«Οι περισσότεροι από τους αδελφούς μας, γράφει ο Διονύσιος επίσκοπος Αλεξανδρείας*, από υπερβολική αγάπη και φιλαδελφία παραθεωρούσαν τον εαυτό τους και φρόντιζαν ο ένας για τον άλλον, επισκέπτονταν χωρίς προφυλάξεις τους ασθενείς, τους υπηρετούσαν προθυμότατα, τους περιποιούνταν εν Χριστώ, για να πεθάνουν μετά από λίγο μαζί με εκείνους πολύ ευχάριστα, αφού προηγουμένως έπαιρναν από τους άλλους την αρρώστια πάνω τους και με τη θέλησή τους υπέφεραν τους πόνους. Και πολλοί, αφού νοσοκόμησαν και οδήγησαν άλλους στην ανάρρωση, αυτοί πέθαναν, σαν να πήραν το θάνατο από εκείνους πάνω τους…
Έτσι οι άριστοι από τους αδελφούς μας με αυτόν τον τρόπο έφυγαν από αυτήν τη ζωή, μεταξύ των οποίων ιερείς και διάκονοι και από τους λαϊκούς οι πιο ονομαστοί, έτσι ώστε και το είδος αυτό του θανάτου, που οφείλεται σε πολλή ευσέβεια και πίστη ισχυρή, να θεωρείται διόλου κατώτερο του μαρτυρίου. Και τα σώματα των αγίων, αφού τα έπαιρναν οι χριστιανοί, τους έκλειναν τα μάτια και το στόμα, σταύρωναν τα χέρια, τα έλουζαν, τα τύλιγαν και τα στόλιζαν, για να περιμένουν μετά από λίγο και αυτοί τη σειρά τους. Οι ειδωλολάτρες όμως έκαναν εντελώς αντίθετα. Όταν άρχιζε κανείς να αρρωσταίνει, τον έδιωχναν και τους αγαπημένους τους απέφευγαν και τους έριχναν μισοπεθαμένους στους δρόμους, και τους νεκρούς έριχναν άταφους στα σκουπίδια, φοβούμενοι την προσέγγιση του θανάτου, την οποία όμως ό,τι και αν μηχανευόσουν δεν ήταν εύκολο να αποφύγεις».
(Ευσεβίου Εκκλησιαστική Ιστορία 7,22)