ΟΜΙΛΙΑ 2η

 π. Ἀθανασίου Μυτιληναίου

Λόγοι Ἀφυπνίσεως” 

«Οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τοῦτο ὡς μή καταχρώμενοι·

παράγει γάρ τό σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου.»

  Α΄ Πρός Κορ. ζ΄ : 31

 Τί εἶναι κόσμος.

 Ὅπως λέγει ὡραιότατα ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος, «κόσμος ἐστίν ὄνομα περιεκτικόν ἐπιπίπτον ἐπί τά εἰρημένα πάθη»1. Τό λέει ἐξ ἄλλου καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης αὐτό· στόν ὁποῖο κόσμο λέει ὅτι ὑπάρχει ἡ ἐπιθυμία ἡ κακή, ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου καί λοιπά2. Τί εἶναι λοιπόν κόσμος; Τό περιεκτικόν ὄνομα τῶν παθῶν. Δηλαδή ἄν ἔπρεπε νά ὀνομάσουμε ὅλα τά πάθη πού μαστίζουν τόν ἄνθρωπο μέ ἕνα ὄνομα, αὐτά θά τά λέγαμε: κόσμος· καί ἄν θά ἔπρεπε νά κάνουμε μία ἀνάλυση τῆς ἐννοίας κόσμος, θά ἀναφέραμε τά ἐπιμέρους ὀνόματα τῶν παθῶν. Ἔτσι ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἡ ἄγνοια πολλῶν ἀπό μᾶς, ἤ ἁπλῶς ἡ ἀδυναμία τῆς βουλήσεώς μας, μᾶς κάνει καί ἑλκόμαστε ἀπό τόν κόσμο, ὥστε τελικά –ἄς μήν τό κρύβουμε– νά χάνουμε τή σωτηρία μας. Εἶναι τό πρόβλημα τῆς κάθε ἐποχῆς στούς Χριστιανούς, ἴσως ὄχι τόσο στούς ἀρχαίους Χριστιανούς, ὅπως θά τό δοῦμε στή συνέχεια, ὅσο σ᾿ ἐμᾶς στήν ἐποχή μας. Διότι αὐτό πού σήμερα λέμε κόσμος εἶναι πάλι Χριστιανοί, ἀλλά πού κοσμικοποιήθηκαν, πού ἔγιναν ὁλότελα κόσμος. Εἶναι ὅμως Χριστιανοί. Ὁπότε γίνεται μία ἀντιδιαστολή τῶν Χριστιανῶν πού ἔχουν φρόνημα Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν πού ἔχουν φρόνημα τοῦ κόσμου.

  Ἐμεῖς ποῦ βρισκόμαστε; Ἄν ἔχω μπροστά μου ἕνα, ὅπως βλέπω, ἐκλεκτό ἀκροατήριο, ἐκλεκτούς ἀνθρώπους, ἐκλεκτούς μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐξελέγησαν ἀπό τόν Θεό, πού γνωρίζουν τόν Θεό, τότε πιστεύω ὅτι εἶστε, ἤ θά θέλατε νά εἶστε, ἤ μᾶλλον ὅλοι μας νά εἴμαστε, στήν μερίδα τῶν Χριστιανῶν πού ἔχουν ἐπίγνωση Χριστοῦ καί διαρκῶς ἀποτοξινώνονται ἀπ᾿ αὐτό τό λεγόμενο κοσμικό φρόνημα.

  Ποιά ἡ βασική αἰτία ἀπομακρύνσεως ἀπό τήν πνευματική ζωή.

  Βέβαια στούς πολλούς μία βασική αἰτία τοῦ ὅτι δέν ζοῦν πνευματική ζωή εἶναι ἡ ἄγνοια, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Κλήμης Ρώμης στή δευτέρα του ἐπιστολή πρός τούς Κορινθίους. Λέει: «ἁμαρτάνομεν οὐκ εἰδότες», ἁμαρτάνουμε χωρίς νά τό ξέρουμε, «πόθεν ἐκλήθημεν καί ὑπό τίνος καί εἰς ὅν τόπον, καί ὅσα ὑπέμεινεν Ἰησοῦς Χριστός παθεῖν ἕνεκα ἡμῶν». Θεωρεῖται μεγάλη ἁμαρτία ἡ ἄγνοια τοῦ περιεχομένου τῆς Πίστεώς μας. Ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού μέ καλεῖ; Ποῦ μέ καλεῖ νά βρεθῶ; Τί ὑπέστη ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός γιά μένα; Ἄν αὐτά τά ἀγνοῶ, τότε ἁμαρτάνω, γιατί αὐτή ἡ ἄγνοια εἶναι ἐκείνη πού θά μέ ρίξει καί στήν ποικίλη ἁμαρτία.

  Τό ἴδιο λέει καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἀναφερόμενος στίς Γραφές· ὅτι ἡ ἄγνοια τῶν Γραφῶν ἔχει εἰσαγάγει καί τήν αἵρεση καί τόν διεφθαρμένο βίο, καί ὅλα τά ᾿χει ἀναποδογυρίσει, «καί τά ἄνω κάτω πεποίηκεν»3, ὅλα τά ᾿χει ἀναποδογυρίσει αὐτή ἡ ἄγνοια! Γι᾿ αὐτό πρέπει διαρκῶς νά γνωρίζουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, διαρκῶς νά μελετοῦμε τήν Ἁγία Γραφή, νά μελετοῦμε καί τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.

  Ποιά ἡ στάση τοῦ Χριστιανοῦ μέσα στόν κόσμο.

Στήν ἀγάπη σας, γιά νά δοῦμε τήν ἀπάντηση σ᾿ αὐτό τό πολύ -πολύ ζωηρό καί φλέγον πρόβλημα, δηλαδή στό ποιά εἶναι ἡ στάση μου ὡς Χριστιανοῦ μέσα στόν κόσμο –μήν ξεχνᾶτε, αὐτό εἶναι τό θέμα μας– στήν ἀγάπη σας θά διαβάσω ἕνα θαυμάσιο κείμενο τῆς πρωτοχριστιανικῆς παραγωγῆς· εἶναι ἡ ἐπιστολή Πρός Διόγνητον, ἡ ὁποῖα, ἄν καί βραχεῖα, μικρή, θεωρεῖται ὁ ἀδάμας, τό διαμάντι τῆς πρωτοχριστιανικῆς γραμματείας! Βέβαια τό κείμενο ὑπάρχει στήν Πατρολογία· μπορεῖτε νά τό βρεῖτε πάρα πολύ εὔκολα καί νά τό διαβάσετε· εἶναι στόν δεύτερο τόμο τῆς Πατρολογίας. Ἐγώ ἀπό ᾿κεῖ ἔχω πάρει μόνο μερικές θέσεις, τίς ὁποῖες καί θά δοῦμε.

  Συνεχίζεται….

  Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι

κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ἀμήν.

 

  Ἐκδόσεις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

 Ἱ.Μ.Κομνηνείου «Κοιμήσεως Θεοτόκου» καί «Ἁγίου Δημητρίου»

400.07 Στόμιον Λαρίσης.

Τηλ.&Fax.:24950.91220.

1Ἅγ. Ἰσαάκ ὁ Σύρος, Εὐρεθέντα Ἀσκητικά, ἀνατύπ. Ἰωακείμ Σπετσιέρη, Λόγος Λ΄, Ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 1978, σ. 131.

 2Βλ. Ἰωάν. Β΄ : 16.

 3Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος, Εἰς τόν Λάζαρον, MPG 48, σ. 995: «Μέγάλη ἀσφάλεια πρός τό μή ἁμαρτάνειν τῶν Γραφῶν ἡ ἀνάγνωσις, μέγας κρημνός καί βάραθρον βαθύ τῶν Γραφῶν ἡ ἄγνοια, μεγάλη προδοσία σωτηρίας τό μηδέν ἀπό τῶν θείων εἰδέναι νόμων· τοῦτο καί αἱρέσεις ἔτεκε, τοῦτο καί βίον διεφθαρμένον εἰσήγαγε, τοῦτο τά ἄνω κάτω πεποίηκεν.»