἄνθρωπος. Σέ ποιόν κάνει ὑπακοή; Στόν Πατέρα Του τόν οὐράνιο. Γι’ αὐτό λέει στήν Ἁγία Γραφή ὁ Χριστός «ἐγώ δέν κάνω τό δικό Μου θέλημα, ἀλλά αὐτό πού Μοῦ εἶπε ὁ Πατέρας Μου καί δέν σᾶς λέω δικά Μου λόγια, ἀλλά αὐτά πού Μοῦ εἶπε ὁ Πατέρας Μου ὁ οὐράνιος»[9]. Βλέπετε; Ὁ Θεός καί κάνει ὑπακοή, ταπεινώνεται τόσο πολύ.

–           Ἐάν τό κάνει ὁ Θεός λοιπόν, δέν πρέπει κι ἐμεῖς νά τό κάνουμε; Νά εἴμαστε ταπεινοί; Νά κάνουμε ὑπακοή;

Ἐμεῖς, ἄν καί ἀπό τή φύση μας διδασκόμαστε τήν ταπείνωση, ὑπερηφανευόμαστε. Αὐτός πού ἀπό τή φύση Του εἶναι ὑψηλός καί ἀπέραντος -ὁ Θεός- καί παντοδύναμος καί πάνσοφος, μέ τήν ταπείνωση εὐεργέτησε τόν κόσμο. Ἐνῶ μποροῦσε μέ τό βλέμμα Του νά κατακαύσει τά σύμπαντα. Ἕνα βλέμμα νά ἔριχνε καί θά καιγόντουσαν τά πάντα. Ἐμεῖς πού εἴμαστε χῶμα καί στάχτη καί ἀκόμα πιό ἀσήμαντοι -ἀπό τό χῶμα καί τή στάχτη- ὑπερηφανευόμαστε, ἀγνοοῦντες ὅτι ἔτσι ἐξαποστέλλουμε τούς ἑαυτούς μας στά κατάβαθα τῆς γῆς.

–           Δέν παρατηρήσατε ἐμένα μέ πόση προσοχή ἄκουγα τήν ὁμιλία του;

Ἐγώ, ὁ γέροντάς σας, κάθισα καί ἄκουσα τόν μαθητή μου, τό εἰκοσάχρονο. -Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ἐγώ ὁ ἴδιος πάρα πολύ ὠφελήθηκα πού τόν ἄκουσα! Γιά σκέψου.. πόσο ταπεινός εἶναι καί ὁ Ἅγιος Παχώμιος..

Δέν τοῦ ἐπέτρεψα νά σᾶς κηρύξει γιά νά σᾶς δοκιμάσω, ἀλλά ἐπειδή ἤθελα κι ἐγώ ὁ ἴδιος νά ὠφεληθῶ. Γιατί γνώριζε καί ὁ Ἅγιος Παχώμιος πόση χάρη Θεοῦ εἶχε ὁ μαθητής του καί ἤθελε καί ὁ ἴδιος νά ὠφεληθεῖ. Δέν τό ἔκανε γιά νά ταπεινώσει τούς γέροντες μοναχούς. Πόσο μᾶλλον λοιπόν ἐσεῖς ἔπρεπε νά τόν ἀκούσετε μέ ταπεινοφροσύνη! – Σᾶς λέω ἀληθινά, ἐγώ ὁ ἐν Κυρίῳ πνευματικός σας πατέρας, ὅτι μέ τόση ἀφοσίωση τόν ἄκουγα σάν νά μή γνώριζα τήν δεξιά καί τήν ἀριστερά ὁδό. Σάν νά μήν ἤξερα τό καλό καί τό κακό. – Σᾶς λέω λοιπόν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅτι ἄν δέν δείξετε μεγίστη μετάνοια γι’ αὐτό τό πταῖσμα σας, ὥστε νά σᾶς συγχωρεθεῖ τό παράπτωμα, θά πᾶτε χαμένοι. Καί ἐφόσον ἔγινε σέ σᾶς αὐτή ἡ κακή ἀρχή, δέν θά σταματήσετε μέχρις ὅτου καταστεῖτε ἄξιοι τῆς τελευταίας καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Τούς προαναγγέλλει δηλαδή τήν κόλαση, ἄν δέν μετανοήσουν. Βλέπετε πόσο σοβαρό πράγμα ἦταν αὐτό; Γιατί καταφρόνησαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο πού μιλοῦσε μέσα ἀπό τόν Ἅγιο Θεόδωρο.

Μέ τά λόγια αὐτά ὁ Μέγας Παχώμιος καυτηρίασε ἀρκετά τήν πληγή τῆς ὑπερηφάνειας καί μέ πατρικές νουθεσίες θεράπευσε ἀποτελεσματικά τήν ἀρρώστια τους, τήν ὑπερηφάνειά τους. Γιατί ὁ Μέγας Παχώμιος ἤτανε καί ἀπότομος, ὅταν ἔπρεπε. Ἀλλά καί μαλακός πάλι, ὅταν τό καλοῦσε ἡ περίσταση. Ἄλλοτε ἐλέγχοντας τούς ἁμαρτάνοντας καί ἄλλοτε παρακινώντας τους στό ἀγαθό.

Καί ἀπό ἕναν μικρό λοιπόν καί ταπεινό μοναχό μπορεῖς νά ὠφεληθεῖς. Αὐτό τούς δίδαξε ὁ Ἅγιος Παχώμιος βάζοντάς τους τόν Ἅγιο Θεόδωρο νά τούς κηρύξει.

Σέ ἄλλη περίπτωση τώρα, κοιτάξτε πάλι, μέ τόν ἴδιο ἅγιο, τόν Ἅγιο Παχώμιο, πού εἴπαμε εἶχε.. πόσους εἶχε καί κατηύθυνε; Περίπου 8.500 μοναχούς! Μιά ὁλόκληρη πόλη, γιά σκεφτεῖτε.. Τότε οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦσαν τή σωτηρία τους καί ἀφήνανε τά σπίτια τους καί γινόντουσαν μοναχοί καί ἡ ἔρημος γινότανε σάν πόλη.

Σέ μιά ἄλλη περίπτωση λοιπόν, ὁ Ἅγιος καθότανε στό ἐργαστήριο πού φτιάχνανε τά ψαθιά. Πλέκανε τά ψαθιά. Τί κάνανε δηλαδή; Παίρνανε φοινικόφυλλα -ἔχετε δεῖ τόν φοίνικα- τά σχίζανε τά φύλλα του λουρίδες καί μετά πλέκανε τή μία λουρίδα μέ τήν ἄλλη καί φτιάχνανε κάτι ταινίες τετράγωνες ἀπ’ τά φοινικόφυλλα αὐτά τά πλεγμένα. Μετά αὐτές τίς ταινίες τίς ράβανε καί φτιάχνανε καλάθια, ζεμπύλια… καί τά πουλούσανε καί παίρνανε λίγα χρήματα ἤ παίρνανε κατευθείαν στάρι, παξιμάδια κ.λ.π. αὐτά πού τρώγανε δηλαδή. Γιατί κι αὐτοί ἄνθρωποι ἦταν, ἔπρεπε κάτι νά ἔχουν γιά νά φᾶνε.

Καί ὁ Ἅγιος Παχώμιος, λοιπόν, ἦταν τόσο ταπεινός, πού κι αὐτός ἔκανε αὐτό τό ἐργόχειρο. Ἔπλεκε τά ψαθιά, ἔφτιαχνε τίς ταινίες αὐτές. Ἐνῶ λοιπόν ἔπλεκε αὐτό τό ψαθί, πῆγε κοντά του ἕνα παιδάκι, ἕνα μικρό παιδί, πού εἶχε ὁριστεῖ γιά τήν ὑπηρεσία τῆς ἑβδομάδας. Βλέπει λοιπόν τόν Ὅσιο νά ἐργάζεται καί τοῦ λέει: – Μή στρίβεις ἔτσι τήν ἄκρη. Δέν τό κάνεις καλά Γέροντα… ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος μέ ἄλλο τρόπο τό κάνει. Κατάλαβες; Τόν διδάσκει τώρα τόν Γέροντα, πού εἶχε τόσα χρόνια στήν καλογερική καί ἤξερε καί γιά τό ἐργόχειρο καί γιά ὅλα. Ἄ, τοῦ λέει, Γέροντα, δέν τό κάνεις καλά, ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος ἀλλιῶς τό κάνει. Τότε μέ ταπεινοφροσύνη σηκώνεται ἀπό τό ἐργόχειρο ὁ Μέγας Παχώμιος καί λέει στό παιδί: – Παιδί μου, μάθε καί σέ μένα αὐτό τόν ἄλλο τρόπο. Δέν τοῦ εἶπε, δέν ντρέπεσαι;.. τόν Γέροντα θά κάνεις μάθημα;.. Τίποτα! Γιά πές μου παιδί μου, λέει, πῶς νά τό κάνω; Βλέπετε ταπείνωση; Νά τό μάθω κι αὐτό, πῶς τό κάνει ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος…

Ἀφοῦ πράγματι ἔμαθε ἀπό τό παιδί τόν ἄλλο τρόπο ἐργασίας, κάθισε νά ἐργαστεῖ καί πάλι μέ πολλή χαρά, ταπεινώνοντας καί σ’ αὐτή ἀκόμα τήν περίπτωση τό πνεῦμα τῆς ὑπερηφάνειας. Γιατί, ἐάν ἦταν κυριευμένος ἀπό τό φρόνημα τῆς σαρκός, δέν θά ἐπείθετο, ἀλλά θά μάλωνε τό παιδί διότι εἶπε περισσότερα ἀπ’ ὅσα ἔπρεπε. Ἀλλά δέν ἦταν ὑπερήφανος, παρόλο πού εἴπαμε διοικοῦσε 8.500 μοναχούς!

Ἄλλο περιστατικό. Στόν βίο τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Κι αὐτός ὁ Μέγας Ἀρσένιος ἦταν ἐρημίτης. Ἤτανε πρῶτα καθηγητής στά ἀνάκτορα. Τότε τά παιδιά εἴχανε ἀτομικούς δασκάλους, τά πλούσια παιδιά. Παίρνανε ἕναν δάσκαλο στήν οἰκογένεια καί δίδασκε τά παιδιά τῆς οἰκογένειας, αὐτοί πού εἶχαν χρήματα. Ὁ Ἅγιος αὐτός ἦταν μέγας, πολύ μορφωμένος, καί τόν εἴχανε πάρει στό παλάτι οἱ βασιλεῖς καί δίδασκε τά παιδιά τοῦ βασιλιά. Σκεφτεῖτε πόσο μορφωμένος ἤτανε καί πόσο σπουδαία θέση εἶχε. Τόν ὑπηρετούσανε 1.000 δοῦλοι!

Αὐτός λοιπόν τά ἄφησε ὅλα, καί τό ἀξίωμα πού εἶχε καί τά παλάτια, καί πῆγε στήν Αἴγυπτο καί ἔγινε ἐρημίτης, πάμφτωχος. Καί ἔκανε ὑπακοή σ’ ἕναν γέροντα, πού ἤτανε σχεδόν ἀγράμματος, δέν ἤξερε τίποτα… Αὐτός πού ἤτανε φιλόσοφος, πάνσοφος!

Αὐτός λοιπόν, πού ἤτανε πάρα πολύ μορφωμένος, ἤξερε καί τήν ἐξωτερική, τήν κοσμική, τήν θύραθεν ὅπως λέμε παιδεία, δηλαδή τήν φιλοσοφία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων κ.λ.π. ἤξερε καί τά χριστιανικά γράμματα, τήν Ἁγία Γραφή, τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, τούς Ἅγιους Πατέρες κ.λ.π. Αὐτός ὅμως τούς ὑπερέβαινε ὅλους στήν ἀρετή καί γι’ αὐτό ὁ βασιλέας Θεοδόσιος τόν εἶχε διαλέξει ἀπό ὅλους τούς τότε μορφωμένους ἀνθρώπους νά εἶναι παιδαγωγός στά παιδιά του, τόν Ὀνώριο καί τόν Ἀρκάδιο, οἱ ὁποῖοι μετά γίνανε βασιλεῖς κι αὐτοί. Εἶναι τά παιδιά τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου. Ὁ  Ὀνώριος πῆγε στό δυτικό τμῆμα τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καί ὁ Ἀρκάδιος στό ἀνατολικό, στήν Κωνσταντινούπολη. Ἄν καί ἦταν ὅμως τόσο μορφωμένος καί ἀσκήτεψε γιά πολύ χρόνο στή Σκήτη, ἀπολαύσας περισσότερη θεία γνώση, ἐντούτοις εἶχε τόσο μεγάλη ταπείνωση, πού δέν ντρεπότανε νά ρωτάει καί τούς πιό ἀμαθεῖς καί νά παίρνει ἀπό αὐτούς κάθε δυνατή ὠφέλεια. Δέν εἶχε μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του, νά πεῖ, καλά τώρα ἐγώ θά ρωτήσω τόν ἀγράμματο καλόγερο; Τόν ρωτοῦσε καί προσπαθοῦσε ἀπό ὅλους νά πάρει αὐτό πού θά τόν ὠφελοῦσε.

Κάποτε τόν εἶδε κάποιος νά ρωτάει ἕναν Αἰγύπτιο μοναχό καί νά ζητεῖ ἀπ’ αὐτόν πληροφορίες γιά τούς διάφορους λογισμούς. Λογισμοί εἶναι οἱ διάφορες σκέψεις πού ἔχουμε, οἱ ὁποῖες δέν εἶναι ἁπλές σκέψεις ἀλλά ἔχουνε μέσα καί πάθος. Λέμε ἄς ποῦμε ὁ λογισμός τῆς ὑπερηφάνειας. Εἶναι μία σκέψη πού ἔχει μέσα ὅμως καί τό πάθος. Πάει νά μᾶς φουσκώσει τά μυαλά πού λέμε, νά μᾶς κάνει ὑπερήφανους. Ἤ ὁ λογισμός τῆς φιλαργυρίας. Δέν εἶναι ἁπλῶς μιά σκέψη, βλέπεις τά χρήματα καί τά σκέφτεσαι, ἀλλά τά ἐπιθυμεῖς, τά ποθεῖς, τά κάνεις θεό.. Αὐτοί οἱ λογισμοί λοιπόν εἶναι πού σπρώχνουν τούς ἀνθρώπους μετά καί στίς ἁμαρτίες.

Ρώτησε λοιπόν ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ἕναν Αἰγύπτιο μοναχό γι’ αὐτούς τούς λογισμούς. Καί τόν εἶδε ἕνας ἄλλος καί τοῦ λέει, καλά γέροντα, αὐτόν ρωτᾶς γιά τούς λογισμούς; Δέν ξέρεις; Καί τί τοῦ ἀπαντάει ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος; – Δέν ἀρνοῦμαι, ὅτι γνωρίζω ἀρκετά πράγματα, ὅτι εἶμαι μορφωμένος. Δέν ἦταν ὑπερηφάνεια αὐτό, ἦταν ἡ ἀλήθεια. Ἤξερε, εἶχε διαβάσει, εἶχε σπουδάσει κ.λ.π. – Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἀκόμα δέν ἔχω μάθει οὔτε τό ἀλφάβητο αὐτοῦ τοῦ ἀμόρφωτου. Ἐννοώντας μ’ αὐτά τήν κατά Θεόν πράξη καί γνώση. Δηλαδή δέν ἔχω ζήσει αὐτά πού ἔχει ζήσει αὐτός ὁ ἀγράμματος. Δέν ἔχω τήν ἐμπειρία, τήν πείρα. Μπορεῖ θεωρητικά νά ἔχω διαβάσει πολλά βιβλία, ἀλλά αὐτός ὁ μοναχός τά ἔχει κάνει πράξη τά λίγα πού διάβασε καί μέ ξεπερνάει πάρα πολύ, γιατί ἔχει γνώση ἀπό πείρα, ἀπό βίωμα. Ἐνῶ ἐγώ ξέρω θεωρητικά κάποια πράγματα.

Ἄλλοτε πάλι ὁ ἀξιοθαύμαστος Ἀρσένιος ἔφτασε στόν ποταμό κι ἐνῶ ἑτοιμαζότανε νά ἀποπλεύσει, νά μπεῖ στή βάρκα καί νά ταξιδέψει μέσα στό ποτάμι -τό ποτάμι εἶναι ὁ Νεῖλος, αὐτό τό μεγάλο ποτάμι πού εἶναι σάν θάλασσα- μιά Αἰθιόπισσα τόν ἔπιασε ἀπ’ τό πανωφόρι του. Ὅταν ὁ Μέγας Ἀρσένιος τή μάλωσε μέ αὐστηρότητα -σοῦ λέει, γιατί μέ πιάνεις;.. μοῦ κρατᾶς τό ροῦχο;..- ἡ γυναίκα τοῦ ἀπάντησε: – Ἄν εἶσαι καλόγερος Ἀρσένιε, νά φύγεις στό βουνό.. τοῦ εἶπε αὐτή ἡ ἁπλή γυναίκα. Ὁ Ἀρσένιος θεώρησε τή φράση αὐτή ὠφέλιμη. Δέν θύμωσε. Νά πεῖ, τί ἐσύ, μιά λαϊκή θά μοῦ κάνεις ἐμένα μάθημα; Μιά γυναίκα κοσμική; Τό ἄκουσε μέ προσοχή αὐτό, γιατί λέει, ποῦ ξέρεις; Μπορεῖ μέσα ἀπό αὐτή νά μιλάει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Καί καλά μοῦ λέει, τί δουλειά ἔχω ἐγώ, ἀφοῦ εἶμαι ἀσκητής, νά πηγαινοέρχομαι στόν Νεῖλο; Βέβαια δέν πήγαινε γιά τουρισμό. Κάποια ἐργασία θά εἶχε ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλά πάλι βλέπετε, κι αὐτή τήν κουβέντα πού ἄκουσε ἀπ’ αὐτή τήν ἁπλή γυναίκα, δέν τήν ἔβαλε στήν ἄκρη. Αὐτό εἶναι πού λέει στόν τίτλο ὁ Εὐεργετινός, ὅτι διδασκόμαστε καί ἀπό τούς πιό ἁπλούς, καί ἀπό τούς πιό ταπεινούς καί ἀπό τούς πιό, ἄς τό ποῦμε, ἀγράμματους ἀνθρώπους, πού ὁ κόσμος τούς θεωρεῖ τιποτένιους. Ἐνῶ κανένας ἄνθρωπος δέν εἶναι τιποτένιος. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά μᾶς διδάξουν, ἐάν εἴμαστε ταπεινοί.

Στό Γεροντικό. Ἄλλη ἱστορία. Κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος πῆρε ἐπιστολές ἀπό τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο, τόν Μέγα Κωνσταντίνο, πού κατάργησε τούς διωγμούς καί ἔκανε τήν πίστη τήν ὀρθόδοξη, τή χριστιανική, νά εἶναι ἐλεύθερη. Ἔπαψαν οἱ διωγμοί μέ τόν Μέγα Κωνσταντίνο μέ τό διάταγμα τῶν Μεδιολάνων τό 313 μ.Χ. Αὐτός λοιπόν ὁ βασιλιάς ἔστειλε γράμμα στόν Ἅγιο Ἀντώνιο. Ἦταν ἡ ἴδια ἐποχή. Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος, ὁ μέγας αὐτός ἀσκητής πού ἤτανε στήν Αἴγυπτο. Καί τί τοῦ ἔλεγε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος; Τόν καλοῦσε στήν Κωνσταντινούπολη νά πάει στό παλάτι. Ποιός; Ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Σάν νά λέγαμε, ὅταν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Παΐσιος νά τόν καλέσει ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νά πάει στήν Ἀθήνα νά ὠφελήσει τόν κόσμο.

Καί τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος σκεφτότανε τί νά κάνει. Λέει, ἐγώ εἶμαι ἀσκητής, ἀλλά μήπως αὐτά πού μοῦ λέει ὁ βασιλιάς εἶναι ἀπό τόν Θεό; Μήπως πρέπει νά πάω; Τί νά κάνω; Καί τί κάνει; Ρωτάει τόν μαθητή του, τόν ἀββᾶ Παῦλο τόν ἁπλόν. Ἁπλός, ἀγράμματος, ἀλλά ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Πολύ ταπεινός. Καί τοῦ λέει, πρέπει νά πάω; Καί ὁ ἀββᾶς Παῦλος τοῦ λέει: «Ἐάν πᾶς, λέγεσαι Ἀντώνιος. Ἐάν δέν πᾶς, ἀββᾶς Ἀντώνιος». Καί δέν ἔφυγε. Βλέπετε σοφή ἀπάντηση; Τοῦ λέει, ἄν πᾶς, θά εἶσαι ἕνας ἁπλός, ὅπως ὅλοι, Ἀντώνιος.. ἦρθε καί ὁ Ἀντώνιος νά μᾶς μιλήσει, θά λέει ὁ κόσμος. Ἐάν δέν πᾶς, θά εἶσαι ὁ ἀββᾶς Ἀντώνιος, δηλαδή θά παραμείνεις ἀσκητής. Δέν πρέπει νά ἀφήσεις τή θέση σου, σάν νά τοῦ ἔλεγε.. μή φεύγεις.. κάτσε ἐδῶ. Κι αὐτοί, ἄν θέλουν νά ὠφεληθοῦν, θά ὠφεληθοῦν καί ἀπό τήν ἀπουσία σου, ἀπό τήν ταπείνωσή σου.

Ἕνας ἀδελφός ρώτησε ἕναν μικρό μοναχό -δηλαδή παιδί- γιά τήν ὠφέλεια τῶν συζητήσεων καί τό παιδί ἀπάντησε: – Ἐάν οἱ λόγοι τῆς συζητήσεως εἶναι ἁπλή φλυαρία, ἄφησέ τους, ἐάν ὅμως εἶναι ὠφέλιμοι, τότε ἐπωφελήσου ἀπό τήν εὐκαιρία καί μίλησε. Ὡστόσο, ὅσο καλοί κι ἄν εἶναι, μή μιλήσεις γιά πολλή ὥρα, ἀλλά σύντομα διάκοψε τή συζήτηση καί ἀναπαύεσαι. Ἕνα ἁπλό παιδί ἔ! Καί δίνει  τόσο σοφή ἀπάντηση καί μέ τόση διάκριση! Τοῦ λέει ὁ μοναχός, νά κάνω συζητήσεις; Καί τί ἀπαντάει τό παιδί; Ἐάν οἱ συζητήσεις εἶναι κουτσομπολιό, φλυαρία, περί ἀνέμων καί ὑδάτων, ἄφησέ τους. Δέν θά κάνεις τέτοιες κουβέντες.. Δέν πρέπει νά ἀργολογοῦμε, ὅπως λέει καί ὁ Χριστός μας. Δέν λέει «θά δώσετε λόγο», λέει, «γιά κάθε ἀργό λόγο»[10]; Γιά κάθε ἀργό, δηλαδή γιά κάθε λόγο πού δέν μᾶς βοηθάει στή σωτηρία μας. Αὐτός εἶναι ὁ ἀργός λόγος. Τί καιρό κάνει;… Τί φαΐ ἔχει;.. Ἀργοί λόγοι… Ἄν θέλουμε νά ποῦμε κάτι, νά ποῦμε κάτι γιά νά βοηθήσουμε στή μετάνοια, στή σωτηρία, στή διόρθωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τοῦ ἄλλου. Νά ποῦμε κάτι πού διαβάσαμε πνευματικό, κάτι πού ἀκούσαμε ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀπό ἕνα κήρυγμα. Ἐάν εἶναι ὠφέλιμα τά λόγια, τότε νά ἀκούσεις καί νά πεῖς κι ἐσύ κάτι ὠφέλιμο. Ὡστόσο, ὅσο καλά κι ἄν εἶναι τά λόγια, λέει, καί τά ἀκοῦς καί τά λές, νά μή λές πολλά, νά μή καθίσεις πολλή ὥρα στή συζήτηση, σύντομα κόψε τή συζήτηση καί ἀναπαύεσαι. Γιατί ἀπό τά πολλά λόγια, ἀκόμα καί τά πνευματικά, δέν θά ξεφύγουμε τήν ἁμαρτία. Ὅταν λές πολλά, ἀκόμα καί πνευματικά. Δέν πρέπει νά πολυλογοῦμε. Πρέπει νά λέμε πολλά, νά ἀφιερώνουμε πολύ χρόνο στήν προσευχή.

Ἄλλο περιστατικό τώρα. Ὁ ἀββᾶς Ὀλύμπιος εἶπε: – Κάποτε ἕνας εἰδωλολάτρης ἱερέας κατέβηκε στή Σκήτη, ἦρθε στό κελί μου καί κοιμήθηκε. Γιατί τότε ὑπῆρχαν καί εἰδωλολάτρες. Εἶναι ἡ ἐποχή 4ος αἰῶνας πού δέν εἶναι ὅλοι χριστιανοί. Καί σήμερα θεωρητικά εἶναι χριστιανοί. Πολλοί ἔχουν μόνο βαφτιστεῖ, ἀλλά στή ζωή τους εἶναι εἰδωλολάτρες.

Λοιπόν, αὐτός ἦταν εἰδωλολάτρης, ἱερέας τῶν εἰδώλων. Θυσίαζε δηλαδή στούς δαίμονες. Καί ἦρθε στή Σκήτη, λέει ὁ ἀββᾶς Ὀλύμπιος καί κοιμήθηκε στό κελί μου. Βλέπετε ὅτι οἱ Ἅγιοι δέν κάνανε διάκριση, τούς φιλοξενοῦσαν.. κι αὐτούς τούς ἄθεους, τούς ἀντίχριστους. Τούς δείχνανε ἀγάπη, γιατί σοῦ λέει, ποῦ ξέρεις; Μπορεῖ κι αὐτός κάτι νά δεῖ καί νά ὠφεληθεῖ. Βέβαια δέν κάνανε προσευχή μαζί τους. Ὄχι.. ἀφοῦ δέν πιστεύανε στόν ἀληθινό Θεό, ἀλλά ἕνα κομμάτι ψωμί, ἕνα στρῶμα τούς δίνανε, τούς φιλοξενοῦσαν. Ὅπως κι ἐδῶ στό Ἅγιο Ὄρος. Τούς δέχεται τό Ἅγιο Ὄρος καί ἀπ’ τή Κίνα, πού δέν εἶναι χριστιανοί ἔ; Τούς δέχεται ὅλους ἡ Παναγία.

Ὅταν λοιπόν ὁ ἱερέας τῶν εἰδώλων, πού κοιμήθηκε ἐκεῖ στό κελί τοῦ ἀββᾶ Ὀλύμπιου, εἶδε τίς σκληρές συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες ζοῦσε ὁ μοναχός, λέει: – Ζώντας κατ’ αὐτό τόν τρόπο, δέν βλέπετε τίποτα ἀπό τόν Θεό σας; Δέν βλέπετε κάτι ἔτσι ὑπερφυσικό; – Ὄχι, τοῦ ἀπάντησα.

– Ἐμεῖς, λέει ὁ εἰδωλολάτρης τώρα, ὅσες φορές προσφέρουμε θυσία στόν θεό μας -στούς δαίμονες δηλαδή- τίποτε δέν μᾶς κρύβει, ἀλλά μᾶς φανερώνει ὅλα τά μυστήριά του. Κι ἐσεῖς, πού κάνετε τόσους κόπους, σέ ἀγρυπνίες, σέ ἡσυχαστική ζωή, σέ ἀσκήσεις, λές ὅτι δέν βλέπετε τίποτε; – Ὁπωσδήποτε, ἐάν δέν βλέπετε τίποτε, ἔχετε στήν καρδιά σας πονηρούς λογισμούς. Ἀκοῦτε τί λέει ὁ εἰδωλολάτρης τώρα στόν χριστιανό!  Ἔχετε κακούς λογισμούς πού σᾶς χωρίζουν ἀπό τόν Θεό σας καί γι’ αὐτό δέν σᾶς φανερώνει ὁ Θεός τά μυστήριά Του! Ἔχει δίκαιο. Γιατί ὁ Θεός στούς φίλους Του, τούς ἀποκαλύπτει τά μυστήριά Του, τά μυστικά Του. Ὅπως στόν Ἀβραάμ πού ἦταν φίλος τοῦ Θεοῦ. Τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ Θεός ἐκεῖ στή βελανιδιά τή Μαμβρῆ, ἔτσι τή λέγανε καί τοῦ εἶπε καί τό μυστικό Του.

–           Ποιό ἦταν τό μυστικό τοῦ Θεοῦ θυμᾶστε;

Ὅτι πάω νά καταστρέψω τά Σόδομα καί τά Γόμορρα. Δέν τό εἶχε πεῖ σέ ἄλλους ὁ Θεός. Τό εἶπε στόν φίλο Του τόν Ἀβραάμ. Καί τότε ἄρχισε ὁ Ἀβραάμ καί ἔλεγε, ἔ… Κύριε, κρίμα δέν εἶναι; Τόσες χιλιάδες ἄνθρωποι.. Ἄν εἶναι πενήντα ἄνθρωποι, θά τά καταστρέψεις τά Σόδομα καί τά Γόμορρα; Ἀρχίζει αὐτή ἡ κουβέντα. Καί τοῦ εἶπε ὁ Θεός ὄχι καί ἄρχισε νά κατεβάζει τό νούμερο, μέχρι πού ἔφτασε στούς δέκα. Ἄν εἶναι δέκα καλοί ἄνθρωποι θά τούς καταστρέψεις; Οὔτε. Καί δέκα νά εἶναι δέν θά τούς καταστρέψω. Δέν ἦταν οὔτε δέκα… Γι’ αὐτό καταστράφηκαν τά Σόδομα καί τά Γόμορρα, ἐπειδή ἦταν ἀνήθικοι, ἦταν ὁμοφυλόφιλοι.

Ὁπότε ἐδῶ ἔχει δίκαιο ὁ εἰδωλολάτρης. Λέει, καλά ἐσεῖς τόσα κάνετε γιά τόν Θεό σας καί δέν σᾶς λέει ὁ Θεός τά μυστικά Του; Ἄρα ἔχετε κακούς λογισμούς. Δέν ἀρέσετε στόν Θεό σας.

Μετά ἀπό αὐτή τήν ἐπίσκεψη, ἐπῆγα καί ἀνάφερα αὐτά τά λόγια τοῦ εἰδωλολάτρου ἱερέως στούς γέροντες, στούς ἄλλους πατέρες. Λέει, πατέρες, κοιτάξτε τί μοῦ εἶπε αὐτός ὁ εἰδωλολάτρης! Ἐθαύμασαν οἱ γέροντες καί εἶπαν· πράγματι ἔτσι εἶναι, γιατί οἱ ἀκάθαρτοι λογισμοί χωρίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό.

Ἅμα δέν προσέχουμε, παιδιά, μᾶς ἔρχονται κακοί λογισμοί ἔ; Ἅμα δέν τούς δεχτοῦμε, δέν ἁμαρτάνουμε. Ἀλλά. ἅμα τούς δεχτοῦμε καί ἀρχίζουμε νά τούς σκεφτόμαστε μέσα μας καί τούς φτιάχνουμε εἰκόνες καί ἀρχίζουμε ἔτσι νά εὐχαριστιόμαστε, εἶναι αὐτό πού λένε οἱ Πατέρες, κάνουμε συγκατάθεση, κάνουμε ἁμαρτία τότε μέ τόν λογισμό, μέ τή σκέψη. Κι αὐτό δέν ἀρέσει καθόλου στόν Θεό. Κι αὐτό εἶναι πού μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεό. Δέν εἶναι μόνο νά κάνουμε κακές πράξεις. Λένε μερικοί, τί νά πάω νά ἐξομολογηθῶ; Δέν ἔχω τίποτα. Δέν σκότωσα, δέν ἔκλεψα. Μά μόνο αὐτά εἶναι; Εἴδατε τί λέει ἐδῶ; Κι ἕνας κακός λογισμός πού τόν δέχεσαι καί τόν σβουρίζεις μέσα στό μυαλό σου, τόν καλλιεργεῖς πού λέμε, εἶναι ἁμαρτία, μεγάλη ἁμαρτία. Ἤ ὅταν στήνεις τά μάτια σου καί βλέπεις ὅ,τι νά ’ναι, ἤδη κάνεις ἁμαρτία στήν καρδιά σου.

Ἄλλο περιστατικό. Ὁ ἀββᾶς Μακάριος ἔλεγε, ὅταν ἤμουν νεώτερος, ἐπειδή ἦρθα σέ μιά κατάσταση ἀκηδίας… ἀκηδία θά πεῖ αὐτό πού λέμε βαρεμάρα. Ἔχετε ἀκούσει πού λένε, βαριέμαι, βαριέμαι.. μερικοί τό γράφουνε καί στά θρανία πάνω, βαριέμαι, βαριέμαι.. Αὐτό οἱ Πατέρες τό λένε ἀκηδία καί εἶναι δαιμονικό. Δέν εἶναι καλό πράγμα αὐτό, νά βαριόμαστε. Εἶναι τοῦ διαβόλου πράγμα.

–           Γιατί ὁ χριστιανός τί νά βαρεθεῖ;

Ἔχει συνέχεια ἔργο νά κάνει, νά δοξάσει τόν Θεό, νά εὐχαριστήσει  τόν Θεό, νά παρακαλέσει τόν Θεό, νά διαβάσει τήν Ἁγία Γραφή.. Δέν ἔχει χρόνο νά βαρεθεῖ, νά μήν ξέρει τί νά κάνει. Λέει, δέν ξέρω τί νά κάνω. Πῶς δέν ξέρεις τί νά κάνεις; Τόσους βίους Ἁγίων ἔχουμε. Νά διαβάσεις λίγο νά δεῖς πῶς ζήσανε οἱ Ἅγιοι, νά διαβάσεις τό εὐαγγέλιο, νά ἀκούσεις μιά ὁμιλία, νά βγεῖς ἔξω νά δεῖς τήν ὡραία δημιουργία, νά δεῖς ἕνα ὡραῖο ἡλιοβασίλεμα, νά δεῖς τό πρωί πῶς ἀνατέλλει ὁ ἥλιος μέσα ἀπ’ τή θάλασσα, νά δεῖς τά λουλουδάκια, νά δεῖς ὅλη αὐτή τή ζωή πού ἔχει φτιάξει ὁ Θεός… πῶς δέν ἔχεις νά κάνεις; Καί νά δοξάσεις τόν Θεό μέσα ἀπ’ ὅλα αὐτά.

Λοιπόν, κι αὐτός ὅμως ὁ ἀββᾶς Μακάριος ἔπαθε αὐτό τό πράγμα. Βλέπετε καί οἱ Ἅγιοι μερικές φορές πολεμιοῦνται ἀπό τόν διάβολο. Καί τοῦ ἔφερε ὁ διάβολος αὐτή τή βαρεμάρα, αὐτή τήν ἀκηδία. Μέσα στό κελί του ἤτανε καί κατά κάποιο τρόπο, ὅπως λέμε, «ἔσκασε».. λέει, νά βγῶ ἔξω. Καί βγῆκε ἔξω λοιπόν στήν ἔρημο. Καί λέει μέ τόν λογισμό του, ὅποιον κι ἄν συναντήσεις νά τόν ρωτήσεις γιά νά ὠφεληθεῖς. Μετά ἀπό λίγο βρῆκα ἕνα παιδί πού ἔβοσκε βόδια καί τοῦ λέω -Παιδί μου, τί νά κάνω; Γιατί πεινάω. – Νά φᾶς! τοῦ ἀπαντάει τό παιδί. Ἀφοῦ πεινᾶς, νά φᾶς. Ἁπλά. – Ἔφαγα, τοῦ λέει, καί πάλι πεινάω. – Ἔ, καί πάλι νά φᾶς, ἀπάντησε τό παιδί. – Πολλές φορές ἔφαγα καί πάλι πεινάω, ρωτάει τρίτη φορά. Καί τό παιδί ἀπάντησε μέ θαυμασμό: – Μήπως εἶσαι ὄνος, γέροντα, γαϊδούρι δηλαδή, πού θέλεις συνέχεια νά τρῷς;

Βλέπετε πόσο τό μικρό παιδάκι τόν ταπεινώνει τόν γέροντα. Ὁ γέροντας εἶπε τόν λογισμό του. Καμιά φορά μᾶς βάζει πείνα ὁ διάβολος, ἐνῶ δέν πεινᾶμε καί θέλουμε νά τρῶμε, νά τρῶμε, νά τρῶμε… γιατί ἔχουμε αὐτό τό πάθος πού λέγεται λαιμαργία καί γαστριμαργία. Μᾶς τό βάζει ὁ διάβολος. Καί τοῦ λέει, γέροντα, τί εἶσαι; Γαϊδούρι εἶσαι νά θέλεις νά τρῶς συνέχεια; Τά ζῶα εἶναι πού, ὅταν δοῦνε φαΐ, ὁρμᾶνε καί δέν σταματᾶνε.

Ἀπό αὐτή τήν ἀπάντηση, λέει ὁ γέροντας, ὁ ἀββᾶς Μακάριος, ὠφελήθηκα καί ἔφυγα. Τόν δίδαξε ὁ Θεός μέσα ἀπό ἕνα μικρό παιδί. Καλά ἐσύ εἶσαι ἄνθρωπος, δέν ἔχεις λογικό; Δέν μπορεῖς νά βάλεις φρένο στό στομάχι σου; Καί στά μάτια σου καί στή γλώσσα σου καί στό στόμα σου; Καί βέβαια μπορεῖς. Τά ζῶα δέν μποροῦνε, γιατί δέν ἔχουνε λογική. Ἔχουνε μόνο ἔνστικτο. Βλέπουν φαγητό, ὁρμᾶνε. Δέν ἔχουνε.. νά ποῦνε, σήμερα εἶναι Τετάρτη, δέν θά φᾶμε ἄς ποῦμε… ἤ ἔφαγα αὐτό πού ἔπρεπε, δέν θά φάω παραπάνω. Ἀλλά ἐμεῖς πού εἴμαστε ἄνθρωποι ἔχουμε λογικό. Μποροῦμε νά συγκρατοῦμε τόν ἑαυτό μας καί πρέπει νά τόν συγκρατοῦμε.

Ἕνας γέροντας εἶπε: Προτιμῶ νά διδαχθῶ παρά νά διδάξω. Κι αὐτό εἶναι δεῖγμα τοῦ ταπεινοῦ. Νά μήν κάνεις τόν δάσκαλο, νά θέλεις νά διδάσκεσαι. Νά θέλεις ν’ ἀκοῦς μάθημα. Αὐτός εἶναι ὁ ταπεινός. Ὁ ὑπερήφανος θέλει νά κάνει τόν δάσκαλο καί τόν ἔξυπνο.

Καί τό τελευταῖο. Ὁ ἀββᾶς Μακάριος ρώτησε τόν ἀββᾶ Ζαχαρία. Εἶναι καί οἱ δυό μεγάλοι γέροντες. – Πές μου, γέροντα, ποιό εἶναι τό ἔργο τοῦ μοναχοῦ; – Ἐμένα ρωτᾶς πάτερ, ἀπάντησε μέ ταπεινοφροσύνη ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας. – Γιά σένα, τέκνο μου Ζαχαρία πληροφοροῦμαι ἐσωτερικά. Αἰσθάνομαι κάποιον νά μέ παρακινεῖ σ’ αὐτό. Παρ’ ὅτι ἦταν μικρότερος ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας. Ἤτανε παιδάκι μπροστά στόν Ἅγιο Μακάριο. Κι ὅμως τόν ρωτάει ὁ Ἅγιος Μακάριος, τοῦ λέει, πῶς θά γίνουμε καλοί μοναχοί; Ποιό εἶναι τό ἔργο μας; Καί τοῦ λέει ὁ ἀββᾶς Ζαχαρίας: – Κατά τή γνώμη μου, πάτερ, τό νά βιάζει τόν ἑαυτό του σέ ὅλα τά καλά ἔργα· αὐτό εἶναι τό ἔργο τοῦ μοναχοῦ. Νά ἀσκεῖς βία, νά πιέζεις τόν ἑαυτό σου νά κάνει πάντα τό καλό. Νά πολεμᾶς τά πάθη σου, ὅπως εἴπαμε, τήν λαιμαργία μας, τή γαστριμαργία μας, τήν ἀπροσεξία μας πού ἔχουμε στά μάτια μας κ.λ.π. στή γλώσσα μας, στή σκέψη μας. Νά τά πολεμᾶμε ὅλα αὐτά, νά βιάζουμε τόν ἑαυτό μας. Αὐτό εἶναι τό ἔργο τοῦ μοναχοῦ καί τοῦ χριστιανοῦ γενικότερα, γιατί ὁ μοναχός δέ διαφέρει ἀπό τόν καλό χριστιανό. Ὁ καλός χριστιανός εἶναι ἕνας καλός μοναχός, καί ἀντιστρόφως.

Ἔτσι λοιπόν, νά εἴμαστε παιδιά ταπεινοί καί νά διδασκόμαστε ἀπό ὅλους καί ἀπό ὅλα καί νά μήν ἔχουμε μεγάλη ἰδέα ὅτι δέν ἔχουμε ἀνάγκη διδασκαλίας. Πολλές φορές ὁ Θεός μᾶς διδάσκει μέσα ἀπό ἀσήμαντα γεγονότα καί ἀπό πρόσωπα πού δέν φανταζόμαστε ὅτι μποροῦν νά μᾶς διδάξουν.

Πήραμε μιά γεύση ἀπό τούς Ἁγίους τῆς ἐρήμου. Καί αὐτοί οἱ Ἅγιοι, νά ξέρετε παιδιά, εἶναι πρότυπα γιά μᾶς καί πρέπει νά εἶναι πρότυπα, γιατί εἶναι πραγματικά αὐτοί πού ἐφάρμοσαν τό Εὐαγγέλιο. Αὐτά πού λένε οἱ Ἅγιοι τά διδάσκει ὁ Χριστός, τήν ταπείνωση, τήν ὑπακοή, τήν ἀντίσταση στά πάθη, στούς κακούς λογισμούς. Τά διδάσκει τό Εὐαγγέλιο. Λέει ἄς ποῦμε τό Εὐαγγέλιο: «ἀντίστητε τῶ Διαβόλω καί φεύξεται ἀφʼ ὑμῶν»[11]. Ἀντισταθεῖτε στόν διάβολο καί θά φύγει. Δέν πρέπει νά ἀφήνουμε τόν διάβολο νά μᾶς κάνει κουμάντο στή ζωή μας. Νά ἀντιστεκόμαστε. Ἔρχεται ὁ κακός λογισμός τώρα, σοῦ λέει, κάνε αὐτό, σκέψου αὐτό.. θυμίσου αὐτή τήν εἰκόνα πού εἶχες δεῖ, αὐτό τό περιστατικό τό κακό.. Ὄχι, δέν θά τό θυμηθῶ! Νά θυμώσεις κιόλας. Δέν θά τό κάνω τό κακό. Γι’ αὐτό μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τόν θυμό, ὄχι γιά νά τά βάζουμε μέ τούς ἄλλους. Νά τά βάζουμε μέ τόν κακό ἑαυτό μας, μέ τά πάθη μας, μέ τόν διάβολο. Κι ἔτσι θά τόν νικήσουμε. Γι’ αὐτό τά διαβάζουμε αὐτά. Καί μακάρι ὅλοι νά γίνουμε μοναχοί, ὄχι νά φορέσουμε τό ράσο, αὐτό ὅποιος θέλει θά τό κάνει, ἀλλά ὅλοι νά μιμηθοῦμε τόν τρόπο αὐτό τῆς ζωῆς. Γιατί, ὅταν ζοῦμε ἔτσι παιδιά, θεραπεύεται ἡ ψυχή μας καί φεύγουν τά ἄγχη, οἱ καταθλίψεις, οἱ φοβίες, οἱ ἀνασφάλειες. Βλέπετε οἱ ἄνθρωποι στόν κόσμο γεμάτοι ἄγχος εἶναι, γεμάτοι ταραχή, ἕτοιμοι νά ἁρπαχτοῦνε, ὁ ἕνας νά φάει τόν ἄλλον σχεδόν. Γιατί; Γιατί ὑπάρχουν ἀπό πίσω ἡ ὑπερηφάνεια καί τά ἄλλα πάθη. Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἐδῶ βλέπετε πόσο ταπεινοί εἶναι καί ταπεινώνονται καί στούς πιό μικρούς, καί στά μικρά παιδιά ἀκόμα! Καί ρωτᾶνε καί ἀκοῦνε συμβουλές καί ἀπό τά μικρά παιδιά. Θυμηθεῖτε ὁ Ἅγιος Παχώμιος πού τοῦ εἶπε τό παιδάκι ἐκεῖνο, δέν τό κάνεις καλά γέροντα. Παιδί μου πῶς νά τό κάνω; λέει καί τόν δίδαξε τό μικρό παιδάκι.

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Ἐρ. : Εὐλογεῖτε… Ὑπάρχουν μαθήματα ζωῆς συνέχεια δίπλα μας καί δέν τά βλέπουμε ὅταν δέν εἴμαστε ταπεινοί.

Ἀπ. : Αὐτό εἶναι πολύ σημαντικό. Μέ τήν ταπεινότητα, μέ τό ταπεινό φρόνημα, θά διδασκόμαστε ἀπό ὅλα, θά παίρνουμε τά μαθήματά μας. Πολλές φορές δέν ξέρουμε τί νά κάνουμε, παιδιά. Ἄν προσευχηθοῦμε καί ἀφεθοῦμε στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, θά μᾶς δείξει ὁ Θεός. Καί μέσα ἀπό «ἀσήμαντα» περιστατικά καί ἀπό «ἀσήμαντους» ἀνθρώπους θά μᾶς δείξει τόν δρόμο, ἄν δέν ἔχουμε τόν πνευματικό μας. Ἄριστο εἶναι νά συμβουλευτοῦμε τόν πνευματικό μας, ἀλλά πολλές φορές δέν τόν ἔχουμε δίπλα μας νά τόν ρωτήσουμε. Ἀλλά ἅμα εἶσαι μέ ἀνοιχτές τίς κεραῖες, θά πιάνεις τά μηνύματα. Ὁ Θεός, λέει, στούς ταπεινούς δίνει Χάρη, στούς ὑπερήφανους, τί λέει; Ἀντιτάσσεται[12]. Ἀντιτάσσομαι. Ἀντί τί θά πεῖ; Πάω κόντρα. Καί μετά σοῦ πᾶνε ὅλα ἀνάποδα. Τό ἔχετε ἀκούσει πού λένε μερικοί, μά μοῦ πᾶνε ὅλα ἀνάποδα… Ἔ, σοῦ πᾶνε ὅλα ἀνάποδα, βέβαια. Δέν σοῦ πάει τό μυαλό γιατί; γιατί εἶσαι ὑπερήφανος. Ὁ Θεός τούς ὑπερήφανους τούς πάει κόντρα. Κι ἄν σοῦ πάει κόντρα ὁ Θεός, μπορεῖς νά προχωρήσεις; Τοῖχος. Δέν πᾶς πουθενά. Χτυπιέσαι, γίνεσαι λιῶμα ἄς ποῦμε πάνω στόν τοῖχο.. δέν πᾶς πουθενά. Ἅμα ταπεινωθεῖς καί πεῖς, ἄ, γιά νά δῶ, τί λέει ὁ Θεός; Μήπως κάνω κάτι πού δέν θέλει ὁ Θεός; Ὄπ.. μετά φεύγει ὁ τοῖχος, μετά ἀνοίγει ὁ δρόμος. Καί λές, καλά τόσο καιρό δέν τό ἔβλεπα; Εἶχα ὑπερηφάνεια. Ὁ ὑπερήφανος εἶναι τυφλός. Εἶναι καί κουφός καί δέν ἀκούει οὔτε βλέπει τί τοῦ λέει ὁ Θεός καί τί τοῦ δείχνει ὁ Θεός καί συνεχῶς βασανίζεται καί βασανίζει καί τούς ἄλλους. Ταλαιπωρεῖται καί ταλαιπωρεῖ.

Ἐρ. : Στήν ἐποχή μας ἄν κάποιος βλέπει ἕναν ταπεινό ἄνθρωπο, δέν τοῦ ἔχει ἐμπιστοσύνη. Κατευθείαν βάζει τό ἐρώτημα, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν ἔχει ἐμπιστοσύνη στίς δυνάμεις του, γιατί νά τοῦ ἔχω ἐγώ ἐμπιστοσύνη; Αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἔχει χαλασμένο λογισμό; Εἶναι ὑπερήφανος; Δέν βλέπει σωστά; Τί γίνεται ἐκεῖ; Βλέπουμε ὅτι οἱ ταπεινοί ἄνθρωποι δέν προχωρᾶνε στήν κοινωνία μας.

Ἀπ. : Καταλάβατε τήν ἐρώτηση ἔ; Ὁ κόσμος σήμερα, ἐπειδή ἔχει μεγάλη ὑπερηφάνεια, αὐτούς πού εἶναι ταπεινοί δέν τούς ἐκτιμᾶ καί δέν τούς δείχνει καί ἐμπιστοσύνη. Ξέρετε ποιοί δέν δείχνουνε ἐμπιστοσύνη στούς ταπεινούς; Αὐτοί πού δέν ξέρουν τί τούς γίνεται. Ὁ ἀληθινά σοφός τόν ἐκτιμᾶ τόν ταπεινό, γιατί ὁ ταπεινός εἶναι συνεργάσιμος καί θά τοῦ κάνει ὑπακοή. Κι ἄν θέλει, ἄς ποῦμε, στήν ἐργασία του ἕνας καλός ἐργοδότης ποιόν θά προτιμήσει; Ἕναν πού κάνει συνέχεια τόν ἔξυπνο, πού θά ἔχει μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του καί θά θέλει νά ἐπιβάλλει τή γνώμη του ἤ ἕναν ταπεινό; Ἕναν ταπεινό θά προτιμήσει ὁ ἀληθινά ἔξυπνος ἐργοδότης. Ὁ ἄλλος πού εἶναι ὑπερήφανος μέ χαλασμένο λογισμό, φυσικά θά κοιτάξει νά βρεῖ ὁμοίους του, ἀλλά μετά ἡ ἐπιχείρηση θά πάει.. ὄχι κατά Θεόν. Δέν θά προχωρήσει, θά διαλυθεῖ. Γιατί τά ἔργα τῶν ὑπερηφάνων δέν ἔχουν τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, παιδιά. Κι αὐτός πού ἔχει αὐτοπεποίθηση, λέει ἡ Ἁγία Γραφή, αὐτός εἶναι καταραμένος ἀπό τόν Θεό. Αὐτός πού στηρίζεται στίς δυνάμεις του, στά μπράτσα του καί ἔχει ὑψηλή αὐτοεκτίμηση -πού λένε καί οἱ ψυχολόγοι- μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του, μεγάλη ἐκτίμηση, καί θέλει καί οἱ ἄλλοι νά τοῦ λένε συνέχεια μπράβο καί τί καλός καί τί ἔξυπνος πού εἶσαι, αὐτός λέει εἶναι καταραμένος ἀπό τόν Θεό, χωρισμένος δηλαδή ἀπό τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τό λέει ὁ Προφήτης Ἱερεμίας στήν Παλαιά Διαθήκη «ἐπικαταρατος καθένας πού στηριζει βραχίονα αὐτοῦ»[13], στηρίζεται στά μπράτσα του. Καί ἀκόμα «κι αὐτός πού στηρίζεται σέ ἄλλους ἀνθρώπους»[14]. Βλέπετε ἄς ποῦμε τώρα ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες πού στηριχτήκαμε σέ ἀνθρώπους, ἔ; Στούς πολιτικούς. Καί λέμε, νά, αὐτοί τώρα οἱ πολιτικοί θά μᾶς βγάλουνε στόν παράδεισο.. θά φέρουν ἔτσι οἰκονομική ἄνθηση, ἀνάπτυξη, πρόοδο.. ὅλες αὐτές τίς λέξεις πού ἀκοῦμε χρόνια. Καί τί μᾶς φέρανε; Τά ἀκριβῶς ἀνάποδα. Γίναμε σκλάβοι τῶν Εὐρωπαίων, ἤμαστε δηλαδή, ἀλλά τώρα γίναμε ἀκόμα χειρότερα σκλάβοι.. καί πάμφτωχοι γινόμαστε σιγά-σιγά. Κι αὐτά τά λίγα πού βγάζουμε, ἀμέσως φεύγουνε, μᾶς τά παίρνουνε.. Γιατί; Γιατί δέν ἀκοῦμε τόν Θεό, πού λέει καταραμένος αὐτός πού στηρίζεται σέ ἄνθρωπο ἤ στά μπράτσα του. Ποιός εἶναι εὐλογημένος; Αὐτός πού ἐλπίζει στόν Θεό, ὁ ταπεινός δηλαδή.

Ἑπομένως, αὐτοί πού δέν ἐκτιμοῦν τούς ταπεινούς, αὐτοί, ὅπως τό εἴπατε πολύ σωστά, δέν ἔχουν καλό λογισμό. Ἔχουν χαλασμένο λογισμό, οἱ ἴδιοι ὁδεύουν στήν καταστροφή καί διδάσκουν τήν καταστροφή καί στούς ἄλλους. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Παΐσιος καί ὁ Ἅγιος Πορφύριος δέν θέλανε νά ἀκοῦνε γιά ψυχολόγους καί γιά ψυχολογία καί ὅλες αὐτές τίς διδασκαλίες τίς ἄθεες τῆς παιδαγωγικῆς, πού διδάσκουνε τήν αὐτοπεποίθηση καί τούς γονεῖς νά ἐμφυσοῦν στά παιδιά τους αὐτοπεποίθηση, δηλαδή ἐγωισμό, ὑπερηφάνεια. Κι ἄν ἐμπιστεύεσαι τόν ἑαυτό σου, μέ τήν ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό σου τί θά καταφέρεις, στίς δυνάμεις σου; Τίποτα δέν μπορεῖς νά καταφέρεις. Τό λέει πάλι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Ὁ Χριστός, δέν τό λέει «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»[15]; Χωρίς Ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτε. Τελεία καί παῦλα! Τό τίποτε σημαίνει τίποτε!

Γι’ αὐτό εἶναι δαιμονικές αὐτές οἱ διδασκαλίες. Δέν πρέπει νά τίς ἀκοῦμε παιδιά, νά ἔχουμε ὑψηλή αὐτοπεποίθηση,  αὐτοεκτίμηση κ.λ.π. Τό ἀντίθετο, πρέπει νά ἔχουμε ὑψηλή Θεοπεποίθηση, δηλαδή νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί νά μάθουμε ὄχι νά στηριζόμαστε στά μπράτσα μας, ἀλλά στόν Θεό μέ τήν προσευχή. Ὅ,τι δυσκολία ἔχουμε, ὅ,τι μᾶς ἀγχώνει, νά τό κάνουμε προσευχή. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος ἕνα ὡραῖο. Τοῦ ἔλεγε ἕνας, ἔχω ἄγχος γέροντα. Τοῦ λέει, ἄν χωθεῖς στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, δέν θά ἀγχώνεσαι! Ἔκανε τέτοια λογοπαίγνια ὁ Ἅγιος. Ἀγχώνεσαι; Ἄν χώνεσαι στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, δέν θά ἀγχώνεσαι! Καταλάβατε; Τό μυστικό ποιό εἶναι; Ὅταν ἀγχώνεσαι, νά ἀφήνεσαι στόν Χριστό. Ὄχι νά μήν κάνεις τίποτα. Θά κάνεις ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Δέν θά πεῖς, ἐγώ θά προσευχηθῶ καί θά μέ φωτίσει ὁ Θεός καί θά γράψω στίς ἐξετάσεις.. Ὄχι, θά διαβάσεις. Ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπό σένα, θά τό κάνεις, χωρίς ἄγχος ὅμως. Θά κάνεις καί τήν προσευχή σου. Θά χωθεῖς στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ καί θά πεῖς, Θεέ μου, ἐγώ ὅ,τι μποροῦσα ἔκανα.. δέν εἶμαι κανένα κομπιούτερ καί ρομπότ.. ἀνθρωπίνως ὅ,τι μποροῦσα ἔκανα. Δέν θά κάτσω κι ὅλη τή νύχτα νά διαβάζω, νά μή μπορῶ νά ἀνοίξω τά μάτια μου τό πρωί. Θά ξεκουραστῶ κιόλας. Γιατί μερικά παιδιά δέν κοιμοῦνται καθόλου.. μετά βέβαια τί νά γράψεις; Ἀφοῦ τό μυαλό σου εἶναι θολό. Θά πρέπει καί νά ξεκουραστεῖς λίγο. Θά κάνεις τό ἀνθρώπινο, θά διαβάσεις κάποιες ὧρες, θά κάνεις καί τήν προσευχή σου καί θά ἀφεθεῖς στόν Θεό. Ὅπως λέμε στήν ἐκκλησία συνέχεια. Δέν λέμε «ἑαυτούς καί ἀλλήλους Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»; Παραθώμεθα τί θά πεῖ; Νά ἀφεθοῦμε στόν Θεό. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος, ὅ,τι σέ ἀγχώνει νά τό κάνεις προσευχή. Νά πεῖς, Χριστέ μου, ἔχω αὐτό τό ἄγχος. Τακτοποίησέ το ἐσύ. Δίνω αὔριο ἐξετάσεις κι ἔχω ἄγχος. Νά γίνει τό θέλημά Σου… μπορεῖ νά μήν εἶναι γιά τό καλό μου νά γράψω καλά.. ὅ,τι θέλεις Ἐσύ. Μπορεῖ νά μήν εἶναι γιά τό καλό μου νά περάσω σ’ αὐτή τή Σχολή πού ἐγώ νομίζω ὅτι εἶναι καλή. Ὅ,τι θέλεις Ἐσύ. Ὁπότε φεύγει τό ἄγχος καί μετά ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ δέν στενοχωριέσαι, γιατί λές, ἐγώ ἔκανα προσευχή, ἄρα αὐτό πού ἔγινε εἶναι τό καλύτερο γιά μένα. Μπορεῖ νά μήν τό βλέπω τώρα. Θά τό δῶ ἀργότερα ὅτι εἶναι τό καλύτερο γιά μένα. Καταλάβατε; Κι ἔτσι φεύγει τό ἄγχος, φεύγει ἡ ἀγωνία καί θεραπεύεται ἡ ψυχή μας. Αὐτό μᾶς διδάσκουν οἱ ἅγιοι ἀσκητές, νά ἐμπιστευόμαστε τόν Θεό πού εἶναι πατέρας μας. Βλέπετε τά μωρά πού εἶναι στήν ἀγκαλιά τοῦ μπαμπά τους; Ἔχουν ἄγχος; Κανένα ἄγχος.. σοῦ λέει, ὁ μπαμπάς θά φροντίσει γιά ὅλα! Ἤ λέει τό μωρό στόν μπαμπά, μπαμπά κοίταξε, μή ξεχάσεις νά μοῦ δώσεις φαΐ τό μεσημέρι.. τό βράδυ.. νά μοῦ δώσεις τά παπούτσια πού θέλω, τά ροῦχα.. Ξέρει ὅτι θά φροντίσει ὁ μπαμπάς γιά ὅλα. Δέν ἀγχώνεται τό μωρό. Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νά νιώθουμε, ὅτι εἴμαστε τά μωρά στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός εἶναι πατέρας μας, ὅπως καί μᾶς τό εἶπε, καί θά φροντίσει γιά ὅλα. Ἐμεῖς ἀνθρωπίνως θά κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε καί μετά θά ἀφεθοῦμε στήν φροντίδα τοῦ Πατέρα.

Ἐρ. : Εἴπατε στήν ἀρχή γιά τόν πόλεμο τοῦ ἑωσφόρου μέ τούς ἀγγέλους. Γιατί δέν παρενέβη ὁ Θεός;

Ἀπ. : Δέν μᾶς λέει πολλά ἡ Ἁγία Γραφή, μιά φράση εἶναι στήν Ἀποκάλυψη, ὅτι ἔγινε πόλεμος, λέει, στόν οὐρανό καί πολέμησε ὁ σατανᾶς, ὁ ἑωσφόρος μέ τούς ἀγγέλους καί νίκησαν οἱ καλοί ἄγγελοι μέ τόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ. Ὁ Θεός, παιδιά κοιτάξτε, ἔκανε καί τούς ἀγγέλους αὐτεξούσιους. Τί θά πεῖ αὐτεξούσιους; Ἐλεύθερους. Δηλαδή καί οἱ ἄγγελοι δέν ἦταν ἀναγκασμένοι νά εἶναι καλοί, ὑποχρεωτικά νά εἶναι καλοί. Ἀπόδειξη οἱ δαίμονες, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἄγγελοι καί ἀπό καλοί ἔγιναν κακοί. Εἶχαν ἐλευθερία καί τή χρησιμοποίησαν κακῶς, μέ λάθος τρόπο καί ἀπό ἄγγελοι φωτεινοί γίνανε ἄγγελοι σκοτεινοί. Λοιπόν, ὁ Θεός ἄφησε τώρα νά φανεῖ μέσα ἀπ΄ αὐτόν τόν πειρασμό τοῦ διαβόλου, ποιοί εἶναι οἱ καλοί ἄγγελοι καί ποιοί εἶναι οἱ κακοί. Κι ἔτσι φανερώθηκε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ πού ἀγαποῦσε τόν Θεό καί ὅλοι οἱ ἄγγελοι οἱ καλοί. Ὅπως καί τώρα στή γῆ, γιατί δέν τοῦ δίνει μία τοῦ διαβόλου νά τόν σκοτώσει; Δέν θά μποροῦσε ὁ Θεός νά τόν συντρίψει καί τόν ἑωσφόρο καί ὅλους τούς δαίμονες; Δέν θά μποροῦσε; Παντοδύναμος δέν εἶναι; Γιατί τόν ἀφήνει; Τόν ἀφήνει γιά νά φανοῦνε καί οἱ καλοί ἄνθρωποι, οἱ ἄνθρωποι πού ἀγαπᾶνε τόν Θεό. Γιατί πῶς θά φανοῦνε οἱ καλοί ἄνθρωποι; Ὅταν θά ἀντιστέκονται στόν διάβολο. Ἐνῶ οἱ κακοί τί κάνουνε; Ὅ,τι λέει ὁ διάβολος τό κάνουνε, τοῦ κάνουνε ὑπακοή. Λοιπόν.. Οἱ καλοί πῶς φαίνονται; Δέν κάνουν αὐτά πού λέει ὁ διάβολος, ἀντιστέκονται.

Ἐρ. : Στή χώρα μας πού εἶναι γεμάτη μέ πολλά νησιά, πολλές παραθαλάσσιες πόλεις ἤ χωριά, πολλά ἐπαγγέλματα πού σχετίζονται μέ τή θάλασσα ἤ μέ τόν τουρισμό μας.. ἔρχονται κάθε χρόνο στήν Ἑλλάδα τριάντα ἑκατομμύρια τουρίστες.. τριάντα πέντε; Πόσοι εἶναι;.. Ἕνας μεγάλος ἀριθμός. Ἐπιτρέπονται σ’ ἕναν χριστιανό τά θαλάσσια μπάνια, καί ἄν ναί, ὑπό ποιές προϋποθέσεις;

Ἀπ. : Νά σᾶς πῶ τί λέει ἡ Ἁγία Γραφή. Γιά νά δεῖτε ἀμέσως πῶς ξεχωρίζουμε οἱ καλοί ἀπό τούς κακούς, νά τό ποῦμε ἔτσι.. αὐτοί πού κάνουν ὑπακοή στόν Θεό καί αὐτοί πού δέν κάνουν ὑπακοή. Λοιπόν, ὑπάρχει Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, Ἱερός Κανόνας, πού λέει ὅτι ἀπαγορεύεται νά λούζονται μαζί ἄντρες μέ γυναῖκες. Καταλαβαίνετε γιά ποιό λόγο. Ἀπαγορεύεται. Ὁπότε καταλαβαίνουμε ὅτι καί τά μπάνια δέν ἐπιτρέπονται, γιατί ἐκεῖ θά ἔχεις ἕνα σωρό ἀφορμές ν’ ἁμαρτήσεις, μέ τά μάτια σου καί ἄλλα χειρότερα, πολύ χειρότερα -πού οὔτε νά τά ποῦμε δέν κάνει- γίνονται ἐκεῖ στίς παραλίες. Σόδομα καί Γόμορρα.. φοβερές ἁμαρτίες γίνονται. Λοιπόν.. Ἐπιτρέπεται ἕνας χριστιανός τώρα νά πηγαίνει ἐκεῖ πέρα καί νά πεῖ ἐγώ δέν θά κάνω τίποτα; Πῶς δέν θά κάνεις; Μπορεῖ ἐσύ νά λές ἐγώ δέν κάνω τίποτα, ἀλλά κάνουν οἱ ἄλλοι ὅμως, ὅταν σέ βλέπουν ἔτσι χωρίς ροῦχα καί γίνεσαι σκάνδαλο στούς ἄλλους.

Λοιπόν.. ἐπιτρέπεται; Κανονικά δέν ἐπιτρέπεται. Ὅσο κι ἄν λές, θά προσέχω.. Τί νά προσέξεις; Δέν προσέχεις.. Κι αὐτό πού λές, θά πάω κάπου μόνος μου, κι ἐκεῖ δέν εἶναι σίγουρο. Γιατί κι ἐκεῖ πού λές θά πᾶς μόνος σου, εἶναι κι ἄλλοι πού θέλουν νά πᾶνε μόνοι τους καί μπορεῖ νά δεῖς ἀκόμα χειρότερα πράγματα ἤ νά πέσεις σέ ἀκόμα χειρότερα πράγματα.

Ἔλεγε ὁ π. Ἀθανάσιος ὁ Μυτιληναῖος, ἅμα τέλος πάντων, δέν μπορεῖς νά τό ἀντέξεις αὐτό τό ἀπόλυτο, τουλάχιστον ἄν πᾶς, νά πηγαίνεις κάπου μόνος σου καί νά φορᾶς, λέει, ἕναν χιτῶνα. Νά κάνεις ἔτσι μπάνιο, ὄχι χωρίς ροῦχα. Ἄν καί τό τέλειο, θά σᾶς ἔλεγα, εἶναι νά τήν ἀποφεύγουμε τελείως. Ἔλεγε ὁ Ἅγιος Παΐσιος, καί τό νερό ἔχει μιά ἡδονή καί καλλιεργεῖται ἡ φιληδονία στόν ἄνθρωπο.

Οἱ Ἅγιοι οὔτε πλενόντουσαν σχεδόν… οὔτε τό πρόσωπό τους.. Ἐντάξει δέν λέμε αὐτό, νά τό πλένεις τό πρόσωπό σου, ἀλλά νά μή γίνεις δοῦλος στίς ἡδονές τίς σαρκικές, στή φιληδονία.

Ἀπό αὐτό λοιπόν καί ἀπό πολλά ἄλλα ξεχωρίζουμε, ἀπό μόνοι μας, ἀπό τά ἔργα μας. Νά βλέπετε σήμερα, πῶς φαίνονται.. τό ἔλεγε ἕνας Ἅγιος, θά ξεχωρίζουν οἱ καλές γυναῖκες ἀπό τίς κακές. Πῶς θά ξεχωρίζουνε; Ἀπό τόν τρόπο πού ντύνονται. Βλέπεις οἱ γυναῖκες οἱ καλές ντύνονται σεμνά. Σπάνιες εἶναι.. κι ὅμως αὐτές εἶναι. Λίγες εἶναι οἱ καλές. Μπορεῖ νά εἶναι καί μερικές καλές καί ἀπό ἔλλειψη πληροφόρησης νά μή ντύνονται σεμνά. Ἀλλά ἄν τούς πεῖ κάποιος μιά κουβέντα, τό δέχονται. Διορθώνονται. Ἀλλά οἱ ἄλλες πού τό κάνουν ἐκ πεποιθήσεως… αὐτόματα ξεχωρίζεις, ποιά εἶναι ἡ καλή γυναίκα καί ποιά εἶναι ἡ κακή, ἀπό τόν τρόπο πού ντύνεται. Μάλιστα ἔλεγε ἕνας Ἅγιος προφητικά, ὅτι θά γίνει διωγμός καί σιγά-σιγά τίς καλές γυναῖκες θά τίς καταδιώκουνε οἱ ἀντίχριστες δυνάμεις. Καί πῶς θά τίς ξεχωρίζουν; Ἀπό τόν τρόπο πού ντύνονται. Οἱ καλές γυναῖκες, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, θά ντύνονται σεμνά καί ὁ ἀντίχριστος καί τό κράτος τοῦ ἀντιχρίστου πού θά κυριαρχήσει στά ἔσχατα, θά τίς καταδιώκει. Θά τίς ξεχωρίζει ἀπό τόν τρόπο πού ντύνονται.

Γενικά, ὁ χριστιανός ξεχωρίζει ἀπό τά ἔργα του. Μπορεῖ ἕνας χριστιανός νά συμπράττει μέ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία; Δέν μπορεῖ. Ἔ, αὐτό θά τόν κάνει ἐχθρικό, θά τόν κάνει μισητό. Γι’ αὐτό λέει ὁ Θεός, θά ἔρθει καιρός πού θά σᾶς μισήσουνε ὅλοι. Δέν θά σᾶς θέλουνε, γιατί θά κυριαρχήσει τό κακό καί ἡ ἁμαρτία καί ἡ ἀθεΐα καί ἡ ἀπιστία. Καί οἱ λίγοι πού θά μείνουνε, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, θά εἶναι μισητοί, θά τούς μισοῦνε ὅλοι.

Ἀλλά δέν μᾶς πειράζει αὐτό. Ἐμεῖς θά εἴμαστε μέ τόν Χριστό. Γιατί τελικά.. τελικά.. τελικά.. τό κράτος τοῦ ἀντιχρίστου θά συντριβεῖ καί θά νικήσει ὁ Χριστός κι ἐμεῖς θά εἴμαστε μέ τόν νικητή.

Ἐρ. : Ὠφελεῖ ἕναν χριστιανό νά παρακολουθεῖ ἐπαγγελματικούς ἀγῶνες ποδοσφαίρου ἤ μπάσκετ ἤ ἄλλων ἀθλημάτων σέ ἐθνικό ἐπίπεδο μέσω τηλεόρασης ἤ μέ τήν παρουσία του σέ ἕνα γήπεδο;

Ἀπ. : Νά σᾶς πῶ μία προσωπική μου ἐμπειρία. Κάποτε, φοιτητής ἤμουνα, πέρασα ἔξω ἀπό τό στάδιο μιᾶς ὁμάδας -νά μή πῶς ποιά ὁμάδα- στήν Ἀθήνα. Τρόμαξα! Γινότανε ἀγώνας. Τρόμαξα μ’ αὐτά πού ἄκουγα. Λέω, καλά αὐτοί ἄνθρωποι εἶναι ἤ ἄγρια θηρία; Καί ἦταν ἀπ’ ἔξω. Ποῦ νά ἤμουνα μέσα… Τώρα λέω, θά μέ σκοτώσουν, θά μέ φᾶνε ζωντανό.. Ἔτσι νόμιζα, εἶχα τέτοια αἴσθηση. Φοβερή ἀτμόσφαιρα! Καί φυσικά δέν εἶναι ἀτμόσφαιρα τοῦ Θεοῦ.

Γιατί νά πηγαίνουμε στά γήπεδα παιδιά; Ἐκεῖ εἶναι εἰδωλολατρία. Ἐκεῖ δουλεύει ὁ πονηρός. Θά πεῖς ἀπό τήν τηλεόραση κάνει; Θά ’λεγα κι ἐκεῖ χάσιμο χρόνου τό λιγότερο. Γιατί νά συμπράττουμε μέ ὅλο αὐτό τό σύστημα, τό ὁποῖο δέν εἶναι πάλι τοῦ Θεοῦ. «Ἄρτον καί θεάματα» λέγανε οἱ Ρωμαῖοι.. καί σήμερα συνεχίζονται αὐτά. Παλιά εἶχαν τίς ἱπποδρομίες, τίς μονομαχίες.. τώρα ἔχουμε τό ποδόσφαιρο. Χάνουμε τόν καιρό μας. Καί ὄχι μόνο, ἐξάπτονται παιδιά τά ἄγρια ἔνστικτα. Ὁ διάβολος τόν ἄνθρωπο τόν ἀγριεύει. Γι’ αὐτό βλέπετε μετά τούς ἀγῶνες τί ἔκτροπα γίνονται.. καί τραυματισμοί καί σκοτωμοί πολλές φορές δέν γίνονται; Φοβερά πράγματα! Καλά ἄς ἀφήσουμε τίς βλαστήμιες πού λέγονται.

Νά μήν ἀλληθωρίζουμε λίγο στόν κόσμο. Μᾶς ἀρέσει καί λίγο τό κοσμικό φρόνημα.. νά μή γίνουμε -ὅπως λένε- διχασμένες προσωπικότητες, ἀλλά ὅπως ἦταν οἱ Ἅγιοι πού διαβάσαμε, ταπεινοί, ἀφοσιωμένοι 100% στόν Θεό.

Ἐρ. : Μέσα στόν κόσμο πού βρισκόμαστε πῶς νά ἀντιμετωπίζουμε αὐτά τά θέματα; Καί τά μπάνια καί τά ποδόσφαιρα καί ὅλα αὐτά;

Ἀπ. : Ναί, εἶναι μέσα στήν καθημερινότητα τοῦ κόσμου καί ὄχι στή δική μας τήν προσωπική καθημερινότητα, δέν πρέπει νά εἶναι. Πῶς θά τά ἀντιμετωπίζουμε; Σᾶς εἶπα, σάν ἐκτροπές, σάν ἁμαρτίες.

Ἐρ. : Σάν δοκιμασία;

Ἀπ. : Σάν δοκιμασία, τήν ἀφήνει ὁ Θεός, δέν τήν εὐλογεῖ.. τήν ἀνέχεται, γιατί μᾶς ἔκανε ἐλεύθερους. Θά μποροῦσε νά τούς συντρίψει ὅλους αὐτούς πού πᾶνε στά γήπεδα. Δέν τό κάνει. Ἤ αὐτούς πού πᾶνε στίς παραλίες καί κάνουν τά αἴσχη. Τό ἀνέχεται. Δέν εἶναι τό κατ’ εὐδοκίαν θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἶναι τό κατά παραχώρησιν, τό δεύτερο θέλημα. Οὐσιαστικά εἶναι τό δικό μας θέλημα, πού τό ἀφήνει ὁ Θεός νά τό κάνουμε, γιατί μᾶς ἔχει δώσει ἐλευθερία. Ὅπως ὁ πατέρας ἔχει ἕνα παιδί ἄτακτο πού δέν παίρνει ἀπό λόγια, δέν ἀκούει τίποτα, κάνει τό δικό του.. Τί νά κάνει καί ὁ πατέρας; Νά τό σκοτώσει; Δέν τό σκοτώνει, τό ἀφήνει. Τό ἀνέχεται. Ἔτσι ἀνέχεται καί ὁ Θεός μερικά πράγματα. Ἐμεῖς τώρα πού προσπαθοῦμε νά ζήσουμε χριστιανικά τί θά ποῦμε; Ἀφοῦ τό ἀνέχεται θά τό κάνω; Ὄχι, ἐγώ δέν θά τό κάνω. Τό ἀφήνει ὁ Θεός γιά νά φανεῖ ἡ δική μου ἡ ἀρετή, πού θά εἶναι ἡ ἀντίσταση. Δέν εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ τό κακό πού κάνουν κάποιοι. Εἶναι τό κατά παραχώρηση. Τό παραχωρεῖ ὁ Θεός ἐπειδή μᾶς ἔκανε ἐλεύθερους, ἀλλά δέν τό θέλει, δέν τό εὐλογεῖ. Κι ἐμεῖς θά δείξουμε ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Θεό μέ τό νά μήν τό κάνουμε, ὄχι μέ τό νά τό κάνουμε. Κι ἄς τό κάνουν οἱ πολλοί. Ἐμεῖς δέν θά πᾶμε μέ τούς πολλούς. Ἀκόμα κι ἄν τό κάνουν ὅλοι, παιδιά, δέν θά πᾶμε. Ἐμεῖς θά μείνουμε μόνοι μας, ναί. Δέν θά εἴμαστε μόνοι μας, θά εἴμαστε μέ τόν Χριστό καί μέ τούς Ἁγίους Του.

Ἐρ. : Γέροντα, ἤθελα νά πῶ γι’ αὐτό πού εἴπατε γιά τόν Ἅγιο Ἐφραίμ καί τή γυναίκα. Δηλαδή ἡ γυναίκα κοιτάει τόν ἄνδρα, ὁ ἄνδρας τό χῶμα, τό χῶμα τόν Θεό καί ὁ Θεός τά δημιουργήματά Του;

Ἀπ. : Τό χῶμα δέν ἔχει ψυχή γιά νά κοιτάει. Τό χῶμα εἶναι ἕνα δημιούργημα. Ἀλλά ἤθελε νά πεῖ ἡ γυναίκα πού δίδαξε τόν ἀββᾶ, νά εἶναι ταπεινός, νά μή βλέπει ἀπρόσεκτα. Τή φώτισε ὁ Θεός νά τό πεῖ αὐτό. Γιατί πλάστηκε ἀπό τό χῶμα, γι’ αὐτό τοῦ τό εἶπε.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

https://hristospanagia3.blogspot.com/

[1] Μικρός Εὐεργετινός, Παῦλος μοναχός Εὐεργετινός, Ἱ.Μ. Παρακλήτου, 2012.

[2] Πρβλ. Γέν. 2,21.

[3] Γέν. 3,16.

[4] Γέν. 2,7.

[5] Ἀποκ. 12,7.

[6] Παρ. 16, 5.

[7] Λουκ. 18, 13.

[8] Ματθ. 23, 12.

[9] Πρβλ. Ἰω. 6, 40 καί 14, 24.

[10] Ματθ. 12, 36.

[11] Ἰακ. 4, 7.

[12] Παρ. 3, 34.

[13] Ἱερ. 17, 5.

[14] Ὅ.π.

[15] Ἰω. 15, 5.